Στο
προηγούμενο θέμα
είχα κάνει λόγο για τις διαφορές στο μέσο δείκτη νοημοσύνης που παρατηρούνται ανάμεσα στις διάφορες πληθυσμιακές ομάδες, οι οποίες, όπως είναι αναμενόμενο, έχουν προκαλέσει και συνεχίζουν να προκαλούν μεγάλη διαμάχη ανάμεσα στους επιστήμονες και στους μη. Και είναι απλό το θέμα αυτής της διαφωνίας, από τη μία οι υποστηρικτές των διαφορών θεωρούν πως κύριο αίτιο των ανισοτήτων στον κόσμο είναι η διαφορετική νοημοσύνη των διαφόρων ομάδων, κι από την άλλη οι υποστηρικτές της ισότητας κατηγορούν τους πρώτους για ρατσισμό, και υπονοούν ότι με την αποδοχή αυτών των διαφορών θα σημαίνει ότι κάποιοι άνθρωποι είναι φύσει κατώτεροι από άλλους. Δυστυχώς όμως οι αποδείξεις για την ορθότητα των πρώτων είναι αρκετές, και τα ευρήματά τους συνήθως επιβεβαιώνονται από διάφορες ασύνδετες μεταξύ τους μελέτες και σε άσχετα μεταξύ τους μέρη του κόσμου.

Στο προηγούμενο θέμα λοιπόν, αλλά και σε παλαιότερα, αναρωτιόμουν για τη θέση της χώρας μας στον κόσμο όσον αφορά το μέσο όρο νοημοσύνης. Ίσως, λέω, πολλά από τα προβλήματα του κράτους μας, που ξεκινούν από πολύ παλιά, οφείλονται στη χαμηλή μας νοημοσύνη σχετικά με άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Δεν είχα όμως τοτε συγκεντρώσει επαρκή στοιχεία για να κάνω θέμα, τώρα όμως έχω βρει αρκετά που θα παραθέσω παρακάτω.

Ο εθνικός μέσος όρος νοημοσύνης έχει συσχετιστεί με διάφορες μεταβλητές σε διάφορες χώρες, όπως αέπ, ανισότητα, δημοκρατία, βρεφική θνησιμότητα κ.ά. Όπως είναι αναμενόμενο, οι χώρες με υψηλό γενικό δείκτη τείνουν να έχουν ψηλότερες τις καλές μεταβλητές και χαμηλότερες τις κακές. Ωστόσο η μέτρηση του μέσου δείκτη κάθε χώρας είναι δύσκολη. Μπορεί οι μελετητές π.χ. να διάλεξαν λάθος δείγμα που να μην αντιπροσωπεύει όλη τη χώρα, μπορεί ο δείκτης να βασίζεται σε κατά προσέγγιση εκτίμηση από γειτονικές χώρες, μπορεί η μελέτη να είναι παλιά κ.ά. Επίσης ο μέσος όρος δεν αντικατοπτρίζει πάντοτε την πραγματικότητα στη χώρα. Μπορεί για παράδειγμα μία συγκεκριμένη χώρα να είναι πολύ ανεπτυγμένη, αλλά να έχει δύο κύριες ομάδες με δείκτες νοημοσύνης κοντά στο ακραίο υψηλότερο και χαμηλότερο, με την ομάδα του υψηλού να ωθεί την ανάπτυξη, κι ο μέσος δείκτης να βγαίνει κάπου στη μέση π.χ. Ισραήλ, ή, μπορεί σε μερικές χώρες ο δείκτης να φαίνεται πολύ χαμηλός για το επίπεδο ανάπτυξής τους (περισσότερα παρακάτω).

Οι πηγές μου είναι περίπου 4. Ξεκινάω με την ευρωπαϊκή στατιστική. Σ’αυτήν την στατιστική λοιπόν που βρήκα στη
σελίδα των ευρωπαϊκών στατιστικών,
υπάρχουν οι μέσοι όροι διαφόρων χωρών και μερικών εκτός ευρωπαΪκής ένωσης. Απ’ό,τι κατάλαβα όπως έγραφε πάνω, μετρήθηκαν άτομα από 144 χώρες με συνολικό αριθμό ατόμων τα 1175453. Σύμφωνα μ’αυτή τη στατιστική, η Ελλάδα έχει μέσο όρο νοημοσύνης το 103,57, κι ενδεικτικά αναφέρω και τους μέσους όρους άλλων χωρών: Κίνα 123, Αλβανία 114,73, Χονκ Κονγκ 111,79, Ισλανδία 111,78, Γερμανία 110,7, Κύπρος 110,41, Ρωσία 110,62, Καναδάς 108,75, Ελβετία 106,71, Σουηδία 106,09, Γαλλία 105,9, Νορβιγία 104,71, Βρετανία 104,2, Η.Π.Α. 103,882, Βουλγαρία 102,09.

