Οτίτλος του άρθρου δεν είναι μια παράλογη ασυνάρτητη πρόταση, είναι κάτι που έχει επιστημονική βάση και κάτι απαραίτητο για τη ζωή των φυτών. Όπως όλοι οι ζώντες οργανισμοί, έτσι και τα φυτά αντιδρούν στα εξωτερικά ερεθίσματα του περιβάλλοντός τους και κανονίζουν την ανάπτυξη και τις λειτουργίες τους βάσει αυτών. Μπορεί να μην αντιδρούν τόσο γρήγορα όσο τα ζώα, αν κι εδώ πάλι έχουμε εξαιρέσεις, αφού δε χρειάζεται να μετακινηθούν για να εκπληρώσουν τις ανάγκες τους, αλλά πάλι αντιδρούν αποτελεσματικότατα στο άμεσο περιβάλλον τους, εκεί δηλαδή που διαδραματίζεται όλη τους η ύπαρξη. Ένα απλό παράδειγμα είναι η στροφή ενός βλαστού από μια λιγότερο φωτεινή θέση στο φως. Φυσικά τα φυτά δεν αντιδρούν μόνο έτσι, αλλά ποικιλοτρόπως και συνθετότερα, ανάλογα με τις εξωτερικές συνθήκες και την κατάσταση του φυτού.

Κάποιες απ’αυτές τις προσαρμογές είναι και οι διάφορες μορφογενέσεις, οι αλλαγές δηλαδή στη μορφή ενός φυτού ανάλογα με τις περιβαλλοντικές συνθήκες, όπως φωτομορφογένεση (μορφογένεση ως αντίδραση σε φως), θιγμομορφογένεση (μορφογένεση ως αντίδραση σε μηχανικά ερεθίσματα) κ.ά. Από τα παραπάνω η
θιγμομορφογένεση
μας ενδιαφέρει.
Χάρη σ’αυτή την ικανότητα τα φυτά μπορούν να προσαρμόζουν την ανάπτυξή τους για ν’ανθίστανταιπερισσότερο τα μηχανικά ερεθίσματα όπως ο άνεμος, οι έντονες βροχιές, τα ζώα που περνούν, και οι μετακινήσεις και το άγγιγμα σστην περίπτωση που τα καλλιεργούμε. Η έκθεση σε τέτοια ερεθίσματά αναγκάζει τα φυτά να μειώνουν την επιμήκυνση των βλαστών τους και ν’αυξάνουν το πάχος τους, επίσης μειώνουν το μέγεθος των φύλλων τους ενώ αυξάνουν το πάχος τους και την ανθεκτικότητά τους. Σε σχέση δηλαδή με «απείραχτα» φυτά, τα «ταραγμένα» είναι συνήθως κοντότερα, παχύτερα και τραχύτερα. Αυτό θα το καταλάβετε εύκολα αν παρατηρήσετε τις διαφορές ενός φυτού που ζει στο ελεγχόμενο περιβάλλον του θερμοκηπίου μ’ένα ίδιο που ζει έξω. Το πρώτο θα είναι ψηλότερο αλλά λεπτότερο και θα μοιάζει πιο ευαίσθητο, ενώ το δεύτερο θα φαίνεται «κανονικό».

Στο θέμα των αρνητικών επιπτώσεων της θιγμομορφογένεσης έχω να σας πω πολλά σύμφωνα με τη δική μου εμπειρία. Έχοντας μειωμένη όραση, διακρίνω με μεγάλη προσπάθεια ή και καθόλου τις μικροαλλαγές στα σημεία ανάπτυξης των φυτών κι έτσι τα πιάνω για να το καταλάβω. Όντας επίσης κάπως ψυχαναγκαστικός, μπορεί να κάνω αυτό το πράγμα αρκετές φορές κατά τη διάρκεια της μέρας, εντείνοντας έτσι άθελά μου τ’αποτελέσματα της θιγμομορφογένεσης. Έτσι μπορεί νά’χω τουλίπες με κοντά, σκληρά, αλλ’ευλύγιστα φύλλα, δυόσμο και βασιλικό με μικρά φύλλα και πυκνούς βλαστούς (αυτό ίσως ακόμα επιδή τα μαζεύω συχνά), φασκόμηλο με μικρά φύλλα, φραουλιές με κοντά και σκληρά φύλλα, πολυκόμπι με κοντούς κεντρικούς βλαστούς αλλά δυσανάλογα μακριούς πλευρικούς, ραπανάκια και ηλιόσπορους με σκληρές κοτυληδώνες και πρώτα φύλλα κ.ά. Το φαινόμενο αυτό είναι περισσότερο έντονο σε νεοαποκτηθέντα ή νεαρά φυτά, σε φυτά που θεωρώ πολύτιμα ή είδη σπάνια κι εξωτικά, γι’αυτά δηλαδή που αγχώνομαι περισσότερο, ενώ σ’αυτά που ξέρω ότι πάνε καλά ή τα θεωρώ πολύ ευαίσθητα για να τα πιάσω (σπάνια η δεύτερη περιπτωση) δεν παρατηρώ μεγάλες αλλαγές. Ακόμα η θιγμομορφογένεση παρατήρησα ότι περιορίζεται στο σημείο που πλήττεται περισσότερο, για παράδειγμα η μεριά του δυόσμου την οποία τρίβω περισσότερο περνόντας ή ταράζω για να μοσχομυρίσει έχει πυκνότερα και μικρότερα φύλλα από την άλη. Τέλος τα μαλακά κι ευλύγιστα φυτά είναι ευαισθητότερα σε τέτοιες αλλαγές απ’ό,τι τα παχύφυτα ή τα σκληρότερα είδη γενικότερα. Παρόλα αυτά δομές που έχουν ήδη σχηματιστεί και είναι κανονισμένο να ξετιλυχθούν ή να επιμηκυνθούν, π.χ. τα νεαρά φύλλα του γιούκα ή της μπανανιάς δε μου φαίνεται να επηρεάζονται πολύ. Το δίδαγμα απ’αυτό είναι: εάν πιάνουμε τα φυτά μας συχνά, θα τους επηρεάσουμε τη μορφή και την ανάπτυξη. Αυτό μπορεί να είναι είτε θετικό είτε αρνητικό, ανάλογα με το σκοπό του καθενός. Για μένα είναι συνήθως αρνητικό, αλλά κάποτε έχει και θετικά αποτελέσματα.

