Η έκδοση του βιβλίου
«Η κωδωνωτή καμπύλη»
(«The bell curve») από τους Hernstein και Muray το 1994, για τις διαφορές του μέσου όρου του δείκτη νοημοσύνης μεταξύ διάφορων κοινωνικών ομάδων στις Η.Π.Α., πυροδότησε και πάλι μια σφοδρή παλιά διαμάχη μεταξύ επιστημόνων και μη για το θέμα της γονιδιακής συνεισφοράς στη νοημοσύνη, της σχέσης της φυλής και νοημοσύνης, καθώς και το σημαντικότερο, αν δηλαδή θά’πρεπε κάποιες κοινωνικές πολιτικές ν’αλλάξουν μ’αυτά τα ευρήματα, ώστε το 1995 να εκδοθεί από εκλεγμένη ομάδα της Αμερικανικής Ψυχολογικής Ένωσης μία αναφορά με σκοπό να προσπαθήσει να δώσει μια όσο το δυνατόν ουδέτερη άποψη για τα έως τώρα γνωστά, ελλειπώς κατανοημένα, και άγνωστα όσον αφορά το θέμα της νοημοσύνης. Χθες διάβασα αυτό ακριβώς το άρθρο, κι έχω ν’αναφέρω ό,τι νέο έμαθα, καθώς και να κάνω τους σχολιασμούς μου και τις παρατηρήσεις μου. Το κείμενο είναι σε pdf
εδώ.

Γενικά, το περιεχόμενο του άρθρου δεν απέχει και πολύ από την «Κωδωνωτή Καμπύλη», αν κι έχει μετριοπαθέστερο τόνο, τονίζοντας περισσότερο τα ελλειπώς γνωστά στοιχεία. Αρχικά θέτει το πρόβλημα του ορισμού της νοημοσύνης, και των διάφορων μορφών που μπορεί να έχει τα οποία έχουν προταθεί κατά καιρούς. Για παράδειγμα ο Spearman το 1927 πρότεινε την έννοια του γενικού παράγοντα νοημοσύνης, μιας υποτιθέμενης ικανότητας που σχετίζεται στενά μ’όλες τις επιμέρους νοητικές λειτουργίες, και αποτελεί κατά κάποιον τρόπο τη συνολική νοημοσύνη. Αντίθετα ο Gardner το 1982 πρότεινε την ιδέα των πολλαπλών νοημοσυνών, την ύπαρξη δηλαδή κάθε νοητικής λειτουργίας ως ξεχωριστής μορφής νοημοσύνης. Σήμερα επικρατεί το μοντέλο της γενικής νοημοσύνης, αν και από πολλούς έχει αμφισβητηθεί θεωρούμενο ως στατιστικό λάθος των τεστ. Επίσης στο κείμενο γίνεται λόγος και για στοιχεία που δε μπορούν να μετρήσουν τα κοινά τεστ, όπως η προσωπικότητα, οι κοινωνικές δεξιότητες κ.ά., που εξηγούν κατά μεγάλο βαθμό πέρα απ’τη νοημοσύνη την εξέλιξη του καθενός. Οι συγγραφείς διακρίνουν τρείς βασικές νοημοσύνες: την αναλυτική, τη δημιουργική και την πρακτική. Η αναλυτική είναι αυτή που μετριέται καλύτερα στα παραδοσιακά ψυχομετρικά τεστ, ενώ οι άλλες δεν έχουν εκτιμηθεί εξίσου, και λανθασμένα έχουν θεωρηθεί μικρής αξίας. Επιπλέον εξετάζετε η διαφορετική θεώρηση της νοημοσύνης ανάλογα με τον πολιτισμό, κι ότι αυτό που μετρούν τα τεστ είναι στην πραγματικότητα ικανότητες χρήσιμες για το δυτικό κόσμο, όχι όμως για όλες τις κοινωνίες. Για παράδειγμα οι ιθαγεννείς υπανάπτυκτων περιοχών, αν και μπορεί να βρίσκονται χαμηλότερα κατά τα ψυχομετρικά τεστ, είναι κατά πολύ γρηγορότεροι και ακριβέστεροι σε πρακτικά θέματα και απευθείας υπολογισμούς απ’ό,τι οι δυτικοί, ενώ μετανάστες τέτοιων χωρών στις Η.Π.Α., όταν ρωτήθηκαν για το τι θα χαρακτήριζαν ως εξυπνάδα στα παιδιά τους, έδωσαν περισσότερη αξία στην κοινωνική και πρακτική νοημοσύνη παρά στην ψυχομετρική. Παρόλα αυτά, η ψυχομετρική άποψη της νοημοσύνης έχει μεγάλη ιστορία με σταθερά αποτελέσματα και επιβεβαιωμνεές συνέπειες, οπότε αυτήν πραγματεύεται το κείμενο.

