νεαρό δέντρο τον Ιούνιο του 2011

Κλαδί του ίδιου φυτού νωρίς το Μάρτιο με εμφανή ουλή φύλλου και μάτι.

Το όνομα και μόνο αυτού του δέντρου προκαλεί αμέσως το άγχος και το μίσος. «Είναι ένα ζιζάνιο που βρωμάει υπερβολικά και τα καλύπτει όλα.», θά’λεγε κάποιος χαρακτηριστικά. Και πράγματι το κακό του όνομα δικαιολογείται πλήρως. Ας πούμε όμως πρώτα για το είδος, τα χαρακτηριστικά και την οικολογία του, και μετά θα φτάσουμε στα προβλήματα που προξενεί.

Ο αείλανθος καταγόταν αρχικά από την κεντρική και βόρεια Κίνα, την Ταϊβάν και τη Βόρεια Κορέα. Νωρίς κατά τους ιστορικούς χρόνους όμως εξαπλώθηκε στο μεγαλύτερο μέρος της Κίνας, στην Ιαπωνία και στη Νότια Κορέα. Το επιστημονικό του όνομα είναι αείλανθος ο υψηλότατος (Ailanthus altissima), και αντίθετα με τα υπόλιπα είδη του γένους του, ευδοκιμεί σε εύκρατα κλίματα. Ανήκει στην οικογένεια των σιμαρουβιδών (Simarubaceae) και στην τάξη των σαπινδωδών «sapindales», στα δικοτυλήδονα.
Είναι φυλλοβόλο δέντρο ύψους 17-27 μέτρων, με χοντρά κλαδιά και μεγάλα φύλλα. Ο κορμός σε μεγάλα δέντρα μπορεί να φτάσει και το ένα μέτρο σε διάμετρο με γκριζωπό λείο φλοιό που μπορεί να έχει ελαφρές αυλακώσεις σε άτομα μεγάλης ηλικίας. Παρόμοια είναι και τα μεγάλα κλαδιά. Τα λεπτότερα κλαδιά είναι κοκκινοκαφέ και λεία, με εμφανείς τους φακοειδείς πόρους (τα ανοίγματα των ξυλωδών επιφανειών των φυτών που έχουν εξειδικευμένα κύτταρα για την αναπνοή κι άλλες λειτουργίες) με μεγάλα, πτεροειδή έντονα ανοιχτοπράσινα φύλλα που φύονται εναλλάξ, μήκους από 30 εκ. έως και ένα μέτρο με 10-41 ωοειδή ελαφρώς ασύμμετρα ζευγαρωτά φυλλάρια μήκους 5-18 εκ. και πλάτους 2,5-5 εκ., με αδενώδεις τρίχες στη βάση τους συνδεδεμένα στο φύλλο με μικρό μίσχο μήκους 5-12 χιλιοστών. Ο μίσχος του φύλλου είναι κοκκινοπός με διογκωμένη βάση. Το χειμώνα με την πτώση των φύλλων στα κλαδιά μένουν οι χαρακτηριστικές ουλές ή αποτυπώματα των φύλλων ανάποδου τριγωνικού η καρδιοειδούς σχήματος, με το μικρό στρογγυλεμένο χνουδωτό μάτι στο κέντρο της πάνω πλευράς. Στα νεαρά άτομα την άνοιξη συνήθως ανοίγουν περισσότερο το μάτι της κορυφήυς και το αμέσως κατώτερό του. Αυτά τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάνουν το είδος εύκολα αναγνωρίσιμο και κατά την περίοδο ανάπτυξης και το χειμώνα. Τα δέντρα αυτά βγάζουν εύκολα παραφυάδες από μάτια των ριζών τους, και μπορούν έτσι να επανέλθουν εύκολα αν κοπούν. Νεαρά φυτά ή νεαρές παραφυάδες έχουν αραιότερα κλαδιά με πολύ μεγαλύτερα φύλλα. Στην ηλικία αυτή επίσης, μέχρι τα τέσσερα χρόνια η ανάπτυξη είναι ταχύτατη, και το φυτό μπορεί να βάζει 1-2 μέτρα το χρόνο, εξού