Πηγή:
Βόρειο Ιστολόγιο

Δευτέρα, 25 Απριλίου 2011η σχεση μας με τα μικροβια

Συνέχεια σήμερα στη θεματολογία με ..πιο ιατρικά θέματα, στη σχέση μας με τα μικρόβια.

Ο κάθε οργανισμός, από τους μονοκύτταρους μέχρι τους πολυκύτταρους, δρα με βάση το δικό του συμφέρον. Ψάχνοντας για τροφή και πολλαπλασιασμό έρχεται σε σύγκρουση με άλλους οργανισμούς, προσπαθώντας να επεκτείνει τον ζωτικό του χώρο, σε βάρος άλλων οργανισμών. Στο επίπεδο των μικροοργανισμών για να προστατευθούν από την αντίστοιχη δράση των άλλων οργανισμών, αυτή η επιδίωξη εκφράζεται με την παραγωγή ουσιών οι οποίες ενώ δεν βλάπτουν τους ίδιους, είναι τοξικές για τους οργανισμούς που τους απειλούν.

(Για να είμαστε πιο ακριβείς, όλα αυτά γίνονται μέσα από επιλεκτικές διαδικασίες, δηλαδή επικρατούν αυτοί οι οργανισμοί που μπορούν να παράγουν αυτές τις ουσίες που τους οδηγούν σε όφελος ή καλύτερη προσαρμογή στο περιβάλλον τους, που μπορεί να περιλαμβάνει και συμβιώσεις με άλλους μικροοργανισμούς. Αλλιώς φαίνεται σαν να αποφασίζουν οι μικροοργανισμοί για το αν θα δράσουν έτσι ή αλλιώς, αλλά έχουμε μάθει να εκφραζόμαστε με ανθρωποκεντρικούς όρους). Πολλές από αυτές τις ουσίες οι άλλοι οργανισμοί και κατ’ επέκταση και ο άνθρωπος, έμαθαν να τις αναγνωρίζουν σαν τοξικές για τους ίδιους και έτσι ανέπτυξαν μηχανισμούς εξουδετέρωσης τους μέσω επιλεκτικών κατά βάση μηχανισμών. Αυτό καθορίζει και την μεγαλύτερη ή μικρότερη λοιμογονικότητα τους, το πόσο δηλαδή ο οργανισμός μπορεί να εξουδετερώνει την δράση τους ή αντίθετα είναι ευπρόσβλητος στις ουσίες που παράγουν ή δεν μπορεί να εμποδίσει την εξάπλωση και πολλαπλασιασμό τους σε βάρος του.
Σε αυτόν τον αγώνα επιβίωσης, πολλές φορές αποδείχθηκαν αμοιβαία επωφελείς οι συνεργασίες και συγκατοικήσεις με άλλους οργανισμούς. Τελικά αποδείχθηκε ότι στα μεγάλα άλματα που έκανε η ζωή, ο κύριος παράγοντας ήταν η συμβίωση διαφορετικών μικροοργανισμών ή μικροοργανισμών με μεγαλύτερους οργανισμούς. Έτσι θα λέγαμε ότι κατά βάση συμβιώνουμε. Βρισκόμαστε σε μια ισορροπία μαζί τους. Η ζωή δημιουργήθηκε από την συμβίωση των αρχικών μικροοργανισμών. Αυτό δεν σημαίνει ότι η διαμάχη σταμάτησε, αλλά ταυτόχρονα με την διαμάχη έχουμε και σε εκτεταμένο βαθμό συμβιώσεις και συνεργασίες. Θα λέγαμε ότι στο μεγαλύτερο ποσοστό επικρατούν οι συμβιώσεις, μέσα από τις ισορροπίες που έχουν επιτευχθεί.
