Προειδοποίηση: τεράστιο

Από:
εδώ
Του Drosoulitis- 05-29-2006

Πολλές φορές, σε κάποιες αρχαίες δοξασίες, συναντούμε ιδιαίτερα ενδιαφέροντα πράγματα. Αυτοί που θα έχουν την υπομονή να φτάσουν ώς το τέλος το κατεβατό που θα ακολουθήσει, ενδέχεται να εκπλαγούν με κάποιες ομοιότητες που θα εντοπίσουν στο κείμενο, με κάποιες διδαχές άλλων θρησκειών. Τα παρακάτω όμως, μετρούν 6000 χρόνια ζωής οπότε και ώς μυθολογία να το δεί κανείς, είναι τρομερά ενδιαφέροντα!!

Οι μύθοι των λαών της Μεσοποταμίας συνιστούν μια ιδιαίτερης σημασίας και σπουδαιότητας μυθολογία, που έχει «σημαδέψει» τον ανθρώπινο πολιτισμό έως τις μέρες μας, μιας και συνδέεται με τις απαρχές ενός, με αρχαϊκούς όρους νοουμένου, συνδυασμού και συμπλέγματος διαφόρων πολιτισμών, που άκμασαν στα αρχαία χρόνια στην περιοχή αυτή, καθώς και στον ευρύτερο χώρο της, πολιτισμοί, οι οποίοι ήταν τα «προϊόντα» διαφόρων αυτοκρατοριών που ηγεμόνευαν στην Μεσοποταμία τότε, και που είχαν προκαλέσει τον θαυμασμό όλου του αρχαίου κόσμου.

Στην πολύ εύφορη, κάποτε, κοιλάδα που σχηματίζουν οι ποταμοί Τίγρις και Ευφράτης, ακριβώς εκεί όπου η Παλαιά Διαθήκη τοποθετεί την αρχέγονη Εδέμ, πρώτος τόπος διαμονής του Αδάμ και της Εύας πριν την πτώση τους, σ’ αυτήν την κοιλάδα λοιπόν, εμφανίστηκαν λαοί, των οποίων η επίδραση τους πάνω στην ανάπτυξη της ανθρώπινης συνείδησης και γνώσης, ήταν ιδιαίτερα σημαντική.

Σ’ αυτόν τον χώρο, που ξεκινά από τους Τίγρι και Ευφράτη καθώς εκβάλλουν τα νερά τους στον Περσικό Κόλπο και εκτείνεται, βόρεια προς τους πρόποδες του Καυκάσου και τις όχθες της Κασπίας θάλασσας, ανατολικά προς τα εδάφη του σημερινού Ιράν και την οροσειρά του Ινδοκαυκάσου, και δυτικά φτάνοντας μέχρι τα εδάφη που χαρακτηρίζουν το σημερινό Κουρδιστάν και οριοθετούν την Συρία, οι αυτοκρατορίες διαδέχονταν η μία την άλλη. Ο λόγος που συνέβαινε αυτό, ήταν η συγκέντρωση στον ίδιο γεωγραφικό χώρο, λαών με διαφορετικές πολλές φορές γλωσσικές και φυλετικές καταβολές. Ένα πράγμα παρέμενε αμετάβλητο και κοινό σε όλους : η χρήση της σφηνοειδούς γραφής (η σφηνοειδής γραφή συνίσταται από το χάραγμα σε ψημένο πηλό σφηνών και συνδυασμών σφηνών). Στα αρχαία χρόνια έχουμε την εμφάνιση των Σουμερίων (από το 4.000 π.Χ.) οι οποίοι κατά κάποιο τρόπο, έθεσαν τις ακλόνητες βάσεις για αυτό που ονομάστηκε αργότερα ως πολιτισμός της Μεσοποταμίας. Κατόπιν εμφανίζονται οι Ακκάδες και οι Αμορίτες για να παραχωρήσουν τις ηγεμονικές θέσεις τους (όχι φυσικά με την …θέληση τους), στον τρομερό, πολεμικό λαό των Ασσυρίων. Οι Ασσύριοι, με κέντρο την μητρόπολη της εποχής, την περίφημη Νινευή, ήταν οι πρώτοι που οργάνωσαν συστηματικά μια έρευνα για τον μυθολογικό και εν γένει πνευματικό πλούτο της περιοχής της Μεσοποταμίας, χάρις στις προσπάθειες του Ασσυρίου αυτοκράτορα Aσσουρμπανιπάλ που συνέστησε μια τεράστια βιβλιοθήκη στο παλάτι του, η οποία είχε κατεγραμμένη όλη την γνώση του αρχαίου κόσμου, στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό. Κατόπιν, και μετά από πολλές πολιτικοστρατιωτικές ανακατατάξεις, όταν οι Βαβυλώνιοι (και Χαλδαίοι κ.ά.) είχαν τον πρώτο λόγο εξουσίας στην ευρύτερη περιοχή της Μεσοποταμίας, με κέντρο την περίφημη αρχαία Βαβυλώνα (που σημαίνει «η είσοδος προς τους θεούς»), η κατάσταση τόσο στον πολιτικο-στρατιωτικό τομέα, όσο και στον πνευματικό τομέα, πήρε μια πολύ σταθερή μορφή (ώσπου να ανατραπεί μερικούς αιώνες αργότερα από τους Πέρσες), και έτσι, η μυθολογία που χαρακτηρίζει την ευρύτερη περιοχή της Μεσοποταμίας, πολύ συχνά καλείται ως Ασσυριοβαβυλωνιακή, η πιο απλά Βαβυλωνιακή, ή ακόμα και ως Μυθολογία της Μεσοποταμίας, μιας και στα εδάφη όπου σήμερα ευρίσκεται το κράτος του Ιράκ, άκμασαν οι σημαντικότερες πόλεις-πνευματικά σημεία αναφοράς, των οποίων η αίγλη παρέμενε αναλλοίωτη, παρά την άνοδο και την πτώση των διαφόρων αυτοκρατοριών (Νινευή, Βαβυλών, Ουρ, Ουρούκ κ.ά.).

Η Βαβυλωνιακή Μυθολογία είναι εξόχως εντυπωσιακή, με σκηνές που συγκλονίζουν και δύσκολα σβήνουν από την μνήμη του αναγνώστη. Ακόμη, μπορεί να την χαρακτηρίσει κάποιος, μεγαλειώδη και ανεπανάληπτη, όσον αφορά τις κοσμολογικές αφετηρίες του ανθρώπου (κοσμογονία, – μόνον ο Ησίοδος θα μπορούσε, σ’ αυτόν τον τομέα, να γίνει αντικείμενο σύγκρισης) και τις σχέσεις του με τον έναστρο ουρανό.

Οι δύο θεμέλιοι λίθοι αυτής της πολύτιμης μυθολογίας είναι το θεο-κοσμογονικό Έπος της Δημιουργίας, που καλείται «Ενούμα Έλις» (από τον πρώτο στίχο του έπους, που στην Βαβυλωνιακή γλώσσα σημαίνει «Όταν κάποτε εκεί ψηλά…») και το «΄Επος του Γκιλγκαμές», το οποίο, κατά πολλούς συγγραφείς, είναι ένα από τα κορυφαία, και έως σήμερα, αξεπέραστα υπαρξιακά δράματα στον γραπτό λόγο, που φωτίζει με τον πλέον συγκλονιστικό τρόπο την εσωτερική σύγκρουση και εξέγερση του ανθρώπου ενάντια στον θάνατο και το πανόραμα της θνητότητας, όπως τόσο … γενναιόδωρα τού το παρουσιάζει η φύση και η ιστορία. Απ’ αυτήν την άποψη, το «Έπος του Γκιλγκαμές» συγγενεύει με ένα μεγάλο μέρος της ουσίας του ελληνικού μύθου του «Προμηθέως Δεσμώτου».

Η Μυθολογία της Μεσοποταμίας καλεί τον αναγνώστη της, στην κατάδυση μέσα σε μια αρχαϊκή φωταγωγία, που στοιχειώνει έως σήμερα το υποσυνείδητο του «σύγχρονου ανθρώπου», για να περιδιαβεί ακόμη, τους δρόμους μιας, κατά κάποιο τρόπο, «αρχαϊκής, σφηνοειδούς Νέας Υόρκης», όπως ήταν στους αρχαίους χρόνους η Βαβυλών, στην οποία, άνθρωποι από πολλά έθνη συνέρρεαν μαζικά, αναζητώντας μια καλύτερη τύχη.
Μύθοι

Το κοσμογονικό-θεογονικό έπος «Ενούμα Έλις» περιγράφει την αρχέγονη προ-κοσμική κατάσταση ως μια συγκεχυμένη μάζα όπου δέσποζαν οι θεοποιημένες μορφές δυο ωκεανών : ο πρώτος ήταν αρσενικός και το όνομα του ήταν Αμπσού (πολύ πιθανές οι συγγένειες με την ελληνική λέξη «άβυσσος»). Αυτός ήταν ο «ωκεανός των γλυκών νερών», όπως χαρακτηρίζεται στις πλάκες που έχουν χαραχθεί σε σφηνοειδή γραφή, που ήρθαν στο φως από τις αλλεπάλληλες αρχαιολογικές ανασκαφές στην ευρύτερη περιοχή της Μεσοποταμίας. Ο δεύτερος ωκεανός ήταν θηλυκός και ονομαζόταν Τιαμάτ. Χαρακτηρίζεται ως ο «ωκεανός των αλμυρών νερών». Ακόμη, η Τιαμάτ προσδιορίζει πέρα από το προηγούμενο και μια γεω-κοσμολογική κατάσταση πολύ κοντά προς το ελληνικό ησιόδειο Χάος. Όταν λοιπόν ο Αμπσού και η Τιαμάτ, ή με άλλα λόγια η Άβυσσος και το Χάος, έσμιξαν ερωτικά τις τρομερές συμπαντικές ενέργειές τους, γεννήθηκαν οι πρώτοι θεοί που κοσμούν το Βαβυλωνιακό πάνθεον, οι οποίοι αργότερα -ένα σταθερό θέμα που συναντάμε σε πολλές μυθολογίες- θα συγκρούονταν με τους θεούς που σηματοδοτούσαν την προτέρα συμπαντική εξουσία.

Πρώτα γεννήθηκε ο Ανού, ο θεός του Ουρανού, ή ο Ουρανός ως τέτοιος, θα μπορούσαμε να πούμε εδώ. Ο Ανού που εκφράζει την απαρχή μιας γενεαλογίας θεών που θα εδραιώνονταν στην εξουσία όπως οι Ολύμπιοι θεοί στην Ελληνική Μυθολογία, ήταν γιος του Ανσάρ και της Κισιάρ οι οποίοι γεννήθηκαν από τους Λαχμού και Λαχαμού, που σχετίζονται με τα ποτάμια και την θάλασσα και έλκουν την καταγωγή τους απ’ ευθείας από την πρώτη ένωση του αρχέγονου ζεύγους Αμπσού και Τιαμάτ. Ο Ανού, λοιπόν, ο θεός του ουρανού ήταν ο πρωτότοκος θεός της νέας δυναστείας και ο ίδιος εγέννησε «κατ’ εικόνα» του τον θεό Νουντιμμούντ ή αλλιώς Έα και Έα-Ωάννες, θεό της γης και των νερών, και ακόμη, της σοφίας και της γνώσης των ουρανίων και των γηίνων πραγμάτων. Ο Έα, καλείται επίσης στην σουμεριακή γλώσσα και ως Ενκί.

