Ένα άρθρο που κατέπληξε εμένα και σίγουρα εσάς που θα το διαβάσετε από
την εφημερίδα της Ίου (iospress.gr)

ΕΘΝΟΛΟΓΙΚΕΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΙΣ

Το μυστικό της μακριάς γαϊδούρας

Μια εθνολογική μελέτη ανατρέπει όλες τις γνωστές θεωρίες για την προέλευση του παιχνιδιού της μακριάς γαϊδούρας. Και ταυτόχρονα δίνει μια νέα διάσταση στην αγάπη των νεοελλήνων προς τα ζώα.

Η κρυφή γοητεία της γαϊδούρας

Πού οφείλεται η ιδιαίτερη αγάπη των παιδιών στο παραδοσιακό παιχνίδι της «μακριάς γαϊδούρας»; Πώς εξηγείται η διάδοσή του σε ολόκληρο τον ελλαδικό χώρο, με διάφορες παραλλαγές και ονόματα; Πόσο βαθιές είναι οι ρίζες του;
Απαντήσεις σ’ αυτά τα καίρια ερωτήματα έρχεται να δώσει μια πρόσφατη μελέτη της γαλλίδας εθνολόγου Marie-Christine Anest. Η εργασία της κυκλοφόρησε πρόσφατα σε βιβλίο, με τον πολλά υποσχόμενο τίτλο «Zoophilie, homosexualite, rites de passage et initiation masculine dans la Grece contemporaine» (Κτηνοβασία, ομοφυλοφιλία, διαβατήριες τελετές και ανδρική μύηση στη σύγχρονη Ελλάδα, εκδόσεις L’ Harmattan, Παρίσι 1994). Το εξώφυλλο του βιβλίου κοσμείται από μια κλασική σκηνή του παιχνιδιού μακριά γαϊδούρα.
Σύμφωνα με τη θεωρία της κυρίας Anest, το παιχνίδι αυτό δεν είναι παρά η επιβίωση (ή το συμπλήρωμα) των παραδοσιακών τελετών που συνοδεύουν την ενηλικίωση των ελληνόπουλων και περιλαμβάνουν σημαντικά στοιχεία ομαδικής κτηνοβασίας και ομοφυλοφιλίας. Η γαλλίδα εθνολόγος δεν ασχολείται με τις ατομικές πράξεις κτηνοβασίας και ομοφυλοφιλίας, οι οποίες είναι αντικείμενο άλλων επιστημών. Στη μελέτη της, ως εθνολόγος, περιορίζεται στις συλλογικές πρακτικές που παρατήρησε στον ελληνικό χώρο, κατά τη διάρκεια πολύχρονων επισκέψεων. Το συμπέρασμά της είναι ότι η σεξουαλική ωρίμανση των αγοριών συνοδεύεται από αυτές τις τελετές (παιχνίδια, ανταγωνισμοί), οι οποίες μέχρι σήμερα δεν έχουν αναλυθεί, εφόσον καλύπτονται από ένα πανίσχυρο κοινωνικό ταμπού.
«Στην Κρήτη καθώς και στην Κύπρο, και σ’ ολόκληρη την Ελλάδα, τα νέα αγόρια σχηματίζουν ‘παρέες’ θυμίζοντάς μας κατά παράδοξο τρόπο τις αρχαίες ‘αγέλες’ που αναφέρει ο Στράβων. Οπου παρατηρούνται ομοφυλοφιλικές και κτηνοβατικές σχέσεις, οργανώνονται με τελετουργικό τρόπο στο εσωτερικό αυτών των ομάδων.» Πρέπει βεβαίως να γίνει διάκριση από τις ανάλογες αρχαίες μορφές ομάδων, διότι κανείς ενήλικος δεν παρεμβαίνει σ’ αυτές τις σχέσεις. Αντίθετα απ’ ό,τι συνέβαινε στις αρχαίες αγέλες, οι παρέες που περιγράφει η Marie-Christine Anest περιορίζονται σε παιδιά και εφήβους. Οι ενήλικοι αποκλείονται εντελώς. Οι «μυητικές» πράξεις τελούνται με απόλυτη μυστικότητα. «Οι σύγχρονες ‘παρέες’ αποτελούνται από πέντε ως δέκα αγόρια ηλικίας 5 ως 17 ετών. Στο εσωτερικό αυτών των ομάδων συγκροτείται μια σαφής ιεραρχία.» Στη συνέχεια η ερευνήτρια αναλύει τα κριτήρια αυτής της ιεραρχίας που δεν είναι άλλα από το βαθμό επίδοσης των μελών της παρέας στις διερευνητικές αυτές σεξουαλικές δραστηριότητες.
Μια κυπριακή παραλλαγή της μακριάς γαϊδούρας, την «αλυσίδα», περιγράφει η συγγραφέας ως κορύφωση μιας σειράς ανταγωνισμών της παρέας που περιλαμβάνουν σύγκριση των μελών τους σε στύση και ομαδική εκσπερμάτωση, όπου νικάει όποιος εκσφενδονίσει μακρύτερα το σπέρμα του. Μαρτυρίες αυτής της πρακτικής έχει συλλέξει η Anest και στην Κέρκυρα, την Ηπειρο, τη Θεσσαλία, την περιοχή της Αθήνας, την Κρήτη. «Το αγόρι που αποδείχθηκε λιγότερο δυνατό στον ανταγωνισμό ανδρισμού πρέπει να καθήσει όρθιο με το πρόσωπο γυρισμένο στον τοίχο. Πίσω απ’ αυτόν στέκεται ο προτελευταίος σε επιδόσεις, και με τη σειρά όλα τα αγόρια μέχρι το νικητή, ο οποίος στέκεται στο άλλο άκρο. Η ομάδα συγκροτεί έτσι ένα «αλυσιδωτό» ζευγάρωμα. Πρέπει να παρατηρήσουμε ότι ο «λιγότερο ανδροπρεπής» δεν εισδύει σε κανέναν, ενώ ο «πλέον ανδροπρεπής» δεν υφίσταται είσδυση.» Παρόμοιες πρακτικές συνάντησε η Anest και στην περιοχή της Αθήνας, όπου το παιχνίδι ονομάζεται «τρενάκι». Στην Κύπρο, και ειδικά στην περιοχή του Λιθροδόντα, συνάντησε την «κατακόρυφη αλυσίδα»: το αγόρι με τις χαμηλότερες επιδόσεις ξαπλώνει στο έδαφος και οι φίλοι του (μέχρι έξι) ξαπλώνουν από πάνω του κατά σειρά προτεραιότητας.
