Επειδή πλέον η διατροφή
των κουνελιών μου
(η Λίμπο μου η αγαπημένη, ο πατέρας ο Πίπης, ένα μικρό παιδάκι της Λίμπο που θα δώσω σύντομα κι ένας κούνελος από την προηγούμενη γέννα που περιμένει κι αυτός κάποιον να τον πάρει) βασίζεται περισσότερο σε ποικιλία αγριόχορτων και φύλλων που μαζεύω , μπορεί και λίγα λαχανικά, και λιγότερο σε κουνελίνη (έτοιμη τροφή) και σε άχυρα (σε μεγάλη ποσότητα μόνο όταν δε μπορώ να μαζέψω), ψάχνω περισσότερο για τις διατροφικές ανα΄γκες αυτών των ζώων ώστε να τις καλύψω όσο το δυνατόν καλύτερα. Πιστεύω ότι με τα πολλά χόρτα παίρνουν σχεδόν όλα τ’απαραίτητα συστατικά που χρειάζονται, κι ό,τι ίσως δεν παίρνουν από εκεί θα το πάρουν από την κουνελίνη.
Τα είδη που προσφέρω είναι κυρίως διάφορα αγρωστώδη (αγριάδες και στάχυα), ραδίκια, ζοχοί και συγγενικά πλατύφυλλα, κάποια άγνωστα ακόμα ήδη που φαίνεται να τρώνε πολύ, τριφύλλι, και τις εποχές που έχει φύλλα από ακακία, ιβίσκο, μουριά κι αμπέλι, με διάφορα είδη ως συμπληρώματα πού και πού. Αυτά εδώ όταν είμαι στη Θεσσαλονίκη, ενώ όταν πηγαίνω στο χωριό έχω μεγαλύτερη ποικιλία διαθέσιμη όπως βατομουριές, ιτιά, φτελιά, μηλιά κ.ά. Από λαχανικά ταϊζω κυρίως μαρούλι, ρόκα, καρότο, φύλλα από ραπανάκι, λίγο πατάτα, κουνουπίδι, μπρόκολο, σπανάκι, αγκούρι και αγκουρόφλουδες, πιπεριά κ.ά., ενώ δίνω αφού δεν κάνουν καλό συχνά φρούτα όπως φράουλες, σταφύλια και μήλα. Ταΐζω δύο φορές τη μέρα, μία το πρωί ή το μεσημέρι και μια το βράδυ. Στη μία απ’αυτές βάζω και λίγη κουνελίνη ώστε να γεμίσω ελαφρώς λιγότερο από μισό πήλινο μπολάκι γιαουρτιού, ενώ την αυξάνω αρκετά όταν η κουνέλα είναι έγκυος ή θηλάζει ή όταν τα κουνελάκια αναπτύσσονται. Άχυρο δίνω αρκετό και τις δυο φορές τη μέρα, όταν δεν έχει τίποτα άλλο, ή αν έχω μαζέψει λίγα το δίνω συμπληρωματικά τη μια μόνο φορά. Μ’αυτήν τη διατροφή τα κουνέλια μου είναι σε τέλεια υγεία και όλες τους οι αναπαραγωγές επιτυχημένες.

Βρήκα λοιπόν μόλις τώρα που έψαχνα ένα ενδιαφέρον pdf άρθρο για τηγ διατροφή των κουνελιών. Θα το βρείτε
εδώ.

Περιγράφει τη λειτουργία του πεπτικού συστήματος και τις ανάγκες όλων των κουνελιών, και αυτών της παραγωγής και των κατοικιδίων, που είναι άλλωστε παρόμοιες. Δε θα κάνω ολική μετάφραση, θ’αναφέρω όμως όλα τ’απαραίτητα. Είναι γνωστό σ’όλους πιστεύω ότι τα κουνέλια είναι αυστηρά φυτοφάγα ζώα. Είναι μονογαστρικά ζώα, όχι δηλαδή μηρυκαστικά, που ζυμώνουν την τροφή τους χρησιμοποιώντας το πίσω μέρος του πεπτικού συστήματος, όπως και τα άλογα. Η ζύμωση γίνεται στο τυφλό έντερο, δομή στην ένωση λεπτού και παχέος εντέρου που αντιστοιχεί στη δική μας σκωληκοειδή απόφυση, το οποίο καταλαμβάνει μεγάλο μέρος της κοιλιακής χώρας με σπιροειδές σχήμα, με χωρητικότητα 10 φορές μεγαλύτερη απ’αυτήν του στομαχιού, και αποτελεί το 40% όλου του πεπτικού σωλήνα, αλλά και στο παχύ έντερο. Εκεί ζουν βακτηριακές κοινότητες με κυρίαρχο το γέος Bacteroides που βοηθούν στη διάσπαση της σκληρής φυτικής τροφής.
