κισσός σε ανάπτυξη το Μάιο


ποικιλία κισσού με κίτρινα φύλλα σε τοίχο


κοινός κισσός hedera helix σε τοίχο το Φεβρουάριο


Το ίδιο φυτό. Την εποχή αυτήν βρίσκεται σε φάση καρποφορίας


το ίδιο φυτό


κλαδί με απτικές ρίζες


καρποφόρο κλαδί


ταξικαρπία

Ο κοινός κισσός ε.ο. hedera helix είναι το περισσότερο διαδεδομένο και γνωστό είδος κισσού. Ανήκει στο γένος hedera της οικογένειας των αραλιιδών, της τάξης των σκιαδανθοδών, δικοτυλήδωνο και περιλαμβάνει 2 ή 5 ή 6 είδη (ανάλογα με την ταξινόμηση) ιθαγεννή της Ευρώπης, της Βόρειας Αφρικής, των Καναρίων Νήσων και της Ασίας. Τη μεγαλύτερη εξάπλωση την έχει ο h. helix, όπου hedera=κισσός στα λατινικά και helix (ελληνική λέξη) η έλικα. Είναι αυτοφυής της χώρας μας καθώς και της υπόλοιπης νότιας, κεντρικής και βόρειας Ευρώπης και ενός μέρους της δυτικής Ασίας. Φύεται κυρίως σε δάση, αλλά μπορεί να προσαρμοστεί σε ποικίλα περιβάλλοντα. Χωρίζεται σε 3 υποείδη: τον h. h. helix (κεντρική, βόρεια και δυτική Ευρώπη), τον h. h. poetarum (νοτιοανατολική Ευρώπη και μέρος της νοτιοδυτικής Ασίας) και τον h. h. rhizomatifera της Ιβηρικής χερσονήσου το οποίο είναι ριζωματώδες.
Είναι ένα πολυετές ξυλώδες αειθαλές αναρριχητικό θαμνώδες φυτό, το οποίο αναπτύσσεται είτε αναρριχόμενο σε στηρίγματα όπως δέντρα, βράχια ή ανθρώπινες κατασκευές, είτε έρποντας στο έδαφος εάν δεν υπάρχει κάποιο στήριγμα. Οι νεαροί βλαστοί του είναι μακριοί και ευλύγιστοι. Στην επιφάνειά τους βγαίνουν μικρές εναέριες ρίζες οι οποίες βοηθούν στη συγκράτηση του φυτού στα στηρίγματα (απτικές ρίζες). Όταν βρεθούν σ’επαφή με το χώμα, αναπτύσσονται λίγο περισσότερο. Ο κισσός δε χρησιμοποιεί αυτές τις ρίζες για παρασιτισμό σε άλλα φυτά, αλλά μόνο για στήριξη. Τα φύλλα του είναι διατεταγμένα εναλλάξ, μήκους 5-10 εκ., με κοντό έως και μακρύ μίσχο και μπορεί να είναι καρδιοειδή, ρομβοειδή ή τριγωνικά. Το φυτό εμφανίζει το φαινόμενο της ετεροφυλλίας κατά το οποίο υπάρχει πάνω από ένας τύπος φύλλου πάνω στο φυτό. Τα φύλλα των αναπτυσσόμενων βλαστών τείνουν να είναι διαιρεμένα σε 5 λοβούς, ενώ αυτά των κλαδιών που φέρουν τ’αναπαραγωγικά όργανα είναι αδιαίρετα. Το φυτό ανθίζει από τέλη καλοκαιριού ως μέσα-τέλει φθινωπόρου. Τα άνθη του φύονται κατά σκιάδια, τα οποία μπορεί να είναι μονά ή να δημιουργούν σύνθετες ταξιανθίες, έχουν ανοιχτοπράσινο χρώμα και αποτελούνται από 5 πέταλα, 5 σέπαλα, 5 στήμονες και πεντάχωρη ωοθήκη. Οι καρποί είναι συνήθως μοβ-μαύρες ράγες, σπανιότερα κοκκινωπές, που ωριμάζουν στα τέλη του χειμώνα και περιέχουν 2-5 σπόρους η κάθε μία. Το φυτό είναι αρκετά μακρόβιο.