και η αγγλική ονομασία για το φυτό «tree of heaven», δέντρο του ουρανού ή του Παραδείσου. Το φυτό των φωτογραφιών είναι ένα τέτοιο νεαρό άτομο. Αργότερα τα κλαδιά πληθύνουν και τα φύλλα λίγο μικραίνουν, η ανάπτυξη ωστόσο παραμένει πάλι εντονότερη σε σχέση μ’άλλα δέντρα. Ο αείλανθος είναι βραχύβιο δέντρο, ζώντας συνήθως 50 χρόνια. Ο κορμός του είναι δύσκαμπτος και ασταθής και μπορεί να σπάσει μ’ένα δυνατό άνεμο. Οι παραφυάδες ωστόσο μπορούν να τον συνεχίσουν. Όλα τα μέρη του φυτού, περισσότερο όμως τα φύλλα, αναδίδουν μια πραγματικά απαίσια μυρωδιά, εξού και τα ονόματα «βρωμοκαρυδιά», «βρωμούσα» και «βρωμόδεντρο», σαν κάτι πολύ πικρό, χόρτο και ξηρό καρπό, που παρομοιάζεται με χαλασμένα φυστίκια ή κάσιους, ωστόσο δεν έχω μυρίσει τίποτα απ’τα δύο για να μπορώ να συγκρινω ο ίδιος.
Τα φυτά είναι δίοικα, δηλαδή κάθε φυτό έχει ξεχωριστό φύλο. Τα άνθη βγαίνουν στη νέα ανάπτυξη Απρίλιο με Ιούλιο, ανάλογα με το κλίμα της περιοχής, εδώ στη Θεσσαλονίκη Μάιο, σε ανθήλες(σύνθετους βότρεις) έως και 50 εκ. Είναι πολύ μικρά, κιτρινοπράσινα ή κοκκινωπά, με 5 ενωμένα σέπαλα και 5 κολητά πέταλα. Τα θηλυκά στον ύπερο έχουν 5 χωριστά καρπόφυλα, το καθένα με μία ωοθήκη, δηλαδή το καθένα θα εξελιχθεί σε ξεχωριστο καρπό μ’ένα σπόρο, με ενωμένους τους στύλους τους και αστεροειδή στίγματα. Τα αρσενικά έχουν 5-10 στήμονες, αλλ’όχι ύπερο, ενώ τα θηλυκά φέρουν και στήμονες αλλά στείρους (στημονοειδή. Ένα αρσενικό δέντρο μπορεί να παραγάγει έως και 3-4 φορές περισσότερα άνθη από ένα θηλυκό, κι επίσης τα άνθη του αρσενικού αναδίδουν σε απόσταση αυτήν την υπερβολικά απαίσια και αποπνικτική μυρωδιά, εξαιρετικά ενοχλητική και ανυπόφορη εκεί που βρίσκονται τέτοια δέντρα, για να προσελκύσουν τους επικονιαστές. Οι καρποί είναι πανάλαφρες κάψουλες 2,5 εκ. σε μήκος κι 1 σε πλάτος, μ’ένα σπέρμα η κάθε μία διαμέτρου 5 χιλιοστών. Είναι κεκαμμένες ώστε να στρυφογυρίζουν ευκολότερα με τον άνεμο κι έτσι να μεταφέρονται μακρύτερα. Μπορούν ακόμα να μεταφέρονται και με τα υδάτινα ρεύματα. Ένα θηλυκό υπολογίζεται ότι μπορεί να παραγάγει 30000 σπόρους ανά κιλό βάρους δέντρου κάθε χρόνο.
Η παραπάνω περιγραφή είναι της κοινής και πλέον σχεδόν παγκοσμίως εξαπλωμένης κινέζικης ποικιλίας (Ailanthus altissima var. altissima). Υπάρχουν άλλες δύηο ποικιλίες: αυτή των υψιπέδων της ΤαΪβάν (A. A. var. tanakai), με κιτρινωπό φλοιό και μικρότερα φύλλα στα 45-60 εκ. με μικρά φυλλάρια που απειλείται, και η A. A. sutchenensis, με κόκκινα κλαδιά. Επίσης έχουν παραχθει και μερικές καλλιεργημένες ποικιλίες γνωστές κυρίως στην Κίνα, όπως η μορφή με τα κόκκινα φύλλα.