Θα περιμέναμε ο μέσος όρος κάθε χώρας να συναρτάται με το επίπεδο ανάπτυξής της, όμως δε φαίνεται κάτι τέτοιο. Η Αλβανία για παράδειγμα υπερέχει εμάς στα 114, παρόλο που βρίσκεται πολύ πίσω ακόμα σε σχέση μ’άλλες ευρωπαϊκές χώρες, ακόμα και από τη Βουλγαρία που βρίσκεται στο 102. Αντίθετα ανεπτυγμένες χώρες όπως η Σουηδία, η Νορβιγία και η Βρατανία βρίσκονται κάτω του 107. Η Ελλάδα βρίσκεται στο ίδιο σχεδόν επίπεδο με την Αμερική, παρόλο που η δεύτερη βρίσκεται σαφώς πολύ ψηλότερα στο επίπεδο ανάπτυξης, άλλά μπορούμε να αντισταθμήσουμε αυτό θεωρώντας πως ο χαμηλός μέσος όρος της Αμερικής οφείλεται στις πολλές κοινωνικές και φυλετικές ομάδες που περιλαμβάνει. Πάντως ή τα δείγματα ήταν λανθασμένα, ή περιορισμένα σε μόνο μια συγκεκριμένη πληθυσμιακή ομάδα π.χ. μαθητές, ασθενείς νοσοκομείων, στρατιωτικούς ή για κάποιον άλλον λόγο τ’αποτελέσματα βγήκαν έτσι ανορθόδοξα. Δεν ξέρω τίποτα για την προέλευση των δεδομένων ούτε τις μεδόδους των επιστημόνων, ούτε καν ποιοι ήταν αυτοί που έκαναν τη μελέτη, προφανώς όμως μέλη της Ευρωπαϊκής Στατιστικής Υπηρεσίας. Ίσως όμως, ας βάλουμε ένα μικρό ενδεχόμενο, τ’αποτελέσματα αυτά ν’αντιστοιχούν πράγματι με μεγάλη ακρίβει αστο μέσο όρο κάθε χώρας. Τότε θα πρέπει ν’αναζητηθούν αλλού τα αίτια της ανάπτυξης ή της υπανάπτυξης της κάθε μίας, αν και αυτό μου φαίνεται παράδοξο.

άλλη σημαντική μου πηγή είναι ο επιστήμονας Richard Lynn. Ο εν λόγω Βρετανός ψυχολόγος έχει ασχοληθεί ιδιαίτερα με το θέμα της νοημοσύνης και την ευθύνη της για την ύπαρξη της παγκόσμιας ανισότητας και για το διαφορετικό επίπεδο ανάπτυξης κάθε κράτους. Ο Λυννέχει γράψει τρία βιβλία γι’αυτό το θέμα από το 2002 έως το 2008. Σε μια
μελέτη
που έγινε το 2005 και δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Times της Νέας Υόρκης, αν και στο φόρουμ που έδωσα παραπάνω το θέμα έγινε το 2006. Η μελέτη περιελάμβανε 23 χώρες, από τις οποίες όλες των κορυφαίων 10 ήταν είτε δυτικές είτε βόρειες με εξαίρεση την Ιταλία. Σύμφωνα μ’αυτήν τη μελέτη στην κορυφή βρίσκεται η Γερμανία με μέσο δείκτη νοημοσύνης τα 107, οι Ρώσοι βρίσκονται στην 17η θέση με 96, η Ελλάδα στην 18η μόνο με 95, η Βουλγαρία και η Ρουμανία στο 94, ενώ η Σερβία βρίσκεται στην 23η θέση, στο τέλος δηλα΄δη, μόνο με 89. Διαβάζοντας αυτά τα δεδομένα ο εκκινητής του θέματος του φόρουμ προβληματίζεται για το λόγο που ο συγκεκριμένος ερευνητής τοποθετεί τα κράτη με ορθόδοξο θρήσκευμα τόσο χαμηλά, και υποθέτει ότι υπάρχουν σκοπιμότητες. Εγώ δεν πιστεύω ότι υπάρχουν σκοπιμότητες σ’αυτές τις μετρήσεις, ή, καλύτερα, θέλω να πιστεύω. Μία σωστή επιστημονική μελέτη δε θα πρέπει νά’χει σκοπιμότητες ή ν’αποσκοπεί στην επιβεβαίωση των απόψεων του ερευνητή, ή στην εξυπηρέτηση συμφερόντων της ομάδας που του ανέθεσε τη δουλειά. Φυσικά αυτό δε γίνεται πολλές φορές με δυσάρεστα έως και καταστροφικά αποτελέσματα βλ. επιστήμονες Ναζί. Παρόλα αυτά θεώρησα πως τέτοιες μελέτες δεν εξυπηρετούν κανένα συμφέρον οπότε δεν ανέφερα παραπάνω τις σκοπιμότητες ως λόγο για τον οποίον ο μέσος δείκτης μιας χώρας μπορεί να βγει λανθασμένος.

