Μεγάλο κυπαρίσσι, από Βικιπαίδεια.

Το δικό μου μικρό ακόμα φυτό. Από πίσω φαίνεται η κρεμασμένη ζαρντινιέρα με τη μικρή
φραουλιά,
τους
πανσέδες,
κι ένα μικρό
νάρκισσο
που δεν θ’ανθίσει φέτος.

Έως τώρα έχω γράψει άρθρο για το κάθε φυτό της συλλογής μου, αλλά μού’μεινε το κυπαρίσσι, ίσως επειδή είναι πολύ κοινό είδος, για το οποίο θ’αναφέρω εδώ.

Όταν λέω για κυπαρίσσι χωρίς προσδιοριστικό θα εννοώ το κοινό μεσογειακό είδος (Cupressus sempervirens (κυπάρισσος ο αειθαλής)), το δέντρο που μας έρχεται στο μυαλό μόλις ακούμε για κυπαρίσσι. Το γένος ωστόσο αυτών των κωνοφόρων δέντρων της οικογένειας των κυπαρισσιδών περιλαμβάνει άλλα 15 περίπου είδη, όπως το λεμονοκυπάρισσο (Cupressus macrocarpa), το κυπαρίσσι της Αριζόνας (Cupressus arizonica), το υβρίδιο λέιλαντ που σήμερα βρίσκεται παντού στους κήπους κ.ά., για τα οποία όμως θα κάνω άλλη δημοσίευση στο μέλλον.

Το μεσογειακό κυπαρίσσι ήταν αρχικά ιθαγενές των χωρών της ανατολικής Μεσογείου, συμπεριλαμβανομένης και της χώρας μας, μ’έναν απομονωμένο πληθυσμό στο Ιράν. Ήδη όμως από τους ρωμαϊκούς χρόνους εξαπλώθηκε με την καλλιέργεια και στην υπόλοιπη Μεσόγειο, και τώρα έχει εγκλιματιστεί σ’όλη τη λεκάνη της Μεσογείου. Στην Ελλάδα θα βρεθεί συχνότερα αυτοφυές στις νότιες περιοχές, στην Κρήτη και στη Ρόδο. Είναι δέντρο μεγάλο, ύψους 20-25 μέτρων πυραμιδοειδούς μορφής, με τα κλαδιά να ξεκινούν από αρκετά χαμηλά. Ο φλοιός είναι λεπτός ινώδης τεφροκόκκινου χρώματος. Οι μικρότερες διακλαδώσεις των κλαδιών του φυτού είναι λεπτές και πυκνές με κάπως πτεροειδές σχήμα, πάνω στις οποίες βρίσκονται τα μικροσκοπικά λεπιοειδή φύλλα. Με κοντινή παρατήρηση φαίνεται ότι διατάσσονται ανά ζεύγη αντίθετα στο βλαστό. Μέσα στο χειμώνα ή νωρίς την άνοιξη βγαίνουν οι κώνοι. Οι αρσενικοί είναι αφανής, ωοειδείς 2-3 χιλιοστών μήκους, με 2-6 γυρεόσακους ανά μικροσποριόφυλλο. Οι θηλυκοί βγαίνουν κατά μήκος των μεγαλύτερων βλαστών των φυλλοφόρων λεπτών κλαδιών, και κατά την ωριμότητα αποκτούν διάμετρο στα 2-3 εκατοστά. Είναι σφαιρικοί ξυλώδεις με την τυπική μορφολογία των κώνων αυτής της οικογένειας – τα λέπια τους είναι ασπιδοειδή με ποδίσκο που τα ενώνει με τον άξονα του κώνου στο κέντρο και με πλατιά κορυφή, αντίθετης διάταξης στον κεντρικό άξονα του κώνου, με το βράκτιο πλήρως συνενωμένο με το λέπι, αφήνοντας μόνο απομεινάρι ένα μικρό φύμα, όλα συμπαγώς ενωμένα. Στο μέσα μέρος κάθε λεπιού βρίσκονται πολυάριθμοι μικροί σπόροι. Οι κώνοι ωριμάζουν το δεύτερο φθινόπωρο μετά την εμφάνισή τους ανοίγοντας και απελευθερώνοντας τους σπόρους, και μετά πέφτουν. Όταν οι κώνοι δεν έχουν ακόμα ωριμάσει, είναι αανοιχτοπράσινοι, σκληροί και ρητινώδεις. Γενικότερα το δέντρο ως κωνοφόρο είναι ρητινώδες και το ρετσίνι του είναι αρωματικό.

