Helix aspersa μαζεμένα το καλοκαίρι σε φάση νάρκης


2 άτομα helix aspersa


helix aspersa και eobania vermiculata στη λεκάνη με μαρουλόφυλλα

eobania vermiculata στη λεκάνη


σύγκριση helix aspersa (κάτω) και eobania vermiculata (πάνω) απ'την πάνω μεριά


σύγκριση helix aspersa (πάνω) και eobania vermiculata (κάτω) απ'την κάτω μεριά

Ήρθε και φέτος η εποχή των σαλιγκαριών και σήμερα μαζέψαμε τα πρώτα σαλιγκάρια, κι αν δεν τα μαζεύαμε σήμερα ίσως παραμελούσα να δημοσιεύσω αυτό το περσινό προσχεδιακό θέμα. Όλες οι φωτογραφίες είναι από πέρσι 2011, όλες την άνοιξη, τότε δηλαδή που αρχίζαμε να τα μαζεύουμε, εκτός από την πρώτη, που έγινε το καλοκαίρι.

Και δε θ’αρχίζαμε να μαζεύουμε αν εγώ δεν εξέφραζα την επιθυμία να φάω σαλιγκάρια. Είχα πάρα πολύ καιρό να φάω, το μόνο που είχα δοκιμάσει παλιά δε μ’άρεσε καθόλου. Επειδή όμως δεν αγόραζε ούτε μάζευε κανείς από την οικογένεια, μάλλον γιατί το είχαν ξεχάσει, αποφάσισα πέρσι ναπάω να μαζέψω μόνος μου. Τελικά βρήκα πολλά, και μου τα μαγείρεψαν. Ήταν από τα πιο νόστιμα μαλάκια που έφαγα! Συνέχιζα να μαζεύω εκείνες τις μέρες, και μετά αγοράσαμε μια φορά. Τον υπόλοιπο χρόνο δεν έτυχε να ξαναφάμε. Μαζέψαμε πάλι ξανά φέτος, μπορεί ως και 5-7 κιλά μαλάκια, και αυτή τη στιγμή έχουν μαγειρευτεί.

Θά’θελα να τά’τρωγα πολύ συχνότερα, αλλά δε γίνεται εύκολα, πρώτον γιατί να τ’αγοράσεις είναι πανάκριβα, δεύτερον να τα μαζέψεις είναι δυσεύρετα, ιδίως αν ζεις σε πόλη, και τρίτον ακόμα κι αν έχεις μεγάλη ποσότητα, αγοραστή ή συλλεγμένη, ο όγκος και το βάρος είναι ψευδαίσθηση αφού μεγάλο μέρος είναι κέλυφος. Παρόλα αυτά υπερέχουν έναντι του συμβατικού κρέατος σε πολλά σημεία, και είναι πραγματικά απορίας άξιο γιατί δεν τρώγονται ευρέως. Εδώ θα πείτε ότι και τα υπόλοιπα μαλάκια και ασπόνδυλα υπερέχουν του κρέατος, αλλά πάλι δεν τα τρώμε. Έχω την ίδια άποψη με τους επιστήμονες, ότι δηλαδή οι κοινωνίες μας, εφόσον έχουν σταθερή τροφή από τα εξημερωμένα ζώα, τα οπληφόρα μηρυκαστικά/μουγγανιστά/τρομώδη και τα γνωστά, δε στηρίζονται τόσο στα ασπόνδυλα για την επιβίωση τους. Μάλιστα σε ορισμένες περιπτώσεις η προστασία της παραδοσιακής κτηνοτροφικής οικονομίας έχει πάρει τόσο ακραίο χαρακτήρα ώστε να θεωρείται αμαρτία η κατανάλωση άλλων ζώων, όπως
στον εβραϊσμό.
Σήμερα όμως, που γνωρίζουμε πλέον τις επιπτώσεις της μαζικής εκτροφής και κατανάλωσης ζώων και στην υγεία μας και στο περιβάλλον, θά’ταν καλό να στρεφόμασταν προς τα μαλάκια και παρόμοιες ζωικές μορφές ως πηγή πρωτεΪνών. Την άποψή μου περί μαλακίων θα πρέπει ν’αναπτύξω σ’άλλο θέμα.

