Φυτεύονται παντού, σε παρτέρια, περιφράξεις, κήπους και δοχεία για να δώσουν χρώμα την άνοιξη, το καλοκαίρι και το φθινόπωρο. Ήταν, είναι και μάλλον θα είναι τα πιο δημοφιλή ανθοφόρα καλλωπιστικά φυτά. Η ανάπτυξή τους είναι γρήγορη, η αθοφορία τους σίγουρη κι η διαιώνισή τους εύκολη. Όπως πολλά φυτά έχουν εξελιχθεί να περνούν τη δύσκολη περίοδο του έτους κάπως, αυτά τα φυτά έχουν εξελιχθεί να ζουν μόνο για μια χρονιά (ετήσια ή μονοετή) και ν’αφήνουν μόνο τους σπόρους τους για την επόμενη. Γι’αυτό το λόγο είναι και πολύ εύκολα. Παρακάτω θα παρουσιάσω μερικά από τα πιο κοινά είδη.

Πετούνιες

λευκή πετούνια


ανοιχτή μοβ πετούνια


σκούρη μοβ-φουξ πετούνια


φουξ πετούνια


δίχρωμη πετούνια


Οι πετούνιες (γένους petunia) είναι από τα πλέον κοινώς καλλιεργούμενα ετήσια φυτά. Είναι ποώδη φυτά της οικογένειας των σολανιδών (οικογένεια της ντομάτας, της πιπεριάς, της ντατούρας κι άλλων φυτών) και κατάγονται από την τροπική Αμερική. Στην πραγματικότητα δεν είναι μονοετή, αλλά στο δικό μας εύκρατο κλίμα χωρίς προστασία συνήθως παγώνουν το χειμώνα και γι’αυτό καλλιεργούνται ως μονοετή. Έχουν χνουδωτούς και κολλώδεις βλαστούς και φύλλα κι άνθη σε διάφορα χρώματα όπως λευκό, κόκκινο, ρόδινο, μοβ ή δίχρωμο, και σε διάφορες αποχρώσεις. Υπάρχουν ποικιλίες με μεγάλα άνθη, ποικιλίες με μεσαία (οι πιο κοινές) κι άλλες με μικρά. Άλλες ποικιλίες είναι όρθιες ενώ άλλες έρπουσες ή κρεμαστές. Οι σουρφίνιες είναι μια ποικιλία έρπουσας ή κρεμαστής πετούνιας. Οι περισσότερες καλλιεργούμενες είναι του είδους petunia x hybrida, δηλαδή υβρίδια μερικών αρχικών άγριων ειδών.
Οι πετούνιες πρέπει να σπαρούν στα τέλη του χειμώνα-αρχές άνοιξης σε μέρος φωτεινό και προστατευμένο από τις παγωνιές. Οι σπόροι θα πρέπει να απλωθούν στην επιφάνεια του χώματος. Χρειάζονται φως για να βλαστήσουν. Όταν μεγαλώσουν λίγο κι ο κίνδυνος παγωνιάς έχει περάσει, μεταφυτεύστε τις στην οριστική τους θέσει. Έχω παρατηρήσει ότι η μεταφύτευση είναι πιο επιτυχής σε συνεφιασμένο και κρύο καιρό, αλλά σχεδόν πάντα το φυτό θα χρειαστεί λίγο χρόνο να προσαρμοστεί μέχρι ν’αρχίσει και πάλι την ανάπτυξη. Γι’αυτό ίσως καλό είναι να τις σπείρετε λίγο πιο αργά στην οριστική τους θέση και μετά να τις αραιώσετε. Οι έρπουσες ποικιλίες μπορεί να χρειαστούν έως και 60 εκατοστά απόσταση μεταξύ τους. Οι πετούνιες χρειάζονται πλούσιο χώμα, συχνό πότισμα και λίπανση και ήλιο. Κλαδέψτε τις στο μέσον της καλλιεργητικής περιόδου για να πυκνώσουν περισσότερο και έτσι ναπαραγάγουν περισσότερα άνθη. Οι καρποί τους είναι μικρές ωοειδείς ξηρές κάψες που περιέχουν τους σπόρους. Μαζέψτε τους το φθινόπωρο και φυλάξτε τους σε ξηρό μέρος μέχρι να τους ξαναφυτέψετε. Οι πετούνιες ρίχνουν συχνά σπόρο και ξαναβγαίνουν στο ίδιο μέρος την επόμενη χρονιά. Αν υπάρχουν διάφορες ποικιλίες πετούνιας στο ίδιο μέρος, τα φυτά της επόμενςη γενιάς ενδέχεται να υβριδοποιηθούν. Σ’αυτήν την περίπτωση έχω παρατηρήσει τα περισσότερα να έχουν λευκά ή ανοιχτορόδινα άνθη. Οι πετούνιες προσβάλλονται εύκολα από αφίδες.

