ceratophrys ornata


ceratophrys cranwelli


τερράριο για κερασφόρους βατράχους

Και πάλι μια επανεπιστροφή στους βατράχους, μιας και έχω να τους αναφέρω πολύ καιρό εδώ στο Ιστολόγιο. Τώρα θα γράψω για κάποιους από τους αγαπημένους μου βατράχους, τα μέλη του γένους Ceratophrys.
Το γένος κερατόφρυς (Ceratophrys) είναι ένα γένος μεγάλων χερσαίων βατράχων της οικογένειας των κερατοφρυιδών (Ceratophryidae), η οποία προηγουμένως ήταν η υποοικογένεια Ceratophryinae της οικογένειας Leptodactylidae. Συναντάται στη Νότια Αμερική. Το όνομα του γένους τους οφείλεται σε μια προεξοχή σαν κέρατο που σχηματίζεται από το άνω βλέφαρο. Το γένος περιλαμβάνει 8 είδη: Ceratophrys aurita, C. calcarata, C. cornuta, C. cranwelli, C. joaseirensis, C. ornata, C. stolzmani, και C. testudo. Τα είδη του ενδιαφέροντος όμως είναι δύο: ο αργεντινικός ή στολισμένος ή του Μπελ κερασφόρος βάτραχος c. ornata και ο κερασφόρος βάτραχος του Κράνγουελ c. cranwelli. Τα δύο αυτά είδη έχουν μικροσκοπικά κέρατα. Το είδος με τα μεγαλύτερα κέρατα είναι ο κερασφόρος βάτραχος του Σουρινάμ c. cornuta, ο οποίος είναι σπάνιος στην αιχμαλωσία.
Οι βάτραχοι αυτοί (περισσότερο ο c. ornata και λιγότερο ο c. Cranwelli) είναι από τα πλέον διαδεδομένα και ευπροσάρμοστα αμφίβια που διατηρούνται σε τερράρια. Στην Ελλάδα ο c. ornata είναι ο πιο κοινός βάτραχος που μπορεί να βρεθεί να πωλείται.
Ο c. ornata προέρχεται από τα τροπικά δάση της βόρειας Αργεντινής, της Ουρουγουάης και λίγων περιοχών της Βραζιλίας, ενώ ο c. cranwelli από το ξηρότερο Γκραν Τσάκο της Αργεντινής, της Βραζιλίας, της Βολιβίας και της Παραγουάης. Τα δύο αυτά είδη, όπως και τα υπόλοιπα είδη του γένους, έχουν χοντρό σώμα, με πλάτος περίπου όσο και το μήκος τους, πλατύ και δυνατό κεφάλι με ένα τεράστιο στόμα πλατύ όσο το κεφάλι, το οποίο φέρει οδοντοειδείς προεξοχές στην κάτω σιαγόνα εκτός από τα δόντια της πάνω – οι βάτραχοι έχουν δόντια μόνο πάνω -, και σχετικά κοντά άκρα με κοντά πόδια προσαρμοσμένα για εκσκαφή. Το δέρμα τους είναι μαλακό και χαλαρό όπως σ’όλους τους βατράχους, αν και μπορεί να είναι λίγο τραχύτερο στις πλευρές, και στο κεφάλι είναι συνενωμένο με το κρανίο για περαιτέρω προστασία. Ο σκελετός τους είναι έντονα οστεοποιημένος, ως προσαρμογή στο σκαπτικό τρόπο ζωής τους και στην κατανάλωση μεγάλων θηραμάτων, και διαθέτουν οστέινες πλάκες στις πλευρές τις σπονδυλικής στήλης, οι οποίες συνενώνονται μ’αυτήν, δημιουργώντας μια προστατευτική ασπίδα. Τα αρσενικά είναι ελαφρώς μικρότερα από τα θηλυκά. Ο χρωματισμός του C. ornata είναι πιο έντονος και ζωηρός από αυτόν του C. cranwelli, εξού και το όνομά του. Ο C. ornata είναι έντονα πράσινος με κκοκκινοκαφέ και κίτρινες κυλίδες, ενώ ο C. cranwelli έχει συνήθως πράσινο και καφέ χρώμα θαμπότερων αποχρώσεων, αν και κάποια άτομα παρουσιάζουν εντονότερο πράσινο, ενώ σε νεαρή ηλικία είναι πρασινότερος. Η κάτω πλευρά του σώματος είναι ανοιχτόχρωμη. Οι χρωματισμοί του σώματός τους βοηθούν στο καμουφλάζ στο έδαφος του