Με αφορμή την πρόσφατη πολυσυζητημένη περίπτωση του
κανίβαλου του Μαϊάμι,
μου έχουν προκύψει κάποιες αντιρρήσεις σχετικά με την πράξη της αστυνομίας εκείνη τη στιγμή. Η περίπτωση αυτή λοιπόν έγινε το περασμένο Σάββατο στις 26 του μηνός στο ΜαΪάμι της Φλόριντας και γρήγορα σοκάρησε όλη την Αμερική κι έκανε τον κύκλο του κόσμου. Κάτω από γέφυρα κεντρικού δρόμου της πόλης, κοντά στο πάρκινγκ του κτιρίου της εφημερίδας Miami Herald, κάμερα ασφαλείας κατέγραψε τη φρικιαστική σκηνή δύο ξαπλωμένων γυμνών ανθρώπων, ο ένας αναίσθητος κι ο άλλος μανιακός, με το δεύτερο να του τρώει κανονικότατα το πρόσωπο. Πρώτος τον είδε ένας αστυνομικός που έκανε εκείνη την ώρα περιπολία, και τον διέταξε να σταματήσει, αλλά ο κανίβαλος δε σταμάτησε. Σύντομα μια περαστική γυναίκα που έτυχε να δει το γεγονός κάλεσε έναν ακόμα αστυνομικό που ήταν κοντά στον τόπο, ο οποίος φτάνοντας τον διέταξε κι αυτός να σταματήσει. Δε σταμάτησε όμως, και ο αστυνόμος πυροβόλησε προειδοποιητικά. Ούτε και τώρα σταμάτησε, και οι αστυνομικοί αναγκάστηκαν να πυροβολήσουν. Αυτόπτες μάρτυρες άκουσαν κατ’άλλους έξι, κατ’άλλους 12 πυροβολισμούς. Τελικά ο κανίβαλος σκοτώθηκε, ενώ το θύμα μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο με σοβαρότατα τραύματα. Τη στιγμή του εγκλήματος και τις μέρες αργότερα δεν ήταν γνωστή η ταυτότητα των δύο ανθρώπων, τώρα όμως
γνωρίζουμε τα στοιχεία τους.

Όπως φαίνεται ούτε ο θύτης, ούτε όμως και το θύμα ήταν αθώα και ισορροπημένα άτομα. Ο θύτης, ο 31χρονος Ρούντι Γιουτζίν, γιος Αϊτιανών μεταναστών, παντρεύτηκε το 2005 τη Τζένη Ντούκταντ με διάρκεια του γάμου τους μόνο δύο χρόνια. Όπως αναφέρει η πρώην γυναίκα του, συχνά γινόταν πολύ βίαιος, κι αυτός ήταν ο λόγος του χωρισμού τους. Η ίδια υποστήριζε πως αυτός δεν είχε κάποιο ψυχολογικό πρόβλημα, απλώς ένιωθε πως όλοι ήταν εναντίον του και κανείς υπέρ του. Ο άνθρωπος αυτός ωστόσο ήταν ανισόρροπος. Στα αρχεία του διαζυγίου που διερευνήθηκαν βρέθηκε πως δεν είχε κανένα εισόδημα, κι επίσης το 2004 είχε συλληφθεί διότι απειλούσε να σκοτώσει τη μητέρα του. Το θύμα, ο 65χρονος Ποπό ήταν άστεγος τουλάχιστον από το 1983, για 29 δηλαδή ολόκληρα χρόνια, και το ιστορικό του ήταν βεβαρυμένο. Από το 1978 είχε συλληφθεί τουλάχιστον 24 φορές για μέθη, ληστείες, επιθέσεις και αντίσταση κατά της αρχής.

Ο λόγος της πλήρους απογύμνωσης και της παράξενης αυτής συμπεριφοράς δεν είναι πλήρως γνωστός, αλλά οι αστυνομικοί υποθέτουν πως και οι δύο δοκίμασαν ένα νέο ναρκωτικό, το νέο lsd όπως το αποκαλούν – το κανονικό του όνομα δεν το ξέρω -, που ανεβάζει τη θερμοκρασία του σώματος αναγκάζοντας το χρήστη να βγάλει τα ρούχα του και προκαλεί επιθετικότητα. Αρχικά θεωρούταν πως είχαν πάρει υπερβολική δόση κοκαΐνης, η οποία προκαλεί επίσης τις ίδιες παρενέργειες.

