νεαρό φυτό


μικρά σπορόφυτα δίπλα στο νεαρό φυτό


Brugmansia aurea (χρυσή μπρουγκμάνσια)

Οι πρώτες δύο φωτογραφίες προέρχονται από δικά μου φυτά, τα οποία είναι ακόμα μικρά, ενώ η τελευταία είναι ενός μεγάλου φυτού Brugmansia aurea με άνθος από την αγγλική wikipedia.

Οι μπρουγκμάνσιες, συχνά αποκαλούμενες και ως δενδρώδεις ντατούρες ή σάλπιγγες των αγγέλων, είναι μεγάλα θαμνώδη φυτά εύκολα αναγνωρίσιμα από τα τεράστια, χωανοειδή κι έντονα αρωματικά άνθη τους, τους συχνά αγκαθωτούς καρπούς και το δύσοσμο φύλλωμά τους. Φυτεύονται ως καλλωπιστικά, αλλ’επειδή δεν αντέχουν την παγωνιά σπάνια μπορούμε να τα δούμε στην Ελλάδα φυτεμένα στο έδαφος.
Παλαιότερα το γένος της μπρουγκμάνσιας περιλαμβανόταν στο γένος της
ντατούρας,
αλλά έπειτα διαχωρίστηκε εξαιτίας μερικών σημαντικών διαφοροποιητικών στοιχείων, από τα οποία τα κύρια είναι: 1 τα άνθη της μπρουγκμάνσιας κρέμονται προς τα κάτω, ενώ αυτά της ντατούρας στέκονται προς τα πάνω, 2 οι καρποί της μπρουγκμάνσιες συνήθως δεν είναι τόσο αγκαθωτοί ή και καθόλου σε μερικά είδη, ενώ αυτοί της ντατούρας είναι πάντοτε, και 3 οι μπρουγκμάνσιες είναι ξυλώδεις και πολυετείς, ενώ οι ντατούρες είναι ποώδεις και πολλά είδη μονοετή. Παρόλα αυτά, τα δύο αυτά γένη είναι ως προς τη χημεία τους όμοια μιας και ανήκουν στη φυλή των ντατουροειδών της οικογένειας των σολανιδών. Όπως οι ντατούρες, έτσι και οι μπρουγκμάνσιες παράγουν τοξικά τροπανικά αλκαλοειδή (ατροπίνη και σκοπολαμίνη), που έχουν έντονα παραισθησιογόνο ή τοξική δράση ανάλογα με τη δόση.

Το γένος της μπρουγκμάνσιας (Brugmansia) κατάγεται από την περιοχή της Νότιας Αμερικής κατά μήκος των Άνδεων από τη Βολιβία έως τη βόρεια Χιλή κι επίσης στη νοτιοανατολική Βραζιλία. Τα περισσότερα είδη ευδοκιμούν σε υποτροπικά κλίματα που μπορεί να έχουν χαμηλές θερμοκρασίες όχι όμως υπό του μηδενός. Ανάλογα με το κλίμα που προτιμούν και βάσει μικρών διαφορών, το γένος χωρίζεται σε δυο τμήματα. Στο τμήμα Bragmansia που αναπτύσσεται σε θερμές συνθήκες, όπου ανήκουν τα είδη B. aurea, B. insignis, B. sauveolens και B. versicolor, και στο τμήμα Sphaerocarpium (σφαιροκάρπιο), που προτιμά πιο δροσερές θερμοκρασίες, όπου ανήκουν τα είδη B. arborea, B. sanguinea και B. vulcanicola.

