Η τρομώδης νόσος των αιγοπροβάτων είναι μια μεταδόσιμη σπογγώδης εγκεφαλοπάθεια (μσε) προκαλούμενη από παθολογικές πρωτεΐνες πρίον, που σε ορισμένες χώρες – με κορυφή τη Βρετανία – προκαλεί μεγάλη οικονομική ζημιά στους κτηνοτρόφους εξαιτίας της απώλειας πολλών ζώων και της επακόλουθης μειωμένης παραγωγικότητας. Όπως όλες οι μσε, είναι πάντοτε θανατηφόρος εφόσον εμφανιστούν τα συμπτώματα και η πρωτεΐνη που την προκαλεί είναι πολύ ανθεκτική στις περισσότερες μεθόδους αποστείρωσης. Συγγενικές παθήσεις είναι η σπογγώδης εγκεφαλοπάθεια των βοοειδών (νόςος τρελών αγελάδων) και η νόσος Κρόιτσφελντ-Γιάκομπ στον άνθρωπο. Περισσότερα για την πάθηση στα πρόβατα θα βρείτε
εδώ.
Στην Ελλάδα το πρώτο επίσημο κρούσμα αναφέρθηκε το 1986 κι από τότε ο αριθμός των κρουσμάτων παραμένει σχετικά μικρός. Η Κύπρος απεναντίας είναι η πέμπτη κατά σειρά ευρωπαϊκή χώρα σε συχνότητα κρουσμάτων και έχει καταστρώσει εδώ και χρόνια αυστηρό πρόγραμμα καταπολέμησης αυτής της ασθένειας σημειώνοντας
τρομερή πρόοδο.
Η Ελλάδα ωστόσο δε φαίνεται να εφαρμόζει το πρόγραμμα εκρίζωσης της νόσου επιβαλλόμενο από την ΕΕ. Το πρόγραμμα αυτό είναι πολύπλοκο και προϋποθέτει τη στενή συνεργασία κτηνοτρόφων και υγειονομικών, πλήθος εργαστηριακών εξετάσεων, θανάτωση ασθενών ζώων, γονοτυπικό έλεγχο των ύποπτων ζώων (η νόςος δεν είναι γενετική, αλλά συγκεκριμένοι γενετικοί συνδυασμοί μπορούν να κάνουν έναν οργανισμό πιο επιρρεπή) και γενετική βελτίωση των αυτόχθονων φυλών. Το πρόγραμμα αυτό απαιτεί κονδύλια, σημαντικό αριθμό εργαστηριακών εξετάσεων και ανθρώπινο δυναμικό που προφανώς το κράτος δεν έχει ή αδιαφορεί να δώσει. Στις αρχές του Νοεμβρίου 20 βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας έθεσαν ερώτηση στον υπουργό αγροτικής ανάπτυξης και τροφίμων σχετικά μ’αυτό το θέμα. Όλο το άρθρο σχετικά με την ερώτηση και το πρόγραμμα θα το βρείτε στον
Αγρότυπο.

