από αριστερά προς τα δεξιά: αραουκάρια (araucaria araucana), κύκας (Cycas revoluta), δίωο (Dioon edule), και τσάι (Camellia sinensis)

Την παραπάνω εικόνα που βλέπετε την ανέβασα με μεγάλη δυσκολία. Τώρα τελευταία έχει παρουσιαστεί ένα πρόβλημα με το ανέβασμα των φωτογραφιών. Ενώ φαίνονται ν’ανεβαίνουν κανονικά, όταν επιλέγω «προσθήκη στο άρθρο» δε μπαίνουν. Παραμένουν στα πολυμέσα του άρθρου, αλλά δεν εμφανίζονται ούτε στο κείμενο της επεξεργασίας ούτε στη δημοσίευση. Τι άραγε φταίει γι’αυτό; Το πρόβλημα αυτήν τη φορά τό’λυσα γράφοντας με το χέρι χαρακτήρα προς χαρακτήρα τον κώδικα html για τις επισυναπτόμενες εικόνες.

Λοιπόν χθές και σήμερα φύτεΨα
διάφορα είδη εξωτικών σπόρων
που παρήγειλα από το Διαδίκτυο. Πολύ χρήσιμο αυτό το Διαδίκτυο τελικά. Μέσω αυτού μπορείς να βρεις ό,τι θέλεις. Τα είδη δεν είναι μόνα αυτά της φωτογραφίας, εκεί έβαλα μόνο αυτά με τους μεγαλύτερους σπόρους. Συνολικά έχω 11 είδη, εκ των οποίων φύτεψα τα 10. Παρακάτω θα παρουσιάσω λίγο αναλυτικότερα το καθένα ξεχωριστά.

Οι σελίδες απ’όπου τα πήρα είναι το
b*t world seeds.com
και το
jungleseeds.co.uk

Τους σπόρους λοιπόν τους φύτεψα σε πλαστικά γλαστράκαι, μικρές γλάστρες πή τροποποιημένα πλαστικά μπουκάλια, ανάλογα με τις ανάγκες του κάθε είδους και το χρονικό διάστημα που θα μείνοι το καθένα στην αρχική γλάστρα. Όλα εκτός απ’τη στέβια έχουν μείγμα ελαφρού χώματος με πολλή άμμο για καλή αποστράγγιση περίπου 50\%-50%, και βρίσκονται στη γωνία του δωματίου μου, ανάμεσα στο γραφείο μου και στο καλοριφέρ, κάτω από μια λάμπα φθορισμού, στο ιδανικό δηλαδή περιβάλλον για την ανάπτυξή τους. Σκοπεύω να βάλω κι αλουμινόχαρτα γύρω απότ ο μέρος για ν’ανανακλάται ακόμα περισσότερο φως μέσα σ’εκείνον τον κλειστό χώρο.

Τα είδη που πήρα είναι: εφέδρα (Ephedra sinica), βελβίτσχια (Welwitschia mirabilis), αραουκάρια της Χιλής (Araucaria araucana), μετασεκόγια (Metasequoia glyptostroboides), γίνκγο (Ginkgo biloba), κύκας (Cycas revoluta), δίωο (Dioon edule), μπανανιά των Ιμαλαίων (Musa sikimmensis), τσάι (Camellia sinensis), στέβια (Stevia rebaudiana), και σκληρή δενδρώδης φτέρη (Cyathea australis) σπόρια.