Στη συνέχεια υπολογίζεται το ποσοστό που νοημοσύνη προβλέπει την εξέλιξη των μαθητών στο σχολείο και αργότερα. Πράγματι ο δείκτης νοημοσύνης αποτελεί το σημαντικότερο στοιχείο για την πρόβλεψη της σταδιοδρομίας ενός ατόμου. Το ποσοστό που η νοημοσύνη συνεισφέρει στην καλή σχολική επίδοση είναι περίπου το 50%. Δεν αρκεί όμως μόνο αυτό, η θέληση, η σκληρή δουλειά και ηη υπομονή μπορούν επίσης να φέρον καλά αποτελέσματα. Η νοημοσύνη επίσης έχει σχετιστεί θετικά με αποφοίτηση απ’το πανεπιστήμιο κι επαγγελματική καταξίωση, ενώ αρνητικά με την εγκληματικότητα των ανηλίκων.

Στις επόμενες παραγράφους θίγεται ένα πολυ σημαντικό αλλά και νεφελώδες ακόμα θέμα, η συνεισφορά των γονιδίων και του περιβάλλοντος στη διαμόρφωση της νοημοσύνης, απ’όπου έμαθα πολλά. Οι επιστήμονες μπορούν εύκολα να εξετάσουν αυτούς τους παράγοντες μελετώντας μονοζυγώτες διδύμους είτε αναθρεμμένους μαζί είτε σ’άλλες οικογένειες, ετεροζυγώτες διδύμους είτε μαζι είτε σ’άλλες οικογένειες, μέλη της ίδιας οικογένειας μεταξύ τους, και υιοθετημένα παιδιά με γνωστά η όχι στοιχεία και των δύο οικογενειών, ώστε να έρθουν σε ασφαλέστερα συμπεράσματα. Έχει παρατηρηθεί λοιπόν απ’τα παραπάνω ότι και η γενετική και το περιβάλλον παίζουν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της νοημοσύνης, πολύ περισσότερο όμως η γενετική. Για παράδειγμα οι δείκτες νοημοσύνης μονοζυγωτών διδύμουν που ανατρέφονται ξεχωριστά ΕΊΝΑΙ ΌΜΟΙΟΙ ΚΑΤΆ 80%, και τα υιοθετημένα παιδιά παρουσιάζουν διαφορές στη νοημοσύνη από τη θετή τους οικογένεια. Παραδόξως η γενετική συνεισφορά της νοημοσύνης αυξάνεται όσο ένα άτομο μεγαλώνει, ενώ θα περιμέναμε το αντίθετο, η εμπειρία ΔΗΛΑΔΉ που αποκτά κάποιος όσο μεγαλώνει ν’επηρεάζει τη νοημοσύνη πολύ περισσότερο. Έτσι το ποσοστό της νοημοσύνης που μπορεί ν’αποδοθει στα γονίδια στην παιδική ηλικία υπολογίζεται στο 45%, ενώ στην εφηβική και την ενηλικίωση στο 75% κατά τις περισσότερες μελέτες. Στα παιδιά σημαντικό ρόλο παίζουν τα κοινά περιβάλλοντα, στοιχεία δηλαδή που μοιράζονται παιδιά της ίδιας συνήθως οικογένειας, ενώ στην εφηβία και την ενηλικίωση ο ρόλος τους σεδόν μηδενίζεται. Ο λόγος για τον οποίον το ποσοστό κληρονομισιμότητας τηςβ νοημοσύνης αυξάνεται κατά την ενηλικίωση δεν είναι γνωστός, αλλ’ίσως το άτομο επιλέγει περι΄βαλλοντα που ταιριάζουν με τις γονιδιακές του ροπές.

