Κανονική πηγή:
New Scientist
Επειδή όμως δεν είμαι μέλος στο περιοδικό αυτό – ολόκληρα τ’άρθρα εμφανίζονται μόνο στα μέλη -, το βρήκα από
άλλη σελίδα,
μια σελίδα που ασχολείται με τα ερπετά αλλά επεκτείνεται και σ’άλλα θέματα, όπως οικολογικά φιλικοί τρόποι καταπολέμησης επιζήμιων οργανισμών.

Μετάφραση: Bolko

Της Stephanie Pain
Ιούλιος 2000

Δεν ήταν μόνο το χρώματος ροζ και γκρι σχέδιο. Ή ακόμα και τα βγαλμένα πλακάκια. Το πράγμα που μισούσε ο Martyn Robinson για το μπάνιο του ήταν η μούχλα. Σκούρες κυλίδες κυλίδωναν το grout και μια χνουδωτή, γκρίζα ταινία κολλούσε στην κουρτίνα του ντους. Μόλις το έξυνε, γρήγορα επανερχόταν. «Ήταν η πόλη της μούχλας,» λέει ο Robinson, ένας φυσιοδίφης στο αυστραλιανό μουσείο του Σύδνεϋ.

Σχεδόν εκπληκτικό, πραγματικά. Ο Robinson και η σύντροφός του Lynne McNairn είχαν επιλέξει να μένουν σ’ένα παλιό, διώροφο, χτισμένο με τούβλο και υαλοβάμβακα σπίτι στη Narraweena, ένα μουσκεμένο προάστιο στα βόρεια του Σύδνεϋ. Το βραχώδες υπόστρωμα είναι τόσο κοντά στην επιφάνεια ώστε όταν βρέχει, το νερό βγαίνει έξω απο το έδαφος και κάνει τον κήπο έλος. Η υγρασία έρχεται με την περιοχή, και σ’ένα κακώς αεριζόμενο μπάνιο, η μούχλα ήταν αναπόφευκτη. Ήταν μια διαρκείς μάχη εναντίον του χνουδωτού μύκητα μέχρι, μια μέρα, ο Robinson αποφάσισε να προσλάβει οικιακή βοήθεια. Ξεκίνησε μ’ένα, μετά με τρεις, και τελικά μ’έναν ολόκληρο στρατό καθαριστών. Ήταν μικροί, δεν κόστιζαν τίποτα, και δε χρησιμοποιούσαν άσχημα χημικά γύρω στο σπίτι. Ήταν γυμνοσάλιαγκες. Μια ποικιλόχρωμη ομάδα ριγωτών, κόκκινων και μεγάλων, χοντρών γκρίζων γυμνοσαλιάγκων.

Ως φυσιοδίφης, ο Robinson ενδιαφέρεται πολύ να πειραματίζεται με βιολογικούς ελέγχους όλων των ειδών. Από τότε που κατοίκησε στη Ναραουίνα, έχει προσφέρει στέγαση σ’ένα ολόκληρο θηριοτροφείο πλασμάτων ως αντάλλαγμα που κάνουν λίγες αγκαρίες. Ο τελικός του στόχος είναι να φτιάξει ένα προσωπικο ζώων χωρίς προβλήματα που μπορούν να αφεθούν μόνα τους να κάνουν τη δουλειά. Ήδη, έχει εμφανίσει προηγουμένως κρυμμένα ταλέντα σε κάποια ζώα της τοπικής πανίδας.