Όπως μας πληροφορούν οι πλάκες που είναι χαραγμένες σε σφηνοειδή γραφή, η παρουσία των νέων θεών υπήρξε άκρως ενοχλητική για τους παλαιούς, οι οποίοι αποφάσισαν την εξολόθρευση των πρώτων. Όπως γράφει το Έπος της Δημιουργίας Ενούμα Έλις :

«Μισητά στον Αμπσού ήσαν τα καμώματα τους

Ανούσιο ήταν το φέρσιμό τους . το «παραξυλώναν»

(μετάφραση Άρη Δικταίου).

Η Τιαμάτ, μάλιστα, παραπονείται έντονα :

«Τη μέρα δεν ανακουφίζομαι, τη νύχτα ανάπαυση δεν έχω.

Όλεθρο θα τους φέρω, τέλος θα δώσω στα καμώματα τους,

να ξαναρθή η ηρεμία, ν’ αναπαυτούμε !».

Η αντιπαλότητα αυτή, όπως πολύ συχνά συμβαίνει στα πρώιμα θεογονικά στάδια πολλών μυθολογιών των λαών, αντανακλά με τον τρόπο της, την πάλη μεταξύ αρχετυπικών κοσμογονικών δυνάμεων που αντιπροσωπεύονται από διάφορους θεούς, πάλη που έχει να κάνει με την ανάγκη διαφύλαξης της πρώτης κατάστασης που ξεπήδησε από το αρχέγονο χάος από την μια, και από την άλλη, την ανάγκη για περισσότερη συγκεκριμενοποίηση και σαφέστερο ορισμό των δράσεων που μειγνύονται μεταξύ τους στην πρώιμη αυγή του κόσμου.

Ο Αμπσού και ο Μουμμού καταστρώνουν ένα σχέδιο εξολόθρευσης των νέων θεών που το ανακοινώνουν στους συντρόφους τους. Η Τιαμάτ παρότι επιδιώκει και αυτή την καταστροφή των επιγόνων, διστάζει ωστόσο, διότι αναλογίζεται τους κόπους και τα βάσανα που χρειάστηκαν για την δημιουργία των δεύτερων. Ο Έα που ως, κατά κάποιο τρόπο, παντογνώστης ανάμεσα στους νέους θεούς, κατάλαβε τα σχέδια των παλαιοτέρων, αντέδρασε ταχύτατα: έρριξε ένα υπνωτικό υγρό στα μάτια του Αμπσού, απαγγέλοντας ταυτόχρονα μαγικές επωδούς, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να αποκοιμηθεί βαρειά. Μετά, ο θεός της σοφίας έπιασε τον Μουμμού που εκτελούσε χρέη συμβούλου στον Αμπσού, και αφού του έδεσε την μύτη μ’ ένα σχοινί, άρχισε να τον τραβάει, κάνοντας τον, μ’ αυτόν τον τρόπο, ανήμπορο για κάθε αντίδραση και σκότωσε τον Αμπσού, προκαλώντας έτσι στην Τιαμάτ που, όπως είδαμε, ήταν η γυναίκα του, αφόρητο πένθος και απελπισία.

Η θεά του Χάους ορκίστηκε εκδίκηση. Εν τω μεταξύ όμως, είχε γεννηθεί από τον Έα, ένας θεός, ο οποίος όχι μόνο θα απάλλασε τους νέους θεούς από την απειλή της Τιαμάτ, αλλά ακόμη, έμελε να τιμηθεί από τους Βαβυλωνίους ως η υπέρτατη θεότητα ανάμεσα στους υπόλοιπους θεούς. Το όνομα αυτού του γιου του Έα ήταν Μαρντούκ.

Η Τιαμάτ μαζί με τους βοηθούς της (πνεύματα, διάφοροι δαίμονες κ.ά.) είχε ήδη αρχίσει τις ιδιαίτερα συντριπτικές επιθέσεις της εναντίον του Ανού και των απογόνων του. Πρώτος δοκίμασε να την αποτρέψει, ο ίδιος ο Ανού, δίχως όμως αποτέλεσμα μιας και η θεά του Χάους αποδείχθηκε δυνατότερη απ’ αυτόν και τον έτρεψε σε φυγή. Το ίδιο συνέβη και με τον Έα, ο οποίος επίσης δεν μπόρεσε να καταβάλει την Τιαμάτ. Ύστατη ελπίδα των θεών είχε απομείνει μόνον ο νεώτερος ανάμεσα τους, ο Μαρντούκ.

Η εμφάνιση του Μαρντούκ στο Βαβυλωνιακό πάνθεον είναι πολύ δυναμική και άκρως πολεμική. Παριστάνεται να φέρει τόξο και βέλη και να συνοδεύεται από ένα ζώο που είχε την μορφή ενός δρακοντοειδούς γρύπα και ονομαζόταν Σιρρούς. Ο τελευταίος θα γινόταν και το «σήμα κατατεθέν» του Μαρντούκ ανάμεσα στους Βαβυλωνίους. Ακόμη, ο νέος θεός συνοδευόταν από τέσσερα μεγαλόσωμα κυνηγητικά σκυλιά, και η παρουσία του ενέπνεε δέος, και πολλές φορές, ακατάσχετο πανικό στους εχθρούς του.

Ο Μαρντούκ, λοιπόν, δέχθηκε να αντιμετωπίσει την Τιαμάτ, και υποσχέθηκε μάλιστα ότι θα την νικήσει, αρκεί να εκπληρωνόταν ένας όρος του : μετά την μάχη, θα είχε αυτός την πρωτοκαθεδρία ανάμεσα στους θεούς. Οι υπόλοιποι συμφώνησαν και έτσι άρχισε η σύγκρουση εκείνη που καθόρισε την τύχη του κόσμου, όσον αφορά την οριστική μορφή του και κάτω από ποιο θεϊκό καθεστώς επίβλεψης θα λειτουργούσε.

Το «Ενούμα Έλις» περιγράφει ως εξής την φοβερή μάχη : Ο Μαρντούκ μαζί με το τόξο και τα βέλη του χρησιμοποίησε ακόμη, ως όπλο, ένα «δίχτυ των ανέμων» στερεωμένο στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Ακόμη, προκάλεσε το ξέσπασμα επτά ανεμοστρόβιλων και ο ίδιος ντυμένος με θώρακα που έβγαζε φλόγες ανέβηκε στο καλούμενο ως «άρμα της θύελλας», ξεκινώντας έτσι την επίθεση εναντίον της Τιαμάτ που είχε συναχθεί μαζί με πλήθος βοηθητικών θεοτήτων για να αντιμετωπίσει τον γιο του Έα. Η θεά του Χάους άνοιξε το τεράστιο στόμα της για να καταπιεί τον Μαρντούκ, ο οποίος όμως την πρόλαβε με τα βέλη του και ακόμη, με μια σαρωτική κίνηση, τύλιξε την Τιαμάτ και τους πολεμιστές της με το αχανές δίχτυ του, που κάλυπτε τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Ο Κινγκού, ο θεός και σύμμαχος της Τιαμάτ, που είχε την αποστολή να φυλάει τους «πίνακες της μοίρας», εξουδετερώθηκε από τον Μαρντούκ, ο οποίος, έχοντας πλέον ο ίδιος τους πολύτιμους αυτούς πίνακες, θα αποκτούσε την μεγαλύτερη εξουσία ανάμεσα στους θεούς. Ο δε Κινγκού χρησιμοποιήθηκε αργότερα ως «πρώτη ύλη» για την δημιουργία του ανθρώπου, με παρόμοιο τρόπο που η σκοτωμένη πλέον Τιαμάτ έγινε η «πρώτη ύλη» για την δημιουργία του έναστρου στερεώματος και της γης, όταν ο Μαρντούκ τεμάχισε το πτώμα της και με τα κομμάτια της θεάς του Χάους έφτιαξε τον ορατό από τους θνητούς κόσμο.

Μετά την νίκη του επί της Τιαμάτ, ο κυρίαρχος θεών και ανθρώπων καθόρισε τις τροχιές των πλανητών καθώς και την πορεία της σελήνης, βάσει της οποίας θα συντασσόταν το βαβυλωνιακό ημερολόγιο. Επίσης, ο Μαρντούκ καθόρισε τον θεό Ενλίλ ως επόπτη του βόρειου τμήματος του ουρανού. Ο Ενλίλ ήταν θεός του ανέμου και αργότερα της γης. Η πόλη που ήταν αφιερωμένη σ’ αυτόν ήταν η Νιππούρ και το έμβλημά του ήταν μια μίτρα που έφερε κέρατα. Ο γιος του Ενλίλ, ήταν ο ήρωας Νινουρτά του οποίου το σύμβολο ήταν ο πλανήτης Κρόνος, ανάμεσα στους πλανήτες, και ο Σείριος ανάμεσα στους απλανείς αστέρες. Ο πρωτότοκος μεταξύ των θεών, Ανού ορίστηκε ως ο επόπτης του ζενίθ και ο Έα ως ο κάτοχος του νότιου τμήματος του ουρανού.

Οι θεοί, έχοντας αναγνωρίσει την απόλυτη κυριαρχία του Μαρντούκ, ανέγειραν έναν ναό προς τιμήν του στην πόλη Βαβυλών, τον περίφημο Εσάγιλλα, ο οποίος θα γινόταν πολιτικό και διοικητικό κέντρο για τους Βαβυλώνιους βασιλείς.

Με τον θεό Μαρντούκ ταυτίστηκε ο πλανήτης Δίας και ο ιερός για τους Βαβυλωνίους, αριθμός 10. Οι πόλεις που ήταν αφιερωμένες στον Ανού ήταν, κυρίως, η Ουρούκ και η Ντερ, ενώ στον Έα προσδόθηκε η πόλη Εριντού που βρισκόταν κοντά στις ακτές του Περσικού Κόλπου. Στην πόλη Λαγκάς λατρευόταν ιδιαίτερα η θεά Μαξ, που οι Βαβυλώνιοι αποκαλούσαν και «μητέρα των θεών», η οποία προστάτευε τις γεννήσεις.

Άλλες θεότητες που κοσμούν το βαβυλωνιακό πάνθεον ήταν επίσης ο Σιν, θεός της σελήνης, ο οποίος πολλές φορές παριστάνεται να χρησιμοποιεί την τελευταία ως λέμβο (το τέταρτο ή το ήμισυ της σελήνης οριζοντιωμένο μοιάζει με λέμβο) για να πλέει στα νερά του ωκεανού,

ο θεός-ήλιος Σαμάς, που σχετιζόταν επίσης με την μαντεία, είχε ιερό αριθμό το 20 και οι αφιερωμένες προς αυτόν πόλεις ήταν η Λάρσα στον νότο και η Σιππάρ στον βορρά, ο θεός Αντάντ (Αdad) που κρατάει πέλεκυ και κεραυνό, όντας ο θεός των βροχών και των καταιγίδων,

η θεά Ερεσσίγκαλ της οποίας το βασίλειο ήταν ο Άδης, ο οποίος χωριζόταν από τον κόσμο των ζωντανών με επτά πύλες και με τον ποταμό Χουβούρ,

ο Νεργκάλ που αναφέρεται και αυτός ως θεός του Άδη,

ο φημισμένος Ταμμούζ (στην ασσυριακή: Ντουμμουζί) που ήταν θεός της βλάστησης, του κυνηγιού και της κτηνοτροφίας,

η θεά Ιστάρ (οι Ασσύριοι την ονομάζαν «Ιναννά», οι Εβραίοι «Αστορέθ» και οι Έλληνες «Αστάρτη»), πολύ δημοφιλής σε όλους τους λαούς της Μεσοποταμίας και ακόμη πέραν των ορίων της τελευταίας, στις περιοχές της Φοινίκης και της Ελλάδας, θεά του έρωτα και του πολέμου, η οποία πολλές φορές δείχνει μια συμπεριφορά που δεν διαφέρει απ’ αυτήν ενός κακομαθημένου κοριτσιού. Το κύριο κέντρο λατρείας προς την Ιστάρ, ήταν η πόλη Ουρούκ, αλλά και οι πόλεις Ουρ, Ασσούρ, Βαβυλών, Καλάχ, Νινευή, Ακκάδ κ.ά. Το ζώο-σύμβολο της θεάς ήταν ένας λέοντας που βρυχάται, άστρα της η Αφροδίτη και ο Σείριος, και ιερός αριθμός της το 15, το ήμισυ του αριθμού 30 που ήταν ο ιερός αριθμός του πατέρα της, σεληνιακού θεού, Σιν. Περίφημη έμεινε η κάθοδος της Ιστάρ στον Άδη για να επαναφέρει στην ζωή τον αγαπημένο της Ταμμούζ, μια από τις ωραιότερες ιστορίες της Βαβυλωνιακής Μυθολογίας, την οποία θα αναφέρουμε αμέσως παρακάτω.

