το γίνκγο μου 8/6/2011


το γίνκγο μου 14/6/2010


θηλυκές ωοθήκες


αρσενικοί κώνοι


κορμός και φλοιός


σπόροι

Το γίνκγο ή γίνγκο ή και τζίνγκο, επιστημονική ονομασία δίλοβο γίνκγο (ginkgo biloba) Λινναίος, 1771 είναι ένα πραγματικά μοναδικό και ξεχωριστό είδος δέντρου, που δικαιολογημένα φέρει τον τίτλο του ζωντανού απολιθώματος, αφού είναι το μόνο είδος μιας ολόκληρης συνομοταξίας (ή διαίρεσης στη βοτανική), τα γινκγόφυτα και δεν έχει κανένα εναπομείναντα ζωντανό συγγενή σήμερα. Είναι σαν να λέμε ότι από ολόκληρη τη συνομοταξία των χορδωτών έχει απομείνει μόνο ένα είδος, αν και οι διαφορές ανάμεσα στις διάφορες συνομοταξίες των ζώων είναι μεγαλύτερες από αυτές των φυτών και τα γινκγόφυτα ποτέδ εν είχαν τόσο μεγάλη ποικιλία ειδών, όσο τα χορδωτά. Η ιστορία του γίνκγο είναι πολύ μεγάλη, τα πρώτα γινκγόφυτα εμφανίστηκαν πριν 270000000 χρόνια κατά την πέρμιο περίοδο, στον παλαιοζωικό. Το σημερινό είδος μοιάζει πολύ στην εμφάνιση με τα παλαιότερα είδη και είναι πάρα πολύ ανθεκτικό σε διάφορες συνθήκες. Μάλλον μέσα από τόσα εκατομμύρια χρόνια περιβαλλοντικών αλλαγών και καταστροφών, εξέλιξε αυτήν την ανθεκτικότητα. Το σημερινό είδος κατάγεται από την Άπω Ανατολή, όπου είναι γνωστό και έχει καλλιεργηθεί και χρησιμοποιηθεί για πολλούς αιώνες. Από τους Ευρωπαίους ανακαλύφθηκε τον 16ο αιώνα και σήμερα μπορεί να βρεθεί σ’όλον τον εύκρατο και υποτροπικό κόσμο ως ένα κυρίως καλωπιστικό δέντρο.
Αφορμή για να γράψω αυτό το άρθρο πήρα μετά την αγορά ενός γίνκγο πριν μερικές μέρες από την ανθοέκθεση στις 9 Μαΐου. Είναι ένα φυτό διαφορετικό απ’όλα τ’άλλα.
Είναι μεσσαίου μεγέθους-ψηλό φυλλοβόλο γυμνόσπερμο δέντρο που συνήθως φτάνει σε ύψος τα 20-30 μέτρα όμως συχνά φτάνει τα 40 μέτρα. Η διάμετρος του κορμού του ξεπερνά συνήθως το 1 μέτρο και πολλές φορές είναι ακόμα μεγαλύτερη, 4 μέτρα. Σε κάποιες εξαιρετικές περιπτώσεις, συνήθως όταν είναι φυτεμένο σε ανοιχτές περιοχές κοντά σε ναούς στην Κίνα το γίνκγο μπορεί να φτάσει τα 50 μέτρα σε ύψος και 10 μέτρα διάμετρο κορμού. Είναι ένα δέντρο με αρραιά και άκαμπτα κλαδιά και όρθιο σχήμα. Η μορφή του αλλάζει ανάλογα με την ηλικία. Τα πρώτα χρόνια είναι λεπτό, ψηλό με λίγα κλαδιά, μετά από ένα συγκεκριμένο ύψος (6-10 μέτρα) η κορυφή του γίνεται ωοειδής, σε μεγαλύτερη ηλικία η κορυφή παίρνει ένα στηλοειδές-πυραμιδοειδές σχήμα και σε ακόμα μεγαλύτερη ηλικία η κορυφή πλαταίνει περισσότερο. Τα γέρικα δέντρα έχουν ένα πάλι όρθιο, αλλά ακανόνιστο σχήμα με τεράστιο κορμό και κύρια κλαδιά. Στη φύση πολλά δέντρα χάνουν τον κεντρικό κορμό τους και πρεμνοβλαστάνουν δημιουργώντας μια συστάδα.
Είναι βαθιά ριζωμένο δέντρο και αντέχει τον άνεμο και το βάρος του χιονιού. Το ριζικό του σύστημα είναι παρόμοιο μ’αυτό των κωνοφόρων. Συχνά οι ρίζες του μολύνονται με μύκητες, δημιουργώντας μυκοριζικές σχέσεις οι οποίες είναι ωφέλιμες για το φυτό, αφού το επιτρέπουν ν’απορροφά μέσω των μυκήτων αποτελεσματικότερα στοιχεία όπως το φώσφρορο. Είναι πολύ μακρόβιο δέντρο και μπορεί να φτάσει τα 2500-3000 χρόνια και πολλά άτομα στην Κίνα έχουν ηλικία πάνω από 500 χρόνια.
