Ο ΠΕΤΡΟΛΑΚΌΣΑΥΡΟς, ΤΟ ΠΡΏΤΟ ΓΝΩΣΤΌ ΔΙΑΨΙΔΩΤΌ


θαλάσσιος κροκόδειλος της Αυστραλίας, το μεγαλύτερο ζωντανό ερπετό συνήθως άνω των 6 μ

Αυτή είναι η πρώτη δημοσίευση για ερπετά σ’αυτό το ιστολόγιο. Οι προηγούμενες σ’αυτήν την κατηγορία αφορούσαν τα αμφίβιa, δύο ξεχωριστές ομοταξίες σπονδυλωτών που δε θα πρέεπι ποτέ να συγχέονται. Καθυστέρησα να γράψω γι’αυτό το θέμα επειδή και πολύ χρόνο δεν έχω και μετά το κλείσιμο της Ελληνικής Πύλης για τα ερπετά, ο χρόνος που αφιέρωνα στο ψάξιμο γι’αυτά στο διαδίκτυο μειώθηκε. Δε θα γράψω πολλές πληροφορίες σ’αυτό το θέμα, αλλά το θέμα θ’αναπτυχθεί και σε επόμενα άρθρα. Μόνο τα βασικά.
Τα ερπετά είναι μία σημαντική και παλιά ομοταξία σπονδυλωτών που σήμερα περιλαμβάνει 4 τάξεις: τα χελώνια (χελώνες περίπου 300 είδη), τα σφηνοδόντια (τουατάρα 2 είδη), τα φολιδωτά (σαύρες, φίδια, αμφίσβαινες περίπου 7900 είδη) και τα κροκοδείλια (κροκόδειλοι, αλλιγάτορες, καϊμάν και γαβίαλης, 23 είδη). Τα πτηνά επίσης μπορούν να θεωρηθούν κατ’επέκταση ερπετά γιατί προήλθαν από τους δεινοσαύρους, αλλά η μορφολογία τους, η φυσιολογία τους κλπ απέχει πολύ από αυτήν των ερπετών. Τα ερπετά σήμερα εξαπλώνονται σ’όλες τις ηπείρους του κόσμου, εκτός της Ανταρκτικής. Μεγαλύτερη ποικιλία παρουσιάζουν σε τροπικές και θερμές περιοχές η οποία μειώνεται όσο απομακρυνόμαστε από τον ισημερινό.
Τα ερπε΄τα ως ταξινομική ομάδα δημιουργήθηκαν το 1825 από το Γάλλο Πιερ Αντρέ Λατρίγ, ο οποίος χώρισε τα αμφίβια από τα ερπετά. Προηγουμένως, τα ερπετά και τα αμφίβια ταξινομούνταν μαζί. Ο Κάρολος Λινναίος, ο πατέρας του σύγχρονου βιολογικού ταξινομικού συστήματος, το 18ο αι., τοποθετούσε τα ερπετά και τα αμφίβια στην ομοταξία «αμφίβια», ενώ ο Ιωσήφ Νικόλαος Λαουρέντι τον ίδιο αιώνα, μετονόμασε την ομοταξία σε «ερπετά». Εκείνη την εποχή, τα ονόματα αμφίβια και ερπετά χρησιμοποιούνταν ισοδύναμα. Προς το τέλος του 19ου αι. η ομοταξία των ερπετών συμπεριλάμβανε και όλα τα απολιθωμένα και εξαφανισμένα είδη και τους προγόνους των θηλαστικών, δηλαδή όλα τα αμνιοτά εκτός των πτηνών και των θηλαστικών.
Σύμφωνα με μια νέα τάση των ταξινομιστών, μία ομάδα οργανισμών (κλάδος) για να θεωρηθεί φυσική θα πρέπει ν’αποτελείται από έναν πρόγονο και όλους τους απογόνους του (μονοφυλετικός κλάδος). Αυτό το σύστημα λέγεται κλαδιστικό. Αλλιώς, ένας κλάδος μπορεί να περιλαμβάνει έναν πρόγονο, αλλά όχι όλους τους απογόνους (παραφυλετικός) ή μέλη δύο ή περισσοτέρων μονοφυλετικών κλάδων (πολυφυλετικός). Κατ’αυτό το σύστημα, τα ερπετά αποτελούν παραφυλετική ομάδα, αφού δεν περιλαμβάνουν τις δύο άλλες απογονικές μονοφυλετικές ομοταξίες, τα πτηνά και τα θηλαστικά. Επειδή η κλαδιστική συχνά δημιουργεί συγχύσεις και μπέρδεμα, όλη αυτή η ομάδα (ερπετά, πουλιά, θηλαστικά) έχει ονομαστεί αμνιοτά, εξαιτίας του αμνίου που περιέχεται στο αβγό τους και τα επιτρέπει να τα γεννούν στην ξηρά σε αντίθεση με τα αμφίβια που τα γεννούν στο νερό. Γι’αυτό συχνά τα συναντάμαι και ως αμνιοτά. Για να λυθεί εντελώς το πρόβλημα των ερπετών, τα αμνιοτά έχουν χωριστεί σε δύο μονοφυλετικούς κλάδους, τα θηρόψιδα (συναψιδωτά και θηλαστικά) και τα σαυρόψιδα (υπόλοιπα ερπετά και πουλιά). Άρα, σύμφωνα μ’αυτήν την ταξινόμηση, οι ερπετόμορφοι πρόγονοι των θηλαστικών αφαιρούνται από τα ερπετά, ενώ τα πουλιά τοποθετούνται μέσα σ’αυτά.