Ο μύθος του Ταμμούζ και της Ιστάρ έχει σωθεί στην σουμεριακή μορφή του, όπου το όνομα του πρώτου είναι Ντουμμουζί και το όνομα της δεύτερης, Ιναννά.

Όταν η Ιναννά αποφάσισε να κατέβει στον Κάτω Κόσμο με σκοπό να τον καθυποτάξει και να αναστήσει τον ερωμένο της Ντουμμουζί (η ανάσταση του οποίου συμβολίζει την ανανέωση της βλάστησης κατά την άνοιξη μετά το τέλος του χειμώνα), παρήγγειλε πρώτα στον υπηρέτη της Νισουμπούρ να ειδοποιήσει τους θεούς Ενλίλ, Ένκι (ο Έα στην σουμεριακή γλώσσα) και Ναννά (που είναι ο σεληνιακός θεός Σιν) να ετοιμάσουν μια νεκρική τελετή προς τιμήν της, εάν στο διάστημα των τριών ημερών δεν θα είχε επιστρέψει στα ουράνια ανάκτορα. Ακόμη, ο Νισουμπούρ θα παρακαλούσε τους θεούς αυτούς να μεσολαβήσουν για την επάνοδο της Ιναννά στον ουρανό με ασφάλεια. Όταν η τελευταία, λοιπόν, έφτασε μπροστά στην πύλη του Άδη, συνάντησε τον φύλακα Νέτι, ο οποίος είπε στην θεά, πως σύμφωνα με τις διαταγές της Ερεσσίγκαλ που ήταν η αρχόντισσα, όπως είδαμε παραπάνω, του Κάτω Κόσμου, θα έπρεπε από κάθε πύλη του Άδη που θα περνούσε να αφήνει εκεί από ένα ρούχο. Όταν η Ιναννά (ή Ιστάρ) πέρασε από τις επτά πύλες που χωρίζουν τον Άδη από τον κόσμο των ζωντανών και τον Ουρανό, συνάντησε την ίδια την Ερεσσίγκαλ και ακόμη τους επτά Αννουνάκι, οι οποίοι αποτελούσαν τους κριτές του Κάτω Κόσμου. Οι τρομεροί Αννουνάκι κοίταξαν την Ιναννά «με τα μάτια του θανάτου» και αμέσως η θεά σωριάστηκε κάτω σαν άψυχη. Οι κριτές πήραν το σώμα της και το κρεμάσαν σ’ ένα πάσσαλο. Οι τρεις μέρες πέρασαν και οι τρεις θεοί, τους οποίους η Ιναννά είχε παρακαλέσει να μεσολαβήσουν για χάρη της, κατάλαβαν πως έπρεπε να ενεργήσουν ταχύτατα προκειμένου να επαναφέρουν την Ιναννά στον Πάνω Κόσμο. Χωρίς να χάσουν χρόνο, άρχισαν να κατασκευάζουν από χώμα δύο όντα, τον Κουργαρρού και τον Καλατουρρού. Όταν, αυτά τα δύο όντα ολοκληρώθηκαν οι θεοί τα έστειλαν στον Κάτω Κόσμο με ρητή εντολή να αναστήσουν την Ιναννά. Αξίζει να σημειωθεί, ότι στο τέλος, την όλη «επιχείρηση» την ανέλαβε μόνος του ο Ένκι (ή Έα), διότι οι δυο αδελφοί του Ενλίλ και Ναννά αρνήθηκαν να βοηθήσουν την Ιναννά να αντικρύσει και πάλι το ουράνιο φως. Οι δυο απεσταλμένοι λοιπόν είχαν μαζί τους τροφή και το «άγιο νερό της ζωής». Όταν μπήκαν στον Κάτω Κόσμο, και συνάντησαν την «μαρμαρωμένη» Ιναννά, ράντισαν το σώμα της με το ιερό νερό, εξήντα φορές, ενώ απαγγέλανε μαγικές επωδές. Έτσι η αγαπητή σε θεούς και ανθρώπους Ιναννά επανήλθε στην ζωή. Όμως σύμφωνα με τους νόμους του Κάτω Κόσμου, έπρεπε να ορισθεί αντικαταστάτης που θα έπαιρνε την θέση της στον Άδη. Οι Αννουνάκι απαίτησαν πρώτα τον πιστό στην Ιναννά θεό Νισουμπούρ, μετά τον θεό Σαρά και τέλος τον θεό Λαταράκ. Η Ιναννά, ωστόσο, κατάφερε να σώσει και τους τρεις βάζοντας σε δράση όλη την μαγική τέχνη της, η οποία αποδείχθηκε ιδιαίτερα αποτελεσματική, μιας και η θεά βρισκόταν «εντός της έδρας» της ! Έτσι, δεν ήταν μόνον ο Ντουμμουζί (Ταμμούζ) που γλύτωσε την θανατηφόρο παγίδα των Αννουνάκι, αλλά και η ίδια η Ιναννά (Ιστάρ) που κατόρθωσε να επανέλθει από τον Κάτω Κόσμο, όπου κινδύνευσε να μείνει εκεί για πάντα, στην προσπάθεια της να σώσει τον αγαπημένο της.

Ένας σουμεριακός μύθος, του οποίου, πιθανή παραλλαγή φαίνεται να είναι η ιστορία των Κάιν και Άβελ στην Παλαιά Διαθήκη, είναι εκείνος που διηγείται τον ανταγωνισμό μεταξύ του θεού Ντουμμουζί (Ταμμούζ) και του θεού Ενκιμντού.

Ο Ντουμμουζί είναι βοσκός (όπως ο Άβελ) και ο Ενκιμντού αγρότης (όπως ο Κάιν). Οι δύο αυτοί θεοί, λοιπόν, συναγωνίστηκαν για την πρωτοκαθεδρία στην …καρδιά της γλυκυτάτης θεάς Ιναννά (Ιστάρ). Έτσι προσήλθε ο καθένας μπροστά στον ηλιακό θεό Ουττού (Σαμάς) ανακοινώνοντας τα δώρα που είχε να προσφέρει στην θεά, προκειμένου η τελευταία να τον παντρευτεί. Στον …πρώτο γύρο της «αναμέτρησης» ο Ενκιμντού φάνηκε να κερδίζει στα «σημεία», διότι παρά την προτίμηση που έδειχνε ο Ουττού προς τον Ντουμμουζί, ο αγρότης θεός άρχισε να υπόσχεται ό,τι …»τού έρχοταν στο μυαλό» με αποτέλεσμα η Ιναννά να δείχνει την συμπάθειά της προς αυτόν. Ο Ντουμμουζί, τότε, βλέποντας ότι κινδυνεύει να «χάσει το παιγνίδι», άρχισε να φωνάζει με «στεντόρεια» φωνή, αυτά που είχε να προσφέρει: πολλαπλάσια από εκείνα που διατεινόταν πως προσφέρει ο Ενκιμντού, υπαινισσόμενος έτσι το πιθανώς απατηλό των λόγων του τελευταίου! Ήταν τότε η σειρά του Ενκιμντού ν’ αρχίσει να αγωνιά ότι «χάνει το παιγνίδι», και πάνω στον πανικό του, αποφάσισε να …δωροδοκήσει τον αντίπαλο του, Ντουμμουζί, τάσσοντάς του διάφορα πράγματα πολύτιμης αξίας, εάν ο βοσκός-θεός αποσυρόταν από την διεκδίκηση της γλυκυτάτης μεν, αλλά κακομαθημένης δε Ιναννά!

Τελικά, η θεά του έρωτα και του πολέμου βλέποντας την απρόσμενη συνέχεια που πήρε ο… ερωτικός αυτός «διαγωνισμός», δήλωσε ότι προτιμά τον Ντουμμουζί με την αγνή καρδιά, αλλάζοντας έτσι την πρώτη γνώμη της.
Όπως εύκολα μπορεί να καταλάβει κάποιος, ο Ενκιμντού μετά το τέλος της παράξενης αυτής αναμέτρησης, σίγουρα δεν ήταν και ο ευτυχέστερος άνθρωπος του κόσμου !

Η διαφορά αυτού του μύθου με την ιστορία του Κάιν και του Άβελ, που ανευρίσκουμε στην Παλαιά Διαθήκη, ιστορία που φαίνεται, όπως είπαμε, να είναι πιθανότατα παραλλαγή του σουμεριακού μύθου, η διαφορά, λοιπόν, έγκειται πως ο κριτής εδώ δεν είναι ο Γιαχβέ ή Γιεχωβά αλλά η …ιδιαζόντως θελκτική Ιστάρ κάτω από το σουμεριακό όνομά της Ιναννά, και ακόμη, δεν έχουμε εδώ μια τραγική κατάληξη της υπόθεσης, ανάλογη με εκείνην της ιστορίας της Παλαιάς Διαθήκης.

Η δημιουργία του ανθρώπου στην Μυθολογία των λαών της Μεσοποταμίας, είτε κάτω από το σουμεριακό αφηγηματικό περίβλημά της, είτε κάτω από το βαβυλωνιακό, είναι ένα γεγονός που σκοπεύει αποκλειστικά και μόνον στην εδραίωση της κυριαρχίας των νέων θεών, με πρωτότοκο ανάμεσα τους τον Ανού, έναντι της παλαιάς τάξης θεών που αντιπροσωπεύεται από τον Αμπσού και την Τιαμάτ. Κατά τους λαούς της Μεσοποταμίας ο άνθρωπος δημιουργήθηκε για έναν και μόνον λόγο : να υπηρετεί τους θεούς. Ωστόσο, αυτή η «υπηρεσία» δεν μεταφράζεται σε μια «παθητική σκλαβιά», αλλά, όπως θα δούμε στο Έπος του Γκιλγκαμές, έχει κλιμακωτές ερμηνείες που οδηγούν στην καλύτερη έκφραση τους σε μια συνεργασία ανθρώπων και θεών.

Κατά την σουμεριακή (που είναι και η επικρατέστερη στην Μεσοποταμία) εκδοχή περί της δημιουργίας του ανθρώπου, ο Ένκι (δηλαδή ο Έα) αποσκοπώντας στην εμφάνιση του γένους των ανθρώπων σε όσο το δυνατόν καλύτερες συνθήκες, δημιούργησε από την ατέλειωτη σοφία του τον Λαχάρ, θεό της πανίδας, και την Ασνάν, θεά της χλωρίδας και ιδιαίτερα του σιταριού. Μετά κάλεσε τις θεές Ναμμού (ωκεανός) και Νινμά (θεά της γέννησης) στις οποίες έδωσε την εντολή να φτιάξουν τον πρώτο άνθρωπο από πηλό που βρισκόταν πάνω από την άβυσσο. Η συνέχεια της ιστορίας της κατασκευής του πρώτου ανθρώπου είναι άκρως διασκεδαστική, μιας και ο Ένκι και η Νινμά προτού αρχίσουν να ανακατεύουν τον πηλό, ήπιαν περισσότερο από το αναμενόμενο, κρασί, και μέθυσαν ! Έτσι , μεθυσμένοι όπως ήταν, έφτιαξαν από τον πηλό έξι κατηγορίες ανθρώπων για τις οποίες, δυστυχώς, οι πίνακες της σφηνοειδούς γραφής δεν μας δίνουν πληροφορίες, αλλά ωστόσο εικάστηκε με σχολαστική ακρίβεια από τους ερευνητές που αποκρυπτογράφησαν τις σφηνοειδείς πλάκες, πως τα έξι αυτά είδη θα πρέπει να αναφέρονταν στον άνδρα, την γυναίκα, το παιδί, τον ευνούχο κ.ά.

