η μπανανιά μου ακόμα μικρή 30/8/2011

Η παραπάνω φωτογραφία είναι απ’το φυτό μου στις 3 Σεπτεμβρίου. Από τότε οι μικρότεροι βλαστοί έχουν κοπεί, κι ο ψηλότερος έβαλε πέντε ακόμα μεγάλα φύλλα ως το χειμώνα. Τώρα βρίσκεται σε φάση αναμονής στη σκάλατης πολυκατοικίας ώσπου να το ξαναβγάλω μαζι με τ’άλλα ευπαθή φυτά την επόμενη εβδομάδα.

Αυτή η ποικιλία μπανανιάς είναι μια νάνα με τελικό ύψος περίπου κοντά στα δύο μέτρα, με μεγάλα, ωοειδή φύλλα που έχουν μια τεράστια κόκκινη κηλίδα με ακανόνιστα όρια στο μεγαλύτερο μέρος της επάνω επιφάνειάς τους. Τα φύλλα των νεαρών παραφυάδων ή αυτά που βγαίνουν σε λίγο φως είναι πράσινα. Αναπτύσσεται ταχύτατα, και παράγει παραφυάδες συνεχώς. Έως τώρα δεν έχω δει άνθη ή μπανάνες σ’αυτήν την ποικιλία, αλλ’αναμένεται να βγουν πιστεύω σε 1-2 χρόνια με καλή φροντίδα.

Το παραπάνω φυτό έχει πολύπλοκη ιστορία. Προέρχεται απ’το χωριό μου, τους Πύργους Κοζάνης, από ένα σπίτι παππούδων των φίλων μου οι οποίοι το είχαν για 2 χρόνια περίπου, αγορασμένο από τη Νάουσα. Το χειμώνα το έφερναν μέσα στη σκάλα, και την άνοιξη το ξανάβγαζαν στην αυλή. Ζούσε σε μια μικρή γλάστρα με αργιλώδες χώμα και μηδενική αποστράγγιση εκτός από ένα μικρό ράγισμα κάτω, και με τα συνεχή βαριά ποτίσματα που του δίνανε κατέληξε να βρίσκεται σε μια κατάσταση κατάπτωσης. Αρχικά φαινόταν υγιές με πολλά φύλλα και γεμάτο μικρές νέες παραφυάδες, αλλ’όταν ποτιζόταν συχνά τα περισσότερα φύλλα μαραίνονταν και προφανώς πολλές ρίζες θα σάπιζαν. Το χρώμα της ποικιλίας μ’άρεσε πολύ, κι αν και δεν είχα σκοπό να βάλω μπανανιά στη συλλογή μου, τελικά πέρσι τουν Ιούλιο έκοψα με το μαχαίρι ένα κομμάτι υπόγειου κορμού μαζί με λίγες ρίζες και μια μικρή παραφυάδα. Τον έφερα εδώ στη Θεσσαλονίκη αφού τον είχα τυλίξει σε υγρό χαρτί και η παραφυάδα με πολλές ρίζες είχαν σπάσει στο δρόμο. Εδώ τον φύτεψα σε μια γλάστρα με πλούσιο χώμα και χάρη στο
αυτόματο πότισμα
φύτρωσε κι αναπτύχθηκε ενώ εγώ έλειπα. Όταν επέστρεψα για λίγο σε μια βδομάδα, είχε βγάλει δύο επιφανειακά βλασταράκια. Έπειτα από δύο εβδομάδες είχε μεγαλώσει περισσότερο με μικρά πλατιά φύλλα. Ύστερα συνέχισε την ανάπτυξη κανονικά, και στα τέσσερα μεγάλα φύλλα έκανε και το πρώτο κόκκινο. Το Σεπτέμβριο έκοψα τις δύο παραφυάδες για πολλαπλασιασμό στον πατέρα μου, εκ των οποίων η μία έπιασε. Ο πατέρας μου επίσης πήρε και μια μεγάλη, κανονική μπανανιά. Η μπανανιά μου λοιπόν συνέχισε την ανάπτυξη μέχρι τα πρώτα κρύα των μέσων του Οκτωβρίου οπότε άνοιγε σιγά-σιγά το τελευταίο περσινό της φύλλο, πιο ανοιχτόχρωμο απ’τα προηγούμενα. Είχε εντωμεταξύ κάνει και μια μικρή παραφυάδα στη βάση του κορμού. Τέλη νοεμβρίου-αρχές Δεκεμβρίου την έφερα στην προστατευμένη χειμερινή θέση για τα ευπαθή ειδη, κι έκοψα πολλά απ’τα φύλλα της τα οποία έδωσα στα
κουνέλια.
Τα κουνέλια πρόσεξα ότι τιμούν ιδιαιτερα τα φύλλα της μπανανιάς, όχι όμως τη μπανανόφλουδα. Ο χυμός του φυτού μυρίζει σαν μπανανόφλουδα. Όλο το διάστημα του χειμώνα το φυτό έχει κάνει μόνο ένα φύλλο το οποίο άνοιξε μόλις τώρα, πολύ μικρότερο και ανοιχτοπράσινο απ’το λίγο φως και τη χαμηλή θερμοκρασία.