Οι μπρουγκμάνσιες είναι ψηλοί θάμνοι ή μικρά δέντρα (ύψους 3-11 μ. ανάλογα με το είδος, συνηθέστερα όμως 4-6 μ.) με πυκνή ανάπτυξη και ξυλώδη με ανοιχτό καφέ ελαφρώς τραχύ φλοιό. Οι νεαροί βλαστοί παραμένουν πράσινοι σε αρκετό του μήκους τους. Τα φύλλα φύονται εναλλάξ και είναι μεγάλα μήκους 10-30 εκ. και πλάτους 4-18 εκ., και μπορεί να καλύπτονται από λεπτό χνούδι. Οι βλαστοί και τα φύλλα αναδίδουν μια πολύ έντονη και πικρή μυρωδιά αν τριφτούν, προειδοποιώντας για την τοξικότητα του φυτού. Τα άνθη βγαίνουν μονά, είναι μεγάλα, χωανοειδή (εξού και σάλπιγγα του αγγέλου), με λεπτά πέταλα, μήκους 14-50 εκ. και πλάτους 10-35 εκ. Το χρώμα τους ποικίλει ανάλογα με το είδος και την ποικιλία με λευκά στα περισσότερα είδη αλλά μπορεί να είναι πορτοκαλί ή κόκκινα (φυσιολογικό στην αιματόχρου μπρουγκμάνσια B. sanguinea). Στα κοινότερο καλλιεργούμενα είδη όπως η D. aurea, τα άνθη αναδίδουν ένα γλυκό άρωμα με στοιχεία λεμονιού κυρίως το σούρουπο, ενώ σ’άλλα είδη, όπως η B. sanguinea δε μυρίζουν καθόλου, και σ’άλλα όπως η B. arborea έχουν μοσχώδη μυρωδιά. Τέλος έχουν δημιουργηθεί και διπλές ποικιλίες. Ο καρπός είναι σφαιρικός προς ελαφρώς επίμηκης, σε μερικά είδη καλυμμένος με ψιλά αγκαθάκια, ο οποίος όταν ωριμάζει ξεραίνεται κι ανοίγει απελευθερώνοντας τους πολλούς μικρούς σπόρους.

Η καλλιέργεια των φυτών αυτών είναι πολύ εύκολη. Χρειάζονται πλούσιο, υγρό και καλά αποστραγγιζόμενο έδαφος και μια ηλιόλουστη ή τουλάχιστον ημισκιερή θέση για να ευδοκιμήσουν. Τα κοινότερο καλλιεργούμενα είδη αναπτύσσονται καλύτερα στη θερμή περίοδο του έτους, ενώ τα ψυχρά είδη απαιτούν πτώση της θερμοκρασίας τη νύχτα και δε θ’ανθίσουν στη ζέστη του καλοκαιριού. Εάν οι συνθήκες καλλιέργειας είναι οι κατάλληλες, τα φυτά αναπτύσσονται ταχύτατα κι ανθίζουν άφθονα. Δεν ανθίζουν συνεχόμενα, αλλά κατά κύματα, περιόδους δηλαδή μεγάλης ανθοφορίας εναλλασσόμενες με περιόδους ανάπτυξης.
Τα φυτά αυτά δεν αντέχουν θερμοκρασίες κάτω από το 0, επομένως στις περισσότερες περιοχές της Ελλάδας δεν επιβιώνουν το χειμώνα στο έδαφος. Γι’αυτό θα πρέπει να φυτεύονται σε μεσαίου μεγέθους-μεγάλα δοχεία, που να μπορούν να μετακινηθούν εύκολα σε ασφαλέστερη θέση το χειμώνα. Το διάστημα του χειμώνα τα φυτά βρίσκονται σε νάρκη και μπορεί νά’χουν χάσει όλο το φύλλωμά τους, άρα δε χρειάζονται απαραίτητα φωτιεινή θέση. Την περίοδο αυτή θα πρέπει να βρίσκονται σ’ένα δροσερό μέρος και να ποτίζονται πολύ αραιά. Η εποχή αυτή είναι επίσης κατάλληλη για το κλάδεμα. Τυχόν νεκροί ή αδύναμοι βλαστοί θα πρέπει ν’αφαιρεθούν, ενώ και τα υπόλοιπα κλαδιά του φυτού μπορούν να κοπούν κοντά στο μισό του μήκους τους ή και περισσότερο για να ενισχυθεί η θαμνώδης ανάπτυξη. Την άνοιξη, όταν ο κίνδυνος παγωνιάς έχει περάσει οριστικά, τα φυτά μπορούν και πάλι να μετακινηθούν έξω στον ήλιο, το πότισμα και η λίπανση να ξαναρχίσουν κανονικά, κι έτσι θα επανέλθουν πολύ γρήγορα.
Οι μπρουγκμάνσιες πολλαπλασιάζονται είτε με σπόρο είτε με μοσχεύματα. Οι σπόροι θα πρέπει να συλλεχθούν από τους ξηρούς ώριμους καρπούς και να σπαρούν σε μικρό βάθος σε υγρό έδαφος την άνοιξη ή το καλοκαίρι. Σε μερικές εβδομάδες θα πρέπει νά’χουν φυτρώσει. Ο πολλαπλασιασμός με μοσχεύματα είναι ευκολότερος. Ένα κλαδί μήκους περίπου 20 εκ. αφαιρείται από το φυτό και τοποθετείται στο νερό μέχρι να ριζώσει ή φυτεύεται απευθείας σε υγρο χώμα, αφού τού’χουν αφαιρεθεί τα περισσότερα μεγάλα φύλλα για να μη χάνει νερό με αποτέλεσμα να μαραθεί. Εάν το κλαδί έχει διακλάδωση προς τό τέλος του, θά’χει μεγαλύτερη πιθανότητα επιτυχίας. Τα νεαρά φυτά μπορεί να μην ανθίσουν από τον πρώτο χρόνο, μολονότι στη δική μου περίπτωση άνθισαν στους 3 μήνες.
Αν και τα φυτά αυτά έχουν εξελίξει τοξικότητα για ν’αποτρέπουν τα φυτοφάγα ζώα, αυτό δε σημαίνει ότι είναι απρόσβλητα απ’όλες τις ασθένειες. Κάμπιες, γυμνοσάλιαγκες, αφίδες (μελίγκρες) και μύκητες μπορούν να προσβάλλουν τα φυτά, αλλά μπορούν να καταπολεμηθούν με τ’ανάλογα σκευάσματα.