Όμως …το πρώτο δείγμα του ανθρώπου που κατασκευάστηκε σε κλίμα «ευφορίας και μέθης» θεωρήθηκε από τον Ένκι λίγο …ελαττωματικό, κυρίως, στον τομέα της νόησης! Γι’ αυτό ο θεός της σοφίας μαζί με την Νινμά, την θεά της γέννησης, βάλθηκαν να «διορθώσουν» αυτό το πρώτο ον, χωρίς την συνοδεία κρασιού αυτήν την φορά! Παρ’ όλ’ αυτά, πολύ λίγα πράγματα μπόρεσαν να κάνουν και η μοίρα του ανθρώπου σφραγίστηκε έτσι: ως η αδυναμία του απέναντι στον περιβάλλοντα χώρο και τις καταστάσεις της ζωής, όμως, και ως η δυνατότητα που έχει, να επιδείξει το πιο εκπληκτικό θάρρος και να ξεπεράσει τα όρια του εαυτού του, καθώς θα αντιμετώπιζε τα προηγούμενα Ομολογουμένως, μια πολύ ενδιαφέρουσα θεώρηση της ανθρωπογονίας !

Στην σουμεριακή και βαβυλωνιακή μυθολογία, σπουδαίο ρόλο έχει, όπως είδαμε, ο θεός Έα (στην σουμεριακή : Ένκι), που είναι ο θεός της σοφίας, της ιατρικής και της μαγείας. Ταυτόχρονα, ο θεός αυτός εμφανίζεται να έχει ακόμη τον πρωτεύοντα ρόλο στον εκπολιτισμό του ανθρώπου: διηγούνται πως κάποτε, ο Έα ή Έα-Ωάννες, έχοντας την κλασσική μορφή του, που τον παριστάνει με σώμα ανθρώπου και κεφαλή ψαριού (!), αναδύθηκε από τα νερά ενός ποταμού μπροστά στους έκπληκτους ανθρώπους, που δοκίμασαν στην αρχή μεγάλο φόβο εξ αιτίας της παρουσίας του θεού ανάμεσα τους. Αφού τους καθησύχασε, ο Έα άρχισε να διδάσκει στους ανθρώπους την γραφή, τους νόμους και την γνώση. Οι τέχνες που παρουσίασε στην ανθρωπότητα ήταν η αστρολογία, η αστρονομία, η ιατρική – θεραπευτική μαγεία, η αρχιτεκτονική κ.ά.

Όσον αφορά την αρχιτεκτονική, οι λαοί της Μεσοποταμίας (Ασσύριοι, Σουμέριοι, Ακκάδες, Χαλδαίοι, Ελαμίτες, Βαβυλώνιοι κ.ά.) σημάδεψαν με ανεξίτηλο τρόπο την επιστήμη αυτή, εξ αιτίας των περίφημων ζικκουράτ (zikkurat) ή ζιγκουράτ, που έκτισαν. Τα τελευταία αποτελούσαν μεγαλοπρεπή κτίσματα που λειτουργούσαν ως ναοί ή διοικητικά κέντρα της βασιλικής εξουσίας, ή ακόμη, ως και τα δύο μαζί.

Τα ζικκουράτ είχανε σχήμα πύργου που κλιμακώνοταν σταδιακά ως την κορυφή σε επτά ορόφους. Οι ναοί αυτοί μπορεί να ήταν τετράγωνοι, ορθογώνιοι ή ακόμη και κυκλικοί. Η ανάβαση σ’ αυτούς γινόταν μέσω καθέτων σκαλοπατιών που βρισκόνταν στην μια πλευρά του όλου κτίσματος, ή μέσω κεκλιμένης ελικοειδούς σειράς σκαλοπατιών πέριξ όλου του ναού.

Λέγεται πως ως πρότυπο για την περιγραφή του πύργου της Βαβέλ στην Παλαιά Διαθήκη, χρησίμευσε ο περίφημος πύργος Ε-τεμενάνκι, που κείτονταν στην βόρεια πλευρά του ναού Ε-σάγιλλα στην πόλη της Βαβυλώνος και ο οποίος είχε κτιστεί προς τιμήν του θεού Μαρντούκ. Τα ερείπια του πύργου

Ε-τεμενάνκι αποκαλύφθηκαν, μετά από μια σειρά αρχαιολογικών ανασκαφών, το 1913. Στο νότιο μέρος του πύργου υπήρχε μια μεγαλειώδης κλίμακα ανάβασης που προοριζόταν για τους ιερείς, ενώ υπήρχαν επίσης και μικρότερες πλάγιες κλίμακες προοριζόμενες για τον λαό. Ο Έλληνας ιστορικός Ηρόδοτος που είχε επισκεφθεί ως περιηγητής την Βαβυλώνα, περιγράφει τον Ε-τεμενάνκι ως «χαλκόπυλον ιερόν του Διός-Βήλου», δηλαδή, ιερό του Μαρντούκ, μιας και ο τελευταίος ταυτιζόταν από τους Βαβυλωνίους τόσο με τον πλανήτη Δία, όσο και με τον ομώνυμο θεό των Ελλήνων, ενώ «Βήλος» (Bκl) ήταν μία από τις προσωνυμίες του Μαρντούκ.

Το ζικκουράτ Ε-τεμενάνκι, όπως και ο σύνολος ναός του Μαρντούκ, ο
Ε-σάγιλλα που περιέβαλε τον πρώτο, ήταν οι πλέον φημισμένοι σε όλο τον κόσμο κατά τα αρχαία χρόνια, εξ αιτίας της επιβλητικότητας και της μεγαλοπρέπειας τους. Από τότε δεν «στοιχείωσε» μόνον την ιστορία του πύργου της Βαβέλ που ανευρίσκεται στην Παλαιά Διαθήκη, αλλά επίσης και την συνείδηση ενός μεγάλου μέρους της ανθρωπότητας έως σήμερα. Αξίζει ακόμη να σημειωθεί, πως η φιλοσοφία της αρχιτεκτονικής ενός ζικκουράτ υπαγορευόταν από την καθοριστική σχέση μακρόκοσμου-μικρόκοσμου. Το ζικκουράτ ώφειλε να είναι, πάνω απ’ όλα, μια μικρογραφία-αναπαράσταση του σύμπαντος, όπως το συνελάμβαναν με την δύναμη του νου τους οι σοφοί Βαβυλώνιοι.

Ο Μύθος του Κατακλυσμού είναι ένα θέμα που απαντάται σχεδόν σε όλους τους λαούς ως μυθική αφήγηση, και μάλιστα με το ίδιο, πάνω-κάτω, «σενάριο», όπου μόνον τα ονόματα των πρωταγωνιστών αλλάζουν (π.χ. υπάρχει πάντα κάποιος άνθρωπος ή ζεύγος ανθρώπων που επιζεί της καταστροφής, όπως ο Ουτναπιστίμ κατά τους Βαβυλωνίους, ο Νώε κατά τα εβραϊκά χρονικά της Παλαιάς Διαθήκης, ο Δευκαλίων και η Πύρρα στην πολύ «αποκρυσταλλωμένη» μορφή που παίρνει ο «Κατακλυσμός» στην Ελληνική Μυθολογία κλπ.).

Δεδομένων, πρώτον, της παν-υδρογειακής έκτασης που έχει αυτός ο μύθος, από τους Ινδιάνους της Αμερικής μέχρι τις φυλές της Πολυνησίας του Ειρηνικού Ωκεανού και, δεύτερον, των αναφορών που κάνει ο μεγάλος Αθηναίος φιλόσοφος Πλάτων στους σωκρατικούς διαλόγους τους «Τίμαιος» και «Κριτίας», θεωρείται ο συγκεκριμένος μύθος, όχι μόνον ως αναμφισβήτητο ιστορικό γεγονός, αλλά επίσης και ως ένα μέρος της αφήγησης του καταποντισμού της αμφισβητούμενης έως τον 19ο αιώνα, ηπείρου της Ατλαντίδος.

Από τον 19ο Αιώνα, οπότε ο συγγραφεύς Ιγνάτιος Ντόνελλυ (1831-1901) εξέδωσε το θρυλικό βιβλίο του «Ατλαντίς, ο Προκατακλυσμιαίος Κόσμος», η Ατλαντιδολογία έχει προχωρήσει πολύ στις έρευνές της, αρχαιολογικές, γλωσσολογικές, ιστορικές, γεωλογικές κ.ά., φτάνοντας στις μέρες μας να υποστηρίξει, πως ο όρος «Ατλαντίς» δεν χαρακτήριζε ένα μόνον κομμάτι της υδρογείου, αλλά κατά κάποιον τρόπο ήταν ένα προσωνύμιο μιας αρκετά εκτεταμένης περιοχής της γης, που κάλυπτε πάνω από το 50% της επιφάνειας της τελευταίας. Έτσι, σύμφωνα πάντα με την θεωρία αυτή, το μέρος που υπέστη τις μεγαλύτερες καταστροφικές συνέπειες από τον «Κατακλυσμό», φαίνεται να ήταν μια από τις μεγαλύτερες, αν όχι η μεγαλύτερη, μητροπόλεις του προκατακλυσμιαίου κόσμου, που ονομαζόταν Ποσείδια ή Ποσειδωνία και τοποθετείται σύμφωνα με τους ερευνητές, στο μέσον, περίπου, του Ατλαντικού Ωκεανού. Το όνομα της μητρόπολης αυτής σχετίζεται, όπως είναι φανερό, με τον θεό Ποσειδώνα, πράγμα που δείχνει με τον τρόπο του, πόσο παλαιά είναι η προφορική καταβολή και ιστορία της Ελληνικής Μυθολογίας.

Το γεγονός του «Κατακλυσμού», ανάμεσα σε διάφορες μυθολογίες, παρουσιάζεται με ιδιαίτερη περιγραφική δύναμη στην Βαβυλωνιακή Μυθολογία, και συγκεκριμένα, στο «Έπος του Γκιλγκαμές». Σύμφωνα με το τελευταίο, κάποτε ο θεός Έα εμφανίστηκε σε έναν κάτοικο της πόλης Σουρουππάκ, που έφερε το όνομα Ουτναπιστίμ. Ο Έα ανακοίνωσε στον τελευταίο, πως η βούληση των θεών ήταν να καταστρέψουν κάθε ζωή πάνω στην γη και γι’ αυτό τον συμβούλεψε να κατασκευάσει ένα πλοίο, που θα είχε σχήμα κύβου, μέσα στο οποίο θα έπρεπε ακόμη να αποθηκεύσει «όλους τους σπόρους των ζωντανών πλασμάτων». Όταν ο Ουτναπιστίμ ρώτησε τον θεό Έα, πώς θα δικαιολογούσε στους συμπολίτες του μια τόση παράξενη πράξη όπως ήταν η κατασκευή ενός πλοίου, ο θεός τον συμβούλευσε να πει σ’ αυτούς, πως τάχα είχε πέσει στην δυσμένεια του θεού Ενλίλ και γι’ αυτό τον λόγο θα εξοριζόταν από την πόλη (ας προσέξει ο αναγνώστης την απόλυτη ομοιότητα που παρουσιάζει η ιστορία του Νώε στην Παλαιά Διαθήκη με τον Βαβυλωνιακό μύθο, έως αυτό το σημείο της αφήγησης).