Άλυσσο

άλυσσο


Το άλυσσο (λobularia maritima παλαιότερα alyssum maritimum) είναι ένα από τα πιο ανθεκτικά ετήσια φυτά. Μπορεί να είναι είτε ετήσιο είτε βραχύβιο πολυετές σπανιότερα. Φύεται άγριο στις μεσογειακές περιοχές συμπεριλαμβανομένης και της χώρας μας. Τ’όνομά του «άλυσσο», προέρχεται από την πεποίθηση των αρχαίων ότι θεράπευε τη λύσσα. Είναι ένα χαμηλό φυτό, ύψους συνήθως 20 εκ., με μικροσκοπικά οδοντωτά φύλλα και πάρα πολλά, συνήθως λευκά, σπανιότερα μοβ, άνθη που μοσχοβολούν σαν μέλι. Σε πλήρη ανθοφορία το λευκό άλυσσο μοιάζει μ’ένα πυκνό χαλί από χόρτο καλυμμένο με χιόνι που μυρίζει σαν μέλι.
Το φυτό αυτό καλλιεργείται πολύ εύκολα. Συνήθως ρίχνει σπόρο στην περιοχή που βρίσκεται και αν φυτευθεί μια φορά, δε θα χρειάζεται συχνά σπορά. Οι σπόροι σπένρονται την άνοιξη. Τα φυτά μεγαλώνουν πολύ γρήγορα κι ανθίζουν συνεχόμενα το μεγαλύτερο μέρος της ζεστής περιόδου του έτους. Αντέχουν στην ξηρασία, στον έντονο ήλιο και τη ζέστη του καλοκαιριού και στην αλατότητα του εδάφους στις παραθαλάσσιες περιοχές. Αν και προσαρμόζονται σε φτωχότερα εδάφη, θα ωφεληθούν από την οργανική ύλη στο έδαφος και την τακτική λίπανση. Είναι ανθεκτικά στις περισσότερες ασθένειες.