Πέρα από τη χρήση τους ως καλλωπιστικά, τα φυτά αυτά είχαν ιστορικά κι έχουν ακόμα κάποιες άλλες χρήσεις. Εξαιτίας των αλκαλοειδών τους, έχουν χρησιμοποιηθεί ή ακόμα χρησιμοποιούνται από κάποιες φυλές της Νοτίου Αμερικής, κυρίως της περιοχής του Αμαζονίου, ως μέσα πρόσβασης στον κόσμο των πνευμάτων από σαμάνους για μαντικούς κυρίως σκοπούς.

Η χρήση του φυτού ως παραισθησιογόνου είναι σπάνια, εξαιτίας των δυσάρεστων σωματικών συμπτωμάτων και εμπειριών που προκαλεί. Όλα τα μέρη του φυτού περιέχουν τις ενεργές ουσίες, με τη μεγαλύτερη συγκέντρωση στους σπόρους. Το φυτό μπορεί να καπνιστεί, να γίνει τσάι ή και να καταναλωθεί ως έχει. Τα αποτελέσματα εμφανίζονται μερικά λεπτά ή και ώρες μετά τη λήψη της δόσης. Στην αρχή μπορεί να υπάρχει ναυτεία, πονοκέφαλος, έντονη ξηροστομία, διαστολή της κόρης των ματιών (αποτέλεσμα της ατροπίνης, γι’αυτό η ουσία αυτή χρησιμοποιείται και φαρμακευτικά γι’αυτό το σκοπό), δυσκολία εστίασης, αύξηση της θερμοκρασίας του σώματος κ.ά. Μετά ο χρήστης περιέρχεται σε κατάσταση παραλειρήματος, κατά την οποία αποσυνδέεται σχεδόν πλήρως από την πραγματικότητα. Μπορεί για παράδειγμα να βλέπει πράγματα που δεν υπάρχουν, να βρίσκεται σε φανταστικούς χώρους, να συνομιλεί με ανθρώπους που δε βρίσκονται εκεί, να κάνει διάφορες φανταστικές πράξεις, να έχει ασυνάρτητη σκέψη και λόγο, να συγχύζεται, ή και να κοιμάται διαλειπτόμενα. Τη μέρα μετά τη χρήση μπορεί να έχει συμπτώματα καρηβαρίας (hangover). Συνήθως ο χρήστης έχει αμνησία των περισσότερων γενγονότων κατά τη διάρκεια της εμπειρίας και του την διηγούνται οι άλλοι. Ακόμα χειρότερο είναι το γεγονός ότι η εμπειρία δεν περιορίζεται μέσα στο μυαλό του, αλλά εκδειλώνεται. Για παράδειγμα ο χρήστης, όταν συνομιλει μ’έναν φανταστικό άνθρωπο, μπορεί να μιλάει φωναχτά, μπορεί για παράδειγμα επίσης να ξύνει και να τραβάει το δέρμα του νομίζοντας ότι ξεντύνεται, να πιάνει ένα φανταστικό τσιγάρο κ.ά. Κάποτε αυτό μπορεί να οδηγήσει σε τραγικές συνέπειες, που μπορεί να φέρουν το χρήστη στο νοσοκομείο, στο κρατητήριο ή και ν’αποβούν μοιραίες, π.χ. μπορεί να τρέχει στο δρόμο πιστεύοντας ότι τον κυνηγάει κάποιος ή να εξσφενδονίζει αντικείμενα πιστεύοντας ότι πολεμάει με κάποιον, ή να ξεντύνεται δημοσίως πιστεύοντας ότι βρίσκεται στο δωμάτιό του.
Η διάρκεια της εμπειρίας είναι συνήθως αρκετές ώρες, ενώ μεγάλες δόσεις μπορεί να διαρκέσουν για 3 μέρες. Πολύ μεγαλύτερες δόσεις μπορούν να επιφέρουν σοβαρά προβλήματα ή ακόμα και το θάνατο.
Εξαιτίας λοιπόν των παραπάνω αρνητικών χαρακτηριστικών, αυτό το παραισθησιογόνο χρησιμοποιείται σπάνια κι όσοι τό’χουν χρησιμοποιήσει δε θά’θελαν να το ξανακάνουν. Είναι δηλαδή περισσότερο δηλητήριο παρά παραισθησιογόνο.
Λόγω πάλι της σπάνιας χρήσης του, το φυτό αυτό είναι νόμιμο και μπορεί να βρεθεί παντού. Τα αλκαλοειδή του χρησιμοποιούνται φαρμακευτικά, π.χ. η ατροπίνη για τη διαστολή της κόρης του ματιού κατά τις οφθαλμολογικές εξετάσεις όπως προανέφερα.