Από τα παραπάνω, το γίνκγο και τη μετασεκόγια τα τοποθέτησα στο ψυγείο όπου θα παραμείνουν για περίπου δύο μήνες ή μέχρι να δείξουν σημεια βλάστησης οπότε και θα τα βγάλω, ώστε να προσομοιάσω το χειμώνα. Για το γίνκγο έχω γράψει
εδώ.
Είναι ένα αρχαίο μοναδικό είδος δέντρου χωρίς κανένα συγγενικό του σήμερα, προερχόμενο από την Κίνα, αν και παλαιότερα είχε πολύ μεγαλύτερη εξάπλωση. Η μετασεκόγια (Metasequoia glyptostroboides) είναι κι αυτή ένα αρχαίο γένος δέντρων με τους σημερινούς εναπομείναντες πληθυσμούς στην Κίνα. Είναι κυπαρισσοειδές κωνοφόρο συγγενικό με τις αμερικανικές σεκόγιες, αν και κοντότερο (25-50 μ). Χαρακτηριστικό του είναι ότι ρίχνει τα φύλλα του το χειμώνα. Τα γίνκγο θα τα φυτέψω στο χωριό μου (Πύργοι Κοζάνης) κοντά στο ποτάμι, μια κι εγώ έχω ένα τέτοιο στη συλλογή μου, επαναφέροντας το είδος σε μέρη της πρώην εξάπλωσής του.

Η αραουκάρια της Χιλής (Araucaria araucana) είναι κι αυτη ένα ξεχωριστό κωνοφόρο δέντρο. Η οικογένεια των αραουκαριιδών είναι κι αυτή πολύ παλιά, με απολιθώματα από το Τριαδικό. Το συγκεκριμένο είδος κατάγεται από τις Άνδεις της νότιας Χιλής και είναι το ανθεκτικότερο στο κρύο απ’όλες τις αραουκάριες, αντέχοντας ως και -20 βαθμούς. Στη φύση φτάνει σε ύψος τα 60-80 μ. με πολλή αργή ανάπτυξη. Αρχικά έχει πυραμιδοειδές σχήμα, αλλ’αργότερα παίρνει τη μορφή ομπρέλας ρίχνοντας τα κατώτερα κλαδιά. Τα κλαδιά του καλύπτονται σε μεγάλο μήκος από τριγωνικά αιχμηρά φύλλα που το θωρακίζουν από κάθε είδους φυτοφάγα. Τα φυτά είναι δίοικα, με ξεχωριστά φύλα σε κάθε φυτό. Οι αρσενικοί κώνοι βγαίνουν την άνοιξη, είναι μακροστενοι και πράσινοι, ενώ οι τεράστιοι (διαμέτρου 30 εκ.) σφαιρικοί θηλυκοί ωριμάζουν πλήρως την επόμενη χρονιά και πέφτουν κάτω. Οι σπόροι έχουν επίμηκες μυτερό σχήμα και είναι πολύ θρεπτικοί πλούσιοι σε άμυλο. Συλλέγονται από τους ιθαγεννείς αραουκανούς της περιοχής. Το σημαντικότερο εμπόδιο για την ευρεία καλλιέργεια του φυτού ως πηγή τροφής είναι ότι δίνει καρπό σε 35 χρόνια!
Οι σπόροι φυτεύονται κατά τα 2/3-3/4 τους με τη μύτη προς τα κάτω, αφού έχουν μουσκευθεί για μια μέρα, σε ελαφρύ αμμώδες χώμα. Στους 15 βαθμούς θα φυτρώσουν σε 2 περίπου μήνες, σε μεγαλύτερη ζέστη γρηγορότερα. Αρχικά δε χρειάζονται φως για να βλαστήσουν. Σιγά-σιγά το φυτό θα σπρώξει το κάλυμα του σπόρου προς τα πάνω. Αν υπάρχει πρόβλημα μ’αυτό θα πρέπει να το αφαιρέσετε. Σύντομα φτάνουν τα 10-12 εκ. κι από εκεί και ύστερα το μόνο που χρειάζεται είναι υπομονή. Τα νεαρά φυτά μπορούν ν’αναπτυχθούν και σε σκιά. Το έδαφός τους θα πρέπει να έχει άριστη αποστράγγιση, να λιπαίονται κανονικά και να μην εκτεθούν απ’την αρχή σε υπερβολικές συνθήκες. Μισούν τη ζέστη μαζί με υγρασία, επομένως στο κλίμα της Θεσσαλονίκης ίσως θα δεινοπαθήσουν το καλοκαίρι, αλλά παρόλα αυτά θα προσπαθήσω να τα καλλιεργήσω πειραματικά. Άλλωστε στο βοτανικό κήπο της Φλωεντίας – που έκανε πολύ ζέστη και υγρασία)
τον οποίον επισκέφθηκα
είδα ένα τέτοιο υγιές νεαρό δέντρο. Μία λύση είναι να το μεταφέρω μέσα το καλοκαίρι, αλλά πάλι θα πρέπει να το βγάζω έξω όταν λείπω για ΝΑ δέχεται το
αυτόματο πότισμα.
Ένα πάντος σίγουρα θα φυτέψω στο χωριό, όπου έχει πολύ ξηρότερο κλίμα.

