Huperzia selago: χερσαίο ευρωπαϊκό είδος.

Lycopodium clavatum: είδος του βόρειου ημισφαιρίου με ευρεία εξάπλωση.

Lycopodiella cernua: παντροπικό είδος που συναντάται και στην Αυστραλία.

Huperzia phlegmaria: επιφυτικό είδος με εξάπλωση από την Αφρική και τη Μαδαγασκάρη έως τα νησιά του Ινδικού και του Ειρηνικού, τροπικές αλλά κι εύκρατες περιοχές της Ασίας ως την Κίνα, την Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία.

Όλες οι φωτογραφίες προέρχονται από τ’αντίστοιχα άρθρα της αγγλικής Wikipedia.

Συνεχίζοντας λοιπόν με τα άρθρα που αφορούν τα φυτά, φτάνω τώρα σε μια πανάρχαια και ενδιαφέρουσα ομάδα, τα λυκόφυτα. Είναι πιστεύω από τις πιο άγνωστες ομάδες φυτών, και σίγουρο είναι ότι μερικοί αναγνώστες πρώτοι φορά διαβάζουν αυτή τη λέξη. Για τους συγκεκριμένους, έχω να πω ότι τα λυκόφυτα δεν έχουν καμία σχέση με το παρασιτικό φυτό λύκος. Ο λόγος για τον οποίο υπέπεσαν στην αφάνεια είναι προφανής: παντού και πάντοτε τα είδη ανταγωνίζονταν το ένα τ’άλλο και νικούσαν τα καλύτερα προσαρμοσμένα. Έτσι σήμερα έχουμε σ’όλο τον κόσμο εξαπλωμένα τα σχετικά πρόσφατα, ποικιλόμορφα, ευμετάβλητα και ταχέως εξελισσόμενα αγγειόσπερμα ή ανθοφόρα φυτά, ενώ οι περισσότερες των πρότερων ομάδων πάλι επιββίωσαν, άλλες ακμαίες αλλά κάπως πιο περιορισμένες, όπως τα κωνοφόρα, άλλες φθίνουσες σε κατάπτωση, όπως το
γίνκγο,
κι άλλες εκτοπισμένες σε εξειδικευμένα περιβάλλοντα κι επιτυχημένες εκεί, όπως οι φτέρες. Οι τελευταίες, μαζί με περισσότερο ή πολύ λιγότερο συγγενικά φυτά, ανήκουν στην ανεπίσημη ομάδα των κρυπτόγαμων, φυτά με αφανή αναπαραγωγικά όργανα σε ανεξάρτητα γαμετόφυτα που χρειάζονται νερό για τη γονιμοποίηση, που λόγω αυτού του χαρακτηριστικού όλα μπαίνουν σ’ένα τσουβάλι, στις φτέρες και τους συγγενείς τους, όμως το πράγμα δεν είναι έτσι. Το χαρακτηριστικό αυτό είναι προγονικό για όλα τα φυτά, και δεν τό’χει μόνο ια ομάδα των πτεριδοφύτων. Τέτοια φυτά είναι σήμερα περιορισμένα κυρίως σε υγρές και πολλές φορές σκιερές τοποθεσίες, όπου παραμένουν επιτυχημένα, ενώ όσα λιγα ζουν σε συνήθεις περιοχές μαζί με τα «κανονικά» φυτά είναι ανθεκτικότατα και πολύ ανταγωνιστικά.