Τα σαλιγκάρια λοιπόν είναι από τα νοστιμότερα μαλάκια. Για όσους δεν έχουν φάει ή δε δοκιμάζουν νομίζοντας ότι είναι κάτι σαν μυξώδη κομμάτια έχω να πω ότι είναι εντελώς λάθος. Η μύξα παράγεται στην επιφάνεια του μαλακίου, και το μαγειρεμένο σαλιγκάρι δεν έχει καθόλου. Βραστό είναι σαν μια σκληρή, κάπως μαστιχώδη σαν καλαμαράκι μπουκίτσα με γεύση ανάμεσα σε καλαμαράκι και κρέας, ενώ τηγανητό και παναρισμένο είναι σαν μύδι ή καλαμαράκι. Σαλιγκάρια έχω φάει ποικιλοτρόπως μαγειρεμένα – με ρύζι, με κρεμύδια, τιγανητά. Περισσότερο μ’αρέσουν τα βραστά παρά τα τηγανητά, που μου φαίνονται όλο πανέ και λίγο κρέας.

Για να μαγειρευτούν όμως και να φαγωθούν τα σαλιγκάρια θα πρέπει να περάσουν από κάποια προετοιμασία, ώστε να καθαριστεί το πεπτικό τους σύστημα από τυχόν τροφές και απορρήματα. Συνήθως τα βάζουν σε βρεγμένο αλεύρι για 1-2 βδομάδες, για να το τρώνε και να βγάζουν συγχρόνως ό,τι είχαν πριν. Άλλοι τα περνούν από μια περίοδο νηστίας για ν’αδειάσουν πλήρως το πεπτικό τους σύστημα, είτε χωρίς να τα βάλουν στο αλεύρι είτε μετά το αλεύρι, άλλοι τα μαγειρεύουν αμέσως μετά το αλεύρει. Τα αδρανοποιημένα σαλιγκάρια το καλοκαίρι που έχουν κλεισμένο το άνοιγμά τους με το επίφραγμα δε χρειάζονται καμία επεξεργασία, γιατί έχουν ήδη αδειάσει το πεπτικό τους σύστημα πριν ναρκωθούν (αβόσκητα). Το μόνο που πρέπει να γίνει μ’αυτά, όπως και με τ’αγορασμένα ή αυτά που παρέμειναν για λίγο καιρό συλλεγμένα, είναι να διαβεβαιώσετε πως είναι ζωντανά. Τα νεκρά σαλιγκάρια δε κινούνται, μπορεί ο όγκος του σώματος να μειωθεί, σκουραίνουν και βρωμάνε. Αυτά θα πρέ΄πει να πετιούνται, γιατί μπορεί να προκαλέσουν δηλητηρίαση σ’όποιον τα φάει. Όλα τα σαλιγκάρια θα πρέπει να πλένονται καλά πριν μπουν στο αλεύρι ή μαγειρευτούν.

Εμείς ωστόσο χρησιμοποιούμε μια πιο άμεση μέθοδο καθαρισμού. Αφού τα πλείνουμε, τα βράζουμε αμέσως ώστε να θανατωθούν, και μετά τα βγάζουμε από το κέλυφος και κόβουμε το σάκο με τα όργανα που βρίσκεται στο εσωτερικό του οστράκου, πάνω απ’το κεφάλι, έτσι μένει μόνο το κρέας.

Εδώ έχω να κάνω μια μικρή σημείωση. Τα σαλιγκάρια όπως και τα περισσότερα ασπόνδυλα δεν έχουν τόσο σύνθετο νευρικό σύστημα για να καταλαβαίνουν πόνο, φόβο ή άλλα συναισθήματα. Είναι ζώα που λειτουργούν σχεδόν αντανακλαστικά, και επομένως η θανάτωσή τους μ’αυτόν τον τρόπο δε θεωρείται απάνθρωπη πράξη.