Ο Λυνν επίσης στην ίδια μελέτη υποστηρίζει ότι η χώρα με τον υψηλότερο δείκτη νοημοσύνης τείνει να κερδίζει τους πολέμους, δίνοντας το παράδειγμα των μακροχρόνιων πολέμων μεταξύ Βρετανίας και Γαλίας με τελικό νικητή τη Βρετανία με μέσο 100 ενώ η Γαλλία έχει μόνο 94. Εάν όμως η χώρα με τον υψηλό δείκτη έχει υπεράριθμους εχθρούς, τότε μπορεί να χάσει, όπως στην περίπτωση της ναζιστικής Γερμανίας του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου.
Επιπλέον σύμφωνα με μετρήσεις του, η μέση κρανιακή χωρητικότητα των κεντρικών και των Βορειοευρωπαίων είναι τα 1320 κυβικά εκατοστά σε σχέση με τα 1312 των Νοτιοευρωπαίων. Υποθέτει πως το ψυχρότερο κλίμα ανάγκασε τους εκεί πληθσμούς να προσαρμοστούν χρησιμοποιώντας τον εγκέφαλό τους αποτελεσματικότερα, κυνηγώντας για παράδειγμα μεγαλύτερα θηράματα και τρεφόμενοι έτσι με περισσότερες πρωτεΐνες και ωφέλιμα μέταλλα. Η παραπάνω θεωρία είναι απλά μια υπόθεση, που ίσως έχει μια κάποια βάση ίσώς όμως όχι. Πάντως η διαφορά των 8 κυβ. εκ. μεταξύ Βόρειων και Νότιων είναι γελοία, και παραπέμπει περισσότερο στις ρατσιστικές κρανιομετρικές αναλύσεις του 19ου αι. Επίσης εδώ να πω ότι δεν είναι μόνο η κρανιακή χωρητικότητα, και συνεπως ο όγκος του εγκεφάλου που καθορίζουν τη νοημοσύνη, γιατί τότε οι Νεάντερταλ θά’πρεπε να είναι κατά πολύ εξυπνότερι από μας ΜΕ ΚΡΑΝΙΑΚΉ ΧΩΡΗΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΑ 1300-1900 ΚΥΒ. ΕΚ., και οι γυναίκες πολυ χαζότερες από τους άντρες με μικρότερη χωρητικότητα ΚΑΤΆ 10%, ΌΜΩς ΔΕΝ ΕΊΝΑΙ ΈΤΣΙ. Σημαντικότερο ρόλο παίζει η εσωτερική δομή του εγκεφάλου, η αναλογία μεγέθους του νεφλοιού (η έξω επιφάνεια των ημισφαιρίων υπεύθυνη για ανώτερες νοητικές λειτουργίες στα θηλαστικά), κι άλλα νευροανατομικά χαρακτηριστικά.

Τέλος μια ακόμα παρατήρηση του Λυνν έχει να κάνει με τη Βρετανία και την Ιρλανδία, την οποία κατέταξε στην 8η θέση με μέσο δείκτη τα 100. Παρατηρεί λοιπόν διαφορές στο μέσο όρ ανάλογα με την περιοχή. Η Αγγλία και η Ουαλία έχουν μέσο όρο τα 100,5, ενώ η Σκοτία και η Ιρλανδία έχουν 97. Το Λονδίνο επίσης και η γενικότερη περιοχή του έχουν μεγαλύτερο μέσο όρο στα 102. Ο λόγος είναι ίσως γιατί οι εξυπνότεροι άνθωποι συγκεντρώνονταν στην πιο κεντρική περιοχή με τις περισσότερες ευκαιρίες αφήνοντας τους άλλους πίσω. Εδώ έχω να κάνω μια παρατήρηση: Γιατί οι Κέλτες παρήκμασαν; Η Γαλλία ήταν κάποτε γαλατική, αλά τώρα οι κάτοικοί της μιλούν μια λατινογενή γλώσσα. Στη Βρετανία και στην Ιρλανδία παρατηρούνται οι προαναφερθήσες διαφορές στο μέσο δείκτη, με το χαμηλότερο στις κελτικές περιοχές, οι οποίες επίσης μιλούν κυρίως την αγγλικη γλώσσα, ενώ η δικές τους τείνουν να εξαφανιστούν. Μήπως οι Κέλτες έχουν χαμηλότερο μέσο δείκτη νοημοσύνης σε σχέση με τη λατινική και τη γερμανική φυλή;

Κάποιος άλλος λοιπόν στη συζήτηση αυτού του φόρουμ επίσης θεωρεί πως ο Λυνν εξυπηρετεί σκοπιμότηττες, δίνοντας το στοιχείο των στατιστικών της Μένσα σύμφωνα με τις οποίες πρώτοι σε αριθμό είναι οι Εβραίοι, μετά οι Σλοβένοι, και μετά οι Σέρβοι, εκτός Μαυροβουνίου και Κοσόβου. Δεν ξέρω κατά πόσο αυτά ισχύουν, μια και δεν έδωσε τεκμήριο ότας ο ίδιος μάλον Βαλκάνιος εθνικιστής, αλλά κι αν ισχύει, δε σημαίνει ότι τα μέλη της Μένσα αντιπροσωπεύουν το μέσο όρο της χώρας. Μπορεί μια συγκεκριμένη ομάδα ανθρώπων σ’αυτές τις χώρες νά’χει ιδιαίτερα υψηλή νοημοσύνη, ενώ ο γενικός πληθυσμός να βρίσκεται κατώτερα.

