Χθες τελείωσα το βιβλίο «Το Όνειρο του Φαραώ» του Γάλλου συγγραφέα Πιερ Κομπεσκό, το οποίο ξεκίνησα το απόγευμα της 31 Δεκεμβρίου. Το είχα στα διαβαστέα βιβλία εδώ και καιρό, διάβαζα μάλιστα κι αποσπάσματά του, εντούτοις είχα αρνητικές συστάσεις για αυτό το μυθιστόρημα. Τελικά όμως το διάβασα.

Το βιβλίο, με τίτλο πρωτοτύπου (Le Songe de Pharaon (γιατί αν ψάξετε στο Διαδίκτυο γι’αυτό, τα περισσότερα αποτελέσματα είναι στα γαλλικά)), είναι ένα από τα περίπου 10 βιβλία του Γάλλου δημοσιογράφου και συγγραφέα Πιερ Κομπεσκό (Pierre Combescot), γνωστός περισσότερο στη Γαλλία παρά έξω. Το συγκεκριμένο βιβλίο είναι αρκετά δυσεύρετο, μολονότι το βρήκα να πωλείται σε μερικά ελληνικά διαδικτυακά βιβλιοπωλεία και γιατί όχι και σε κανονικά, και γι’αυτό απορώ πώς βρέθηκε στη συλλογή των βιβλίων που έχω στον υπολογιστή μου. Είναι 420 σελίδων.

Το μυθιστόρημα γράφτηκε το 1998 και διαδραματίζεται στη σύγχρονη Αίγυπτο τον Απρίλιο του 1993, με πολλές αναδρομές στο παρελθόν, καθώς και λίγες νίξεις για το μέλλον. Για να γίνει όμως καλύτερα κατανοητή η υπόθεση, θα πρέπει πρώτα ν’αναφέρω τους βασικούς τόπους και πρόσωπα του μυθιστορήματος. Ο κύριος τόπος είναι η πόλη του Λούξορ, το ξενοδοχείο Ουίντερ Πάλας, το ξενοδοχείο Μάρσαμ στο Γκουρνά, και το χωριό Γκουρνά στη δυτική ακτή του Νείλου, όπου υποτίθεται οι κάτοικοί του είχαν διατηρήσει τη λατρεία του φιδιού κι επιδίδονταν σε παράνομο εμπόριο αληθεινών ή πλαστών αρχαιοτήτων. Σποραδικά αναφέρονται κι άλλες τοποθεσίες της Αιγύπτου, καθώς και οι χώρες των διάφορων προσώπων κατά την αφήγηση του παρελθόντος τους.