Η εφέδρα και η βελβίτσχια ανήκουν στη συνομοταξία ή διαίρεση των γνητόφυτων, μια λιγότερο γνωστή ομάδα γυμνόσπερμων, στα οποία ανήκουν και τα κωνοφόρα. Για τις εφέδρες έχω γράψει
εδώ.
Είναι παράξενοι θάμνοι ερημικών ή ημιερημικών περιοχών με χρήσιμες φαρμακευτικές ουσίες όπως το διεΓεΡτικό εφεδρίνη και το αποχρεμπτικό ψευδοεφεδρίνη.
Για καλύτερη βλάστηση οι σπόροι τους θα πρέπει να περάσουν από μια περίοδο ύχους τουλάχιστον για 2 εβδομάδες στο ψυγείο. Μετά πρέπει να σπαρούν σε ελαφρύ αμμώδες έδαφος σε ζεστό και φωτεινό περιβάλλον. Μπορούν να μεταφυτευθούν σε ύψος 10 εκ.

Για τη βελβίτσχια θα πρέπει οπωσδήποτε να κάνω ένα εξειδικευμένο άρθρο. Το μόνο που λέω εδώ είναι ότι είναι ένα μοναδικό φυτό χωρίς αντίστοιχο πουθενάαλλού. Για το φυτό αυτό χρησιμοποίησα κομμένα πλαστικά μπουκάλια, μιας και στέλνει αρκετάνωρίς μια πολύ βαθιά ρίζα.

