τα μεγαλύτερα απ'τα φυτά μου

το μεγαλύτερο

το μικρότερο

τα 2 μεγαλύτερα με έμφαση στο μεσαίο

κορμοί του μεγαλύτερου των φυτών μου

εσωτερικό του κορμού

Γιούκα άλλου είδους, πολύ κοντότερο με παχύτερο χαμηλό κορμό και σκληρά, σκούρα γυαλιστερά αιχμηρότατα φύλλα στο έδαφος στους Πύργους Κοζάνης, χωριό με υψόμετρο τα 800 μέτρα, όπου η θερμοκρασία μπορεί να πέσει ως τους -20 με πολλά χιόνια χωρίς την παραμικρή βλάβη στο φυτό. Αναπτύσσεται αργά κι ανθίζει με λευκή ψηλή ταξιανθία το φθινόπωρο. Προφανώς θα πρόκειται για κάποιο βορειότερο των γνωστών είδος με μεγάλη αντοχή στο ψύχος. Όποιος γνωρίζει το είδος ας μου κάνει σχόλιο.

Τα γιούκα (γένος yucca) είναι ευρέως καλλιεργούμενα φυτά στη χώρα μας και σε μεγάλο μέρος του κόσμου. Εξαιτίας της εξωτικής τους εμφάνισης και των χαμηλών απαιτήσεών τους, έχουν γίνει πολύ δημοφιλή. Μπορούν να φυτευθούν σε γλάστρες, κυρίως ως φυτά εξωτερικου χώρου ή, αν το κλίμα της περιοχής επιτρέπει, στο έδαφος.
Είναι μονοκοτυλήδονα φυτά της οικογένειας των αγαυιδών (agavaceae) και της τάξης των ασπαραγωδών (asparagales). Είναι συγγενικά με τις αγαύες (αθάνατοι) και παλαιότερα ήταν ταξινομημένα στους λειριίδες, μαζί με τους κρίνους, τις τουλίπες κ.ά.
Κατάγονται από τις θερμές εύκρατες και τροπικές περιοχές των ΗΠΑ, του Μεξικού, της Γουατεμάλας και της Καραϊβικής. Εκεί ζουν σε διάφορα ξηρά περιβάλλοντα, όπως ερήμους, ημιερήμους, ξηρά λιβάδια, ανοιχτά ξηρά δάση, ορεινές περιοχές και παραθαλάσσιες αμμοθήνες.
Στις πρώτες αναφορές για τα φυτά αυτά, τα φυτά αυτά συγχέονταν με τη μανιόκα (manihot esculenta), ένα άσχετο φυτό, της οποίας το όνομα στη γλώσσα των Ινδιάνων Καρίμπ είναι γιούκα, απ’όπου κι ο Κάρολος Λινναίος πήρε τ’όνομα για το γένος αυτό κι έτσι το λάθος έμεινε στην ιστορία. Το όνομα του γένους «γιούκα» είναι θηλυκό, γι’αυτό και το σωστότερο είναι να λέμε «η γιούκα» και όχι «ΤΟ ΓΙΟΎΚΑ», αλλά και αυτός ο τύπος μπορεί να χρησιμοποιηθεί.
Διακρίνονται εύκολα από τη χαρακτηριστική μορφή τους. Τα περισσότερα είδη αποτελούνται από ένα μέτριο ή ψηλό, παχύ κορμό με τραχύ φλοιό και με μερικές διακλαδώσεις, ο οποίος καλύπτεται σε μεγάλο μέρος από ρόδακες σκληρών, αιχμηρών, συνήθως κρεμαστών, ινωδών φύλλων, που μπορεί να έχουν λεία, πριονωτή ή ινώδη περιφέρεια. Ωστόσο υπάρχουν και είδη με πολύ κοντό ή καθόλου εμφανή κορμό. Τα φυτά στηρίζονται μ’ένα εκτεταμένο ριζικό σύστημα αποτελούμενο από βαθιές, πολύ σκληρές ρίζες. Αν και είναι μονοκοτυλήδονα, έχουν την ικανότητα, όπως και μερικά άλλα, π.χ. οι αγαύες, οι αλόες, οι δράκαινες κ.ά., να αυξάνουν κατά πάχος τους βλαστούς τους. Ο βλαστός εξωτερικά περιβάλλεται από σκληρό, τραχύ φλοιό κι εσωτερικά είναι συμπαγής, ινώδης και αποθηκεύει νερό.
Τα άνθη τους είναι οργανωμένα κατά φόβες σε βλαστούς στην κορυφή των φυτών. Είναι κωδωνόσχημα και συνήθως λευκά. Οι καρποί είναι συνήθως ξηροί και μπορεί να είναι είτε ρηκτοί είτε άρρηκτοι. Μετά από την ανθοφορία, η ανάπτυξη ξεκινά με νέο βλαστό δίπλα από την κορυφή. Λίγα είδη, όπως το yucca peninsularis, είναι μονόκαρπα, δηλαδή πεθαίνουν μετά την ανθοφορία και την καρποφορία. Άνθη συνήθως δεν παρατηρούνται σε συνθήκες καλλιέργειας γιατί τα φυτά θα πρέπει να φτάσουν σε μεγάλη ηλικία για ν’ανθίσουν και πάλι αυτό δε γίνεται πάντα. Σε κλίματα παρόμοια με το φυσικό τους είναι πιο πιθανό ν’ανθίσουν.
Το σύστημα επικονίασης αυτών των φυτών είναι πολύ ειδικευμένο. Πεταλούδες της οικογένειας των προδοξιδών (prodoxidae) μεταφέρουν τη γύρη από τους στήμονες ενός άνθους στο στίγμα ενός άλλου και συγχρόνως γεννούν ένα αβγό. Η προνύμφη τρέφεται από τους σπόρους, αλλά πάντα μένουν αρκετοί για τη διαιώνιση του είδους. Γι’αυτό το λόγο, έξω από τη φυσική τους εξάπλωση η παραγωγή σπόρων είναι δύσκολη, αλλά ο πολλαπλασιασμός πάλι είναι δυνατός.

