ανθισμένη rhyncholacis penicillata


αφυδατωμένοι θαλλοί ποδοστήμονα με καρπούς


άνθη και καρποί της mourera fluviatilis


άγνωστο είδος, πιθανόν ποδοστήμων, συλλεγμένος από ένα ρυάκι γρήγορης ροής στη Βενεζουέλα

Πηγή:
catalogue of organisms
με λίγες περαιτέρω προσθήκες.

Μετάφραση: Bolko

Οι ποδοστημονίδες (podostemaceae) είναι μια οικογένεια περίπου 270 ειδών ταξινομημένα σε 52 περίπου γένη υδρόβιων φυτών του γλυκού νερού ευρισκόμενα κυρίως στα τροπικά μέρη του κόσμου. Ανήκει στην τάξη των μαλπιγκιωδών και συγγενικές της οικογένειες είναι οι κλουσιίδες (δεντρώδη και θαμνώδη τροπικά φυτά με γαλακτώδες ρετσίνι), οι μπονετιίδες και οι υπερικίδες (σπαθόχορτα και πολλά άλλα). Η οικογένεια είναι διαιρεμένη σε τρεις υποοικογένειες, στα ποδοστημονοειδή, τριστιχοειδή και τη μονογενική ουεντελίνα (weddellina). Η κύρια διαφορά ανάμεσα στα τριστιχοειδή και τα ποδοστημονοειδή είναι ότι τα άνθη των τελευταίων αναπτύσσονται περικεκλειμένα σ’ένα σακοειδές κάλυμμα που λέγεται σπαθίδιο. Η ουεντελίνα μοιάζει με τα τριστιχοειδή στο ότι δεν έχει σπαθίδιο, αλλά κάποια από τα λεπτότερα χαρακτηριστικά της ανατομίας των ανθέων της είναι περισσότερο όμοια με τα ποδοστημονοειδή, με τα οποία η φυλογενετική ανάλυση δείχνει ότι μοιράζεται τον ίδιο πρόγονο (Kita & Kato 2001).
Τα ποδοστημονοειδή είναι ειδικευμένα να ζουν σε ταχείας ροής, προσορεινά ρυάκια και καταράκτες που ξεραίνονται για ένα μέρος του χρόνου, συνήθως πάνω σε βραχώδεις επιφάνειες. Πολλά είδη είναι γνωστά επειδή έχουν υπερβολικά μικρή εξάπλωση, συχνά περιορισμένα σ’ένα μόνο ρυάκι, (περισσότερα πάνω σ’αυτό αργότερα). Διαφέρουν από όλα τ’άλλα υδρόβια φυτά στο ότι στερούνται αερεγχύματος, τον ιστό των υδρόβιων φυτών που περιέχει αέρα βοηθώντας τα να πλέουν. Η βασική μορφολογία των ποδοστημονιδών περιλαμβάνει εξαπλούμενες, συνήθως πεπλατυσμένες ‘ρίζες’ οι οποίες φέρουν διακλαδιζόμενους ‘βλαστούς’ οι οποίοι με τη σειρά τους παράγουν ‘φύλλα’ (Rutishauser 1997). Εντούτοις, όλα τα μέρη είναι φωτοσυνθετικά και αυτές οι δομές πιθανόν δεν αντιστοιχούν επακριβώς σε συγκρίσιμες δομές άλλων φυτών. Το βλαστίδιο και το ριζίδιο, τα αρχικά μέρη ενός φυσιολογικού βλαστανόμενου σπόρου που αναπτύσσονται στο βλαστό και τη ρίζα αντίστοιχα, απουσιάζουν από τους περισσότερους ποδοστημονίδες (Sehgal et al. 2002). Αντί αυτού, το βλαστανόμενο φυτικό σώμα αναπτύσσεται ως μια πλευρική έκφυση του υποκότυλου, του βλαστού που κανονικά θα υποστήριζε την κορυφή. Το φυτό προσκολλάται στο βράχο μέσω μικρών ριζιδίων που αναπτύσσονται από τις ‘ρίζες’ ή μέσω δισκοειδών βεντούζών. Είτε οι ρίζες προσκολλώνται σε προϋπάρχουσες βιοταινίες από προσκολλημένα βακτήρια (Jäger-Zürn & Grubert 2000) είτε μπορεί να εκρίσουν τη δική τους κολλητική βλένα (Sehgal et al. 2002). Στο ινδικό είδος dalzallia zeylanica ο διαχωρισμός ανάμεσα σε ‘ρίζες’ και ‘βλαστούς’ έχει εξαφανιστεί εντελώς. Αντί αυτού, το φυτό αναπτύσσεται ως ένας φλοιώδης θαλλός ο οποίος φέρει και ριζίδια και φύλλα.