Ο Richard Lynn όπως είπα έγραψε τρία βιβλία σχετικά μ’αυτο το θέμα. Στο πρώτο του,
«Η νοημοσύνη και ο πλούτος των εθνών»
«IQ and the wealth of nations», που εκδόοθηκε από το Λυνν και τον πολιτικό επιστήμονα Tatu Vanhanen το 2002. Κεντρικό τους εύρημα ήταν ότι ο μέσος δείκτης νοημοσύνης μιας χώρας σχετίζεται θετικά με το αεπ της (ακαθάριστο εγχώριο προΪόν). Από τα 185 κράτη που μελέτησαν, τα 104 εκτιμήθηκαν κατά προσέγγιση από γειτονικά ή φυλετικά παρόμοιά τους κράτη. Περισσότερα στοιχεία είχαν για 88 χώρες. Βρήκαν λοιπόν ότι ο μέσος δείκτης νοημοσύνης σχετίζεται κατά 0,82 με το αέπ μιας χώρας και κατά 0,64 με την οικονομική της ανάπτυξη μετά το 1950. Αναγνωρίζουν ωστόσο κι εξαιρέσεις. Κάποιες χώρες μπορεί να έχουν υψηλό δείκτη αν και η οικονομία τους ειναι κεντρικά σχεδιασμένη κι όχι ελεύθερη, ενώ άλλες μπορεί να είναι πάμπλουτες, αλλά με χαμηλό μέσο δείκτη, όπως το Κατάρ με 78, αλλά σημαντικά κοιτάσματα πετρελαίου. Η Ελλάδα υπολογίστηκε στο 92, πράγμα λανθασμένο όπως θα δούμε παρακάτω.
Στο επόμενο βιβλίο των ίδιων δύο επιστημόνων
«Νοημοσύνη και παγκόσμια ανισότητα»
«IQ and global iniquality», που εκδόθηκε το 2006, βελτιώνεται κατά πολύ η θεωρία από το προηγούμενο, αφού τώρα είχαν στη διάθεσή τους στοιχεία από 113 χώρες, ενώ για τις υπόλοιπες 79 χρησιμοποίησαν υπολογισμό κατά προσέγγιση. Συσχέτισαν τον υψηλό δείκτη με υψηλό αέπ, υψηλότερο ποσοστό εγγράμματων ενηλίκων, υψηλό ποσοστό εισόδου στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, υψηλότερο προσδόκιμο ζωής, μεγαλύτερο επίπεδο δημοκρατικοποίησης, μεγαλύτερο δείκτη ανθρώπινης ανάπτυξης, μεγαλύτερο δείκτη ανάπτυξης ως προς το φύλο, μεγαλύτερη οικονομική ανάπτυξη, χαμηλότερο δείκτη Τζίνι ανισότητας σε εισόδημα ή κατανάλωση, λιγότερο πληθυσμό κάτω από το διεθνές όριο της φτώχειας των $2 τη μέρα, χαμηλότερα ποσοστά υποσιτισμού, χαμηλότερα ποσοστά μητρικής θνησιμότητας, χαμηλότερα ποσοστά βρεφικής θνησιμότητας, υψηλότερα επίπεδα αντίληψης της διαφθοράς, μεγαλύτερη οικονομική ελευθερία και υψηλότερο δείκτη ελεύθερης οικονομίας, και στενότερη πληθυσμιακή πυραμίδα.
Ενδεικτικά αναφέρω τους μέσους όρους ορισμένων χωρών σύμφωνα με το βιβλίο: Σιγκαπούρη 108, Νότια Κορέα 106, Ιαπωνία 105, Ιταλία 102, Ισλανδία, Μογκολία, Ελβετία 101, Αυστρία, Λουξεμβούργο, Βρετανία, Ολλανδία 100, Νορβιγία, Καναδάς, Γερμανία, Σουηδία, Πολωνία 99, Αυστραλία, Δανία, Η.Π.Α. 98, Ρωσία 97, Σλοβενία 96, Πορτογαλία, Ισραήλ 95, Ρουμανία, Αρμενία 94, Αργεντινή 93, Ελλάδα 92, Κύπρος 91, Αλβανία, Τουρκία, Χιλή 90, Σερβία, Κόστα Ρίκα 89, Μεξικό 88, Αζερμπαϊτζάν, Κούβα, Υεμένη 85, Αφγανιστάν, Ιράν 84, Λιβύη, Ομάν 83, Ζιμπάμπουε 82, Μαλδίβες 81, Κένυα 80, Σρι Λάνκα 79, Νεπάλ 78, Νότια Αφρική 77, Σενεγάλη 76, Μάλι 74, Γκάνα 73, Τανζανία 72, Τζαμάικα, Σουδάν 71, Μποτσουάνα 70, Αιθιωπία 69, Σωμαλία 68, Λιβερία 67, Γκάμπια 66, Καμερούν 64, Αγία Λουκία 62, Ισημερινή Γουινέα 59.
Παρατηρούμε ότι μέχρι περίπου το 95 βρίσκονται οι αρκετά ανεπτυγμένες χώρες, ενώ έως το 90 άλλες είναι περισσότερο κι άλλες λιγότερο ανεπτυγμένες. Η Γερμανία έχει κατέβει κατά απολυ από το 107 του Λυνν προηγούμενως στο 99, μαζί με την Πολωνία που κάποτε πολεμούσε θεωρώντας κατώτερη, λόγω πιθανόν καλύτερου δείγματος ή από άλλα συμπεράσματα του Βανχάνεν. Η Ελλάδα βρίσκεται τόσο κάτω λόγω λανθασμένης μεθόδου του Λυνν, για την οποία θα πω παρακάτω. Επίσης μου φαίνεται παράξενο η Κύπρος να είναι χαμηλότερα από την Ελλάδα, μια και οικονομικά κι όχι μόνο είναι περισσότερο επιτυχημένη. Όσο ακόμα κατεβαίνουμε στην κλίμακα, συναντούμε περισσότερα αραβικά κι Αφρικανικά κράτη. Το τέλος μάλιστα αποτελείται αποκλειστικά από αφρικανικές χώρες. Εδώ είναι αξιοσημείωτη η υψηλότερη θέση του Ισραήλ σε σχέση με τις γειτονικές του, μάλλον λόγω μεγάλου εβραϊκού ποσοστού, και είναι γνωστό ότι
οι Εβραίοι έχουνν υψηλή νοημοσύνη.
Τέλος ενδιαφέρουσα είναι η περίπτωση της Ιταλίας, επειδή βρίσκεται αρκετά ψηλότερα από άλλες νοτιοευρωπαϊκές χώρες. Πράγματι στην αρχαιότητα είχε γίνει υπερδύναμη με τη Ρωμαίκή Αυτοκρατορία, από το Μεσαίωνα και την Αναγέννηση έχει βγάλει πολλούς γνωστούς ανθρώπους, κυρίως καλλιτέχνες, αλλά κι επιστήμονες, ο βορράς έχει αναπτύξει τη βαριά βιομηχανία, αλλ’ακόμα κι ο νότος, αν και θεωρείται φτωχός, έχει βγάλει μεγάλες φυσιογνωμίες της μαφίας, που σίγουρα θα χρειάζονται υψηλή νοημοσύνη ώστε να μη συλληφθούν. Ο ένας λόγος που βρίσκω είναι ότι επειδή για μεγάλο μέρος της ιστορίας της ήταν, κυρίως στα βόρεια, υπό κατοχή γερμανικών φύλων κι έπειτα της Αυστριακής Αυτοκρατορίας, ίσως ο εκεί πληθυσμός να είχε γερμανικές επιμειξίες. Ο άλλος λόγος είναι απλά λάθος δείγμα για εξέταση.