Δε σημαίνει όμως ότι ένα κληρνομήσιμο χαρακτηριστικό δε μπορεί ν’αλλάξει κιόλας. Στην πραγματικότητα, κανένα γονιδιακό χαρακτηριστικό δε μπορεί να διαμορφωθεί χωρίς περιβάλλον. Ως παραδείγματα ΕΠΙΡΟΏΝ ΤΟΥ ΠΕΡΙΒΆΛΛΟΝΤΟς δίνει το ύψος, το οποίο, αν και κατά μεγάλο ποσοστό κληρονομήσιμο, έχει αυξηθεί στις ανεπτυγμένες χώρες, έχοντας όμως ακόμα τις διαφορές ανάμεσα στα άτομα, δηλ. οι ψηλοί γίνονται ψηλότεροι καιοι κοντοί ψηλότεροι. Ενδιαφέρον επίσης παράδειγμα είναι το μέγεθος του λεξιλογίου, το οποίο θεωρείται ότι κληρονομείται κατά μεγάλο βαθμό, αν και κάθε λέξη που γνωρίζουμε την έχουμε μάθει. Ομοίως θα γίνεται και με τη νοημοσύνη, και πράγματι έχει παρατηρηθεί ένα τέτοιο φαινόμενο, το επονομαζόμενο φαινόμενο του Flynn, μια αυξητική τάση της νοημοσύνης σε πολλά μέρη του κόσμου από τότε που η μέτρησή της ξεκίνησε συστηματικά, που καθιστά αναγκαία την ανανέωση των ψυχομετρικών τεστ. Πολλοί επιστήμονες αποδίδουν το φαινόμενο στα πολυπλοκότερα σύγχρονα περιβάλλοντα και το μεγαλύτερο ποσοστό ανθρώπων στην εκπαίδευση και τη μεγαλύτερη διάρκεια αυτής, ενώ άλλοι δεν το θεωρούν ως πραγματική αύξηση του γενικού παράγοντα ευφυίας, απλώς επιμέρους λειτουργιών. Το σχολείο ωστόσο, όπως αναφέρουν οι επιστήμονες, παίζει καθοριστικό ρόλο στην αύξηση τηςβνοημοσύνης, όχι μόνο με τις νέες πληροφορίες που ΤΡΟΦΟΔΟΤΕΊ τους μαθητές, αλλά και με τις δεξιότητες που τους καλλιεργεί. Εντούτοις τα περιβαλλοντικά στοιχεία με θετική επίδραση στη νοημοσύνη δεν είναι ακόμα πλήρως γνωστά.

Εξετάζονται επίσης οι επιβεβαιωμένες αρνητικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις στη νοημοσύνη, όπως χρόνιος υποσιτισμός στην παιδική ηλικία, περιβάλλοντικές τοξίνες όπως π.χ. μόλυβδος ή αλκοόλ κατά την κύηση, κ.ά. Τα υπερβολικά αντίξοα οικογενειακά περιβάλλοντα ίσως επίσης επιδρούν αρνητικά στην πνευματική ανάπτυξη του ατόμου.

Παρόλο που η νοημοσύνη μπορεί, έως ένα βαθμό, να επηρεαστει από το περιβάλλον, δε μπορεί να καλλιεργηθεί τόσο αποτελεσματικά όπως άλλες ικανότητες. Παιδιά με νοητικό πρόβλημα που έλαβαν επιπλέον εκπαίδευση πριντο σχολείο στις Η.Π.Α. έχαναν σταδιακά τις νεοαποκτηθήσες ικανότητές τους μετά το πέρας των μαθημάτων, αν και είχαν μεγαλύτερες πιθανότητες να φτάσουν ως το γυμνάσιο από άλλα που δεν έκαναν τα μαθήματα. Πειραματικές εντατικότερες μορφές εκπαίδευσης ίσως όμως επιφέρουν μονιμότερα αποτελέσματα.