Όπως τα περισσότερα μαλάκια, έτσι και τα σαλιγκάρια είναι πλούσια σε πρωτεΐνη και χαμηλά σε λιπαρά, περίπου 15% πρωτεΐνη, 2,4% λίπος, και 80% νερό, με το εναπομείναν μικρό ποσοστό ν’αποτελειται από λοιπά θρεπτικά στοιχεία. Από τα λιπαρά τους το 75% περίπου αποτελούν ακόρεστα, ενώ περιέχουν τα δύο απαραίτητα λιπαρά οξέα λινελαΪκό και λινολενικό. Περιέχουν επίσης σημαντικά ποσοστά ασβεστίου, φωσφόρου και σιδήρου. Εάν τα συγκρίνουμε με τα πιο συμβατικά κρέατα, θα δούμε ότι είναι κατά πολύ υγιεινότερα. Μπορεί πάλι κάποιες ζωικές τροφές να τα ξεπερνούν σε θρεπτική αξία, όμως θεωρητικά απ’την άλλη δε θα καλύπτει κανείς όλες τις διατροφικές ανάγκες του μόνο από σαλιγκάρια.

Η κοχλιοφαγία έχει μεγάλη ιστορία, όσο σχεδόν και η ανθρώπινη. Κελύφη σαλιγκαριών έχουν βρεθεί σε ανασκαφές παλαιολιθικών τοποθεσιών μαζί μ’άλλα ανθρώπινα σκουπίδια, υποδεικνήυοντας ότι οι άνθρωποι τα έτρωγαν. Κατά τους ιστορικούς χρόνους τρώγονταν σ’όλη τη Μεσόγειο, όμως οι Ρωμαίοι ήταν αυτοί που τα ανέδειξαν σε φαγητό πολυτελείας. Ήταν επίσης οι πρώτοι που τα εξέθρεψαν και εξάπλωσαν την κατανάλωσή τους σ’όλη την Ευρώπη. Στην Ασία η κατανάλωσή τους έχει επίσης την ίδια μακραίωνη ιστορία. Σήμερα οι χώρες με τη μεγαλύτερη παγκόσμια κατανάλωση είναι η Γαλλία, η Ιταλία και η Ισπανία. Στην Ελλάδα τα τρώμε, όμωςόχι τόσο πολύ στην Ηπειρωτική χώρα, παρά στην Κρήτη, όπου μπορούμε να τα χαρακτηρίσουμε τοπικό τους φαγητό, και αν κάποτε ανεξαρτητοποιηθούν (υπάρχουν κάποιοι ακραίοι που το ζητούν), εθνικό. Εκεί τρώγονται μ’όλους τους πιθανούς τρόπους και λέγονται «χοχλιοί», εκ του αρχαιοελληνικού «κοχλίας». Μάλιστα σε μερικά χωριά όπως στη Βλαχερωνίτισσα και το Αρχοντικό γίνεται ετησίως γιορτή σαλιγκαριού. Τέτοιες γιορτές γίνονται και σε κάποια μέρη της Ηπειρωτικής Ελλάδας, όπως στη Βαθή του Κιλκίς.

Σήμερα πλέον τα σαλιγκάρια καλλιεργούνται μαζικά. Η επιχείρηση θεωρείται ιδιαίτερα προσοδοφόρος, μιας και η τιμές πώλησης είναι πολύ υψηλές. Για παράδειγμα δεν είναι σπάνιο να βρείτε στη λαΪκή να πουλάνε 8 ευρώ το κιλό, και σ’εστιατόρια 40 ευρώ τη μερίδα. Συνήθως καλλιεργούνται σε μια μεγάλη περιφραγμένη με ιδικό δίκτυ έκταση, όπου μέσα φυτεύονται διάφορα φυτά τα οποία τρώνε, κι όλο το μέρος αρδεύεται για να παραμένουν ενεργητικά. Ταϊζονται επίσης και με συμπληρωματικές τροφές βασισμένες στα δημιητριακά. Δε χρησιμοποιούνται τοξικές ουσίες, μιας και τα μαλάκια είναι ιδιαίτερα ευάλωτα. Το καλοκαίρι κι ο χειμώνας είναι περίοδοι ανάπαυλας. Σκεφτείτε πόσα μαλάκια μπορεί να παραγάγει μια τέτοια εγκατάσταση. Καλλιεργούνται επίσης και σε κλειστούς χώρους σαν θερμοκήπια. Στην Ελλάδα σχετικά πρόσφατα ξεκίνησαν τέτοιες εκτροφές, κι όποιος επιχειρηματίας πρόκειται να ξεκινήσει επιδοτείται με μεγάλο ποσό από το κράτος.