δάσους. Στην αιχμαλωσία συχνά εκτρέφονται και αλφικά άτομα, συνήθως από τον C. cranwelli. Κυκλοφορούν επίσης και οι λεγόμενοι φαντασιακοί βάτραχοι (fantacy frogs), οι οποίοι στην πραγματικόττητα είναι στείρο υβρίδιο του C. ornata με τον C. cornuta, με πολύ όμορφους χρωματισμούς και μεγαλύτερα κέρατα. Το μήκος τους κειμαίνεται στα 14-18 εκατοστά για τον C. ornata και στα 9-13 εκατοστά για τον C. cranwelli, ενώ οι C. cornuta μπορούν να φτάσουν τα 20 εκατοστά. Οι βάτραχοι αυτοί στη φύση ζουν σε περιβάλλον δάσους ή σαβάνας, όπου περνούν τον περισσότερο χρόνο τους μισοθαμμένοι σ’ένα υγρό υπόστρωμα πεσμένων φύλλων, χώματος και βρύων, περιμένοντας για θηράματα να περάσουν από κοντά. Όταν κάποιο ζώο περάσει από δίπλα τους, εκτινάσσονται από την τρύπα τους, το πιάνουν με την κοντή, κολλώδη γλώσσα τους, η οποία μπορεί να σηκώσει περίπου τρεις φορές το βάρος τους, το πιέζουν με τα σαγόνια τους, και το καταπίνουν. Τα μπροστινά άκρα μπορούν να δράσουν βοηθητικά στη σίτιση, όπως και στους περισσότερους βατράχους. Το διαιτολόγιό τους περιλαμβάνει ό,τι ζώο μπορεί να χωρέσει στο στόμα τους, από έντομα και σκουλήκια έως σαύρες, τρωκτικά, βατράχια, συμπεριλαμβανομένων και μελών του είδους τους, μικρά φίδια, σαλιγκάρια κ.ά. Το κλίμα στο οποίο ζουν είναι τροπικό ή υποτροπικό με διακριτές περιόδους βροχών και ξηρασίας. Κατά την τελευταία, οι βάτραχοι αυτοί πέφτουν σε νάρκη μέσα στο έδαφος. Έχει βρεθεί ότι ο μεταβολισμός τους δεν πέφτει αισθητά κατά τη νάρκη, αλλά αυτό δεν είναι πρόβλημα, αφού και κατά τη δραστήρια περίοδο είναι πολύ χαμηλός. Αυξάνεται ελαφρώς όταν χωνεύουν κάποιο γεύμα, με την αύξηση ανάλογη του μεγέθους και της σκληρότητάς του, και φυσικά κατά την αναπαραγωγή.
Οι βάτραχοι αυτοί είναι πολύ εύκολοι στη διατήρηση στην αιχμαλωσία και προσαρμόζονται σε πολλές και διαφορετικές συνθήκες. Συνήθως στεγάζονται μεμονωμένα λόγω τον κανιβαλιστικών τους τάσεών, (εκτός από περιπτώσεις αναπαραγωγής ή σε περίπτωση που τα άτομα είναι ίσου μεγέθους και καλοταϊσμένα, και πάλι με πολύ προσοχή) σε τερράρια διαστάσεων 50χ40χ30 (μήκος, πλάτος, ύψος) για ενήλικα βατράχια και αναλογικά μικρότερα δοχεία για νεαρά άτομα. Αν και αυτοί οι βάτραχοι είναι αδρανείς και κινούνται σπάνια, ένα καπάκι με ένα μέρος του από σίτα για αερισμό χρειάζεται, για να μη διαφεύγει η υγρασία και η ζέστει γρήγορα στο περιβάλλον και για να μην πέφτουν αντικείμενα μέσα στο τερράριο. Ως υπόστρωμα μπορεί να χρησιμοποιηθεί τύρφη, χούμος ή χώμα ή μείγμα αυτών των υλικών βάθους 8 εκατοστών ή και παραπάνω για σκάψιμο. Για πιο εύκολο καθάρισμα μπορεί να χρησιμοποιηθεί υγρό χαρτί κουζίνας. Ορισμένοι διατηρούν το είδος επιτυχώς σε ρηχό νερό χωρίς κάτι άλλο, αν και τότε οι αλλαγές νερού θα πρέπει να γίνονται σχεδόν καθημερινά για την αποφυγή συσσώρευσης αμμωνίας από τα απορρίμματά του, η οποία είναι τοξικοί και εύκολα μπορεί να τον σκοτώσει. Οι περισσότεροι αιφνίδιοι θάνατοι των βατράχων αυτών προέρχονται από την αμμωνία ενός βρώμικου περιβάλλοντος.