Η εμπειρία μου μ’αυτό το φυτό (καλλιέργεια φυσικά, όχι χρήση!) ξεκίνησε πριν 6 χρόνια περίπου, οπότε διαβάζοντας γι’αυτό το φυτό και τις ιδιότητές του πήρα ένα από ένα φυτώριο. Θυμάμαι ότι ο υπάλληλος μου υπενθύμισε ότι είναι δηλητηριώδες. Επειδή όμως τότε δεν ήξερα ακόμα καλά απο φυτά κιαι γιατί μου είπαν ότι είναι φυλλοβόλο, το άφησα έξω το χειμώνα και πάγωσε. Τα φετινά φυτά προέρχονται από σπόρο που πήρα από το χωριό μου (Πύργοι Κοζάνης). Πέρσι είχα εντοπίσει στα κάγκελα της αυλής ενός σπιτιού αυτό το φυτό, τεράστιο με πολλά λευκά μοσχοβολιστά άνθη. Σύμφωνα με τις περιγραφές νομίζω ότι είναι B. aurea. Και τότε θυμάμαι κάποιον που μας έλεγε ότι είναι δηλητηριώδες, όταν εγώ με τους φίλους μου πηγαίναμε να το περιεργαστούμε από κοντά. Το αφήσαμε λοιπόν και ξαναπήγαμε το βράδυ, για να μη βλέπει κανείς, κι έκοψα ένα μόσχευμα με διακλάδωση, το οποίο όμως απέτυχε. Επειδή όμως ήταν φυτεμένο στο χώμα πάγωσε, και φέτος που ξαναπήγα εκεί το βρήκα ξερό αλλά μ’αρκετούς ανοιχτούς αγκαθωτούς καρπούς. Μάζεψα το σπόροαπό δυο καρπούς και τον έσπειρα σε γλάστρες τον Ιούλιο. Όσο έλειπα το καλοκαίρι φρόντιζε το
αυτόματο σύστημα ποτίσματος.
Επιστρέφοντας για λίγο πίσω μετά από περίπου 3 εβδομάδες , είδα ότι μερικά μικρά φηυτά είχαν φυτρώσει. Γενικά το ποσοστό φυτρωτικότητας αυτών των σπόρων ήταν πολύ χαμηλό, αλλά τα περισσότερα από τα φυτά που βγήκαν ήταν υγιή. Εγώ κράτησα το μεγαλύτερο φυτό των πρώτων 2 φωτογραφιών. Από τότε που το φωτογράφισα, έχει μεγαλώσει αρκετά. Έχει βγάλει νέα μεγάλα φύλλα, ο βλαστός του κοντά στη βάση άρχισε να ξυλοποιείται, έκανε δυο μικρές διακλαδώσεις στην κορυφή, κι έχει βγάλει ένα μπουμπούκι, το οποίο αυτές τις μέρες μεγάλωνε σιγά-σιγά και μάλλον σύντομα θ’ανοίξει.
Η μυρωδιά αυτού του φυτού απωθεί τα φυτοφάγα. Επειδή όμως φοβήθηκα μήπως κατά λάθος
το κουνέλι μου
το φάει και δηλητηριαστεί, έκανα το εξής πείραμα για να το αποδείξω: Έβαλα ένα φύλλο αυτού του φυτού μπροστά στο κουνέλι. Το κουνέλι το μύρισε, και μετά έφυγε. Πιθανόν από ένστικτο αποφεύγει φυτά που μυρίζουν έντονα, όπως έχει κάνει και με μυρωδικά φυτά όπως φασκόμηλο και θυμάρι.

