ομάδα L. salicola στη φύση


L. lesliei


ανθισμένος λίθοπας


είδος λίθοπα με άνθος που καλύπτει όλο το "κεφάλι"


λίθοπες σε ανάπτυξη


L. hookeri με 2 "κεφάλια" να εμφανίζονται

Όλες οι εικόνες από τη wikipedia.

Με αφορμή την πρόσφατη προσθήκη ενός τέτοι φυτού στη συλλογή μου ύστερα από πολύ διαδικτυακό ψάξιμο, έκανα αυτή τη δημοσίευση γι’αυτά τα μοναδικά και πολύ περίεργα φυτά.
Όπως δηλώνει και το ελληνικό όνομα του γένους τους (γένος Lithops), έχουν όψη λίθου. Το σχήμα τους, η υφή τους, ακόμα και το χρώμα τους τα καμουφλάρουν πολύ καλά στο βραχώδες τους περιβάλλον ενάντια στα φυτοφάγα ζώα. Αυτό το καμουφλάζ είναι τόσο καλό, ώστε και οι ερευνητές συχνά να δυσκολεύονται στον εντοπισμό τους.
Παρόλη όμως την παράξενη τους εμφάνιση, ανήκουν στην οικογένεια των αειζωιδών (aizoaceae), μαζί μ’άλλα πιο «κανονικά» παχύφυτα όπως τα μεσημβριάνθεμα (Mesembrianthemum) κι άλλα μη παχύφυτα. Η συγγένεια όλων αυτών μπορεί να φανεί από τη μορφολογία του άνθους τους και το γεγονός ότι ανοίγει τις φωτεινές ώρες της ημέρας. Έχουν αναγνωριστεί περίπου 37 είδη και 57 υποείδη και ποικιλίες, και περίπου

1000 πληθυσμοί. Κάποια είδη όπως ο L. lesliei απολαμβάνουν μεγάλη εξάπλωση, ενώ άλλα όπως ο L. viridis είναι περιορισμένα σ’ένα μόνο πληθυσμό και δυνητικά απειλούμενα.

Το κύριο «σώμα» ή «κεφάλι» του φυτού έχει σχήμα ανεστραμμένου κώνου με μια σχισμή στη μέση, σκληρή και λεία υφή και καφέ ή γκρίζου βασικού χρώματος με στίγματα, κοιλίδες, γραμμές και λοιπά σχήματα σε σκουρότερες αποχρώσεις ή και κοκκινωπά, δίνοντας την εντύπωση βότσαλου. Στην πραγματικότητα πρόκειται για ένα ζευγάρι τροποποιημένων, σαρκωδών και σχεδόν συνενωμένων φύλλων. Τα φύλλα αυτά αποθηκεύουν μεγάλες ποσότητες νερού ως προσαρμογή στο ξηρό κλίμα του περιβάλλοντός τους κι η πάνω πλευρά τους είναι ημιδιαφανής επιτρέποντας το φως να περάσει για να γίνει η φωτοσύνθεση. Στη σχισμή βρίσκεται το σημείο ανάπτυξης και αναπτύσσονται οι ανθοφόροι οφθαλμοί. Ο βλαστός είναι σχεδόν ανύπαρκτος και η ρίζα πασαλώδης.
Τα φυτά αυτά κατάγονται από τις ερήμους της Νότιας Αφρικής και της Ναμίμπιας, όπου το κλίμα είναι ζεστό και ξηρό με θερινή βροχόπτωση, ενώ οι πληθυσμοί του δυτικού και βορειοδυτικού Ακρωτηρίου δέχονται χειμερινή βροχόπτωση. Η ετήσια βροχόπτωση εντούτοις στις περιοχές αυτές είναι πολύ μικρή, γι’αυτό και τα φυτά έχουν προσαρμοστεί πολύ καλά για την ξηρασία.
Τα φυτά αυτά έχουν σαφή ετήσιο κύκλο. Την άνοιξη, αφού το παλιό ζευγάρι φύλλων έχει αφυδατωθεί εντελώς, το νέο διογκώνεται έως ένα σημείο. Έπειτα συνήθως το φθινόπωρο, αλά μπορεί να είναι από Ιούλιο έως Δεκέμβριο ανάλογα με το είδος, ενώ μπορεί να είναι πριν το θερινό ηλιοστάσιο για τον L. pseudotruncatella ή μετά το χειμερινό για τον L. optica, η σχισμή του φυτού ανοίγει, και σύντομα εμφανίζεται ένα μπουμπούκι και το φυτό ανθίζει. Το άνθος είναι συνήθως λευκό ή κίτρινο, ανάλογα με το είδος, και σε μερικά είδη μπορεί να καλύψει όλο το «κεφάλι». Μετά την ανθοφορία, αν έχει γίνει επικονίαση, σχηματίζεται μια ξηρή κάψα η οποία ωριμάζει σε 9 μήνες ανοίγντας σε βροχερό καιρό κι απελευθερώνοντας τους σπόρους με τη βοήθεια των σταγώνων της βροχής που χτυπάνε πάνω της εκσφενδωνίζοντάς τους μακριά. Η κάψα ξανακλείνει μετά τη βροχή. Παρόμοιο σύστημα διασποράς έχουν ακι τα μεσημβριάνθεμα.
Μετά την ανθοφορία επίσης εμφανίζεται το νέο ζευγάρι φύλλων, το οποίο αναπτύσσεται κατά τη διάρκεια του χειμώνα χρησιμοποιώντας την υγρασία και τα θρεπτικά συστατικά των παλιών φύλλων, ώσπου αυτά αφυδατώνονται την άνοίξη κι ο κύκλος ξεκινά και πάλι απ’την αρχή. Κάποτε μπορεί να εμφανιστούν δύο νέα «κεφάλια», κάτι που αντιστοιχεί σε διακλάδωση σ’ένα «κανονικό» φυτό. Κάποια είδη τείνουν να το κάνουν αυτό συχνότερα από άλλα, κι αυτά που το κάνουν σχηματίζουν με την πάροδο των χρόνων ομάδες «κεφαλιών» με κοινό ριζικό σύστημα. Το ρεκόρ στη φύση είναι 350 κεφάλια του. Γενικά όμως το γεγονός αυτό είναι συχνότερο στο ελεγχόμενο περιβάλλον της καλλιέργειας παρά στο απρόβλεπτο περιβάλλον της φύσης. Τα φυτά αυτά είναι εξαιρετικά μακρόβια.