Οι γυμνοσάλιαγκες ήταν οι πρώτοι του εργαζόμενοι. Μερικοί γυμνοσάλιαγκες αγαπούν τη μούχ¨λα. «Ευδοκιμούν σ’αυτήν,» λέει ο Robinson. «Πρόσεξα ότι λίγοι είχαν μπει στο σπίτι και κατευθύνθηκαν προς το μπάνιο. Ένας φίλος μου έχει δει γυμνοσάλιαγκες να τρώνε μούχλα στο σπίτι του κι έτσι σκέφτηκα να το δοκίμαζα.» Ανησυχώντας ότι τα μαλάκια δε θα μπορούσαν να περάσουν από τη μεγάλη έκταση χαλιού που βρίσκεται ανάμεσα σ’αυτά και το μπάνιο, τα μάζεψε και τα μετέφερε στο νέο τους σπίτι. «Και τελικά, δούλεψε. Κράτησαν σε χαμηλά επίπεδα τη μούχλα. Δεν την εξαφάνισαν εντελώς αλλά εμείς έπρεπε μόνο να κάνουμε λίγη δουλειά. Είναι ιδιαίτερα καλοί να καθαρίζουν grout, στεγανή σιλικόνη κι άλλα δύσκολα στην πρόσβαση μέρη,» λέει.

Οι γυμνοσάλιαγκες έχουν ίσχυρό ένστικτό επιστροφής στις εστίες τους, ψάχνοντας για τροφή την υγρή νύχτα και ξοδεύοντας της θανατηφόρες αφυδατωτικές ώρες της μέρας σε μια δροσερή,΄υγρή κρυψώνα. Ο Robinson παρείχε στο νέο του πρωσοπικό με άνετες κρυψώνες σε μορφήμιας μικρής κεραμικής γλάστρας τρυπημένη με αστεράκια και ημισελήνους – αυτό που χρησιμοποιούσε περισσότερο για να ρίχνει αρωματικά έλαια γύρω στο χώρο. «Σύντομα έμαθαν ότι ήταν το σπίτι τους,» λέει. Κάθε νύχτα, οι γυμνοσάλιαγκες έβγαιναν έξω από τις ημισελήνους και τ’αστέρια και γλιστρούσαν προς τη μυκητική τους επιδρομή. Τη μέρα, σέρνονταν στο σπίτι τους όπου ήταν ασφαλείς από γυμνά πόδια και χειμάρους καυτού νερού. Κατά την περίοδο αναπαραγωγής, οι γυμνοσάλιαγκες έκαναν διάλειμμα απ’τη δουλειά, φεύγοντας από το σιφώνι και το σωλήνα για να βρουν ένα ταίρι στον κήπο. Μετά από ένα μικρό ρομαντικό διάλειμμα, κάποιοι έρχονταν πίσω, μη μπορώντας ν’αντισταθούν την αυξανόμενα χνουδωτή κουρτίνα του ντους του Robinson. Αυτοί που δε γύριζαν αντικαθίστανταν με νεοσύλλεκτους από τον κήπο.

Από τότε που πήρε τους πρώτους του γυμνοσάλιαγκες, ο Robinson έχει δοκιμάσει διάφορα είδη, ελπίζοντας να βρει την τέλεια οικιακή βοήθεια. Ο γυμνοσάλιαγκας λεοπάρδαλη είναι ένας καλός βοσκητής της μούχλας, αλλά τείνει να γλιστρά έξω απ’το μπάνιο τη νύχτα για να εξερευνήσει το σπίτι. «Μπορεί να τον πατήσεις στις νυχτερινές του περιπλανήσεις, έτσι δεν ήταν ιδανικός,» λέει ο Robinson. Ο μικρός ριγωτός γυμνοσάλιαγκας – όχι και τόσο μικρός στα 3 με 5 εκατοστά – ήταν καλύτερος. Έχει μια υγιή όρεξη για μούχλα και κάνει τη δουλειά τόσο ενεργητικά όσο ένας γυμνοσάλιαγκας μπορεί. Ο κόκκινος τριγωνικος γυμνοσάλιαγκας, ο οποίος μπορεί να μεγαλώσει έως τα 10 εκατοστά, ήταν λίγο πιο επιλεκτικός. «Θα φάει μούχλα αλλά δε θα πάει στο έδαφος. Είναι καλός για της κουρτίνες του ντους αλλά δε θα καθαρίσει τ’άλλα μέρητ ου μπάνιου.» Ο καλύτερος γυμνοσάλιαγκας για τη δουλειά βρέθηκε να είναι ο Limax flava, ο πολύ δυσφημισμένος γκρίζος γυμνοσάλιαγκας κοινός σ’ευρωπαΪκούς κήπους και εισαγόμενος στην Αυστραλία. Ο L. flava είναι μεγάλος, εύρωστος γυμνοσάλιαγκας, 9 εκατοστά τεντωμένος πλήρως, έτσι τρώει πολύ μούχλα. Αλλά είναι επίσης αρκετά τεμπέλης και δεν περιπλανάται μακριά το βράδυ, άρα υπάρχει μικρός κίνδυνος να βρεθεί κάποιος πατημένος στο χαλί το επόμενο πρωί.

