φθνιοπωρινό κολχικό (colchicum autumnale)

Γνωστό και ως φθινοπωρινός κρόκος ή φθινοπωρινή ζαφορά, το κολχικό (γένος Colchicum), ανι και μοιάζει επιφανειακά με τον κρόκο, δεν έχει και τόσο κοτινή συγγένεια, αλλά είναι και δηλητηριώδες. Παρόλα αυτά είναι αρκετά εύκολο να ξεχωρίσετε αυτά τα δύο φυτά. Τα κολχικά έχουν διάφορες χρήσεις, όπως στην φαρμακευτική, στη γενετική μηχανική και ως καλλωπιστικό.

Το γένος Colchicum αριθμεί περί τα 60 είδη, λιγότερα ή περισσότερα ανάλογμα με τον ταξινομιστή, εξαπλωμένα σ’όλη την Ευρώπη και σε μέρη της Δυτικής Ασίας και της Βόρειας Αφρικής, ενώ ως εισαγόμενο μπορεί να βρεθεί και στη Βόρεια Αμερική. Είναι μονοκοτυλήδωνα φυτά της τάξεως των λειριωδών (liliales). Παλαιότερα ταξινομούταν στην οικογένεια των λειριιδών (liliaceae), αλλά τώρα έχουν μετακινηθεί σε δική τους, τους κολχικίδες (colchicaceae). Το όνομα «κολχικό» προέρχεται από μία εκδοχή του μύθου σύμφωννα με την οποία η Μήδεια από την Κολχίδα σκότωσε τα παιδιά της μ’αυτό το δηλητήριο.
Τα κολχικά είναι μικρά, πολυετή φυτά που περνούν το θερμό και ξηρό καλοκαίρι ως κορμοί υπογείως. Ο κορμός, όπως κι ο βολβός, είναι ένας τροποποιημένος υπόγειως αποταμιευτιικός βλαστός, αλλά πιο πεπλατυσμένος και χωρίς εμφανή λέπια. Στις αρχές του φθινοπώρου εμφανίζεται ένα, ενίοτε σε μεγαλύτερους κορμούς περισσσότερα άνθη, μονά σε σωληνοειδής «βλαστούς», με 6 τέπαλα και 6 στήμονες (ενώ οι πραγματικοί κρόκοι έχουν 3, το κύριο διαφοροποιητικό στοιχείο), συνήθως σε αποχρώσεις του ρόδινου και του μοβ. Ο «βλαστός» αυτός που στηρίζει το άνθος είναι στην πραγματικότητα μέρος του άνθους με τους στύλους και ενώνει τα πάνω μέρη με τις θηλυκές ωοθήκες που βρίσκονται υπογείως. Μετά την ανθοφορία σχηματίζεται ο καρπός με τους σπόρους και αργότερα την άνοιξη ή και νωρίτερα ανάλογα με το κλίμα και το είδος εμφανίζεται το φύλλωμα, που αποτελείται από λίγα όρθια, ταινοειδή φύλλα. Στο διάστημα αυτό το φυτό αναπτύσσεται, εξαντλώντας τον παλιό κορμό και δημιουργώντας νέους, κι έτσι με τον καιρό τα φυτά δημιουργούν συστάδες. Προς το τέλος της περιόδου ανάπτυξης το φυτό αποθηκεύει ενέργεια στους κορμούς για το καλοκαίρι, οπότε το φύλλωμα ξεραίνεται και το φυτό πέφτει και πάλι σε νάρκη.
Πέρα από το διαφοροποιητικό αριθμό των στημόνων από τον κρόκο (κολχικό 6 κρόκος 3), υπάρχουν κι άλλες δύο σημαντικές διαφορές. Ενώ ο κορμός του κρόκου είναι συμμετρικός με το σημείο ανάπτυξης του βλαστού στο κέντρο, αυτός του κολχικού είναι ασύμμετρος με το σημείο του βλαστού λίγο στο πλάι. Ακόμα τα φύλλα του κρόκου είναι στενότερα και φέρουν μια λευκή γραμμή στη μέση, ενώ αυτά του κολχικού είναι πλατύτερα χωρίς τη γραμμή. Επομένως τα δύο αυτά φυτά δε συγχέονται και τόσο εύκολα.

