ανθρώπινος εγκέφαλος

Από:
εδώ

Βασικές γνώσεις για τον εγκέφαλο

του Κωνσταντίνου Χρ. Σπίγγου, νευρολόγου*

Η κωδίκευση των πληροφοριών στον εγκέφαλο

Οι ικανότητες μας να μιλούμε, να αγαπούμε, να μισούμε, να αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο γύρω μας, όπως και οι αναμνήσεις μας ή και τα όνειρά μας φαίνεται να αναδύονται από μικρά ηλεκτρικά σήματα, της τάξης των χιλιοστών του Volt, που διασπείρονται μεταξύ των δικτύων νευρικών κυττάρων του εγκεφάλου μας και που προκαλούν την παραγωγή και έκκριση από αυτά μερικών δεκάδων πρωτεϊνών, των νευροδιαβιβαστών, σε ποικίλους συνδυασμούς. Αν όμως στα παραπάνω αλλάξουμε τη λέξη «αναδύονται» από τη λέξη «συνοδεύονται», τότε μάλλον θα είμαστε πιο ακριβείς. Η αλήθεια δηλαδή είναι, ότι η παραπάνω παρατήρηση μπορεί απλά να αφορά ένα σχετικά ρηχό επίπεδο, που δεν αποδίδει την «ουσία» της κωδίκευσης, της «γλώσσας» του εγκεφάλου. Παλαιόθεν, οι δυο κύριες επιστημολογικές προσεγγίσεις στην έρευνα είναι η αναγωγιστική, δηλαδή η ανάλυση του εγκέφαλου στα «εξ ων συντίθεται» και η ολιστική, δηλαδή η σύλληψή του ως ενιαίο και αδιαίρετο σύνολο. Σήμερα η πρώτη έχει καταλάβει σημαντικό έδαφος, αν και η δεύτερη ίσως δεν έχει πει την τελευταία της λέξη.

Ποια η νευρολογική βάση της ευφυΐας;

Η ευφυΐα είναι καταρχήν μια έννοια που σημαίνει την ικανότητα για καλύτερες νοητικές επιδόσεις σε συγκεκριμένες δοκιμασίες. Συνηθίζεται να ποσοτικοποιείται μέσω του δείκτη νοημοσύνης (ΙQ). Πολλοί υποστηρίζουν ότι οι δοκιμασίες μέτρησης του IQ είναι αλληλένδετες με την εποχή και τον κόσμο που έχουμε δημιουργήσει και δεν αντιπροσωπεύουν κάποια βιολογική διαφορά μεταξύ των ατόμων. Με άλλα λόγια, ότι το IQ «μετρά αυτό που εμείς θα ζητήσουμε να μετρά» (τα άτομα με τις ευνοϊκότερες περιβαλλοντικές επιδράσεις θα έχουν και τις καλύτερες νοητικές επιδόσεις, στο δεδομένο περιβάλλον). Σε αντίθεση, η «ντετερμινιστικού τύπου» άποψη είναι ότι η ευφυΐα είναι έννοια με βιολογική υποσταση, που καθορίζεται από γενετικούς παράγοντες και μάλιστα διαφέρει και μεταξύ φύλων και φυλών.
Σίγουρα, ένα υψηλό IQ, όπως αυτό μετριέται σήμερα, εξασφαλίζει καλύτερη προσαρμογή στον κόσμο όπως αυτός υφίσταται σήμερα και επομένως, ακόμη και υποκειμενικά οριζόμενο, το IQ κάτι αντιπροσωπεύει ως έννοια. Το λάθος είναι η «υποστασιοποίηση» αυτής της έννοιας, δηλαδή να θεωρείται a priori ότι το IQ αντιπροσωπεύει κάτι που καθορίζεται βιολογικά, πολλώ δε μάλλον να χρησιμοποιείται ώστε να καμουφλάρει με επιστημονικό μανδύα πολιτικές αξιώσεις (π.χ. Ευγονική).