Τα ερπετά/αμνιοτά χωρίζονται σε τρεις υφομοταξίες με βάση την ύπαρξη και τον αριθμό κροταφικών ανοιγμάτων πίσω από τα μάτια (κροταφικά παράθυρα) στο κρανίο. Έτσι έχουμε: Τα αναψιδωτά τα οποία δε φέρουν κανένα άνοιγμα και το κρανίο τους είναι στερεό. Τα πιο προτόγονα ερπετά, ίσως και οι χελώνες. Από αυτά προήλθαν οι δύο άλλες υφομοταξίες, τα συναψιδωτά με ένα ζεύγος ανοιγμάτων χαμηλά στο κρανίο (πρόγονοι θηλαστικών) και τα διαψιδωτά με δύο ζεύγη ανοιγμάτων, ένα χαμηλά και ένα ψηλά (σχεδόν όλα τα ζωντανά και πολλά εξαφανισμένα είδη). Μια τέταρτη ομάδα, τα ευρυαψιδώτά, με μόνο ένα ζεύγος ψηλά, αργότερα αποδείχθηκε ΄τοι είναι τροποποιημένα διαψιδωτά. Σήμερα, πολλές ομάδες ερπετών έχουν τροποποιήσει τα προγονικά ανοίγματα. Η ανάπτυξη ανοιγμάτων στο κρανίο βοήθησε και στη μείωση του βάρους του και δημιούργησαν περισσότερο χώρο για τους μασσητικούς μύες, επιτρέποντας τα ζώα που τις έχουν να δαγκώνουν δυνατότερα.
Τα πρώτα αναψιδωτά πρωτοερπετά εμφανίστηκαν πριν περίπου 320000000 χρόνια κατά τη λιθανθρακοφόρο περίοδο, εξελισσόμενα από χερσαία τεμνοσπόνδυλα αμφίβια. Το αμνιοτικό αβγό ήταν η κύρια αιτία επιτυχίας των ερπετών, επειδή περιέχει μέσα του το δικό του νερό, καλύπτεται από κέλυφος σχετικά ανθεκτικό στην αφυδάτωση και έτσι μπορεί να γεννηθεί κάπου στη στεριά με χαμηλότερο κίνδυνο από εχθρούς. Επίσης το αβγό έγινε αρκετά μεγαλύτερο από αυτό των αμφιβίων, η φάση του γυρίνου εξαφανίστηκε και ο νεοσός γενιόταν μεγαλύτερος και πλήρως ανεπτυγμένος, κάτι που επέτρεψε τα αμνιωτά αργότερα να αυξήσουν πολύ το μέγεθός τους. Έπειτα, προς το τέλος της περιόδου, διαχωρίστηκαν στους δύο κλάδους, τα συναψιδωτά και τα σαυρόψιδα. Τα σαυρόψιδα περιέχουν κάποια αναψιδωτά και τα διαψιδωτά. Τα πρώτα διαψιδωτά εμφανίστηκαν στην αρχή της πέρμιας περιόδου. Στη συνέχεια της ίδιας περιόδου, τα συναψιδωτά προσαρμόστηκαν σε πολές συνθήκες και μερικά από αυτά έφτασαν σε μεγάλα μεγέθη. Τα αναψιδωτά και τα διαψιδωτά συνέχισαν να εξελίσσονται, όσπου προς τα μέσα-τέλος της περιόδου να εμφανιστούν μερικά γιγάντια αναψιδωτά και τα διαψιδωτά να χωριστούν σε δύο ομάδες: τους λεπιδόσαυρους (φολιδωτά, τουατάρα και εξαφανισμένοι συγγενεις) και τους αρχόσαυρους (κροκόδειλοι, δινόσαυροι, πουλιά και εξαφανισμένοι συγγενείς). Κατά τη μεγάλη εξαφάνιση στο τέλος της πέρμιας, πριν 250000000 χρόνια εξαφανίστηκαν σχεδόν όλα τα αναψιδωτά, αρκετά συναψιδωτά, ενώ τα περισσότερα διαψιδωτά πέρασαν στην επόμενη εποχή, την Τριαδική. Σ’αυτήν την εποχή, όπου το κλίμα έγινε ξηρό, τα κυρίαρχα ζώα έγιναν οι αρχόσαυροι, που όντας διαψιδωτά μπορούσαν να διατηρήσουν καλύτερα νερό μη ιδρώνοντας και στερεοποιώντας τα ούρα, πρώτα με τα κροκοδείλια και μετά με τους δεινόσαυρους οι οποίοι παρέμειναν ως το τέλος του μεσοζωικού. Τα συναψιδωτά περιορίστηκαν σημαντικά, αλλά μία ομάδα