Χθες και προχθές έψαχνα γι’αυτό το θέμα. Γενικά ψάχνω για τα διάφορα χαρακτηριστικά που ροσδίδει ο δείκτης νοημοσύνης στον άνθρωπο, και τη σχέση τους με την εξέλιξη του καθενός. Ο δείκτης νοημοσύνης είναι το σημαντικότερο χαρακτηριστικό μας, κι αυτός κρίνει σχεδόν τα πάντα στη ζωή μας. Ο δείκτης νοημοσύνης προβλέπει καλύτερα από οτιδήποτε άλλο την επιτυχία μας, τις αντιδράσεις μας, τη συμπεριφορά μας, το χαρακτήρα μας, όλη την πορεία της ζωής μας.

Έτσι έψαξα λοιπόν αν ο δείκτης νοημοσύνης έχει κάποια σχέση με τη σεξουαλικότητα και τη σεξουαλική συμπεριφορά ενός ατόμου, έχοντας όμως από πριν την ιδέα ότι άτομα με χαμηλότερο δείκτη συνευρίσκονται συχνότερα και θεωρούν αυτοσκοπό της ζωής τους τις σωματικές ηδονές.

Η περιέργεια αυτή προήλθε από προηγούμενες αναζητήσεις που έκανα παραπροχθές για την εξέλιξη και εγκεφαλική βάση του ερωτικού συναισθήματος. Για να έχει βιολογική βάση αυτό, σκέφτηκα, πολύ περισσότερο θά’χει η σεξουαλική συμπεριφορά, κι αν τα ένστικτά μας καταπιέζονται από το λογικό του μυαλού μας, λογικά οι πιο έξυπνοι δε θά’χουν τόσο ανάγκη τη συνουσία. Επίσης κάτι άλλο που με ώθησε να ψάξω αυτό το πράγμα ήταν αναζητήσεις για τον σεξουαλικό προσανατολισμό της
ασεξουαλικότητας,
κατάστασης στην οποία ένας άνθρωπος δε νιώθει σεξουαλική έλξη προς κανέναν, και σκέφτηκα ότι ίσως αυτοί οι άνθρωποι έχουν διαφορετικη ή υψηλότερη νοημοσύνη από το γενικό πληθυσμό.

Όμως δε βρήκα πολλά. Τα περισσότερα ήταν προσωπικές απόψεις του τύπου ότι ότι άνθρωποι με χαμηλότερο δείκτη κάνουν συχνότερα σεξ, αλλ’όχι πολλές επιστημονικές μελέτες.
Από απόψεις αξιόλογο είναι μια
συζήτηση στο φόρουμ
των cerebrals (εγκεφαλικών), μια ομάδα υποτίθεται πνευματικών ανθρώπων. Από εκεί πολλοί θεωρούσαν ότι άτομα με υψηλότερη νοημοσύνη δεν έχουν και τόσο ανάγκη το σεξ και μπορούν να κατευθούνουν τη λίμπιντό τους προς κάτι καλύτερο και δημιουργικότερο, μολονότι δεν είχαν όλοι την ίδια άποψη.