Επάνω στο υπόστρωμα ως διακόσμηση και για περισσότερο φυσική εμφάνιση μπορούν να τοποθετηθούν προερετικά πεσμένα φύλλα, φλοιοί δέντρων, ξυλαράκια, κομμάτια φελλού και βρύα. Αληθεινά η πλαστικά φυτά μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν, αν και ο βάτραχος σκάβοντας μπορεί να ξεριζώσει τα ζωντανά φυτά ή να ρίξει τα τεχνητά. Ένα πλατύ και ρηχό δοχείο αποχλωριωμένου νερού θα πρέπει επίσης να υπάρχει. Το βάθος του νερού θα πρέπει να είναι τόσο ώστε να καλύπτει το σώμα του βατράχου, μιας και αυτοί οι βάτραχοι, όπως και οι φρύνοι και άλλα χερσαία είδη, δεν είναι καλοί κολυμβητές και μπορεί να πνιγούν στο πολύ νερό, ιδίως αν δεν έχουν εύκολο τρόπο διαφυγής. Αν το δοχείο είναι μεγάλο και ο βάτραχος μικρός, τότε θα πρέπει κάποιες πέτρες ή κάτι παρόμοιο να είναι τοποθετημένο στην άκρη του δοχείου για να βγαίνει έξω πιο εύκολα. Αληθεινά ή τεχνητά φυτά ή κλαδιά μπορούν να κρεμαστούν πάνω από το δοχείο του νερού για να δημιουργήσουν περισσότερη αίσθηση ασφάλειας. Οι βάτραχοι αυτοί μπορούν να διατηρηθούν και χωρίς νερό, αλλά τότε θα πρέπει να δίνεται μεγάλη προσοχή στην υγρασία του υποστρώματος. Κρυψόνες δε χρειάζονται αν το υπόστρωμα σκάβεται, αλλά στην περίπτωση του χαρτιού θα πρέπει να υπάρχουν μερικές κρυψόνες από φλοιό, φελλό, ξύλο, φυτά κλπ. Στο περιβάλλον αυτό ωστόσο αρκετοί ενήλικοι βάτραχοι χάνουν κάθε κρυπτική τάση και παραμένουν εκτεθημένοι σε κοινή θέα χωρίς πρόβλημα.