Βιολέτες

βιολέτα δικό μου φυτό 30/4/2011


το ίδιο φυτό 12/5/2011


το ίδιο φυτό στη δεύτερη ανθοφορία μετά το κόψιμο των πρώτων βλαστών 13/6/2011


Αυτό το φυτό το ξέρω σαν βιολέτα, αν και πιθανότατα δεν έχει σχέση με το γένος
Viola,
το γένος των πανσέδων και των πραγματικών βιολετών, αλλά μοιάζει περισσότερο
μ’αυτό το φυτό.
Όποιος γνωρίζει για το είδος να μου κάνει ένα σχόλιο. Δεν ξέρω τίποτα για τον τόπο προέλευσής του ή τη φυσική του ιστορία, αλλά έχω πολύ εμπειρία στην καλλιέργεία του. Όλα μου τα φυτά προέρχονται από ένα μόνο σπόρο, τον οποίον πήρα πριν 3 χρόνια από ένα σπίτι στο χωριό μου, Πύργοι Κοζάνης. Αυτό δε θα μπορούσε να θεωρηθεί κλοπή, πρώτον γιατί ο σπόρος θεωρείται δυνητικά ξεχωριστό φυτό από το γονέα του, άρα ουσιαστικά δεν έκανα τίποτα στο γονέα, και δεύτερον γιατί ένας σπόρος θα μπορούσε να μεταφερθεί πολύ εύκολα με τον αέρα και να φυτρώσει έξω από την ιδιόκτητη έκταση των συγκεκριμένων.
Έχω κάνει εκτεταμένες παρατηρήσεις πάνω σ’αυτό το φυτό. Έχω παρατηρήσει ότι αν οι σπόροι σπαρούν το φθινόπωρο (Σεπτέμβριο-Οκτώβριο), τα φυτά την επόμενη χρονιά σίγουρα θ’ανθίσουν. Μια φορά που είχα δοκιμάσει να σπείρω το Μάρτιο, παρατήρησα ότι τα φυτά αναπτύχθηκαν, αλλά δεν άνθισαν. Μπορεί να ήταν τυχαίο γεγονός ή μπορει τα φυτά να πρέπει πρώτα να περάσουν από μια κρύα περίοδο. Σπέρνω τους σπόρους σκορπίζοντάς τους στην επιφάνεια του χώματος και σκεπάζοντάς τους μετά ελαφρά με λίγο χώμα. Μετά ποτίζω μαλακά. Καλύτερα να σπείρετε στην οριστική θέση, γιατί η μεταφύτευση στρεσσάρει τα φυτά και καθυστερεί την ανάπτυξή τους. Τα φυτά θα πρέπει ν’αραιωθούν σε απόσταση τουλάχιστον 20 εκατοστών μεταξύ τους. Παρά το μικρό τους ύψος, έχουν πολύ βαθύ κι εκτεταμένο ριζικό σύστημα με πολύ σκληρές, διεισδυτικές ρίζες. Σε ψηλές γλάστρες ή στο έδαφος οι ρίζες θα κατεβούν κάτω, ενώ σε μικρές, μακρόστενες και ρηχές ζαρντινιέρες θ’απλωθούν κατά μήκος εμποδίζοντας άλλα φυτά ν’αναπτυχθούν. Μετά μια εβδομάδα από τη σπορά φυτρώνουν και σιγά-σιγά δημιουργούν ένα ρόδακα από μακρόστενα χνουδωτά φύλλα. Σύμφωνα με την εμπειρία μου, τα φυτά δεν έχουν πρόβλημα στα χιόνια και το κρύο του χειμώνα (λίγο χιόνι στην περίπτωσή μου). Την άνοιξη αναπτύσσονται περισσότερο και στα τέλη του Μαρτίου εμφανίζονται από την κορυφή κι από τις μασχάλες των φύλλων οι ανθοφόροι βλαστοί. Οι βλαστοί αυτοί γρήγορα ψηλώνουν και η ανθοφορία διαρκεί από τα μέσα Απριλίου έως τις αρχές Μαΐου. Τα άνθη είναι συνήθως ιώδη, σε ταξιανθίες βότρεις και μοσχοβολούν έντονα έως και σε κάποια απόσταση, κυρίως το σούρουπο και τη νύχτα. Προς το τέλος της ανθοφορίας μπορείτε να παρατηρήσετε μερικά ανοιχτά άνθη, μερικά ξερά, λίγους σχηματισμένους καρπούς και πολύ λίγα ακόμα μπουμπουκάκια. Το φυτό αυτεπικονιάζεται. Μπορείτε να κόψετε τ’ανθοφόρα στελέχη στο τέλος της ανθοφορίας για να αναγκάσετε το φυτό να παραγάγει νεα, αλλά τα επόμενα άνθη θα είναι λιγοστά, πολύ μικρά, λίγα κι αδύναμα, και πιθανότατα δε θα κάνουν πολύ σπόρο. Οι καρποί του φυτού είναι επιμήκεις κάψες σαν φασολάκια μ’ένα διάφραγμα στο εσωτερικό κατά μήκος τους, στο οποίο βρίσκονται οι σπόροι. Αναπτύσσονται γρήγορα μετά το σχηματισμό τους, αλλά ωριμάζουν και ξεραίνονται αργότερα, περίπου τον Ιούλιο. Μόνο τότε μπορείτε να τους συλλέξετε και ν’αποθηκεύσετε το σπόρο σε ξηρό μέρος μέχρι την επόμενη σπορά. Μετά μπορείτε να ξεριζόσετε τα φυτά. Τα φυτά αυτά είναι ανθεκτικά στην ξηρασία, αλλά προσβάλλονται πολύ εύκολα από αφίδες. Πέρσι έχασα φυτό από αφίδες. Έχω βρει επίσης μεμονωμένα κάμπιες σ’αυτά τα φυτά.
Ενημέρωση 30/10/2011: Ίσως τελικά είναι μονοετής φλόγα (Phlox drummondii).