Πηγές και ιστοσελίδες:
άρθρο της αγγλικής wikipedia
και
ενότητα για τη μπρουγκμάνσια στο erowid.org
Με ταξινομικές πληροφορίες, πληροφορίες ειδών, καλλιέργειας, ενεργών ουσιών κ.ά., καθώς κι εμπειρίες από ανθρώπους που πήραν αυτό το φυτό ως παραισθησιογόνο. Οι συνέπειες συχνά είναι τραγικές.

Ενημέρωση 28/9/2011: Σιγά-σιγά το μπουμπούκι μεγάλωνε, ώσπου χθες άνθισε. Ήταν ένα τεράστιο, μοσχοβολιστό άσπρο άνθος του οποίου η μυρωδιά γέμιζε όλο το μπαλκόνι. Σήμερα τη μέρα έκλεισε λίγο. Όμως μετά το έκοψα για να διοχετεύσει το φυτό περισσότερο την ενέργειά του στις ρίζες, τους βλαστούς και τα φύλλα ώστε να μεγαλώσει λίγο παραπάνω πριν το πιάσει ο χειμώνας. Συνήθως οι μπρουγκμάνσιες ανθίζουν στον πρώτο χρόνο κι όταν έχουν μεγαλώσει αρκετά, αλλά σπανιότερα μπορεί ν’ανθίσουν και πολύ νεότερες.

Ενημέρωση 9/6/2012: Φέτος το φυτό μπορώ να πω πως έχει παραπάνω από τετραπλασιαστεί σε μέγεθος, με μεγάλα φύλλα και πρόσφατα πέντε μεγάλα άνθη. Ανοίγουν το βράδυ και μυρίζει όλο το μπαλκόνι κάπως σαν λεμόνι. Διαρκούν μόνο μια μέρα, έπειτα μαραίνονται. Το τελευταίο μαράθηκε προχθές, και ήδη άρχισαν να σχηματίζονται οι καρποί στα παλαιότερα – μικρά λοφοειδή εξογκώματα μέσα στον κάλυκα. Έχω βρει ωστόσο λίγα μικροσκοπικά όμως ακόμα μπουμπουκάκια στις κορυφές. Έχω τροποποιήσει τη μορφή του φυτού από πέρσι. Το χειμώνα είχα κόψει το μεγαλύτερο μέρος της κορυφής, και τώρα έχω δύο κύριους βλαστούς από τη βάση του κεντρικού κορμού, οι οποίοι στην κορυφή τους έχουν κάνει μερικές διακλαδώσεις. Σημειωτέον ότι ο κορμός αυξήθηκε σε διάμετρο αρκετά. Αναμένεται η ανάπτυξη να συνεχιστεί ως τα μέσα του φθινοπώρου.

Ενημέρωση 23/1/2013: Για το χειμώνα το φυτό βρίσκεται μέσα, στο κλιμακοστάσιο της πολυκατοικίας. Ήδη έχει κάνει λίγα νέα κλαδάκια, αρκετά νωρίτερα από πέρσι, που είχε αρχίσει την ανάπτυξη το Φεβρουάριο, μάλλον λόγω υψηλότερων θερμοκρασιών. Είχα ξανακλαδέψει το φυτό το φθινόπωρο, κόβοντας σχεδόν εντελώς τη μία μεγάλη διακλάδωση και μειώνοντας αρκετά την άλλη. Το Νοέμβριο αντιμετώπισα το πρώτο πρόβλημα με έντομα. Έβρισκα πολλά φύλλα τρυπημένα και καταφαγωμένα, αλλά δε μπορούσα να εντοπίσω τον ένοχο, πάντως σίγουρα δε θά’ταν ο αέρας, γιατί δε φυσούσε τόσο πολύ. Τελικά ένα βράδυ βρήκα δυο στρουμπουλές πράσινες κάμπιες πάνω στο φυτό, και το επόμενο πρωί ακόμα μία, οι οποίες αφαιρέθηκαν και θανατώθηκαν με συνοπτικές διαδικασίες. Το τοξικότατο αυτό φυτό δεν είναι απρόσβλητο επομένως. Σύντομαξαναξεκίνησε την ανάπτυξη λίγο μέχρι το χειμώνα, αλλά τα μπουμπουκάκια που είχε ετοιμάσει δεν πρόλαβαν να μεγαλώσουν.