Το ξύλο του κυπαρισσιού είναι κόκκινο κι εύκολο στην κατεργασία. Λόγω της μεγάλης του ανθεκτικότητας στη σήψη, είναι παραδοσιακό ναυπηγικό ξύλο είδη από τους αρχαίους χρόνους. Χρησιμοποιείται επίσης στην οικοδομική, στην επιπλοποιία, στην κατασκευή μικρών ξύλινων αντικειμένων, και στην ξυλογλυπτική.

Η άγρια μορφή του φυτού είναι το λεγόμενο οριζοντιόκλαδο ή θηλυκό κυπαρίσσι (var. horizontalis), με οριζόντιο άπλωμα των κλαδιών και επομένως ανοιχτότερη και αραιότερη εμφάνιση. Η άλλη ποικιλία είναι το ορθόκλαδο ή αρσενικό (var. pyramidalis), με τα κλαδιά πιο όρθια, αποκτώντας έτσι συμπαγή, στενή κι αδιαπέραστη μορφή, όχι τόσο πυραμιδοειδή παρά στηλωειδή. Τα κοινά ονόματα των δύο αυτών βασικών ποικιλιών δεν έχουν να κάνουν με το φύλο του κάθε δέντρου, μιας και το είδος είναι μόνοικο με αρσενικούς και θηλυκούς κώνους στο ίδιο άτομο. Ίσως απλά το πιο γεμάτο σχήμα της μιας ποικιλίες να παρέπεμπε σε θηλυκό και το πιο στενό της άλλης σε αρσενικό.

Το κυπαρίσσι μπορούμε να το βρούμε παντού – σε αυλές, σε πάρκα, στους δρόμους, σε μεγάλες γλάστρες και ζαρντινιέρες, στις αυλές εκκλησιών και οπωσδήποτε στα νεκροταφεία, μιας και από αρχαιοτάτων χρόνων είχε συνδεθεί με το θάνατο. Μπορεί ακόμα να κλαδευτεί και ως
μπονσάι.

Το δέντρο ευδοκιμεί καλύτερα σε κλίματα με ζεστό καλοκαίρι, έντονο ήλιο και ξηρά εδάφη. Φυτρώνει σε οποιονδήποτε τύπο εδάφους, αρκεί να μην κατακρατείται υπερβολική υγρασία. |Αντέχει στον άνεμο, στην ξηρασία, στην αλατότητα και στο κρύο. Μπορεί ακόμα να προσαρμοστεί και σε πιο βροχερά κλίματα με δροσερότερα καλοκαίρια και ψυχρότερους χειμώνες απ’τους μεσογειακούς. Δεν προσβάλλεται τόσο εύκολα από μύκητες, π. χ. Seiridium, Fusarium, όπως το λεμονοκυπάρισσο, ωστόσο πάλι μπορεί να προσβληθεί, και σ’εκείνη την περίπτωση συχνά πολλά κλαδιά ξεραίνονται ή καταστρέφεται όλο το φυτό. Επειδή όμως οι αιτίες της ξήρανσης είναι πολλές, καλύτερα να κόψετε ένα άρρωστο κλαδί και να το πάτε στο γεωπόνο για διάγνωση. Μπορεί επίσης να προσβληθεί από αφίδες, οι οποίες δημιουργούν ένα παχύρευστο κολλώδες μελίτωμα που καλύπτει το φύλλωμα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση το φυτό μπορεί να ψεκαστεί με κάποιο εντομοκτόνο, ή μ’ένα αυτοσχέδιο φάρμακο με νερό, οινόπνευμα και σαπούνι. Αυτή τη συνταγή τη διαβάσαμε πριν χρόνια κάπου στο Διαδίκτυο κι από τότε εγώ κι ο πατέρας μου έτσι θεραπεύουμε τα προσβεβλημένα φυτά. Για ένα λίτρο αναμειγνύετε 3 μέρη νερό προς ένα οινόπνευμα, κατά προτίμηση καθαρό, προσθέτετε 1-2 κουταλιές της σούπας απορρυπαντικό πιάτων, ανακινείτε στο ψεκαστήρι, και ψεκάζετε. Μπορεί εδώ να χρησιμοποιηθεί και λιωμένο στερεό σαπούνι, όμως το υγρό είναι βολικότερο. Το οινόπνευμα θα καίει, ενώ το σαπούνι θα λύει τις προστατευτικές εφυμενίδες των εντόμων. Έπειτα ξαναψεκάζετε σε περίπου 10 μέρες αν δε βρέξει. Συνήθως το πρόβλημα εξαφανίζεται με δύο ψεκασμούς, όμως μπορεί να παραμείνουν ίχνη ξερής κόλλας η οποία θα πρέπει ν’απομακρυνθεί με το λάστιχο. Αν το πρόβλημα ωστόσο είναι πολύ εκτενές, πιο γρήγορη λύση θα ήταν ένα ισχυρότερο φάρμακο, όπως το μαλάθειο.