Όταν ο Ουτναπιστίμ έκανε ό,τι τον συμβούλευσε ο θεός Έα, ξέσπασε τότε η απεριόριστη οργή των θεών: ο Αντάντ, ο θεός της θύελλας και της καταιγίδας προκάλεσε καταρρακτώδεις βροχές που άρχισαν να πέφτουν ασταμάτητα με φοβερή ορμή. Ο Νεργκάλ, θεός του Άδη διασάλευσε τις δυνάμεις που συγκρατούσαν τον ουρανό και την γη, προκαλώντας τεράστιο χάος. Οι τρομεροί Αννουνάκι, οι κριτές και φύλακες του Κάτω Κόσμου, υψώσαν πελώριους αναμμένους δαυλούς προς την επιφάνεια της γης, προξενώντας έτσι τρομαχτικές πυρκαγιές που στο πέρασμα τους «κατατρώγαν» τα πάντα.

Η θεά Ιστάρ, η οποία είχε συμφωνήσει και αυτή να εξαπολυθεί ο Κατακλυσμός πάνω στην γη, όταν είδε όλο αυτό το φοβερό δράμα να απλώνεται μπροστά στα μάτια της, μετάνιωσε και προσπάθησε να πείσει τους άλλους θεούς να σταματήσουν τον κοσμοχαλασμό. Αυτοί, επίσης τρομαγμένοι απ’ αυτό που συνέβαινε, είπαν στην Ιστάρ, ότι ήταν πολύ αργά πια …

Σύμφωνα με την Βαβυλωνιακή Μυθολογία ο Κατακλυσμός διήρκεσε έξι μέρες και έξι νύχτες. Μετά, τα πάντα κόπασαν και επήλθε μια κατάσταση ηρεμίας στην ήδη, όμως, κατεστραμμένη γη… Τότε, ο Ουτναπιστίμ κοίταξε από το πλοίο του προς τα έξω και διαπίστωσε, όπως γράφει η σφηνοειδής πλάκα που αναφέρεται στον μύθο, ότι «το ανθρώπινο γένος έγινε πάλι πηλός». Θέλοντας δε, να διαπιστώσει αν ο κίνδυνος παρήλθε οριστικά, εξαπέλυσε ένα περιστέρι από το βουνό Νισίρ, όπου είχε προσαράξει το πλοίο του. Το περιστέρι, μετά από λίγο, γύρισε πίσω. Ο Ουτναπιστίμ τότε έστειλε ένα χελιδόνι, το οποίο, επίσης, επέστρεψε γρήγορα. Τέλος, απέστειλε ένα κοράκι, το οποίο δεν γύρισε ποτέ πίσω, σημάδι ότι κάπου συνάντησε στεριά και τροφή. Μετά απ’ αυτό, ο Ουτναπιστίμ βγήκε από το πλοίο του και απελευθέρωσε όλα τα ζώα που είχε μεταφέρει.

Όταν τελείωσε ο Κατακλυσμός, η θεά Ιστάρ ύψωσε ένα μεγάλο περιδέραιο φτιαγμένο από λαζουρίτη (lapis lazuli) και ορκίστηκε ότι δεν θα συνέβαινε ξανά παρόμοιο γεγονός, ενώ κάτω στην γη σωριασμένα κείτονταν συντρίμμια και χαλάσματα επιβλητικών, άλλοτε, πόλεων και μέσα στο εγκαταλελλειμένο πεδίο διαγραφόταν ακόμη, η φιγούρα του Ουτναπιστίμ που θα αναλάμβανε να φέρει μια νέα αυγή στο γένος των ανθρώπων …

Ο Αντάπα ήτανε γιος του θεού της σοφίας Έα, και πέρα από τα καθήκοντα που ασκούσε ως ιερέας, είχε επίσης ως αγαπημένη ασχολία του να πηγαίνει συχνά για ψάρεμα. Το τελευταίο δεν ήταν απλώς μια ευχάριστη ενασχόληση για τον γιο του Έα, αλλά υπαγόταν επίσης στις ιερατικές υποχρεώσεις αυτού, μιας και είχε αναλάβει να εξασφαλίζει ψάρια για τα γεύματα των θεών. Μια μέρα, καθώς ο Αντάπα ψάρευε, ξαφνικά, ο Νότιος Άνεμος φύσηξε πολύ δυνατά και ανέτρεψε αυτόν και την βάρκα του. Ο Αντάπα θύμωσε πάρα πολύ απ’ αυτό το συμβάν και επέπληξε με δριμύτατες εκφράσεις τον άνεμο, ο οποίος έπαψε να φυσάει για επτά ολόκληρες ημέρες. Το γεγονός αυτό δεν θα μπορούσε να περάσει απαρατήρητο από τον θεό του ουρανού Ανού, ο οποίος κάλεσε τον Αντάπα στα ουράνια ανάκτορα για να δώσει εξηγήσεις.

Ο Αντάπα, που είχε αρκετό …τρακ πριν από αυτήν την συνάντηση, προσέτρεξε στον πατέρα του, Έα, για να τον συμβουλεύσει σχετικά με το ποια θα έπρεπε να ήταν η συμπεριφορά του προς τους θεούς. Ο θεός της σοφίας είπε τότε στον γιο του, πως θα έπρεπε να είχε τα μαλλιά του ανακατεμένα, και ακόμη, τα ρούχα του θα έπρεπε να ήταν πένθιμα. Στις ουράνιες πύλες θα συναντούσε τους θεούς-φύλακες Ταμμούζ και Νιγκιζίντα. Όταν οι τελευταίοι θα ρωτούσαν τον Αντάπα, γιατί είχε αξιοθρήνητη εμφάνιση, αυτός τότε, θα έπρεπε να απαντήσει, ότι πενθούσε διότι οι θεοί Ταμμούζ και Νιγκιζίντα δεν εμφανιζόνταν πλέον στην γη και κατοικούσαν μονίμως στον ουρανό. Τότε οι φύλακες ευχαριστημένοι από την απάντησή του θα τον άφηναν να εμφανιστεί μπροστά στον Ανού. Όταν ο Αντάπα θα πήγαινε στο δώμα του θεού, θα έπρεπε να αρνηθεί το ψωμί και το νερό που θα του προσφερόνταν και να δεχθεί το χρίσμα που θα του προτείνοταν, αλείφοντας το σώμα του με λάδι. Αυτές τις οδηγίες θα έπρεπε ο Αντάπα να τηρήσει «κατά γράμμα» εάν ήθελε να πάνε όλα καλά, κατά την πρώτη επίσκεψή του στην χώρα των θεών.

Ο Αντάπα, λοιπόν, αφού κέρδισε την επιδοκιμασία των δύο θεών – φυλάκων Ταμμούζ και Νιγκιζίντα με τα λόγια που είπε, οδηγήθηκε προς τον θεό Ανού, ο οποίος με την πρώτη ματιά συμπάθησε τον νεοφερμένο και μάλιστα, εκδήλωσε την πρόθεση να τον κάνει αθάνατο ! Πρόσταξε δε, να φέρουν ψωμί και νερό στον γιο του Έα, ο οποίος όμως, θυμούμενος την συμβουλή που του είχε δώσει ο πατέρας του, αρνήθηκε να τα πάρει, ενώ, αντιθέτως, δέχτηκε ευχαρίστως να αλείψει το σώμα του με λάδι. Σ’ αυτό το σημείο δεν πρέπει να αγνοήσει κάποιος ότι πολλές φορές οι θεοί εμφανίζονται αρκετά …»στριφνοί» και απρόβλεπτοι, όσον αφορά κάποια απόφαση, που είναι έτοιμοι να πάρουν. Έτσι, ο Ανού βλέποντας την ακατανόητη στα μάτια του, συμπεριφορά του Αντάπα -η οποία ωστόσο, αντικειμενικά, δεν δημιουργούσε κάποιο ιδιαίτερο πρόβλημα- …εκνευρίστηκε και ανακοίνωσε στον άναυδο, απ’ αυτά που άκουγε, γιο του Έα, πως δεν θα ελάμβανε το δώρο της αθανασίας εξ αιτίας της άρνησης του τελευταίου να δεχθεί το νερό και το ψωμί που του προσφέρθηκαν! Ωστόσο, για να μην …απελπίσει πλήρως τον ήδη δυστυχή, από την τροπή που πήραν τα πράγματα, Αντάπα, απάλλαξε τον τελευταίο από ορισμένες βαρειές δουλειές που εκτελούσε απρόθυμα στο ιερατείο της πόλης Εριντού όπου ζούσε, και ακόμη, του παραχώρησε αρκετά νέα προνόμια, τα οποία θα έπρεπε να γίνουν σεβαστά από όλους τους κατοίκους της πόλης.

Έχει επισημανθεί, όχι άστοχα, από πολλούς συγγραφείς, πως ο μύθος του Αντάπα λειτούργησε ως αφορμή για την πρόσκτηση νέων προνομίων από τους ιερείς της Μεσοποταμίας. Άλλωστε, δεν είναι η πρώτη φορά, που μύθοι, είτε ήδη υπάρχοντες, είτε κατασκευασμένοι ad hoc για έναν σκοπό, υπηρέτησαν συγκεκριμένα πολιτικά ή ιερατικά …συμφέροντα, καταργώντας έτσι με άπρεπο τρόπο την ίδια την ουσία της μυθολογίας.

Ένας από τους πλέον αρχετυπικούς μύθους της Μεσοποταμίας είναι «ο μύθος του Ετανά», που έχει να κάνει με την κατάσταση στην οποία βρέθηκαν οι πρώτοι άνθρωποι που κατέκλυσαν την γη μετά το δραματικό γεγονός του Κατακλυσμού. Εκείνη την περίοδο οι φοβεροί Αννουνάκι αποφάσισαν να μεταφέρουν το βασίλειό τους οριστικά κάτω από τη γη και όρισαν ως βασιλιά ανάμεσα στους ανθρώπους, τον Ετανά. Ο τελευταίος έχοντας ένα πολύ πρώιμο άγχος για την συνέχεια της δυναστείας του, παρακαλούσε μέρα-νύχτα με προσευχές τον θεό Σαμάς να του χαρίσει έναν γιο. Ο ηλιακός θεός εισάκουσε την παράκληση του Ετανά και για να τον βοηθήσει, του έδειξε τον δρόμο που περνούσε μέσα από ένα βουνό και που έβγαζε σ’ ένα μεγάλο λάκκο, όπου βρισκόταν ένας φυλακισμένος αετός. Όταν θα απελευθέρωνε το τελευταίο, ο αετός θα οδηγούσε τον Ετανά στο μέρος όπου βρισκόταν «το φυτό της γέννησης» και με αυτό, θα εξασφάλιζε ο βασιλιάς την απόκτηση του πολυπόθητου διαδόχου.

Πώς ο αετός βρέθηκε σ’ αυτήν την δεινή θέση, αποτελεί μια ιστορία που έχει ως εξής: στην κορυφή ενός δένδρου ζούσε κάποτε το μεγαλοπρεπές αυτό πτηνό μαζί με τα μικρά του, ενώ στην βάση του δένδρου ζούσε ένα φίδι. Ο αετός και το φίδι συμβίωναν για μακρό χρονικό διάστημα σε κλίμα συνεργασίας και αλληλοβοήθειας, και ακόμη, είχαν δώσει αμοιβαίο όρκο πως δεν θα έβλαπτε ποτέ ο ένας τον άλλο. Ο αετός όμως, καταπάτησε κάποτε τον όρκο του, καθώς μια μέρα όταν έλειπε το φίδι, κατέβηκε και έφαγε όλα τα αυγά που είχε γεννήσει το τελευταίο ! Το φίδι, έξαλλο, πήγε και παραπονέθηκε στον θεό Σαμάς, που συμβούλευσε και καθοδήγησε το πρώτο, πώς θα έφτιαχνε ένα λάκκο και με ποιον τρόπο θα παγίδευε τον αετό εκεί. Όπως και έγινε.