Ενημέρωση 6/7/2013: Έχει ανθοφορήσει για φέτος την άνοιξη, αλλά δεν πρόλαβα να φωτογραφήσω κάποιο άνθος. Έκοψα όλα τα παλιά άνθη για να δώσω δύναμη σ’έναν μόνο καρπό, απ’τον οποίο θέλω να πάρω σπόρους.

Καρπός κοντά στην ωρίμανση 6/7/2013.

Ενημέρωση 25/9/2013: Τελικά ο καρπός ωρίμασε στα τέλη του Ιουλίου, και μάζεψα απ’αυτόν περίπου 216 σπόρους, μερικοί μου έπεσαν. Δε διαφέρει και πολύ από άλλα γνωστά σολανοειδή, όπως μια πιπεριά ή μελιτζάνα. Όταν ωριμάζει, ο καρπός μαραίνεται και ανοίγει, δε γίνεται ξερή κάψα όπως νόμιζα. Οι σπόροι αυτοί τώρα είναι ποσότητας που μπορεί άνετα να στείλει σε ντελίριο κάποιον για τρεις μέρες και βάλε, αλλά φυσικά δεν πρόκειται να τους χρησιμοποιήσω ή να τους δώσω σε άλλους, παρόλο που μερικοί ζητούν. Θυμηθείτε όλοι πως η ντατούρα και τα συγγενικά της είδη είναι πάνω απ’όλα τοξικότατα δηλητήρια, προκαλώντας σοβαρά συμπτώματα στον οργανισμό και στον ψυχισμό του ανθρώπου. Τους σπόρους αυτούς λοιπόν θέλω να τους φυτέψω σε διάφορα μέρη. Το φυτό άλλωστε είναι πολύ ανθεκτικό κι όταν ανθίζει απ’τα πιο εντυπωσιακά άνθη της νύχτας.
Χάρη στο αυτόματο πότισμα λοιπόν και στη σκιερή θέση που βρισκόταν το χώμα της, η ντατούρα μεγάλωσε αρκετά αυτό το καλοκαίρι σε σχέση με πέρσι, που είχε χάσει αρκετά φύλλα και γενικά ήταν σε άσχημη κατάσταση, γιατί ο ήλιος στέγνωνε το χώμα της γρήγορα. Το πρόβλημα με τις κάμπιες αυτό το φθινόπωρο ήταν μικρότερο, αν και πάλι έχω φαγωμένα και τρυπημένα φύλλα. Λοιπόν πρόσφατα έκανεένα μπουμπουκάκι, το οποίο άνοιξε χθες. Λίγο μικρότερο από άλλα άνθη της, ίσως είναι το τελευταίο της χρονιάς. Το φυτό τέλος ίσως χρειαστεί μεταφύτευση σε μεγαλύτερη γλάστρα, αφού λεπτές ρίζες βγαίνουν από τις τρύπες αποστράγγισης. Αν και θα μπορούσε να μείνει στην ίδια γλάστρα για χρόνια με περισσότερη απλώς λίπανση – άλλωστε οι λεπτές ρίζες αυξομειώνονται ανάλογα με τον καιρό και τη φάση ανάπτυξης -, σε μια μεγάλη γλάστρα θα ψηλώσει πολύ περισσότερο, συνεπώς θα ανθίζει πολύ περισσότερο.

Το άνθος σήμερα το πρωί 25/9/2013, μέσα στις επόμενες ώρες πρόκειται να μαραθεί, οπότε ίσα-ίσα το πρόλαβα.

