το φυτό το καλοκαίρι


φύλλωμα και άνθη

Ετεροχρονισμένη λίγο η δημοσίευση του άρθρου, μιας και η φωτογραφίες του φυτού είναι από τον Ιούλιο του περασμένου καλοκαιριού. Δεν πειράζει όμως, η πληροφορία δεν έχει συγκεκριμένη εποχή και μπορεί να δημοσιεύεται οποτεδήποτε. Είναι ένα από τα λίγα άρθρα για φυτά τα οποία έχω ακόμα καταχωνιασμένα πίσω-πίσω στα προσχέδια και πρέπει οπωσδήποτε να τα δημοσιεύσω. Ύστερα δηλαδή απ’αυτό το άρθρο θ’ακολουθήσουν κι άλλες δημοσιεύσεις για φυτά, όχι όλες από τα προσχέδια.

Το συγκεκριμένο φυτό λοιπόν είναι ένα λιγούστρο ή λιγουστρίνι γένους Ligustrum της οικογένειας των ελεϊδών, της ίδιας που περιλαμβάνει και την ελιά, της τάξης των λαμιωδών, ανθοφόρο δικοτυλήδωνο εννοείται. Το γένος του λιγούστρου περιλαμβάνει 40 είδη, με τα περισσότερα στην Ανατολική Ασία κυρίως στην Κίνα, στην Ιαπωνία, αλλά και στην Κορέα, πιο νότια στην Ινδοκίνα και στα Ιμαλάια. Μόνο ένα είδος ζει στην Ευρώπη, το κοινό λιγούστρο (L. vulgare), που επίσης μπορεί να βρεθεί στη βορειοδυτική αφρική και τη δυτική Ασία. Το είδος της φωτογραφίας είναι το ωοειδόφυλλο λιγούστρο (L. ovalifolium) της Ιαπωνίας. Οι θάμνοι αυτοί δεν έχουν κάτι το ιδιαίτερα αξιοσημείωτο, πέρα του ότι είναι ημιαειθαλείς, διατηρώντας μεγάλο μέρος του φυλλώματός τους το χειμώνα.

Το L. ovalifolium είναι ένας θάμνος μέτριου ύψους στα 2 μ. ή και παραπάνω με μερικούς κεντρικούς βλαστούς και πολλά όρθια κλαδιά σχεδόν ίσου μήκους με τις δικές τους όρθιες διακλαδώσεις (συμποδιακή διακλάδωση), τα οποία φέρουν ζεύγη αντίθετων ωοειδών φύλλων. Το καλοκαίρι, όπως φαίνεται και στη φωτογραφία, ανθίζει με μικρά άνθη σε ταξιανθίες ανθήλες, δηλαδή διακλαδιστούς βότρεις. Ένας βότρυς είναι μια ταξιανθία στην οποία τα άνθη βρίσκονται πάνω σ’έναν βλαστό συνδεδεμένα με ποδίσκο. Τα άνθη έχουν 4 σέπαλα και 4 πέταλα γυρισμένα προς τα πίσω, 2 στήμονες με κίτρινους ή κόκκινους ανθήρες (τα όργανα που παράγουν τη γύρη) κι ένα χαμηλό ύπερο στη μέση, κι αναδίδουν λεπτό άρωμα από πολύ κοντινή απόσταση σαν πασχαλιάς. Έχω παρατηρήσει ότι προσελκύουν μέλισσες και χρυσομπούμπαρους. Όταν ο ύπερος γονιμοποιηθεί, τα πέταλα και οι στήμονες πέφτουν αφήνοντας μόνο τον ύπερο στο κέντρο του σωλήνα του κάλυκα. Έπειτα σχηματίζονται μικροί σφαιρικοί καρποί δρύπες, οι οποίοι είναι δηλητηριώδεις για τον άνθρωπο, αλλά φαγώσιμοι για τα πουλιά, με τα οποία γίνεται κιαι η διασπορά των σπόρων μέσω των περιττωμάτων τους.