Τώρα προχωρώ στο δεύτερο κομμάτι της δημοσίευσης, όπου θα παρουσιάσω περιληπτικά τα κοινότερα εδώδιμα είδη. Τα είδη που τρώγονται είναι περίπου 30 παγκοσμίως, κι αυτό δε σημαίνει ότι τα υπόλοιπα είναι επικίνδυνα, απλώς ότι είτε είναι μικροσκοπικά, είτε σκληρά, ή δυσεύρετα. Απ’αυτά μας ενδιαφέρουν περισσότερο είδη της οικογένειας των ελικιδών (helicidae). Η οικογένεια αυτή περιλαμβάνει τα γνωστά ελικοειδή σαλιγκάρια που μας έρχονται στο μυαλό μόλις ακούμε τη λέξη «σαλιγκάρι». Η ομάδα των σαλιγκαριών, των γυμνοσαλιάγκων και των πεταλίδων ταξινομικά λέγεται γαστερόποδα μαλάκια (gastropoda).

Γενικά τα σαλιγκάρια αυτής της οικογένειας που μας ενδιαφέρουν είναιαρκετά μεγάλα, αποκλειστικά φυτοφάγα κι ερμαφρόδιτα. Κάθε άτομο έχει όργανα και των δύο φύλων, αλλά συνήθως δε μπορεί ν’αυτογονιμοποιηθεί, θα πρέπει πάλι να ζευγαρώσουν δύο.Τα περισσότερα είδη της οικογένειας, και όλα απ’όσα μας ενδιαφέρουν, χρησιμοποιούν πριν το ζευγάρωμα τα λεγόμενα ερωτικά βέλη, μικρά αιχμηρά ασβεστώδη καρφάκια που πετούν το ένα στ’άλλο. Ίσως απ’αυτό να επηρεάστηκαν οι αρχαίοι ώστε να νομίζουν ότι ο Έρωτας χτυπάει τα θύματά του με βέλη. Θάβουν τ’αβγά τους ρηχά στο έδαφος την άνοιξη ή και το φθινόπωρο απ’όπου βγαίνουν σε λίγες εβδομάδες τα μικρά αντίγραφα των ενηλίκων. Αρχικά έχουν λεπτό κι εύθραυστο κέλυφος, το οποίο ενδυναμώνουν αργότερα, και το αναπτύσσουν εναποθέτωντας συνεχώς νεό υλικό στο άνοιγμα, γι’αυτό το μέρος εκείνο είναι λεπτό κι εύθραυστο. με το τέλος της ανάπτυξης δημιουργούν χαρακτηριστικό χείλος στο άνοιγμα, κι από εκεί και στο εξής το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι επιδιορθώσεις στο εσωτερικό. Έτσι μπορείτε εύκολα να ξεχωρίσετε τα αναπτυσσόμενα από τα πλήρως ανεπτυγμένα και αναπαραγόμενα άτομα και να διαλέξετε τα δεύτερα κατά τη συλλογή. Όπως όλα τα μαλάκια, το όστρακό τους αποτελείται σε μεγάλο ποσοστό από ανθρακικό ασβέστιο, γι’αυτό θα βρούμε σαλιγκάρια κυρίως σε ασβεστούχα εδάφη. Η επίστρωση του κελύφους, που φέρει και το χαρακτηριστικό χρώμα κάθε είδους, είναι οργανική και φθείρεται με τον καιρό, ώστε πολύ παλιά όστρακα να γίνονται λευκά και ξεπλημένα. Για τα εύκρατα είδη η άνοιξη και το φθινόπωρο είναι οι δραστήριες περίοδοι, ενώ το καλοκαίρι και ο χειμώνας είναι περίοδοι νάρκης. Στις περιόδους αυτές τα ζώα αδρανοποιούνται πλήρως καλύπτοντας το άνοιγμα του κελύφους με το επίφραγμα, μια κρούστα φτιαγμένη από ενισχυμένη ξερή βλένα. Περνούν το χειμώνα θαμμένα υπογείως κάτω από νεκρή φυτική ύλη ή κοντά στις ρίζες δέντρων και θάμνων, ενώ το καλοκαίρι το περνούν είτε θαμένα είτε προσκολλημένα σε επιφάνειες όπως τοίχους, βράχους, δέντρα, κλαδιά, ξύλα, σωλήνες κ.ά. Αυτά είναι και τα μέρη όπου μπορούν να βρεθούν. Συνήθως συναντώνται σε υγρά μέρη με πυκνή βλάστηση όπως δάση, παραποτάμιες περιοχές και πυκνά λιβάδια, αλλά μπορούν να βρεθούν και σε κήπους, όπου είναι
ιδιαίτερα καταστροφικά.
Για να τα βρείτε ψάξτε στα προαναφερθέντα μέρη, κυρίως κάτω απο ξερά φύλλα, ξύλλα, στην επιφάνεια του εδάφους, κοντά σε ρίζες φυτών, ή προσκολλημένα σε κορμούς, βράχους, τοιίχους κ.ά.Έτσι θα βρείτε σίγουρα πολλά ακόμα και χωρίς βροχή. Με τη βροχή δραστηριοποιούνται και μπορούν να βρεθούν να κινούνται στην επιφάνεια ή σε φυτά. Προτιμώμενες συνθήκες για πλήρη δραστηριότητα είναι βράδυ με ζεστό σχετικά καιρό μετά από βροχή.

