Τα παρακάτω τρία είδη τα συναντώ στη Θεσσαλονίκη, την πόλη όπου μένω, και παρόλο που είναι πολύ γνωστά και διαδεδομένα, τα δύο πρώτα τουλάχιστον, δεν ξέρω ακόμα το όνομά τους. Ξεκινάω λιπόν.


Το πρώτο είναι ένας πολύ πυκνός θάμνος που χρησιμοποιείται κυρίως για φράκτες, όπου κλαδεύεται συνήθως κοντότερος από το ύψος ενός ανθρώπου, αν κι έχω δει μερικούς που ξεπερνούν τα δύο μέτρα. Το συγκεκριμένο κλαδί προέρχεται από μια τέτοια σειρά στην παιδική χαρά της Σχολής Τυφλών, που φαίνεται όταν περνάτε έξω από το δρόμο. Έχει αντίθετα φύλλα, γυαλιστερά με οξεία άκρη και ομαλό περιθώριο. Αναπτύσσεται κυρίως την άνοιξη, οπότε τον κλαδεύουν. Τέτοιους θάμνους φυτεύουν και στο χωριό μου υψομέτρου 800 μέτρων. Αντέχουν το κρύο και αρκετό χιόνι πάνω τους παραμένοντας κανονικότατα πράσινοι. Δεν έχω παρατηρήσει ούτε άνθη ούτε καρπούς, τουλάχιστον ακόμα.


Το δεύτερο είδος είναι ένα αναρριχητικό που βρίσκω φυτεμένο παντού. Το συγκεκριμένο κλαδί προέρχεται από κάποιο αρκετά μεγάλο τέτοιο φηυτό πίσω απ’την πιλοτή της πολυκατοικίας μου. Τέτοια μπορούν να βρεθούν σε διάφορες αυλές, φυτεμένα σε ζαρντινιέρες έξω από μαγαζιά στο δρόμο σε άσχημη κατάσταση ή σε γλάστρες. Στο 6ο γυμνάσιο όπου φοιτούσα υπήρχαν πολλά τέτοια. Οι βλαστοί παραμένουν ποώδεις και σαρκώδεις για μεγάλο μέρος του μήκους τους, τα φύλλα είναι κάπως καρδιοειδή, λεία και πολύ γυαλιστερά σαν μεταλλικά με ανώμαλο περιθώριο, όπως άλλωστε φαίνεται κι απ’την εικόνα, σκουρότερα από πάνω κι λίγο ανοικτότερα από κάτω, εναλλάξ. Το φυτό, αν δεν στηρίζεταια πό κάπου, κρέμεται, κι όταν στηρίζεται δε χρησιμοποιεί κάποιον συγκεκριμένο τρόπο αναρρίχησης π.χ. έλικες ή έντονα περιελισσόμενους βλαστούς. Είναι εύθραυστο κι ο χυμός του μυρίζει κάπως σαν μέταλλο, σαν αροειδές και ίσως κάπως σαν κισσός, και συμπεραίνω ότι θα είναι δηλητηριώδες για τα φυτοφάγα. Αντέχει κανονικά το κρύο εδώ στη Θεσσαλονίκη και είναι αειθαλές, ρίχνοντας συνεχόμενα τα παλιά του φύλλα, τα οποία πρώτα χάνουν νερό, ξεραίνονται και ύστερα αποκολλώνται αμέσως. Η τρυφερή ανάπτυξη υπάρχει σχεδόν όλο το χρόνο στις κορυφές ή σε παλαιότερα μέρη του βλαστού που αντιστοιχούν στις μασχάλες, ωστόσο δε μου φαίνεται φυτό γρήγορης ανάπτυξης. Δεν έχω παρατηρήσει ακόμα άνθη ή καρπούς. Θα ήθελα επίσης να μάθω για το συγκεκριμένο είδος αν πολλαπλασιάζεται με μοσχεύματα γιατί μ’αρέσει πολύ και θέλω να το προσθέσω στη συλλογή μου.


Επικεντρώνομαι περισσότερο στο άνθος πα΄ρα στο φύλλο.

Το τρίτο τέλος είδος δεν είναι και τόσο γνωστό. Για την ακρίβεια το ξέρω μόνο από τη γωνία της πιλοτής της πολυκατοικίας μου που τό’χουν φυτέψει. Είναι ένας θάμνος σχεδόν στα δύο μέτρα, με κεντρικό κορμό και πολλά κλαδιά, το καθένα με πολλά πλευρικά και μερικά να ξεφεύγουν περισσότερο απ’το σχήμα. Αυτήν την εποχή δεν έχει σχεδόν καθόλου φύλλα. Τα φύλλα φύονται αντίθετα, είναι ωοειδή με οξεία άκρη, λεπτά οδοντωτά, με αδρές τρίχες και στις δύο επιφάνειες, με κοντό μίσχο και μυρίζουν κάπως σαν ευκάλυπτος-τσάι-λεμόνι αν τριφτούν. Αυτήν την εποχή τα κλαδιά είναι γεμάτα με μικρά σφαιρικά μάτια που θα σκάσουν την άνοιξη, και, αρκετά παράξενο, τα άνθη ανοίγουν τώρα. Είναι μικρά, τα περισσότερα προς την κορυφή, κι ανοιχτόχρωμα με δισκοειδές σχήμα και ανασηκωμένο κέντρο όπου βρίσκονται οι στήμονες και ο ύπερος. Δυσκολεύτηκα να ξεχωρίσω τα πέταλα απ’τα σέπαλα και να τα μετρήσω, μιας και είναι τόσο μικρά. Μυρίζουν σαν αγιόκλιμα-μανόλια-γιασεμί. Τι να είναι; Δοκίμασα να ψάξω αν είναι κάποιο είδος μανόλιας ή Hamamelis, αλλ’οι περιγραφές δεν ταιριάζουν.

Περισσότερο επείγον είναι όμως η αναγνώριση των δύο πρώτων ειδών. Όποιος ξέρει τουλάχιστον ένα είδος από τα παραπάνω, ας μου δημοσιεύσει εγκαίρως ένα σχόλιο. Ευχαριστώ πολύ για την πράξη.

Advertisements