Τα λυκόφυτα είναι μια τέτοια ομάδα που δε μπορούμε να την πούμε αποτυχημένη, αφού έχει μεγάλο αριθμό ειδών (περίπου 1200) και παγκόσμια εξάπλωση, από τις αρκτικές περιοχές έως την τροπική ζώνη. Τα περισσότερα ζουν σε υγρές και σκιερές τοποθεσίες δασών ή επιφυτικά πάνω σ’άλλα δέντρα, άλλα όμως ζουν σε ψηλά βουνά και απροσπέλαστες βραχώδεις περιοχές. Η ομάδα είναι πανάρχαια με τα πρώτα απολιθώματα στο Σιλούριο πριν περίπου 428 εκατομμύρια χρόνια, και θεωρείται ότι είναι αδερφική ομάδα προς όλα τα υπόλοιπα αγγειώδη φυτά, δηλαδή τα λυκόφυτα και οι πρώτοι πρόγονοι των υπολοίπων μοιράζονται έναν άμεσο προηγούμενο κοινό πρόγονο. Χαρακτηρίζω τα λυκόφυτα ενδιαφέροντα, αφού έχουν εξελίξει, πέρα από τους βλαστούς και τα σποριαγγεία που ειχαν κληρονομήσει απ’τον ίδιο κοινό πρόγονο, όλα τ’άλλα μέρη ανεξάρτητα από τα υπόλοιπα αγγειώδη φυτά, όπως τις ρίζες ή τους κώνους. Μάλιστα στη λιθανθρακοφόρο κάποιες ομάδες τους έφτασαν στο σημείο να έχουν εξελίξει κάτι πολύ κοντά στο σπόρο, κάτι που αν τελειοποιούταν θα επέτρεπε την εξάπλλωσή τους και σε πιο ξηρά μέρη, όμως τελικά απέτυχαν και παρέμειναν στις θέσεις που ζουν και σήμερα.

Εδώ όμως έχω να παραθέσω ένα άρθρο για την καλλιέργειά τους, ένα πραγματικό διαδικτυακό θησαυρό, μιας και πουθενά αλλού δεν έχω βρει τόσο μεγάλο κι ολοκληρωμένο άρθρο για την καλλιέργεια αυτών των φυτών. Κι αυτό επειδή τα φυτά αυτά είναι εξαιρετικά σπάνια σε καλλιέργεια, με πιο κοινά ας πούμε λίγα τροπικά είδη του γένους Selaginella, που πάλι όμως προσπαθώντας να βρω κανένα αντιπροσωπευτικό είδος για τη συλλογή μου βρήκα μόνο άτομα να μου λένε ότι είναι πολύ δυσεύρετα. Το άρθρο αυτό όμως δεν πραγματεύεται τις σελαγινέλες, αλλά τα πιο αρχαία λυκοποδιοειδή λυκόφυτα. Αφορά Αυστραλιανά είδη, όμως τα ίδια θα ίσχυαν και γι’αυτά του Βορείου Ημισφαιρίου, εκτός του ότι τα δικά μας είδη είναι πολύ ανθεκτικότερα στο κρύο, κάτι όμως που δεν τα κάνει καθόλου ευκολότερα στην καλλιέργεια. Μερικά από τα βόρεια είδη που δε θ’αναφερθούν στο άρθρο είναι το ας πούμε κάπως κοινότερο στη χώρα μας Lycopodium Clavatum, το L. obscurum, το L. anotinum, η Huperzia selago, η H. lucidula της Αμερικής, η Lycopodiella innundata, κ.ά. Η πηγή του
προτότυπου άρθρου
είναι η σελίδα των Αυστραλιανών Εθνικών Βοτανικών Κήπων, χρησιμότατη με πληροφορίες καλλιέργειας πολλών αυστραλιανών ειδών, όπου θα βρείτε πολλά ιδιαίτερα κι ενδιαφέροντα φυτά.

Μετάφραση: Bolko

Χουπέρζιες και λυκοπόδια

Του Joe McAuliffe

Οι χουπέρζιες (αγγλικά θυσσανώδεις φτέρες (tassel ferns)) και τα λυκοπόδια (αγγλικά ροπαλωτά βρύα (clubmosses)) είναι μια ομάδα συγγενών της φτέρης, τα οποία, μέσω απολιθωμάτων χρονολογούνται πίσω στη Λιθανθρακοφόρο περίοδο. Ανήκουν στην οικογένεια των λυκοποδιδών (lycopodiaceae) η οποία είναι διαιρεμένη σε τέσσερα γένη.