Για ένα διάστημα, μεγάλοι γκρι, ριγωτοί κι ένας νεαρός κόκκινος τριγωνικός μοιράζοντνα τη δουλειά κι ο Robinson ήταν κάτι περισσότερο απο χαρούμενος για τη δουλειά τους. Ήταν αποτελεσματικοί και δε λέκιαζαν το χαλί όπως έκανε το καθάρισμα με χλωρίνη. Τελικά όμως, ήταν καιρός για ένα νέο μπάνιο. Αυτό το ροζ και το γκρι έπρεπε απλά να φύγει. με $Πρόσφατα εγκατεστημένα υδραυλικά και με όμορφα πράσινα και λευκά πλακάκια, το καινούργιο μπάνιο είναι ευάερο και φωτεινό. Η παλιά κουρτίνα του ντους έχει φύγει, αντικατεστημένη με μια γυαλιστερή, γυάλινή καμπίνα. «Έχουμε μια γραμμή σιλικόνης γύρω από το περιθόριο του ντους που είναι δύσκολο στο καθάρισμα και οι γυμνοσάλιαγκες το κάνουν τέλεια,» λέει ο Robinson.

Ακόμα κι έτσι, υπήρχε πολύς πλεονασμός. Ήταν καιρός να μειωθεί το προσωπικό. Το ιδανικό σπίτι για τους γυμνοσάλιαγκες έχει φύγει, και το μειωμένο εργατικό δυναμικό αποτελείται από τρεις μικρούς ριγωτούς γυμνοσάλιαγκες. «Είναι αρκετά μικροί για να χωρέσουν στο διάδρομο της πόρτας του ντους χωρίς να ζουλιχτούν,» λέει ο Robinson. «Κάποιες φορές βαριούνται και κατεβαίνουν από το σιφώνι, αλλά γενικά κάνουν καλή δουλειά».

Ο Robinson έχει χτυπηθεί καλά από την ιδέα των γυμνοσαλιάγκων κι ελπίζει ότι κι άλλοι άνθρωποι θα τους δοκιμάσουν. «Είναι μια εναλλακτική γι’αυτούς που δε θέλουν να ξύνουν ή δε θέλουν χημικά,» λέει. «Δεν αφαιρούν όλη τη μούχλα, αλλά την κρατάνε σ’ένα αποδεκτό επίπεδο.» Γι’αυτούς που δεν τους αρέσει η θέα γκρίζων γυμνοσαλιάγκων στο μπάνιο, δουλεύει πάνω σε μια ποικιλία σχεδιασμένων γυμνοσάλιαγκων που ταιριάζουν με τα χρώματα των μπάνιων. Ο L. flava ποικιλει φυσικά από το γκρι έως το κίτρινο, κι επίσης υπάρχει και σε αλμπίνο. «Η κίτρινη μορφή είναι αρκετά ελκυστική,» λέει ο Robinson. «Και οι άσπροι μπορούν να χρωματιστούν ταΐζοντάς τους χρωστικές λαχανικών αν και θα πρέπει να το συνεχίζεις γιατί θα επιστρέψουν πάλι στο άσπρο.»