Δεν υπάρχει κεντρικός ήρωας, αλλά πολλά άτομα, τα οποία συμμετέχουν περισσότερο ή λιγότερο σ’όλην την πλοκή. Τα κυριότερα άτομα είναι: ο Αλί, εργαζόμενος στο Ουίντερ Πάλας από το Γκουρνά, χωρίς όμως να συμμετέχει στις δραστηριότητες εκεί, και μεγάλος γυναικάς, ο Ζορζ Ψελλός, Έλληνας από οικογένεια της Αλεξάνδρειας με πάθος για το αρχαίο, που συνήθιζε να διηγείται παλιές ιστορίες στην παρέα, κι επίσης ήταν καλός πλαστογράφος (αυτός έγραψε το ευαγγέλιο της Αμνεριδίδας με σκοπό να παραπλανήσει την Αίρεση του Φιδιού κι επινόησε την ενσάρκωση του Άποφι αυτά αργότερα), που σκοτώθηκε υπό μυστηριώδεις συνθήκες, ο καλόγερος Μακέρ ή Μένας, κόπτης που συμμετείχε στη παραπλάνηση της Αιρέσεως, η Λεϊλά Μπακουρί, γεροντοκόρη κόπτισσα που αγαπούσε τον ψελλό της οποίας η οικογένεια είχε σχέση με τα φίδια, η Μυριάμ Σικυρέλ, Γαλλοεβραία ιδιοκτήτης ταξιδιωτικού πρακτορίου, που είχε σχέση κι έμεινε έγκυος από τον αρχαιολόγο της ιστορίαας ο οποίος την παράτησε και μετά αυτή συνδέθηκε με τον Αλί, ενώ ο γιος της ασχολήθηκε με τη μουσική, ο αρχαιολόγος Αντουάν Μπιφάρ, που είχε αφήσει τα πάντα για να βρει την Αμνεριδίδα, η λέδι Πέγκυ Ντε Σεθ, Αμερικανοεβραία με πολλά κοινά με την Αμνεριδίδα, χήρα του λόρδου Ντε Σεθ, ο οποίος όπως και η πρώην γυναίκα του πέθαναν υπό μυστηριώδεις συνθήκες, η μαρκισία Μαφάλντα Κανικατί, τελευταία γόνος της συγκεκριμένης οικογένειας από τη Σικελία με σχέσεις με τη μαφία, ο Γερμανός βαρόνος Μπόλκο φον Οστερόντε, ειδικός στην κρυογονική, μυθομανής και νεκροφάγος (έτρωγε πτώματα και μούμιες) συνδεδεμένος παλαιότερα με τα ss και το Δόκτορα Μέγγελε, ο Βρετανός αστυνομικός της Σκότλαντ Γιάρντ Τζακ Σλόουν, που προσπαθούσε να τους βρει χωρίς αποτέλεσμα, ο γιός του Όουεν, καλός χάκερ και συνδεδεμένος με το Βαρόνο, ο Κάρλο Ινσανγκουίνε, Ιταλός συνθέτης μέλος της Αιρέσεως, και ο Γάλλος Ιζαλαντί, μόδιστρος κι επίσης μέλος.
Όλα τα πρόσωπα, μολονότι προέρχονται από άλλοτε υψηλά κοινωνικά στρώματα κι επιφανείς οικογένειες, έχουν ξεππέσει, πολλοί είναι άσχημοι στην εμφάνιση, πέρασαν ταραχώδεις ζωές, ενώ όλοι τους είχαν άσχημη παιδική ηλικία με τραυματικές εμπειρίες και προβληματικές σχέσεις με τους γονείς τους.

Η υπόθεση διαρκεί περίπου 2 μέρες: 16 και 17 Απριλίου του 1993. Όλα τα γεγονότα περιστρέφονται γύρω από το υποτιθέμενο άνοιγμα του τάφου της Αμνεριδίδας, της τελευταίας λάτριδος του Άμμωνα. Η Αμνεριδίς, όπως έλεγε παρακάτω σε μια αναδρομική διήγηση του Ψελλού, ήταν μια Εβραία από τη Βαβυλώνα με ταραγμένη ζωή που προσχώρησε στους λάτρεις του Άμμωνα κι έγινε σημαντικό πρόσωπο από τους ιδρυτές στην Αίρεση του Φιδιού, η οποία σχετίζεται με το οφιτικό γνωστικό τάγμα. Αρκετά μέλη του μυθιστορήματος ήταν μέλη αυτής της Αιρέσεως, η οποία πίστευε εν ολίγοις ότι οι θεοί έρχονται και παρέρχονται, αλλά το φίδι παραμένει σ’όλες τις θρηυσκείες κι εποχές. Είχαν ιδιαίτερη σχέση με τις κόμπρες, ενώ ο Άποφις, ο αιγυπτιακός θεός φίδι του χάους, τον οποίον ο Μπόλκο αποκαλούσε «Βαρόνο Άποφι», έπαιζε βασικό ρόλο. Ως ενσάρκωση του Άποφι χρησιμοποίηθηκε η βασιλική κόμπρα, η οποία ήταν και το μέσο εκτέλεσης για όσους είχαν αμφίβολη σχέση με την Αίρεση. Επίσης θεωρούσαν την αιγυπτιακή συκομουριά ως το δέντρο της γνώσεως στον Παράδεισο της Γενέσεως, απ’όπου σφύριξε το φίδι στην Έβα με σκοπό ν’απελευθερώσει τον άνθρωπο από το Θεό. Η Αίρεση αυτή είχε αποκτήσει χαρακτήρα πολυεθνικής στην εποχή της αφήγησης, ελέγχοντας πολλές εφημερίδες και συγκροτήματα.