Η μπανανιά δε χρειάζεται ιδιαίτερες συνθήκες για ν’αναπτυχθεί, απλώς ήλιο, ζέστη, πλούσιο έδαφος με κανονική αποστράγγιση, και έντονο πότισμα και λίπανση. Τον αριθμό παραφυάδων που πρέπει να μείνουν το κανονίζει ο καθένας. Εγώ για παράδειγμα θέλω να κρατήσω 3-4. Στις εντατικές καλλιέργειες για φαγητό κρατούν συνήθως δύο, τη μία που θα δώσει τον καρπό της τωρινής χρονιάς και μια άλλη μικρότερη για την επόμενη σοδειά, κι όταν μεγαλώσει και αφού τελειώσει η πρώτη μεγάλη, κρατάν πάλι την επόμενη δεύτερη. Οι μπανανιές επίσης δε θέλουν πολύ αέρα ούτε έντονη δραστηριότητα, διότι τα φύλλα τους είναι λεπτά και σχίζονται εύκολα. Αν για παράδειγμα βάλετε μια μπανανιά εκει που παιδιά παίζουν μπάλα πιθανότατα θα γίνει ταινίες. Από ασθένειες δεν έχω αντιμετωπίσει ακόμα καμία, αλά προφανώς θα προσβάλλεται από τα περισσότερα κοινά έντομα των φυτών, τα οποία αντιμετωπίζονται με το κατάλληλο σκεύασμα.

Η μπανανιά δεν είναι δέντρο, είναι ένα μεγάλο χόρτο. Είναι το μεγαλύτερο ποώδες ανθοφόρο φυτό, εάν εξαιρέσουμε τα εξαπλούμενα ριζωματώδη που μπορούν να καλύψουν τεράστιες εκτάσεις. Είναι μονοκοτυλήδωνο της οικογένειας των μουσιδών και της τάξης των ζιγγιβερωδών, μαζί με τα τζίντζερ, τα πουλιά του Παραδείσου κι άλλα μεγάλα μονοκοτυλήδωνα. Σχεδόν όλες ανήκουν στο γένος Musa (μούσα), από το γιατρό του Ρωμαίου αυτοκράτορα Αυγούστου Αντώνιο Μούσα, ή αραβικό «μαούζ», όχι από τις γνωστές μούσες. Η λέξη «μπανάνα» προέρχεται είτε από το αραβικό «μπανάν», το δάχτυλο, είτε από το αφρικανικό ουολόφ «μπανάανα», που ίσως έχει αραβική προέλευση.