Οι βάτραχοι αυτοί δε χρειάζονται κάποιο συμπληρωματικό φωτισμό, και το φως του χώρου όπου βρίσκονται αρκεί. Η φωτοπερίοδος πρέπει να διαρκεί 9-12 ώρες, ανάλογα με την εποχή. Οι βάτραχοι αυτοί ανέχονται ένα ευρύ φάσμα θερμοκρασιών. Μία θερμοκρασία 25-29 C κατά την ημέρα με πτώση τη νύχτα στους 22-24 C είναι ιδανική για την ενεργή περίοδο. Η θέρμανση του τερραρίου μπορεί να επιτευχθεί με τη χρήση θερμαντικής πλάκας, η οποία πρέπει να τοποθετηθεί σε μία πλευρά του τερραρίου και όχι από κάτω, γιατί αν ο βάτραχος υπερθερμανθεί θα προσπαθήσει να σκάψει πιο κάτω για να δροσιστεί, και αν βρεί περισσότερη ζέστη θα του προκληθεί στρες. Οι θερμαντικές λάμπες πυράκτωσης επίσης δεν είναι καλός τρόπος παροχής θέρμανσης, γιατί η ζέστη που παράγουν είναι δυνατή και μπορεί να ξηράνει το δέρμα του βατράχου, το οποίο πρέπει να παραμένει πάντοτε υγρό, όπως και σ’όλα τα αμφίβια. Με τη θερμαντική πλάκα, θα δημιουργηθεί στο τερράριο μια διαβάθμηση θερμοκρασίας. Το δοχείο του νερού θα πρέπει να βρίσκεται στη θερμότερη πλευρά, γιατί αυτό θα είναι ένα μέρος όπου ο βάτραχος θα περνά αρκετό χρόνο και επίσης θα βοηθά στη διατήρηση υψηλής υγρασίας, αφού θα εξατμίζεται περισσότερο. Η υγρασία στο τερράριο μπορεί να βρίσκεται στο 65% εάν υπάρχει μπολ νερού, αλλιώς θα πρέπει να κυμαίνεται στο 70%-90% κατά την ενεργή περίοδο. Ο C. cranwelli ανέχεται και χαμηλότερη υγρασία μέχρι και το 50%, αλλά καλύτερο είναι να τείνει προς τις υψηλές τιμές. Αυτό επιτυγχάνεται ψεκάζοντας καθημερινά το τερράριο, αλλά αφήνοντας να στεγνώσει ελαφρά το βράδυ μέχρι τον ψεκασμό της επόμενης ημέρας (κύκλος υγρασίας), ώστε να αποφευχθούν οι συνεχώς υγρές συνθήκες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην ανάπτυξη μυκήτων. Το υπόστρωμα δε θα πρέπει ποτέ να έχει κορεστεί με νερό ούτε να ξεραθεί εντελώς.
Οι βάτραχοι αυτοί έχουν τρομερή όρεξη. Μπορούν να φάνε οτιδήποτε χωράει στο τεράστιο στόμα τους, και μπορούν να καταναλώσουν σχεδόν το μισό τους σώμα σ’ένα γεύμα. Τρώνε γρύλλους, γεωσκώληκες, κάμπιες, κατσαρίδες, αλευροσκούληκα, μελοσκούληκα, μεταξοσκώληκες και άλλα έντομα, ενώ μετά τους 6 μήνες τους μπορούν να φάνε νεογέννητα ποντικάκια. Οι ενήλικοι βάτραχοι μπορούν να φάνε μεγάλα έντομα όπως ακρίδες, μεγάλες κατσαρίδες, μεγάλους γεωσκώληκες, σαλιγκάρια και γυμνοσάλιαγκες, ενήλικα ποντίκια και μικρούς αρουραίους, μικρές σαύρες και ψαράκια όπως guppies (poecilia reticulata) τα οποία μπορούν να αφεθούν ζωντανά στο μπολ. Προσφέρετε τη νεκρή τροφή όπως τα ποντίκια με λαβίδα, γιατί αυτοί οι βάτραχοι μπορούν να μπερδέψουν τα δάχτυλά σας για τροφή. Εντούτοις, τα σπονδυλωτά δε θα πρέπει να αποτελούν συχνό κομμάτι της διατροφής, γιατί τους παχαίνουν, αν και είναι ωφέλιμα γιατί περιέχουν ασβέστιο στα οστά τους και βιταμίνη d3. Επίσης η πάχυνση είναι ωφέλιμη όταν πρόκειται τα ζώα να πέσουν σε νάρκη. Τα μικρά βατραχάκια ως τους 6 μήνες θα πρέπει να ταϊζονται καθημερινά ή κάθε 2 μέρες, τα μεγαλύτερα 6-8 μηνών κάθε 2 φορές την εβδομάδα, ενώ τα ενήλικα κάθε 10 μέρες-2 εβδομάδες. Αυτοί οι βάτραχοι είναι καιροσκοπικοί θηρευτές που στήνουν ενέδρα σε διάφορα μικρά ζώα στη φύση περιμένοντας να περάσουν από κοντά τους για να τα φάνε. Δηλαδή είναι πάντα έτοιμοι για φαγητό, αλλά δε θα πρέπει να ταϊζονται συνέχεια, γιατί παχαίνουν εύκολα και η διάρκεια ζωής τους μειώνεται. Για τους ενήλικους βατράχους, η τροφή θα πρέπει να πασπαλίζεται με σκόνη συμπληρώματος βιταμινών και ασβεστίου για ερπετά κάθε 2-4 ταϊσματα, ενώ για τα μικρά πιο συχνά, σχεδόν σε κάθε τάισμα. Μετά από κάθε τάισμα, όσα έντομα δεν έχουν φαγωθεί θα πρέπει να απομακρυνθούν, γιατί υπάρχει ο κίνδυνος να προσπαθήσουν να τσιμπολογήσουν το βάτραχο και έτσι να τον ενοχλήσουν ή ακόμα και να τον τραυματίσουν. Επιπλέον τα αφάγωτα κομμάτια εντόμων και τα πιθανώς πνιγμένα έντομα στο μπολ θα πρέπει ν’απομακρύνονται.