Η δυνατότητα να βλάψουν τον οργανισμό εξαρτάται εκτός από την λοιμογονικότητα τους καθ’ εαυτή και από την κατάσταση του ανοσοποιητικού συστήματος του ξενιστή. Όταν η άμυνα του εξασθενεί, και αυτό μπορεί να συμβεί για πολλούς λόγους, τότε βρίσκουν ανοιχτό πεδίο για να πολλαπλασιασθούν σε βάρος του ξενιστή. Ή άλλες φορές ο οργανισμός να μην έχει άμυνες απέναντι σε έναν μικροοργανισμό επειδή εξελικτικά δεν έχει μάθει να τον αντιμετωπίζει. Πολλοί μικροοργανισμοί παράγουν ουσίες ιδιαίτερα τοξικές για τον οργανισμό ή διασπούν εύκολα τις άμυνες του και πολλαπλασιάζονται μέσα στα κύτταρα καταστρέφοντας τα χωρίς ο οργανισμός να μπορεί να αντιτάξει σοβαρή άμυνα επειδή δεν έχει μάθει να τους αντιμετωπίζει. (Έτσι θεωρείται ότι εξοντώθηκε ένα μεγάλο μέρος των γηγενών στην Κεντρική Αμερική, από ασθένειες που μετέφεραν οι Ισπανοί κατακτητές, για τα οποία οι ίδιοι είχαν άμυνες ενώ οι ντόπιοι όχι, επειδή δεν ξαναείχαν επαφή με αυτούς τους μικροοργανισμούς. Κάτι παρόμοιο φαίνεται να συμβαίνει και με ορισμένους ιδιαίτερα λοιμογόνους ιούς που προκαλούν γρήγορα και σε μεγάλο ποσοστό το θάνατο, όπως είναι κάποιοι ιοί που βρίσκονταν σε περιοχές στα βάθη της ζούγκλας, ενδημώντας σε πιθήκους ή άλλα ζώα που τους ανέχονταν και τώρα έρχονται σε επαφή με τους ανθρώπους, οι οποίοι επειδή μέχρι τώρα δεν είχαν έρθει επαφή μαζί τους δεν έχουν και άμυνες ή μεταλλαγμένοι μικροοργανισμοί που παράγονται πιθανόν σε εργαστήρια στα πλαίσια προετοιμασίας βιολογικού πολέμου και για τους οποίους ίσως να μην υπάρχουν αποτελεσματικές άμυνες). Υπάρχουν μικροοργανισμοί με διαφορετικό βαθμό λοιμογονικότητας, που στην πράξη σημαίνει δυνατότητα να ξεπεράσουν τους αμυντικούς φραγμούς του ξενιστή και οι ουσίες που παράγουν να βλάψουν τα κύτταρα του. Αυτό όπως είπαμε είναι αποτέλεσμα είτε του γεγονότος ότι εξελικτικά δεν έχουν αναπτυχθεί επαρκείς άμυνες για τους συγκεκριμένους μικροοργανισμούς είτε επειδή σπάνε οι ισορροπίες που έχουν επιτευχθεί, λόγω πτώσης της άμυνας του ξενιστή οργανισμού.
Αυτή την διαταραχή των ισορροπιών μπορούμε να την δούμε σε πολλά παραδείγματα και είναι και εύκολα κατανοητή. Για παράδειγμα μετά από κακουχία(ξενύχτι, κρύο περιβάλλον, στρες κτλ) πέφτει η άμυνα του οργανισμού και προσβαλλόμαστε εύκολα από αναπνευστικούς κυρίως ιούς, οι οποίοι στη συνέχεια μπορεί να επιδεινώσουν περισσότερο την άμυνα του. Ή, πολύ χαρακτηριστική είναι η προσβολή από τον επιχείλιο έρπη που συμβαίνει μετά τέτοια περιστατικά. Ένα άλλο παράδειγμα είναι το παχύ έντερο. Αυτό είναι αποικισμένο με τρισεκατομμύρια μικροοργανισμούς. Από τα κόπρανα μας το ένα τέταρτο με ένα τρίτο του βάρους τους περίπου είναι μικροοργανισμοί και επιθηλιακά κύτταρα. Ο ρόλος τους στη λειτουργία του εντέρου και κατ’ επέκταση του οργανισμού είναι αναντικατάστατος. Διασπούν τα υπολείμματα των τροφών, παράγουν βιταμίνες απαραίτητες για τον οργανισμό κλπ. Όταν όμως για διάφορους λόγους υπάρξει ελάττωση του συστήματος άμυνας που υπάρχει στο τοίχωμα του εντέρου, τότε πολλοί από αυτούς περνούν στην πυλαία κυκλοφορία και από κει στο ήπαρ. Ή περνούν ανοσοσυμπλέγματα, δηλαδή συμπλέγματα των αντιγόνων, τμημάτων των μικροοργανισμών, με ανοσοσφαιρίνες που είναι πρωτεΐνες ειδικευμένες στην άμυνα του οργανισμού, με σκοπό την εξουδετέρωση τους. Η γειτνίαση με το σπλαχνικό λίπος μπορεί να εξηγεί την συσσώρευση παραγόντων φλεγμονής σε αυτό, ώστε με τη σειρά του να πυροδοτεί άλλες μεταβολικές διαταραχές.