Σε σχέση με την «αλυσίδα» ή το «τρενάκι», που εμφανίζονται απλώς ως τελετουργική επικύρωση της σεξουαλικής κατάταξης στην παρέα, η σύγχρονη «μακριά γαϊδούρα» έχει το στοιχείο του αυτόνομου παιχνιδιού, και η επιλογή της «μάνας» αλλά και της σειράς που πηδούν οι παίκτες, έχει σχέση κυρίως με την επίδοσή τους στα άλματα και την ισορροπία. Ωστόσο οι διάφορες παραλλαγές που περιγράφουμε σε διπλανές στήλες εύκολα ερμηνεύονται αν ακολουθήσουμε το νήμα της σκέψης της κυρίας Anest.
Η γαλλίδα εθνολόγος διαπιστώνει ότι ακόμα και σήμερα, το ζώο που προτιμούν οι νέοι γι’ αυτή την διαβατήρια τελετή είναι η γαϊδούρα, «το πλησιέστερο ζώο προς τον Διόνυσο». Οσο για την τεχνική που ακολουθείται για τη συνουσία με τη γαϊδούρα, η Anest παρατηρεί ότι ακολουθείται ο ίδιος τρόπος στην Κύπρο και την Κρήτη: «Διαλέγουν ένα κατωφερές επίπεδο (με κλίση περίπου 30%) και σωρεύουν μεγάλες πέτρες. Οταν το βουναλάκι με τις πέτρες φθάσει στο απαραίτητο ύψος (περίπου 30 εκ.), ακινητοποιούν το ζώο μπροστά σ’ αυτό το σκαλοπάτι εισόδου. Δένουν τα τέσσερα πόδια της γαϊδούρας με ένα σκοινί, έτσι ώστε το ζώο να μην μπορεί να μετακινηθεί ούτε να κουνήσει. Ενα από τα αγόρια της ομάδας κρατά τη γαϊδούρα από το σκοινί στο λαιμό της και ένα δεύτερο της σηκώνει την ουρά. Το ύψος του σωρού με τις πέτρες αυξομειώνεται με πρόσθεση ή αφαίρεση, ανάλογα με το ύψος του αγοριού που συνουσιάζεται με το ζώο.»
Οταν όλα τα αγόρια της ομάδας τελειώσουν την πράξη τους, ακολουθούν συζητήσεις και σχόλια για τον τρόπο που ακολούθησε καθένας και τις εντυπώσεις του. Το ενδιαφέρον είναι ότι παρά τη μυστικότητα που συνοδεύει αυτές τις δραστηριότητες, διαπιστώνουμε μια σιωπηλή συνενοχή μεταξύ των αγοριών και των ενήλικων ανδρών του χωριού. Τα αγόρια σκοπίμως αποφεύγουν να διαλύσουν το βουναλάκι με τις πέτρες, έτσι ώστε να μείνει ως τεκμήριο της σεξουαλικής «μύησής» τους.
Οι ερμηνείες για την ιδιαίτερη προτίμηση στη γαϊδούρα ποικίλλουν. Υπάρχει μια προφορική παράδοση, σύμφωνα με την οποία η συνουσία με γαϊδούρα δυναμώνει και μεγαλώνει το πέος, το κάνει να μοιάζει μ’ αυτό του γαϊδάρου. «Υποστηρίζουν ακόμα ότι η γαίδούρα είναι το ιδανικό ζώο γι’ αυτού του είδους την εμπειρία, επειδή ο κόλπος της είναι ζεστός και υγρός. Τα μεγαλύτερα αγόρια εξηγούν στα νεότερα ότι η συνουσία μ’ ένα τέτοιο ζώο είναι μια πράξη υπέρτατου ανδρισμού. Υποστηρίζουν επίσης ότι αυτή η εμπειρία σού επιτρέπει να ξεπεράσεις κάθε σεξουαλικό πρόβλημα που μπορεί να συναντήσεις με τις γυναίκες: ακόμα και η πιο γριά και άσκημη γυναίκα θα είναι πάντα περισσότερο ελκυστική από το ζώο. Η γαϊδούρα είναι ‘η πρώτη γυναίκα’ του άνδρα, εξηγούν τα νεαρά αγόρια.»
Αυτές οι πρακτικές της ομαδικής κτηνοβασίας και της ομοφυλοφιλίας εμφανίζονται κατά τη διάρκεια των διακοπών του σχολείου, τους ζεστούς μήνες του καλοκαιριού και εξαφανίζονται με τις πρώτες βροχές. Οριστικά σταματά η κτηνοβατική πρακτική με το πέρασμα στη ζωή του ενήλικου. Η μόνη προβλεπόμενη παλινδρόμηση παρατηρείται κατά τη διάρκεια της θητείας. Αλλά τότε μιλάμε μόνο για περιπτώσεις ατομικής κτηνοβασίας που πρέπει να αποδοθούν στην απομόνωση και τη στέρηση.
Οσο περνούν τα χρόνια, και αστικοποιείται η ύπαιθρος, η πράξη της ομαδικής κτηνοβασίας σπανίζει, οι τελετές αυτές παραμένουν ως συμβολικές μορφές και στο τέλος καταλήγουν παιχνίδια σαν όλα τα άλλα, απογυμνωμένα από την πρώτη τους σημασία. Θα μείνουν μόνο κάποιες «ακατανόητες» λεπτομέρειες σ’ αυτά τα παιχνίδια, να μας θυμίζουν την προέλευσή τους.