Τα κυκαδόφυτα μαζί με τα κωνοφόρα, τα γινκγόφυτα και τα γνητόφυτα συμπληρώνουν τις αρτίγονες (το αντιθετο του εξεφανισμένες) συνομοταξίες των γυμνόσπερμων. Πριν την εμφάνιση και το μεγάλο ανταγωνισμό με τ’ανθοφόρα υπήρχαν περισσότερες. Είναι η δεύτερη κατά σειρά ποικίλη σε είδη γυμνόσπερμων μετά τα κωνοφόρα με περίπου 300 είδη στις τροπικές περιοχές της Ασίας, της Αφρικής, της Αμερικής και της Αυστραλίας, σε περιβάλλοντα από ερήμους, μεσαία κλίματα μέχρι τροπικά δάση. Έχουν συνήθως ύψος λίγων μέτρων, αν και κάποια είδη μπορούν να ξεπεράσουν τα 10 μέτρα ενώ αρκετών ο κορμός είναι υπόγειος ή ημιυπόγειος. Ο κορμός τους είναι χοντρός, με σχετικά λίγο ξύλο, κι αποθηκεύει μεγάλες ποσότητες αμύλου. Εξωτερικά προστατεύεται από τις βάσεις των παλιών φύλλων και τα κατάφυλλα (πολλά μικρά ατροφικά φυλλαράκια). Τα φύλλα των φυτών είναι πτεροειδή (σαν αυτά της φτέρης) ή διπτεροειδή, και μπορεί να βγαίνουν όλα μαζι ή ένα-ένα κατά την ανάπτυξη. Η διακλάδωση γίνεται είτε με διχοτόμηση της κορυφής είτε, συχνότερα, μ’επιγενή μάτια που εμφανίζονται ανάμεσα στις βάσεις των παλιών φύλλων. Τα τελευταία μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως υλικό βλαστητικής αναπαραγωγής. Τα αρσενικά και τα θηλυκά φυτά είναι ξεχωριστά, και παράγουν τους κώνους τους στο κέντρο τους. Οι σπόροι τους καλύπτονται από μια σαρκώδη επιφάνεια, όπως και στο γίνκγο. Τα φυτά αυτά δεν κωνοφορούν ετησίως, αλλά κάθε λίγα χρόνια, ενώ στο μεσοδιάστημα αναπτύσσονται. Ακόμα κάποια χαρακτηριστικά ιδιαίτερα σ’αυτά τα φυτά είναι η παρουσία κοραλοειδών ριζών, τροποποιημένων ριζών που στεγάζουν κυανοβακτήρια τα οποία δεσμεύουν το ατμοσφαιρικό άζωτο για το φυτό, η παρουσία συσταλτών ριζών, οι οποίες μπορούν να τραβήξουν τα νεαρά φυτά βαθύτερα στο έδαφος σε περίπτωση ξηρασίας, και η μεγάλη τοξικότητά τους. Τα φυτά αυτά είναι υπερβολικά τοξικά για πολλά ζώα και τον άνθρωπο. Παράγουν δύο ισχυρά δηλητήρια, την κυηκαδίνη με ηπατική και νεφρική τοξικότητα και τη β-μεθυλαμινο-αλανίνη, ένα νευροτοξικό αμινοξύ προερχόμενο από τα συμβιωτικά βακτήρια το οποίο συσσωρεύεται στους σπόρους. Η κατανάλωση του αμύλοου ή των σπόρων από ιθαγεννείς έχει προκαλέσει ιστορικά σημαντικές δηλητηριάσεις. Ωστόσο υπάρχουν κάποια ζώ ακι έντομα ανθεκτικά στα δηλητήρια αυτών των φυτών.

Οι σπόροι τους είναι ιδιαίτερη περίπτωση. Το έμβρυο συνήθως δεν έχει ολοκληρώσει την ανάπτυξή του αφότου έχουν πε΄σει από το φυτό και θα πρέπει να κρατηθούν για λίγους μήνες πριν τη φύτευση. Εάν τους έχει αφιαρεθεί το σαρκώδες κάλυμμα, θα πρέπει να βρίσκονται σε υγρό περιβάλλον για να μην αφυδατωθούν.Το ίδιο κι αν πρόκειται να παραμείνουν για λίγο καιρό παραπάνω σε αποθήκευση. Γενικά όμως δε θα πρέπει να καθυστερείτα η φύτευση αυτών των σπόρων. Στους αφυδατωμένους σπόρουςτο εσωτερικό του σπόρου κροταλίζει όταν το κουνάτε, ενώ μπορεί να επιπλέει στο νερό. Εάν το προλάβετε νοωρίς υπάρχουν μεγάλες πιθανότητες ο σπόρος να σωθεί, αλλ’αν παραμείνει έτσι για πολύ καιρό πιθανότατα θα σαπίσει.
Πριν τη σπορά θα πρέπει να έχει αφαιρεθεί το σαρκώδες περίβλημα αν υπάρχει, γιατί περιέχει αναστολείς της βλάστηςης. Είναι καλό οι σπόοι να μουλιάσουν στο νερό για μια μέρα. Έπειτα σπόροι θα πρεπει να σπαρούν μισοθαμμένοι στο πλάι σε ελαφρύ αμμώδες χώμα σε σχετικά βαθιά δοχεία με ζέστη. Σ’ένα μήνα μέχρι και 6 μήνες ανάλογα με το είδος και το σπόρο, θα φυτρώσουν βγάζοντας πρώτα την πρώτηρ ίζα τους (ριζίδιο), η οποία κατεβαίνει γρήγορα προς τα κάτω, και λίγο αργότερα το πρώτο φύλλο τους. Στο διάστημα αυτό φαίνεται κι ο κορμός ως μικρός βολβός. Τα νεαρά φυτά θ’αναπτύσσονται αρκετά αργά.