Παρά τη σχετική έλλειψη επιστημονικών μελετών για το θέμα σεξουαλικότητας και νοημοσύνης, είναι τουλάχιστον επαρκώς επιβεβαιωμένη η σχέση γεννητικότητας και νοημοσύνης.
Έχει βρεθει ότι άνθρωποι με λιγότερα παιδιά τείνουν νά’χουν υψηλότερη νοημοσύνη απ’αυτούς με περισσότερα. Ο λόγος ίσως είναι ότι οι εξυπνότεροι προτιμούν να κάνουν λιγότερα και να τα παρέχουν περισσότερα για την καλή ανατροφή κι επιτυχία τους, ενώ οι λιγότερο έξυπνοι δεν έχουν τέτοιο ενδιαφέρον και τ’αφήνουν περισσότερο ή λιγότερο να μεγαλώνουν μόνα τους, στο δρόμο. Μπορείτε μάλιστα να συγκρίνετε τους κατοίκους ανεπτυγμένων χωρών με τους τσιγγάνους, τους αφρικανούς και λοι πές υπανάπτυκτες εθνότητες για να δείτε τη διαφορά. Οι μεν κάνουν λίγα παιδιά τα οποία προσέχουν ως κόρην οφθαλμού, τα παίρνουν πολύπλοκα παιχνίδια, τα στέλνουν στο σχολείο και φροντίζουν την εκπαίδευσή τους και πολλά εξ αυτών περνούν στο πανεπιστήμιο, οι δε κάνουν πάρα πολλά, εκ των οποίων αρκετά πεθαίνουν νωρίς, και τα υπόλοιπα ωριμάζουν πολύ γρήγορα, ζουν σ’ένα σκληρό κι ασταθές περιβάλλον χωρίς σχεδόν καθόλου στήριξη, και στόχος τους είναι να παντρευτούν νωρίς για να κάνουν κανένα παιδί πριν πεθάνουν από κάτι και μείνουν άτεκνοι. Επιπλέον οι λιγότερο ευφυείς ίσως αγνοούν ή δεν εφαρμόζουν σωστά την αντισύλληψη ώστε να προστατευθούν. Φυσικά υπάρχουν εξαιρέσεις στα παραπάνω, και θα πρέπει νά’χουμε κατά νου ότι στις ανεπτυγμένες χώρες παλαιότερα τα πράγματα ήταν κάπως έτσι, και περισσότερο στα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα, τα οποία όμως αναπτύχθηκαν. Και δε θα πρέπει να υποτιμούμε τη συμβολή του περιβάλλοντος στη νοημοσύνη. Ένας τσιγκάνος για παράδειγμα, ακόμα κι αν έχει πολύ μυαλό, μπορεί να μην έχει τα κίνητρα να ξεφύγει απ’το άθλιο περιβάλλον του, αφού ίσως δε θα ελπίζει σε κάτι καλύτερο, αν και πιστεύω ότι κάποιος έξυπνος με θέληση μπορεί τελικά να καταφέρει αυτό που θέλει, και αυτό τό’χει αποδειξει πολλάκις η ιστορία, π.χ. Ισαάκ Νεύτων, Φαραντέι, Τόμας Έντισον.

Τέλος της παρενθέσεως. Όσον αφορά το θέμα της σεξουαλικότητας, έχω βρει όπως είπα ελάχιστες στατιστικές χωρίς μεγάλη πληθυσμιακή αντιπροσωπευτικότητα. Για τη νοημοσύνη των ασεξουαλικών δε βρήκα απολύτως τίποτα. Οι μελέτες εντούτοις που βρήκα είναι ενδιαφέρουσες και οπωσδήποτε άξιες αναφοράς.

Τις βρήκα μαζεμένες
σ’ένα άρθρο ιστολογίου
ενός μάλλον Άραβα (Ραζίμπ ονομάζεται) προφανώς δεινού ψαχτήρα, ίσως κι επιστήμονα, που έχει αναλύσει τα πάντα σχετικά μ’αυτό το θέμα. ΄Δε θα επιχειρήσω μετάφραση του τεράστιου άρθρου, οφείλω όμως να μεταφέρω επακριβώς τους αριθμούς των στατιστικών δεδομένων, και συνοπτικά θ’αναφέρω όλα τα ενδιαφέροντα, κι αν κάποιος θέλει να τα δει ο ίδιος, μπορει ν’ανατρέξει από το άρθρο στους ανάλογους συνδέσμους για να βρει τις μελέτες, τους στατιστικούς πίνακες κλπ. Θα το πάρω με σχεδόν γραμμική σειρά.

