ζώο εν μέσω μυοτονικού επεισοδίου

Είναι μια φυλή κατσικών όπως πολλές άλλες, αλλά μ’ένα μοναδικό χαρακτηριστικό: όταν τρομάξουν, οι μύες τους παγώνουν απότομα και σ’εκείνο το διάστημα φαίνονται λιπόθυμες. Πράγματι οι κατσίκες αυτής της φυλής πάσχουν από
συγγενή μυοτονία,
μια κληρονομική πάθηση που προκαλεί ακούσιες ισχυρές συσπάσεις των σκελετικών μυών, και εμφανίζεται σπάνια και στον άνθρωπο. Όταν λοιπόν τα συγκεκριμένα ζώα τρομάξουν από κάτι ή ακόμα κι αν ενθουσιαστούν υπερβολικά, όπως π.χ. αν δουν την αγαπημένη τους λιχουδιά, οι μύες τους παγώνουν για περίπου 10 δευτερόλεοτα από την ξαφνική αύξηση της δραστηριότητας. Μετά απ’αυτό το διάστημα ξανασηκώνονται και συνεχίζουν τις δραστηριότητές τους κανονικά. Οι νεαρές κατσίκες σ’ένα τέτοιο επεισόδιο πέφτουν κάτω στο πλευρό τους, ενώ οι μεγαλύτερες σιγά-σιγά μαθαίνουν να ψάχνουν στίρηγμα, να κάθονται με απλωμένα πόδια για ισορροπία ή ακόμα και να προσπαθούν να τρέχουν παράξενα με τεντωμένα πόδια. Η ιδιότητά τους αυτή τους έχει δώσει διάφορα αγγλικά κοινά ονόματα, όπως κατσίκες που λιποθυμούν (fainting goats), κατσίκες του Τενεσί (Tenessi goats), κατσίκες κρέατος του Τενεσί (Tenessi meat goats), νευρικές κατσίκες (nervous goats), κατσίκες με ξύλινα πόδια (wooden-legged goats) κ.ά. Η πάθηση τους είναι καθαρά νευρομυική χωρίς εμπλοκή του κεντρικού νευρικού συστήματος. Κατά τη διάρκεια της μυοτονικής κρίσης τα ζώα παραμένουν κανονικά με τις αισθήσεις τους και μπορούν να βιώνουν κανονικά τον κόσμο γύρω τους, δηλαδή μπορούν να αγχωθούν και να φοβηθούν σε τυχόν μεγάλη απειλή, και να πονέσουν αν τραυματιστούν. Οι συσπάσεις δεν είναι οδυνηρές.
Πέρα από τη μυοτονία, οι κατσίκες αυτές έχουν κι άλλα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Οι κόγχες των ματιών τους βρίσκονται αρκετά ψηλά στο κρανίο, και τα ζώα είναι συνήθως μικρότερα ύψους 43-64 εκατοστών και βάρους 27-75 κιλών. Έχουν ποικιλία χρωμάτων, και μπορεί να παραγάγουν κασμίρι τους ψυχρούς μήνες. Στη φυλή αυτή δεν υπάρχει τρίχωμα τύπου αγκύρας.
Οι κατσίκες αυτές φαίνεται να προήλθαν από την κομητία Μάρσαλ της πολιτείας του Τενεσί στις αρχές του 19ου αι. Αρχικά ήταν στην κατοχή ενός άγνωστου αγρότη με καταγωγή τη Νέα σκοτία, ο οποίος τις πούλησε σε κάποιον δρ. Μέιμπερι, που ξεκίνησε να τις εκτρέφει συστηματικά.

Χρησιμοποιούνται κυρίως για την παραγωγή κρέατος. Μάλιστα οι εκτροφείς τις τρομάζουν πού και πού επίτηδες, για ν’αυξήσουν με τις έντονες συσπάσεις τη μυική μάζα και άρα το βάρος κρέατος ανά ζώο. Έχουν χρησιμοποιηθεί επίσης για την προστασία των προβάτων, όπου με την επίθεση ενός σαρκοβόρου αυτές πέφτοντας κάτω θυσιάζονται (δηλ. κατασπαράζονται ολοζώντανες κι έντρομες από το θηρίο) κι έτσι τα πρόβατα μπορούν να διαφύγουν. Επίσης λόγω του μικρού τους μεγέθους είναι κατάλληλες για μικρές φάρμες. Ως κατσίκες, προτιμούν περισσότερο τα φύλλα και τα ξυλώδη φηυτά από το χορτάρι γι’αυτό μπορούν να χρησιμοποιηθούν για το καθάρισμα χωραφιών από θάμνους. Χρησιμοποιούνται ακόμα κι ως ζώα επίδειξης ή ως εξωτικά κατοικίδια.

Σήμερα η φυλή αυτή είναι αρκετά σπάνια με συνέπεια το κρέας της να είναι ακριβό και τα ζωντανά ζώα να είναι πολύ δυσεύρετα.

Κάθε χρόνο τον Οκτώβριο, στην κομητία Μάρσαλ του Τενεσί στο φεστιβάλ μουσικής και όχι μόνο οι κατσίκες αυτές τιμώνται ιδιαίτερα. Το φεστιβάλ είναι επικεντρωμένο στις κατσίκες, αλλά έχει κι άλλες δραστηριότητες όπως μουσική, επίδειξη τεχνών και κατασκευών, πλανόδιους πολιτές τροφίμων, και παιδικές δραστηριότητες.

Πηγές:
άρθρο της Βικιπαίδειας
άρθρο της αγγλικής Wikipedia

Κι ένα βίντεο:

Advertisements