Λυκοπόδιο (Lycopodium) – χερσαία, έρποντα στην επιφάνεια ή αναρριχόμενα φυτά. Ένα γένος 40 ειδών ευρέως εξαπλωμένο σε εύκρατες και τροπικές περιοχές. 4 είδη (L. scariosum, L. fastigatum, L. volubile, και L. deuterodensum) συναντώνται στην Αυστραλία.
Λυκοποδιίδιο (Lycopodiella) – χερσαία, έρποντα φυτά. Ένα γένος περίπου 40 ειδών ευρέως εξαπλωμένο σε υγρές εύκρατες και τροπικές περιοχές του κόσμου, αλλ’ιδιαίτερα ποικίλο στη Αμερική. 5 είδη (l. cernua, L. limosa, L. serpentina, L. diffusa, και L. lateralis) συναντώνται στην Αυστραλία.
Φυλλόγλωσσο (Phylloglossum) – μικρά χερσαία φυτά με υπόγειο κόνδυλο. Ένα μονοτυπικό γένος ενδημικό της Νότιας Αυστραλίας και της Νέας Ζηλανδίας. 1 είδος (F. drummondii) συναντάται στην Αυστραλία.
Χουπέρζια (Huperzia) – λιθοφυτικά ή επιφυτικά φυτά. Ένα γένος περισσότερων των 200 ειδών που συναντώνται από τους τροπικούς έως τις αρκτικές και υποανταρκτικές ζώνες, και από το επίπεδο της θάλασσας έως αλπικά περιβάλλοντα. 12 είδη (H. filiformis, H. cerrata, H. australiana, H. dalhousina, H. squarosa, H. marsupiformis, H. varia, H. phlegmaria, H. phlegmarioides, H. lockyeri, H. carinata, και H. prolifera) συναντώνται στην Αυστραλία.

Η οικογένεια των λυκοποδιδών αποτελείται από χερσαία ειδη και από μια μοναδική ομάδα επιφύτων που κοινώς λέγονται θυσσανώδεις φτέρες. Η χερσαία ομάδα αναπτύσσεται σε ποικιλία καταστάσεων περιλαμβανομένων υγρών άγονων εδαφών μέσα και γύρω από βάλτους και βαθουλώματα. Μερικά δημιουργούν έρπουσες αποικίες σε χωμάτινες όχθες κι άλλα βρίσκονται σε αλπικά και υποαλπικά περιβάλλοντα.

Η επιφυτική ομάδα συνήθως συναντάται να φύεται σε φυτά (επίφυτα), βράχους (λιθόφυτα), και περιστασιακά βρίσκονται να φύονται σε χερσαία περιβάλλοντα. Συνήθως βρίσκονται να φύονται σε υγρά δάση και τροπικά δάση σε μεγάλα υψόμετρα μέσα και ανάμεσα σε βρύα και άλλα επίφυτα.