Αναπτύσσεται με δύο είδη βλαστών, τους επιμήκεις και τους βραχείς. Επιμήκεις βλαστοί είναι οι άκρες των μεγάλων κλαδιών και η κεντρική κορυφή, αρχικά είναι λεπτοί με μεγάλα μεσοδιαστήματα ανάμεσα στα φύλλα και αναπτύσσονται κανονικά σε μήκος. Οι βραχείς βλαστοί εμφανίζονται στις μασχάλες των φύλλων των μακρών, αλλά αναπτύσσονται περισσότερο τη δεύτερη χρονιά. Είναι πολύ κοντοί, χοντροί και με πολύ μικρά μεσοδιαστήματα ανάμεσα στα φύλλα. Γι’αυτό το λόγο, φαίνεται ότι αναπτύσσονται πολύ αργά. Είναι κανονικά τοποθετημένοι στα κλαδιά και φέρουν το περισσότερο φύλλωμα του δέντρου. Επίσης, τα αναπαραγωγικά όργανα σχηματίζονται μόνο σ’αυτούς. Όπως και σε άλλα φυτά που τους διαθέτουν, οι βραχείς βλαστοί επιτρέπουν το σχηματισμό νέων φύλλων σε παλαιότερα μέρη της κορυφής. Μετά από ανάπτυξη μερικών χρόνων, ένας βραχείς βλαστός μπορεί να μεταβληθεί σε μακρύ, ενώ η άκρη ενός μακρύ μπορεί να συμπεριφερθεί ως βραχείς βλαστός. Σ’αυτόν τον τρόπο ανάπτυξης οφείλεται το ακανόνιστο σχήμα των γέρικων δέντρων. Το γίνκγο είναι φυτό αργής-μέτριας ανάπτυξης. Αρχικά, μέχρι να ξεπεράσει τα 6-10 μέτρα, βάζει περίπου 30 εκατοστά το χρόνο. Μετά αναπτύσσεται γρηγορότερα και σε πολύ μεγάλη ηλικία αναπτύσσεται πολύ αρ΄γά. Η νέα ανάπτυξη ξυλοποιείται γρήγορα. Ο φλοιός στα νεαρά κλαδιά είναι σχετικά λείος και ανοιχτόχρωμος, αργότερα όμως γίνεται σκούρος γκρι-καφέ και στα μεγάλα κλαδιά και στον κορμό αποκτά βαθιές αυλακώσεις και φελλώδη ηφή. Το ξύλο του είναι λευκοκίτρινο, ευλύγιστο και ελαφρύ. Είναι παρόμοιο μ’αυτό των κωνοφόρων, αλλά σε μικροσκοπική εξέταση παρουσιάζει κάποιες διαφορές. Τα τραχίδια του ξυλώματος (αγωγός ιστός που φένει το νερό από τις ρίζες προς τα πάνω) είναι εξάγωνα και εφάπτονται στα κωνοφόρα, ενώ στο γίνκγο είναι στρογγυλεμένα αφήνοντας μεταξύ τους μεσοκυττάριους χώρους. Στο ξύλο αλλά κυρίως στο φλοιό βρίσκονται διάσπαρτοι μικροσκοπικοί κρύσταλλοι οξαλικού ασβεστίου.
Τα φύλλα του είναι μοναδικά ανάμεσα στα σημερινά σπερματόφυτα. Είναι αντοωειδή (σχήμα βεντάλιας), δερματώδη, μέτριου πάχους, γυαλιστερά, ανοιχτοπράσινα με ένα μακρύ, λεπτό και ευλύγιστο μίσχο κάνοντάς τα να θροϊζουν με το παραμικρό φύσιμα του ανέμου. Στη βάση του μίσχου μπορεί να υπάρχουν λίγα τριχίδια. Η νεύρωσή τους είναι ανοιχτή διχοτομητική, δηλαδή μέσα στο έλασμα του φύλλου δεν υπάρχει κεντρικό νεύρο και τα νεύρα διχοτομούνται (διακλαδίζονται σε δύο ίσα). Δύο νεύρα εισέρχονται στο έλασμα του φύλλου τα οποία διχοτομούνται επανειλημμένα. Τα πολλά νεύρα που προκύτπουν απλώνονται ακτινωτά μέσα στο φύλλο και διχοτομούνται σπάνια. Το μπροστινό περιθώριο του φύλλου όπου απολήγουν τα νεύρα είναι κυμματιστό και ανώμαλο. Τα περισσότερα φύλλα έχουν επίσης μια κάθετη σχισμή που χωρίζει το φύλλο σε δυο λοβούς, εξού και το όνομά του είδους biloba (δίλοβο). Η λόβωση διαφέρει ακόμα και στα φύλλα του ίδιου φυτού. Φύλλα επιμήκων βλαστών συνήθως είναι πιο βαθιά σχησμένα, ενώ φύλλα βραχέων βλαστών έχουν μικρότερο και μερικές φορές καθόλου σχίσιμο. Τρίλοβα ή και πολύλοβα φύλλα είναι επίσης γνωστά. Το φθινόπωρο παίρνουν ένα χρυσοκίτρινο χρώμα και το δέντρο τα ρίχνει αργά το φθινόπωρο σε σύντομο διάστημα (1-15 μέρες). Ο μύκητας bartheletia paradoxa είναι
εξελιγμένος ν’αποσυνθέτει τα φύλλα του γίνκγο σε πολύ μικρό χρονικο διάστημα. Τα μάτια, από τα οποία θα προέλθει η νέα ανάπτυξη, είναι ωοειδή.
Το δέντρο έχει πολύ μεγάλη ικανότητα βλαστητικής αναπαραγωγής και αναγένσης. Διαθέτει λιγνοκόνδυλους στη βάση του κορμού του οι οποίοι δημιουργούν νέα βλάστηση αν το υπέργειο τμήμα καταστραφεί. Επίσης στα κλαδιά αναπτύσσονται κοντές και χοντ΄ρες κατασκευές παρόμοιες με λιγνοκόνδυλους (ζονγκ-ρου «σταλακτίτες» κινέζικα και τσίτσι «θηλές» Γιαπωνέζικα) οι οποίες περιέχουν λανθάνοντα μάτια και δημιουργούν νέα φυτά αν έρθουν σ’επαφή με το χώμα. Μπορούν να εμφανιστούν σε οποιοδήποτε δέντρο, αλλά πολλά τσίτσι συνήθως αναπτύσσονται στις κάτω πλευρές των μεγάλω κλαδιών γέρικων δέντρο που αναπτύσσονται σε κακές συνθήκες. Ακόμα και σπορόφυτα μπορούν να δημιουργήσουν ένα τσίτσι, αν ο κορμός τους τραυματιστεί.
