άνθος


κάψα (καρπός) κοινής παπαρούνας

Πηγή:
Ροδιακή Εφημερίδα

2011
20
Μαϊ
Μήκων η ροιάς

Η Μήκων η ροιάς (Papaver Rhoeas) ανήκει στο γένος Παπάβερ (Papaver) που περιλαμβάνει φυτά δικοτυλήδονα και υπάγεται στην οικογένεια Παπαβερίδες (Papaveraceae). Η οικογένεια Παπαβερίδες περιλαμβάνει περίπου εκατόν (100) διαφορετικά είδη. Πρόκειται για φυτά, κατά κανόνα ποώδη και σπανίως φρυγανώδη.

Το γένος Παπάβερ (Papaver) περιλαμβάνει φυτά καλλωπιστικά, φαρμακευτικά και βιομηχανικά, τα οποία περιέχουν γαλακτώδη χυμό, πλούσιο σε αλκαλοειδή και με ναρκωτική δράση. Το γένος αυτό στην ελληνική βιβλιογραφία και ιδιαίτερα στα σχολικά βιβλία αναφέρεται και με την ονομασία «Μήκων», η οποία έχει προέλευση αρχαιοτάτη.

Στην Ελλάδα απαντούν ως αυτοφυή περί τα δώδεκα (12) είδη, τα οποία είναι γνωστά με το κοινό όνομα παπαρούνα. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται και τα εξής:

α) Μήκων η ροιάς (Papaver-Rhoea) γνωστή με το κοινό όνομα: παπαρούνα, κόκκινη παπαρούνα, κουτσουνάδα (Κρήτη). Η ονομασία «ροιάς» οφείλεται στο γεγονός ότι φυλλορροούν και πέφτουν πολύ εύκολα τα πέτα του άνθους αυτής.

β) Μήκων η υπνοφόρος (Papaver-somniferum), γνωστή με τα κοινά ονόματα: αφιόνι, μπλε ή πορφυρόχρωμη παπαρούνα, από την οποία παράγεται η μορφίνη (Morphium)

γ) Μήκων το σμηριγγοφόρον (Papaver setigerum), πιθανώς πρόγονος της Μήκονος της υπνοφόρου.

δ) Γλαύκιων φλάβιου (Glaucium Flavium) ή Μήκων η Κερατίτις (Papaver corneum), γνωστή με το κοινό όνομα: κίτρινη παπαρούνα ή παράλιος παπαρούνα, επειδή συχνά απαντά στις παραλίες.

Η Μήκων η ροιάς είναι πόα μονοετής, η οποία φύεται σε όλη την Ελλάδα και στις άλλες παραμεσόγειες χώρες. Έχει βλαστό όρθιο, λεπτό, γλαυκόχρωμο, εσωτερικά κοίλο (ύψους 0,20-0,40 μ. περίπου). Έχει φύλλα μετρίου μεγέθους, επιμήκη, έλλοβα, χρώματος ανοικτού πρασίνου.

Οι ανθοφόροι οφθαλμοί είναι μικρού μεγέθους, ωοειδείς. Τα μεγάλα άνθη είναι εντυπωσιακά, με στεφάνη από τέσσερα ζωηρά κόκκινα πέταλα, που στη βάση (όνυχα) είναι μελανά. Στο ανοιγμένο άνθος λείπει ο κάλυκας, ο οποίος κατά το στάδιο, που το άνθος είναι μπουμπούκι, αποτελείται από δύο κοίλα, τραχέα, λόγω τριχών, σέπαλα, και ο οποίος, καθώς το άνθος ανοίγει, πίπτει.

Χαρακτηριστικός είναι ο ύπερος, ο οποίος αποτελείται από μερικά καρπόφυλλα, συμφυή προς σφαιρική ωοθήκη και επάνω στον οποίοα τα απλωτά και ενωμένα σε δίσκο στίγματα σχηματίζουν ένα είδος πώματος.

Τον περιβάλλον πολυάριθμοι στήμονες, με μικρούς, γκρίζους-ιώδεις ανθήρες. Η ωοθήκη, αφού ωριμάσει, μετασχηματίζεται σε κάψα (κωδία), η οποία είναι πλήρης από πολυάριθμους, μικροσκοπικούς, καστανόμαυρους σπόρους και ανοίγει με πόρους, κάτω από τον στιγματιοφόρο δίσκο της κορυφής.