Μετά την επιδημία των τρελών αγελάδων στη Βρετανία, η ΕΕ έχει θεσπίσει για τα κράτη-μέλη της
νομοθεσία για την πρόληψη, την καταπολέμηση και την εξάλειψη
των μσε εφαρμόζοντας διάφορα μέτρα. Πέρα από τα παραπάνω μέτρα για την καταπολέμηση της τρομώδους νόσου έχουν τεθεί κι άλλα, όπως η απαγόρευση χρήση ζωικής πρωτεΐνης στη ζωοτροφή μηρυκαστικών ζώων (ο πιθανός τρόπος συνέχισης της επιδημίας των τρελών αγελάδων), και η αφαίρεση συγκεκριμένων μερών των ζώων, τα οποία θεωρούνται υλικό ειδικού κινδύνου όπως εγκέφαλος και νωτιαίος μυελός, καθώς και των μεγαλύτερων σε ηλικία ζώων, αφού αυτά τείνουν να εμφανίζουν συχνότερα τις νόσους, από την ανθρώπινη κατανάλωση. Μέσα στα υλικά ειδικού κινδύνου ανήκουν κι όργανα του ανοσοποιητικού συστήματος, όπου ανιχνεύονται πρίον πολύ καιρό πρωτού εισβάλουν στο νευρικό σύστημα, όπως ο σπλήνας και οι πλάκες Payer του λεπτού εντέρου, μέρη που χρησιμοποιούνται στην παρασκευή του κοκορετσιού. Η απαγόρευση λοιπόν αυτή προκάλεσε σάλο στην Ελλάδα πριν μερικά χρόνια και τότε ακούγονταν φράσεις όπως (Οι Ευρωπαίοι μας απαγορεύουν τα παραδοσιακά φαγητά μας) ή «αυτοί είναι μαλάκες και δεν ξέρουν να τρώνε γι’αυτό μας το κάνουν», αγνοώντας όμως τη μικρή αλλά υπαρκτή απειλή της νόσου Κρόιτσφελντ-Γιάκομπ, την οποία οι συγκεκριμένοι θ’αναγνώριζαν σοβαρά μόνο σε περίπτωση που κάποιος συγγενής τους έπασχε απ»αυτήν.

Μολονότι τα προγράμματα κατά των μσε στόχευαν κυρίως τη σπογγώδη εγκεφαλοπάθεια των βοοειδών που αποδεδειγμένα έχει μεταδοθεί στον άνθρωπο με τη μορφή της νέας παραλλαγής της νόσου Κρόιτσφελντ-Γιάκομπ με άνω των 200 κρουσμάτων έως σήμερα, στοχεύουν εξίσου και την καταπολέμηση της τρομώδους νόσου των αιγοπροβάτων. Αυτή η νόσος πέρα από το γεγονός ότι προκαλεί μεγάλη οικονομική ζημιά σε πληγέντες κτηνοτρόφους πιθανότατα θέτει κίνδυνο στη δημόσια υγεία.
Συνεχώς λέγεται ως δόγμα ακόμα και από άτομα στον επιστημονικό κύκλο ότι η συγκεκριμένη μσε δε μεταδίδεται στον άνθρωπο (παράδειγμα
εδώ)
ή ότι ο κίνδυνος είναι απειροελάχιστος, κάτι εντελώς ανακριβές, που γρήγορα με λίγο ψάξιμο καταλαβαίνουμε πως δεν
ισχύει, αλλά ίσως πρόκειται ακόμα και για πρροσπάθεια εφησυχασμού του κόσμου εξαιτίας της υψηλής της συχνότητας σε ορισμένες χώρες.
Εάν όμως ο κίνδυνος ήταν μηδαμινός τότε γιατί η Ευρωπαϊκή Ένωση μπήκε στον κόπο να επιβάλει σε τόσα κράτη την αφαίρεση των πιθανών αιγοπρόβιων υλικών ειδικού κινδύνου από την ανθρώπινη τροφική αλυσίδα; Ακόμα γιατί οι επιστήμονες
παίρνουν δρακόντια μέτρα προστασίας
όταν δουλεύουν με τέτοιες πρωτεΐνες;
Πράγματι η συγκεκριμένη μσε μεταδίδεται πολύ πιο αναποτελεσματικά από ό,τι η νόσος των τρελών αγελάδων στους ανθρώπους, αλλά πάλι η μετάδοση είναι δυνατή.