Σκυλάκια

μοβ σκυλάκι


Τα σκυλάκια (είδους anterinum majus) είναι κι αυτά από τα πιο δημοφιλή «ετήσια» φυτά. Απαντούν αυτοφυή στις μεσογειακές χώρες, συμπεριλαμβανομένης και της χώρας μας. Βάζω το «ετήσια» σε εισαγωγικά γιατί στην πραγματικότητα είναι πολυετή φυτά. Σε ορεινές όμως ή πιο βόρειες περιοχές παγώνουν το χειμώνα. Για παράδειγμα, στη Θεσσαλονίκη (η πόλη όπου μένω) είναι πολυετή, ενώ στους Πύργους Κοζάνης (το χωριό μου), με μέσο υψόμετρο τα 800 μέτρα, παγώνουν.
Αποτελούνται από ψηλούς κι άκαμπτους βλαστούς οι οποίοι καλύπτονται από πολλά μαλακά λογχοειδή φύλλα. Τα άνθη τους βγαίνουν κατά στάχεις και μπορεί να είναι μοβ, ρόδινα, λευκά, κίτρινα ή πορτοκαλί και τα πέταλά τους σχηματίζουν δύο χείλη. Οι καρποί είναι ωοειδής κάψες. Τ’όνομά τους, σκυλάκι, οφείλεται στο ότι αν ο λαιμός του άνθους πιεστεί, τα χείλη του ανοίγουν σαν στόμα.
Τα φυτά αυτά είναι πολύ ανθεκτικά στην ξηρασία, στο φτωχό έδαφος και στις ασθένειες, και στη φύση μπορούν να βρεθούν να φυτρώνουν σε΄σκληρά και πετρώδη εδάφη, ακόμα κι ανάμεσα σε χαλάσματα και τοίχους. Παρόλα αυτά ωφελούνται απο ένα πλούσιο και υγρό χώμα. Σπέρνονται νωρίς την άνοιξη έξω. Ευδοκιμούν σε ηλιόλουστη θέση. Οι σπόροι συλλέγονται από τους καρπούς στο τέλος του καλοκαιριού ή το φθινόπωρο και φυλάγονται σε ξηρό μέρος.