Ένας άλλος παράγοντας είναι ότι στο παχύ έντερο υπάρχουν μικροοργανισμοί που είναι πιο φιλικοί στον άνθρωπο ξενιστή και με την παρουσία τους εμποδίζουν την υπερανάπτυξη άλλων που δυνητικά μπορεί να είναι επιβλαβείς, με διάφορους μηχανισμούς αλλά και με την αύξηση της οξύτητας στο περιβάλλον του παχέος εντέρου με το γαλακτικό οξύ που παράγουν. Τέτοιοι είναι οι ζυμομύκητες, οι γαλακτοβάκιλοι κλπ . Η παρουσία τους βοηθά να λειτουργεί καλύτερα το έντερο εμποδίζοντας εκτός των άλλων και την όποια διαδικασία φλεγμονής που αναπτύσσεται.
Αυτή η διαταραχή της φυσιολογικής χλωρίδας του εντέρου γίνεται και από την αλόγιστη χρήση αντιβιοτικών που εξοντώνουν τεράστιους αριθμούς μικροοργανισμών στο παχύ έντερο, δικαίους και αδίκους.
Ένα άλλο παράδειγμα είναι η πρόσληψη μικροβίων από τις τροφές. Αυτά εξουδετερώνονται κυρίως από το υδροχλωρικό οξύ που υπάρχει στο στομάχι, που εκτός των άλλων χρησιμεύει και για την διάσπαση των πρωτεϊνών. Όπως είναι γνωστό η πρώτη διάσπαση των πρωτεϊνών γίνεται από το υδροχλωρικό οξύ. Όταν καταργείται αυτός ο φραγμός του οξέος είτε από μη επαρκή παραγωγή από το στομάχι είτε λόγω της αλόγιστης χρήσης που γίνεται τα τελευταία χρόνια από φάρμακα που ελαττώνουν την παραγωγή του, τότε ένα μέρος τους θα περάσει στο λεπτό έντερο που φυσιολογικά είναι στείρο μικροβίων. Ή θα περάσουν στο έντερο πολλά τμήματα πρωτεϊνών και πεπτιδίων τα οποία δεν έχουν διασπασθεί και τα οποία περνώντας τον εντερικό φραγμό μπορεί να δράσουν αντιγονικά, κατά ανάλογο τρόπο δηλαδή με τα μικρόβια.
Ο εντεροαιματικός φραγμός κανονικά επιτρέπει μόνο την απορρόφηση αμινοξέων και όχι πρωτεϊνών οι οποίες αν περάσουν στο αίμα μπορεί να αντιμετωπισθούν σε πολλές περιπτώσεις όταν το ανοσοποιητικό σύστημα δεν τις αναγνωρίζει σαν δικές του, σαν ξένο σώμα που πρέπει κατ’ αρχήν να εξουδετερωθεί και στη συνέχεια να αποβληθεί. Ξέρουμε όμως ότι αυτός ο εντεροαιματικός φραγμός είναι αρκετά ατελής, δηλαδή επιτρέπει σε πολλές περιπτώσεις την δίοδο πρωτεϊνών, εξ άλλου περνάνε αρκετά ένζυμα των τροφών και τα ένζυμα είναι πρωτεΐνες ή το κυριότερο περνάνε ολόκληρα βακτήρια σε μεγάλους ρυθμούς σε ορισμένες περιπτώσεις. Αν υπάρχουν φλεγμονές ή σε περιπτώσεις ελάττωσης της κινητικότητας του, αυτή η διαπερατότητα αυξάνεται. Έχει βέβαια την δυνατότητα να εξουδετερώνει αυτά τα μικρόβια και τις πρωτεΐνες-όσες από αυτές αναγνωρίζει σαν ξένες- και στο τοπικό αμυντικό σύστημα του τοιχώματος του εντέρου αλλά και αυτών που περνάνε μέσω της πυλαίας φλέβας και οδηγούνται στο ήπαρ, σε ένα ισχυρό τοπικό ανοσοποιητικό σύστημα, το σύστημα των μακροφάγων κυττάρων του ήπατος ή αλλιώς σύστημα του Κuppfer. Όταν όμως η