Τα είδη που πηρα εγώ είναι ο κοινός κύκας (Cycas revoluta) και το δίωο (Dioon edule).
Το πρώτο είδος κατάγεται από τη νότια Ιαπωνία με θερμό εύκρατο κλίμα. Μπορεί με τα χρόνια να φτάσει τα 7 μ. σε ύψος με κορμό διαμέτροου 20-30 εκ. και να κάνει πολλές διακλαδώσεις. Τα φύλλα του είναι σκληρά, πτεροειδή και σκουροπράσινα γυαλιστερά, σαν κλαδιά κωνοφόρου. Εμφανίζει νεαρά φύλλα κατά ομάδες από 1 έως 3 φορές κατά την περίοδο ανάπτυξης. Στο διάστημα εκείνο δε θα πρέπει να βρίσκεται κοντά σ’εμπόδια τα οποία μπορούν να παραμορφώσουν τα φύλλα του όταν ξετυλιχτούν και σκληρύνουν. Αναπτύσσεται και σε ήλιο και σε ημισκιά. Χρειάζεται έδαφος με καλή αποστράγγιση και κανονικό πότισμα. Αντέχει στην ξηρασία και στο κρύο ως -12 βαθμούς, γι’αυτό κι έχει γίνει το κοινότερα καλλιεργούμενο είδος. Τα φυτά φτάνουν σε αναπαραγωγική ηλικία στα 15 τους περίπου χρόνια. Τα αρσενικά βγάζουν μακρόστενους κώνους σαν ρόκες καλαμποκιού, ενώ τα θηλυκά δημιουργούν ένα χαλαρότερο κώνο αποτελούμενο από σποριόφυλλα ακάτω απ[τα οποία κρέμονται οι σπόροι (η πιο πρωτόγονη κατάσταση). Η ανάπτυξη συνεχίζει από την κωορυφή του θηλυκού κώνου. Οι σπόροι καλύπτονται από πορτοκαλί σαρκώδες περίβλημα, κι έχουν μέγεθος καρυδιού.
Το δεύτερο είδος κατάγεται από τις ορενές περιοχές τουβ ανατολικού Μεξικού, όπου φύετασι βσε αγκαθωτά δάση (τύπος βλάστης μεταξύ σαβάνας και ερήμου. Έχει κοντό και χοντρό υπόγειο ή ημιυπόγειο κορμό διαμέτρου 30-50 εκ., ενώ το ύψος του μαζίμα τε τα φύλλα φτάνει τα 3 μ. Τα φύλλα του είναι μεγάλα, γαλαζοπράσινα, με αγκαθωτά φυλλάρια. Αναπτύσσεται βραδύτερα, αλλά ωριμάζει νωρίτερα από τον κοινότερο κύκα. Οι κώνοι και των δύο φύλων είναι όμοιοι. Τα φύλλα μπορούν να διαχωριστούν μόνο από το χρόνο παραμονής του κώνου στο φυτό (τα θηλυκά τον κρατάνε περισσότερο μέχρι να ωριμάσουν οι σπόροι) και το χρόνο επόμενης κωνοφορίας (τ’αρσενικά κωνοφορούν ανά λιγότερα χρόνια από τα θηλυκά. Οι σπόροι καλύπτονται με πορτοκαλί ή κίτρινο σαρκώδες περίβλημα, κι έχουν μέγεθος λίγο μεγαλύτερο από φουντούκι. Το φυτό αναπτύσσεται καλύτερα στον ήλιο, είναι ανθεκτικό στην ξηρασία, και το χειμώνα αντέχει έως -5 βαθμούς χωρίς πρόβλημα, ενώ μπορεί να αντέξει για βαχείες περίοδους έως και τους -12 με καταστροφή του φυλλώματος.