Τα φυτά αυτά έχουν πολύ λίγες απαιτήσεις όσον αφορά την καλλιέργειά τους. Ευδοκιμούν σε θέση μ’έντονο ήλιο, όσο το δυνατόν περισσότερες ώρες την ημέρα και καλοκαιρινή ζέστη, αν και μπορούν ν’αναπτυχθούν και σ’ελαφριά ημισκιά. Προτιμούν αμμώδες χώμα με ph από 6,1 (ελαφρώς όξινο) έως 8,5 (αλκαλικό), αν και έχω δει γιούκα ν’αναπτύσσονται αρκετά καλά και σε αργιλώδες χώμα. το πότισμα θα πρέπει να γίνεται μόνο αν το χώμα έχει στεγνώσει καλά από το προηγούμενο. Τα γιούκα είναι πολύ ανθεκτικά στην ξηρασία. Κατά την περίοδο ανάπτυξης, τα φυτά αυτά θα πρέπει να λιπαίνονται με λίπασμα βραδείας αποδέσμευσης ή περιοδικά με υγρό λίπασμα. Αν το κλίμα της περιοχής σας είναι ξηρό και ζεστό το καλοκαίρι με σχετικά ελαφρύ χειμώνα, μπορείτε να φυτέψετε γιούκα και στο έδαφος. Δεν έχουν πρόβλημα με τον αέρα. Τα περισσότερα καλλιεργούμενα είδη αντέχουν ελαφρυές παγωνιές για μικρό χρονικό διάστημα, με θερμοκρασίες ανάμεσα στους -4 – -12 βαθμούς, ανάλογα με το είδος. Αν πρόκειται να κάνει παρατεταμένο κρύο, θα πρέπει να μεταφέρετε τα φυτά σε πιο προστατευμένη θέση ή να τα καλύψετε με κάτι. Μερικά είδη αντέχουν σε πολύ χαμηλότερες θερμοκρασίες, π.χ. το yucca glauca μπορεί ν’αντέξει θερμοκρασίες κάτω από τους -20 βαθμούς Κελσίου. Εγώ τη μόνη «καταστροφή» που είχα από παγωνιά ήταν πριν μερικά χρόνια η καταστροφή του μισού φύλλου της κορυφής σ’ένα φυτό.
Επειδή τα φύλλα των φυτών αυτών είναι πλατιά, πάνω τους επικάθεται πολύ σκόνη, γι’αυτό είναι καλό πού και πού να τα βρέχετε ώστε να καθαριστούν. Επίσης, όσο το φυτό αναπτύσσεται, μερικά απ’τα κατώτερα φύλλα μπορεί να ξεραθούν. Εγώ τα κόβω ολόκληρα. Άλλοι τα κόβουν με ψαλίδι από τη βάση τους, ενώ άλλοι τ’αφήνουν ως έχουν. Θα πρέπει ακόμα να προσέχετε πολύ όταν περιποιείστε αυτό το φυτό, γιατί τα φύλλα του είναι ιδιαίτερα αιχμηρά και μπορεί να σας τραυματίσουν. Μερικοί κόβουν τις αιχμηρές άκρες με ψαλίδι, αλλά έτσι καταστρέφεται η φυσική εμφάνιση του φυτού.
Τα γιούκα συχνά καλλιεργούνται και σ’εσωτερικό χώρο, αλλά τότε αποκτούν πιο ασθενική εμφάνιση, ο κορμός τους γίνεται λεπτός και λείος, έχουν μαλακά φύλλα και η ανάπτυξή τους είναι αρκετά αργή. Σε τέτοιες συνθήκες, χρειάζονται ένα πολύ φωτεινό μέρος για να επιβιώσουν.