Κατά τη μέρα έναρξης της αφήγησης λοιπόν, διάφορα πράγματα δεν πήγαιναν καλά. Η Αμερικανίδα τραγουδίστρια που θα τραγουδούσε έναν ύμνο κατά το άνοιγμα του τάφου και η αγαπημένη εξημερωμένη κόμπρα της Αίρεσης πέθαναν υπό μυστηριώδεις συνθήκες στην πισίνα του Ουίντερ Πάλας, ενώ παράλληλα ακούγονταν φήμες για αυτοκτονίες φιδιών στα νερά. Την ίδια μέρα με το πλοίο «Όσιρις» θα κατέφθαναν στο ξενοδοχείο τα μέλη της Αιρέσεως. Τη μέρα του ανοίγματος υποτίθεται ότι θα συνέρεε πολύς κόσμος, ενώ είχε κανονιστεί ένα ρέιβ πάρτι νέων σ’ένα νησί του Νείλου, αλλά και μια επίθεση εξτρεμιστών μουσουλμάνων στο φράγμα του Ασουάν για τη δημιουργία τεράστιας καταστροφής και πανικού. Έπειτα ο συγγραφέας κάνει εκτενέστατες αναδρομές στο παρελθόν ώστε να κατανοήσουμε καλύτερα την ιστορία του κάθε προσώπου, τις σχέσης του με τ’άλλα, συνεπώς και τους λόγους και τα κίνητρα των πράξεων του καθενός. Περιληπτικά έγραψα για τα πρόσωπα παραπάνω, και οι βασικές σχέσεις είναι πλέον κατανοητές. Το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου είναι τέτοια αφήγηση, που χωρίς αυτήν όμως δε θα μπορούσε να βγει νόημα από το τέλος. Τελικά την επόμενη μέρα τα μέλη κατέφθασαν, η τρομοκρατική επίθεση δεν έγινε αλλά ο πανικός είχε ήδη σκορπιστεί, οι μάταιες ανασκαφές συνεχίζονταν υπό την παρακολούθηση του αρχαιολόγου χωρίς να’ρθει καθόλου κόσμος όπως υποτίθεται προβλεπόταν, και ο αρχαιολόγος μετά τη μεγάλη απογοήτευσή του συναντήθηκε μαζί με την πρώην του, τη Λεϊλά, τον Αλί και το Μοναχό για να συμφιλιωθούν ύστερα απ’όλη αυτήν την περιπέτεια, ενώ ο η λέδη Ντε Σεθ διαμελίστηκε και φαγώθηκε ζωντανή από ομάδα νέων υπό την επίρροια ναρκωτικών στο πάρτι, και η Κανικατί πέθανε στον τάφο του Μπόλκο, που ήταν χτισμένο ςκάτω απ’τον πύργο του στο Γκουρνά, όπου επίσης αυτοκτόνησε ο Βαρόνος σκοτώνοντας και τον εραστή του Όουεν, θέλοντας να πεθάνει έτσι σαν το Χίτλερ. Εκείνος ο τάφος ήταν το «Όνειρο του Φαραώ». Η Αίρεση πλέον είχε διαλυθεί. Η Αμνεριδίδα δεν ήταν τίποτα παραπάνω από μια απάτη.

Στο τέλος ο αναγνώστης μένει μ’ένα αίνιγμα. Υπάρχει η σημείωση του εκδότη ο οποίος υποτίθεται ότι πήγε στην Αίγυπτο για να δει τα μέρη της εξέλιξης του μυθιστορήματος. Βρήκε όλους τους τόπους, και ρώτησε επίσης για τα πρόσωπα. Κανείς δεν έδειχνε να ξέρει για κανέναν εκτος από το γιατρό που αναφερόταν στο βιβλίο, ώσπου πήγε στο Γκουρνά. Εκεί ρώτησε σε μια παρέα νέων στο ξενοδοχείο Μάρσαμ για την οικογένεια Μπαντχαβί (η οικογένεια του Αλί με μεγάλη δραστηριότητα στο χωριό κατά το μυθιστόρημα). Ένας νέος πήγε να μιλήσει, αλλά δυο άλλοι τον εμπόδισαν. Την επόμενη μέρα το παιδί αυτό τον φώναξε στο μπαλκόνι του. Μόλις πήγε εκεί ο νέος όμως είχε εξαφανιστεί. Ο εκδότης βρήκε εκεί προς έκπληξή του το τσεκούρι του δημίου του Βερολίνου, του θετού πατέρα του Μπόλκο, κι έναν ηλεκτρονικό υπολογιστή. Πληκτρολόγισε τη διεύθυνση του βιβλίου. Κάθε σελίδα όμως που έβγαζε σύντομα καταπινόταν από ένα κόκκινο φιδάκι, το οποίο στο τέλος χανόταν κι όλα εκμηδενίζονταν.