Η επιτυχής καλλιέργειά τους προϋποθέτει νά’χετε κατά νου το κλίμα του φυσικού τους περιβάλλοντος και τον ετήσιο κύκλο τους. Οι λίθοπες ευδοκιμούν καλύτερα σε ηλιόλουστες και ζεστές συνθήκες με καλό αερισμό. Ο ανεπαρκής αερισμός και η υψηλή υγρασία τους βλάπτει κάνοντάς τους πιο επιρρεπείς σε ασθένειες. Σε χαμηλό φως αδυνατίζουν, πρασινίζουν και γέρνουν προς την πλευρά του περισσότερου φωτός. Τα φυτά αυτά δε θα πρέπει να μεταφέρονται απευθείας στον ήλιο, χωρίς πρότερο σταδιακό εγκλιματισμό, αφού μπορούν να πάθουν έγκαυμα που εμφανίζεται ως μια λευκή κρούστα στην επιφάνεια των φύλλων, το οποίο αν είναι σοβαρό μπορεί να τα σκοτώσει. Το ίδιο με τον εγκλιματισμό ισχύει και για φυτά που παρέμειναν το χειμώνα σε σχετικά σκοτεινό μέρος. Το χειμώνα τα φυτά θα πρέπει να διατηρούνται σε δροσερό ή κρύο φωτεινό και ξηρό μέρος, με ελάχιστη θερμοκρασία τους 4-5 βαθμούς Κελσίου. Αν και υπάρχουν είδη που βιώνουν παγωνιές στο φυσικό τους περιβάλλον, κανένα φυτό δε θα πρέπει ν’αφεθεί απροστάτευτο αν το είδος του δεν είναι γνωστό, αλλά κι αν είναι αυτό δεν προτείνεται. Οι περισσότεροι καλλιεργητές αποφεύγουν να εκθέτουν τους λίθοπες σε παγωνιά.
Το χώμα τους θα πρέπει νά’χει άριστη αποστράγγιση και να είναι πολύ φτωχό σε οργανική ύλη. Ιδανικό μείγμα είναι 2 μέρη ελαφρύ χώμα προς 1 άμμο ή περλίτη κατ’όγκο, ή το έτοιμο χώμα για κάκτους και παχύφυτα. Αν και στη φύση οι λίθοπες είναι σχεδόν θαμμένοι, σε συνθήκες καλλιέργειας τα 3/4 του «κεφαλιού» θα πρέπει να είναι έξω από το χώμα για αποφυγή τυχόν σαπίσματος.
Το πότισμα θα πρέπει να γίνεται ανάλογα με τον ετήσιο κύκλο. Θα πρέπει ν’αρχίζει κανονικά από τότε που τα παλιά φύλλα έχουν αφυδατωθεί έως τις μεγάλες ζέστες. Στα ζεστά κλίματα, όταν η θερμοκρασία ανεβαίνει υπερβολικά, τα φυτά περιέρχονται σε νάρκη και δε χρειάζονται σχεδόν καθόλου νερό, εκτός κι αν μαραθούν λίγο, οπότε χρειάζονται ένα ρηχό πότισμα. Από τα μέσα του καλοκαιριού και όλο το φθινόπωρο το πότισμα συνεχίζεται κανονικά και λίγο περισσότερο από την άνοιξη. Στο διάστημα αυτό το φυτό θ’ανθίσει αν έχει φτάσει στην κατάλληλη ηλικία. Προς το