Για να καλύψουν τις μεταβολικές ανάγκες τους λοιπόν, τα κουνέλια τρώνε μεγάλες ποσότητες τροφής, περίπου 65-80 γραμμάρια ανά κιλό σωματικού βάρους (το 5% του σωματικού τους βάρους σε ξηρή μάζα) και πίνουν περιπου 10% του βάρους του νερό. Έχει υπολογιστεί ότι χρειάζονται περίπου 2200 θερμίδες ανά κιλό σώμαρτος ή 2,2 ανά γραμμάριο. Στη φύση επιλέγουν κυρίως μέρη των φυτών πλούσια σε πρωτεΐνη και υδατάνθρακες και χαμηλότερα σε ίνες όπως τρυφερές κορυφές και φύλλα. Τα θηλαστικά δεν έχουν ένζυμα για τη διάσπαση της κυταρίνς των ινών, γι’αυτό όπως κι όλα τα φυτοφάγα έτσι και τα κουνέλια χρησιμοποιούν τα συμβιωτικά βακτήρια για να τις διασπάσουν. Σε σχέση όμως μ’άλλα φυτοφάγα το ποσοστό των ινών που πέπτουν είναι χαμηλό, μόλις το 14%, ενώ για παράδειγμα οι αγελάδες πέπτουν το 44%, τα άλογα το 41% και τα γουρούνια το 22%. Οι ίνες ωστόσο είναι απαραίτητες για τη σωστή κινητικότητα του πεπτικού συστήματος του ζώου, και γι’αυτό προτείνεται διατροφή που να περιέχει τουλάχιστον 20-25% ίνες. Χαμηλότερα ποσοστά προκαλούν υποκινητικότητα του πεπτικού συστήματος, μεγαλύτερη καθυστέρηση του περάσματος των τροφών και αυξημένη πιθανότητα εντερίτιδας.
Τα κουνέλια έχουν διπλή πέψη. Μόλις οι τροφές φτάσουν στην ένωση του λεπτού με το παχύ έντερο, περισταλτικές κινήσεις χωρίζουν τις σκληρές και άπεπτες ίνες, οι οποίες θ’αποβληθούν ως σκληρά κόπρανα, τα οποία αποτελούν και
άριστο λίπασμα,
από τα μαλακότερα προς πέψη στο τυφλό. Εκείνα θα παραμείνουν εκεί για κάποιο διάστημα ώστε να ζυμωθούν, μετά απ’το οποίο το κουνέλι θα τ’αφοδεύσει για να τα ξαναφάει κατευθύαν από τον πρωκτό και να τα ξαναχωνέψει. Με πειράματα έχει διαπιστωθεί ότι η στέρηση της κατανάλωσης των τυφλοπεριττωμάτων οδηγεί σε κατά πολύ μειωμένη πρόσληψη θρεπτικών ουσιών. Από άλλες πηγές που διάβασα, εκτός από το μεγάλο ποσό πρωτεΐνης που παίρνουν από εκεί, λαμβάνουν επίσης και τις βιταμίνες του συμπλέγματος β παραγόμενες από τα βακτήρια του εντέρου. Η αφόδευση γίνεται με βάση το βιολογικό ρολόι. 4 ώρες μετά το φαγητό αποβάλλονται τα σκληρά, ενώ 8 ώρες μετά τα τυφλοπεριττώματα, τα οποία όμως συνήθως δε βλέπουμε γιατί το κουνέλι τα τρώει κατευθύαν και το κάνει όταν νιώθει ασφαλές. Ο χρόνος περάσματος της τροφής από το πεπτικό σύστημα του κουνελιού είναι 19 ώρες. Η ελεύθερη παροχή τροφής φαίνεται ότι συμβάλλει στη διατήρηση κανονικών διαστημάτων αφόδευσης και στην ταχύτερη ανάπτυξη, εάν είναι καλής ποιότητας, από ό,τι τα κανονισμένα ταΐσματα. Εντούτοις η ελεύθερη παροχή έτοιμης τροφής θα οδηγήσει στην παχυσαρκία.