Καλλιέργεια της χερσαίας ομάδας
Γένη: Lycopodium, Lycopodiella, και Phylloglossum.
Τα περισσότερα από τα χερσαία είδη γενικά μισούν την ενόχληση στη ζώνη των ριζών. Συνήθως είναι αργά στον εγκλιματτισμό και αποδεικνύονται να είναι δύσκολα στη διατήρηση για οποιονδήποτε χρόνο σε καλλιέργεια. Κάποια από τα δύσκολα είδη περιλαμβάνουν το Lycopodium deuterodensum, το Lycopodium scariosum και τη Lycopodiella limosa. Αυτά τα φυτά αναπτύσσονται με μια μυκοριζική σχέση, η οποία είναι δύσκολο να προσομοιωθεί. Όντας τόσο ποικίλη ομάδα έχουν ποικιλία στις εδαφικές τους απαιτήσεις. Τα περισσότερα είδη τείνουν να προτιμούν καλά αποστραγγιζόμενα, ελαφρώς όξινα εδάφη. Αυτό μπορεί να προσαρμοστεί στα μέσα φύτευσης και μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε μέσα βασισμένα στο χώμα είτε όχι. Συνήθη συστατικά μέσων περιλαμβάνουν κομποστοποιημένο φλοιό πεύκου διαφόρων βαθμών κι επεξεργασιών, αμμώδεις πηλούς, τύρφη ή υποκατάστατα της τύρφης όπως κόιρ (ίνα καρύδας), τραχιά άμμο, χαλίκια διάφορων περιγραφών και μέσα πολλαπλασιασμού όπως περλίτης ή βερμικουλίτης όλα μπορούν να χρησιμοποιηθούν. Γενικά τα φυτά ανταποκρίνονται καλά στο φυσικό τους έδαφος ή ένα παρόμοιας δομής αν χρησιμοποιείται ως το μεγαλύτερο μέρος των μέσων. Παράγοντες ειδικοί ανάλογα με το είδος όπως η υγρασία του εδάφους ή τα επίπεδα βροχόπτωσης θα πρέπει να επηρεάσουν άλλα συστατικά του μέσου, για παράδειγμα είδη που ζουν σε όχθες βάλτων θα χρειαστούν ένα μέσο με μεγαλύτερη ικανότητα κατακράτησης νερού από αυτά που ζουν σε εποχιακά ξερό θαμνότοπο.
Τα φυτά γενικά χρειάζονται σταθερή παροχή νερού και πολλοί καλλιεργητές χρησιμοποιούν ρηχά σκεύη κάτω από τις γλάστρες για να προλάβουν την ξήρανση των φυτών. Χαμηλά επίπεδα θρεπτικών συστατικών είναι σύνηθες στο φυσικό τους περιβάλλον κι αυτό θα πρέπει ν’αντανακλάται στην επιλλογή μέσων φύτευσης και λιπασμάτων. Συνήθως δεν προστίθενται λιπάσματα στα μείγματα φύτευσης αλλά η χρήση καλά χωνεμένης κοπριάς αγελάδας είναι μερικές φορές ωφέλιμη. Τα φυτά θα ωφεληθούν από περιοδική λίπανση με ιχθυογαλάκτωμα ή εκχυλίσματα φυκών σε χαμηλά επίπεδα. Προτιμάται υψηλό προς μέτριο εππίπεδο φωτός. Τα φυτά μπορούν ν’αντέξουν τον καυτό ήλιο και τις ζεστές συνθήκες αν έχουν εγκλιματιστεί. Τα νεαρά φυτά ωστόσο θα πρέπει να περάσουν μία περίοδο προσαρμογής πριν εκτεθούν σε ακραίες συνθήκες. Τα αδύναμα φυτά συχνά προσβάλλονται από κοκκοειδή. Άλλα καταστροφικά ζώα περιλαμβάνουν σαλιγκάρια, γυμνοσάλιαγκες και ψαλίδες.
Τα χερσαία φυτά μπορούν συχνά να διαιρεθούν. Εντούτοις, τα φυτά γενικά μισούν την ενόχληση κι όταν εγκλιματιστούν δε θα πρέπει να ενοχλούνται. Καταβολάδες κορυφών και μοσχεύματα μπορούν ν’αναπαράγουν κάποια έρποντα είδη όπως τη Lycopodiella cernua.