Επειδή οι βάτραχοι αυτοί προέρχονται από περιοχές με βροχερές και ξηρές περιόδους, περιοδικά κατά τη διάρκεια του χρόνου πέφτουν σε νάρκη (θερινή νάρκη). Σε νάρκη μπορεί να πέσουν αν η θερμοκρασία ανέβει και η υγρασία πέσει ή η θερμοκρασία πέσει πιο χαμηλά από το κανονικό. Στο εύκρατο κλίμα όμως, η νάρκη συνήθως συμπίπτει με το χειμώνα. Σ’αυτήν την περίοδο θα σταματήσουν να τρώνε, δε θα μπαίνουν στο νερό, αλλά θα σκάψουν βαθιά στο υπόστρωμα και θα παραμείνουν εκεί. Δε θα εκδύσουν το παλιό δέρμα τους – οι βάτραχοι αλλάζουν το δέρμα τους -, αλλά θα το κρατήσουν και αυτό θα σκληρύνει παίρνοντας την ηφή πλαστικού. Ανάμεσα στο κουκούλι του παλιού δέρματος και στο βάτραχο θα διατηρείται λίγη υγρασία και ο βάτραχος θα αναπνέει από το δέρμα του. Κατά τηδιάρκεια αυτής της περιόδου, η θερμοκρασία και η υγρασία μπορούν να πέσουν και το υπόστρωμα να στεγνώσει αρκετά, αλλ’όχι εντελώς. Σ’αυτό το διάστημα ο βάτραχος δε θα πρέπει να ενοχλείται. Η νάρκη αυτή διαρκεί συνήθως 2-4 μήνες και οι βάτραχοι μπορούν να βγούν εύκολα από τη νάρκη αν η θερμοκρασία ανέβει και ψεκαστεί το τερράριο με νερό (έναρξη περιόδου βροχών). Τότε οι βάτραχοι θα βγουν στην επιφάνεια ή θα πηδήξουν στο μπόλ και θα εκδύσουν το παλιό τους δέρμα, συχνά τρώγοντάς το, για ν’ανακτήσουν τα θρεπτικά συστατικά που περιείχε, και θα είναι πάλι έτοιμοι για φαγητό. Η περίοδος της νάρκης είναι απαραίτητη για την επιτυχή αναπαραγωγή και ίσως επεκτείνει τη διάρκεια ζωής τους.