Τώρα, λοιπόν, ήταν ο ίδιος ο Σαμάς που οδήγησε τον Ετανά να απελευθερώσει τον εγκλωβισμένο αετό. Πράγματι, ο βασιλιάς που αναζητούσε το «φυτό της γέννησης», άνοιξε τον λάκκο και έβγαλε τον αετό από την θανατηφόρα παγίδα. Ο, αετός, τότε, ως ένδειξη ευγνωμοσύνης προς τον Ετανά, οδήγησε τον τελευταίο πετώντας μαζί του ως τον θρόνο της θεάς Ιστάρ, η οποία θα έδινε το φυτό στον Ετανά, λυτρώνοντάς τον, μια για πάντα, από το άγχος της απόκτησης του μελλοντικού αρσενικού διαδόχου του.

Αρκετοί συγγραφείς, όχι τυχαία, έχουν σταθεί ιδιαίτερα στον παραπάνω μύθο της Μεσοποταμίας, εξ αιτίας των έντονων αρχετυπικών συμβολισμών που περιέχει (το «δίπολο» αετός-φίδι, το μαγικό φυτό που εξασφαλίζει την απόκτηση παιδιών, η πτήση του ανθρώπου πάνω σ’ ένα αετό κλπ.) Σε κάθε περίπτωση ο μύθος αυτός κατορθώνει να παρουσιάζει ιδιαίτερα λεπτές νοητικές συλλήψεις με όχημα μια πολύ κωμική αφήγηση.

Το «Έπος του Γκιλγκαμές» διηγείται με μοναδικό τρόπο τις περιπέτειες του ομώνυμου ήρωα και βασιλιά της πόλης της Ουρούκ, στην προσπάθεια του να κατακτήσει την αθανασία.

Όπως μας πληροφορεί ένα από τα κορυφαία έργα, όχι μόνον της μυθολογίας, αλλά και της υπαρξιακής λογοτεχνίας, ο ηλιακός θεός Σαμάς προίκισε τον ήρωα με λαμπερή ομορφιά και ο θεός της καταιγίδας Αντάντ τον έκανε πολύ θαρραλέο, έτσι ώστε να αναλαμβάνει και τα πιο παράτολμα εγχειρήματα. Όπως αναφέρεται, ο Γκιλγκαμές ήταν «κατά τα δύο τρίτα θεός, και κατά το ένα τρίτο άνθρωπος».

Η δύναμη του ήρωα που παρομοιάζεται με εκείνη ενός ταύρου, οδήγησε τους θεούς στην απόφαση να κατασκευάσουν ένα, κατά κάποιον τρόπο, «αντίπαλο δέος» για τον Γκιλγκαμές, ο οποίος με τις περιπέτειες και τους συχνούς καυγάδες του τάραζε πολλές φορές την ησυχία των κατοίκων της Ουρούκ. Έτσι, φτιάχτηκε από πηλό ο Ενκιντού με τα μακριά μαλλιά και το δυνατό σώμα, ίσος στο θάρρος με τον Γκιλγκαμές, και ο οποίος ζούσε μονάχος στους λόφους με συντροφιά τα άγρια θηρία, τρώγοντας χλόη και καρπούς δένδρων.

Οι φιλίες του Ενκιντού με τα ζώα, γρήγορα οδήγησαν τους κυνηγούς … σε απελπισία, διότι ο πρώτος ειδοποιούσε αμέσως τα υποψήφια θηράματα για την παρουσία των δεύτερων, με αποτέλεσμα η στάθμη του κυνηγιού στην περιοχή να πέσει δραματικά.

Όταν οι κυνηγοί παρουσιάστηκαν στον βασιλιά της Ουρούκ, τον Γκιλγκαμές, για να παραπονεθούν για το παράξενο αυτό φαινόμενο και τις αρνητικές επιπτώσεις του τελευταίου πάνω στους ίδιους, τότε ο «κατά τα δύο τρίτα θεός και κατά το ένα τρίτο άνθρωπος» σκέφτηκε ένα τέχνασμα, που θα απομάκρυνε τον Ενκιντού από τον δρόμο των κυνηγών. Έστειλε μια πολύ όμορφη γυναίκα να πάει να …σαγηνεύσει τον Ενκιντού, έτσι ώστε ο τελευταίος απασχολημένος με αυτήν, να ξεχάσει ή να αμελήσει την φιλία του με τα άγρια θηρία. Όπως ακριβώς και έγινε. Ο περιπλανώμενος στους λόφους, Ενκιντού, αποφάσισε να κάνει …μια μεγάλη στάση, όταν πρωτοείδε την γυναίκα που έστειλε ο Γκιλγκαμές και από εκείνη την στιγμή δεν «είχε μάτια» παρά μόνον γι’ αυτήν !

Όταν ο Ενκιντού μετά από καιρό διαπίστωσε πως οι άλλοτε φίλοι του, τα ζώα, τον αποφεύγαν και δεν ήθελαν να κάνουν πια παρέα μαζί του, έπεσε σε μελαγχολία αναρωτώμενος το γιατί. Τότε η αγαπημένη του, προσπάθησε να τον παρηγορήσει και ακόμα, να τον πείσει να εγκαταλείψει την ζωή στους λόφους για να έλθει να ζήσει στην Ουρούκ, μια από τις μεγαλύτερες πόλεις της Μεσοποταμίας.

Όταν ο Ενκιντού περιδιάβαινε τους δρόμους της πόλης, πρόσεξε κάποια στιγμή ένα μεγάλο πλήθος σε κατάσταση ανησυχίας. Ρώτησε τους ανθρώπους τι συνέβαινε. Αυτοί του απάντησαν, πως ο Γκιλγκαμές, ο βασιλιάς της πόλης βρισκόταν -κατά τις συνήθειές του- σε κάποιον καυγά, ιδιαίτερα θορυβώδη, προκαλώντας έτσι εκνευρισμό και ταραχή σε πολλούς από τους κατοίκους της πόλης. Τότε ο Ενκιντού είπε πως θα προκαλούσε τον βασιλιά σε αγώνα πάλης, και ακόμη, πως ήταν σίγουρος πως θα κέρδιζε αυτήν την μονομαχία!

Όσοι τον άκουσαν -σχεδόν με ανοιχτό το στόμα από έκπληξη-, σκέφθηκαν πως αυτός ο βουνίσιος «θα ήταν σίγουρα τρελλός για να σκέφτεται ένα τέτοιο πράγμα». Όμως ο Ενκιντού ήταν αποφασισμένος γι’ αυτό. Πήγε και βρήκε τον Γκιλγκαμές και μετά από μερικά προσβλητικά λόγια που του είπε, οι δύο άνδρες δεν άργησαν να βρεθούν σε μια φοβερή πάλη μεταξύ τους. Για πολλές ώρες ο Γκιλγκαμές και ο Ενκιντού παλεύαν σαν λιοντάρια και η μάχη ήταν πολύ αμφίρροπη, όσον αφορά τον νικητή που θα αναδείκνυε αυτή η αναμέτρηση.

Κάποια στιγμή, με μια φοβερή λαβή ο Γκιλγκαμές έρριξε κάτω τον Ενκιντού, σημαίνοντας έτσι το τέλος της μονομαχίας. Παρ’ όλ’ αυτά, ο βασιλιάς της Ουρούκ εντυπωσιάστηκε τόσο πολύ από την ανδρεία, την δύναμη και την μαχητικότητα του Ενκιντού, που ορκίστηκε αιώνια φιλία γι’ αυτόν, μια φιλία που δεν θα μπορούσε να την χωρίσει κανένας άνθρωπος στον κόσμο. Από τότε οι δύο άνδρες έγιναν αχώριστοι σύντροφοι.

Κάποτε ο Γκιλγκαμές αποφάσισε να ταξιδέψει στην «Χώρα των Κέδρων» (η περιοχή όπου βρίσκεται σήμερα το κράτος του Λιβάνου) για να εξολοθρεύσει τον τρομερό γίγαντα Χουμπάμπα, ο οποίος πέρα από κάτοχος και φύλακας της περιοχής, ήταν επίσης ένα μεγάλο φόβητρο για τους ανθρώπους και μεγάλος εχθρός του αγαπημένου θεού του Γκιλγκαμές, του ηλιακού Σαμάς. Όταν ο Ενκιντού άκουσε την απόφαση του βασιλιά της Ουρούκ, αναλογιζόμενος τον μεγάλο κίνδυνο που θα διέτρεχε ο τελευταίος ή και οι δυο μαζί, μιας και ο Γκιλγκαμές του είχε προτείνει να έλθει μαζί του, προσπάθησε να αποτρέψει τον φίλο του από ένα τέτοιο εγχείρημα, λέγοντάς του, πως όσο δυνατός και αν ήταν, δεν θα μπορούσε να τα βάλει με τον Χουμπάμπα του οποίου το μήκος και το πλάτος εκτείνονταν σε απόσταση δεκάδων χιλιάδων μέτρων, ενώ από το στόμα του ξερνούσε φωτιές, που θα μπορούσαν να καταστρέψουν μέσα σε μια στιγμή ένα ολόκληρο χωριό !

Σ’ αυτό το σημείο ακολουθεί ένας εκπληκτικός διάλογος μεταξύ Γκιλγκαμές και Ενκιντού, όπου ο πρώτος προσπαθεί με επιχειρήματα να αιτιολογήσει και δικαιώσει την απόφασή του, εμμένοντας στον ηρωϊκό τρόπο ζωής και την καταξίωση του ανθρώπου μέσα από την δράση ως το μόνο «αντίδοτο» απέναντι στο φάσμα του θανάτου που περικυκλώνει την θνητή ύπαρξη. Προχωρώντας δε, στον συλλογισμό του, ο Γκιλγκαμές αρνείται οποιαδήποτε αξία στην «ατάραχη» καθημερινή ζωή με όσα μικροενδιαφέροντα και μικροαπασχολήσεις συνεπάγεται αυτή η τελευταία, διότι το ίδιο το γεγονός του θανάτου και η τραγικότητα της μοίρας του ανθρώπου αναγκάζουν από την φύση τους, τον συνειδητοποιημένο άνθρωπο να πορευθεί στην επική δράση και το ψυχικό μεγαλείο που αυτή προϋποθέτει.

Ο Ενκιντού από την άλλη, δίχως να διαφωνεί με όσα λέει ο φίλος του, δεν παύει ωστόσο γι’ αυτό ν’ ανησυχεί βαθύτατα για το τολμηρό της απόφασης του βασιλιά της Ουρούκ.

Στην όλη σκηνή εμπλέκεται κάποια στιγμή και η μητέρα του Γκιλγκαμές, η πολύ ωραία μορφή της βασίλισσα Νινσούν. Αυτή δεν προσπαθεί ν’ αποθαρρύνει τον γιο της, ωστόσο σε μια δέησή της προς τον θεό Σαμάς, παραπονείται έντονα, ότι ήταν εκείνος (ο θεός) που άναψε στην καρδιά του Γκιλγκαμές τον πόθο γι’ αυτήν την περιπέτεια, όπως επίσης και την μόνιμη επιθυμία του γιου της για κάθε είδους περιπέτεια. Ακόμη, παρακαλεί τον Σαμάς να προστατεύσει τον Γκιλγκαμές από κάθε κακό που θα μπορούσε να τύχει στον δρόμο του, όπως επίσης, και να του συμπαρασταθεί στην μάχη που θα έδινε με τον Χουμπάμπα. «Σού εμπιστεύομαι τον γιο μου. Να μού τον φέρεις πίσω ασφαλή». Έτσι έκλεισε η Νινσούν την δέησή της προς τον θεό Σαμάς.