Όπως και τα υπόλοιπα μέλη του γένους αυτού, το φυτό αυτό είναι όπως ειπα ημιαειθαλές, δηλαδή δε ρίχνει πλήρως τα φύλλα του το χειμώνα, αλλά κρατά τα περισσότερα έως την αρχή της άνοιξης, οπότε αρχίζουν ν’αποκολλώνται εύκολα. Κατά το ψυχρό διάστημα τα φύλλα καφετιάζουν, περισσότερο στην επάνω επιφάνεια. Τα φύλλα του φυτού στην ενεργη περίοδο κανονικά είναι πράσινα, αλλ’η συγκεκριμένη ποικιλία (aureum) είναι ποικιλόχρωμη με κίτρινο σε μεγάλο μέρος της περιφέρειας των φύλλων. Αυτή η παραλλαγή εμφανίζεται όταν υπάρχουν και μη φωτοσυνθετικά κύτταρα στο φυτό. Τέτοια φυτά βγάζουν κατά καιρούς και κανονικούς βλαστούς με πράσινα φύλλα που συνήθως τους κλαδεύουν για να κρατήσουν ομοιόμορφη την εμφάνιση του φυτού, όμως στην περίπτωση του συγκεκριμένου θάμνου που έβγαλε λίγους τέτοιους δεν τους κάναμε τίποτα.

Το συγκεκριμένο θάμνο τον είχα αγοράσει από μία ανθοέκθεση της Θεσσαλονίκης το 2006. Ήταν κλαδεμένος σε σχήμα πον-πον με μία μπάλα βλάστησης κάτω, γυμνό κορμό στη μέση και μια άλλη μπάλα στην κορυφή. Μετά από δύο χρόνια αποφάσισα να κόψω όλο το γυμνό μέρος με την κορυφή για να τον επαναφέρω στο φυσικό του σχήμα. Έπειτα το μετακίνησα στο χωριό μου (Πύργοι Κοζάνης) όπου τον έβαλα στο έδαφος, ώστε να ψηλώσει στο μέγιστο. Από τότε έχει γίνει πολύ μεγαλύτερος, αν κι ακόμα δε με ξεπέρασε στο ύψος, έχει όμως αυξηθεί πάρα πολύ σε πλάτος και πυκνότητα. Φέτος ήταν η πρώτη χρονιά που άνθισε. Τώρα το χειμώνα που πήγα εκεί, τοείδα μ’όλα τα καφετιασμένα του φύλλα μέσα στο παχυ χιόνι. Λόγω μεγαλύτερου υψομέτρου εκεί, η ανάπτυξή του έχει διαφορετικό χρονοδιάγραμμα απ’ό,τι εδώ στη Θεσσαλονίκη. Αντί για παράδειγμα να βγάζει τα νέα ματάκια νωρίς το Μάρτιο τα βγάζει στα τέλη του ή τον Απρίλιο. Έπειτα αναπτύσσεται ταχύτατα μέχρι το καλοκαίρι και μετά πάλι θ’αναπτυχθεί αν και λιγότερο το φθινόπωρο. Τα φύλλα αρχιζουν να καφετιάζουν τον Οκτώβριο, ενώ εδώ θα γινόταν το Νοέμβριο.

Το άλλο κοινό είδος είναι το ευρωπαΪκό ή κοινό λιγούστρο (L. vulgare), με εξάπλωση από τη Σκανδιναβία έως το Μαρόκο και την Πολωνία και τη Μέση Ανατολή. Αυτό το είδος μπορει να φτάσει και τα 5 μέτρα με πιο επίμηκη φύλλα, αλλ’επειδή το γιαπωνέζικο είδος κρατά τα φύλλα του καλύτερα το χειμώνα η καλλωπιστική χρήση του ιθαγενούς περιορίστηκε.

Κύρια πηγή για τις πληροφορίες όσον αφορά τα είδη και τα στοιχεία τους είναι το
άρθρο της αγγλικής wikipedia
με τους συνδέσμους που οδηγούν στις αντίστοιχες σελίδες για τα δύο πιο γνωστά είδη.

Advertisements