Έχει μεταδοθεί επιτυχώς μια φορά σε μαϊμούδες
σε εργαστηριακό περιβάλλον. Το ότι αυτό πέτυχε μόνο μια φορά δε θα πρέπει να μας καθησυχάζει, αφού τέτοια πειράματα συνήθως διαρκούν για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα στο οποίο οι επιστήμονες αναγκάζονται να αποδείξουν αν μεταδόθηκε ή όχι η νόσος, και σε περίπτωση που η μετατροπή των πρωτεϊνών είναι αναποτελεσματική ο χρόνος επώασης μπορεί να είναι πολύ μεγαλύτρος από τα λίγα χρόνια που συνήθως διαρκούν τα πειράματα αυτά. Επομένως αν μια τέτοια μετάδοση γινόταν στον άνθρωπο, πιθανότατα θα εμφανιζόταν πολλά χρόνια μετά και άρα η σύνδεση με συγκεκριμένη μόλυνση θα ήταν πολύ δύσκολη έως αδύνατη και το κρούσμα θα καταγραφόταν ως σποραδικό (έτσι θεωρείται το 85% των ανθρώπινων κρουσμάτων). Ωστόσο έχουν καταγραφεί περιπτώσεις και ολοφάνεροι συσχετισμοί που είναι
κάτι περισσότερο από ενδείξεις
για τη μετάδοση της πάθησης πολλάκις στον άνθρωπο και μάλιστα με διάφορες οδούς πέρα απ’τη διατροφή.

Τι γίνεται όμως με την Ελλάδα; Δυστυχώς απ’ό,τι έχω ψάξει ως τώρα δεν έχω βρει κάτι σημαντικό. Οι περισσότερες διαδικτυακές αναζητήσεις στα ελληνικά γι’αυτη τη νόσο μου βγάζουν είτε για το πρόγραμμα της Κύπρου, είτε για τη συγκεκριμένη ερώτηση των βουλευτών στον υπουργό, ή κάποια μικρά αποσπάσματα που αλά την αναφέρουν σε άρθρα για τρελές αγελάδες, ή σπανιότατα κάποιες πληροφορίες για τη νόσο. Πουθενά δεν έχω βρει στατιστικές για αριθμούς κρουσμάτων, τόπους εμφάνισης κ.ά., τρόπους διαχείρησης της ασθένειας – πώς δηλαδή καταστρέφονται τα μολυσμένα ζώα και τι γίνεται με το υπόλοιπο κοπάδι και την περιοχή στην οποία βρίσκεται -, πιθανές επιδημιολογικές συνδέσεις τρομώδους νόσου με κρούσματα Κρόιτσφελντ-Γιάκομπ στην Ελλάδα, και λοιπές σημαντικές πληροφορίες που μας οδηγούν σε συμπεράσματα. Αν δε γνωρίζουμε με ακρίβεια τα παραπάνω τότε δε θα μπορούμε να βγάλουμε ασφαλές σςυμπέρασμα. Εντούτοις από τα λίγα που έχω βρει μπορώ να πω ότι η χώρα μας παρουσιάζει μικρό σχετικά αριθμό κρουσμάτων. Το ανησυχητικό είναι ότι, όπως έλεγε και το άρθρο για το πρόβλημαν τηςβ εφαρμογής του προγράμματος, συχνά δε γίνουνται οι απαραίτητες εργαστηριακές εξετάσεις ή δεν γίνονται με την απαιτούμενη σχολαστικότητα για βέβαιη διάγνωση. Επίσης θα μπορούσαν κάποιοι κτηνοτρόφοι να μη γνωρίζουν καν την ασθένεια ή να υπάρχει κάποια έως τώρα άγνωστη παραλλαγή με διαφορετικά συμπτώματα από τα γνωστά και να μη αναγνωριστεί ως τρομώδης νόσος, πιθανόν με μεγαλύτερη μεταδοτικότητα στον άνθρωπο. Τέλος τα περισσότερα αιγοπρόβατα προς κατανάλωση σφάζονται σε μικρή ηλικία πολύ πριν εμφανιστούν τα κλινικά συμπτώματα, ίσως όντας φορείς της ασθένειας στο λεμφικό τους σύστημα. Όπως και νά’χουν τα πράγματα, ο κίνδυνος μετάδοσης από αιγοπρόβατα στη χώρα μας είναι μάλλον αρκετά χαμηλός, αλλά πάλι υπαρκτός.

Advertisements