Ο έρως πόδια δεν κοιτά

Η μελέτη της Marie-Christine Anest επισημαίνει ότι η γαϊδούρα είναι το ζώο που χρησιμοποιείται πιο συχνά από όλα τα άλλα στις κτηνοβατικές τελετές των παιδιών κατά τη σεξουαλική μύηση. Είναι, άλλωστε, γνωστή η σχέση του ζώου με τις αποκριάτικες παραδόσεις. Ομως και άλλα ζώα κινδυνεύουν να δεχθούν ανάλογη μεταχείριση από τις παρέες των παιδιών της μεσογειακής υπαίθρου. Η συγγραφέας εντόπισε περιοχές της Κύπρου, ιδιαίτερα κοντά στην Πάφο, όπου προτιμάται η γουρούνα.
«Η συνουσία με μια γουρούνα είναι ένα εγχείρημα ιδιαιτέρως δύσκολο και καμιά φορά επικίνδυνο. Αυτή η πράξη απαιτεί την εκμάθηση μιας πολύ λεπτής τεχνικής: ένας κακός χειρισμός ή μια παράβαση των τεχνικών αυτών κανόνων βάζει το αγόρι σε κίνδυνο, πολλές φορές θανάσιμο. Ακολουθείται η εξής τεχνική. Η ομάδα των αγοριών πρέπει να προμηθευθεί μεγάλη ποσότητα αλεύρι (ένα προϊόν, το οποίο διατίθεται εύκολα στις αγροτικές περιοχές, όπου κάθε σπίτι έχει το δικό του απόθεμα, για την παρασκευή του ψωμιού). Εφοδιασμένη με ένα μεγάλο τσουβάλι αλεύρι, βάρους τριάντα κιλών, η παρέα μπαίνει το βράδυ στο χοιροστάσιο. Πρώτα πρώτα εντοπίζουν μια γουρούνα που φαίνεται ότι θα αποδεχθεί την πράξη. Γι’ αυτό το σκοπό η παρέα θέτει τις γουρούνες σε δοκιμασία: ένα αγόρι παρασκευάζει ζύμη, βρέχοντας με νερό το αλεύρι, και το δίνει στη γουρούνα που υφίσταται τη δοκιμασία. Ταυτόχρονα, ένα άλλο αγόρι αγγίζει το ζώο στα γεννητικά του όργανα: αν το ζώο αποδέχεται το χάιδεμα, συνεχίζουν να το ταϊζουν με το ζυμάρι και τα αγόρια περνούν διαδοχικά στη δράση. Αν η γουρούνα αντιδράσει, δοκιμάζουν με την επόμενη.»
Τα παιδιά πρέπει να προσέχουν να μην έχουν στην πλάτη τους τοίχο, διότι καμιά φορά το ζώο αρχίζει να συμμετέχει δραστήρια στην πράξη, και σπρώχνει προς τα πίσω. Αυτή η αντίδραση μπορεί να έχει μοιραίες συνέπειες, διότι το ζώο κατά μέσο όρο ζυγίζει εκατόν πενήντα κιλά. Την τελετουργική σημασία της πράξης διαπίστωσε η ερευνήτρια στην Πάφο, όπου τα αγόρια δεν πλένονται μετά την πράξη και πηγαίνουν αμέσως στο καφενείο του χωριού. Η έντονη μυρωδιά προκαλεί όπως είναι φυσικό την αντίδραση των μεγαλύτερων θαμώνων: «Τι συμβαίνει σήμερα στο καφενείο; Μυρίζει γουρουνίλα!», λέει κάποιος ενήλικος. Επισφραγίζεται έτσι έμμεσα η διάβαση των αγοριών στο χώρο των μεγάλων, χωρίς να γίνει καμιά αναφορά στην κτηνοβατική πράξη.
Το τρίτο ζώο που επιλέγεται στις ομαδικές αυτές τελετές είναι η αγελάδα. Αντίθετα η κατσίκα και η προβατίνα χρησιμοποιούνται κυρίως σε ατομικές πράξεις κτηνοβασίας. Η συνουσία με την κατσίκα θεωρείται πολύ δύσκολη, εξαιτίας ανατομικών λεπτομερειών. «Μόλις αισθανθεί επαφή με το σεξουαλικό όργανο του αγοριού, η κατσίκα τεντώνεται και συστέλλεται ‘κάνοντας γέφυρα’, σε μια στάση αντίθετη από τη λόρδωση. Οι μεγαλύτεροι συμβουλεύουν τους νεότερους με ποιο τρόπο θα αποφύγουν τη δυσκολία, αλλά το εγχείρημα εξακολουθεί να είναι πολύ λεπτό και απαιτεί εμπειρία.» Παραμένει ωστόσο η κατσίκα το κοντινότερο ανατομικά ζώο προς τον άνθρωπο. Η αποφυγή της επαφής με την κατσίκα οφείλεται εν μέρει και στον λανθάνοντα φόβο ότι μπορεί να μείνει έγκυος και να γεννηθεί κάποιο τέρας. Η Marie-Christine Anest αναφέρει κάποιο επεισόδιο με ένα αγόρι που πείσθηκε από τους φίλους του ότι η κατσίκα με την οποία είχε μόλις έρθει σε επαφή θα γεννήσει ένα κατσίκι με ανθρώπινο κεφάλι, το οποίο μάλιστα θα του μοιάζει! Πανικόβλητο το παιδί δηλητηρίασε την κατσίκα για να προλάβει το σκάνδαλο.
Στην περιοχή της Σολιάς (κοντά στη Λευκωσία), η Anest διαπίστωσε ότι υπάρχει διαδεδομένη άποψη ότι πρέπει κανείς να δοκιμάσει με όλα τα δυνατά ζώα, αγελάδες, γαϊδούρες, κατσίκες, γάτες, ακόμα και με πουλερικά. «Τα παιδιά του χωριού είχαν μαζευτεί στο μαγαζί ενός νεαρού ράφτη και αντάλλασσαν κτηνοβατικές εμπειρίες. Ο οικοδεσπότης συνειδητοποίησε ότι είχε φτάσει σε ηλικία 18 ετών και δεν είχε ακόμα συνουσιαστεί με κότα. Απέναντι από το ραφτάδικο υπήρχε την εποχή εκείνη ένα μαγαζί που πουλούσε ζωντανές κότες. Ενα από τα αγόρια πήγε αμέσως και του αγόρασε την μεγαλύτερη κότα. Ο ράφτης, αφού έκανε την πράξη ενώπιον όλων των αγοριών, θυσίασε το ζώο και το σούβλισε για να το φάει η παρέα. Είναι ενδιαφέρον να σημειώσουμε ότι πρόκειται για το μοναδικό είδος που σκοτώνεται μετά τη συνουσία.»
Οσο για τη γάτα, κι αυτή έχει ιδιαίτερες δυσκολίες. «Στην Κρήτη τα παιδιά παίρνουν μια μπότα από δέρμα και σπρώχνουν τη γάτα στο βάθος, μέχρι που να μένουν έξω μόνο τα οπίσθια και η ουρά της.»
Η γαλλίδα εθνολόγος θυμίζει ότι η ερωτική σμίξη του ανθρώπου με τα ζώα είναι συστατικό στοιχείο της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας. Ο Ζευς ταύρος, Η Λητώ λύκαινα, ο Μινώταυρος, οι Κένταυροι, κλπ. Η λατρεία του Διονύσου στηρίζεται στην ύπαρξη αυτών των όντων που είναι μισά άνθρωποι και μισά ζώα. «Ο Διόνυσος εμφανιζόταν στις καλλιεργημένες πεδιάδες, κάτι ανάμεσα στην αγριότητα και τον πολιτισμό, και εισέβαλλε στα χωράφια με το σιτάρι της Δήμητρας. Με τρόπο αρκετά ανάλογο, τα αγόρια των περιοχών που μελετήσαμε, αφήνουν ελεύθερη τη γαϊδούρα με την οποία έχουν συνουσιαστεί, με σκοπό να προκαλέσουν αταξία και να υποδηλώσουν με κάποιο τρόπο την πράξη τους.»