Πανσέδες

πανσές

Επίσης πολύ δημοφιλή διακοσμητικά φυτά, με τη μεγάλη ποικιλία χρωμάτων τους όπως κίτρινο, κόκκινο, μοβ, λευκό και συνδυασμούς, συχνά και με κηλίδες που θυμίζουν πρόσωπο. Όλες αυτές οι ποικιλίες προήλθαν από την άγρια τρίχρωμη βιολέτα (Viola tricolor) με επιλεκτική αναπαραγωγή και υβριδοποιήσεις με συγγενικά είδη.
Τα φυτά είναι κοντά έως 20 εκ. και κανονικά διετή. Τον πρώτο χρόνο αναπτύσσονται κυρίως βλαστητικά ενώ το δεύτερο ανθίζουν και παράγουν σπόρους, αν κι έχουν δημιουργηθεί ποικιλίες που ανθίζουν απ’τον πρώτο χρόνο. Αναπτύσσονται καλύτερα κυρίως σε δροσερό καιρό, το φθινόπωρο και την άνοιξη, ενώ το χειμώνα το χιόνι και η παγωνιά δεν προκαλούν μεγάλα προβλήματα. Ωστόσο το καλοκαίρι η ανάπτυξη και η ανθοφορία τους σταματά, και σε συνθήκες ζέστης και υγρασίας μπορούν να ασθενήσουν εύκολα και να πεθάνουν.
Προτιμούν ηλιόλουστή ή φωτεινή θέση, πλούσιο έδαφος και συχνό πότισμα και λίπανση για να ευδοκιμήσουν. Αναπαράγονται εύκολα από σπόρο. Το τακτικό κόψιμο των παλιών και ξεών ανθέων θα παρατείνει τη διάρκεια ζωής κι ανθοφορίας τους. Προσβάλλονται εύκολα από αφίδες (μελίγκρες), μύκητες, σαλιγκάρια και γυμνοσάλιαγκες.
Ενημέρωση 16/6/2012: Οι δικοί μου πανσέδες, που τους είχα αγοράσει τον Οκτώβριο πέρσι, μετά από μήνες συνεχούς ανθοφορίας και λίγης ανάπτυξης προς το τέλος, από τα τέλη Μαΐου άρχισαν να δεινοπαθούν από τη ζέστη. Έκαναν μικρά φύλλα, πολύ μικρά άνθη, και πολλά φύλλα προς τα κάτω στους βλαστούς ξεράθηκαν. Όταν στις αρχές του Ιουνίου σταμάτησαν σχεδόν εντελώς τα νέα μπουμπούκια, τους έκοψα και τους τάισα στα κουνέλια μου, μιας και είναι κατάλληλη τροφή για φυτοφάγα ζώα (τα φυτά δεν είναι τοξικά, θεωρητικά τα άνθη τους μπορούν να φαγωθούν κι από τον άνθρωπο). Τους αντικατέστησα με βίνκες.

Βίνκα

Οι βίνκες μου μία βδομάδα και λίγο μετά τη φύτευσή τους. Τα φυτά αυτά τα γνωρίζω από παλιά, αλλά δεν ήξερα το όνομά τους. Για βίνκες (γένος Vinca) όσα είχα διαβάσει είχαν να κάνουν με πολυετή έρποντα φυτά, αλλ’αυτά είναι μονοετή. Ο ανθοπώλης απ’όππου τ’αγόρασα μου είπε πως δεν κάνουν βαθιές ρίζες ώστε να ενοχλούν τα γειτονικά τους. Και όσες έχω δει είναι αρκετά μικρές. Πιθανόν θα υπάρχει μια νάνα ποικιλία ενός μονοετούς είδους που καλλιεργείται ευρέως.Οι δικές μου είναι η μία λευκή και η άλλη φούξια, βγαίνουν όμως και σε πιο σκούρες μοβ. Είναι λεπτά φυτά με κυλινδρικούς λείους βλαστούς κι αντίθετα, κοντόμισχα, επίμηκη, ελαφρώς οδοντωτά φύλλα. Τα άνθη δε μυρίζουν, έχουν κοντούς στήμονες και πέντε πέταλα, τα οποία ξεκινούν συνενωμένα σε λεπτό μακρύ σωλήνα και ανοίγουν στην κορυφή με επίπεδο δισκοειδές σχήμα. Προέρχονται από επίμηκη μικρά πουμπούκια στις μασχάλες των φύλλων προς τις κορυφές των βλαστών. Το γένος ανήκει στην οικογένεια των αποκυνιδών, όπου επίσης ανήκει και η πικροδάφνη, το φούλι κι άλλα. Αυτή η οικογένεια, πέρα από τα σωληνωτά άνθη και τους επιμήκεις φασολοειδείς καρπούς, έχει και το χαρακτηριστικό τα μέλη της να είναι τοξικά. Τα συγκεκριμένα φυτά εκκρίνουν γάλα με πικρή μυρωδιά αν τραυματιστούν.

Advertisements