Ο πολλαπλασιασμός του κυπαρισσιού και σχεδόν κάθε κωνοφόρου είναι δύσκολος και χρονοβόρος, γι’αυτό καλύτερα ν’αγοράσετε ένα φυτό από κάποιο φυτώριο, ανθοπωλείο, ή ανθοέκθεση. Ακόμα και στη λαΪκή πουλάνε μερικές φορές. Συνήθως είναι υγιή και φουντωτά, με έναν ή και περισσότερους κεντρικούς κορμούς. Ο μαζικός τρόπος πολλαπλασιασμού είναι με μοσχεύματα (κλαδιά), τα οποία χρειάζονται ελεγχόμενο περιβάλλον με αμμώδες έδαφος και κατάλληλη θερμοκρασία για να ριζώσουν, και πολύ χρόνο από τη ριζοβολία ως τη συνέχιση της ανάπτυξης. Γι’αυτό θα δείτε δεντράκια μικρά, αλλά πυκνά και ίσως με κώνους, ή κι αν δεν έχουν, θα τους κάνουν σύντομα. Εάν ήταν από σπόρο, θα έπαιρναν μερικά χρόνια μέχρι να πάρουν αυτό το σχήμα και να κάνουν κώνους, κι επίσης αρχικά τα φύλλα τους θα ήταν λεπτά βελονοειδή κι όχι λεπιοειδή, αταβιστικό στοιχείο των προγονικών μορφών.

Πέρα από φύτευση ως μοναχικό ή ορόσημο δέντρο, μπορεί να φυτευθεί σε σειρές για να κάνει ανεμοφράκτη, ή σε μικρές ομάδες σαν δάσος. Σε δοχεία τα πάει εξίσου καλά. Τα δύο πανύψηλα κυπαρίσσια του πατέρα μου που βρίσκονται σε τεράστιες γλάστρες έχουν ξεπεράσει τα δύο και κάτι μέτρα και παράγουν μεγάλες ποσότητες κώνων. Το ένα απ’τα δύο μεγάλα ήταν εκεί πριν αγοραστεί το σπίτι από τον προηγούμενο κάτοχο, πριν 12 χρόνια, και σίγουρα το δέντρο θα προϋπήρχε εκεί ήδη για κάποια χρόνια. Πλέον το φυτό αυτό έχει αποκτήσει στο μυαλό μας συμβολική αξία. Περιμένω κι εγώ το δικό μου κάποτε να φτάσει σε τέτοιο ύψος.