Επίσης σ’αυτό το κεφάλαιο διασαφινίζεται και ο τρόπος μέτρησηςτηςνοομοσύνης τα παιδιά. Η νοημοσύνη συγκρίνετε σε σχέση μ’άλλα παιδιά της ηλικίας του εξεταζόμενου, κι όχι με βάση τον κανονικό μέσο όρο. Ο μέσος όρος νοημοσύνης κατά την παιδική ηλικια σχετίζεται αρκετά μ’αυτόν κατά την ενηλικίωση. Επίσης έμαθα και κάτι άλλο ενδιαφέρον, ότι γίνονται προσπάθειες για εκτίμηση των νοητικών ικανοτήτων ακόμα και των βρεφών. Απ’όσα πειραματικά τεστ με σχήματα έχουν γίνει, η γρηγορότερη απομνημόνευση κι αναγνώριση σχετίζεται με υψηλότερη νοημοσύνη αργότερα. |Ωστόσο η σχέση νοητικής ταχύτητας και νοημοσύνης δεν έχει ακόμα εξακριβωθεί.

Στη συνέχεια ερχόμαστε στο πιο αμφιλεγόμενο κομμάτι, αυτο που έχει σχέση με τη νοημοσύνη ανά κοινωνική ομάδα. Το κείμενο τονίζει πρωτίστως ότι σε μια ιδανική δημοκρατική κοινωνία αξία έχουν οι ικανότητες του καθενός ξεχωριστά, ανεξάρτητα από την ομάδα που πιθανόν ανήκει. Έπειτα τίθεται η σχετική έλλειψη μελετών για τις διαφορές ως το δήθεν πρόβλημα, μολονότι ξέρουμε ότι οι μελέτες που έγιναν σ’αυτόν το χώρο είναι περισσότερες από επαρκείς. Στη συνέχεια εξετάζει τα αποτελέσματα από κάθε ομάδα ξεχωριστά.

Όσον αφορά τους άντρες και τις γυναίκες, δενέχουν βρεθεί σημαντικές διαφορές, εκτός από κάτι σταθερό. Οι άντρες τείνουν να είναι καλύτεροι στη χωρική και μαθηματική νοημοσύνη, ενώ οι γυναίκες στη λεκτική. Τείνουν αλλά δε σημαίνει ότι είναι καθολικος νόμος. Εγώ για παράδειγμα τα πάω καλύτερα στα θεωρητικά μαθήματα παρά στα θετικά. Επίσης οι άντρες είναι καλύτεροι στην πρακτική σκέψη, στην παρακολούθηση κινούμενων αντικειμένων με το μυαλό τους και στη στόχευση. Έχει, λέω εγώ, αυτό καμία σχέση με το κυνηγετικό τους παρελθόν; Οι πααρατηρούμενες διαφορές έχουν αποδοθεί στην τεστοστερόνη κατά την εμβρυική ανάπτυξη. Για παράδειγμα κορίτσια που έλαβαν παραπάνω τεστοστερόνη κατά την εμβρυική ανάπτυξή τους παρουσιάζαν καλύτερες χωρικές ικανότητες και συνήθιζαν να παίζουν περισσότερο με «αγορίστικα» παιχνίδια. Άντρες επίσης μεγάλης ηλικίας που έπαιρναν συμπληρώματα τεστοστερόνης σε μεγάλη ηλικία έδειξαν βελτίωση στις χωρικές τους ικανότητες.

Κατά φυλή η νοημοσύνη παρουσιάζει διαφορές, κι αυτό δε μπορούν να το αρνηθούν ούτε οι μετριοπαθείς. Στις Η.Π.Α., ένα πολυεθνικό περιβάλλον με ομοιόμορφο κατάπολύ ομως πολιτισμό, αυτό είναι εύκολο να μελετηθεί. Έτσι οι Ασιάτες παρουσιάζουν γενικά υψηλότερο δείκτη νοημοσύνης από τους Λευκούς, και οι χώρες της Άπω Ανατολης έχουν από τους υψηλότερους μέσους όρους δείκτών στον κόσμο. Εντούτοις ορισμένες μελέτες τους έχουν τοποθετήσει λίγο ψηλότερα, ίσα ή ακόμα και χαμηλότερα από τους Λευκούς. Δεν είναι τυχαιό όμως ότι μεγάλο ποσοστό ακαδημαϊκών και μεγαλοστελεχών επιχειρήσεων στην Αμερική είνα Ασιάτες.
Οι Ισπανόφωνοι της Αμερικής, που έχουν διάφορες φυλετικές καταβολές από τη Λατινική Αμερική, βρίσκονται κάπου ανάμεσα στους Λευκούς και τους Μαύρους, οι επιστήμονες όμως θεωρούν πως η διαφορά στη γλώσσα εξηγεί καλύτερα τη μειωμένη τους επίδοση. Οι Ινδιάνοι κι αυτοί προέρχονται από πολλές φυλές και πολιτισμούς, και εμφανίζουν παρόμοιο χαμηλό δείκτη.