Στην κίνα το δέντρο λέγεται «τσόουτσουν», δηλαδή δύσοσμο δέντρο, και χρησιμοποιείται ως καλλωπιστικό, ως παραδοσιακό φάρμακο για ασθένειες από ψυχασθένεια μέχρι φαλάκρα, και για την ξυλεία του. Από το ξύλο του κατασκευάζονται έπιπλα και ξύλινα σκεύη ατμομαγειρέματος, το αρνητικό του όμως είναι ότι είναι δύσκαμπτο και σπάει όταν στεγνώνει. Επίσης με τα φύλλα του τρέφεται η πεταλούδα Samia cynthia, τις οποίας το μετάξυ είναι φθηνότερο και ισχυρότερο από το κοινό, όμως σκληρό στην υφή και δύσκολο στη βαφή.

Ο αείλανθος ηρθε στην Ευρώπη περίπου το 1740 από το Γάλλο Ηισουίτη Πιερ Νικολά ντ’Ινκαρβίλ, ο οποίος έστειλε λίγους σπόρους από το Πεκίνο στο βοτανολόγο φίλο του Μπερνάρ ντε Ζυσιέ, νομίζοντάς το για το κινέζικο βερνικόδεντρο (Toxicodendron vernicifluum). Ο Ζυσιέ φύτεψε μερικούς σπόρους στη Γαλλία κι έστειλε μερικούς σε Βρετανούς βοτανολόγους μεγάλων κήπων. Γρήγορα το δέντρο εξαπλώθηκε και στην υπόλοιπη ευρώπη, χάρη και στην επιροή που είχαν τότε οι ανατολικές τέχνες. Το 1786 το είδος εισήχθηκαι στις Η.Π.Α. Συνέχισε να είναι δημοφιλές και κατά το 19ο αι., οπότε φυτευόταν ως συχνά στους δρόμους των πόλεων, αν κι από τότε άρχισε να ενοχλεί τους κηπουρούς με την επιθετική του τάση και τη δυσοσμία του. Το πρόβλημα άρχισε από τότε. Στην Ελλάδα ήρθε επί Όθωνος, οπότε φυτεύτηκε για πρώτη φορά στο Βασιλικό Κήπο, τώρα Εθνικό.

Και φτάνουμε σήμερα οπότε το είδος έχει γίνει πραγματικό πρόβλημα όπου έχει εγκατασταθεί. Αυτό το δέντρο είναι προσαρμοσμένο να ευδοκιμεί σε διαταραγμένες περιοχές και σε πολλές και διαφορετικές αντίξοες συνθήκες. Στις χώρες προέλευσής του προτιμά τα βαθιά και υγρά πηλώδη εδάφη ήυ τα ασβεστολιθικά, αν και μπορεί στην πράξη να βρεθεί παντού. Συχνά φυτρώνει σε μέρη που άλλα δέντρα δε θα μπορούσαν να ζήσουν. Μπορεί να φυτρώσει ακόμα και ανάμεσα στο τσιμέντο. Για παράδειγμα έχω δει σπορόφυτο αυτού του είδους φυτρωμένο ανάμεσα σε δύο σκαλιά μιας μικρής εκκλησία στο χωριό μου. Στις πόλεις μπορεί να βρεθεί σε εγκαταλελειμμένα οικόπεδα, χαλάσματα, βιομηχανικές και υποβαθμισμένες περιοχές, εξού και το αμερικανικό του όνομα «getto palm» φοίνικας των γκέτο. Το φυτό των φωτογραφιών βρίσκεται στη Σχολή Τυφλών, όπου υπάρχουν σχεδόν παντού όπου έχει έδαφος εκτός από φάτσα κάρτα που προσέχουν, κι επίσης και σ’άλλα εγκαταλελειμμένα μέρη κατά μήκος της Παραλίας.
Το φυτό αντέχει τη ρύπανση με διοξείδιο του θείου και όζον από τα καυσαέρια και τη σκόνη τσιμέντου και λιθανθρακόπισσας. Είναι ανθεκτικότατο στην ξηρασία, χάρη στη μεγάλη υδατοαποθηκευτική ικανότητα του ριζικού του συστήματος. Ευδοκιμεί σε οποιονδήποτε τύπο εδάφους, από ελαφριά έως συμπιεσμένα, χαμηλά σε φώσφορο ή υψηλής αλατότητας, με διακύμανση πh από αλκαλικό έως υπερβολικά όξινο 4,1. Για την τελευταία του αντοχή το φυτό αυτό χρησιμοποιείται για αποκατάσταση μολυσμένων εδαφών ορυχίων.
Πέρα όμως απ’αυτήν τη χρήση, το δέντρο αυτο είναι επικινδυνο οπουδήποτε αλλού. Αναπτύσσεται ανεξέλεγκτα, και οι ρίζες του μπορούν να σπάσουν σωλήνες κι άλλες υπόγειες κατασκευές που τυχόν βρίσκονται κοντά. Εάν το φυτό κοπεί ξαναβλαστάνει αμέσως με νέες παραφυάδες από το εκτεταμένο του ριζικό σύστημα, μπορεί και σε απόσταση από τον αρχικό κορμό. Αναστέλλει ακόμα την ανάπτυξη των διπλανών φυτών εκκρίνοντας την αλληλοπαθητική ουσία αειλανθόνη, η οποία παρουσιάζει τη μεγαλύτερη συγκέντρωση στο φλοιό και στις ρίζες. Με μελέτες φάνηκε ότι αυτή η ουσία βλάπτει σοβαρά ή και σκοτώνει τους σπόρους και τα σπορόφυτα κοινών καλλιεργούμενων ποωδών φυτών όπως ο αρακάς και το καλαμπόκι αλλά και άγριων, και τον περισσότερων ανθοφόρων και κωνοφόρων δέντρων, με λίγες εξαιρέσεις. Ωστόσο πληθυσμοί φυτών που έχουν εκτεθεί μακροχρόνια στην ουσία μπορεί να εξελίξουν μεγαλύτερη ανθεκτικότητα. Η τοξίνη αυτή δεν επηρεάζει μέλη του ίδιου είδους. Η αλληλοπάθεια δεν είναι μοναδική σ’αυτό το είδος, και οι καρυδιές, πολλά κωνοφόρα αλλά και ο μαΪντανός είναι επίσης αλληλοπαθητικά. Επομένως το δέντρο αυτό είναι πραγματικός κίνδυνος για κάθε εύκρατο οικοσύστημα, και δη μεσογειακό. Παρόλα αυτά το 2000 είχε προταθεί στην Ελλάδα από δήθεν ειδικούς ως κατάλληλο για αναδασώσεις!