Είναι δύοικο φυτό, δηλαδή τα αρσενικά και τα θηλυκά αναπαραγωγικά όργανα βρίσκονται σε διαφορετικά φυτά. Συνεπώς, για την επιτυχή γονιμοποίηση στην περιοχή θα πρέπει να βρίσκονται και αρσενικά και θηλυκά δέντρα. Τα αναπαραγωγικά όργανα εμφανίζονται στις μασχάλες των φύλλων των βραχέων λαστών (αν και μερικές φορές μποορεί να εμφανιστούν πάνω σε φύλλα), την άνοιξη Απρίλιο-Μάιο, για πρώτη φορά στην ηλικία των 20-35 χρόνων. Οι κιτρινωποί κρεμαστοί αρσενικοί κώνοι 3-6 ανά βραχύ βλαστό έχουν μήκος 1-2 εκατοστά και αποτελούνται από έναν κεντρικό άξονα γύρω από τον οποίο είναι αρραία διατεταγμένα σπιροειδώς τα μικροσποριόφυλλα. Στην άκρη κάθε μικροσποριόφυλλου υπάρχουν δύο σάκοι γύρεως. Η γύρη φέρει ένα μεγάλο αύλακα και έχει σχήμα βάρκας κάτω από μικροσκοπική εξέταση. Οι θηλυκές οωθήκες βρίσκονται συνήθως δύο ή και σπάνια περισσότερες στο τέλος ενός ευθέος βλαστού (μειωμένο μεγασποριόφυλλο) και περιβάλλονται στηβάση τους από μια μεμβράνη (περιλαίμιο). Είναι ωοειδής , πράσινες, 2,5-3,5 εκατοστά σε μήκος και 1,5-2 σε πλάτος και περιέχουν το θηλυκό γαμετόφυτο. Η επικονίαση γίνεται με τη βοήθεια του ανέμου. Η γύρη επικάθεται στο μικρό άνοιγμα της οωθήκης, τη μικροπύλη, από όπου αρχίζει ν’αναπτύσσεται στο αρσενικό γαμετόφυτο. 130-140 μέρες μετά τη νεπικονίαση το φθινόπωρο γίνεται η γονιμοποίηση με κινητό σπέρμα, όπως και στα κυκαδόφυτα. Το γίνκγο και τα κυκαδόφυτα είναι τα μόνα σημερινά σπερματόφυτα που χρησιμοποιούν κινητό σπέρμα. Η ύπαρξη κινητού σπέρματος ανακαλυφθηκε από τον Ιάπωνα βοτανολόγο Σακουγκόρο Χιράσε το 1896. Στη μικροσκοπική εξέταση, το σπερματοζωίδιο είναι παρόμοιο μ’αυτό των κυκαδόφυτων, αλλά μικρότερο. Μετά τη γονιμοποίηση τα απομεινάρια του αρσενικού γαμετόφυτού αποβάλλονται από τη μικροπύλη, η οποία κοιτάζει προς τα κάτω το φθινόπωρο και η οωθήκη αυξάνει σε μέγεθος. Εξωτερικά από πράσινη γίνεται πορτοκαλί και μετά ανοιχτό καφέ, ενώ εσωτερικά το έμβρυο σχηματίζεται. Ένας ώριμος σπόρος αποτελείται από το έμβρυο με το θρεπτικό του ιστό (2-3 κοτυληδώνες και το εναπομείναν θηλυκό γαμετόφυτο) (ενδοκέλυφος) και το εξωτερικό περίβλημα, το οποίο αποτελείται από το σκληρό μέρος (σκληροκέλυφος) που φέρει 1-3 ανάγλυφες γραμμμές και την εξωτερική σαρκώδη επιφάνεια (σαρκοκέλυφος). Οι σπόροι πέφτουν μετά τα φύλλα και το σαρκοκέλυφός τους σαπίζει γρήγορα παίρνοντας ένα πράσινο-μοβ χρώμα με κυλίδες και εκλύοντας δύσοσμο βουτυρικό οξύ. Περιέχει μικρές ποσότητες ουρουσιόλης η οποία μπορεί να προκαλέσει δερματίτιδα επαφής σε ευαίσθητα άτομα, εντούτοις το σσωτερικό του σπόρου είναι εδώδιμο και θρεπτικό. Η μυρωδιά του βουτυρικού οξέος προσελκύει μικρά σαρκοφάγα, πτωματοφάγα ή παμφάγα ζώα τα οποία τρώνε το σπόρο και τον εναποθέτουν στα περιττώματά τους ολόκληρο με λίγο φθαρμένο κέλυφος από τα γαστρικά υγρά (έτσι βλαστάνει ευκολότερα). Έτσι εξασφαλίζεται η επιβίωση μερικών σπόρων και η εξάπλωση του είδους σε άλλες περιοχές. Ο σπόρος του γίνκγο δεν πέφτει σε λήθαργο και η ανάπτυξή του εμποδίζεται μόνο από το σαρκώδες κέλυφος και τις χαμηλές θερμοκρασίες του χειμώνα. Η βλάστηση είναι υπόγεια, δηλαδή οι κοτυληδώνες παραμένουν κάτω από το έδαφος.
Συμβιώνει με ένα μονοκύτταρο φύκους του γένους κοκκομύξα και μια τέτοιου είδους συμβίωση (φυτού-φύκους) είναι μοναδική ανάμεσα στα φυτά. Δεν είναι γνωστό, τουλάχιστον έως τώρα, αν ωφελείται το φυτό από αυτή τη συμβίωση.