Επιγραμματικά το σώμα ενός σαλιγκαριού χωρίζεται σε τρία μέρη: το κεφάλι, που φέρει τέσσερις συσταλτές κεραίες, οι δύο μεγαλύτερες με τα μάτια και οι άλλες δύο με οσφρητικούς υποδοχείς και υποδοχείς αφής, και το στόμα με το ξύστρο, το όργανο τεμαχισμού της τροφής, το πόδι, το τεράστιο μυώδες όργανο στην κάτω πλευρά του ζώου που το κινεί (εξού και γαστερόποδα), που εκρινει επίσης τη βλένα για να μη γλιστράει και για την αποφυγή τραυματισμών, και το σπλαχνικό σάκο, το σάκο με τα περισσότερα ζωτικά όργανα όπως το πεπτικό σύστημα, το ηπατοπάγκρεας (το αντίστοιχο του συκωτιού στα μαλάκια), μέρος του νευρικού συστηματος, που βρίσκεται πάνω απ’το κεφάλι, πάντοτε μέσα στο κέλυφος. Τ’ανοίγματα αφόδευσης, αναπνοής και αναπαραγωγής βρίσκονται ακριβώς πάνω απ’το κεφάλι του ζώου, μια παράξενη κατάστασ η οποία προήλθε από την
συστροφή
που παθαίνουν όλα τα γαστερόποδα μαλάκια κατά την εμβρυική ανάπτυξη ώστε το σώμα τους να συμπιεστεί για να χωρά καλά στο όστρακο.

Το όστρακο του σαλιγκαριού είναι σπιροειδές. Κάθε σπίρα είναι μια πλήρης περιστροφή του οστράκου. Το σημείο που ξεκινά η εκτύλιξη των σπιρών είναι η κορυφή, ενώ ο κάθετος άξονας που σχηματίζεται από την περιστροφή είναι ο στυλίσκος. Το κενό που μένει στο κέντρο του έλικα είναι ο ομφαλός. Τα περισσότερα σαλιγκάρια είναι δεξιόστροφα, ξετυλίγονται δηλαδή προς τα δεξιά, αν αρχίσουμε από την κορυφή. Υπάρχουν ωστόσο κι αριστερόστροφα είδη, και λίγα είδη με και τις δύο μορφές. Για περισσότερα όσον αφορά τα γαστερόποδα, την ανατομία και την εξέλιξή τους μπορείτε να
δείτε εδώ.

Τρία είναι τα κύρια είδη που μας ενδιαφέρουν. Το ένα είναι το ρωμαΪκό σαλιγκάρι ή πομάτια (Helix pomatia) με σχεδόν πανευρωπαΪκή εξάπλωση, απόν όμως απ’την Ελλάδα, παρόλο που φτάνει ως τη Βουλγαρία και τα σκόπια. Είναι μεγάλο γκρίζο προς ανοιχτό καφέ σαλιγκάρι με στρογγυλό κέλυφος 5-6 σπιρών πλάτους 30-50 χιλ. και ύψους 30-45 χιλ. Προτιμά δροσερές και υγρές περιοχές κοντά σε νερό. Γεννά 45-60 αβγά νωρίς το καλοκαίρι, ωριμάζει σε 2-5 χρόνια, ενώ μπορεί να ζήσει έως και 20 χρόνια με ρεκόρ τα 35. Δημιουργεί επίφραγμα ενισχυμένο με ασβέστιο. Αναπαράγεται με πιο αργούς ρυθμούς από άλλα είδη και σε ορισμένες δυτικοευρωπαΪκές χώρες απειλείται με εξαφάνιση. Καλλιεργείται ευρέως και στην Ελλάδα και θεωρείται το πιο νόστιμο είδος, είναι όμως και το πιο ακριβό.