Αρχικά μας παραθέτει μια ενδιαφέρουσα μελέτη του 2000, στην οποία μελετήθηκαν Αμερικανοί έφηβοι έως τη μεγάλη δωδέκατη τάξη, το ανάλογο δικό μας της τρίτης του λυκείου, όπου διαπιστώθηκε ότι οι νέοι με υψηλή νοημοσύνη (πάνω από 110) κι αυτοί με πολύ χαμηλή (κάτω από 70) έχουν πολύ μεγαλύτερες πιθανότητες να μην έχουν κάνει σεξ απ’αυτούς στη μέση. Για τους κάτω από 70, αυτό μου φαίνεται λογικότατο. Επίσης μια άλλη μελέτη του 2001 έδειξε ακριβώς το ίδιο πράγμα, κι ακόμα πέρα από το σεξ βρήκε το ίδιο για προσεξουαλικές συμπεριφορές, π.χ. πιάσιμο χεριών ή φίλημα. Η περιοχή με τους λιγότερο πιθανόν να μην έχουν κάνει σεξ ήταν από 75 έως 90, το μέρος εκείνο της διαβάθμισης στο οποίο παρατηρείται επίσης έξαρση στην εγκληματικότητα. Στη μελέτη αυτήν λοιπόν, παρατηρήθηκε ότι η αύξηση του δείκτη νοημοσύνης πάνω από 110 κατά
ένα βαθμο αύξανε την πιθανότητα κατά 2,5% για τ’αγόρια και 1,5% για τα κορίτσια να μην έχουν κάνει σεξ.

Άλλη μελέτη του 2001 του περιοδικού Counterpoint των κολεγίων MIT και WELSLY δείχνει ότι η τάση αυτή συνεχίζεται και στην πρώιμη ενηλικίωση στο πανεπιστήμιο. Στην ηλικία περίπου των 19, το 80% των Αμερικανών ανδρών και το 75% των γυναικών έχουν κάνει σεξ, ενώ το 80% των πανεπιστημιακών μαθητών έχουν κάνει. Τα ποσοστά αυτά όμως αλλάζουν σε υψηλότερα πανεπιστήμια, κι έτσι στο Πρίνστον το 56% των φοιτητών έχουν κάνει, στο Χάρβαρντ το 59% και στο ΜΙΤ μόλις το 51%. Η συγκεκριμένη έρευνα όμως δε σταμάτησε σ’αυτές τις γενικές εκτιμήσεις, αλλά ανέλυσε και τα ποσοστά ανάλογα με τον κλάδο των φοιτητών. Στο Ουελσλυ το ποσοστό των φοιτητών καλλιτεχνικών σχολών που δεν είχαν συνουσιαστεί ήταν το 0% (όλοι τους είχαν κάνει σεξ), ενώ στο τμήμα βιολογίας ήταν 72%, και στη βιοχημεία και τα μαθηματικά το 83%. Στο ΜΙΤ το 20% των ανθρωπιστικών επιστημών, ενώ στη βιολογία το 73%. Μια παρόμοια μεγαλύτερη μελέτη βρήκε τα ίδια, ότι δηλαδή στις σχολές με μεγαλύτερη ανάγκη καταβολής νοητικών δυνάμεων τα ποσοστά των φοιτητών που είχαν συνουσιαστεί ήταν χαμηλότερα, με απόκλιση μόνο 0,60 από την έρευνα για τους φοιτητές του Ουέλσλυ.