Η στέβια είναι ένα παραγουανό ζαχαρούχο φυτό. Περιέχει γλυκοζίδια που δίνουν την αίσθηση του γλυκού, ενώ στην πραγματικότητα δεν παρέχει ενέργεια, άρα ούτε θερμίδες έχει ούτε βλάπτει τους διαβηρτικούς. Παρόλο που χρησιμοποιούταν από τους ιθαγεννείς, ο δυτικός κόσμος το δέχεται με μεγάλη επιφύλαξη, δήθεν λόγω της πιθανότητας να είναι βλαβερό, αλλά μάλλον λόγω των συμφερόντων των εταιρειών ζαχάρεως. Έχει αποδειχθεί σε απανωτές δοκιμές ότι το φυτό και το προϊόν τους είναι ασφαλή. Σήμερα η χώρα που χρησιμοποιεί περισσότερο το φυτό ως γλυκαντικό είναι η Ιαπωνία. Το φυτό βλαστάνει σπάνια από σπόρο, αλλ’εφόσον αυτό γίνει, μετρά αναπτύσσεται γρήγορα και μπορεί να πολλαπλασιαστεί πανεύκολα με μοσχεύματα. Χρειάζεται πλούσιο υγρό έδαφος και ζέστη για να βλαστήσει.

Η κινέζικη καμέλια που πήρα(Camellia sinensis) είναι το κοινό τσάι. Το πράσινο τσάι, το μαύρο τσάι και λοιπές σπανιότερες μορ΄φες τσαγιού όπως λευκό ή ουλόνγκ παράγονται από τα μάτια και τα νεαρά φύλλα αυτού του φυτού. Για το τσάι θα πρέπει να κάνω αναλυτικότερη δημοσίευση. Τσάι μπορείται να φτιάξετε και στο σπίτι σχετικά εύκολα. Είναι ένας αειθαλής θάμνος με γυαλιστερά φύλλα ύψους συνήθως 2-3 μ. Αντέχει ως τους -8 βαθμούς. Το φθινόπωρο ανθίζει με μεγάλα αρωματικά άνθη ακολουθούμενα από τις κάψουλες των σπόρων. Ο σπόρος του έχει μέγεθος στραγαλιού και ζει για λίγο. Έχω την εντύπωση πως όλοι οι σπόροι που μας έστειλαν είναι χαλασμένοι, αφού κροτάλιζαν όταν τους κουνούσα κι επέπλεαν στο νερό, ενώ ένας ήταν μισός. Την επόμενη μέρα ένας απ’αυτούς βυθίστηκε, αλλά προς μεγάλη μου απογοήτευση είδα ότι βυθίστηκε επειδή ήταν ραγισμένος. Εντούτοις φύτεψα λίγους για να δω τι θα γίνει.

Η μπανανιά των Ιμαλαΐων κατάγεται από τα νότια Ιμαλάια της Ινδίας. Θ’αναρωτηθείται πώς υπάρχουν σπόρι μπανανιάς αφού οι μπανάνες δεν έχουν καθόλου. Η απάντηση είναι απλή: οι μπανάνες που τρώμε είναι από ποικιλίες επιλεγμένες να μην έχουν σπόρια. Αλλιώς η μπανάνα είναι γεμάτη σπόρια. Άλλωστε πώς θ’αναπαραγόταν εγγενώς στη φύση; Ο αγενής τρόπος είναι με παραφυάδες ή διαίρεση.
Η μπανανια΄των Ιμαλαΐων αποκτά σ’ένα χρόνο τα 3 μ. Τα υπόγεια μέρη της μπορούν ν’αντέξουν έως και -5 βαθμούς, ξαναχτυπώντας γρήγορα νέοο φύλλωμα την άνοιξη. Οι σπόροι χρειάζονται ελαφρύ κι οργανικό χώμα με ζέστη για να φυτρώσουν. Σκοπεύω να φυτέψω μπανανιές στο έδαφος, μιας κι έχω μια άλλη νάνα ποικιλία με κοκκινωπά φύλλα στη συλλογή μου, κι επισης δε θέλω να κκαταλαμβάνω της μεγάλες γλάστρες μου με όχι και τόσο σπάνια φυτά.