Εγώ έχω τρία τέτοια υγιή φυτά. Ο κομμένος κορμός της φωτογραφίίς προέρχεται από ένα άλλο, το οποίο ήταν πολύ μικρό και αναπτυσσόταν πολύ αργά. Επειδή είχε μείνει μερικά χρόνια μικρό, έκοψα τα κλαδιά του για να τα δώσω σ’άλους ως φυτά, κι από τότε δεν έβγαλε άλλα ή εγώ ήμουν πολύ ανυπόμονος και το ξεριζωσα. Σκοπεύω στη θέση του να βάλω ένα κωνοφόρο. Απ’ό,τι έψαξα, ανήκουν πιθανότατα στο είδος yucca aloifolia (αλοΐφυλλη γιούκα). Είναι από τα πιο κοινά είδη στην Ελλάδα. Το ύψος του κειμαινεται από 1,5-6 μέτρα μεδιάμετρο κορμού 12 εκ με λίγα κλαδιά. Από τη βάση του φυτού βγαίνουν παρακλάδια. Τα φύλλα του είναι σκληρά, αιχμηρά, πριονωτά, μήκους 60 εκ. Αυτά που βρίσκονται γύρω απ’την κορυφή είναι όρθια, ενώ τα υπόλοιπα κρέμονται. Τα κατώτερα φύλλα ξεραίνονται όσο το φυτό αναπτύσσεται και παραμένουν πάνω του. Έχει λευκά άνθη. Η ιδιαιτερότητα αυτού του είδους είναι ότι όταν ένα φυτό γίνει πολύ ψηλό, μπορεί να λυγίσει κάτω και μόλις η κορυφή έρθει σ’επαφή με το έδαφος, ριζώνει και συνεχίζει ν’αναπτύσσεται προς τα πάνω. Άλλα καλλιεργούμενα είδη είναι τα:
Yucca gloriosa (ένδοξη γιούκα): Μοιάζει πολύ με το y. aloifolia, αλλά είναι κοντότερο, έχει λεία αντί πριονωτά φύλλα, τα οποία έχουν γαλαζοπράσινο χρώμα.
Y. rostrata (ραμφωτή γιούκα): Ένα ερημικό είδος με λεπτά, σκληρά φύλλα στις κορυφές των βλαστών που αντέχει πολύ στο κρύο.
Y. guatemalensiσ (γουατεμαλιανή γιούκα): Μπορεί να γίνει έως κι 9 μέτρα. Έχει μαλακές άκρες στα φύλλα του. Ευδοκιμεί σε υγρότερα κλίματα από άλλα είδη, αν κι αυτό αντέχει την ξηρασία. Το καταλληλότερο είδος για εσωτερικό χώρο, αν και καλύτερα αναπτύσσεται έξω.
Y. filamentosa (νηματώδης γιούκα): Ένα είδος χωρίς εμφανή κορμό, με σκληρά φύλλα με νηματώδες περιθώριο. Ανθεκτικόο στο κρύο.
Y. baccata (γιούκα μπανάνα): Ένα είδος με κοντό κορμό και πολύ μακριά, μυτερά φύλλα.
Y. recurvifolia (κρεμόφυλλη γιούκα): Ένα ανθεκτικό είδος με ψηλό κορμό και αραιά, κρεμαστά φύλλα.
Y. glauca (γλαυκή γιούκα): Ένα άλλο γιούκα χωρίς εμφανή κορμό και γαλαζοπράσινα, σκληρά φύλλα, έχει τη βορειότερη εξάπλωση ως την Αλμπέρτα του Καναδά. Πάρα πολύ ανθεκτικό στο κρύο.