Πώς αποθηκεύονται οι αναμνήσεις;

Οι πληροφορίες στο νευρικό σύστημα φαίνεται ότι κωδικεύονται με τη μορφή δραστηριότητας ηλεκτρικών και χημικών σημάτων στον εγκέφαλο. Η ροή των σημάτων που εκπέμπει και λαμβάνει κάθε νευρικό κύτταρο δεν είναι σταθερά και μεταβάλλονται από λεπτό σε λεπτό. Κάθε κύτταρο όμως διαθέτει ένα αδρό μοτίβο επικοινωνίας, που αδρά αντιπροσωπεύει το με πόσα και με ποια αλλά κύτταρα συνδιαλέγεται, τι σήματα ανταλλάσσουν και με τι ρυθμό. Η ανάμνηση σημαίνει, σε νευροφυσιολογικό επίπεδο, τη μακροχρόνια μεταβολή ενός προϋπάρχοντος τέτοιου μοτίβου. Σημαντικό ρόλο σε αυτό έχουν οι εγκεφαλικές περιοχές που ειδικεύονται στην ερμηνεία σημάτων, απλών, όπως π.χ. η αφή ή σύνθετων, όπως π.χ. το αίσθημα φόβου. Στο σύνολό τους, οι πληροφορίες από τις περιοχές αυτές συγκλίνουν σε μια στρατηγικής σημασίας δομή, την περιοχή CA1 του ιπποκάμπου, που βρίσκεται βαθιά στον κροταφικό λοβό.
Η λειτουργία της μνήμης είναι πεπερασμένη, ενώ παράλληλα εξαρτάται σημαντικά από το επίπεδο συγκέντρωσής μας και από το ενδιαφέρον μας για κάθε περίσταση που βιώνουμε ή για κάθε πληροφορία που καλούμαστε να αποθηκεύσουμε. Όσο πιο σύνθετος είναι ο κόσμος στον οποίο ζούμε ή και όσο πιο «ρουτινιάρικη» γίνεται η καθημερινότητα, τόσο πιο πολύ η προσοχή μας διασπάται και οι αναμνήσεις δεν αποθηκεύονται αποτελεσματικά, με συνέπεια να αισθανόμαστε ότι «ξεχνάμε».
Οι παραπάνω αναφερόμενες μακροχρόνιες μεταβολές σημαίνουν την αλλαγή λειτουργίας γονιδίων, κυτταρικών πρωτεϊνών και υποδοχέων. Υποθέτουμε ότι όσο πιο πολύ λειτουργεί αυτή η «συσκευή παραγωγής αναμνήσεων», τόσο πιο πολύ διατηρείται «σε φόρμα», ενώ αν περιπέσει σε σχετική αχρησία, ο εγκέφαλος θα πάψει να «επενδύει» -μεταβολικά και κυτταρικά- σε μια ανάγκη που πλέον δεν υπάρχει. Έτσι, η εγρήγορση, με τη μορφή κουίζ, σταυρολέξων και νοητικών ασκήσεων, μπορεί να συμβάλει στην απομάκρυνση χρονικά των διαταραχών της μνήμης, ανάλογα και με την προδιάθεση του καθένα. Υπάρχει επίσης και ειδικό πρόγραμμα για H/Y (που πρόκειται να κυκλοφορήσει και στα Ελληνικά), το οποίο εξατομικεύει το επίπεδο δυσκολίας των ασκήσεων για το χρήστη. Ακόμη πιο μεγάλη σημασία όμως μπορεί να έχει η «επένδυσή» μας στην εξάρτηση της νοητικής μας ικανότητας όχι τόσο από τη λειτουργία της μνήμης, αλλά από ακόμη πιο σύνθετες λειτουργίες, όπως η κρίση, η διαίσθηση, η φαντασία, λειτουργίες που ασκούνται μέσα από την ενεργητική ανάγνωση και μελέτη και μέσα από δημιουργικές εργασίες ή χόμπι.

Πώς «αντιλαμβανόμαστε» το μέλλον και τον χρόνο;