Η δενδρώδης φτέρη είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση. Οι φτέρες και οι συγενείς τους πολλαπλασιάζονται με μικροσκοπικά μονοκύτταρα σπόρια, όχι με σπόρους, επομένως χρειάζεται μεγάλη προσοχή και καθαριότητα για την καλλιέργειά τους. Θά’ναι η πρώτη φορά που θα δοκιμάσω με σπόρια. Ακόμα δεν τα έχω σπείρει.
Το συγκεκριμένο είδος φτέρης, όπως άλλωστε και πολλά άλλα δεντρώδη είδη, κατάγεται από την Αυστραλία. Οι δεντρώδεις φτέρες αποτελούνται από ένα όρθιο ρίζωμα σαν κορμός που καλύπτεται από τις βάσεις των παλιών φύλλων και βγάζει πυκνές σαν μαλλιά ρίζες καθ’όλο το μήκος του, ενώ τα μεγάλα φύλλα βρίσκονται κοντά στην κορυφή. Αυτό το είδος αντέχει θεμροκρασίες υπό του μηδενός, όπως κι η κοινότερη εκτός Αυστραλίας αλλά βραδύτερα αναπτυσσόμενη Dicksonia antarctica, την οποία πουλούν σε βρετανικές σελίδες, κι απ’ό,τι είδα σε υπερβολικές τιμές.
Εάν λοιπόν φυτρώσει, θα ξεκινήσει μ’ένα μόνο φύλλο, μετά θα βγάζει σταδιακά λίγα περισσότερα όσπου σε λίγα χρόνια ν’αρχίζει να δημιουργεί κορμό.

Βρήκα επίσης μέσα στον κατάλογο του jungleseeds.co.uk τη γιγάντια οπιοφόρο παπαρούνα είναι απλά μια συγκεκριμένη ποικιλία της οπιοφόρου ή υπνοφόρου παπαρούνας (Papaver somniferum) με υπερμεγέθεις κάψουλες σπόρων. Η καλλιέργεια τους είναι απολύτως νόμιμη, αλλά η παραγωγή οπίου όχι. Το όπιο περιέχει το εξαρτησιογόνο αναλγητικό μορφίνη το οποίο μπορει να μετατραπεί σε ηρωίνη. Μπορεί να τις παραγγείλω μελλοντικά, αν κι έχω το κοινό άγριο είδος (Papaver rhoeas) σε σπόρο.

Τώρα όλα τα δοχεία με τους σπόρους βρίσκονται στη ζέστη τους κάτω απ’τη λάμπα τους, δοκιμάζοντας την υπομονή μου μέχρι να φυτρώσουν.

Περίπου τα μισά τά’χω πάρει εγώ, τ’άλλα ο πατέρας μου.