Το πολύ άμυλο στη διατροφή μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρά προβλήματα. Το άμυλο πέπτεται ατελώς στο λεπτό έντερο και μεγάλες ποσότητές του μπορούν να τροφοδοτήσουν υπερβολικά τη μικροβιακή κοινότητα οδηγώντας σε βακτηριακή ανισορροπία, εντερίτιδα, διάρροια, ακόμα και το θάνατο. Γι\’αυτο ο καρπός των σιτηρών δεν είναι η κατάλληλη τροφή για τα κουνέλια. Επίσης όσον αφορά τη μικροβιακή κοινότητα, αυτή μπορεί να διαταραχθεί επίσης πολύ εύκολα με τ’αντιβιωτικά. Η ανισορροπία επιτρέπει σε βακτήρια όπως το E. coli και τα κλωστρήδια (Clostridium) να πολλαπλασιαστούν επικίνδυνα οδηγώντας σε εντερίτιδα και εντεροτοξαιμία και συχνά το θάνατο από τις τοξίνες που παράγουν. Κάποια ωστόσο αντιβιωτικά όπως η τετρακυκλίνη δεν έχουν αρνητικά αποτελέσματα και χρησιμοποιούνται σε υποθεραπευτικές δόσεις στις μονάδες εκτροφής κουνελιών για επιτάχυνση της ανάπτυξης στο όνομα της μεγιστοποίησης της παραγωγής και της μείωσης του κόστους, κάτι με
αρνητικές και επικίνδυνες συνέπειες για την υγεία μας.
Τα μηρυκαστικά προσλαμβάνουν τα περισσότερα αμινοξέα τους από τις μικροβιακές τους κοινότητες κι επιβιώνουν σε τροφή πολύ χαμηλή σε πρωτεΐνη. Τα κουνέλια αντίθετα ελάχιστα προσλαμβάνουν απ’αυτήν την πηγή κι έτσι θα πρέπει να παίρνουν την απαραίτητη πρωτεΐνη τους από τη διατροφή. Η απορρόφηση της πρωτεΐνης είναι πολύ αποτελεσματική, για παράδειγμα απορροφούν το 75-80% της πρωτεΐνης του αλφάλφα. Ωστόσο η υπερβολική πρωτεΐνη βλάπτει.
Αναφερόμενο το άρθρο αρκετά στο αλφάλφα, το οποίο είναι πολύ υψηλό σε ασβέστιο, μας αναφέρει για τον ασυνήθιστο μεταβολισμό του ασβεστίου στο κουνέλι και της συνέπειές του. Τα κουνέλια απορροφούν ασβέστιο χωρίς τη συμβολή της βιταμίνης d3, η οποία στα περισσότερα ζώα συμπεριλαμβανομένω και ημών είναι απαραίτητη γι’αυτήν τη λειτουργία. Ως εκ τούτου τα ποσά ασβεστίου στο αίμα τους αυξάνονται εύκολα, και τη ρύθμισή τους την αναλαμβάνει ο παραθυρεοειδικός αδένας, όπως και στα υπόλοιπα ζώα. Μεγάλο μέρος του ασβεστίου αποβάλλεται από τα ούρα, 44% σε μια τυπική διατροφή για παράδειγμα. Τα υπερβολικά ποσοστά ασβεστίου μπορούν να οδηγήσουν σε ασβεστοποίηση μαλακών ιστών του σώματος όπως της αορτής, των νεφρών (πέτρες στα νεφρά) κι αλλού. Επομένως το αλφάλφα δεν είναι η καταλληλότερη τροφή για όλα τα κουνέλια.
Ο συγγραφέας τελειώνει το άρθρο προτείνοντας το αλφάλφα με έτοιμη τροφή ως τροφή για αναπτυσσομενα κουνέλια, ενώ τα μεγαλύτερα που βρίσκονται σε κατάσταση συντήρησης είναι καλό να τρέφονται με άχυρο αγρωστωδών κι έτοιμη τροφή. Εξαίρεση αποτελούν οι έγκυοι και σε γαλουχία κουνέλες, οι οποίες χρειάζονται περισσότερα θρεπτικά συστατικά. Γενικά η ιδανική διατροφή για τα κουνέλια θα πρέπει να είναι υψηλή σε φυτικές ίνες, χαμηλή σε άμυλο, και μέτρια σε πρωτεΐνη και ασβέστιο.

Σημείωση: Το αλφάλφα (Medicago sativa) είναι ένα ψυχανθές φυτό πλούσιο σε πρωτεΐνη και ασβέστιο που καλλιεργείται ευρέως για ζωωτροφές. Δεν έχει σχέση με το τριφύλλι (γένους; Trifolium), με το οποίο συγχέεται λόγω των τριπλω΄ν φύλλων του. Επίσης το αλφάλφα γίνεται αρκετά ψηλό σε σχέση με το τριφύλλι.

Advertisements