Το τρίτο βιβλίο που έγραψε μόνο ο Λυνν to 2008
«Η παγκόσμια κωδωνοειδής καμπύλι»
«The global bell curve», αποτελεί μια επιβεβαίωση των ευρημάτων του διαβώητου βιβλίου
«Η κωδωνοειδής καμπύλη»
του 1997 για τις παρατηρούμενες διαφορές του δείκτη νοημοσύνης μεταξύ διαφόρων κοινωνικών και φυλετικών ομάδων των Η.Π.Α., καθώς και για τις διάφορες μεταβλητές που συναρτώνται με το δείκτη νοημοσύνης. Κωδωνοειδής καμπύλη είναι η στατιστική απεικόνηση της κανονικής κατανομής ενός στοιχειου σ’έναν πληθυσμό, και γράφεται ως κώδων (καμπάνα), με το ψηλότερο μέρος τις τιμές κοντά στο μέσο και τα δύο άκρα τις περιπτώσεις στα άκρα της μέτρησης. Η νοημοσύνη παρουσιάζει τέτοια κατανομή.

Το βιβλίο αυτό βασικά επιβεβαιώνει τα ευρήματα του προηγούμενου και για διάφορες άλλες χώρες του κόσμου. Έτσι έχουμε την κατάταξη των φυλών ανάλογα με τη νοημοσύνη τους, με πρώτους τους Ασιάτες και τους Ασκεναζίμ Εβραίους (Ευρωπαίους Εβραίους), μετά τους Ευρωπαίους, μετά τους Ινδιάνους της Αμερικής, Μετά τους Νοτιοασιάτες της Ινδίας, μετά τους μυγάδες της Νότιας Αφρικής, της Λατινικής Αμερικής και της ΚαραΪβικής, και στο τέλος τους Υποσαχάριοι Αφρικανούς και τους ιθαγεννείς της Αυστραλίας. Κι εδώ ο δείκτης νοημοσύνης της κάθε ομάδας συσχετίζεται με διάφορες μεταβλητές οπως επίπεδο εκπαίδευσης, εισόδημα, υγεία, ατυχήματα, έγκλημα, γάμος, γονιμότητα, θνησιμότητα, κρανιακή χωρητικότητα, ανεργία και ποσοστά νοητικής υστέρησης. Γενικά ο μέσος όρος των ανατολικών Ασιατών είναι 105, των Ευρωπαίων 100, των νοτιοανατολικών Ασιατών 87, των Βορειοαφρικανών 84, Των υποσαχάριων Αφρικανών 67-80, και των ιθαγεννών της Αυστραλίας μόνο 62. Οι μυγάδες παρουσιάζουν δείκτη και τις συναρτώμενες μεταβλητές στη μέση σε σχέση με τους δύο γονικούς πληθυσμούς τους.