Παρακάτω ο συγγραφέας συνεχίζει προτείνοντας διάφορες πιθανές ερμηνείες για το φαινόμενο, και ακόμα παρακάτω δίνει μελέτες που υποστηρίζουν ή διαψεύδουν τις υποθέσεις του. Ο ένας λόγος είναι ότι οι εξυπνότεροι προτιμούν να το αναβάλουν γι’αργότερα, που θα έχουν πετύχει, διότι προτιμούν να ξοδεύουν το χρόνο τους στις ασχολίες τους παρά κάνοντας σεξ ή ψάχνοντας ή διατηρώντας μια σχέση. Και ως παράδειγμα μας δίνει τα λόγια του Τζέιμς Γουάτσον, ενός από τους δύο που ανακάλυψαν του dna, ο οποίος έλεγε ότι αν παντρευοταν νωρίς, ίσως δε θα είχε το χρόνο να κάνει τη σπουδαιότατή του ανακάλυψη. Αυτό ίσως ταιριάζει με την υποτιθέμενη ρήση του Aldus Huxley ότι διανοούμενος είναι κάποιος που έχει βρει κάτι πιο ενδιαφέρον από το σεξ.
άλλος πιθανός λόγος είναι ότι οι εξυπνότεροι έχουν μεγαλύτερη αίσθηση του κινδύνου, αποφεύγοντας το σεξ για να αποτρέψουν πιθανές πρώιμες εγκυμοσύνες ή τη μετάδοση σεξουαλικώς μεταδιδομένων νοσημάτων. Ένας άλλος πιθανός λόγος είναι ότι οι άνθρωποι αυτοί υποστηρίζουν εντονότερα θρησκευτικές ή ηθικές αξίες, και περιμένουν το γάμο παρά ψάχνουν συντρόφους από πριν. Ένας ακόμα λόγος ειναι ότι δυσκολεύονται να βρουν συντρόφους, τουλάχιστον οι άντρες, επειδή θεωρούνται λιγότερο ελκυστικοί ή ανεπιθύμητοι, και τέλος ίσως επειδή έχουν χαμηλότερη σεξουαλική ορμή.

Παρακάτω ο αρθρογράφος ψάχνει τις διάφορες μελέτες κι ερμηνείες, με πολλά στοιχεία από το ιστολόγιο
μισό σίγμα,
(Half Sigma) το οποίο ασχολείται με παρόμοια θέματα και ίσως το έχει σχετικός ερευνητής.

Βρέθηκε λοιπόν ότι αυτό το φαινόμενο συνεχίζεται και στην ενηλικίωση, κι ότι οι εξυπνότεροι τείνουν νά’χουν λιγότερους προγαμιαίους συντρόφους. Αν κι αυτό ταιριάζει με την ιδέα ότι οι εξυπνότεροι είναι πιο θρήσκοι ή «ηθικοί», δεν αντιστοιχεί στην πραγματικότητα, αφού η θρησκευτικότητα συσχετίζεται με χαμηλότερο δείκτη νοημοσύνης σε διάφορες μελέτες, που γι’αυτό θα αναφέρω παρακάτω. Επίσης αναφέρεται στην ίδια δημοσίευση του Μισού Σίγμα ότι οι εξυπνότεροι έτειναν λιγότερο να θεωρούν το προγαμιαίο σεξ «ανήθικο», πράγμα που ταιριάζει με τα ευρήματα ότι ο υψηλότερος δείκτης νοημοσύνης σχετίζεται με το φιλελευθερισμό και παρόμοιες ανοιχτές ιδέες (θα παραθέσω σχετικά στο τέλος).

Επίσης η ίδια δημοσίευση του Μισού Σίγμα έδειξε ότι η υψηλότερη νοημοσύνη συσχετίζεται και με λιγότερο σεξ μέσα στο γάμο για την ίδια ηλικιακή ομάδα. Αυτό ίσως εξηγείται λόγω της μεγαλύτερης αίσθησης των εξυπνότερων γαι τον κίνδυνο της εγκυμοσύνης, αλλά η χαμηλότερη λιμπιντο ίσως το εξηγεί καλύτερα. Το τελευταίο υποστηρίζεται από εύρημα του Counterpoint ότι παρόλο που το 95% των Αμερικανώνα αντρών και το 70% των γυναικών αυνανίζεται, μόνο το αντιστοιχο 68% και 20% αυνανίζεται στο ΜΙΤ.