διέλευση πρωτεϊνών, μικροβίων κτλ υπερβαίνει τις δυνατότητες των συστημάτων αυτών να τα εξουδετερώσει ή όταν αυτά τα συστήματα είναι για διάφορους λόγους εξασθενημένα, τότε αυτά περνάνε στην ευρύτερη κυκλοφορία και αναλαμβάνει τότε το ανοσοποιητικό σύστημα της αιματικής κυκλοφορίας να τα εξουδετερώσει. Και εδώ τα πράγματα εξαρτώνται και πάλι από την ακεραιότητα αυτού του συστήματος. Σχηματίζονται ανοσοσυμπλέγματα τα οποία καταναλώνονται από φαγοκυτταρικά κύτταρα ή σε ένα βαθμό να αποβληθούν και από τον νεφρό. Υπάρχει ένας δείκτης διαλυτότητας του αντιγόνου, ώστε με την κατακράτηση υγρών που γίνεται-και είναι συνήθης η κατακράτηση υγρών σε καταστάσεις φλεγμονής- να μπορέσουν να εξουδετερωθούν τα αντιγόνα.
Στο βαθμό που αυτό δεν γίνεται δυνατό, αυτά τα ανοσοσυμπλέγματα επικάθονται σε διάφορους ιστούς και προκαλούν τη δράση άλλων τμημάτων του ανοσιακού συστήματος όπως είναι τα μακροφάγα των ιστών, τα λεμφοκύτταρα κλπ τα οποία περιπολούν ακατάπαυστα σε όλες τις περιοχές και τις πιο απόμακρες του οργανισμού και όταν βρουν κάποιο παρείσακτο συγκρούονται αμέσως μαζί του, δημιουργώντας όμως μια μικρότερη ή μεγαλύτερη κατάσταση φλεγμονής. Όπως καταλαβαίνουμε καλά αυτές οι καταστάσεις, οι περισσότερες τουλάχιστον είναι υποκλινικές, δηλαδή δεν τις εντοπίζουμε πριν δημιουργήσουν σοβαρό πρόβλημα σε κάποιο όργανο που τότε είναι συνήθως λίγο ή περισσότερο αργά. Η συνεχής αυτή διέγερση του ανοσιακού συστήματος οδηγεί όπως είναι εύκολο να καταλάβουμε και σε δυσλειτουργίες. Όσο πιο εντατικά δουλεύει ένα σύστημα τόσο πιο εύκολο είναι να δημιουργηθούν εμπλοκές. Έτσι και πολλά αυτοάνοσα νοσήματα, όπου ο οργανισμός στρέφει τα αντισώματα του ενάντια σε κύτταρα του εαυτού του, πέρα από γενετικές προδιαθέσεις που έχουν εντοπισθεί σε πολλές περιπτώσεις, είναι και αποτέλεσμα, είτε σαν γενεσιουργός αιτία είτε σαν παράγοντας επιδείνωσης, η συγκεκριμένη δυσλειτουργία από συνεχή υπερδιέγερση του ανοσιακού συστήματος, με την συνεχή παραγωγή μεγάλων ποσοτήτων αντισωμάτων ή υπέρβασης των δυνατοτήτων του να εξουδετερώσει ένα μόνιμο αντιγονικό ερέθισμα.
Είναι γνωστό ότι ορισμένες αυτοάνοσες παθήσεις όπως η ρευματοειδής αρθρίτιδα για παράδειγμα, παρουσιάζουν σημαντική βελτίωση αν γίνει δραστικός περιορισμός των πρωτεϊνών.
Ένα σημαντικό αίτιο πυρετού σε άτομα που είναι κατακεκλιμένα και άρα η κινητικότητα του εντέρου μειωμένη, θεωρείται ότι είναι η υπερανάπτυξη παθογόνων μικροβίων στο έντερο και το πέρασμα τους στην κυκλοφορία του αίματος, σε συνδυασμό βέβαια με την μείωση των αμυντικών δυνάμεων του οργανισμού που έχουμε σε αυτές τις περιπτώσεις.

Αναρτήθηκε από Δ.Πετρίδης στις 15:00

Advertisements