Ο υποθάλαμος είναι μια περιοχή στον εγκέφαλο που ανάλογα με τα ερεθίσματα από το περιβάλλον καθορίζει την περιοδική διακύμανση και εναλλαγή διαφόρων λειτουργιών, κυρίως αυτοματικών, όπως ο ύπνος, η πρόσληψη τροφής, η προσαρμογή στη θερμοκρασία κλπ. Η αντίληψη του περάσματος του χρόνου, αντίληψη απαραίτητη για την προσαρμογή μας στις περιβαλλοντικές απαιτήσεις, οι οποίες όμως διαφέρουν ανά εποχή και ανά κοινωνία, είναι ένα διαφορετικό ζήτημα. Ως συμπαντική διάσταση, ο χρόνος δεν γίνεται άμεσα αντιληπτός από τον εγκέφαλο, σε αντίθεση με τις τρεις χωρικές διαστάσεις, για τις οποίες ο τελευταίος διατηρεί μια αρκετά καλή ενημερότητα. Αυτό, εκτός του ότι κάνει τη θεωρία της σχετικότητας αντικειμενικά δυσνόητη, καθίστα την αίσθηση του χρόνου υποκειμενική και συχνά απατηλή. Και αν η αίσθηση της ποσότητας του χρόνου ερμηνεύεται ευκολότερα, καθώς πρόκειται για τη σύγκριση χρονικών διαστημάτων, η αμείλικτη αίσθηση ότι «ο χρόνος περνά» είναι πολύ πιο δύσβατη στην επιστημονική προσέγγιση.

Ποια η βάση των συναισθημάτων;

Με την έννοια συναίσθημα, οι νευρολόγοι εννοούμε συνήθως το πώς νιώθουμε αμέσως μετά από ένα ερέθισμα, ενώ υπάρχει και η έννοια της διάθεσης, που σημαίνει μια χωρικά και χρονικά ευρύτερη τάση βίωσης των διαφόρων ερεθισμάτων από το περιβάλλον. Ακόμη πιο ευρύτερος, ως έννοια, είναι ο χαρακτήρας μας, που μεταξύ άλλων περιέχει τις αδρές γραμμές και καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο βιώνουμε τα συμβάντα που μας αφορούν, όντας «ψυχροί», «συναισθηματικοί», «ευερέθιστοι» κλπ. Όταν τα συναισθήματα γίνονται δυσλειτουργικά, η βιολογική Ψυχιατρική, με τα αντικαταθλιπτικά, τα ηρεμιστικά κλπ. στοχεύει κυρίως στη διάθεση, ενώ η Ψυχοθεραπεία (θεραπεία διά συνομιλίας) στοχεύει κυρίως στο χαρακτήρα.
Τα συναισθήματα είναι εγκεφαλικές λειτουργίες, που από άποψη ειδίκευσης και φυσιολογίας δεν διακρίνονται από τις νοητικές. Σχετίζονται με τη δραστηριότητα σε εγκεφαλικές περιοχές όπως η αμυγδαλή, η νήσος, η έλικα του προσαγωγίου. Οι περιοχές αυτές, συλλήβδην γνωστές και ως μεταιχμιακό ή λιβιδινικό σύστημα, σχετίζονται επίσης με τα κίνητρα των συμπεριφορών μας, την κατεύθυνση της προσοχής μας και την επιλογή, μέσα από το διαρκή καταιγισμό εσωτερικών και περιβαλλοντικών ερεθισμάτων, αυτών που έχουν «αξία επιβίωσης». Άξιο αναφοράς είναι ότι, σε αντίθεση με το βίωμα ότι οι ανώτερες, όπως αποκαλούνται, εγκεφαλικές λειτουργίες (π.χ. ομιλία, πράξη, σχεδιασμός, υπολογισμοί) ελέγχονται από τη βούλησή μας, το συναίσθημα μάς φαίνεται ότι είναι ανεξέλεγκτο και ότι αναδύεται χωρίς συνειδητή προσπάθεια ή κάποτε και ενάντια σε αυτήν. Η βασική διάκριση γίνεται μεταξύ συναισθημάτων ηδονής (θετικών) και συναισθημάτων αποστροφής (αρνητικών).

Τι συμβαίνει όταν ο εγκέφαλος κοιμάται;