Και με την αναφορά των θετικών αποτελεσμάτων δε θα πρέπει να παραλείψω τις θετικές επιδράσεις της θιγμομορφογένσης. Εάν η συγκεκριμένιδιότητα δεν προσέφερε στον οργανισμό μεγαλύτερες πιθανότητες επιβίωσης, δε θα είχε εξελιχθεί άλλωστε. Η θιγμομορφογένεση, πέρα από τα γενικά και προφανή θετικά της, είναι για παράδειγμα απαραίτητη για την ενδυνάμωση των βλαστών των δέντρων στον άνεμο, γι’αυτό θα πρέπει να στηρίζουμε τα δέντρα μόνο αν είναι αναγκαίο και πάλι χαλαρά. Αυτό θα το καταλάβετε αν παρατηρήσετε δύο δέντρα ίδιου είδους και ηλικίας, το ένα στηριγμένο και το άλλο όχι. Το στηριγμένο θά’χει λεπτότερο και ασθενέστερο κορμό από το άλλο, που θα είναι χοντρότερο και σταθερότερο. Επομένως όταν στηρίζουμε τα δέντρα δεν τα προστατεύουμε από τον άνεμο όπως νομίζουμε, αντιθέτως τα κάνουμε ευπαθέστερα όταν κάποτε θα τα αφήσουμε μόνα τους. Τα φυτά επίσης θα πρέπει να εκτίθενται σε μηχανικά ερεθίσματα ως προπροσαρμογή όταν πρόκειται να μετακινηθούν από εσωτερικό χώρο έξω, αλλιώς η πιθανότητα να σπάσουν από οποιαδήποτε αιτία είναι μεγαλύτερη.

Η βράχυνση και η πύκνωση των φυτών δεν προκαλούνται πάντοτε από θιγμομορφογένεση. Και η φωτομορφογένση μπορεί να παίξει ρόλο. Αν για παράδειγμα ένα φυτό βρίσκεται σε μέρος με χαμηλό φωτισμό κι έχει κάνει λεπτό και μακρύ βλαστό με μεγάλλα κι αραιά φύλλα ως αντίδραση, όταν εκτεθεί έξω στον ήλιο και προσαρμοστεί, θα παρατηρηθεί να έχει μειωμένη επιμήκυνση, πυκνότερη δομή, μικρότερα φύλλα με χοντρή επιδερμίδα κ.ά. Αυτό είναι αποτέλεσμα της αύξησης της ποσότητας του φωτός. Υπάρχουν ωστόσο διαφορές: στη φωτομορφογένεση για παράδειγμα επηρεάζεται η ποσότητα της χλωροφύλης και η διάταξη των χλωροπλαστών, ενώ στη θιμμμομορφογένεση αυτά δε θα επηρεαστούν, μπορεί όμως να επιηρεαστεί η ελαστικότητα ή η αντοχή των ιστών του φυτού.

Διασαφηνιστική σημείωση: Η θιγμομορφογένεση διαφέρει από το
θιγμοτροπισμό,
ο οποίος είναι η ανάπτυξη ενός φυτού προς ή από ένα μηχανικό ερέθισμα, ενώ η θιγμομορφογένεση είναι μια προσαρμογή και δεν έχει κατεύθυνση. Η περιέλιξη των ελίκων του αμπελιού σε επαφή με κάποιο στήριγμα είναι παράδειγμα θιγμοτροπισμού. Οι γρήγορες κινήσεις κάποιων φυτών προκαλούμενες από επαφή με κάτι λέγονται θιγμοναστίες και δεν έχουν κατεύθυνση, π.χ. το κλείσιμο της παγίδας της διωναίας (σαρκοφάγου φυτού) ή το μάζεμα των φύλλων της μιμόζας.

Τέλος έχω να παραθέσω μια
ενδιαφέρουσα επιστημονική διαπίστωση.
Κατά την έρευνά τους οι επιστήμονες σ’ένα φυσικό οικοσύστημα, παρατήρησαν αλλαγές στα φυτά που επισκέπτονταν συχνότερα σε σχέση μ’άλλα. Ειδικότερα παρατηρήθηκε η επίπτωση της επίσκεψης στην ευπάθεια των φυτών στα έντομα. Από τα 6 είδη της μελέτης, το ένα παρουσίασε μεγαλύτερη ευπάθεια από τις τακτικές επισκέψεις, τα δύο μειωμένη, ενώ τα υπόλοιπα τρία δεν επηρεάστηκαν. Πιθανόν η θιγμομορφογένεση να προκαλεί πολύ λεπτότερες, ακόμα ανεπαρκώς μελετημένες αλλαγές στη φυσιολογία των φυτών.

Advertisements