Πώς συγχωρείται το αμάρτημα της κτηνοβασίας

Μια έμμεση επιβεβαίωση των θεωριών της Marie-Christine Anest ότι η ομαδική κτηνοβασία συμπεριλαμβάνεται στις παραδοσιακές ελληνικές τελετές μύησης του αγοριού στον κόσμο των αντρών έχουμε και από τους κανόνες της εκκλησίας μας. Ο Κανών ΙΣΤ’ της Εν Αγκύρα Τοπικής Συνόδου, η οποία συνήλθε το έτος 315, διακρίνει σαφώς τους ανήλικους από τους ενήλικους κτηνοβάτες. Τους πρώτους τους αντιμετωπίζει με σχετική επιείκια, ενώ τους δεύτερους με αυστηρότητα. «Οσοι έπεσαν ή πίπτουν εις αμαρτίαν με τα άλογα ζώα, και έπραξαν την λεγομένην κτηνοβατίαν, προστάζει ο παρών Κανών να μη κανονίζονται όλοι παρόμοια, αλλ’ εκείνοι μεν οπού ήμαρτον με αυτά μερικές φορές, προ του να γένουν είκοσι χρόνων, και χωρίς να έχουν γυναίκας, ούτοι δεκαπέντε χρόνους να κάμουν εις τον τόπον των υποπιπτόντων, και πέντε χρόνους να στέκονται μαζύ με τους πιστούς εν τη Εκκλησία συμπροσευχόμενοι, και μετά ταύτα να μεταλαμβάνουσι. Πρέπει δε να εξετάζεται και η εν τη μετανοία ζωή αυτών, και ει μεν με θερμότητα μετανοούν, να κανονίζονται συγκαταβατικότερα, ει δε αμελώς, να μη λαμβάνουσι καμίαν συγκατάβασιν. Εάν δε ούτοι πολλότατες φορές και με υπερβολήν έπεσαν εις την άλογον ταύτην αμαρτίαν της κτηνοβατίας, ας κάμνουν εις τους υποπίπτοντας χρόνον μακρόν. Και ούτοι μεν έτσι συγκαταβατικά να κανονίζονται, και διά την νεαράν ηλικίαν των, κατά την οποίαν ανάπτει η της επιθυμίας φλοξ, και δια την αφροσύνην αυτών. Εκείνοι δε οπού, και υπέρ τους είκοσι χρόνους της ηλικίας όντες, και γυναίκες έχοντες, εις το μιαρόν αυτό αμάρτημα έπεσαν, εικοσιπέντε χρόνους μεν ας υποπίπτουν, και πέντε χρόνους δε ας συμπροσεύχονται με τους πιστούς, και ούτω μετά τους τριάκοντα χρόνους αυτούς ας μεταλαμβάνουν. Εκείνοι δε οπού υπέρ τους πεντήκοντα χρόνους όντες, και γυναίκας έχοντες, εις κτηνοβατίαν έπεσαν, μόνον εις τον θάνατόν τους ας μεταλαμβάνουν, και όχι άλλην φοράν. Ουδεμίαν γαρ αιτίαν έχουσιν ούτοι να προφασισθούν ως οι ανωτέρω, ούτε το νεαρόν της ηλικίας, ούτε το αστήρικτον του φρονήματος.» («Πηδάλιον. Απαντες οι Ιεροί και Θείοι Κανόνες.» εκδ. Αστήρ, Αθήναι 1957)

Ερωτικά παρατράγουδα

Ερμα γαϊδούρια. Η σποραδική παρουσία τους στην προφορική παράδοση έχει να μαρτυρήσει πολλά για τον πρωτεύοντα ρόλο που τους ανέθεταν οι παραδοσιακές κτηνοβατικές πρακτικές ή/και φαντασιώσεις. Στη Θεσσαλία, για παράδειγμα, η Marie-Christine Anest παρατήρησε ότι οι σχετικές αναφορές των ερωτικών δημοτικών τραγουδιών παραπέμπουν σε αλλοτινές ομαδικές κτηνοβατικές δραστηριότητες, οι οποίες μάλιστα αποδίδονται σε ιερωμένους:
Τρεις παπάδες τρία αγγούρια
κυνηγούσαν μια γαϊδούρα.
Δω την έχουν κει την έχουν
μες στο ρέμα την κατέχουν.
Στέκα βρε ευλογημένη
που είναι η πούτσα καυλωμένη
άμα παρ’ και ξεφουσκώσει
ποιος αδειάζ’ να στο χώσει;
Γνωστό σε ευρύτερη περιοχή, το τραγούδι συναντάται και στην Εύβοια. Στην παραλλαγή αυτή, διώκτης του δύσμοιρου ζώου εμφανίζεται ο τούρκος κατακτητής:
‘Νας πασάς από του Τάρα
κυνηγάει μια γαϊδάρα.
Δω την έχει, κει την έχει
μες στο ρέμα την παντέχει.
Στάσου, στάσου γαϊδουρίτσα
να σου βάλω κουμπουρίτσα.
(«Γαμοτράγουδα δημοτικά. Ανθολογία», εκδόσεις «Κείμενα», Αθήνα 1981).
Η εκμετάλλευση του καρτερικού τετράποδου δεν εξαντλείται πάντως στην άμεση σεξουαλική κακοποίησή του. Τα γαϊδούρια προσφέρονται, όπως φαίνεται, και σε (λιγότερο ή περισσότερο) μεταφορικές χρήσεις, οι οποίες κατά έναν παράδοξο τρόπο δεν χάνουν ποτέ τις σεξουαλικές τους συνδηλώσεις. Χαρακτηριστικά τα δύο παραδείγματα που ακολουθούν, το πρώτο από την Ηπειρο, το δεύτερο από την Πελοπόννησο:
Γάιδαρος επέρασε
και δεν εκαλημέρισε
έπεσε η μαχαίρα του
γαμώ τη θυγατέρα του.
Επίσης:
Του Μηνά το γαϊδουράκι
βρίσκεται στο βουναλάκι.
Πάει ο Μηνάς ψάχνοντας
κ’ η Μηνού και κλαίγοντας.
-Σώπα, Μηνού, μην κλαίς
τόπαθαν κι άλλες πολλές
κ’ αν ψόφ’σε το γαϊδούρι
για δικό σου το χουζούρι
κάνεις την προβιά του γούνα
και τ’ αρχίδια του κουδούνα
και την πούτσα του σουραύλι
να την παίζεις κάθε βράδυ.
Η παραδοσιακή αυτή σχέση με τα γαϊδούρια πρέπει να υπήρξε ιδιαίτερα έντονη, καθώς απηχήσεις της συναντώνται ακόμη σήμερα. Ενδεικτικοί είναι οι σατιρικοί στίχοι που αποθησαύρισε η Μαίρη Κουκουλέ στη Λέσβο το 1985:
Καμπόσ’ πάλι που δεν μπορούν για να πληρώσουν κούρες.
πηγαίν’ στον περίπατο και πιάν’ ν’ πα’ στις γαϊδούρες!
——
Από κάτ’ ‘πο την καμάρα
μαγκώ τ’ μουλάρ’, μαγκώ τ’ γαϊδάρα
γαμώ τ’ μλαρ…
(«Νεοελληνική Αθυροστομία», εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 1988)
Στον πρώτο τόμο του ίδιου έργου, η Κουκουλέ περιλαμβάνει και το ακόλουθο δημοτικό από την Κρήτη:
Ο παπάς, ο Παπαντώνης, τη γαϊδάρα του ζυγώνει
στ’ ανεβόλεμα την πιάνει και στο χύμα της τη βάνει
κι η γαϊδούρα τζοπατεί κι ο παπάς καλά κρατεί
ψ… ψ… παντέρμη κι η ψωλή μου παραπαίρνει.
Αλλά και σε μια πασίγνωστη νεοελληνική έκφραση η επιλογή του (θηλυκού) ζώου δεν είναι συμπτωματική, ενώ και πάλι η μεταφορική χρήση δεν αναιρεί την άκρως προβληματική προέλευση του «αστεϊσμού». Τι λέγεται για κάποιον που επιμένει πολύ να επιτύχει κάτι, αδιαφορώντας αν γίνεται φορτικός στους γύρω του; Μα είναι απλό και αναμενόμενο: «Αυτός γκαστρώνει γαϊδούρα στον ανήφορο!».