χειμώνα το πότισμα θα πρέπει να μειωθεί μέχρι το χειμώνα να σταματήσει εντελώς. Θα ξαναρχίσει πάλι σταδιακά όταν έχουν αφυδατωθεί τα παλιά φύλλα. Σε περιοχές με ήπιους χειμώνες ωστόσο, ίσως χρειαστεί πολύ λίγο νερό κι αυτήν την περίοδο. Όταν τα φυτά ποτίζονται, θα πρέπει να ποτίζονται καλά και το χώμα ν’αφήνεται να στεγνώσει ανάμεσα στα ποτίσματα. Η υπερβολική υγρασία του εδάφους θα οδηγήσει σε σάπισμα. Επίσης, μια λίπανση με υγρό λίπασμα χαμηλό σε άζωτο ωφελεί κατά την περίοδο ανάπτυξης.
Οι λίθοπες πολλαπλασιάζονται είτε με σπόρο είτε με μοσχεύματα. Μοσχεύματα μπορούν να παρθούν μόνο αν υπάρχει πάνω από ένα «κεφάλι» στο φυτό. Το «κεφάλι» αυτό θα πρέπει να κοπεί και να φυτευθεί σε παρόμοιο χώμα με τα ριζωμένα φυτά την άνοιξη, τότε που αρχίζει το πότισμα. Θα πρέπει ν’αντιμετωπιστεί ως ένα κανονικ΄΄ο φυτό και σύντομα θα ριζώσει. Συνήθως όμως γίνεται αναπαραγωγή με σπόρο. Οι λίθοπες είναι αυτοασύμβατοι, δηλαδή δε μπορούν ν’αυτεπικονιαστούν, γι’αυτό για να καρποφορήσουν θα πρέπει να υπάρχουν τουλάχιστον δύο φυτά. Αφού έχει ωριμάσει ο καρπός την επόμενη χρονιά συλλέξτε τους σπόρους και σπείρετέ τους σε ελαφρύ χώμα την άνοιξη σε θερμοκρασίες γύρω στους 20 βαθμούς. Για τις πρώτες 1-2 εβδομάδες μέχρι να βλαστήσουν θα πρέπει να είναι καλυμένη με διαφανές υλικό για υψηλή υγρασία, μετά όμως το κάλυμα θα πρέπει ν’αφιαρεθεί για την αποφυγή του σαπίσματος. Τα σπορόφυτα θα είναι έτοιμα για μεταφύτευση σε 6 μήνες-1 χρόνο χρόνο και σε 2-3 χρόνια θα φτάσουν σε ηλικία ανθοφορίας.
Μολονότι ο λίθοπας είναι ανθεκτικός στα έντομα, διάφορα είδη μπορούν κάποτε να τον προσβάλλουν όπως ο τετράνυχος, ο αλεβρώδεις, τα κοκκοειδή κ.ά., τα οποία μπορούν να καταπολεμηθούν με τα διαθέσιμα εντομοκτόνα. Η έγκαιρη θεραπεία είναι σημαντική, μιας και το φυτό έχει μόνο δύο φύλλα, αναπτύσσεται αργά και άρα αν κάτι παθογόνο το προσβάλλει, μπορεί να καταστραφεί εύκολα. Επίσης η υπερβολική υγρασία στο έδαφος ή και στο περιβάλλον μπορεί να οδηγήσει σε σήψη, η οποία είναι συνήθως θανατηφόρος. Ο μόνος τρόπος διάσωσης αν η σήψη γίνει αντιληπτή νωρίς είναι η αποκοπή τυχόν υγ