Η ταξινομική θέση του γίνκγο δεν είναι βέβαιη και βρίσκεται υπό συνεχή αμφισβήτηση και επανεξέταση των στοιχείων. Επειδή το γίνκγο δεν έχει κανέναν κοντινό συγκενή, είναι δύσκολη η τοποθέτησή του κοντά σε οποιαδήποτε από τις σημερινές ομάδες των γυμνόσπερμων και τα απολιθώματα των πρώτων γινκγόφυτων και των πιθανόν προγόνων του δεν έχουν γενετικό υλικό για την επιβεβαίωση όποιας υπόθεσης. Παλαιότερα το γίνκγο βρισκόταν μέσα στα κονοφόρα, αλλά αργότερα μεταφέρθηκε σε δική του συνομοταξία ή διαίρεση, τα γινκγόφυτα λόγω των μοναδικών χαρακτηριστικών του. Σύμφωνα με γενετική ανάλυση και από την δομή του σπερματοζωιδίου, ίσως ο κοντινότερος ζωντανός συγγενής του είναι τα κυκαδόφυτα, ενώ πιθανός πρόγονός του θεωρείται η εξαφανισμένη τάξη των ασπιδοσπερμοδών. Η διαίρεση των γινκγόφυτών περιέχει τη μόνη ομοταξία, τα γινκγόψιδα, τη μόνη βέβαιη τάξη, τα γινκγοώδη (ίσως περιλαμβάνονται προγονικές και συγγενικές τάξεις), τη μόνη οικογένεια, τις γινκγοΐδες και το μόνο σημερινό γένος γίνκγο με ένα μόνο σημερινό είδος, το δίλοβο γίνκγο.
Η ιστορία των γινκγοωδών είναι πολύ παλιά και ξεκινά από το πρώιμο πέρμιο, πριν 270000000 χρόνια. Τα πρώτα μέλη της τάξης όπως η τριχοπίτυς (Trichopitys) (τριχόπευκο) και άλλα πιθανά γινκγοώδη όπως το δικρανόφυλλο (Dicranophyllum) και το πολυσπερμόφυλλο (Polyspermophyllum), εμφανίστηκαν τότε. Αυτά τα φυτά δεν έμοιαζαν πολύ με τα μετέπειτα είδη. Είχαν βελονοειδή διχοτομητικά φύλλα διατεταγμένα σπιροειδώς, οι πλευρικοί βλαστοί είχαν μεγάλο μήκος και οι ωοθήκες έβγαιναν πάνω σ’ένα κλαδί το οποίο ξεκινούσε από τη μασχάλη ενός φύλλου και διχοτομούταν πολλές φορές. Οι ωοθήκες ήταν πολύ περισσότερες και ενώνονταν με το βλαστό μέσω ένός ποδίσκου (λεπτου κοτσανιού), ενώ για τα αρσενικά όργανα δεν ξέρουμε τίποτα. Αργότερα στην ίδια εποχή εμφανίστηκαν και σχιστά δακτυλωτά φύλλα με πολύ λεπτά τμήματα (μπαϊέρα Baiera) και σφηνοειδή φύλλα χωρίς μίσχο (σφηνομπαϊέρα Sphenobaiera). Σύντομα από την τριαδική εποχή η ποικιλία αυξήθηκε και στο τέλος αυτής της εποχής εμφανίστηκε το σημερινό γένος. Πιθανόν είναι το παλιότερο ζωντανό γένος σπερματόφυτων. Τα πρώτα γίνκγο είχαν έμμισχα δακτυλωτά φύλλα, παρόμοια αρσενικά όργανα με τα σημερινά, αλλά περισσότερες και μικρότερες ωοθήκες ανά βλαστό που ενώνονταν με ποδίσκο. Το γένος έφτασε στο μέγιστο της ποικιλίας του κατά την Ιουρασική εποχή και την πρώιμη κρητιδική, με πολλά είδη. Αργότερα, παράλληλα με την εξέλιξη και εξάπλωση των αγγειόσπερμων, το γίνκγο άρχισε να υποχωρεί ώσπου περιορίστηκε σε διαταραγμένες παραποτάμιες περιοχές. Επιπλέον την ίδια εποχή εμφανίστηκε το αδιαντοειδές γίνκγο g. adiantoides, το οποίο πιθανότατα είναι το ίδιο με το σημερινό, αφού είναι όμοιο στην εμφάνιση, αλλά το ξεχωριστό όνομα διατηρείται για λόγους ευκολίας. Στο καινοζωικό μετά την εξαφάνιση στο τέλος του κρητιδικού πριν 65000000 χρόνια, παρέμειναν 4 είδη γίνκγο. Το αδιαντοειδές σ’όλο το β. ημισφαίριο, ένα στη Σκοτία, ένα στην Κίνα και το παταγονικό πιο πρωτόγονο του ν. ημισφαιρίου. Σιγά-σιγά όλα τα είδη εξαφανίστηκαν και το αδιαντοειδές υποχωρούσε συνεχώς. Κατά την πλειόκαινο εποχή εξαφανίστηκε σχεδόν από παντού (πριν 7000000 χρόνια από τη Βόρεια Αμερική και πριν 2500000 χρόνια από την Ευρασία), ενώ τα μόνα ευρήματα της πλειστόκαινου προέρχονται από τη νοτιοδυτική Ιαπωνία. Παρόλα αυτά, το είδος κατάφερε να επιβιώσει σε απομονωμένες περιοχές στην νοτιοδυτική Κίνα, όπου οι επιδράσεις από την τελευταία παγετώδη εποχή ήταν μηδαμινές. Σύμφωνα με γενετική ανάλυση, ο πληθυσμός που βρίσκεται στις νότιες πλαγιές του όρους Τζίνφο της Κίνας παρουσιάζει τη μεγαλύτερη γνετική ποικιλότητα και ίσως είναι ο εναπομείνας πραγματικά άγριος πληθυσμός. Και άλλοι πληθυσμοί υπάρχουν στην Κίνα και σε γειτονικές χώρες, αλλά μάλλον προήλθαν από ανθρώπινη δραστηριότητα.