Το δικό μου φυτό το πρόσθεσα στη συλλογή μου πέρσι το φθινόπωρο, αντί ενός γιούκα. Από γιούκα έχω πολλά και σκοπεύο στο τέλος ν’αφήσω μόνο ένα, αντικαθιστώντας τα υπόλοιπα με διάφορα άλλα φυτά. Είναι πολύ αργά στην ανάπτυξη και όλα τους ομοιόμορφα. Ήταν από τον πατέρα μου, ο οποίος εκτός από τα δύο μεγάλα έχει κι άλλα τέσσερα μικρότερα. Το φυτό είναι φουντωτό, πλέον υγιές, με τρεις κεντρικούς κορμούς, με το μεγαλύτερο στη μέση διαμέτρου περίπου 3 εκατοστών, και τους άλλους δύο λεπτότερους. Για τον πρώτο μήνα ήταν καλά με λίγη ανάπτυξη, μετά όμως άρχισε να ρίχνει λεπτά κλαδάκια από το εσωτερικό του πιθανόν λόγο στρες μεταφύτευσης. Γρήγορα Εμφανίστηκε και το κολλώδες μελίτωμα από τις αφίδες που μάλλον έφερε από πριν αλά λόγω στρες υπερπολλαπλασιάστηκαν, κι έπρεπε να χρησιμοποιώ συνέχεια το αυτοσχέδιο φάρμακο. Προςτο τέλος του χειμώνα η κόλλα εκμηδενίστηκε. Παρατήρησα όμως νωρίς το Μάρτιο λίγη κόλλα κοντά στους κεντρικούς κορμούς, και ψέκασα άλλες δύο φορές. Τώρα δεν έμεινε τίποτα. Όλες οι κορυφές του φυτού άρχισαν δυνατή ανάπτυξη με πολλούς λεπτούς βλαστούς. Το πιο εκπληκτικό όμως ήταν ότι φέτος έβγαλε για πρώτη φορά κώνους! Είναι φυτό περίπου 3-4 χρόνων, και φέτος είναι η πρώτη του φορά, γι’αυτό και είναι λίγοι, διάσπαρτοι, κι όχι σ’όλα τα κλαδιά. Τους πρωτοπαρατήρησα στα μέσα του Μαρτίου, και ήδη τώρα έχουν μεγαλώσει. Το δέντρο πάει καλά.

Όπως είπα πιο πάνω, το δέντρο αυτό έχει συνδεθει με το θάνατο από τα αρχαία χρόνια. Σύμφωνα με τη μυθολογία, ο Κυπάρισσος από την Κω, αγαπημένος του Απόλλωνα, σκότωσε κάποτε κατά λάθος το αγαπημένο του ελάφι κι άρχισε να θρηνεί τόσο πολύ, ώστε ο Απόλλωνας τον μεταμόρφωσε στο ομώνυμο δέντρο που θα θρηνεί αιώνια, με τα δάκρυά του το ρετσίνι που στάζει. Θεωρείται επίσης ότι το επιβλητικό του σχήμα, το βαθυπράσινο χρώμα του και η ανικανότητα αναγέννησης αν κοπεί απ’τη βάση του οδήγησαν σ’αυτήν τη σύνδεση. Στην Αρχαία Αθήνα ήταν το μόνο φυτό που μπορούσε να γίνει στεφάνι στα αγάλματα του Πλούτονα. Επίσης με τα κλαδιά του στολίζονταν σπίτια σε πένθος, ενώ καιγόταν ως καθαρτήριο στις καύσεις των νεκρών. Τέλος τα φέρετρα των πρώτων πεσόντων κάθε πολέμου κατασκευάζονταν από το ξύλο του, όπως μας λέει ο Θουκυδίδης στον Επιτάφιο του Περικλέους «λάρνακας κυπαρισσίνας».

Πηγές και ιστοσελίδες:
άρθρο της Βικιπαίδειας
άρθρο της αγγλικής Wikipedia
το κυπαρίσσι ως μπονσάι

Ενημέρωση 10/4/2013: Το κυπαρισσάκι μου έχει πολύ περισσότερους κώνους φέτος. Τα χαμηλότερα κλαδιά τα κλάδεψα, και τά’δωσα στα κουνέλια μου να τα φάνε. Πρόσεξα πως τρώνε τα λεπτά κλαδάκια εύκολα, το υπόλοιπο μάλλον λόγω ρετσινιού δεν το θέλουν. Επίσης
έγινε και το άρθρο για τα εξωτικά κυπαρίσσια
(λεμονοκυπάρισσα, κυπαρίσσια Αριζόνας κλπ).