    υγιών «κεφαλιών» και η φύτευσή τους ως μοσχεύματα για να ξαναριζώσουν. Το φυτό επίσης δεν είναι τοξικό και μπορεί να καταναλωθεί από ζώα, γι’αυτό τα φυτά θα πρέπει να φυλάγονται μακριά από ζώα που δύναται να τα φάνε. Αν τέλος το «κεφάλι» αποκοπεί απ’τη ρίζα του, μπορεί να διασωθεί φυτεύοντάς το ως μόσχευμα.
    Οι λίθοπες εξαιτίας του μικρού τους μεγέθους μπορούν να φυτευθούν σε πολύ μικρές γλάστρες. Αν κι έχουν πασαλώδη ρίζα, αυτή είναι αρκετά μικρή κι έτσι ένα δοχείο 7-10 εκ. είναι ιδανικό. Μια αποικία λιθόπων μπορεί να φυτευθεί σ’ένα ρηχό και πλατύ δοχείο κι ανάμεσά τους να τοποθετηθούν βότσαλα για πιο φυσική εμφάνιση.

    Ο πρώτος που περιέγραψε επιστημονικά το λίθοπα ήταν ο Βρετανός εξευρενητής της Νότιας Αφρκής, βοτανολόγος και καλλιτέχνης William John Burcher το 1811, όταν τυχαία βρήκε ένα άτομο παίρνοντας από κάτω ένα παράξενο «βότσαλο», και τ’ονομάσε Mesembrianthemum turbiniforme. Αργότερα οι λίθοπες διαχωρίστηκαν από το γένος του μεσημβριάνθεμου, αλλά έως το 1950 η ταξινομική τους κατάσταση ήταν μπερδεμένη και η καλλιέργειά τους σχεδόν άγνωστη. Σημαντική ήταν η συμβολή του δρ Desmond Cole και της συζύγου του Naureen, οι οποίοι κατέγραψαν σχεδόν όλους τους πληθυσμούς, συστηματοποίησαν την ταξινόμηση και καλλιέργησαν εντατικά τα είδη. Από τότε οι λίθοπες έχουν γίνει αρκετά κοινά και φθηνά φυτά και σήμερα μπορούν να βρεθούν να πωλούνται μαζί με τα υπόλοιπα κακτοειδή σε ανθοπωλία, φυτώρια και ανθοεκθέσεις.

    Η εμπειρία μου μ’αυτά τα φυτά ήταν έως τώρα μια σκέτη αποτυχία. Η πρώτη φορά που πήρα ένα τέτοιο φυτό ήταν πριν αρκετά χρόνια το Σεπτέμβριο. Τότε δεν είχα ακόμα πολλή εμπειρία από φυτά και μια φορά κατά λάθος το έριξα, βγήκε από το κουπάκι του και τις επόμενες μέρς μαράθηκε (δεν λήξερα πότε χρειάζεται πότισμα). Μετά το ξερίζωσα πιστεύοντας ότι είχε καταστραφεί. Ανοίγοντας από περιέργεια το «κεφάλι» βρήκα βαθιά το μάτι ανάπτυξης του φυτού. Επίσης το εσωτερικό των φύλλων ίναι πράσινο και σπογγώδες, μόνο η επιδερμίδα έχει τα χαρακτηριστικά χρώματα του είδους. Η δεύτερη φορά που πήρα τέτοια φυτό ήταν το Μάιο από την ανθοέκθεση πριν 4 χρόνια. Το φυτό ήταν λίγο ανοιχτό κι από μέσα έβγαινε ένα μπουμπούκι. Επειδή όμως ακολούθησα κατά γράμμα τις πληροφορίες μιας σελίδας που έλεγε ότι οι λίθοπες ανθίζουν το Σεπτέμβριο, πίστεψα πως αντεστράφηκε το βιολογικό ρολόι του συγκεκριμένου κι ανέπτυσσε φύλλα το καλοκαίρι. Τελικά πήγε από έλλειψη ποτίσματος. Πρώτα τα φύλλα μαράθηκαν, μετά ξεράθηκαν εντελώς. Το μπουμπούκι λίγο αργότερα. Και τελευταίο φυτό είναι αυτό που έχω τώρα. Είναι λίγο ανοιχτό, αλλά δε διακρίνω κάτι μέσα. Ακόμα βρίσκεται σε πρόγραμμα ποτίσματος. Θα ενημερώνω για εξελίξεις. Δε γνωρίζω το είδος ούτε του παρόντος φυτού ούτε των δύο προηγούμενων.

    Πηγές και ιστοσελίδες:
    άρθρο της αγγλικής wikipedia
    καλλιέργεια λίθοπα 1
    καλλιέργεια λίθοπα 2

    Συγγενικά φυτά είναι και τα
    κωνόφυτα
    με κύριες διαφορές το σχήμα (τα κωνόφυτα είναι συνήθως κωνικά), τον ετήσιο κύκλο (το περιβάλλον των κονοφύτων δέχεται χειμερινή βροχόπτωση) και τη μεγαλύτερη σπανιότητά τους στην καλλιέργεια.

    Advertisements