Ο Ενκιντού, μην θέλοντας ν’ αφήσει μόνον τον φίλο του σε μια τόσο επικίνδυνη επιχείρηση, αποφασίζει να τον ακολουθήσει. Αφού οπλίστηκαν και οι δύο, ξεκίνησαν για την Χώρα των Κέδρων. Όπως αναφέρει το έπος, πέρασαν επτά βουνά, ώσπου να φτάσουν στην πύλη του δάσους όπου βρισκόταν ο Χουμπάμπα.

Μόλις αντίκρυσε την πελώρια πύλη ο Ενκιντού φοβήθηκε για λίγο. Ο Γκιλγκαμές προσπάθησε να τον εμψυχώσει, λέγοντάς του, να θυμηθεί όλους τους πολέμους και τις μάχες στις οποίες είχαν βρεθεί και οι δύο μαζί και έτσι «θα εξαφανιζόταν ο φόβος του θανάτου» από την καρδιά του φίλου του.

Αφού είχαν προχωρήσει βαθειά μέσα στο δάσος ο Γκιλγκαμές έρριξε έναν κέδρο, χτυπώντας τον με τον πέλεκυ του. Ο θόρυβος τάραξε τον Χουμπάμπα, ο οποίος φώναξε δυνατά: «ποιος είναι αυτός που παραβίασε το δάσος μου και έκοψε τον κέδρο μου;». Όμως ο Γκιλγκαμές ήταν ήδη πανέτοιμος να αντιμετωπίσει τον γίγαντα. Ο Ενκιντού σε μια ύστατη όσο και μάταιη προσπάθεια, επιχείρησε να αποτρέψει τον φίλο του από την σύγκρουση.

Ο Γκιλγκαμές δεν τον άκουγε καθώς με τον πέλεκυ του έριχνε και άλλους κέδρους προκαλώντας την λυσσαλέα οργή του Χουμπάμπα, ο οποίος προσπάθησε να επιτεθεί στον Γκιλγκαμές, ενώ ταυτόχρονα τον δελέαζε -διότι ο γίγαντας, παρά το μέγεθός του, φοβόταν κατά βάθος τον βασιλιά της Ουρούκ- με διάφορες προσφορές, εάν σταματούσε την προέλασή του μέσα στο δάσος του.

Κάποια στιγμή, ο γίγαντας άρχισε να κλονίζεται σοβαρά από την σφοδρότητα των χτυπημάτων του σπαθιού του Γκιλγκαμές, αλλά και από την τρομερή ευκινησία του τελευταίου, καθώς απέφευγε όλες τις παγίδες που του έστηνε ο γίγαντας κατά την διάρκεια της μάχης. Ταυτόχρονα, είχε πλησιάσει και ο Ενκιντού, ο οποίος με το σπαθί του κατάφερε απανωτά, καίρια χτυπήματα πάνω στο σώμα του αχανούς σε έκταση γίγαντα, μια έκταση, η οποία αποδείχθηκε ένα μειονέκτημα για τον Χουμπάμπα, που σε σχέση με τους Γκιλγκαμές και Ενκιντού τον έκανε να εμφανίζεται εξαιρετικά δυσκίνητος, και ακόμη, αδύναμος να προστατέψει όλη αυτήν την επιφάνεια του σώματός του, που ήταν συνεχώς εκτεθειμένη στα σπαθιά των δυο ηρώων.

Έτσι, δεν άργησε να έλθει η στιγμή, όπου ο Χουμπάμπα έπεσε νεκρός. Αμέσως, όπως μας λέει το έπος, τα βουνά και οι λοφοσειρές κινήθηκαν από τις θέσεις τους μέσα σε φοβερό πάταγο, ενώ ο Ενκιντού δεν μπορούσε ακόμη να πιστέψει τον φοβερό άθλο που είχε επιτελέσει μαζί με τον φίλο του, Γκιλγκαμές.

Η θεά Ιστάρ βλέποντας από τον ουρανό όπου βρισκόταν, τον άθλο του Γκιλγκαμές, και ακόμη, την ανδρεία και το θάρρος που είχε και του επέτρεψε να πραγματοποιήσει τον άθλο αυτό, ερωτεύτηκε τον ήρωα και κατέβηκε στη γη για να τον συναντήσει.

Η πανέμορφη θεά στάθηκε μπροστά στον ήρωα, προτείνοντάς του να γίνει σύζυγος της, υποσχόμενη μάλιστα, δώρα, τιμές, θεϊκά αξιώματα και ο,τιδήποτε άλλο θα ζητούσε ο βασιλιάς της Ουρούκ. Διαβάζουμε στο Έπος, όλες τις υποσχέσεις της Ιστάρ που πραγματικά φαντάζουν να μην έχουν τέλος. Μια αγωνιώδης προσπάθεια της θεάς του έρωτα και του πολέμου να κερδίσει τον πολυπόθητο γι΄αυτήν Γκιλγκαμές και να τον κρατήσει μαζί της για πάντα.

Ο ήρωας όμως, γνωρίζοντας τον πολύ επιπόλαιο και άστατο χαρακτήρα της Ιστάρ αρνήθηκε, …πληγώνοντας έτσι την καλόκαρδη μεν, αλλά διαθέτουσα δε αρκετό εγωϊσμό θεά ! Αυτό ήταν κάτι που δεν θα μπορούσε να ανεχθεί εύκολα η θεά: ένας θνητός (έστω και εάν ήταν «κατά τα δύο τρίτα θεός και κατά το ένα τρίτο θνητός») να απορρίψει τον έρωτα που εκδήλωσε γι’ αυτόν μια θεά! Σε έξαλλη κατάσταση πήγε αμέσως στον πατέρα της και θεό του ουρανού Ανού, και με κοριτσίστικη επιπολαιότητα παραπονέθηκε, ότι τάχα ο Γκιλγκαμές την έβρισε και την προσέβαλε με πολύ άσχημο τρόπο. Μάλιστα δε, βλέπουμε την Ιστάρ σε μια στιγμή της ακατάσχετης οργής της να λέει με …αφοπλιστική, ειλικρινή αφέλεια στον Ανού, ότι «ο Γκιλγκαμές την εξέθεσε ανεπανόρθωτα μιλώντας παρουσία τρίτων, για την απαράδεκτη και ανόητη συμπεριφορά της»! Ο Ανού δίσταζε να στραφεί εναντίον του Γκιλγκαμές, όμως το ερωτικό πάθος της κόρης του -που είχε μεταβληθεί τώρα σε άγρια επιθυμία για εκδίκηση- για τον Γκιλγκαμές, ήταν τέτοιο, που οδήγησε την τελευταία να εκβιάσει τον θεό του ουρανού, πως εάν ο Γκιλγκαμές έμενε ατιμώρητος που τόλμησε να … απορρίψει μια ερωτευμένη μαζί του θεά, τότε θα προκαλούσε καταστροφές σε όλη την Μεσοποταμία !

Ο Ανού, τότε, υποχώρησε, μην μπορώντας να κάνει αλλιώς, και δημιούργησε τον Ταύρο του Ουρανού, ο οποίος μόλις έπεσε στην γη άρχισε να επιτίθεται στους ανθρώπους, έχοντας, βέβαια, ως πρώτο στόχο του τον Γκιλγκαμές. Ο τελευταίος, όμως, δίχως να χάσει το θάρρος του, άρχισε να παλεύει με τον ταύρο, ώσπου στο τέλος τον σκότωσε ! Η Ιστάρ μόλις είδε τον θάνατο του ταύρου, άρχισε να …τραβάει τα μαλλιά της από την λύσσα της και ξεστόμιζε βαρειές κατάρες εναντίον του Γκιλγκαμές (ενώ, ταυτόχρονα, τον ερωτευόταν ακόμα πιο πολύ). Οι θεοί κλήθηκαν …εκτάκτως σε συνεδρίαση για να εξετάσουν το ζήτημα της φιλονικίας ανάμεσα Ιστάρ και Γκιλγκαμές. Προσήλθαν ο Ανού, ο Έα, ο Ενλίλ και ο Σαμάς, ενώ η Ιστάρ με πολύ … πονηρό τρόπο απέφυγε αυτήν την συνάντηση !

Ο Ενλίλ αξίωσε πως, για την εξολόθρευση του Ταύρου του Ουρανού, ένας από τους Γκιλγκαμές και Ενκιντού θα έπρεπε να πεθάνει. Ο δε Σαμάς, προστάτης του βασιλιά της Ουρούκ, αντιτάχθηκε στον Ενλίλ, θεωρώντας την αξίωση αυτή απαράδεκτη. Μετά από ώρες και ώρες διαβουλεύσεων όμως, η μοίρα του Ενκιντού είχε ήδη σφραγιστεί: έπρεπε να πεθάνει.

Ο Γκιλγκαμές, όταν είδε τον φίλο του να αρρωσταίνει βαρειά, και ακόμη, όταν κατάλαβε πως η σκιά του θανάτου έκανε έντονη την παρουσία της γύρω από τον Ενκιντού, απελπίστηκε και παρακαλούσε τους θεούς να χαρίσουν την ζωή στον πολύτιμο φίλο του, ενώ στιγμή δεν «ξεκολλούσε» από το πλευρό του.
Ο θάνατος του Ενκιντού, δίνει την αφορμή στο «Έπος του Γκιλγκαμές» να ξεδιπλώσει μερικές από τις καλύτερες «σελίδες» που έχουν ποτέ γραφεί, όχι μόνον στην μυθολογία. αλλά και σε ολόκληρη την ιστορία της λογοτεχνίας.

Ο βασιλιάς της Ουρούκ συντετριμμένος από την οδύνη για τον θάνατο του φίλου του, πέφτει σε μια σειρά σκέψεων και αναλογισμών για την σύνολη τραγική μοίρα του ανθρώπου, ο οποίος «παγιδευμένος» από τις εναντιότητες της ζωής αναμένει ακόμη και την «παγίδευσή» του από τον θάνατο, όταν αυτός θα διαδεχθεί την προηγούμενη. Οι σκέψεις του ήρωα, -και ο τρόπος με τον οποίο αυτές εκφράζονται- «κρέμονται» στο χείλος της αβύσσου της ύπαρξης, «αναβοσβήνουν» ακόμη συνεχώς στην δυσδιάκριτη γραμμή που χωρίζει την «επί γης καταξίωση» και την ματαιότητα των γηίνων πραγμάτων που θεωρούνται πολύτιμα από τους ανθρώπους.

Σε μια τρομερή αποστροφή του εαυτού του και του κόσμου, ο Γκιλγκαμές αποφασίζει να ταξιδέψει πολύ μακριά για να βρει τον Ουτναπιστίμ, ο οποίος, όπως είδαμε σε προηγούμενες σελίδες, ήταν ο μοναδικός που είχε επιζήσει του Κατακλυσμού, και ακόμη, ο μόνος άνθρωπος που έως τότε είχε γίνει αθάνατος από τους ίδιους τους θεούς. Ο ήρωας θα προσπαθούσε να τον συναντήσει για να ακούσει από το στόμα του, το μυστικό της αθανασίας.

Ο Ουτναπιστίμ, αθάνατος πια, ζούσε στην χώρα Ντιλμούν, στους «Κήπους του Ηλίου». Η Ντιλμούν βρισκόταν μακριά από τον κόσμο των θνητών, και η πρόσβαση σ’ αυτήν, κάθε άλλο παρά εύκολη ήταν.