Το θέμα όμως που έχει προκαλέσει τη μεγαλύτερη διαφωνία είναι οι διαφορές μεταξύ των Λευκών και των Μαύρων. Ο μέσος όρος των Μαύρων τείνει να είναι 15 βαθμούς χαμηλότερος απ’αυτόν των Λευκών. Οι επιστήμονες της αναφοράς όμως μας επισημαίνουν, πριν βιαστούμε ν’αποδώσουμε την τάση αυτήν σε γενετικά αίτια, ότι ακόμα το φαινόμενο δεν έχει μελετηθεί εις βάθος, μολονότι άλλοι επιστήμονες όπως οι συγγραφείς της «Κωδωνωτής Καμπύλης» παρατηρούν αυτήν τη σταθερή διαφορά παρόλο που τα τεστ προσπαθείται να είναι όσο το δυνατό ουδέτερα ως προς πολιτισμό. Η εξήγηση των επιστημόνων της αναφοράς είναι ότι οι Μαύροι, λογω της μακροχρόνιάς τους απομόνωσης και της χαμηλής τους κοινωνικοοικονομικής κατάστασης, έχουν αναπτύξει ένα σύστημα αξιών που απορρίπτει τις κυρίαρχες αξίες των Λευκών, συμπεριλαμβανομένης και της επιτυχίας στην εκπαίδευση. Από την άλλη πολλοί επιστήμονες υποστηρίζουν το αντίθετο, ότι δηλαδή η χαμηλή κοινωνικοοικονομική θέση των Μαύρων είναι αποτέλεσμα της χαμηλής νοημοσύνης τους. Το θέμα είναι πολύ λεπτό, ιδίως σ’αυτην την πολυπολιτισμική εποχή που ζούμε, και πιθανόν δεν συμφέρει να λυθεί ή, ακόμα κι αν βρεθεί κάτι, πιστεύω ότι δε θ’αναφερθεί ξεκάθαρα δημοσίως για ευνόητους λόγους.

Το κείμενο κλείνει με τ’αναπάντητα ερωτήματα σχετικά με τη νοημοσύνη, όπως ποια γονίδια ευθύνονται πραγματικά, με ποιους τρόπους την επηρεάζει το περιβάλλον, ποιος είναι ο πραγματικος λόγος των διαφορών μεταξύ των ομάδων, κ.ά. Οι επιστήμονες ελπίζουν ότι τα ερωτήματα αυτά θα απαντηθούν στο μέλλον με συστηματική όμως μελέτη.

Σε γενικές γραμμές οι απόψεις των επιστημόνων του κειμένου δε διαφέρουν και σημαντικά απ’αυτές των συγγραφέων της «Κωδωνωτής Καμπύλης» όπως είπα και στην αρχή, αφού, ανεξάρτητα από τις απόψεις μας και τους ευσεβείς πόθους μας, τα δεδομένα είναι αυτά, πάραυτα τα εξετάζει με πολύ πιο ουδέτερο τόνο από το βιβλίο, χωρίς φυσικά να προτείνει αλλαγή στις κοινωνικές πολιτικές. Δεν έχω διαβάσει ακόμα το βιβλίο για να έχω πλήρη γνώμη, γνωρίζω μονο απ’την περίληψή του, αλλά σκοπεύω να το κάνω στο εγγύς μέλλον. Η αναφορά αυτή είναι πάντως ένα καλό συνοπτικό κείμενο για τα έως τώρα ευρήματα για τη νοημοσύνη, που αναπτύσσει το θέμα σε μεγάλο βάθος και έκταση και είναι κατανοητό απ’όλους.

Advertisements