Όποτε υπάρχει στη φύση, το γίνκγο μπορεί να βρεθεί σε δάση, κοιλάδες και παραποτάμιες περιοχές, με έδαφος κίτρινης λεπτής άμμμου με καλή αποστράγγιση και όξινο ph 5,0-5,5. Προτιμά υψόμετρα 300-1200 μέτρα, ενώ δεν μπορεί να αναπτυχθεί πάνω από τα 2000 και προτιμά περιοχές με ήπιο εύκρατο κλίμα με μέτρια βροχόπτωση και θερμά καλοκαίρια.
Κάποια στοιχεία του, όπως η ευκολία στη βλαστητική αναπαραγωγή και η μεγάλη ανθεκτικότητά του, καθώς και η προτίμησή του για διαταραγμένες παραποτάμιες περιοχές, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι το γίνκγο είναι ένα είδος προσαρμόσμένο για να ζει σε διαταραγμένες περιοχές. Όμως άλλα χαρακτηριστικά του όπως η αργή ανάπτυξη, η μεγάλη ηλικία αναπαραγωγικής ωριμότητας και το μεγάλο μέγεθος των σπόρων είναι ακριβώς τα αντίθετα από αυτά που έχουν τα σημερινά φυτά τα οποία ζουν σε παρόμοιες συνθήκες. Δεδομένης της αργής εξέλιξης του γένους, είναι πιθανό ότι το γίνκγο αντιπροσωπεύει μία στρατηγική επιβίωσης σε διαταραγμένα περιβάλλοντα πριν την εμφάνιση των αγγειόσπερμων. Τότε, τα κυρίαρχα φυτά σε τέτοιες περιοχές ήταν κοντά και αραίόφυλλα κυκαδόφυτα, κυκαδιοειδή και φτέρες. Το χαρακτηριστικό του γίνκγο να αναπτύσσεται ως στενό φυτό για μερικά μέτρα και μετά να επιμηκύνει τα πλευρικά κλαδιά του ίσως ίναι προσαρμογή για μια τέτοια κατάσταση. Με την εμφάνιση των αγγειόσπερμων, τα οποία εξελίσσονται ταχύτατα και είναι καλύτερα προσαρμοσμένα για διαταραγμένες περιοχές, το γίνκγο υποχώρησε αρκετά. Επίσης, ο μεγάλος σπόρος του ο οποίος δεν μπορεί να μεταφερθεί σε μεγάλη απόσταση συνέβαλε στη σχεδόν ολοκληρωτική εξαφάνισή του, αφού το είδος δεν μπορούσε να αποφύγει τις κλιματικές αλλαγές.
Παρόλα αυτά επιβίωσε ως σήμερα χάρη στην τρομερή ανθεκτικότητά του. Σπάνια προσβάλλεται από ασθένειες και έντομα, αντέχει στην ξηρασία, στις χαμηλές θερμοκρασίες, στον αέρα, στο χιόνι, στους διάφορους τύπους του εδάφους (ακόμα και σε συμπιεσμένο) και στα διάφορα ph, στους ατμοσφαιρικούς ρύπους, όπως το διοξείδιο του θείου και η μεγάλη ποσότητα όζοντος, στην αλατότητα, ακόμα και στη ραδιενέργεια όπως φαίνεται από τα 6 γίνκγο που βρίσκονταν 1-2 χιλιόμετρα από το επίκεντρο της έκριξης της ατομικής βόμβας στη Χιροσίμα το 1945 και επιβίωσαν. Ζουν ως σήμερα.
Επειδή είναι ένα είδος με όμορφη και ενδιαφέρουσα εμφάνιση και μεγάλη ανθεκτικότητα, καλλιεργείται σήμερα σ’όλον τον εύκρατο κόσμο ως κυρίως καλοωπιστικό δέντρο. Φυτεύεται σε πάρκα και δρόμους πόλεων, και σε κήπους κυρίως στις χώρες της Άπω Ανατολής, αλλά και στο δυτικό κόσμο. Είναι ένα δέντρο που δεν απαιτεί ειδικές συνθήκες και είναι εύκολο στην καλλιέργεια. Προτιμότερα χρειάζεται ένα βαθύ αμμοπηλώδες χώμα με καλή αποστράγγιση και ηλιόλουστη, ζεστή θέση. Όσο είναι μικρό και με λεπτό κορμό μπορεί να χρειαστεί στήριξη και προστασία από τον αέρα. Επίσης, μέχρι να φτάσουν οι ρίζες του σε ικανοποιητικό βάθος θα πρέπει να ποτίζεται τακτικά. Επειδή από τη φύση του έχει καλό σχήμα, κλαδεύεται σπάνια και κυρίως σε νεαρή ηλικία. Αντέχει έως και τους -35 βαθμούς το χειμώνα, άρα δε θα χρειαστεί κάλυψη το χειμώνα στην Ελλάδα. Ευδοκιμεί καλύτερα σε κλίματα με ζεστό καλοκαίρι.