Η ιδέα επίσης ότι τ’άτομα υψηλής νοημοσύνης δεν έχουν χρόνο ν’ασχοληθού νε το άλλο φύλο ίσως δεν ευσταθεί, επειδή μελέτη έχει δείξει ότοι τα άτομα αυτά περνούν μεγαλύτερο χρόνο με τους φίλους τους και δεν μένουν συνέχεια απομονωμένοι, όπως πιστεύεται κοινώς.

Αλλά ούτε η χαμηλότερη λίμπιντο ούτε και το άγχος για τις επιπτώσεις της συνουσίας δεν εξηγεί το θέμα λεπαρκώς. Το Μισό Σίγμα έδειξε επίσης σύμφωνα με τη μεγάλη κοινωνική μελέτη΄, ότι άντρες με υψηλη νοημοσύνη πάνω από 120 ήταν πιθανότερο να επισκεφθούν μια πόρνη. Αυτό αντιβαίνει στην ιδέα ότι αυτοί οι άνθρωποι είναι υπερβολικά προσεκτικοί, αλλά μάλλον μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δε μπορούν να βρουν τόσο εύκολα σύντροφο. Σε μια εργασία που μας παραθέτει από κάτω, αναφέρεται η παρατήρηση ότι οι εξυπνότεροι τείνουν νά’ναι λιγότερο γυμνασμένοι, κι ότι οι λιγότερο γυμνασμένοι άντρες και γυναίκες έχουν λιγότερους συντρόφους. Από την άλλη οι περισσότερο γυμνασμένοι έχουν περισσότερους, αφού θεωρούνται αρενωπότεροι και άρα ελκυστικότεροι στις γυναίκες, και η πιθανότητα να επισκεφθούν πόρνη είναι μικρότερη.

Και με την τελευταία διαπίστωση ο συγγραφέας μας καταλήγει σ’ένα συμπέρασμα, το οποίο στηρίζει με δύο μελέτες. Λέει ότι η ορμόνη υπεύθυνη για τη σεξουαλική ορμή και τον αρενωπό σωματότυπο είναι η τεστοστερόνη, και σύμφωνα με δύο μελέτες η ορμόνη αυτή επίσης κατεβάζει το δείκτη νοημοσύνης. Η μία μελέτη βρήκε ότι το επίπεδο τεστοστερόνης στο σάλιο εφήβων με δείκτη νοημοσύνης κάτω από 70 και πάνω από 130 είναι χαμηλότερος, ενώ η άλλη ότι ένα γονίδιο που είναι υπεύθυνο για την ευαισθησία στα ανδρογόνα και υψηλούς δείκτες σπέρματος ίσως επηρεάζει αρνητικά τη νοημοσύνη.

Η αξιοπιστία ωστόσο των παραπάνω διαπιστώσεων μου φαίνεται αμφίβολη. Εάν το πρόβλημα το προκαλούσε η τεστοστερόνη, τότε οι γυναίκες, που έχουν εκ φύσεως χαμηλότερα ποσοστά απ’τους άντρες, θά’πρεπε να ήταν κατά πολύ εξυπνότερες, παρόλα αυτά δεν είναι. Οι σχετικές έρευνες που προσπάθησαν να κάνουν σύγκριση μεταξύ των
νοητικών ικανοτήτων ανδρών και γυναικών
δεν εντόπισαν σημαντικές διαφορές, αν και κάποια ευρήματα παραμένουν σχετικά σταθερά. Οι γυναίκες τείνουν να τα πάνε καλύτερα στις λεκτικές ικανότητες, ενώ οι άντρες στις χωρικές και μαθηματικές. Επίσης βρέθηκε ότι ήταν πολύ πιθανότρο για τους άντρες να βρίσκονται είτε στο υψηλότρο είτε στο χαμηλότερο όριο της κλίμακας, παρά για τις γυναίκες. Επιπλέον η έλλειψη τεστοστερόνης στους άντρες αποδεδειγμένα προκαλεί διάφορα προβλήματα. Αυτό το συμπέρασμα, ότι δηλαδή η τεστοστερόνη επηρεάζει αρνητικά τη νοημοσύνη, είναι πολύ βιαστικό και θεωρώ ότι θα πρέπει να γίνουν συστηματικές έρευνες σε άτομα και πειραματόζωα για να μπορέσουμε να πούμε ότι φτάσαμε σε κάποιο ασφαλές συμπέρασμα γι’αυτό.