Υπάρχουν πολλά άλλα είδη. Από τα παραπάνω, μόνο τα 4 πρώτα είναι αρκετά διαθέσιμα στη χώρα μας. Εκτός από τις φυσικές μορφές τους, έχουν δημιουργηθεί επίσης ανοιχτοχρωμες ή ποικιλίες. Ένα από τα μεγαλύτερα είδη γιούκα είναι η y. brevifolia (βραχύφυλλη γιούκα) των ΗΠΑ, η οποία είναι ένα δέντρο ύψους 15 μέτρων. Μπορεί να σχηματίσει αραιά δάση σ’ερημικές περιοχές. Το μικρότερο είδος είναι το νάνο γιούκα, y. nana, με ύψος μόλις τα 20 εκ.
Τα γιούκα πολαπλασιάζονται με σπόρο ή μοσχεύματα. Σπόρος είναι δύσκολο να παραχθεί έξω από τις περιοχές όπου ενδημεί η συγκεκριμένη οικογένεια πεταλουδών, αν και μπορεί να γίνει με τεχνητ΄΄η επικονίαση. Οι σπόροι θα πρέπει να φυτευθούν σε αμμώδες χώμα σε θρμές συνθήκες και σχεδόν σ’ένα μήνα θα βλαστήσουν. Το πλεονέκτημα αυτής της μεθόδου είναι ότι δίνει γρήγορα φυτά και τα μειονεκτήματα ότι ο σπόρος είναι δυσέβρετος και τα φυτά παίρνουν λίγα χρόνια για να φτάσουν σ’ένα καλό μέγεθος. Τα γιούκα είναι φυτά αργής ανάτπυξης. Η δεύτερη μέθοδος είναι με μοσχεύματα. Ένα μεγάλο μόσχευμα κορυφής κόβεται από ένα φυτό, αφαιρούνται τα περισσότερα φύλλα και αφήνεται να στεγνώσει για λίγες μέρες. Μετά, μπορεί να φυτευθεί σε ελαφρύ αμμώδες χώμα και σε λίγους μήνες θ’αρχίσει να δημιουργεί ένα καλό ριζικό σύστημα και θ’αρχίζει να δείχνει σημάδια ανάπτυξης. Το πλεονέκτημα αυτής της μεθόδου είναι ότι γίνεται εύκολα και δίνει φυτά μεγαλύτερου μεγέθους, αλλά το μειονέκτημα είναι ότι παίρνει πολύ χρόνο. Πολλαπλασιασμός γίνεται πιο δύσκολα επίσης και με τμήματα κορμού, τα οποία φυτευονται όπως τα μοσχεύματα κορυφής. Γι’αυτο τα περισσότερα γιούκα των φυτωρίων φαίνεται να έχουν κομμένο «κεντρικό» κορμό και λίγα κλαδιά γύρω του. Δοκίμασα ένα καλοκαίρι πριν λίγα χρόνια εντελώς πειραματικά να πολλαπλασιάσω γιούκα. Έκοψα ένα μικρό κλαδάκι από ένα φυτό, το φύτεψα στην ίδια γλάστρα με το γονικό φυτό, το πότισα και μετά έφυγα για περίπου 2 εβδομάδες. Όταν γύρισα και το έβγαλα, είχε κάνει λίγες ριζούλες.
Τα γιούκα σπάνια προσβάλλονται από έντομοα ή ασθένειες. Εγώ δεν είχα ποτέ τέτοιο πρόβλημα, ούτε έχω ως τώρα δει προσβεβλημένο γιούκα. Ωστόσο, μπορεί να προσβληθούν από κοκκοειδή, τα οποία όμως καταπολεμούνται εύκολα. Μύκητες μπορούν ν’αναπτυχθούν σε υγρές συνθήκες, αλλά αυτό είναι σπάνιο.