Αυτά τα είδη αναπαράγονται εύκολα στην αιχμαλωσία. Το αρσενικό ξεχωρίζει από το θηλυκό στο ότι είναι μικρότερο, έχει συχνά μαύρες κυλίδες στο στήθος του, φέρει γαμήλιες βεντούζες στα μπροστινά του άκρα και κωάζει συχνά αν ψεκαστεί με νερό. Ο κωασμος είναι ένας απλός, επαναλαμβανόμενος τόνος σαν μούγκρισμα. Οι βάτραχοι και των δύο φύλων μπορούν επίσης σπάνια να βγάλουν έναν πιο μακρόσυρτο ήχο αν ενοχληθούν. Επειδή η αναπαραγωγή τους στη φύση ξεκινά με την έναρξη της περιόδου των βροχών, στην αιχμαλωσία θα πρέπει να γίνει μία προσομοίωση. Το ζευγάρι προς αναπαραγωγή θα πρέπει να είναι καλοταϊσμένο και σε καλή γενική φυσική κατάσταση πριν τη νάρκη. Αφού περάσουν τη νάρκη, θα πρέπει να τοποθετηθούν σ’ένα ενυδρείο με ρηχό νερό και ένα μέρος για να βγαίνουν έξω. Θα πρέπει όταν βρίσκονται στο νερό να μπορούν ν’αγγίξουν τον πυθμένα με τα πόδια τους. Οι βάτραχοι θα πρέπει να περάσουν από βροχές για να ερεθιστεί το αναπαραγωγικό τους ένστικτο. Οι τεχνητές βροχές μπορούν να επιτευχθούν είτε με συνεχείς ψεκασμούς πολλές φορές τη μέρα, είτε με ένα αυτόματο ψεκαστικό σύστημα και σύστημα υπερχείλησης για να μην ανέβει η στάθμη πολύ ψηλά. Αν το αρσενικό είναι μόνο ένα και δεν κωάζει πολύ, μπορείτε να το ερεθίσετε ηχογραφώντας τον κωασμό του και παίζοντάς τον πάλι, έτσι νομίζει ότι βρίσκονται και άλλα αρσενικά στην περιοχή και προσπαθεί να τα ανταγωνιστεί. Είναι καλό να υπάρχουν επιπλέοντα φυτά στο νερό, στα οποία θα αποτεθούν τα αβγά. Τα θηλυκά αρχίζουν να γεννούν αβγά 3-4 μέρες μετάτην έναρξη των «βροχών». Μετά την ωοτοκία, οι βάτραχοι θα πρέπει να απομακρυνθούν απ’το ενυδρείο και η στάθμη του νερού ν’ανεβεί παραπάνω, και τα αβγά θα εκκολαφθούν σε 2-3 ημέρες. Η διαχείριση των γυρίνων είναι αρκετά δύσκολη. Οι γυρίνοι είναι σαρκοφάγοι και μπορούν να τρώνε σκουλήκια tubifex ή άλλες παρόμοιες υδρόβιες ζωντανές τροφές, αλλά θα τρώγονται και μεταξύ τους. Για να λυθεί αυτό το πρόβλημα ή θα πρέπει να στεγαστούν μεμονωμένα σε δοχεία (πολλές αλλαγές νερού) ή το ενυδρείο θα πρέπει να χωριστεί σε διαμερίσματα ή ένα στρώμα επιπλεόντων υδρόβιων φυτών μπορεί να προστεθεί στην επιφάνεια όπου οι γυρίνοι θα κρύβονται, αν και πάλι κάποιοι θα χάνονται εξαιτίας του κανιβαλισμού. Για την άμυνα κατά των εχθρών, οι οποίοι μπορεί να είναι και μέλη του ίδιου είδους, οι γυρίνοι του γένους παράγουν έναν ήχο, κάνοντάς τους από τις ελάχιστες γνωστές περιπτώσεις φωνητικών γυρίνων. Οι γυρίνοι μεγαλώνουν πολύ γρήγορα και περίπου σ’ένα μήνα θα αρχίσουν τη μεταμόρφωση. Σ’αυτό το σημείο η στάθμη του νερού θα πρέπει να πέσει και στεριές θα πρέπει να παρασχεθούν για να μπορούν τα βατραχάκια να βγούν έξω από το νερό. Τα βατραχάκια καλό είναι να στεγαστούν μεμονωμένα, επειδή παραμένουν κανιβαλιστικά. Σ’αυτό το μέγεθος μπορούν να φάνε γρυλλάκια και άλλα μικρά έντομα, μικρά αλευροσκούληκα και άλλες μικρές προνύμφες, σκουληκάκια και πολύ μικρά ψαράκια.
Η ανάπτυξή τους είναι εκπληκτικά γρήγορη! Μέσα σε 8 μήνες μπορούν να φτάσουν σχεδόν το τελικό τους μέγεθος! Η διάρκεια ζωής τους όμως είναι μικρότερη σε σχέση με άλλα είδη βατράχου, κατά μέσο όρο 6-8 χρόνια, πολύ σπάνια έως τα 10 χρόνια.