Εκτός από το ασύνηθες ασιμωπό μονοπάτι πάνω στον τοίχο του μπάνιου και λίγες ακαθαρσίες που ξεπλένονται κατά το πρωινό ντους, οι γυμνοσάλιαγκες δεν έχουν κάποιο πραγματικό μειονέκτημα – εκτός κι αν μαζεύεις κρασιά. «Τους αρέσουν οι μουχλιασμένες ετικέτες,» προειδοποιεί ο Robinson. «Τις τρώνε, και μετά δεν ξέρεις τι έχει μέσα το μπουκάλι.»

Με το ζεστό, υγρό κλίμα του Σύδνεϋ – ιδίως στο κομμάτι γης του Robinson – υπάρχει πολύ δουλειά για ένα μεγάλο προσωπικό του σπιτιού. Η μείωση του πληθυσμού των κατσαριδών, για παράδειγμα. Οι κατσαρίδες έρχονται σ’όλα τα μεγέθη, από τα είδη του γένους Periplanita με μέγεθος αντίχειρα έως τη μικρότερη αλλά πιο επίμονη Blattella germanica. «Είναι πρόβλημα – γι’άλλους ανθρώπους,» λέει ο Robinson. Το σπίτι του είνα τόσο καλά προστατευμένο, βλέπει περίπου μια κατσαρίδα το μήνα. Η πρώτη γραμμή άμυνας είναι μια ποικία φυλλόουρων γκέκο – σαύρες με αγκαθωτή εμφάνιση και πλατιές, σαν φύλλα ουρές. Τα συγκεκριμένα γκέκο δεν έχουν κολλητικά πόδια και μπορούν μόνο να γαντζωθούν με τα νύχια τους σε σκληρές επιφάνειες. Ζουν έξω στον τουβλότοιχο, όπου δραστηριοποιούνται τη νύχτα. «Δημιουργούν ένα είδος τάφρου από γκέκο που τα έντομα θα πρέπει να περάσουν πριν μπουν στο σπίτι,» λέει ο Robinson.

Όποια μπαίνουν διακινδυνεύουν μια αναμέτρηση με τις «σαύρες του καναπέ», κρυφοί σκίγκοι που κρύβονται τη μέρα πίσω από έναν καναπέ. Οι σκίγκοι βγαίνουν το βράδυ για να κυνηγήσουν μια μεγάλη ποικιλία απρόσκλητων επισκεπτών, συμπεριλαμβανομένων κατσαριδών, αραχνών και ασιμόψαρων. «Σχεδόν δεν καταλαβαίνεις ότι είναι εκεί» Αλλά θα φάνε οτιδήποτε κινείται στο έδαφος,» λέει ο Robinson.

Οι κατσαρίδες μπορεί να είναι δυσάρεστες, αλλά οι τερμίτες είναι ο χειρότερος εφιάλτης ενός νοικοκύρη. Έχοντας και μισή ευκαιρία, θα φάνε το σπίτι αν κάτι δεν τους φάει πρώτα. Στη Ναραουίνα, οι τερμίτες έχουν ένα φυσικό εχθρό, το μικρό μαύρο μυρμήγκι. Αν τα μυρμήγκια συναντήσουν μια ομάδα τερμιτών εργατών, θα τους ακολουθήσουν ωσ τις τρύπες τους όπου θα φάνε τερμίτες σ’όλα τα στάδια της ανάπτυξής τους από αυγό έως ενήλικο. Στην επιφάνεια του εδάφους, όποιος βασιλιάς ή βασίλισσα τερμίτης ξεκινά να ιδρύσει μια νέα φωλιά είναι δίκαιο παιχνίδι. Αν προσγηωθούν δίπλα στα μυρμήγκια είναι τελειωμένοι – μια μικρότερη φωλιά για ανησυχία. Ο Robinson και η McNairn είναι χαρούμενοι που μοιράζονται το σπίτι τους με λίγα μαύρα μυρμήγκια με αντάλλαγμα ένα σπίτι ελεύηθερο τερμιτών, αν και τα μυρμήγκια τα ίδια μπορούν να γίνουν πρόβλημα. «Θα φάνε και το δικό μας φαγητό – από ζάχαρη έως δημιτριακά πρωινού – και πηγαίνουν παντού. Μπορεί να τους βρεις να βρίσκονται στην τσαγιέρα, για παράδειγμα. Αλλά τ’ανεχόμαστε. Περιπολούν τα μέρη όπου δεν μπορεί να φτάσει ένας ανθρώπινος καθαριστής,» λέει ο Robinson.