Επίσης βρέθηκε ότι τα ίδια ευρήματα που ίσχυαν στην Αμερική ισχύουν περίπου και στον υπόλοιπο κόσμο. Γγια παράδειγμα παρόλο που οι Ιάπωνες ήρθαν στη Βραζιλία ως εργάτες στις φυτείες, γρήγορα έφτασαν σε υψηλές κοινωνικές θέσεις. Το ίδιο έγινε με τους Κινέζους στην ΚαραΪβική, στη Χαβάη κι αλλού. Ο ρατσισμός προς άλλες ομάδες όμως δεν εξηγεί τη χαμηλή τους κοινονικοοικονομική θέση, επειδή για παράδειγμα, αν και οι Εβραίοι και οι Ευρωπαίοι μετανάστες διαφόρων χωρών αντιμετωπίστηκαν πολύ άσχημα στην Αμερική και σε παρόμοιες χώρες, σύντομα, περίπου σε τρεις γενιές, έφτασαν να κατέχουν υψηλές κοινωνικές θέσεις.

Ο
Michael Hart
επίσης συμφωνει με το Λυνν και το Filip Rushton στο ότι το ψυχρό κλίμα οδήγησε σε μεγαλύτερους εγκεφάλους, αλλά τονίζει πως δεν είναι μόνο η νοημοσύνη που σχηματίζει τις κοινωνίες. Για παράδειγμα, αν και η Κίνα έχει υψηλό μέσο όρο νοημοσύνης, δεν αναπτύχθηκε πότέ όσο η Ευρώπη γιατί ήταν ένα αχανές, εθνικά αρκετά ομογένες κράτος με πλήρη επάρκεια τροφής και πρώτων υλών, και μικρότερη ακτογραμμή με μικρότερη ανάπτυξη της ναυτιλίας. Η Ευρώπη από την άλλη είχε πολύπλοκη ακτογραμμή, συχνά το εμπόριο γινόταν διά θαλάσσης, αποτελείται από πολλούς λαούς που ιστορικά συχνά πολεμούσαν μεταξύ τους, και οι πόροι της ήταν λίγοι οδηγώντας στις μεγάλες εξερευνήσεις.
Ο Hart θεωρεί ότι η πιο έξυπνη φυλή κατά την προϊστορία στην περιοχή της Ευρώπης ήταν οι Πρωτοϊνδοευρωπαίοι, οι οποίοι υπέταξαν τους προγενέστερους λαούς όπως τους Πελασγούς στην Ελλάδα και τους Ετρούσκους στην Ιταλία, εξαπλώνοντας και τη γλώσσα τους. Η θεωρία πάντως αυτή σφάλλει σε αρκετά σημεία, γιατί δεν είναι δυνατόν μόνο μια φυλή να κατάφερε να υποτάξει όλες τις άλλες της περιοχής της. Εκτός, λέω, αν ο πληθυσμός της ήταν τόσο μεγάλος, ώστε μπορούσε να νικάει τους άλλους μ’ευκολία. Κι αυτό όμως δύσκολο, γιατί σίγουρα και οι άλλες φυλές θα είχαν αρκετό πληθυσμό, επίσης δε θα μπορούσε να υπάρξει τόσο μεγάλλος πληθυσμός ώστε να υποτάξει όλους τους άλλους λόγω των τότε μέσων παραγωγής, κι ακόμα δεν αποκλείεται οι προγενέστερες φυλές να έκαναν συμμαχίες μεταξύ τους για να καταπολεμήσουν τους Πρωτοϊνδοευρωπαίους. Εντούτοις οι ΠρωτοΪνδοευρωπαίοι εξαπλω΄θηκαν, κι ακόμα δεν ξέρουμε ακριβώς πώς.
Ο Χαρτ δεν πιστεύει ότι οι Αρχαίοι Έλληνες είχαν ιδιαίτερη νοημοσύνη σε σχέση με άλλα Ινδοευρωπαϊκά φύλα για να πετύχουν ό,τι πέτυχαν, αλλά τους ωφέλησε ιδιαίτερα η εγγύτητά τους στους πολιτισμούς της Εγγύς Ανατολής, ενώ οι βορειότεροι Ινδοευρωπαίοι παρέμειναν για περισσότερο καιρό απομονωμένη. Δεν αναφέρει για καμία διαφορά της νοημοσύνης μεταξύ Βόρειων και Νότιων Ευρωπαίων.
Τέλος σημειώνει ότι όπου αναπτύχθηκε η γεωργία, η νοημοσύνη των λαών ήταν κάπως υψηλότερη. Υπάρχουν ωστόσο κι εδώ εξαιρέσεις. Υποθέτει ότι στη Μέση Ανατολή, όπου ο μέσος δείκτης έχει υπολογιστη στο 88, η γεωργία αναπτύχθηκε λόγω του φυσικά εύφορου εδάφους που απαιτουσε λιγότερη προσπάθεια από τους καλλιεργητές.