Δύο όμως είναι οι κύριοι εχθροί του φυτού: η πλημμύρα και η σκιά. Ο αείλανθος μπορεί να ζει σε πολύ βροχερά μέρη, αλλά δεν ανέχεται το πλημμυρισμένο έδαφος. Στη σκιά η ανάπτυξή του μειώνεται σημαντικά και στο τέλος πνίγεται από τα υπόλοιπα φυτά, ωστόσο σε μία μελέτη βρέθηκε ότι ο αείλανθος μπορεί να εκμεταλλευτεί μικρά φυσικά κενά στην κάλυψη ενός δάσους ώστε να φτάσει αμέσως στο φως.
Το φυτό είναι δηλητηριώδες με λίγους φυσικούς εχθρούς. Μερικές κάμπιες λεπιδοπτέρων, πέρα από το προαναφερθέν μεταξοπαραγωγικό είδος, τρέφονται με τα φύλλα του. Η εξάπλωση του φυτού αυτού στη Βόρεια Αμερική επέκτεινε την εξάπλωση της πεταλούδας Atteva aurea, η οποία τρεφόταν μ’άλλα μέλη της ίδιας οικογένειας της Κεντρικής και Νότιας Αμερικής. Η ζημια όμως απ’αυτά τα έντομα είναι αμελητέα.

Η περιοχή με τη μεγαλύτερη εξάπλωση του επιθετικότατου αυτού είδους είναι η Βόρεια Αμερική, όπου μπορεί να βρεθεί σε ξερά βουνά, εγκαταλελειμμένες περιοχές ή πυκνές συστάδες κατά μήκος λεωφόρων. Αμέσως μετά είναι η Νότια Ευρώπη, μετά η Βόρεια, και στο τέλος η Αυστραλία και η Νέα Ζηλανδία, όπου ευτυχώς ακόμα δεν έχει εξαπλωθεί σημαντικά. Η καταπολέμηση του φυτού αυτού είναι τρομερά δύσκολη, και το απλό κόψιμο δεν αρκεί. Οι παραφυάδες θα πρέπει ν’αφαιρούνται για χρόνια και ίσως χρειαστεί και η εφαρμογή ζιζανιοκτόνων για την καταστολή του.

Γνωρίζω δύο πληθυσμούς αυτού του φυτού, ο ένας είναι στην περιοχή της Σχολής Τυφλών και της υπόλοιπης Παραλίας όπως είπα, και ο άλλος είναι στο χωριό μου, στους Πύγους Κοζάνης. Γι’αυτους που γνωρίζουν, βρίσκεται στον ξερό λόφο της Αγ. Παρασκευής στη μεσαία γειτονιά. Από εκεί κάθε φορά που περνούσα ξερίζωνα τα σπορόφυτα ή έσπαγα τα μεγαλύτερα (το τελευταίο αναποτελεσματικό), αποφάσισα όμως να τ’αφήσω στην ησυχία τους, μιας κι εκεί δε φυτρώνει σχεδόν κανένα δέντρο λόγω ξηρασίας.

Πηγές για τις πληροφορίες:
άρθρο της αγγλικής wikipedia
άρθρο της βικιπαίδειας.
Πράσινος…εισβολέας

Advertisements