Το άλλο είδος είναι το κοινό σαλιγκάρι ή η διάσπαρτη έλικα (Helix aspersa). Είναι μικρότερο απ’το προηγούμενο, συνήθωςσκούρου καφέ χρώματος με κίτρινες γραμμές ή σημεία, 4,5-5 σπιρών, πλάτους 25-40 χιλ., και ύψους 25-30 χιλ. Αναπαράγεται άνοιξη και φθινόπωρο γεννόντας 80 αβγά κάθε φορά. Μπορεί να γενήσει έως και 6 φορές το χρώνο. Ωριμάζει σε 1-2 χρόνια, και μπορεί να ζήσει έως και 6 χρόνια. Αρχικά ήταν ιθαγενές της λεκάνης της Μεσογείου, σήμερα όμως έχει εξαπλωθεί σ’όλες σχεδόν τις χώρες της Ευρώπης και σε πολλά άλλα μέρη του εύκρατου κόσμου, όπως στη Βόρεια Αμερική και στο νότιο άκρο της Νότιας, στη Νότια Αφρική, στην Αυστραλία και στη Νέα ζηλανδία. Έχει προσαρμοστεί σε διάφορα κλίματα πέρα από το αρχικό του μεσογειακό, από ωκεάνιο ή ηπειρωτικό έως και υπποτροπικό. Όχι μόνο δεν απειλείται, αλλά συχνά προξενεί
τεράστιες καταστροφές
σε κήπους και καλλιέργειες. Είναι το πρώτο είδος σε παραγωγή και κατανάλωση παγκοσμίως. Θεωρείται ελαφρώς σκληρότερο στο μάσημα από το προηγούμενο. Αυτό είναι το είδος που πωλείται συνήθως, αυτό μαζεύουμε κι αυτό τρώμε. Ένα από τα πιο επιτυχημένα χερσαία μαλάκια παγκοσμίως.

Το τρίτο είδος είναι το Eobania vermiculata, που έχω φωτογραφίσει για σύγκριση. Ζει σε ξηρές μεσογειακές περιοχές όπου βρίσκεται προσκολημένο σε μεγάλους αριθμούς σε επιφάνειες για μεγάλο μέρος του χρόνου. Είναι μικρότερο είδος από τα παραπάνω 4-4,5 σπιρών, πλάτους 22-32 χιλ. και ύψους 14-24 χιλ. Τοόστρακο είναι ανοιχτόχρωμο γκριζωπό με διάφορες λεπτές γραμμώσεις. Αναπαράγεται το φθινόπωρο γεννώντας 75 αβγά μια φορά. Ωριμάζει σε 2 χρόνια και σπάνια ζει έως και τα 5 χρόνια. Υποτίθεται ότι τρώγεται ευρέως, όμως μια φορά πέρσι που είχα μαζέψει τέτοια μαλάκια από ένα εγκαταλελειμμένο μέρος της Θεσσαλονίκης και αφού τα πέρασα φυσικά από την κατάλληλη προετοιμασία για 2 βδομάδες (στη λεκάνη με τα μαρούλια και τα λιπά), ήταν σκληρότερα κι από μαστίχα, ενώ τα Helix aspersa απ’το ίδιο μέρος ήταν κανονικά. Έχω επίσης παρατηρήσει σ’αυτό το είδος ότι παράγει περισσότερη και δυσκολότερ στο ξέπλημα βλένα από το H. aspersa, το οποίο βγάζει σχετικά λιγότερη και ξεπλένεται αμέσως. Μεγάλες ποσότητες E. vermiculata εξάγονται από την Κρήτη στη Γαλλία. Πιθανόν το σαλιγκάρι αυτό θα τρώγεται σε συνδυασμό μ’άλλα φαγητά, π.χ. μέσα σε σάλτσα.