ΟΙ ΜΕΝ ΚΑΙ ΟΙ ΔΕ

ΜΑΚΡΙΑ ΓΑΙΔΟΥΡΑ. Σκοπός: Οι παίχτες της κάθε ομάδας προσπαθούν να μείνουν όσο το δυνατόν περισσότερο στην πλάτη της άλλης ομάδας. Πώς παίζεται: Οι παίχτες χωρίζονται σε δύο ομάδες. Ο αρχηγός της πρώτης ομάδας στέκεται με την πλάτη στον τοίχο και κρατάει από τους ώμους έναν παίχτη της ομάδας του, ο οποίος είναι σκυμμένος με το πρόσωπο προς τον αρχηγό. Οι υπόλοιποι παίχτες της ομάδας κάθονται σκυμμένοι ο ένας πίσω από τον άλλο, πίσω από τον πρώτο παίχτη, και κρατιούνται γερά από τη μέση. Ο αρχηγός της άλλης ομάδας παίρνει φόρα και πηδάει καβαλικευτά όλη την ομάδα, προσπαθώντας να κάτσει όσο το δυνατόν πιο κοντά στον αρχηγό, έτσι ώστε να υπάρχει χώρος για όλους τους παίχτες της ομάδας του. Οι υπόλοιποι παίχτες κάνουν το ίδιο. Αν χωρέσουν όλοι και κανένας δεν ακουμπήσει το πόδι του κάτω, όσο είναι καθισμένοι στην πλάτη της άλλης ομάδας, τότε κερδίζουν. Μετά το παιχνίδι επαναλαμβάνεται με την άλλη ομάδα να κάνει τη «γαϊδούρα». (Μάρως Καλογέρη «Το αλφαβητάρι των παιχνιδιών», εκδ. Δίαυλος, Αθήνα 1996)