Ενημέρωση 15/5/2016: Δυστυχώς το κυπαρισσάκι μου είχε επαναλαμβανόμενα προβλήματα με το μελίτωμα και ξηράνσεις πολλών κλαδιών, και τελικά ξεράθηκε. Πιθανόν κάποιος μύκητας θα το πρόσβαλε. Πέρσι το φθινόπωρο είχαν νεκρωθεί και οι δύο μικρότεροι κορμοί, τους οποίους έκοψα. Μόνο ο κεντρικός έμεινε με ελάχιστη πρασινάδα στην κορυφή, ο οποίος τελικά ξεράθηκε επίσης. Τα τελευταία χρόνια στο μπαλκόνι του πατέρα μου έχει φυτρώσει και μεγαλώνει στη γλάστρα με τις ίριδες ένα μικρό κυπαρισσάκι από σπόρο, ο οποίος σίγουρα προήλθε από τα μεγαλύτερα δέντρα. Τώρα έχει φτάσει μόλις τα 20 εκατοστά στο δύσκολο εκείνο περιβάλλον, ενώ κανονικά το δέντρο αυτό βάζει 30-60 εκατοστά ύψους το χρόνο, κι όμως έκανε κώνους. Είναι καλό υλικό για μπονσάι, και ίσως το πάρω γι’αυτόν το σκοπό.
Ψάχνοντας για το συγκεκριμένο δέντρο σήμερα, βρήκα κάποιες πολύ ενδιαφέρουσες πληροφορίες για την αναπαραγωγική βιολογία του. Το κυπαρίσσι αυτό παράγει δύο ειδών κώνους. Οι πρώτοι είναι και οι συνηθέστεροι, οι οποίοι ανοίγουν και πέφτουν μόλις ωριμάσουν οι σπόροι και ξεραθούν. Οι δεύτεροι διατηρούνται ζωντανοί πάνω στο φυτό έως και γαι 20 χρόνια. Ανοίγουν όταν αφυδατωθούν, σε αντίθεση με τους κώνους του πεύκου, που ανοίγουν μόλις χάσουν τη ρητίνη τους. Μπορούν να ανοίξουν έως και σε θερμοκρασία 0 βαθμών Κελσίου αν αφυδατωθούν. Οι κώνοι αυτή κάνουν δυνατή τη διασπορά σπόρων σε μεγάλη κλίμακα έπειτα από πυρκαγιά, η οποία είναι συχνή στα μεσογειακά οικοσυστήματα, αλλά και μετά από άλλες καταστροφές. Οι κώνοι αυτοί επίσης την επιβίωση αρκετών σπόρων παρά την πίεση από θηρευτές σπόρων ή παθογόνους οργανισμούς, όπως έντομα και μύκητες αντίστοιχα. Η ωρίμανση του δέντρου αυτού είναι αρκετά γρήγορη. Συχνά ένα κυπαρίσσι μπορεί να κωνοφορήσει μόλις στο δεύτερο χρόνο της ζωής του. Αν και το φυτό είναι μόνοικο κατά την ωριμότητα, μέχρι τα 10 χρόνια συμπεριφέρεται ως δίοικο. Οι πρώτοι κώνοι είναι συνήθως θηλυκοί, ώστε τα δενδρύλλια να μη γονιμοποιηθούν από τον εαυτό τους ή από συνομήλικα, αλά από μεγαλύτερα δέντρα, τα οποία έχουν επιβιώσει από διάφορες δοκιμασίες κι άρα τα γονίδιά τους είναι ισχυρότερα. Μετά, στα τέσσερα χρόνια, τα κυπαρισσάκια μπορούν να παράγουν αρσενικούς κώνους. Μεγαλύτερα δέντρα που βρίσκονται σε στρεσογόνες συνθήκες τείνουν να γίνονται κυρίως αρσενικά, ώστε να ελαχιστοποιούν τις αναπαραγωγικές τους δαπάνες. Αν και η γρήγορη αναπαραγωγική ωρίμανση συνδέεται συνήθως με βραχύβια είδη γρήγορης ανάπτυξης, το συγκεκριμένο δεν ισχύει γι’αυτό το κυπαρίσσι, που μπορεί να ζήσει έως και 1.000 χρόνια ή και περισσότερο. Το γηρεότερο κυπαρίσσι στον κόσμο είναι το δέντρο Σαρβ-ε_Αμπαρκούχ, το Κυπαρίσσι του Αμπαρκούχ στην ομώνυμη επαρχεία του Ιράν, το οποίο προστατεύεται ως φυσικό μνημείο και υπολογίζεται ότι έχει ζήσει πάνω από 4.000 χρόνια, και θεωρείται ιερό από τους ζωροαστριστές. Έχει ύψος 25 μέτρα και περιφέρεια 18 μέτρα. Σήμερα αποτελεί πόλο έλξη τουριστών. Αν κάποτε πάω στο Ιράν δε θα πρέπει να παραλείψω να το επισκεφθώ.

Advertisements