από αυτά εξελίχθηκε στα θηλαστικά στο τέλος της περιόδου, όπου επίσης εξαφανίστηκαν και τα τελευταία αναψιδωτά, με πιθανούς επιζώντες τις χελώνες. Η τριαδική ήταν η εποχή με τις περισσότερες ομάδες ερπετών και μερικές σύγχρονες ομάδες εμφανίστηκαν τότε. Στην επόμενη ιουρασική εποχή, κάποιες άλλες σύγχρονες ομάδες εμφανίστηκαν και τα πουλιά διαχωρίστηκαν από τους δεινοσαύρους. Κατά το τέλος της κρητιδικής, όλοι οι μη πτηνοειδής δεινόσαυροι μαζί με αρκετές ομάδες ερπετών εξαφανίστηκαν και στην επόμενη καινοζωική εποχή, κυρίαρχα ζώα έγιναν τα θηλαστικά εκτός από κάποιες εξαιρέσεις σε απομονωμένες περιοχές. Σ’αυτήν την εποχή, επέτυχαν περισσότερο τα φολιδωτά, αλλά και οι χελώνες. Οι κροκόδειλοι παρέμειναν με σχετικά λίγα είδη αλλά με μεγάλη εξάπλωση, ενώ τα τουατάρα βρίσκονται πολύ κοντά στην εξαφάνιση.
Δεν υπάρχει κάποιος συγκεκριμένος διαγνωστικός χαρακτήρας κοινός για όλα τα ερπετά. Γενικά τα ερπετά είναι ζώα μικρού ή μεσαίου μεγέθους, φολιδωτά ή πλακωτά, αλλάζουν περιοδικά το κάλυμμά τους, έχουν χαμηλό μεταβολισμό και είναι ποικιλόθερμα, με αδιάβροχο δέρμα, σχετικά μικρό εγκέφαλο, ανεπτυγμένες αισθήσεις εκτός από την ακοή, τρίχωρη καρδιά με δύο κόλπους και μία κοιλία, αναπνέουν με πνεύμονες, αλλά χρησιμοποιούν τους ίδους μύες για αναπνοή και μετακίνηση και δεν μπορούν να αναπνέουν αποδοτικά ενώ τρέχουν, δεν έχουν δευτερογενή ουρανίσκω, πολλά είδη αποβάλλουν τα ούρα σε ημιστερεά μορφή χρησιμοποιώντας το παχύ έντερο για την απορρώφηση του νερού, αναπτύσσονται για όλη τη ζωή τους, είναι κυρίως σαρκοφάγα, έχουν ένα πέος ή δύο ημιπέη, είναι ωοτόκα κλπ. Πάντα στους κανόνες υπάρχουν και εξαίρέσεις και αυτό ισχύει και για τα ερπετά. Π.χ. σχεδόν όλοι οι κροκόδειλοι, πολλές χελώνες και φολιδωτά μπορούν να φτάσουν σε μεγάλα μεγέθη, οι κροκόδειλοι και κάποιες σαύρες αναπνέουν μεμύες πάρομοιους με διάφραγμα, κάποιες νεροχελώνες και θαλάσσια φίδια αναπνέουν συμπληρωματικά από την αμάρα, οι κροκόδειλοι και κάποιες σαύρες έχουν δευτερογενή ουρανίσκο, οι κροκόδειλοι και λίγες σαύρες έχουν σχετικά μεγαλύτερους εγκεφάλους από άλλα ερπετά, το τουατάρα δεν έχει πέος, η δερματοχελώνα είναι ομοιόθερμη, τα υδρόβια ερπετά δεν έχουν εντελώς αδιάβροχο δέρμα, οι αισθήσεις αναπτύσσονται ανάλογα με το περιβάλλον κάθε συγκεκριμένου είδους (γκέκο, μερικές χελώνες και κροκόδειλοι επικοινωνούν με τον ήχο), μρκετά είδη φολιδωτών είναι ωοζωοτόκα ή ζωοτόκα και λίγα παρθενογενετικά, ο καθορισμός του φύλου γίνεται είτε με χρωμοσώματα είτε με τη θερμοκρασία επώασης των αβγών, ανάλογα με την ομάδα, υπάρχουν και φυτοφάγα ερπετά (αρκετές χελώνες και μερικές σαύρες) και πολλά παμφάγα πάλι από τις ίδιες ομάδες κλπ.
Ειδικότερες πληροφορίες σε επόμενα άρθρα.

το κοινό σαμιαμίδη, hemidactylus turcicus ένα από τα πιο ευπροσάρμοστα ερπετά

Advertisements