Τα κολχικά καλλιεργούνται ως καλλωπιστικά, αν και λιγότερο από κοινότερους βολβούς, κορμούς και κονδύλους όπως τουλίπες, νάρκισσοι, κρόκοι κ.ά. Τα φυτά ανθίζουν λίγες εβδομάδες μετά τη φύτευση, γι’αυτό οι κορμοί θα πρέπει να φυτευθούν στις αρχές του Σεπτεμβρίου σε καλά αποστραγγιζόμενο χώμα σε βάθος 5-8 εκ. και απόσταση μεταξύ τους 15-20 εκ., επειδή μετά απλώνονται. Μπορείτε να φυτέψετε πολλούς κορμούς μαζί για ένα έντονο αποτέλεσμα, πιο αραιούς, σκορπισμένους ανάμεσα σ’άλλα φυτά και χόρτα ή σε δοχεία. Το φύλλωμα δε θα πρέπει να το κόψετε, αφού μ’αυτό τα φυτά φωτοσυνθέτουν, αναπτύσσονται και αποθηκεύουν ενέργεια στους κορμούς για την επόμενη χρονιά. Γι’αυτό αν θέλετε να κρατήσετε τον τόπο τους ανθισμένο και την άνοιξη, μπορείτε να φυτέψετε διάφορους ανοιξιάτικους βολβούς στο ίδιο μέρος το φθινόπωρο ή ετήσια με ρηχό ριζικό σύστημα. Με τον καιρό οι συστάδες των φυτών θα πυκνώσουν από τους νέους κορμούς που δημιουργούνται κάθε χρόνο και ίσως θα πρέπει να τις αραιώσετε αν φαίνονται εξασθενημένες. Αυτό θα το κάνετε το καλοκαίρι, όταν τα φυτά βρίσκονται σε νάρκη. Την περίσσια κορμών μπορείτε να τη χρησιμοποιήσετε για πολλαπλασιασμό. Οι ικορμοί του κολχικού υπό κανονικές συνθήκες δε θα πρέπει να ξεθάβονται από το χώμα τους, διότι δεν είναι προσαρμοσμένοι για έκθεση σε ξηρές συνθήκες.
Το φυτό πολλαπλασιάζεται με κορμούς με τον τρόπο που προανέφερα ή και με σπόρο. Το σπόρο θα πρέπει να το σπείρετε σ’ένα δοχείο με αμμώδες χώμα και να τον καλύψετε με λίγο κοσκινισμένο χώμα. Έπειτα θα πρέπει να τον τοποθετήσετε σε ψυχρό και φωτεινό μέρος. Όταν τα φυτά έχουν αποβάλλει το φύλλωμά τους το επόμενο καλοκαίρι, μεταφυτεύστε τους κορμούς σε μια άλλη θέση σε βάθος 8 εκ. με απόσταση 10 εκ. μεταξύ τους. Τα φυτά θα φτάσουν σε ηλικία ανθοφορίας σε 3-5 χρόνια.
Το φυτό μπορεί ν’ανθίσει και χωρίς χώμα, αφού έχετε τοποθετήσει τον κορμό σ’ένα δοχείο με λίγο νερό. Εάν το κάνετε αυτό την περίοδο φύτευσης και μετά την άνθιση τον φυτέψετε στο έδαφος θα συνεχίσει ν’αναπτύσσεται κανονικά, αλλιώς άλλη εποχή το βιολογικό του ρολόι μπορεί να μπερδευτεί.

Η ενεργός ουσία του κολχικού που το κάνει τόσο τοξικό είναι το αλκαλοειδές κολχικίνη. Τα κύρια αποτελέσματα της κολχικίνης οφείλονται στην ικανότητά της να αναστέλλει τον πολυμερισμό των μικροσωληνίσκων του κυττάρου ενούμενη με τη τουβουλίνη και κάνοντάς τη μη διαθέσιμη. Έτσι, λειτουργεί ως αποτελεσματικο μιτωτικό δηλητήριο σταματώντας τη μίτωση (διαίρεση σωματικών κυττάρων). Επίσης αναστέλλει την κινητικότητα και δραστηριότητα των ουδετερόφιλων κυττάρων του ανοσοποιητικού συστήματος, λειτουργώντας ως αντιφλεγμονώδες.
Η κύρια φαρμακευτική χρήση της ουσίας είναι ως αντιφλεγμονώδες. Χρησιμοποιείται κυρίως κατά της ουρικής αρθρίτιδας, νόσου με απόθεση ουρικών αλάτων στις αρθώσεις και έντονη φλεγμονή, αλλά και κατά της περικαρδίτιδας και δύο κληρονομικών φλεγμονωδών διαταραχών, του κληρονομικού μεσογειακού πυρετού και της νόσου του Beacet. Λόγω των αντιμιτωτικών ιδιοτήτων, η κολχικίνη θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί και κατά του καρκίνου αφού τα καρκινικά κύτταρα διαιρούνται ταχύτατα, αλλά το πρόβλημα είναι ίδιο μ’αυτό των χημειοθεραπευτικών φαρμάκων, η χρήση της περιορίζεται από την τοξικότητα που έχει στα φυσιολογικά κύτταρα.
Η χρήση εκχυλίσματος κολχικού για τη θεραπεία της ουρικής αρθρίτιδας ήταν ήδη γνωστή από την εποχή του Διοσκουρίδη τον 1ο αι. μ.Χ, ενώ η χρήση του εναντίον των ρευματισμών και των πρηξημάτων αναφέρθηκε για πρώτη φορά στον αιγυπτιακό ιατρικό πάπυρο του Έμπερς του 1500 π.Χ. Η κολχικίνη απομονώθηκε εργαστηριακά το 1820 από τους Γάλλους χημικούς P.S. Pelletier και J. Caventon. Ακόμα το κολχικό χρησιμοποιούταν παλαιότερα ως καθαρτικό και εμετικό, αλλά τ’αποτελέσματα αυτά είναι συμπτώματα ήπιας δηλητηρίασης με την ουσία και κάτι τέτοιο ήταν υπερβολικά επικινδυνο.