Οι κερασφόροι βάτραχοι είναι αρκετά αδρανή ζώα. Περνούν τον περισσότερο χρόνο τους μισοθαμμένοι στο υπόστρωμα, περιμένοντας για τροφή και κινούνται σπάνια. Περνούν επίσης κάποιο χρόνο στο μπολ του νερού. Αν μένουν για αρκετό χρονικό διάστημα στο μπολ σημαίνει ότι η υγρασία είναι χαμηλή. Τείνουν επίσης να αφοδεύουν μέσα στο νερό, γι’αυτό θα πρέπει να καθαρίζεται όποτε έχει περιττώματα, το ίδιο και με τις βρόμικες περιοχές του υποστρώματος. Το υπόλοιπο υπόστρωμα μπορεί να αλλάζεται κάθε λίγους μήνες, αλλά στην περίπτωση του χαρτιού πολύ συχνότερα. Περιοδικά το χρώμα τους γίνεται μουντότερο, αυτό δεν είναι σημάδι γι’ανησυχία, εκδύουν το δέρμα τους. Συνήθως τρώνε το παλιό δέρμα τους για να ανακτήσουν τα θρεπτικά συστατικά του, γι’αυτό δέρμα συνήθως δε βρίσκεται. Οι βάτραχοι αυτοί δεν είναι επιθετικοί, αλλά μπορούν εύκολα να δαγκώσουν, είτε από άμυνα, είτε επειδή μπέρδεψαν το δάχτυλό σας με τροφή. Δαγκώνουν με τις οδοντοειδείς προεξοχές τους, και δε θα σας αφήσουν εύκολα. Ιδιαίτερα δυνατά δαγκώματα μπορεί να ματώσουν. Στην περίπτωση αυτήν δε θα πρέπει να τινάξετε το βάτραχο, γιατί μπορεί να τον τραυματίσετε ή να τον στείλετε μακριά! Αν μείνετε ακίνητοι θα σας αφήσει. Για τον ασφαλή χειρισμό τους, μπορείτε να τους πιάσεται από τη μέση του σώματός τους. Μπορεί να προσπαθούν να φύγουν ή να κατουρήσουν για άμυνα. Όπως και μ’όλα τα αμφίβια, ο χειρισμός δεν τα ωφελεί και θα πρέπει να γίνεται μόνο για τα απαραίτητα, όπως τον καθαρισμό του χώρου τους ή την εκτίμηση της κατάστασής τους μια στο τόσο. Θα πρέπει να αντιμετωπίζονται περισσότερο ως ζώα παρατήρησης, όπως τα ψάρια των ενυδρείων.

Πηγές και ιστοσελίδες:
άρθρο της αγγλικής wikipedia
οδηγός φροντίδας για τον κερασφόρο βάτραχο στο Reptiles Greece
άρθρο στο exoticpets
caresheet στο amphibiancareάρθρο στο anapsid
άρθρο στο anapsid για την αναπαραγωγή
Επιστημονικές μελέτες:
ο δερματικος σκελετός των τετραπόδων
η κολλητικότητα της γλώσσας στον κερασφόρο βάτραχο Ceratophrys sp
η μεταβολική απόκριση του νοτιοαμερικανικού στολισμένου κερασφόρου βατράχου στη νάρκη
υποβρύχια εκπομή ήχου ως στοιχείο ενός μηχανισμού κατά των εχθρών στους γυρίνους του Ceratophrys cranwelli

Ενημέρωση 17/5/2015: Πλέον έχω κι εγώ έναν κερασφόρο βάτραχο. Τον έχω στη συλλογή μου από τις 20 Απριλίου. Τον αγόρασα από το feeders.gr. Είναι ένας μικρός και στρουμπουλός C. cranwelli, ο οποίος τρώει αρκετά και μεγαλώνει σταδιακά. Ο κερατόφρυς είναι τελικά μοναδικός. Μπορεί να μην κινείται και να μη φαίνεται πολύ, αλλά η ιδιαίτερη μορφολογία του, ο τρόπος που τρώει και γενικώς η συμπεριφορά του τον ξεχωρίζουν από κάθε άλλο βάτραχο. Με την ευκαιρία έκανα κάποιες μικροδιορθώσεις και προσθήκες στο άρθρο αυτό.

Advertisements