Ο πατέρας της σύγχρονης βιολογικής ταξινόμησης Κάρολος Λινναίος ταξινόμησε τις μπανάνες σε δυο κύρια ειδη ανάλογα με τη χρήση τους, δίνοντας τα ποιητικά ονόματα Musa sapientium (μούσα των σοφών) για τις γλυκές φαγώσιμες μπανάνες, και Musa paradisiaka (μούσα η παραδεισιακή) για τις αμυλούχες μαγειρευτές. Αν κι εμείς γνωρίζουμε κυρίως τις φαγώσιμες, στις τροπικές χώρες υπάρχουν και πολλές ποικιλίες με σκληρότερους, περισσότερο αμυλώδεις καρπούς που μαγειρεύονται. Αργότερα το σύστημα του Λινναίου απορρίφθηκε με την αναγνώριση ότι όλες οι ήμερες ποικιλίες της μπανάνας προέρχονται από τα δύο άγρια ασιατικά είδη Musa acuminata (μούσα η οξύληκτη) και Musa balbisiana (μούσα η βαλβισιανή). Έτσι έχουμε μια νέα ταξινόμηση με τρεις υποομάδες: στη μία οι ποικιλίες που φέρνουν περισσότερο στο πρώτο είδος, στη δεύτερη αυτές που φέρνουν στο δεύτερο, και στην τρίτη αυτές με στοιχεία και απ’τα δύο. Η καλλιέργεια του φυτού χρονολογείται πριν περίπου 5000 χρόνια στην Νοτιοανατολική Ασία. Γρήγορα εξαπλώθηκε στην Αφρική, και με την έλευση των Ισπανών και στη Λατινική Αμερική. Ανεξάρτητα είχε εξημερωθεί και στη Νέα Γουινέα πριν 5000-8000 χρόνια.

Ο κορμός της μπανανιάς είναι στην πραγματικότητα ένα ψευδοστέλεχος σχηματισμένο από τις σφιχτές βάσεις των φύλλων. Ο πραγματικός βλαστός είναι υπόγειος, πεπλατυσμένος και κονδυλώδεις, και λέγεται κορμός. Ο κορμός αναπτύσσεται περισσότερο κατά πλάτος βγάζοντας νέα μάτια και μακριές, σαρκώδεις ρίζες. Το ψευδοστέλεχος μιας κανονικής μπανανιάς παραγωγής μπορεί να φτάσει τα 6-7,5 μ. σε ύψος με 20 εκ. διάμετρο, ενώ τα φύλλα της μπορεί να γίνουν έως και 2 μ. μακριά και 60 εκ. πλατιά. Σε 8 περίπου μήνες στην τροπική ζώνη (24 μήνες χωρίς παγωνιά στην εύκρατη), το ψευδοστέλεχος θα πετάξει απ’τη μέση συνήθως μία τεράστια ταξιανθία (καρφί) με πολλά βράκτια φύλλα. Τα αρσενικά άνθη βρίσκονται προς τα κάτω, ενώ τα θηλυκά στην κορυφή. Μετά τη γονιμοποίηση και την ανάπτυξη των καρπών, παράγεται ένα τεράστιο τσαμπί 30-50 κιλών που χωρίζεται σε 3-20 τμήματα (χέρια), το καθένα έως και με 20 καρπούς. Τα τσαμπιά που αγοράζουμε είναι υποδιαιρεμένα τέτοια «χέρια». Οι καρποί των άγριων μπανανών, όπως άλλωστε όλων των σπερματοφύτων, είναι γεμάτοι σπόρια, αλλά στις ήμερες ποικιλίες το χαρακτηριστικό αυτό έχει χαθεί από παλιά (παρθενοκαρπία) με την επιλεκτική αναπαραγωγή. Αυτό από τη μία είναι καλό κάνοντας το φάγωμα ευκολότερο, από την άλλη όμως η χαμηλή γενετική ποικιλότητα χωρίς ανασυνδιασμό και εξέλιξη προδιαθέτει σε μικρή ανθεκτικότητα σε νέες ασθένειες, κι επίσης η δημιουργία νέων ποικιλιών είναι δύσκολη. Για να δημιουργηθεί μια νέα ποικιλία, θα πρέπει να επιλεγούν άτομα με τα επιθυμητά χαρακτηριστικά από την κοντινότερη σπερματοφόρο ποικιλία, να γίνει η επιλεκτική αναπαραγωγή και μετά πάλι να επιλεγούν τα παρθενόκαρπα άτομα. Οι περισσότερες καλλωπιστικές και λίγες φαγώσιμες ποικιλίες διατηρούν τους σπόρους τους. Μετά την καρποφορία το ψευδοστέλεχος ξεραίνεται, και συνεχίζουν τα επόμενα μικρότερα.