Ο ύπνος είναι μια ενεργητική δραστηριότητα για τον εγκέφαλο, ο οποίος δεν «σβήνει», όπως υπαγορεύει η κοινή λογική, αλλά συνεχίζει να εργάζεται οργανωμένα, πιθανότατα με σκοπό την αναπλήρωση των μεταβολικών αποθεμάτων του και την οργάνωση σε αναμνήσεις των αντιληπτικών εμπειριών της ημέρας. Δεν είναι ενιαίο φαινόμενο, αλλά αποτελείται από επαναλαμβανόμενους κύκλους εναλλαγής μεταξύ των 4 σταδίων «non-REM» και του ύπνου «REM».
Τα όνειρα αποτελούν περισσότερο «εμπειρία αντίληψης» παρά «εμπειρία ερμηνείας», δεν παύουν όμως να είναι μια νοητική λειτουργία, άγνωστου σκοπού ή ίσως και άνευ σκοπού. Κατά τη διάρκεια του ονείρου υπάρχουν πράγματα που ακούμε ή βλέπουμε αλλά αυτά δεν υπόκεινται στη συνήθη επεξεργασία ερμηνείας, η οποία αυτόματα και υποσυνείδητα επιτελείται κατά την εγρήγορση. Σε γενικές γραμμές, η προσωπικότητα κάποιου, η ψυχική διάθεση, η ικανή φαντασία και η εκφραστικότητα στις περιγραφές συντονίζεται με τα όνειρα που συνήθως αυτός βλέπει. Έτσι, πράγματι, αν όχι «βασιλική λεωφόρος προς το ασυνείδητο», όπως έγραψε ο Freud, τα όνειρα προσφέρουν σημαντικά στοιχεία για την κατανόηση του ψυχισμού μας. Ίσως η σημαντικότερη διαφορά μεταξύ των ονείρων και της «φαντασίας εν εγρηγόρσει», είναι ότι μόνο κατά τη δεύτερη είμαστε ικανοί να ξεχωρίσουμε την πραγματική ή μη φύση των εικόνων που βλέπουμε.
Tα όνειρα που εμφανίζονται στο στάδιο REM (που διαρκεί όλο και περισσότερο όσο πλησιάζουμε προς την αφύπνιση) έχουν περισσότερη πιθανότητα να παραμένουν στη μνήμη, ενώ χαρακτηρίζονται και από μεγαλύτερη διάρκεια, περισσότερη ζωντάνια, ύπαρξη περισσότερων συναισθημάτων και περισσότερα αλλόκοτα στοιχεία.

Γιατί εθιζόμαστε σε ουσίες;

Ο εθισμός σε ουσίες έχει στη βάση του την μίμηση από μια ουσία δράσεων επιθυμητών από το χρήστη της σε επίπεδο εγκεφαλικών κυττάρων. Οι δράσεις αυτές, όπως η ευφορία, η υπερδιέγερση, η αδιαφορία, η αντοχή στην κόπωση κλπ., μπορούν φυσιολογικά να προκαλούνται μόνο από τα κατάλληλα ψυχολογικά ή μεταβολικά ερεθίσματα επίπεδο συγκεκριμένων περιοχών του εγκεφάλου. Όμως, ουσίες φυσικές ή τεχνητές μπορούν να τις προκαλέσουν επί τούτω. Κάθε εξαρτησιογόνος ουσία δρα σε κυτταρικές πρωτεΐνες που παίζουν το ρόλο του δέκτη (υποδοχείς), μιμούμενες κάποιο άλλο φυσιολογικά και περιστασιακά εκκρινόμενο νευροδιαβιβαστή (π.χ. εξωγενώς χορηγούμενη κάνναβη και υποδοχείς των εγκεφαλικά παραγόμενων ενδοκανναβινοειδών). Χαρακτηριστικό αυτής της μίμησης είναι ότι στη συνεχή διέγερσή του το σύστημα παρουσιάζει εξοικείωση, με συνέπεια την ανάγκη συνεχών αυξήσεων των δόσεων. Όμως, αυτό δεν είναι αρκετό για τον εθισμό: εξίσου σημαντική είναι η συμπεριφορά αναζήτησης του χρήστη, όπως αποκαλείται, με απλά λόγια, η συνεχής «ανάγκη» του χρήστη για τη συγκεκριμένη δράση, για τους δικούς του ψυχοκοινωνικούς λόγους. Πράγματι, ακόμη και επανειλημμένες δόσεις οποιουδήποτε ναρκωτικού δεν θα προκαλέσουν εξάρτηση σε άτομα των οποίων η προσωπικότητα και οι περιστάσεις στις οποίες βρίσκονται κατά τη δεδομένη στιγμή δεν ευνοούν κάτι τέτοιο. Ως προς την προσωπικότητα, υπάρχει, όπως φαίνεται, επίσης και ένας υπολογίσιμος γενετικά καθοριζόμενος παράγοντας.