Τα περπατούμενα έντομα και τα στατικά αυγά είναι εύκολο ν’αντιμετωπιστούν, αλλά στην Αυστραλία είναι δύσκολο ν’αποφευχθούν τα ιπτάμενα έντομα, ιδιαίτερα τα κουνούπια. Οι περισσότεροι άνθρωποι τα κρατούν έξω με σηρμάτινες σίτες. Οι σίτες του Robinson είναι υφασμένες από ιστό και φτιάχνονται ακριβώς στις διαστάσεις από κυκλωτικές αράχνες. Ιστοί και στις δυο μεριές της ράμπας που οδηγεί στην είσοδο του πρώτου ορόφου δημιουργούν ένα διάδρομο κλεισμένο με σίτα για έντομα στο σπίτι. Οι χρυσές κυκλωτικές αράχνες είναι οι καλύτερες γι’αυτήν τη δουλειά. Χτίζουν αρκετά μόνιμους ιστούς, κι αν και δεν τους χτίζουν πάντοτε στο σωστό μέρος ή στη σωστή γωνία, οι ιστοί μπορούν να μετακινηθούν στην κατάλληλη θέση αποκολλώντας προσεκτικά τις υποστηρικτικές ίνες και δένοντάς τες σ’ένα κατάλληλο κλαδάκι ή βλαστό. Οι κυκλωτικές αράχνες του κήπου κάνουν τη δουλειά επίσης, αλλά έχουν ένα σοβαρό μειονέκτημα – χτίζουν ενά νέο ιστό κάθε νύχτα, τρώγοντας τον παλιό το επόμενο πρωί. Αυτό σημαίνει ότι μερικές φορές πέφτουμε σ’έναν ιστό τη νύχτα που δεν ήταν εκεί τη μέρα,» λέει ο Robinson.

Υπάρχει μια ποικιλία εναπομεινάντων ενοχλητικών ζώων που μπορούν να κρατήσουν μια μεγάλη ποικιλια άγριας ζωής ταϊσμένη, από τις λιβελούλες έως τις νυχτερίδες, ως τα ψάρια και τους βατράχους που ζουν στις λιμνούλες του κήπου, ακόμα και τις εντομοφάγες δροσερές και τα σαρκοφάγα φυτά, που ευδοκιμούν στο ελώδες έδαφος. Και περίπου αυτήν την εποχή του χρόνου, η αντικουνουπική δύναμη αυξάνεται από την άφιξη αρκετών ειδών τοξορυγχίτη – ασυνήθιστα μεγάλα κουνούπια με γυαλιστερά ιριδίζοντα σώματα και φτερά. Υπάρχουν ντουζίνες ειδών τοξορυγχίτη σ’όλον τον κόσμο και μοιράζονται μια καλή συνήθεια: ως προνύμφες έχουν μια τέραστια όρεξη για τις προνύμφες άλλων κουνουπιών. Τα ενήλικα έντομα ρουφούν χυμο φυτών και νέκταρ, οχι αίμα, και γεννούν τ’αυγά τους σε μικρές λιμνούλες, δοχεία γεμάτα βρόχινο νερό, κουφάλες δέντρων, ακόμα και σε πατιμασιές στο γκαζόν γεμισμένες με νερό. Οι απόγονοι άλλων κουνουπιών δεν έχουν και μεγάλη πιθανότητα επιβίωσης. Μια μόνο προνύμφη τοξορυγχίτη μπορεί να φάει 400 προνύμφες κουνουπιών πριν φτάσει στην ενηλικίωση. «Αν κι ακόμα έχουμε αρκετά κουνούπια, είναι λιγότερα απ’όσα θα μπορούσαν να είναι,» λέει ο Robinson.