Τα ‘φύλλα’ των ποδοστημονιδών ποικίλουν στην εμφάνιση από μεγάλες σύνθετες κατασκευές έως και 2 μέτρα σε μήκος μέχρι μικροσκοπικά λέπια ή δέσμες νημμάτων. Είδη με μεγαλύτερα φύλλα συχνά έχουν τρίχες, αγκάθια ή εξογκώματα να καλύπτουν την επιφάνειά τους.
Τα άνθη των ποδοστημονιδών, ανεξάρτητα από το αν καλύπτονται από σπαθίδιο ή όχι, είναι πολύ ποικίλα. Οι ταξιανθίες της mourera fluviatilis (το είδος με τα φύλλα των 2 μέτρων) μπορεί να είναι ως και 64 εκατοστά ψηλές μαζί με το στάχυ που περιέχει περίπου 90 άνθη. Άλλα είδη συμπεριλαμβανομένων όλων των τριστιχοειδών μπορεί να φέρουν ένα μόνο άνθος πάνω σ’έναν κοντό βλαστό. Ανάλογα με το είδος, τα άνθη των ποδοστημονιδών μπορεί να επικονιάζονται από τον άνεμο, από τα έντομα ή να αυτεπικονιάζονται. Οι σπόροι τους είναι μικροσκοπικοί, μεταφέρονται με τον άνεμο και στερούνται ενδοσπερμίου (οι ποδοστημονίδες δεν έχουν το χαρακτηριστικό της διπλής γονιμοποίησης όπως στα περισσότερα ανθοφόρα φυτά). 1 γραμμάριο βάρους μπορεί να περιέχει ως και 1000000 σπόρους. Οι καρποί ποικίλουν αρκετά σε μέγεθος ανάμεσα στα είδη (η mourera fluviatilis μπορεί να παραγάγει καρπούς οι οποίοι περιέχουν ως και 2400 σπόρους ο καθένας ενώ η farmeria metzgerioides παράγει μόνο 2 σπόρους ανά καρπό. Στην περίπτωση του τελευταίου, ο καρπός δεν ανοίγει για να απελευθερώσει τους σπόρους, αντί αυτού, οι σπόροι βλαστάνουν στο ίδιο μέρος πάνω από τα λείψανα του γονέα τους.
Πολλές υποθέσεις έχουν διατυπωθεί στο γιατί τόσα είδη ποδοστημονιδών έχουν τόσο μικρές εξαπλώσεις. Κάποιοι επιστήμονες έχουν θεωρήσει ότι πολλά είδη μπορεί να αποδειχθεί ότι είναι οικολογικές ποικιλίες πιο ευρέως διαδεδομένων ειδών, εντούτοις, πολλά είδη μπορούν να βρεθούν στο ίδιο περιβάλλον. Άλλοι έχουν προτείνει ότι οι ποδοστημονίδες βρίσκονται μορφολογικά υπό κάπως λιγότερη εξελικτική πίεση από ότι τα χερσαία φυτά, επιτρέποντας μεγαλύτερο βαθμό μεταλλάξεων, εντούτοις, αυτή η υπόθεση δεν έχει δοκιμαστεί. Ενδιαφέροντα, η μοριακή φυλογενετική ανάλυση του Kita & Kato (2001) βρήκε ότι η αρκετά τροποποιημένη dalzellia zeylanica έχει κοντινή συγγένεια με την μορφολογικά συντηρητική indotricha ramosissima. Πράγματι, η γενετική απόσταση ανάμεσα στα δύο είδη ήταν λίγο μεγαλύτερη από αυτήν ανάμεσα σε ξεχωριστούς πληθυσμούς αναγνωριζόμενους ως το είδος tristicha trifaria, ασυνήθιστο στους ποδοστημονίδες που βρίσκεται και στην Αφρική και στην Αμερική. Αυτό θα μπορούσε να υποδηλώσει ότι οι ποδοστημονίδες είναι πραγματικά ικανοί ταχειών μορφολογικών αλλαγών-το μόνο ερώτημα είναι πώς;

Advertisements