Η Μήκων η ροιάς φύεται σε ακαλλιέργητους αγρούς, στις άκρες οικοπέδων, δρόμων κ.λπ. Αγαπά γόνιμα εδάφη, που συγκρατούν την υγρασία και καλώς ηλιαζόμενα. Ανθίζει την άνοιξη (Απρίλιο – Μάιο) και εντυπωσιάζει από μακριά με τα ωραία, κόκκινα άνθη της.

Το φυτό ήτο γνωστό στον άνθρωπο από πολύ παλιά και αναφέρεται από τους αρχαίους συγγραφείς. Ο Θεόφραστος γράφει: «Έχει δε και η των δένδρων αυτών υγρότης, ώσπερ ελέχθη, διάφορα είδη· η μεν γαρ εστιν οπώδης, ώσπερ η της συκής και της μήκωνος» (Θεόφραστος, Περί φυτών ιστορίας 1,12,2).

Και αλλού: «Ετέρα δε μήκων ροιάς καλουμένη παρομοία κιχορίω τω αγρίω, δι’ ο και εσθίεται· εν τοις αρουραίοις δε φύεται, μάλιστα εν ταις κριθαίς· άνθος δ’ έχει ερυθρόν, κωδύαν δ’ όσην όνυχα του δακτύλου. Συλλέγεται δε προ του θερισμού των κριθών, εγχλωροτέρα δε μάλλον. Καθαίρει δε κάτω» (Θεόφραστος, Περί φυτών ιστορίας 9,8,4).

Ο Διοσκουρίδης γράφει σχετικώς τα εξής: «Μήκων ροιάς· ωνόμασται διά το ταχέως το άνθος αποβάλλειν· φύεται δε εν αρούροις ήρος, ότε και συλλέγεται. Έοικε δε τα φύλλα οριγάνω ή ευζώμω ή κιχορίω ή θύμω, υπεσχισμένα, μακρότερα δε και τραχύτερα· καυλόν δε έχει σχοινώδη, όρθιον, τραχύν, ως πήχεως, άνθος φοινικούν, ενίοτε δε λευκόν, όμοιον τω της αγρίας ανεμώνης· κεφαλή δε προμήκης, ήττον μέντοι της ανεμώνης, καρπός πυρρός, ρίζα επιμήκης, υπόλευκος, δακτύλου έχουσα μικρού πάχος, πικρά.

Ταύτης κεφαλάς πέντε ή έξ εν οίνου κυάθοις τρισίν εψήσας, ώστε εις δύο αγαγείν, πότιζε ους αν βούλη υπνώσαι. Του δε σπέρματος, όσον οξύβαφον ποθέν συν μελικράτω κοιλίαν ηπίως μαλάσσει· μείγνυται δε και μελιτώμασι και ιτρίοις προς το αυτό. Τα δε φύλλα συν ταις κωδύαις καταπλασθέντα φλεγμονάς ιάται· και το απόζεμα δε αυτών προσαντληθέν υπνοποιόν εστιν» (Διοσκουρίδης, Περί ύλης ιατρικής 4,63).

Ο ίδιος συγγραφέας σημειώνει: «Μήκων· η μεν τις εστιν ήμερος και κηπευτή, ής το σπέρμα αρτοποιείται εις την εν υγιεία χρήσιν· και συν μέλιτι δε αντί σησάμης αυτώ χρώνται· καλείται δε θυλακίτις, επίμηκες έχουσα το κεφάλιον και το σπέρμα λευκόν. Η δε τις αγρία, εγκαθημένην έχουσα την κωδύαν, σπέρμα μέλαν, ή δη και πιθίτις ονομάζεται, υπ’ ενίων δε ροιάς και αυτή διά το ρειν εξ αυτής τον οπόν. Τρίτη δε αγριπτέρα και μικροτέρα και φαρμακωδεστέρα τούτων, έχουσα την κωδύαν επιμήκη» (Διοσκουρίδης, Περί ύλης ιατρικής 4,64).

Η Μήκων η ροιάς ή παπαρούνα ή κουτσουνάδα, λαχανεύεται· οι νεαροί και τρυφεροί βλαστοί της και τα φύλλα μαγειρεύονται. Γίνονται λαδερά, μόνα ή με άλλα και χρησιμοποιούνται για την παρασκευή χορτόπιτας.

Τα σπέρματα του φυτού χρησιμοποιούνται σε αρτοσκευάσματα και γλυκά αντί σησαμιού και είναι πολύ αρωματικά (πρβλ. Mohnkuchenκ, γλυκά με σπόρους παπαρούνας, που παρασκευάζονται στη Γερμανία).

* Γράφει ο Δρ. Ιωάννης Ηλ. Βολονάκης
Έφορος Αρχαιοτήτων ε.τ.

Advertisements