Τι είναι το deja vu;

Το φαινόμενο αυτό, μεταφραζόμενο γενικά ως «ήδη βιωθέν», αναφέρεται στο αίσθημα που μπορεί κανείς να έχει κάποιος, σπάνια ή συχνά, ότι έχει ξαναζήσει κάτι που ζει για πρώτη φορά ή ότι έχει ξαναπάει σε μέρος όπου πηγαίνει για πρώτη φορά. Σε σχετικά σπάνιες περιπτώσεις σχετίζεται με ένα είδος επιληψίας που ξεκινά από τον κροταφικό λοβό και αν κανείς το παθαίνει συχνά χρειάζεται νευρολογική εξέταση. Ωστόσο, συνηθέστερα, μπορεί να αφορά τη αθέλητη «νόθευση» μιας παρούσας και εξελισσόμενης αντιληπτικής εμπειρίας με εμπειρία του παρελθόντος παρόμοια σε κάποια χαρακτηριστικά αλλά όχι την ίδια. Μια άλλη ερμηνεία που έχει προταθεί είναι ότι αν μια εμπειρία φτάσει στο ένα ημισφαίριο του εγκέφαλου σε χρόνο ελάχιστα διαφορετικό από ό,τι στο άλλο, μπορεί να προλάβει να αποτυπώσει στο πρώτο μια ανάμνηση ή οποία και προκαλεί το déjà vu από το δεύτερο.

Τι είναι η συνείδηση;

Η απάντηση στο τι είναι η συνείδηση είναι, όπως λέγεται, το «ιερό δισκοπότηρο» της Νευροεπιστήμης σήμερα και της Φιλοσοφίας ανέκαθεν. Η συνείδηση μπορεί να αναλυθεί σε ένα παθητικό και σε ένα ενεργητικό σκέλος. Το πρώτο έχει να κάνει με την κατανόηση των βιωμάτων μας και του εαυτού μας, ενώ το δεύτερο με την αίσθηση κυριαρχίας επίπεδο των αποφάσεών μας και επίπεδο της συμπεριφοράς μας. Ο R. Penrose υποστηρίζει με αρκετά πειστικό τρόπο ότι για την κατανόηση και κατ’ επέκταση, για την προσομοίωση της συνείδησης από υλικά αντικείμενα (π.χ. υπολογιστές), λείπει από τη σημερινή Νευροεπιστήμη ένα σημαντικό γνωσιακό βήμα, που όμως κάποτε μπορεί και να το κάνουμε.
Υπάρχουν γενικά δύο κύριες τάσεις. Η πρώτη, που υποστηρίζει ότι η συνείδηση έχει χρησιμότητα για τον εγκέφαλο όντας μια απαραίτητη λειτουργία του, θεωρεί ότι αυτή επιλύει το πρόβλημα της σύνθεσης και του συντονισμού των διάσπαρτων στον εγκέφαλο αυτόνομων μονάδων επεξεργασίας της πληροφορίας και ότι εξελικτικά αναπτύχθηκε ακριβώς στην προσπάθεια επιλύσεως του προβλήματος αυτού. Αυτή είναι μάλιστα μια όχι καινούρια σύλληψη, καθώς ήδη πριν από 2500 χρόνια, ο Αλκμαίων ο Κροτωνιάτης θεωρούσε ότι η συνθετική και συντονιστική λειτουργία του εγκεφάλου αποτελούσε διακριτικό γνώρισμα του ανθρώπου από τα άλλα ζώα.
Κατ’ άλλους, η συνείδηση είναι ένα ενδεχομένως και άχρηστο, από εξελικτική άποψη, βίωμα, που υπάρχει πάντα εκ του αποτελέσματος μιας νοητικής λειτουργίας, π.χ. συνείδηση μιας αισθητηριακής μας αντίληψης ή συνείδηση μιας παρόρμησής μας. Υπό την ευρύτερη αυτή έννοια, μπορεί να συνιστά μια ειδικού τύπου ανάμνηση. Η συνείδηση του εαυτού ίσως είναι απλά η ανάμνηση του εαυτού, αναλυόμενη σε παρελθόν, παρόν και μέλλον (όπως το τρίτο υπάρχει στη φαντασία ή στα σχέδιά μας).
Τα «παράξενα» του εγκεφάλου