Και τώρα όσον αφορά την Ελλάδα. Πηγή μου είναι
αυτή.

Η πρώτη συστηματική μελέτη που έγινε για την εκτίμηση του μέσου όρου νοημοσύνης της χώρας μας έγινε από το Buj το 1981. Ο Buj συνέκρινε πληθυσμούς από τις πρωτεύουσες 20 ευρωπαϊκών χωρών ως προς τη νοημοσύνη, για πέντε χρόνια έχοντας στο δείγμα άτομα ηλικίας από 16-20 έως 60. Βρήκε τη μεγαλύτερη διαφορά ανάμεσα σε κράτη να είναι μόνο 8 βαθμοί, ενώ δε βρήκε σημαντική διαφορά ανάλογα με το γεωγραφικό πλάτος. Βρήκε ωστόσο διαφορές μεταξύ των Βόρειων με τους Νότιους στο ότι οι βόρειοι έτειναν νά’χουν περισσότερο ομογενή αποτελέσματα. Υποθέτει πως οι Νότιοι, δημιουργώντας πολιτισμό αρκετά νωρίτερα, δημιούργησαν κι ένα πολυπλοκότερο περιβάλλον με διάφορες κοινωνικές ομάδες που ίσως κατέληξαν να έχουν διαφορετικά χαρακτηριστικά. Ίσως επίσης τ’άτομα που επιλέχθηκαν από τις πρωτεύουσες να είχαν διάφορες καταβολές π.χ. άλλοι από επαρχία, άλλοι από πόλη, ή απλώς το δείγμα επιλέχθηκε λανθασμένα. Η μελέτη του Buj βγάζει για την Ελλάδα ένα μέσο δείκτη 99,4, με τυπική απόκλιση (απόκλιση απ’το μέσο που αναμένεται να βρίσκεται μεγάλο μέρος των παρατηρήσεων) το 25,6, πολύ κοντά στους Αμερικανούς της ίδια εποχής.

Όσον αφορά τις διαφορές των ανθρώπων ανάλογα με τις καταβολές του, η μελέτη του Αλεξόπουλου βρήκε διαφορά της νοημοσύνης 12 βαθμών μεταξύ των κατοίκων της επαρχίας μ’αυτών της πόλης το 1979, η οποία μίκρυνε στους 4 το 1997. Θεωρείται πως η διαφορά αυτή ήταν καθαρά πολιτιστική, και υπήρχε λόγω έλλειψης επικοινωνίας, χαμηλότερης εκπαίδευσης κ.ά. Αυτό ενισχύεται κι από το γενγο΄νος ότι τ’αποτελέσματα μαθητών της επαρχίας είναι υψηλότερα απ’αυτά των της πόλης στις Παννελλαδικές Εξετάσεις,ροφανώς γιατί οι πρώτοι προσπαθούν περισσότερο ν’ανέβουν κοινωνικά μπαίνοντας σε μια καλή σχολή.

Ο Richard Lynn παρόλα αυτά στο βιβλίο του του 2002, αλλά και στο επόμενο, μας βάζει στο 92, σε σύγκριση με το βρετανικό πληθυσμο κι όχι με τον πρότυπο αμερικανικό. Το συμπέρασμά του προήλθε από το μέσο όρο δύο μελετών, αυτής του Buj και μιας άλλης του 1961 που έγινε σε παιδιά από 9 έως 14 ετών. Αν και ο δείκτης νοημοσύνςη κατά την παιδική ηλιία σχετίζεται μ’αυτόν στην ενήλικηβ ζωή, πάλι μεταβάλλεται. Επίσης πολλά από εκείνα τα παιδιά ίσως είχαν χαμηλά επίπεδα εκπαίδευσης, γιατί η υποχρεωτική εκπαίδευση καθιερωώθηκε επί Ανδρέα Παπανδρέου το 1965. Τέλος η γενιά εκείνη είχε περάσει από τις ταραχώδεις εποχές του Εμφυλίου, και ίσως δεν κατάφερε ν’αναπτυχθεί σωστά λόγω κακής θρέψης.
Δε θα πρέπει να ξεχνάμε επίσης το
φαινόμενο του Flynn,
τη σταθερή αύξηση της νοημοσύνης που παρατηρείται στα κράτη καθώς αναπτύσσονται. Θεωρείται πως οφείλεται στην καλύτερη θρέψη, σε πιο πολύπλοκα περιβάλλοντα από την παιδική ηλικία, στην καλύτερη εκπαίδευση, ή ακόμα και στην περισσότερη γενετική μείξη. Η τάση αυτή ίσως έχει σταματήσει σε ορισμένες ανεπτυγμένες χώρες, σίγουρα όμως θα έγινε ή μπορεί ακόμα να γινεται στη χώρα μας. Επομένως μπορούμε να κατηγορήσουμε το Λυνν για λάθος μεθοδολογία. Πού ειναι η προσέγγιση που χρησιμοποιούσε;

