καλλιστήμονας callistemon citrinus

Ο καλλιστήμονας είναι ένα φυτό εύκολα αναγνωρίσιμο από τις χαρακτηριστικές εντυπωσιακές του ταξιανθίες, αρκετά δημοφιλές σε πολλά μέρη του κόσμου. Μαζί με τον ευκάλυπτο, είναι από τα πιο ευρέως διαδεδομένα αυστραλιανά φυτά εκτός της αυστραλιανής ηπείρου.
Το γένος του καλλιστήμονα (callistemon) ανήκει στην οικογένεια των μυρτιδών (myrtaceae) και στην τάξη των μυρτωδών (myrtales). Περιλαμβάνει περίπου 36 είδη, όλα ενδημικά της Αυστραλίας. Είναι πολύ συγγενικό με το γένος των μελανονλευκών (melaleuca), στο οποίο έχουν μεταφερθεί μερικά είδη του γένους καλλιστήμων. Το κοινότερο καλλιεργούμενο είδος παγκοσμίως είναι ο καλλιστήμων ο κίτρινος (callistemon citrinus). Τ’όνομά του δεν το οφείλει στο χρώμα των ταξιανθιών του, αλλά στην κάπως σαν κίτρο (λεμόνι) μυρωδιά που έχουν τα σπασμένα φύλλα και λεπτά κλαδιά του.
Το φυτό αυτό μπορεί να βρεθεί στις πολιτείες της Κουινσλάνδης, της Νέας Νότιας Ουαλίας και της Βικτορίας της Αυστραλίας, συνήθως κοντά σε βραχώδη ρυάκια ή παράκτιους βάλτους. Είναι ξυλώδης, όρθιος θάμνος ύψους 1-3 μ. ή και ψηλότερος, με πυκνά γραμμωτά ή λογχοειδή φύλλα μήκους 3-7 εκ. και πλάτους 5-8 χιλ. Άλα είδη μπορούν να φτάσουν σε ύψος και τα 15 μ., ενώ άλλα έρπουν χαμηλά στο έδαφος.
Οι ταξιανθίες του φυτού αυτού είναι το χαρακτηριστικό του. Είναι σταχυοειδής, μήκους 6-10 εκ. και πλάτους 4-7 εκ., κι εμφανίζονται λίγο πριν την κορυφή του βλαστού, δίνοντας την εντύπωση, όταν τ’άνθη πέσουν, ότι ο βλαστός συνεχίζει ν’αναπτύσσεται από την κορυφή της ταξιανθίας. Τα πυκνά κόκκινα νήματα που τις περιβάλλουν είναι οι στήμονες των ανθέων, εξού και το όνομα καλλιστήμων (κάλλος + στήμων). Στις άκρες των στημόνων βρίσκονται οι μαύροι ανθήρες. Τα πέταλα είναι μικρά κι αφανή. Οι στήμονες μπορεί σπανιότερα να είναι και μοβ, αλλά οποιοδήποτε άλλο χρώμα όπως πορτοκαλί, ροζ ή λευκό, προέρχεται από υβρίδια ή άλλα είδη και είναι πολύ σπανιότερο εκτός Αυστραλίας. Εξαιτίας της ομοιότητας της ταξιανθίας με βούρτσα για μπουκάλια, στ’αγγλικά το φυτό αυτό ονομάζεται (bottlebrush). Το φυτό ανθίζει δύο φορές το χρόνο, μια αργά την άνοιξη και μία στα μέσα του φθινοπώρου, αν οι συνθήκες είναι καλές.
Μετά την ανθοφορία σχηματίζονται οι καρποί, οι οποίοι είναι μικρές στρογγυλεμένες τρίχωρες κάψες που περιβάλλουν το βλαστό και περιέχουν τους σπόρους. Παραμένουν γι’αρκετό χρόνο πάνω στο φυτό. Στη φύση στα περισσότερα είδη οι σπόροι απελευθερώνονται με κάποια πυρκαγιά – συχνό φυσικό φαινόμενο στην Αυστραλία – ή με το θάνατο του φυτού. Λίγα είδη ρίχνουν τους σπόρους τους σ’ετίσια βάση.