Σε πειράματα που έλαβαν ευρεία δημοσιότητα μεταξύ των επιστημονικών κύκλων κατά τη δεκαετία του ’80, ο νευροφυσιολόγος Β. Libet ζήτησε από εθελοντές να κινήσουν το χέρι τους σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή οι ίδιοι επιλέξουν, ενώ βρίσκονταν σε παρακολούθηση της ηλεκτρικής δραστηριότητας του εγκεφάλου τους μέσω ηλεκτροεγκεφαλογραφήματος, έχοντας μπροστά τους ένα ρολόι. Οι εθελοντές είχαν την υποχρέωση απλά να αναφέρουν την ακριβή θέση του φωτεινού δείκτη τη στιγμή που λάμβαναν την απόφαση να κινήσουν το χέρι τους. Οι καταγραφές έδειχναν ότι πάντα, κατά μέσο όρο 350 χιλιοστά του δευτερόλεπτου πριν την υπόδειξη του κάθε εθελοντή, το ηλεκτροεγκεφαλογράφημά του ήδη είχε καταγράψει δυναμικά στο μετωπιαίο του λοβό, δυναμικά που σχετίζονταν με τις περιοχές κίνησης του χεριού!
Το συμπέρασμα της μελέτης ήταν ότι πριν ακόμη συνειδητοποιήσουμε ότι θα κινήσουμε το χέρι μας, ο εγκέφαλος έχει ήδη ξεκινήσει να εργάζεται προς αυτή την κατεύθυνση. Αυτό αποδεικνύει ότι ακόμη και για κάτι στο οποίο έχουμε την αίσθηση του πλήρους ελέγχου, όπως η λήψη μιας απόφασης, υπάρχουν κομμάτια της εγκεφαλικής λειτουργίας που προηγούνται της συνειδητοποίησής του.
Υπό την έννοια αυτή, ο εγκέφαλος μπορεί να είναι σε μεγάλο βαθμό ένα «αυτόματο» και η συνείδηση να είναι απλά η βίωση των δράσεων αυτού του αυτόματου, συνοδευόμενη από μια αίσθηση ελεύθερης βούλησης, που ίσως για κάποιο σοφό λόγο υπάρχει, αλλά που μπορεί και να είναι απατηλή!
Η σημερινή νευρολογική επιστήμη, αν και βρίσκεται σε πολύ καλό δρόμο αναφορικά με την ανάλυση των αισθητηριακά αντιληπτών συστατικών του εγκεφάλου, δεν μπορεί να απαντήσει ικανοποιητικά στο πώς από το επίπεδο του φυσικού κόσμου, του ουρανού, της θάλασσας, των συνανθρώπων, των κοινωνιών, των νευρώνων, των πρωτεϊνών, των ατόμων ή των υποατομικών σωματιδίων, μεταπηδούμε στο νοητικό κόσμο: αυτόν της αγάπης και του μισούς, των ήχων και των οσμών, του πόνου, της τέχνης, των παιδικών αναμνήσεων, του φόβου της φθοράς, του «κλικ» μιας νέας ιδέας και της συνείδησης όλων αυτών.
Η αίσθηση του εαυτού μας, η δική μας συνείδηση, είναι τόσο δυνατή ώστε διαισθητικά να είμαστε σίγουροι ότι υπάρχει σε όλους. Έτσι, αν και δεν μπορούμε να την «αιχμαλωτίσουμε» εννοιολογικά παρα τις όποιες προσπάθειές μας, μιλάμε για αυτήν σαν να είναι αυτονόητα μια παγκόσμια υπόσταση. Μήπως όμως όλος ο νοητικός κόσμος μας βρίσκεται μόνο μέσα μας και πουθενά αλλού; Αν ναι, τότε ίσως η μόνη συνείδηση που θα μπορούσαμε κάποτε να κατανοήσουμε είναι η δική μας, γιατί μόνο αυτή υπάρχει…

*Συνέντευξη στο περιοδικό «Κ» της εφημερίδας «Καθημερινή», 2007._displayNameOrEmail_ – _time_ – Κατάργηση_text_

Δεν υπάρχει σαφής ορισμός της συνείδησης. Η φύση της συνείδησης είναι ένα πολύ πολύπλοκο μυστήριο. Ούτε οι ίδιοι οι νευροεπιστήμονες δεν έχουν ακόμα καταφέρει να το απαντήσουν. Θ’απαντηθεί ποτέ άραγε; Πιστεύω πως όχι εντελώς. Κάτι θα παραμένει άλυτο. Άλλωστε, πώς γίνεται συνειδητά όντα να κατανοήσουν πλήρως το μηχανισμό της ίδιας τους της συνείδησης;

Advertisements