Ενημέρωση 24/2/2012: Μεγάλες εξελίξεις. Σε δύο εβδομάδες από τη φύτευση όλες οι αραουκάριες βγήκαν, πετώντας πρώτα το ριζίδιό τους από το οξύ μέρος του σπόρου, και στις υπόλοιπες εβδομάδες έβγαλαν και το κατώτερο παχύ μέρος του κορμού τους. Μία κατά λάθος της έσπασα τη ρίζα στον ένα μήνα κι αναγκάστηκε να βγάλει γρηγορότερα, περίπου σε δυο βδομάδες υπέργειο πράσινο βλαστό με φύλλα. Η συγκεκριμένη τώρα άρχισε να ξανακάνει ρίζες, μία κοντά στο άκρο της κομμένης και μία άλλη πάνω στο χοντρό μέρος του κορμού. Όλοι οι κυκάδες βγήκαν κανονικά. Η βλάστηση άρχισε πριν ένα μήνα περίπου. Πρώτα όμως στις 1-2 βδομάδες οι σπόρι είχαν βαρύνει, προφανώς τραβώντας υγρασία. Έπειτα σιγά-σιγά άρχιζε ν’ανοίγει το αμβλύ μέρος του σπόρου και σε δύο εβδομάδες βγήκε η άκρη του ριζιδίου, ύστερα γύρισε προς τα κκάτω, και τώρα ένας έχει εμφανίσει κορμο στην επιφάνεια. Ο κύκας του πατέρα μου, αυτός που νόμιζα ότι δε θά’βγαινε καν, φύτρωσε λίγο νωρίτερα. Τα δίωα ακόμα δεν έχουν βλαστήσει, αλλά νομίζω πως το ένα άρχισε να κάνει ριζούλα. Από τις βελβίτσχιες σάπισαν οι δύο, η μία βγήκε αλλά ακατά λάθος την έσπασα. Δεν πειράζει, θα ξαναπαραγγείλω. Έτσι κι αλλιώς πρέπει να παραγγείλουμε τσάι, γιαατί αυτοί μας πούλησαν κάτι στεγνούς σπόρους το χειμώνα, ενώ έμαθα αργότερα ότι ωριμάζουν την άνοιξη και είναι βραχύβιοι. Από τις στέβιες δε βγήκε τίποτα. Οι μετασεκόγιες είναι ακόμα σε ψύξη, τα γίνκγο μόλις τα έβγαλα.
Ενημέρωση 29/2/2012: Ο κύκας πάει να βγάλει το πρώτο του φύλλο. Σήμερα πρόσεξα ένα μικρό εξόγκωμα στην άκρη του κορμού, σαν να χωρίστηκε ο κορμός στην άκρη του. Η κορυφή αυτού του εξογκώματος σηκώνεται ελαφρώς πάνω από την επιφάνεια του εδάφους.
Ενημέρωση 8/3/2012: Το φύλλο του κύκα μεγάλωσε ακόμα περισσότερο, παραμένει όμως ακόμα αρκετά μικρό. Τα γίνκγο βγήκαν από την ψύξη, και το ένα πρόσεξα πριν τρεις μέρες ότι είχε βγάλει ριζίδιο σχεδόν 2 εκατοστών, ενώ άλλα δύο μόλις άρχιζαν να το πετάνε. Ο ένας σπόρος μάλλον είχε σαπίσει, γιατί μύριζε κάπως κι όταν τον άνοιξα ήταν μαλακός κι έτσι τον πέταξα. Τους υπόλοιπους τους φύτεψα άμέσως σε ατομικά κουπάκια με μείγμα άμμου και χώματος στο μπαλκόνι.
Ενημέρωση 17/4/2012: Χθες επιστρέφοντας από τις διακοπές του Πάσχα πρόσεξα από τον πιο ανεπτυγμένο σπόρο που είχα (όχι αυτός που έβγαλε πρώτος το ριζίδιο, γιατί εκείνος τελικά σάπισε) ότι είχε πετάξει βλασταράκι τριών περίπου εκατοστών με μαζεμένα φύλλα. Τελικά το ένα γίνκγο επιβίωσε! Ένας ακόμα σπόρος όμως σάπισε εντελώς, ενώ ο τελευταίος ακόμα δε βλάστησε, διογκώθηκε όμως λίγο. Αν βγει κι αυτός, θα έχω βλάστηση 2 στους 5, αλλιώς μόνο 1 στους 5. Τώρα αυτό είναι πρόβλημα του είδους, της ποιότητας των σπόρων ή δικό μου πρόβλημα; Δικό μου δε νομίζω γιατί τους φροντίζω με τον ενδεδειγμένο τρόπο.
Τον κύκα, επειδή τον έβλεπα να τα πάει καλά, τον έδωσα στον πατέρα μου μιας και θα μεγάλωνε βασανιστικά αργά αντικαθιστώντας τον μ’ένα μεγαλύτερο αγορασμένο φυητό. Πάλι το φυτό είναι αρκετά μικρό, έχει όμως κάποιον κορμό με λίγα μεγάλα φύλλα.

Advertisements