Τα άνθη του παράγουν νέκταρ προσελκύοντας πολλά είδη εντόμων, όπως μέλισσες. Από τους καρπούς του τρέφονται πολλά πουλιά και διασπείρουν τους σπόρους με τα περιττώματά τους. Οι καρποί όμως αυτοί είναι ελαφρώς τοξικοί για τον άνθρωπο. Με τον καιρό ο κισσός δημιουργεί πυκνή θαμνώδη βλάστηση η οποία εμποδίζει την ανάπτυξη ανταγωνιστικών φυτών και αποτελεί κρυψώνα για πολλά ζώα. Μερικά φυτοφάγα ζώα τον τρώνε. Κάποιες φορές μπορεί να πνίξει τα δέντρα όπου αναπτύσσεται μειώνοντας τη δύναμή τους ή και καταστρέφοντάς τα εντελώς. Σε περιοχές όπου δεν είναι αυτοφυής αλλά έχει εισαχθεί, όπως στην Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία, έχει δημιουργήσει προβλήματα στο οικοσύστημα.
Καλλιεργείται ευρέως ως καλωπιστικό. Οι απαιτήσεις του δεν είναι πολλές. Προτιμά μέτρια υγρά, καλά αποστραγγιζόμενα, ουδέτερα ή αλκαλικά εδάφη. Αναπτύσσεται καλύτερα σε ημισκιαζόμενες ή σκιερές θέσεις, αλλά μπορεί ν’ανεχτεί και τον ήλιο. Η ανάπτυξή του είναι μέτρια προς γρήγορη. Χρησιμοποιείται για να καλύψει πέργκολες, φράχτες, τοίχους ή και για εδαφοκάλυψη. Μπορεί να καλλιεργηθεί και σε δοχεία. Με το κλάδεμα παίρνει το επιθυμητό σχήμα. Ο ευκολότερος τρόπος πολλαπλασιασμού είναι με μοσχεύματα την εποχή της ανάπτυξης (άνοιξη και καλοκαίρι). Επειδή οι βλαστοί του φυτού φέρουν ήδη ρίζες, τα ποσοστά επιτυχίας είναι συνήθως υψηλά.
Ο κισσός ήταν γνωστός από τους Αρχαίους Έλληνες. Λόγω της ομοιότητάς του με την άμπελο, ήταν κι αυτός σύμβολο του Διονύσου. Οι Αρχαίοι Έλληνες στεφάνοναν μ’αυτόν τ’αγάλματα του Διονύσου και τους πότες επειδή πίστευαν ότι θεραπεύει τον πονοκέφαλο ύστερα από τη μέθη. Θεωρούταν φυτό της αθανασίας.
Το φυτό έχει μέτρια τοξικότητα. Γι’αυτό δεν έχει χρησιμοποιηθεί εκτεταμένα φαρμακευτικά. Κάποιες φορές εντούτοις χρησιμοποιείται ως θεραπεία για το βήχα και τη βρογχίτιδα, ως αντιπυρετικό, ως αντισπασμοδικό, ως αναλγητικό, ως θεραπεία για τους ρευματισμούς, κοινώς για όλα. Οι ιδιότητές του αυτές δεν είναι αποδεδειγμένες επιστημονικά. Υπάρχουν πολλά άλλα βότανα με λιγότερες παρενέργειες και αποδεδειγμένη δράση. Αντίθετα, σε μεγάλη ποσότητα μπορεί να προκαλέσει εμετούς και συμπτώματα του κεντρικού νευρικού συστήματος, ενώ σε ευαίσθητα άτομα η επαφή με το χυμό του μπορεί να προκαλέσει ακόμα και δερματίτιδα.
Δεν έχω καλλιεργήσει αυτό το φυτό. Όμως ο Χάμπος007 είχε έναν τεράστιο κισσό. Θυμάμαι πριν πολλά χρόνια ότι ήταν ένα μικροσκοπικό φυτό που δε μπορούσε ν’αναπτυχθεί καλά στον ήλιο. Όταν το μετέφερε σε πιο προστατευμένη θέση, άρχισε ν’αναπτύσσεται γρηγορότερα και μέσα σε πολλά χρόνια έγινε ένα τεράστιο, ξυλώδες, πυκνό φυτό που είχε μια μεγάλη γλάστρα και κάλυπτε δύο πέργκολες σ’έναν τοίχο. Όμως μια χρονιά ξεράθηκε από άγνωστη αιτία.
Πηγές και ιστοσελίδες:
άρθρο της βικιπαίδειας
άρθρο της αγγλικής wikipediaφαρμακευτικές ιδιότητεςφαρμακευτικές ιδιότητες κισσού και άλλων βοτάνων
και προσωπική εμπειρία.
Σχεδόν όλες οι φωτογραφίες προέρχονται από ένα μεγάλο κισσό στη Θεσσαλονίκη που φωτογράφησα.

Advertisements