Μπορεί επίσης να διατηρηθεί σε δοχείο για αόριστο χρονικό διάστημα. Ευδοκιμεί πολύ καλύτερα σε εξωτερικό χώρο. Θα χρειαστεί μελλοντικά το μεγαλύτερο δυνατό δοχείο για να αποκτήσει το μεγαλύτερο δυνατό ύψος. Σε δοχείο χρειάζεται χώμα με καλύτερη αποστράγγιση και συχνότερο πότισμα και λίπανση σε σχέση με τα φυτά που βρίσκονται στο έδαφος. Σε περιοχές όπου κάνει πολύ κρύο θα χρειαστεί προστασία των ριζών του το χειμώνα. Αρχικά μπορεί να χρειαστεί στήριξη. Όταν φτάσει σε κατάλληλη ηλικία, μπορεί ακόμα και να παραγάγει αναπαραγωγικά όργανα. Μπορεί να κλαδεφτεί λίγο για καλύτερο σχήμα και ίσως σε μεγάλη ηλικία χρειάστεί και κλάδεμα ριζών. Όποιο κλάδεμα ή επέμβαση στο ριζικό του σύστημα ή μεταφύτευση θα πρέπει να γίνεται το χειμώνα ή νωρίς την άνοιξη για να αποφευχθεί μεγάλη ενόχληση του φυτού. Ακόμα, είναι ένα είδος κατάλληλο για μπονσάι. Είναι από τα ψηλά μπονσάι και θα πρέπει να διατηρηθεί σε εξωτερικό χώρο.
Αναπαράγεται με τρείς τρόπους: βλαστητικά με τσίτσι και μοσχεύματα και γενετικά με σπόρο. Ένα τσίτσι μπορεί ν’αφαιρεθεί από το δέντρο το χειμώνα και να φυτευθεί σε καλά αποστραγγιζόμενο χώμα. Θα δημιουργήσει ρίζες και βλαστούς. Μοσχεύματα νεαρού-ημιώριμου ξύλου μπορούν να παρθούν το Μάιο-Ιούλιο και να τοποθετηθούν σε υγρή άμμο μέχρι να ριζοβολήσουν. Θα αρχίσουν να αναπτύσσονται περισσότερο το δεύτερο χρόνο. Περισσότερη επιτυχία έχουν τα μοσχεύματα ώριμού ξύλου που παίρνονται το χειμώνα (συνήθως Δεκέμβριο) και τοποθετούνται σε υγρή άμμο. Η βλαστητική αναπαραγωγή διατηρεί το φύλο και την συγκεκριμένη ποικιλία που πιθανόν θα είχε το γονικό δέντρο. Η αναπαραγωγή με σπόρο είναι πιο εύκολη, αλλά χρονοβόρος. Οι σπόροι πρώτα θα πρέπει να καθαριστούν επιμελώς από το σαρκώδες περίβλημα και μετά προαιρετικά μπορούν να χαραχθούν, για να περνάει το νερό ευκολότερα στο εσωτερικό. Μετά πρέπει να τοποθετηθούν σε μια κλειστή σακούλα με κάποιο μέσο που θα κρατάει την υγρασία, όπως τύρφη, άμμο ή χαρτοπετσέτες, με προαιρετική προσθήκη μυκητοκτόνου στους 5 βαθμούς στο ψυγείο για 2 περίπου μήνες ή μέχρι να βλαστήσουν (προσομοίωση του χειμώνα). Αλλιώς, το στάδιο του ψυγείου μπορεί να παραλειφθεί και οι σπόροι να βλαστήσουν σε θερμοκρασία δωματίου (20-24 βαθμων), μολονότι με λιγότερη επιτυχία. Μετά τη βλάστηση, θα πρέπει να τοποθετηθούν ο καθένας σε γλαστράκια διαμέτρου 10-15 εκατοστών τα οποία θα περιέχουν αμμώδες χώμα και θα βρίσκονται σε κάποιο φωτεινό μέρος στο σπίτι ή στο θερμοκήπιο. Οι ρίζες δε θα πρέπει ούτε να στεγνώσουν ούτε όμως να παραμείνουν στο νερό για μεγάλο χρονικό διάστημα. Τα σπορόφυτα θα χρειάζονται τακτική λίπανση με οργανικό λίπασμα. Μετά από δύο χρόνια μπορούν να φυτευθούν στην οριστική τους θέση. Γίνεται η παραπάνω διαδικασία να μην ακολουθηθεί και οι σπόροι να σπαρούν απευθείας έξω. Υπάρχει όμως ο κίνδυνος, αν βρίσκονται στο έδαφος να φαγωθούν από ζώα.
Το γίνκγο μπορεί να εμβολιαστεί. Αρσενικά δέντρα μπορούν να εμβολιαστούν με θηλυκό κλαδί και το αντίστροφο για την παραγωγή γόνιμων σπόρων. Μικρά σε ηλικία δέντρα μπορούν επίσης να εμβολιαστούν με θηλυκό κλαδί για την παραγωγή σπόρων συντομότερα. Τα περισσότερα δέντρα που είναι φυτεμένα στις πόλεις της Ευρώπης και της Αμερικής και τα περισσότερα που πωλούνται στα φυτώρια είναι εμβολιασμένα αρσενικά, διότι οι σπόροι του θηλυκού περιέχουν βουτυρικό οξύ και βρωμούν. Τα δέντρα προέρχονταια πό σπόρο και όταν φτάσουν σε συγκεκριμένο ύψος ο βλαστός τους κόβεται και εμβολιάζονται με αρσενικό μάτι. Στην Άπω Ανατολή οι άνθρωποι δεν θεωρούν τη μυρωδιά μεγάλο πρόβλημα, γιατί τρώνε τους σπόρους συχνά. Από το γίνκγο έχουν προέλθει πολλές ποικιλίες με επιλεκτική αναπαραγωγή, όπως κοντές, νάνες, κρεμαστές, στενές και ψηλές, πιο φουντωτές, πυκνές, οι περισσότερες είναι αρσενικές και εμβολιάζονται στα νεαρά δέντρα. Υπάρχουν και θηλυκές όπως αυτές με τους μεγάλους σπόρους και άλλες. Έχουν αναπτυχθεί και κιτρινόφυλλα φυτά.