Δεν ξέχασα όμως ν’αναφέρω τους συσχετισμούς μεταξύ
θρησκευτικότητας και ιδεολογίας με τη νοημοσύνη,
για τα οποία υποσχέθηκα παραπάνω. Έχουν γίνει καποιες ενδιαφέρουσες μελέτες και πάνω σ’αυτό το θέμα. Αξιοσημείωτη είναι η μελέτη του Δανού Helmuth Nyborg το 2008, ο οποίος εξέταση τη σχέση νοημοσύνης με το θρήσκευμα και το εισόδημα. Τ’αποτελέσματα της μελέτης, που δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό Intelligence, έδειξαν ότι οι άθεοι βρίσκονται κατά 1,95 βαθμούς της κλίμακας της μέτρησης της νοημοσύνης ψηλότερα από τους αγνωστικιστές, 3,82 βαθμούς από τους φιλελεύθερους πιστούς, και 5,89 από τους δογματικούς πιστούς. Ο ίδιος ερευνητής σύντομα έκανε μια ακόμα μελέτη μαζί με το Richard Lynn που συνέκρινε το ποσοστο πιστών σε κάθε χώρα με το μέσο όρο νοημοσύνης της. Πράγματι, τα κράτη με υψηλότερο μέσο όρο νοημοσύνης, π.χ. η Σουηδία, η Δανία, η Ιαπωνία, η Αυστραλία είχαν μεγάλο ποσοστό αθέων. Επίσης μπορείτε να παρατηρήσετε εύκολα ότι τα παραπάνω κράτη κι άλλα παρόμοια είναι τα πλέον ανεπτυγμένα του κόσμου, κι αυτό θα πρέπει να μας θέτει αμφιβολίες για το μέσο όρο νοημοσύνης της Ελλάδας.

Διάφορες ερμηνείες έχουν προταθεί γι’αυτό το φαινόμενο, για τον αντιστρόφως ανάλογο συσχετισμό δηλαδή της νοημοσύνης με τη θρησκευτικότητα, κι από τους κοινότερα αποδεκτούς είναι ότι γενικότερα οι εξυπνότεροι αμφισβητούν περισσότερο τα παραδεδομένα κι αναζητούν, ενώ οι λιγότερο ευφυείς δέχονται ευκολότερα έτοιμες λύσεις για τ’αναπάντητα ερωτήματα της ζωής. Το μορφωτικό επίπεδο ίσως επίσης παίζει σημαντικό ρόλο στη θρησκευτικότητα ενός ατόμου, και η υψηλή νοημοσύνη σχετίζεται με υψηλό μορφωτικό επίπεδο, όχι όμως όλες τις φορές, εάν π.χ. ένας πολύ έξυπνος λόγω προβληματικού περιβάλλοντος δεν καταφέρει να τελειώσει τη βασική ή καθόλου εκπαίδευση.