Όλο το μυθιστόρημα αποπνέει την αίσθηση της ματαιότητας, της παρακμής και του θανάτου. Ο συγγραφέας πιθανόν ήθελε να περάσει το μήνυμα ότι όλες οι θρησκείες είναι μάταιες, προσπαθούν να ξορκίσουν το θάνατο και τον εκμηδενισμό ο οποίος όμως θα’ρθει κάποτε σ’όλους μας. Οι εικόνες του βιβλίου: το τοπίο, ο Νείλος, τα κτίρια, οι άνθρωποι, εκφράζουν παρακμή, ταλαιπωρία και ξεπεσμό. Αλλά και οι παρομοιώσεις και τα υπόλοιπα σχήματα λόγου εκφράζουν την παρακμή, το θάνατο και την αποσύνθεση. Το χώμα της Αιγύπτου ζυμωμένο απ’τους νεκρούς, οι ταλαιπωρημένοι φοίνικες, ο σκοτεινός Νείλος των νεκρών, το φτωχικό Γκουρνά, τα αδυνατισμένα ζώα, τα γυμνά παιδάκια, οι σωροί των παλιών άχρηστων αντικειμένων στον τάφο του Βαρόνου, εκφράζουν αυτό ακριβώς το πράγμα. Δύο ιδιαίτερα χαρακτηριστικές παρομοιώσεις που μου έμειναν ήταν αυτή που είπε η Λεϊλά νιώθοντας μόνη, σαν τη Σελήνη έλεγε που κοιτάζει τη Γη που βγάζει σύννεφα νεκρών, ένα άσπρο απολίθωμα φτιαγμένο από τα κόκκαλά μας. Την άλλη την είπε ο Μπόλκο για την προβλεπόμενη ανατίναξη του φράγματος και το θάνατο όλων των νέων στο μεγάλο πάρτι, ότι όλοι εκεί οι συγκεντρωμένοι ήταν σάρκες που θα σάπιζαν, οι ψυχές τους θα διαβρώνονταν στην άλμη του ποταμού, και τα σώματά τους θα έβγαιναν στη Θάλασσα σαν τα περιττώματα της Γης. Ο συγγραφέας ακόμα φαίνεται να θεωρεί τις θρησκείες διόδους μεταλλαγής ή και έκφρασης των καταπιεσμένων ενστίκτων μας, όπως αυτού της αιμομειξίας και του κανιβαλισμού.

Το ύφος του συγγραφέα είναι ζωντανό, με επαρκείς περιγραφές και ζωντανούς διαλόγους όπου χρειάζεται. Οι αναδρομικές παρενθέσεις είναι ωστόσο πολύ μεγάλες, και γι’αυτό επισημαίνω στον ο αναγνώστη να θυμάται πού έμεινε για να βρει μετά και πάλι τη συνέχεια της σύγχρονης αφήγησης. Όσο προχωρά η πλοκή, ο αναγνώστης θ’αρχίζει να σχηματίζει ολοκληρωμένη εικόνα.

Τελικά όλος ο αγώνας, το ανακάτεμα, οι έχθρες και τα μίση, οι θάνατοι, για το τίποτα. Για κάτι που αποδείχθηκε φάρσα, απάτη. Ίσως Τίποτα δεν έχει αξία τελικά, γι’αυτό θα πρέπει να είμαστε όλοι αγαπημένοι, χωρίς μίση και φανατισμούς. Όσοι μου έκαναν τις αρνητικές συστάσεις πιθανόν παρέμειναν στην διαστροφή που καταδεικνύει ο χαρακτήρας πολλών προσώπων, χωρίς να διεισδήσουν στο εσωτερικό νόημα του βιβλίου. Εγώ έχω να πω ότι μου άρεσε αρκετά και θα το συνιστούσα ανεπιφύλακτα σ’οποιονδήποτε ανοιχτό σε κάπως διαφορετικά βιβλία.

Advertisements