Το γίνκγο πιθανόν ήταν γνωστό στον άνθρωπο για μερικές χιλιάδες χρόνια και ίσως διατηρήθηκε και καλλιεργήθηκε από βουδιστές μοναχούς. Πρώτη όμως επιβεβαιωμένη αναφορά για το γίνκγο έχουμε από τον 11ο αι. μ.Χ. στην κινέζικη λογοτεχνία, κατά τη δυναστεία των Σουνγκ, όπου αναφέρεται ως ένα φυτό γηγενές στην ανατολική Κίνα. Επειδή χρησιμοποιήθηκε ως φόρος που δινόταν στον αυτοκράτορα για τα συμπόσιά του, θεωρήθηκε πολύτιμο στην πρωτεύουσα Καϊφένγκ. Σύντομα οι αναφορές για το γίνκγο στην ποίηση και στην λογοτεχνία της Κίνας πλήθυναν. Πολλοί διάσημοι ποιητές έγραφαν στίχους επαινώντας τα φύλλα του και τους σπόρους του. Ίσως το φυτό ήταν γνωστό στη βόρεια Κίνα πριν τη δυναστεία των Σουνγκ, αλλά θα παρέμεινε σπάνιο. Πιθανόν οι σπόροι του χρησιμοποιούνταν ως τροφή από τη δυναστεία των Χαν 206 π.Χ.-220 μ.Χ. Οι πρώτες αναφορές για φαρμακευτική και διατροφική χρήση των σπόρων χρονολογούνται κατά τη δυναστεία των Γιουάν 1280-1368, όπου αναφέρονται σε βοτανικά βιβλία. Πιθανή πρώτη αναφορά για τη φαρμακευτική χρήση των φύλλων έγινε στο μεγάλο βοτανικό του 2800 π.Χ. ή αργότερα κατά τη δυναστεία των Χαν, αλλά αυτό δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί, γιατί το πρωτότυπο έχει χαθεί. Ακόμα, οι σπόροι χρησιμοποιήθηκαν ως βοηθητικό της χώνευσης στα πολύωρα κινέζικα συμπόσια και σε γάμους, όπου βάφονταν κόκινοι. Μετά τις δυναστείες των Σουνγκ και Γιουάν, το γίνκγο καλλιεργήθηκε ευρέως σ’όλη την Κίνα και διαδόθηκε στην Κορέα και την Ιαπωνία.
Από το 1492 υπάρχουν οι πρώτες αναφορές και στα Γιαπωνέζικα βιβλία, όπου συνηθιζόταν να χρησιμοποιούνται οι σπόροι του ως επιδόρπιο στην τελετή του τσαγιού. Στην περίοδο Έντο 1600-1867 και οι κοινοί άνθρωποι έτρωγαν τους σπόρους. Το 19ο αι. οι σπόροι χρησιμοποιήθηκαν και ως μεζές για το σάκε, μια συνήθεια που συνεχίζεται ως σήμερα.
Σύμφωνα με την παραδοσιακή κινεζική ιατρική, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί ως σήμερα, οι σπόροι του γίνκγο χρησιμοποιούνται ως τονωτικό του γιν και του γιανγκ (οι δυο αντίθετες δυνάμεις), ως αφροδισιακό, για τη μείωση των ονειρώξεων, την απόλεια ακοής, την πνευμονία, τη ρινική συμφόριση, το άσθμα και το βήχα, τις μολύνσεις του ουροποιητικού, τα σκουλήκια του εντέρου, τη γονόρροια, τον καρκίνο και ως κατάπλασμα σε εξωτερικές πληγές. Τα φύλλα χρησιμοποιούνται σπανιότερα, κυρίως για τη θεραπεία των χιονιστρών και των κρυοπαγημάτων και του άσθματος. Συχνά χρησιμοποιείται σε συνδυασμό και με άλλα βότανα. Η φαρμακευτική του χρήση στις γειτονικές χώρες της Άπω Ανατολής έχει ως βάση την κινέζικη παράδοση.
Το ξύλο του λόγω της σπανιότητάς του δε χρησιμοποιείται εκτεταμένα. Είναι κίτρινο, ελαφρύ, ευλύγιστο και ανθεκτικό στα έντομα και στο σάπισμα και κόβεται εύκολα. Χρησιμοποιείται κυρίως στην Ιαπωνία για κατασκευές, ξυλογλυπτική, ράφια και αντικείμενα για την τελετή του τσαγιού, βουδιστικούς οικογενειακούς βωμούς, πάγκους, κάδους, σκακιέρες και πιόνια κ.ά.
Επιπροσθέτως, το γίνκγο έχει μεγάλη συμβολική σημασία για τους λαούς της Άπω ανατολής. Το είδος καθ’εαυτό δεν έχει ιερή σημασία στο βουδισμό ή στον ταοϊσμό, αλλά τα μεγάλα σε ηλικία δέντρα, συμπεριλαμβανομένου και του γίνκγο έχουν. Φυτευόταν και φυτεύεται σε ναούς, βουδιστικά μοναστήρια και οχηρά, επειδή ως δύσκαυστο δέντρο προστατεύει από φωτιά. Στην Ιαπωνία τα γέρικα δέντρα θεωρούνται ιερά και αξιοσέβαστα και όσα είναι άνω των 100 χρόνων προστατεύονται από το κράτος. Δεν μπορούν να κοπούν, ακόμα και αν πρέπει να γίνει μια κατασκευή, όπως ένας δρόμος ή ένα κτήριο και αν γίνει θα πρέπει να κατασκευαστεί γύρω από αυτό. Στον κομφουκιανισμό το γίνκγο κατέχει ξεχωριστή θέση, αφού σύμφωνα με την παράδοση ο Κομφούκιος (551-487 π.Χ.) προτιμούσε να διαβάζει, να διαλογίζεται και να διδάσκει τους μαθητές του κάτω από τη σκιά ενός γίνκγο. Επίσης, έχει εμπνεύσει πολλούς καλλιτέχνες και ποιητές οι οποίοι άρχισαν να το αναφέρουν στα έργα τους σύντομα μετά την «ανακάλυψή» του. Οι συμβολικές του σημασίε όπως έχουν διαμορφωθεί ως σήμερα είναι: σύμβολο της εναρμόνησης των αντιθέτων, εσωτερικής αμεταβλητότητας (κινέζικες επιροές), μακροζωίας, δύναμης, και μετά τη βόμβα στη Χιροσίμα το 1945 ελπίδας, αγάπης και ειρήνης.