Εκτός από το οπλοστάσιό τους από βιολογικούς ελέγχους, ο Robinson και η McNairn περιορίζουν τη μάχη τους εναντίον των επιζήμιων ζώων σε μηχανικά μέσα – συνθλίβουν τα σαλιγκάρια για παράδειγμα – ή, το περισσότερο, ρίχνοντας οικολογκά φιλικό σαπουνόνερο πάνω σε μεγάλες προσβολές από έντομα. Το αποτέλεσμα είναι ένας κήπος γεμάτος με ιθαγεννή είδη, από λασπόβιες αγκαθωτές καραβίδες έως επτά είδη εντομοφάγας σαύρας. Ιθαγεννείς μέλισσες, διασωσμένες από ένα πεσμένο δέντρο, κατοικούν σε δυο κυψέλες που έχει παράσχει ο Robinson, η καθεμία δίνοντάς τυ δυνητικά ένα λίτρο μελιού με λεμονώδη γεύση το χρόνο. Ιθαγεννείς σφήκες έχουν μετακινηθεί σ’άλλα μέρη φωλιάσματος και κρατούν χαμηλό τον αριθμό των επιβλαβών καμπιών. «Παρέχουμε ό,τι θέλουν τα ζώα, κι έρχονται,» λέει ο Robinson. Και όση περισσότερη ποικιλία υπάρχει, τοσο λιγότερο πιθανό είανι να έχουμε επιζήμια ζώα. Τα επιζήμια ζώα μπορεί να συνηθίσουν στα χημικά, αλλά ποτέ δε συνηθίζουν στο φάγωμα.

Και υπάρχει ένα δώρο. Υπάρχει πάντοτε μια έτοιμη προμήθεια νέων προσθηκών στο προσωπικό του σπιτιού. «Πιθανόν δε θά’χουμε ποτέ ένα σχολαστικά καθαρό και τακτοποιημένο σπίτι, αλλά έχουμε ένα που είναι άνετο, διασκεδαστικό και δε μας φορτώνει με πολλή δουλειά.

Για όποιον σκέφτεται ν’ακολουθήσει το παράδειγμα του Robinson, πιθανόν είναι καλό να επιβεβαιώσει ότι συμφωνούν τυχόν άλλοι άνθρωποι στο σπίτι. Ευτυχώς, η McNairn μοιράζεται τον ενθουσιασμότ ου Robinson. «Θέλω νά’χω τα πλάσματα εδώ γύρω,» λέει. «Κάνουν τη ζωή μας ενδια΄φερουσα, και συνήθως ούτε γνωρίζεις ότι είναι εκεί. Απλά δουλεύουν ήσυχα και κάθε τόσο βλέπεις ένα απότα γκε΄κο ή τους γυμνοσάλιαγκες και σκέφτεσαι, αυτό είναι καλό, είναι ακόμα εδώ.

Εκτός κι αν είναι αράχνες. «Υπήρχε λίγο πρόβλημα όταν μια μεγάλη ριγωτή αράχνη κυνηγός που εισήγαγα στον κήπο κατοίκησε σε μια ντουλάπα,» παραδέχεται ο Robinson. Όταν η Lynne πήγε να πάρει το αγαπημένο της γκρι πουλόβερ, μέρος της κινήθηκε κάτω από το χέρι της,» θυμάται. Το διαπεραστικό της ουρλιαχτό τον έπεισε να βάλει την αράχνη στο πιο μακρινό σημείο του κήπου. «Ποτέ δεν ξαναγύρισε,» λέει, «πιθανόν γιατί οι αισθητήρες ήχου της βουίζουν ακόμα.»

Σημείωση: Τερμίτες δεν υπάρχουν στην Ελλάδα, αλλά τοξορυγχίτες υπάρχουν.

Advertisements