Ενδιαφέρουσα είναι τέλος η πρόσφατη έρευνα του Ιάπωνα Satoshi Kanazawa, δημοσιευμένη στο περιοδικό Social Psychology Quarterly το Μάρτιο του 2010, στην οποία βρέθηκε ότι οι φιλελεύθερες απόψεις και ο αθεϊσμός σχετίζονται με υψηλότερη νοημοσύνη. Η θεωρία του Kanazawa γι’αυτο είαι ότι οι εξυπνότεροι υιοθετούν ευκολότερα καινοτόμες απόψεις και ιδέες αμφισβητώντας τις παλαιές και παραδοσιακές. Στην ίδια μελέτη βρέθηκε ακόμα ότι η υψηλότερη νοημοσύνη σχετίζεται με αποκλειστικότητα στη σχέση στους άντρες, που ίσως προτείενι ο Kanazawa είναι κι αυτό μια νέα ανθρώπινη κατάσταση που υιοθέτησαν περισσότερο οι εξυπνότεροι, αφού οι άντρες ιστορικά συνήθιζαν νά’χουν πάνω από μια γυναίκες. Αυτό ίσως εξηγεί και το εύρημα παραπάνω, ότι δηλαδή οι ευφυέστεροι τείνουν νά’χουν λιγότερους ερωτικούς συντρόφους.
Πιθανόν όμως οι άντρες το κάνουν αυτό με τον υποσυνείδητο σκοπό να ισχυροποιήσουν τη σχέση τους ώστε να καταφέρουν να περάσουν τα καλά γονίδιά τους στην επόμενη γενιά κι επίσης να βρίσκονται εκεί για να στηρίξουν τους απογόνους τους, με την ελπίδα ότι θα συνεχίσουν το δρόμο των γονέων τους. Στις γυναίκες ωστόσο δεν εντοπίστηκε παρόμοιο φαινόμενο.
Ίσως όμως απλά οι εξυπνότεροι άντρες τείνουν να διστάζουν περισσότερο να παραδεχτούν τις απιστείες τους ακόμα και σε ανώνυμα ερωτηματολόγια.

Ο
Satoshi Kanazawa
είναι Ιάπωνας επιστήμονας κάτοικος της Βρετανίας με ειδίκευση στην εξελικτική ψυχολογία και στη νοημοσύνη. Σπούδασε οικονομικά και διοίκηση επιχειρήσεων στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου, αλλ’εξαιτίας των μελετών του έγινε επίτιμος ερευνητής στο ψυχολογικό τμήμα του ίδιου πανεπηστιμίου. Περισσότερο γνωστός έγινε για τις ψυχομετρικές και στατιστικές του μελέτες. Πέρα απ’τα παραπάνω έχει συσχετίσει τη νοημοσύνη με νυχτερινή δραστηριότητα, ελκυστικότητα κ.ά. Η συσχέτιση όμως της νοημοσύνης με ελκυστικότητα δεν υποστηρίζεται στα παραπάνω ευρήματα του Μισού Σίγμα, γι’αυτό και θα πρέπει να γίνουν περισσότερες κι εντατικότερες μελέτες πάνω σ’αυτόά τα θέματα. έτοιες μελέτες όμως δε γίνονται, πιστεύω γιατί η νοημοσύνη είναι ένα πολύ λεπτό θέμα που τ’αποτελέσματα της έρευνάς του θα ενοχλούσαν πολλούς σήμερα για ευνόητους λόγους. Ο ίδιος ο Kanazawa μισεί τη λεγόμενη πολιτική ορθότητα (political correctness) την εναρμόνιση δηλαδή της συμπεριφοράς μας ώστε να μην προσβάλουμε κανέναν ή καμί κοινωνική ομάδα. Στην
προσωπική του ιστοσελίδα
γράφει καθαρά ότι τον ενδιαφέρει πάνω απ’όλα η αλήθεια, όχι η προσπάθεια να μην προσβάλλει κάποιον. Κάποιες απ’τις μελέτες του θεωρήθηκαν ρατσιστικού η σεξιστικού περιεχομένου κι εξαίτίας αυτού έχει πάρει ποινές για τη δημοσίευσή τους, ωστόσο ο τρόπος θεώρησης μας γι’αυτά τα πράγματα θα πρέπει ν’αλλάξει, να γίνει πιο επιστημονική και λιγότερο συναισθηματική. Έχει γράψει μερικά καλά βιβλία, τα οποία θα ψάξω για να κατεβάσω.

Η αρχική διαισθητική μου άποψη ότι οι άνθρωποι με χαμηλότερη νοημοσύνη έχουν περισσότερο στο μυαλό τους την αναπαραγωγική διαδικασία τελικά κάπως επαληθεύεται.

Advertisements