Η μπανάνα είναι φρούτο πλούσιο σε θερμίδες και κάλιο. Προσωπικά είναι ένα απ’τα αγαπημένα μου, μαζί με τη
φράουλα
και λίγα ακόμα. Κόβεται άγουρη στις χώρες παραγωγής και ωριμάζει έπειτα στις χώρες προορισμού. Η
τεχνητή της ωρίμανση
είναι ιδιαίτερα εύκολη.

Η κύρια ποικιλία μπανάνας που καλλιεργείται για ευρεία κατανάλωση είναι η Cavendish. Chiquita είναι μια μεγάλη αμερικανική εταιρεία που τις εμπορεύεται, όχι τ’όνομα της ποικιλίας. Δυστυχώς όμως αυτή η ποικιλία λόγω χαμηλής γενετικής ποικιλότητας απειλείται από ένα θανατηφόρο μήκυτα που ήδη έχει καταστρέψει πολλές καλλιέργειες της Αφρικής και της Αυστραλίας. Αν φτάσει στη Λατινική Αμερική, όπου παράγεται το 99% της παγκόσμιας παραγωγής, θα προκληθεί σοβαρότατη καταστροφή. Πέρα από τη ζημιά στο εμπόριο της μπανάνας παγκοσμίως, 500000 φτωχοί καλλιεργητές υπολογίζεται ότι θα μείνουν άποροι λόγω της απώλειας της καλλιέργειας. Οι επιστήμονες προσπαθούν ήδη να δημιουργήσουν ανθεκτικότερη ποικιλία, χωρίς έως τώρα αποτέλεσμα. Για τη δική μου μπανανιά δεν ξέρω ούτε είδος ούτε ποικιλία και θά’ταν καλό κάποιος να μου την αναγνώριζε.

Είναι γνωστό ότι καλλιεγούνται μπανάνες στα νότια ευνοϊκά κλίματα της χώρας μας, όπως στην Κρήτη και στη Ρόδο. Η καρποφορία τους όμως γίνεται και πιο ψηλά. Έχω δει πολές μπανανιές για παράδειγμα στο Πολύχρονο Χαλκιδικής με τις άγουρες μπανάνες τους. Το πρόβλημα μ’εκείνες τις περιοχές είναι ότι το κρύο έρχεται πριν ωριμάσουν πλήρως οι καρποί κι έτσι χάνονται. Λύση σ’αυτό το πρόβλημα είνια η κάλυψη των φυτών με καλό πλαστικό. Σε ακόμα πιο κρύες περιοχές, για να καρποφορήσει η μπανανιά θα ππρέπει να βρίσκεται είτε σε θερμοκήπιο είτε να μετακινείται εκεί το χειμώνα, κάτι δύσκολο λόγω και των τεράστιων διαστάσεων του φυτού, εκτός κι αν είναι νάνα ποικιλία.

Μολονότι τα περισσότερα είδη μπανανιάς δε θ’αντέξουν σε θερμοκρασίες υπό του μηδενός, υπάρχουν κι εδώ εξαιρέσεις. Από τα ανθεκτικότερα είδη είναι η μπανανιά των Ιμαλαΐων (Musa sikkimensis), ένα φυτό που μπορεί να φτάσει και τα τρία μέτρα σ’ένα χρόνο, ενώ το χειμώνα το υπέργειο μέρος παγώνει αφήνοντας μόνο τα υπόγεια που μπορούν ν’αντέξουν έως και -5 βαθμούς.

Πηγές και ιστοσελίδες:
άρθρο της αγγλικής wikipedia
καλλιέργεια μπανανιάς για καρποφορία
καλλωπιστικές ποικιλίες μπανανιάς
η αεπιλή προς τη μπανάν και οι συνέπειες της εξαφάνισης της σημαντικότερης ποικιλίας

Ενημέρωση 15/6/2012: Η μπανανιά μου, ύστερα από περίοδο επανάκαμψης δύο σχεδόν μηνών, μπήκε από τις αρχές του Μαίου στη σταθερή παραγωγή μεγάλων, κοκκινωπών φύλλων.

Η μπανανιά μου 16/6/2012.

Advertisements