Καλλιέργεια της επιφυτικής ομάδας
Γένος: Huperzia.
Οι χουπέρζιες είναι σχετικά εύκολες στην καλλιέργεια, γίνονται ελκυστικά φυτά και οι σκληρότερες ποικιλίες μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε μεγάλη ποικιλία καταστάσεων και συνθηκών καλλιέργειας.
Οι χουπέρζιες αναπτύσσονται καλά σε τραχύ μείγμα φύτευσης για επίφυτα. Θα πρέπει να είναι καλά αποστραγγιζόμενο, να παρέχει αρκετό αερισμό και να έχει καλή κατακρατητική ικανότητα σε υγρασία. Υλικάόπως τύρφη, κόιρ (ίνα καρύδας), οσμούντα (ίνα δενδρώδους φτέρης), φλοιός πεύκου, πριονίδι κόκκινου ευκαλύπτου, κάρβουνο, Oasis®, φελλός και σκορία μπορούν να συνδυαστούν κατά διαφορετικούς τρόπους ώστε να κάνουν ένα κατάλληλο μέσο καλλιέργειας. Συστατικά που είναι επιρρεπεί σε γρήγορη αποσύνθεση θα πρέπει να χρησιμοποιούνται λίγο. Παλιά μείγματα με συστατικά τύρφη και σφάγνο γίνονται υπερβολικά λεπτά και λασπώδη και θα χρειαστούν είτε τακτική ατικατάσταση είτε το χέρι ενός προσεκτικού ποτιστή. Θήλακες αέρος, που δημιουργούνται από τα μεγάλα, τραχιά σωματίδια του μείγματος έλκουν μεγάλη ριζική ανάπτυξη.
Πολλές χουπέρζιες καλλιεργούνται σε εκπληκτικές επιδείξεις σε κρεμαστά καλάθια. Πολλοί καλλιεργητές αναφέρουν βλάβη των βλαστών απ’το γαλβανισμένο σύρμα. Για να αποφευχθεί αυτό, μπορεί να χρησιμοποιηθεί σύρμα επενδεδυμένο με πλαστικό. Με το χρόνο, μερικά φυτά γίνονται μεγάλα και αρκετά βαριά, και η επιλογή υλικών και σημείων κρεμάσματος θα πρέπει να γίνεται με προσοχή.
Οι χουπέρζιες απολαμβάνουν αρκετό νερό. Σε ζεστές συνθήκες θα πρέπει να ποτίζονται καθημερινά. Σε εύκρατες περιοχές όπως στην Καμπέρα, συνήθως καλλιεργούνται σε θερμοκήπια, αλλά μπορούν να καλλιεργηθούν σε ποικιλία άλλων καταστάσεων. Οι Αυστραλιανοί Εθνικοί Βοτανικοί Κήποι μπόρεσαν να καλλιεργήσουν χουπέρζιες σε εξωτερικές συνθήκες όλο το χρόνο, αρκεί τα φυτά να έχουν επαρκή προστασία απ’την παγωνιά. Σε δροσερότερα κλίματα είναι σημαντικό να μειώσετε τη συχνότητα ποτίσματος κατά το χειμώνα. Αυτό θα βοηθήσει στην αποφυγή εμφάνισης σήψης των βλαστών ή των φύλλων. Η εφαρμογή ελαφριών διαλυμάτων λιπάσματος όπως ιχθυογαλάκτωμα ή εκχύλισμα φυκών ανά τακτά χρονικά διαστήματα είναι ιδιαίτερα χρήσιμη.
Οι χουπέρζιες χρειάζονται καλό φως για την ανάπτυξη, αλλά θα πρέπει να προστατευθούν από τον απευθείας ήλιο. Φυτά που καλλιεργούνται σε πολύ έντονο φως αποκτούν μια ξεθοριασμένη εμφάνιση, και επιπλέον σκιά θα πρέπει να παρασχεθεί σε φυτά που αποκτούν τέτοια εμφάνιση. Η υγρασία είναι σημαντική και τα φυτά θα πρέπει να τοποθετηθούν ανάλογα με τις ιδιαίτερες ανάγκες τους. Η ελεύθερη κι ανεμπόδιστη κίνηση του αέρος είναι ζωτική. Οι κλειστές συνθήκες γρήγορα αποβαίνουν μοιραίες για τις χουπέρζιες και συχνά σχετίζονται με επιθέσεις ζώων. Κοινές επιθέσεις ζώων είναι σχεδόν πάντοτε από κοκκοειδή, συγκεκριμένα του κοκκοειδούς της φτέρης. Οι προσβολές προκαλούν κιτρίνισμα των ιστών και μπορεί να οδηγήσουν στο θάνατο βλαστών ή ολόκληρου του φυτού. Τα σαλιγκάρια και οι γυμνοσάλιαγκες συχνά τρώνε τις άκρες των νέων βλαστών.
Μπορεί να χρησιμοποιηθεί ποικιλία πολλαπλασιαστικών μεθόδων περιλαμβανομένης της καλλιέργειας ιστού, της διαίρεσεις, της εναέριας ανάπτυξης, των καταβολάδων και του πολλαπλασιασμού με βλαστό που θα συζητηθεί παρακάτω.