Μια ακόμα μελέτη έγινε το 2005 από το |Δημητρίου, ο οποίος συνέκρινε το δείκτη νοημοσύνης Ελλήνων και Κινέσων μαθητών. Δε βρήκε σημαντική διαφορά, και το τεστ ίσχυσε το ίδιο και για τις δύο ομάδες, υποδηλώνοντας ότι και οι δύο χρησιμοποιούν παρόμοιο τρόπο σκέψης. Δε βρέθηκε σημαντική διαφορά στον παράγοντα γενικής νοημοσύνης (g factor), εντούτοις οι Κινέζοι μας ξεπερνούσαν σε χωροοπτικές ικανότητες., πιθανόν λογω της εξάσκησής τους στα ιδεογράμματα. Στα πρώτα χρόνια της εκπαίδευσης η διαφορά ήταν μεγάλη, αργότερα όμως αντισταθμίζαμε το πρόβλημα, ώστε να πλησιάζουμε αρκετά κοντά.

Οι παραπομπές του άρθου:

  • 1. Buj, V., 1981, Average IQ values in various European countries, Personality and Individual Differences, 2, 168-169
    2. Alexopoulos, D.S., 1997, Urban vs rural residence and IQ. Psychological Reports, 80, 851-860
    3. Lynn R. and Vanhanen T., 2002, IQ and the Wealth of Nations, Westport, CT: Praeger. [Online Table]
    4. Demetriou, A., 2005, The architecture, dynamics, and development of mental processing: Greek, Chinese, or Universal?, Intelligence, 33, 109-141
  • Απ’ολα τα παραπάνω έχω συμπεράνει ότι σε γενικές γραμμές ο εθνικός μέσος δείκτης νοημοσύνης σχετίζεται με το επιπεδο ανάπτυξης κάθε κράτους, αλλά μια τέτοια σχέση είναι συχνά δύσκολο ν’αποδειχθεί. Οι διαφορές ανάμεσα στις διάφορες φυλετικές ομάδες είναι επιβεβαιωμένες πολλάκις, και γι’αυτές δε χρειάζεται ν’αναφέρω κάτι παραπάνω. Η Ελλάδα θα πρέπει να βρίσκεται γύρω στο 100, ίσως με κάποια μικρή διαφορά από άλλα πιο ανεπτυγμένα κράτη. Πάντως ένας δείκτης στο 100 δεν εμποδίζει σημαντικά την ανάπτυξη, και σίγουρα θα ευθύνονται κι άλλοι λόγοι που έχουν οδηγήσει σ’αυτήν την κατάστασή μας. Το σημαντικότερο πάντως που έμαθα είναι ότι δεν αρκει μια ή και δύο μελέτες, ιδίως αν έχουν πάρει δεδομένα από πολύ παλιότερες κι αμφίβολες, για να σχηματίσεις συμπέρασμα. Θα πρέπι να ψάξεις πώς έγιναν ιοι μελέτες, τι στοιχεία χρησιμοποίησαν οι επιστήμονες, πώς τ’ανέλυσαν, από πού τ’άντλησαν κ.ά. Για παράδειγμα διαβάζω ότι ο Λυνν μας βγάζει στο 92, και λέω αυτομάτως: «Για να βρίσκει αυτό ο μεγάλος επιστήμονας, που έχει ψάξει τόσο αυτό το θέμα, θα πρέπει να έχουμε πραγματικά χαμηλό δείκτη και επομένως από εκεί προέρχοναι όλα τα προβλήματά μας, δυστυχώς δε μπορούμε να τον αλλάξουμε και θα μείνουμε καταδικασμένοι για πάντα, εκτός κι αν γίνει κάποια τεράστια παρέμβαση. Ίσως μας βολεύει να το ακούμε αυτό. Αλλά τελικά δεν ήταν έτσι. Ο Λυνν δε χρησιμοποίησε επαρκείς μελέτες, δεν υπολόγισε το φαινόμενο του Φλυνν, και πιθανον έκανε το ίδιο και σε πολλές άλλες χώρες για τις οποίες είχε λίγα στοιχεία, θεωρώντας πως δε χρειάζεται υπολογισμός κατά προσέγγιση, επομένως απέχει ακόμα αρκετά από τον τέλειο επιστήμονα, τουλάχιστον εδώ. Επειδή όμως είναι επιμελής άνθρωπος και συμβουλεύεται πολλές μελέτες, πιστεύω πως στο μέλλον θα επανεξετάσει και θα διορθώσει το θέμα. Ο εθνικός μας δείκτης είναι κατά πολυ υψηλότερος όντας κανονικά μέσα στον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Με τα παραπάνω θέλω να καταδείξω την υπερβολή της εκτίμησης του Λυνν και να πω πως δεν είναι μόνο ο δείκτης που συμβάλλει σ’αυτήν την κατάσταση, όχι να υποτιμήσω τη σημασία του δείκτη για το επίπεδο ανάπτυξης μιας χώρας. Προφανώς και οι ποιο ανεπτυγμένες χώρες από μας έχουν υψηλότερο μέσο όρο δείκτη νοημοσύνης, αυτό δεν αμφισβητείται.

    Advertisements