Εμένα το ερώτημά μου όμως έγκυται περισσότερο αλλού, όχι στο τι νοητικού επιπέδου ήταν οι δύο άνθρωποι ή για ποιον λόγο οδηγήθηκε ο 31χρονος σ’αυτήν την πράξη. Γιατί, λέω, εφόσον η αστυνομία ήταν κοντά, ο δράστης ήταν γυμνός και άοπλος, και δε συνέτρεχε άμεσος κίνδυνος προς τη ζωή ή τη σωματική ακεραιότητά τους, προτίμησαν να τον πυροβολήσουν και τελικά να τον σκοτώσουν αντί να τον συλλάβουν; Γιατί δεν πλησίασαν για να το δέσουν και να τον πάρουν; Είναι σωστό να σκοτώνεται κάποιος που πιθανότατα είναι ασθενής, και ιδίως όταν δεν απειλεί τον αστυνόμο άμεσα; Πιστεύω κατηγορηματικά όχι, για κανένα λόγο. Το σωστό θα ήταν να έρχονταν κοντά του οι αστυνομικοί, να το δέσουν με χειροπέδες και με τα λοιπά με συνοπτικές διαδικασίες, να τον βάλουν στο περιπολικό και να τον οδηγήσουν στο τμήμα, ενώ επίσης να καλέσουν ασθενοφόρο για το θύμα, και καλύτερα να βρισκόταν κάποιος μαζί με το τελευταίο και στο νοσοκομείο. Για να τον ακινητοποιήσουν ίσως χρησιμοποιούσαν κάποιον πυροβολισμό σε μη ζωτικό μέρος του σώματος, ή τα γνωστά ως μη θανατηφόρα όπλα (non lethal weapons) (μη σας απατά το όνομα, συχνά είναι οδυνηρά και σπάνια θανατηφόρα), όπως κάποιο σπρέι ή πιστόλια ρεύματος. Μετά ο δράστης θα προφυλακιζόταν για παν ενδεχόμενο στο τμήμα, θα του ζητούνταν τα στοιχεία κι έπειτα μια ομάδα γιατρών, ψυχιάτρων κι αστυνομικών θα προχωρούσε σε εκτίμηση της σωματικής και ψυχικής του υγείας, απ’όπου θα κρινόταν ο εγκλεισμός του πιθανότατα σε κάποιο ψυχιατρικό ίδρυμα και ίσως απόπειρες θεραπείας. Ο άνθρωπος-ζόμπι ήταν καθαρά ασθενής.

Συνήθως ακόμα και οι πιο στυγνοί εγκληματίες περνούν από διάφορες εξετάσεις, ανακρίσεις κι εκτιμήσεις. Ακόμα κι αν τους έχει αποφασιστεί θανατικη ποινή, όπως συχνά γίνεται στις ΗΠΑ, με την οποία πάλι
δε συμφωνώ,
υπάρχει και τότε πιθανότητα για επανεξέταση της υπόθεσης. Εδώ όμως γιατι πυροβόλησαν; Μήπως γιατί τους φάνηκε άστεγος και ‘τελειωμένος’, άρα η ζωή του δεν είχε και τόσο νόημα;

Βαθύτερο κίνητρο για την πράξη των αστυνομικών πιστεύω πως ήταν είτε η έκφραση πρωτόγονων βίαιων παρορμήσεων, τις οποίες μάλλον έφεραν από πριν και βρήκαν την ευκαιρία να τις εκδηλώσουν μέσω του επαγγέλματος – ίσως έτσι ακόμα αποκτούσαν και μεγαλύτερο κύρος ως προς τους άλλους συναδέλφους τους ή προάγονταν σε ανώτερη βαθμίδα, δεν ξέρω πώς ακριβώς λειτουργεί το σύστημά της αμερικάνικης αστυνομίας -, είτε μια κρίση αίσθησης δικαίου απ’την οποία καταλήφθηκαν βλέποντας το φρικτό θέαμα, και η επόμενη ανάγκη να «καθαρίσουν» την κοινωνία από ένα κτήνος, ενώ στην πραγματικότητα φόνευσαν έναν ψυχασθενή που πιθανότατα δεν είχε την πλήρη ευθύνη των πράξεών του. Όποιος και νά’ταν όμως ο λόγος της πράξης τους, σίγουρα μετά τη θανάτωση του δράστη θα ένιωσαν μεγάλη ικανοποίηση για το «κατόρθωμά» τους. Εάν πάντως κάτι παρόμοιο γινόταν σε κάποια ανεπτυγμένη βορειοευρωπαΪκή χώρα, είμαι βέβαιως πως τα πράγματα θα εξελίσσονταν αλλιώς.

Τελευταία σημείωση/απορία: Αφού η αστυνομία των ΗΠΑ είναι τόσο σκληρή και ισχυροί, τα προληπτικά μέτρα και συστήματα ασφαλείας είναι συχνά άριστα, τότε γιατί παραμένει χώρα με υψηλή εγκληματικότητα και το μεγαλύτερο αναλογικά με τον συνολικό πληθυσμό της φυλακόβιο πληθυσμό;

Ενημέρωση 20/8/2012: Η ουσία που πήρε ο κανίβαλος δράστης ουδεμία σχέση με το παραισθησιογονο lsd έχει. Πιθανόν επρόκειτο για
συνθετικές ημινόμιμες ισχυρά διεγερτικές ουσίες.

Advertisements