Τα γιούκα, αν και δεν είναι από τα πιο αγαπημε΄να μου φυτά, τα θεωρώ πάλι ως αρκετά καλά, πολύ εύκολα κι ανθεκτικά. Τα δύο κύρια μειονεκτήματά τους είναι η αργή τους ανάπτυξη και τα αιχμηρά τους φύλλα, αλλά το μεγαλύτερο πλεονέκτημά τους είναι η ανθεκτικότητά τους και οι λίγες τους απαιτήσεις. Τα προτείνω για όσους θέλουν ένα μεγάλο φυτό χωρίς πολλή φροντίδα. Μπορείτε να το παραμελήσετε κι αυτό θα επιβιώσει.

Εκτός από τη χρήση του ως καλωπιστικό, τό φυτό αυτό έχει κι άλλες χρήσεις. Μερικά είδη χρησιμοποιούνται για την παραγωγή ινών. Τα άνθη και οι ανθοφόροι βλαστοί μερικών ειδών, σπανιότερα άλλα μέρη τους, τρώγονται. Επειδή το ξηρό υλικό αυτού του φυτού έχει πολύ χαμηλή θερμοκρασία ανάφλεξης, μπορεί να χρησιμοποιηθεί για άναμμα φωτιάς με τριβή. Επίσης, έχει και φαρμακευτική χρήση. Πολλά είδη περιέχουν σαπωνίνες, ουσίες που έχουν πικρή γεύση, αφρίζουν στο νερο και λειτουργούν ως φυσικά σαπούνια. Οι σαπωνίνες έχουν αντιπρωτοζωικη και αντιαρθριτική δράση και κατεβάζουν τη χολιστερίνη. Μεγαλύτερη περιεκτικότητα σε σαπωνίνες έχουν οι ρίζες. Το yucca schidigera περιέχει αρκετά μεγάλες ποσότητες. Οι πολυφαινόλες που υπάρχουν επίσης στο φυτό έχουν αντιοξειδωτική δράση.
Σελίδες:
καλλιέργεια του γιούκα
μερικά είδη γιούκα
άρθρο της αγγλικης wikipedia
δανική σελίδα για γιούκα (αγγλική έκδοση)
εισαγωγή στα γιούκα
yucca aloifolia
φαρμακευτικές ιδιότητες του γιούκα

Advertisements