ΞΥΛΟΓΑΙΔΑΡΑ. Το παίζουν στην Κρήτη πολλά παιδιά. Πρέπει πρώτα να μοιραστούν σε δυο ομάδες. Επειτα φτιάχνει η πρώτη ομάδα έναν κύκλο με πιασμένα τα χέρια από τους ώμους, το πρόσωπο προς το κέντρο όλα τα παιδιά και με το κεφάλι λίγο σκυμμένο. Ενα παιδί από την ομάδα κρατεί από τη μια άκρη ένα σχοινί δυο μέτρα μακρύ. Την άλλη άκρη την κρατεί ο φύλακας, ένα ελεύθερο, έξω από τον κύκλο παιδί («να φυλάει από πήδους»). Γυρίζει ο φύλακας ολόγυρα στον κύκλο, προσέχει και προσπαθεί να αγγίξει κανένα παιδί της άλλης ομάδας που και αυτή πάλι κάνει ό,τι μπορεί για να καβαλικέψει τα σκυμμένα παιδιά του κύκλου. Αμα ο φύλακας κατορθώσει να αγγίξει κάνενα, πριν κατορθώσει να καβαλικέψει, χάνει η δεύτερη ομάδα και κάνει αυτή τώρα τον κύκλο. Είναι όμως σπάνιο να προλάβει ο φύλακας. Δεν είναι εντελώς ελεύθερος στις κινήσεις του. Δεν μπορεί να ξεμακρύνει περισσότερο από το μάκρος του σχοινιού. Γι’ αυτό πηδούν σιγά σιγά τα παιδιά της δεύτερης ομάδας στις πλάτες των σκυμμένων παιδιών της πρώτης. Μα και τώρα δε χάνεται κάθε ελπίδα. Οσοι είναι καβάλα, κάποτε κουράζονται και ξεσέρνουν κάτω. Πατούν λοιπόν στη γή και τότε έχει ευκαιρία να τους «χτυπήσει» ο φύλακας και ν’ απαλλάξει τους συντρόφους του. Επίσης κάνουν πολλές φορές τον παλικαρά και πηδούν κάτω για να ξανακαβαλικέψουν. Και τότε βρίσκει την ευκαιρία να τους «χτυπήσει» ο φύλακας. (Δημ.Λουκόπουλου «Ποια παιγνίδια παίζουν τα ελληνόπουλα».)

ΧΑΜΟΥΚΑΚΙ. Με αυτό το όνομα παίζεται στο Δομοκό το ίδιο παιχνίδι, με μόνη διαφορά, πως ο φύλακας δεν κρατεί σχοινί (στο ίδιο).

ΟΡΘΟΠΟΥΛΙΑ. Στην Τοπόλια της Παρνασσίδας παίζεται μ’ αυτό το όνομα. Εδώ, αν μείνουν σύμφωνοι, καβαλικεύεται και η «μάνα». Κι αυτή προσπαθεί με το ποδάρι να «κάψει» τα παιδιά, που περιτριγυρίζουν στον κύκλο να καβαλικέψουν. (στο ίδιο)

ΑΠΑΝ’ ΚΑΒΑΛΑ. Είναι το όνομα του ίδιου παιχνιδιού στην Ακαρνανία. «Θα μπει από κάτω», λένε για την ομάδα που κάνει τον κύκλο και σκύβει. «Θα τα σκύψει», λένε για την ίδια ενέργεια στην Τοπόλια. (στο ίδιο)

ΓΚΑΜΗΛΑ. Τα παιδιά (αγόρια πάντα) χωρίζονται σε δυο ομάδες. Η «μάνα» της ομάδας που «τα φυλάει», κάθεται σε ένα σκαλοπάτι. Τα παιδιά της ομάδας της με το μέτωπο προς τη «μάνα» μπαίνουν το ένα πίσω από το άλλο και πιάνονται γερά περνώντας τα μπράτσα τους ολόγυρα στη μέση του μπροστινού τους. Το πρώτο παιδί της αράδας ακουμπάει τα χέρια του στα γόνατα της «μάνας» όπου και στηρίζεται, ενώ όλα τα παιδιά πίσω του σκύβουν ακουμπώντας το στήθος τους στις πλάτες του μπροστινού τους, έτσι που να σχηματίζουν μια γέφυρα.
Μόλις δοθεί το σύνθημα, τα παιδιά της αντίπαλης ομάδας έχοντας μπροστά τον πιο επιδέξιο και ευκίνητο παίχτη, αρχίζουν να πηδάνε στις πλάτες των σκυμμένων παιδιών. Από τη στιγμή που τα παιδιά σκαρφαλώσουν, η καθισμένη «μάνα» αρχίζει και μετράει. «Ενα, δύο, τρία, τέσσερα …δέκα τάλια». Στο διάστημα αυτό, αν κάποιο από τα σκαρφαλωμένα παιδιά ακουμπήσει χάμω το πόδι του «καίγεται» και μαζί του «καίγεται» και η ομάδα του. Οπότε αλλάζουν ρόλους. (Παιχνίδι στο Καστράκι Καλαμπάκας, από το «Ας παίξουμε πάλι», των Μαρούλας Κλιάφα και Ζωής Βαλάση.)

ΚΑΜΗΛΙΤΣΑ. Παραλλαγή της ξυλογαϊδάρας στην Καστοριά και τα Γρεβενά. Η «μάνα» ή «καμηλίτσα» βγαίνει με «λαχμό». (Δημ Λουκόπουλου, ό.π.)

ΚΑΛΑ ΚΑΡΓΙΑ. Το παιχνίδι αυτό παίζεται με οκτώ παιδιά που χωρίζονται σε δυο ομάδες, από τέσσερα στην κάθε μια. Ενα παιδί στέκεται όρθιο με την πλάτη του στον τοίχο, ένα άλλο με το κεφάλι ακουμπισμένο πάνω στην κοιλιά του άλλου που στέκεται όρθιο, κάνει κλίση. Οι άλλοι δυο της ομάδας κάνουν το ίδιο σχεδόν, ο ένας πίσω από τον άλλο. Δηλαδή με το κεφάλι τους ακουμπούν στους γλουτούς του μπροστινού παιδιού. Οι άλλοι τέσσερις πηδούν πάνω στις πλάτες των άλλων όσο πιο δυνατά μπορούν για να φτάσουν το πρώτο παιδί, μέχρι να πηδήσουν όλοι. Οταν κατορθώσουν και καθήσουν όλοι, μέχρι να λυγίσουν τα παιδιά, χωρίς τα πόδια κανενός απ’ αυτούς που είναι πάνω ν’ ακουμπήσουν στο χώμα, η ομάδα των άλλων παιδιών φωνάζει: «Καλά καργιά!» Στην περίπτωση αυτή, η ομάδα που έστηνε παραμένει στη θέση της, τ’ άλλα παιδιά πηδούν πάλι και το παιχνίδι συνεχίζεται. (Πέπης Δαράκη «Ομαδικά παιχνίδια των παιδιών μας», εκδ. Gutenberg, Αθήνα 1994)