Ενημέρωση 31/10/2014: Φέτος την άνοιξη μεταφύτευσα το φυτό σε μεγαλύτερη γλάστρα, και μεγάλωσε λίγο περισσότερο. Άνθισε καλά την άνοιξη, κι ακόμα μία φορά το φθινόπωρο. Αυτήν τη φορά πέτυχα τις κάμπιες εγκαίρως, και η βλάβη περιορίστηκε σε λίγα φύλλα. Η παρακάτω φωτογραφία είναι του πρωινού τις 16ης Σεπτεμβρίου, οπότε πρόλαβα τα άνθη πριν μαραθούν. Το παράξενο μ’αυτήν την ανθοφορία ήταν ότι όλα τα άνθη άνοιξαν συγχρόνως, ενώ όλες τις φορές ως τώρα είχαν τουλάχιστον μία μέρα διαφορά. Πέντε μπουμπουκάκια είχαν σχηματιστεί στην αρχή περίπου του μηνός, αλλά το φυτό έριξε τα δύο μικρότερα σύντομα, διοχετεύοντας την ενέργειά του στα εναπομείναντα, που μεγάλωναν γρήγορα. Και το βράδυ στις 15 Σεπτεμβρίου, μόλις βγήκα στο μπαλκόνι, συνάντησα τρεις ορθάνοιχτες λευκές τρομπετούλες που γέμιζαν άρωμα την ατμόσφαιρα!

Το φυτό φαίνεται κοντό, επειδή το είχα κλαδέψει στο τέλος του καλοκαιριού. Από τα άνθη, δεν έκοψα το ένα που έγινε καρπός κι αυτό το διάστημα ωριμάζει για σπόρο, επειδή οι περσινοί σπόροι δεν φύτρωσαν, και όσοι φύτρωσαν δεν επιβίωσαν για πολύ λόγω ανταγωνισμού με άλα φυτά – τους είχα φυτέψει βιαστικά σε σκιερή γλάστρα με άλλο φυτό, πιστεύοντας πως δε θα φυτρώσουν μετά από ένα σχεδόν χρόνο αποθήκευσης. Έκανα λάθος όμως, και μάλλον αυτοί οι σπόροι είναι πολυ ανθεκτικότεροι απ’ό,τι νομίζω. Άλλωστε το ταπεινό σποράκι απ’όπου γεννήθηκε το φυτό μου πέρασε από ανέμους πολλών μποφόρ, θύελλες, χιόνια και παγωνιές μέσα στον καρπό του νεκρού απ’το κρύο γονικού του φυτού χωρίς πρόβλημα.

Ενημέρωση 20/3/2016: Δυστυχώς έχασα το φυτό κατά την προσαρμογή του στο εξωτερικό περιβάλλον μετά το χειμώνα. Έβγαλε κάτι φύλλα, αλλά ήταν κίτρινα και ασθενικά. Ίσως να έφταιγε το πολύ νερό σε σχέση με το αδύναμό του ακόμα ριζικό σύστημα, αφού τα περισσότερα ριζίδια θα είχαν νεκρωθεί έπειτα από το χειμερινό κλάδεμα.

Ενημέρωση 22/7/2016: Τελικά το εκλιπόν φυτό άφησε έναν απόγονο. Αν και αρκετά σπορόφυτα που εμφανίζονταν περιοδικά σε διάφορες γλάστρες, ίσως από σπόρους που είχα ρίξει σε ένα γλαστράκι για να βγουν, το χώμα του οποίου σκόρπισα στη συνέχεια, πέθαιναν είτε επειδή ήταν στη σκιά είτε επειδή προσπαθούσα να τα μεταφυτεύσω ενόσω ήταν πολύ μικρά, το συγκεκριμένο σπόρόφυτο επέτυχε. Φύτρωσε γύρω στον Ιούνιο στη γλάστρα ενός κάκτου Cylindropuntia που έχω, ο οποίος αναπτύσσεται αρκετά γρήγορα, οπότε δεν έχει πρόβλημα και με λίγο περισσότερο πότισμα, το οποίο χρειαζόταν το σπορόφυτο. Το μεταφύτευσα στις 15 Ιουλίου, όταν είχε βγάλει γύρω στα 6 μεγάλα φύλλα, στη γλάστρα που είχα τον πρόγονό του παλαιότερα, και παρά τη ζέστη επιβίωσε από το στρεσογόνο γεγονός και φαίνεται να τα πάει καλά. Η μπρουγκμάνσια τελικά δε χάνεται. Επίσης πρόσφατα απέκτησα σπόρους Datura inoxia και Datura stramonium, τους οποίους πρόκειται να σπείρω.

Advertisements