Το φυτό αυτό δεν έχει ιδιαίτερες καλλιεργητικές απαιτήσεις. Ευδοκιμεί στο έδαφος σε κλίματα με θερμό και ξηρό καλοκαίρι και ίπιο χειμώνα, όπως στις περισσότερες πεδινές περιοχές της Ελλάδας, κυρίως της νότιας, και των νησιών. Σε πιο κρύες περιοχές μπορεί να φυτευθεί σ’ένα μεγάλο δοχείο για τον έλεγχο των συνθηκών το χειμώνα.Προτιμά ηλιόλουστη θέση, μ’όσο το δυνατόν περισσότερες ώρες ήλιου την ημέρα, αν και μπορεί ν’ανεχθεί την ελαφριά ημισκιά. Το έδαφος θα πρέπει να έχει καλή αποστράγγιση, να είναι όξινο και να είναι πλούσιο σε οργανική ύλη. Ο καλλιστήμονας δε θ’αναπτυχθεί καλά σε αλκαλικά ή ασβεστούχα εδάφη. Αν και αντέχει λίγο ξηρασία, για τη βέλτιστη ανάπτυξη και ανθοφορία, θα πρέπει να ποτίζεται τακτικά. Το υπερβολικό νερό όμως μπορεί να σαπίσει τις ρίζες του. Μπορεί να φυτευθεί σε παραθαλάσσιες περιοχές, αφού αντέχει το αλάτι. Θα πρέπει να λιπαίνεται κανονικά κατά την περίοδο ανάπτυξης, με λίπασμα με υψηλότερα ποσοστά φωσφόρου και καλίου κατά την περίοδο ανθοφορίας. Αντίθετα με πολλά άλλα αυστραλιανά φυτά, τα οποία έχουν προσαρμοστεί στο φτωχό σε φώσφορο έδαφος της Αυστραλίας, το συγκεκριμένο είδος δεν έχει πρόβλημα με λίγο υψηλότερα ποσοστά του στοιχείου αυτού.
Πολλαπλασιάζεται με σπόρο ή μοσχεύματα κορυφής. Οι σπόροι σπέρνονται την άνοιξη σ’ελαφρύ χώμα όπου θα βλαστήσουν σε 14-30 μέρες. Τα φυτά θα φτάσουν σε ηλικία ανθοφορίας σε 6 χρόνια. Αν το φυτό βρίσκεται κοντά σ’άλλα είδη ή ποικιλίες καλλιστήμονα, υπάρχει περίπτωση οι απόγονοι από σπόρο να είναι υβρίδια με διαφορετικά χαρακτηριστικά από τους γονείς. Τα μοσχεύματα μπορούν να κοπούν την άνοιξη ή το καλοκαίρι και να φυτευθούν σε υγρό μείγμα τύρφης κι άμμου μέχρι να ριζώσουν. Ο πολλαπλασιασμός με μοσχεύματα διατηρεί τα χαρακτηριστικα΄του του συγκεκριμένου γονικού φυτού, αφού ο απόγονος έχει τον ίδιο γενετικό υλικό με το γονέα.
Μπορεί ν’αντέξει βραχείες περιόδους χαμηλών θερμοκρασιών, αλλά σε χειρότερες περιπτώσεις θα χρειαστεί προστασία, όπως κάλυψη ή μετακίνηση σε πιο προστατευμένη θέση.
Ο θάμνος αυτός δε χρειάζεται κλάδεμα, εκτός εάν έχει γίνει πολύ αραιός ή υπάρχουν κλαδιά που ξεφεύγουν απ’το σχήμα. Το κλάδεμα θα πρέπει να γίνεται μετά την ανοιξιάτικη ανθοφορία και σε περιοχές χωρ΄΄ις βαριές παγωνιές το χειμώνα, μπορεί να γίνει και μετά τη φθινοπωρινή. Τα ξερά κλαδιά θα πρέπεπι ν’αφαιρούνται.
Το φυτό αυτό είναι πολύ ανθεκτικό σε έντομα και ασθένειες, αν και κάποιες φορές μπορεί να προσβληθεί από τετράνυχο σε εξαιρετικά ξηρές και ζεστές συνθήκες ή από κοκκοειδή. Τα έντομα αυτά καταπολεμούνται εύκολα με το ανάλογο σκεύασμα.
Σε μέρη όπου ευδοκιμεί στο έδαφος, μπορεί να φυτευθεί σε συστάδες θάμνων, ως φράκτης, ανάμεσα σε γκαζόν ή σε άλλες θέσεις, ενώ σε πιο ψυχρές περιοχές μπορεί να μπει σε γλάστρα ή ζαρντινιέρα κοντά στο σπίτι ή στο μπαλκόνι. Κάποιοι τον καλλιεργούν και σ’εσωτερικό χώρο σ’έντονο φως, αλλά εκεί η ανάπτυξή του είναι πολύ μικρότερη απ’ό,τι έξω στον ήλιο.

Σελίδες:
καλλιέργεια καλλιστήμονα
καλλιστήμονας
άρθρο της αγγλικής wikipedia για τον c. citrinus
άρθρο της αγγλικής wikipedia για το γένος callistemon
καλλιέργεια c. citrinus
c. citrinus πληροφορίες και καλλιέργεια
καλλιέργεια καλλιστημόνων σε μεγάλα δοχεία
πολλαπλασιασμός καλλιστήμονα από σπόρο
γένος callistemon πληροφορίες και καλλιέργεια

Advertisements