Στις τροπικές χώρες τρώγονται άλλα είδη, για παράδειγμα στις αφρικανικές χώρες συνηθίζεται η Achatina fulica της οικογένειας των αχατινιδών, ένα γιγάντιο σαλιγκάρι με επίμηκες όστρακο μήκους 20 εκ. που έχει τόσο κρέας, ώστε μπορεί να κοπεί σε φέτες. Δεν καλλιεργείται εδώ εξαιτίας των τροπικών του απαιτήσεων.

Τα σαλιγκάρια θεωρούνται γενικά υγιεινή τροφή, χωρίς κινδύνους ασθενειών ή δηλητηριάσεων με τοξικές ουσίες όπως στα θαλασσινά οστρακοειδή, ωστόσο σε μερικές περιοχές μπορεί να υπάρχει κίνδυνος αγγειοστρογγυλίασης. Ο αγγειοστρογγυλός της Καντόνας
(Angiostrongylus cantonensis)
είναι νηματώδης σκώληκας που μολύνει κανονικά τους πνεύμονες των αρουρραίων, όπου αναπαράγεται. Για να πάει όμως στους αρουραίους θα πρέπει πρώτα να περάσει από έναν ενδιάμεσο ξενιστή, που σ’αυτήν την περίπτωση είναι τα σαλιγκάρια και οι γυμνοσάλιαγκες, απ’τους οποίους τρώγοντας ο αρουραίος παίρνει το παράσιτο. Ο άνθρωπος μπορεί σπάνια να μολυνθει από ωμά ή εανεπρκώς μαγειρεμένα σαλιγκάρια, παθαίνοντας μηνιγγοεγκεφαλίτιδα, το παράσιτο ωστόσο δεν αναπαράγεται στον άνθρωπο. Το παράσιτο ξεκίνησε στην ΝΑ Ασία, εξαπλώθηκε όμως από τον προηγούμενο αιώνα σε πολλά μέρη του κόσμου. Στη χώρα μας όπως και σε σχεδόν όλη την Ευρώπη δεν υπάρχει.

Σας γνώρισα λοιπόν με τα σαλιγκάρια, τα κοινότερα είδη και την κατανάλωσή τους. Είναι μια θρεπτική, ακίνδυνη τροφή, εύκολη στην παραγωγή, και μπορεί να φαγωθεί με διάφορους τρόπους. Δυστυχώς ακόμα η αξία τους όπως και των υπολοίπων μαλακίων δεν έχει αναγνωριστεί ευρέως, και γι’αυτό ακόμα παραμένουν, και θα παραμένουν αν οι προτιμήσεις μας δεν αλλάξουν, ένα δυσπρόσιτα ακριβό φαγητό πολυτελείας.

Πηγές και σχετικές ιστοσελίδες:
Ελληνικά:
τα σαλιγκάρια και η κουλτούρα τους
Θα βρείτε και πληροφορίες για τη θρεπτική αξία του κάθε είδους ξεχωριστά.
γιορτή σαλιγκαριού στη Βλαχερωνίτισσα της Κρήτης
σημειώσεις από ημερίδα για τη σαλιγκαροτροφία
Helagonia επειχήρηση εκτροφής ασαλιγκαριών/a>
Fereikos Helix δημιουργία εκτροφών σαλιγκαριών κλειστού κύκλου
Helixagro μονάδα εκτροφής σαλιγκαριών στα Ριζώματα Ημαθίας
σαλιγκαροτροφία: μια νέα εεπιχειρηματκή ιδέα στην Ελλάδα με μέλλον
συνταγές για σαλιγκάρια
Αγγλικά:
άρθρο της αγγλικήςWikipedia για το είδος Helix pomatia
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για το είδος Helix aspersa
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για το είδος Eobania vermiculata
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για τα σαλιγκάρια ως τροφή (γαλλικά escargot)

Ενημέρωση 10/4/2013: Άρχισα επίσης να χρησιμοποιώ τα σαλιγκάρια ως τροφή για το
γκέκο μου.
Τα μικρά μπορεί να τα φάει μόνο του, τα μεγάλα του τα τεμαχίζω και του τα δίνω με υποστήριξη.

Ενήλικο Helix aspersa με τις κεραίες του απλωμένες κινείται πάνω σε χαρτί, πρόσφατη φωτογραφία.

Advertisements