ΓΟΥΜΑΡ ΛΟΥΓΚΟΥΡ. (Μακρύ γαϊδούρι) Η φλωρινιώτικη παραλλαγή του παιχνιδιού. Εσκυβαν δύο παίκτες και από πάνω πηδούσαν οι υπόλοιποι φτιάχνοντας ένα μακρύ γαϊδούρι. (Αντιγόνης Τσάμη «Λαογραφικά Μελετήματα», Πρέσπες 1994)

ΔΙΑΒΑΣΤΕ

Δημητρίου Λουκόπουλου «Ποια παιχνίδια παίζουν τα Ελληνόπουλα» (εκδόσεις Α. Ράλλης και Σία, Αθήνα, 1926). Η κλασική πλέον συλλογή των νεοελληνικών παιχνιδιών περιλαμβάνει και περιγράφει δυο παραλλαγές της μακριάς γαϊδούρας.

Μαίρης Κουκουλέ «Νεοελληνική αθυροστομία» (εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 1984, 1986, 1988). Τρίτομη αποθησαύριση της αισχρολογίας στην πεζή και έμμετρη λαϊκή εκδοχή της. Ενδιαφέρουσες αναφορές στην παραδοσιακή κτηνοβασία.

Κωνσταντίνας Μπάδα «Το παιχνίδι στην παραδοσιακή ελληνική κοινωνία» (Στο συλλογικό «Παιδικό παιχνίδι», Εθνογραφικά τόμος 9, Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ιδρυμα, Ναύπλιο 1993). Μια πρώτη προσέγγιση του παιδικού παιχνιδιού στην Ελλάδα ως ιστορικού και κοινωνικού φαινομένου. Η εμπλοκή του κόσμου των ενηλίκων.

Γεωργίου Ρήγα «Σκιάθου λαϊκός πολιτισμός» (τεύχος δ’, παράρτημα περιοδικού «Ελληνικά», Θεσσαλονίκη 1970). Μεγάλο κεφάλαιο για τα παραδοσιακά παιδικά παιχνίδια στη Σκιάθο. Περιλαμβάνει εκτενή περιγραφή της τοπικής παραλλαγής της μακριάς γαϊδούρας που ονομάζεται «Αψ’λές Καμήλις»: «Η μάνα της πρώτης ομάδας κυνηγά τρέχοντας τα παιδιά που κρύφτηκαν, με σκοπό να πιάσει κάποιο, να «μαϊνάρ’ κανένα». Τα παιδιά πάλι που κρύφτηκαν προσπαθούν να βρουν ευκαιρία να πλησιάσουν τα παιδιά της πρώτης ομάδος που στέκονται όρθια στη σειρά και να τα καβαλικέψουν, να τα «μπήξ’νι καβάλα»».

Κ.Κερένυι «Η μυθολογία των Ελλήνων» (μετάφραση Δημήτρη Σταθόπουλου, εκδ. Εστίας, Αθήνα 1984). Πλούσιες αναφορές στις ερωτικές συναντήσεις θεών και ηρώων με όντα του ζωικού βασιλείου.

ΔΕΙΤΕ

Πατέρας αφέντης (Padre padrone) των Πάολο & Βιτόριο Ταβιάνι (1976). Η κλασική ανατομία των εσωτερικών σχέσεων μιας πατριαρχικής οικογένειας του ιταλικού νότου περιέχει και ορισμένες σαφείς αναφορές στην παραδοσιακή μεσογειακή κτηνοβασία.

Τα πάντα γύρω από το σέξ (Everything you always wanted to know about sex) του Γούντι Αλεν (1972). Ανεπανάληπτη κινηματογραφική σάτιρα της σεξολογίας, με επτά διαδοχικά σκετσάκια από τα οποία το ένα είναι αφιερωμένο στην κτηνοβασία. Στο ρόλο του («αρμένιου») κτηνοβάτη, ο δικός μας Τίτος Βανδής.

(Ελευθεροτυπία, 12/10/1997)

Πραγματικά έπαθα πολιτισμικό σοκ διαβάζοντας αυτό το άρθρο για τις άκρως πρωτόγονες πρακτικές των προγόνων μας. Εγώ το μόνο που ήξερα ως τώρα ήταν ο ομαδικός αυνανισμός που γινόταν παλιά στις παρέες των αγοριών με νικητή αυτόν που θα το πετούσε πιο μακριά, και το μέτρημα των πεών στις παρέες. Αξιόλογη η έρευνα πάντως. Αν δεν ήταν κι αυτοί από το εξωτερικό εμείς θα κάναμε άραγε τίποτα τέτοιο;

Advertisements