Η δόση όμως που απαιτείται για φαρμακευτική χρήση είναι πολύ μικρή, και ακόμα και σ’αυτήν την ποσότητα μπορούν να προκληθούν σοβαρές παρενέργειες με συμπτώματα ελαφράς δηλητηρίασης λόγω της αντιμιτωτικής της δράσης. Γι’αυτό το λόγο αντενδείκνυται για τους νεφροπαθείς, των οποίων ο οργανισμός δε μπορεί ν’αποβάλλει αποτελεσματικά την ουσία. Μεγαλύτερες δόσεις μπορούν να προκαλέσουν σοβαρότατα προβλήματα ή και ν’απειλήσουν τη ζωή.
Η δηλητηρίαση μοιάζει μ’αυτήν του αρσενικού. Συνήθως 3-5 ώρες μετά την κατανάλωση της ουσίας εμφανίζεται κάψιμο στο στόμα και στο λαιμό, πυρετός, κοιλόπονος, εμετός, διάρροια και νεφρική ανεπάρκεια. Σε 24-72 ώρες παρατηρείται ανεπάρκεια πολλαπλών οργανικών συστημάτων με υπογκαιμικό σοκ εξαιτίας μεγάλης απώλειας νερού από κατεστραμμένα αγγεία και το πεπτικό σύστημα (αυτό μπορεί να οδηγήσει στο θάνατο χωρίς υποστήριξη), λευκοπενία (μείωση των λευκών αιμοσφαιρίων), αναιμία εξαιτίας βλάβης του μυελού των οστών, μυική αδυναμία εξαιτίας βλαβών στο νευρικό και μυικό σύστημα και αναπνευστική ανεπάρκεια. Δεν υπάρχει αντίδοτο και η θεραπεία είναι μόνο υποστηρικτική. Η ανάρρωση ξεκινά στις 6-8 ημέρες. Η πρόγνωση ωστόσο είναι κακή γι’άτομα που έχουν ήδη προβλήματα στο ήπαρ και τα νεφρά.
Οι περισσότερες δηλητηριάσεις δεν προέρχονται από σύγχυση του κολχικού με άλλα φυτά ή από υπερδοσολογία φαρμακευτικής κολχικίνης, αλλά από απόπειρες αυτοκτονίας.

Η κολχικίνη τέλος έχει άλλες δύο χρήσεις. Η πρώτη χρήση γίνεται στα φυτά για το διπλασιασμό του αριθμού των χρωμοσωμάτων σ’ένα κύτταρο. Αφού η κολχικίνη εμποδίζει τη μίτωση, το φυτικό κύτταρο παραμένει σταθερό ενώ τα χρωμοσώματα διπλασιάζονται. Αυτό δεν είναι καταστρεπτικό για τα φυτικά όπως είναι για τα ζωικά κύτταρα. Αντίθετα, μειε περισσότερα χρωμοσώματα π.χ. αντί για κανονικό διπλοειδές (2 ζεύγη) να είναι τετραπλοειδές (4 ζεύγη), ένα φυτό έχει τη δυνατότητα για πολύ μεγαλύτερη ποικιλομορφία. Γι’αυτό η μέθοδος αυτή εφαρμόζεται στη δημιουργία ή βελτίωση καλλιεργούμενων ποικιλιών. Επίσης τριπλοδείς ποικιλίες (3 ζεύγη) που είναι στείρες μπορούνα χάρη στην κολχικίνη να γίνουν γόνιμες κάνοντάς τες εξαπλοειδείς.
Η δεύτερη χρηση γίνεται τέλος στη γενετική για τη μελέτη των χροωμοσωμάτων των κυττάρων. Ο καρυότυπος (αριθμός χρωμοσωμάτων) μπορεί να μελετηθεί καλύτερα όταν αυτά είναι πιο πυκνά προς το τέλος της μιτωτικής διαδικασίας. Για να σταματήσει η μίτωση λοιπόν, χορηγείται κολχικίνη στην καλλιέργεια των κυττάρων και η δουλειά γίνεται ευκολότερα.

Πηγές:
Colchicum autumnale link του μήνα
καλλιέργεια κολχικού
φωτογραφίες από κολχικά
Colchicum macrophyllum (κολχικό το μακρόφυλλο)
καλλιέργεια colchicum autumnale
άρθρο της αγγλικής wikipedia γένος κολχικό
άρθρο της αγγλικής wikipedia κολχικίνη
θανατηφόρος δηλητηρίαση με κολχικό μελέτη περίστατικού
άρθρο της βικιπαίδειας ουρική αρθρίτιδα
άρθρο της βικιπαίδειας κυτταρικός κύκλος
Πληρέστερο όμως είναι το
άρθρο της αγγλικής wikipedia
περιγράφεται η μεσόφαση, η μίτωση, όλες οι διαδικασίες.

Advertisements