Πολλαπλασιασμός με βλαστό
Κάποιες επιφυτικές χουπέρζιες και λίγα χερσαία είδη μπορούν να πολλαπλασιαστούν με μια τεχνική που λέγεται πολλαπλασιασμός με βλαστό. Είναι μια τροποποιημένη τεχνική καταβολάδας μοσχεύματος τεράστιας χρησιμότητας για τον πολλαπλασιασμό ενός αριθμού ειδών. Από το αρχικό φυτό αφαιρούνται κορυφαία τμήματα μήκους 5-15 εκατοστών και πλαγιάζονται οριζόντια πάνω σε τυπικά μέσα πολλαπλασιασμού. Και οι δύο άκρες του μοσχεύματος καλύπτονται με μέσο, αφήνοντας εκτεθημένη τη μέση του βλαστού. Αυτά διατηρούνται νοτισμένα, υγρά και ζεστά (και κάποιοι καλλιεργητές χρησιμοποιούν ενυδρεία ή τερράρια). Μετά από μια περίοδο 6-15 μηνών η ανάπτυξη της κορυφής βγαίνει από το μέσο πολλαπλασιασμού.
Τα νεαρά φυτά θα πρέπει να αφεθούν ανενόχλητα μέχρρι να μεγαλώσουν περίπου 5 εκατοστά ψηλά ή περισσότερο, πριν μεταφυτευθούν προσεκτικά σ’ένα κατάλληλο επιφυτικό μείγμα. Σύντομα μπορεί ν’ακολουθήσουν πολυάριθμοί βασικοί βλαστοί. Πρόσφατα φυτεμένα φυτά θα πρέπει ν’αφεθούν να εγκλιματιστούν πριν επιπλέον ενόχληση ή μετακίνηση από τις άριστες συνθήκες καλλιέργειας.
Ο χρόνος παραγωγής ποικίλει ανάλογα με το είδος, αλλά μικρά πωλήσιμα φυτά αποκτώνται 1-2 χρόνια μετά τον πολλαπλασιασμό. Η απόκτηση μεγαλύτερων ατόμων θα απαιτήσει αρκετά χρόνια φροντίδας, αλλ’αξίζει τον κόπο.

Αναφορές

Jones, D L, Encyclopaedia of ferns : an introduction to ferns, their structure, biology, economic importance, cultivation and propagation, Port Melbourne : Lothian, 1987.
Flora of Australia. Volume 48, Ferns, gymnosperms and allied groups.
Canberra : Australian Biological Resources Study, CSIRO Australia, 1998.

Αυστραλιανοί Εθνικοί Βοτανικοί Κήποι καλλλιεργώντας, μελετώντας και προωθώντας τη χλωρίδα της Αυστραλίας.

Τελευταία ενημέρωση Δευτέρα, 25 Ιουλίου, 2011

Advertisements