Αφού προσευχήθηκε ο Γκιλγκαμές στον θεό του φεγγαριού, Σιν, έφθασε στο βουνό Μασού, το οποίο κατά τους Βαβυλωνίους, «βάσταζε την ανατολή και την δύση του ηλίου». Το Μασού είχε δύο κορυφές και οι ρίζες του απλώνονταν μέχρι τον Κάτω Κόσμο. Άνθρωποι-σκορπιοί φυλάγαν την πύλη του βουνού, πλάσματα που με την διπλή αυτή μορφή προκαλούσαν δέος στους ανθρώπους, καθώς τα σώματά τους ακτινοβολούσαν χρυσό φως, ενώ μια ματιά τους θα μπορούσε να σκοτώσει τον άτυχο που θα τους συναντούσε. Ο Γκιλγκαμές, όμως, δεν τους φοβήθηκε και απαίτησε μάλιστα, να του δείξουν την πορεία που οδηγούσε στην Ντιλμούν, όπου έμενε ο Ουτναπιστίμ.

Οι ανθρωποσκορπιοί, θαυμάζοντας το θάρρος του βασιλιά της Ουρούκ, έδειξαν στον τελευταίο τον δρόμο που έπρεπε να ακολουθήσει και που περνούσε μέσα από το βουνό, οδηγώντας προς την ανατολή του ηλίου. Το σκοτάδι που απλωνόταν σ’ αυτό τον χώρο ήταν το πιο σκοτεινό από όλα τα σκοτάδια ! Όμως αυτό, δεν αποθάρρυνε τον ήρωα από το να συνεχίσει την πορεία του.

Προχωρώντας όλο και πιο βαθειά μέσα σ’ αυτόν τον τόπο, όπου το φως του ηλίου ποτέ δεν εισχωρούσε, ένα αίσθημα απελπισίας τύλιξε τον ήρωα, μιας και η απύθμενη αυτή σκοτεινότητα θα μπορούσε, ασφαλώς, να «παραλύσει» και τον πλέον θαρραλέο και ανδρείο. Μπροστά πυκνό μαύρο, πίσω το ίδιο, δεξιά και αριστερά η ίδια φρίκη του πιο απόλυτου σκοταδιού που λες ότι είχε καταπιεί με αόρατο στόμα όλες τις φιγούρες και τα σχήματα που είναι αναγνωρίσιμα στον έξω κόσμο. Ωστόσο, ο ήρωας προχωρούσε…

Έχει ειπωθεί ότι το μεγαλύτερο θάρρος είναι να νοιώθεις τον φόβο ή και τον τρόμο, και παρ’ όλ’ αυτά να συνεχίζεις. Το τελευταίο, ίσχυε, σε κάθε περίπτωση για τον Γκιλγκαμές, ο οποίος ευρισκόμενος σ’ αυτήν την πνιγηρή, αφόρητη κατάσταση, νιώθοντας το σκοτάδι να τυλίγει και το τελευταίο ίχνος του σώματός του, δεν σκέφθηκε ούτε για μια στιγμή να γυρίσω πίσω, αλλά συνέχισε το βάδισμά του …

Μετά από μεγάλη πορεία άρχισε να αχνοφαίνεται λίγο φως από την αυγή του ηλίου. Αυτές οι ακτίνες αναθάρρυναν τον ήρωα, ο οποίος άρχισε να τρέχει προς την φωτεινή κατεύθυνση, εγκαταλείποντας πλέον τα φρικιαστικά σαγόνια του απολύτου σκοταδιού.

Όταν ο Γκιλγκαμές βρέθηκε στον Κήπο των θεών που βρισκόταν πίσω από το «μαύρο τεύχος» που με θαυμαστή επιμονή «εκπόρθησε» διασχίζοντας το, σίγουρα δεν θα πίστευε πως θα υπήρχε ένας τέτοιος τόπος, αν δεν τον έβλεπε ο ίδιος με τα μάτια του !

Εκεί τον πλησίασε ο Σαμάς, ο οποίος όπως έχουμε δει έως τώρα, πολλές φορές συμπαραστάθηκε στον ήρωα. Ωστόσο, η προφητεία του ηλιακού θεού, παρότι ειπωμένη με συμπάθεια και αγάπη δεν ήταν τόσο ενθαρρυντική.

Του είπε πως το θάρρος του ήταν μεν θαυμαστό, ωστόσο όμως, η όλη πορεία του δεν θα απέδιδε τους καρπούς που ανέμενε. Ο Γκιλγκαμές τότε, απάντησε με ένα υπέροχο τρόπο, λέγοντας πως δεν θα «τα παρατούσε» στο σημείο όπου ήδη έφτασε, και ακόμα, με λόγια που έδειχναν τόσο την αποφασιστικότητα, όσο και την πνευματική ολοκλήρωση του, υπεραμύνθηκε της ηρωϊκής πορείας προς την αναζήτηση, ανεξαρτήτως του τελικού αποτελέσματοσ που θα έφερε η τελευταία !

Μια παράξενη γυναίκα ήρθε τότε να συναντήσει τον Γκιλγκαμές. Η Σιντουρί ήταν κατά κόποιο τρόπο η θηλυκή θεότητα του κρασιού και είχε το παλάτι της στην άκρη του Κήπου των θεών. Όταν είδε τον ήρωα, προσπάθησε να τον παρηγορήσει, αναλογιζόμενη τον λόγο που ο Γκιλγκαμές βρισκόταν σ’αυτήν την κατάσταση, δείχνοντας πολύ ταλαιπωρημένος και πονεμένος. Ο ήρωας της εξιστόρησε τις περιπέτειες του και τον θάνατο του Ενκιντού, ένα τραγικό συμβάν, που σημάδεψε την σκέψη και την ψυχή του, κάνοντάς τον να αναζητά την χώρα Ντιλμούν και την αθανασία. Η Σιντουρί αφού τον άκουσε, είπε πως μάταια ακολούθησε αυτήν την πορεία, διότι η μοναδική ενασχόληση του ανθρώπου θα ‘πρεπε να είναι μόνον το φαί, το πιοτό και το γλέντι ! Ο Γκιλγκαμές, αηδιασμένος από την ζωώδη βλακεία της Σιντουρί, της αντέτεινε ότι όσα μόλις του ανέφερε δεν γλυτώνουν τον άνθρωπο από τα ταχύτατα σαγόνια του θανάτου και ότι μονάχα η ηρωϊκή πορεία μπορεί να καταξιώσει την ανθρώπινη μοίρα έναντι του θανάτου, μια γλώσσα, ασφαλώς, άγνωστη στην αποβλακωμένη και άχρηστη Σιντουρί !

Η τελευταία μάλιστα, θέλοντας να αποθαρρύνει τον ήρωα όσο περισσότερο γινόταν, του είπε ότι ο ωκεανός που τον χώριζε τώρα από τον Ουτναπιστίμ που εναγωνίως έψαχνε να βρει, ήταν αδιάβατος από όλους τους ανθρώπους ακόμα και από τους θεούς, εκτός από τον Σαμάς, μιας και μόνον ο ήλιος μπορούσε να τον διασχίσει από πάνω ! Ο Γκιλγκαμές, τότε, οργίστηκε και αφού έσυρε το σπαθί του άρχισε να κομματιάζει με αυτό, κάποιες πέτρες που βρισκόνταν κοντά του.

Ο Ουρσαναμπί, πορθμέας και φύλακας του Ωκεανού ακούγοντας αυτήν την φασαρία, έτρεξε να δει τι συνέβαινε. Όταν άκουσε όλη την ιστορία του ήρωα, αποφάσισε να τον βοηθήσει και μαζί κατασκευάσανε ένα πλοίο, που θα μετέφερε τον Γκιλγκαμές στον Ουτναπιστίμ.

Επιτέλους, ο ήρωας στεκόταν πια αντίκρυ σ’ εκείνον που είχε γλυτώσει από τον Κατακλυσμό και θεοί είχανε κάνει αθάνατο. «Θα σου αποκαλύψω το μυστικό των θεών», ψιθύρισε ο Ουτναπιστίμ στο αυτί του Γκιλγκαμές. Άρχισε λοιπόν να του διηγείται για τα γεγονότα που οδήγησαν τους θεούς να πάρουν την δραματική απόφαση να εξαλείψουν κάθε ζωή από την γη, εκτός από τον ίδιο, όσο και για την αθανασία την οποία ζηλότυπα κρατούσαν οι θεοί για τον εαυτό τους (και εδώ εντοπίζουμε μια «προμηθεϊκή απόχρωση» στον τόνο της αφήγησης του Ουτναπιστίμ). Ο ίδιος, όμως, ήταν πρόθυμος να οδηγήσει τον Γκιλγκαμές στην αθανασία, αρκεί ο δεύτερος να δεχόταν να υποβληθεί σε μια όχι τόσο σοβαρή -όπως φάνηκε στην αρχή- δοκιμασία: έπρεπε για έξη μέρες και επτά νύχτες να παραμείνει εντελώς άγρυπνος, και μετά θα γινόταν αθάνατος.

Όμως, σαν από σαδιστική ειρωνία της τύχης, μετά από λίγο, ο ήρωας κουρασμένος από όλες τις περιπέτειές του, αποκοιμήθηκε, δίχως καλά-καλά να το καταλάβει. Κοιμήθηκε, μάλιστα, για έξη ημέρες και επτά νύχτες συνεχόμενες, όσες υποτίθεται πως θα έπρεπε να μείνει εντελώς άγρυπνος ! Όταν ξύπνησε και πληροφορήθηκε από τον Ουτναπιστίμ, πως μην αντέχοντας να εκπληρώσει τον μοναδικό όρο, που του επεβλήθη για να κερδίσει την αθανασία, έχασε γι’ αυτό οριστικά αυτήν την τελευταία, τότε ο ήρωας έμεινε άναυδος μην πιστεύοντας πως η τύχη θα του έδειχνε το πιο σκληρό πρόσωπό της.

Παρ’ όλ’ αυτά όμως, ο Ουτναπιστίμ μην θέλοντας να αφήσει τον Γκιλγκαμές μέσα σε μια απόλυτη απελπισία, του έδειξε το μέρος όπου θα έβρισκε «το φυτό της αιώνιας νεότητας». Ήταν στο βυθό της θάλασσας.

Ο ήρωας αφού έδεσε πέτρες στο σώμα του με τέτοιον τρόπο ώστε να μπορεί να απαλλαγεί εύκολα απ’ αυτές, βούτηξε στα νερά και οι πέτρες τον παρασύρανε σε πολύ μικρό χρόνο ως τον βυθό. Εκεί διέκρινε το φυτό, του οποίου η μορφή έμοιαζε με εκείνη ενός ρόδου.

Αφού το έκοψε, αναδύθηκε γρήγορα στην επιφάνεια. Κατά την επιστροφή προς την Ουρούκ όμως, όταν σταμάτησε για λίγο σε ένα πηγάδι για να πλυθεί, ένα φίδι πρόβαλε από τους θάμνους, πλησίασε το μέρος όπου είχε αφήσει το φυτό ο ήρωας και το έφαγε. Αμέσως το ερπετό άλλαξε δέρμα κι έφυγε γρήγορα-γρήγορα, ενώ ο ήρωας αντίκρυζε με παγωμένο βλέμμα την απίστευτη αυτή σκηνή !

Έτσι, χάθηκε με τον πιο απροσδόκητο τρόπο και το τελευταίο θεϊκό δώρο που απέκτησε ο ήρωας. Όμως, οι περιπέτειες και η αναζήτηση του Γκιλγκαμές δεν αποδείχθηκαν μάταιες. Αφού γύρισε στην Ουρούκ, όπου βασίλευσε για πολλά χρόνια με σοφία και δικαιοσύνη, πέθανε δοξασμένος ανάμεσα στους ανθρώπους, οι οποίοι φρόντισαν να διαιωνίσουν την μνήμη του, καθώς και τους άθλους του για πάντα.

Advertisements