Ο πρώτος δυτικός που είδε και περιέγραψε το γίνκγο ήταν ο Αυστριακός γιατρός, φυσιοδίφης και ταξιδιώτης Ένγκελμπερτ Κέμπφερ (1651-1716), ο οποίος είδε πρώτη φορά το γίνκγο σ’ένα βουδιστικό κήπο στο Ναγκασάκι της Ιαπωνίας και το περιέγραψε στο βιβλίο του «Amoenitatum exoticarum 1712». Επιστρέφοντας από το ταξίδι του έφερε μερικούς σπόρους γίνκγο οι οποίοι φυτεύθηκαν στο βοτανικό κήπο της Ουτρέχδης στην Ολλανδία. Από εκεί το δέντρο διαδώθηκε και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες και αργότερα το 19ο αι. και στην Αμερική. Πολλά από εκείνα τα αρχικά δέντρα ζουν ως σήμερα.
Το ευρωπαϊκό όνομα γίνκγο «ginkgo» προήλθε από ορθογραφικό λάθος. Στα κινέζικα το παλαιό όνομα για το δέντρο ήταν γίνγκουο «ασιμένιος καρπός» τα συχνότερα χρησιμοποιούμενα σήμερα είναι μπάι γκούο «λευκός καρπός» και γίνξινγκ «ασιμένιο βερίκοκο». Οι Ιάπωνες πήραν το τελευταίο όνομα και το πρόφεραν ως γκίνναν, αλλά επειδή οι κινέζικοι χαρακτήρες έχουν πολλές προφορές στα Ιαπωνικά, μπορούσε να προφερθεί και ως γκίνκγιο. Ο Κέμπφερ έγραψε αντί για y g και έτσι το λάθος έμεινε. Αργότερα, το 1771, το φυτό περιγράφηκε από το Σουηδό μεγάλο βοτανολόγο και πατέρα του σύγχρονου ταξινομικού συστήματος των βιολογικών όντων Κάρολο Λινναίο ως δίλοβο γίνκγο «ginkgo biloba».
Σήμερα το δέντρο χρησιμοποιείται ως καλωπιστικό, για τους φαγώσιμους σπόρους του και για τα φύλλα του. Ως καλωπιστικό φυτεύεται σχεδόν σ’όλο τον έυκρατο κόσμο. Οι ώριμοι σπόροι του τρώγονται στις χώρες της Ασίας, ενώ στην Ευρώπη και στον υπόλοιπο κόσμο πολύ σπάνια. Το σαρκώδες, δύσοσμο και τοξικό κέλυφος πρέπει ν’αφαιρεθεί και μετά συνήθως οι σπόροι τρώγονται βραστοί ή ψητοί και σπάνια ωμοί. Η γεύση τους είναι παρόμοια μ’αυτήν της κουκουνάρας και του κάστανου. Είναι πλούσιοι σε φώσφορο, κάλιο, βιταμίνη α, βιταμίνη c, νιασίνη (βιταμίνη κ), προτεϊνες και υδατάνθρακες, αλλά χαμηλοί σε λιπαρά, περιέχοντας κυρίως μονοακόρεστα και πολυακόρεστα. Σε μεγάλες ποσότητες και αν τρώγονται σε καθημερινή βάση για αρκετό χρονικό διάστημα και ιδίως στα παιδιά, οι σπόροι μπορούν να προκαλέσουν δηλητηρίαση από 4-μεθοξυπυριδοξίνη, μια νευροτοξίνη που προκαλεί σπασμούς και είναι σταθερή στις υψηλές θερμοκρασίες. Τα αποτελέσματά της μπορούν να τερματιστούν ή και να προληφθούν με τη χορηγία πυριδοξίνης.
Η έρευνα για τις φαρμακευτικές ιδιότητες του γίνκγο άρχισε εντατικά από τη δεκαετία του 1950 και συνεχίζει ως σήμερα. Απομονώθηκαν οι δραστικές του ουσίες που είναι φλαβονοειδείς γλυκοζίδες και τερπενοειδή, τα οποία έχουν αντιοξειδωτική δράση και οι γινκγολίδες και η βιλοβαλίδη ουσίες μοναδικές στο γίνκγο. Οι τελευταίες ουσίες ερευνήθηκαν εκτεταμένα. Αυτές οι ουσίες ίσως ππροσδίδουν στο φυτό την ανθεκτικότητά του στα έντομα και στις ασθένειες. Υποστηρίζεται από πολλές έρευνες ότι έχουν νοοτροπική δράση, βελτιώνουν την προσοχή και τη μνήμη. Σύμφωνα όμως με μια μεγάλη, τυχαιοποιημένη, διπλή τυφλή, ελεγχόμενη αμερικανική μελέτη που δημοσιεύθηκε στο jama, το 2002 έφτασε στο συμπέρασμα ότι το εκχύλισμα του γίνκγο, όταν λαμβάνεται σύμφωνα με τις οδηγίες δεν παρέχει καμία μετρήσιμη βελτίωση στη μνήμη ή σε άλλες νοητικές λειτουργίες σε ενήλικες με υγιή νοητική λειτουργία. Παρόλα αυτά, άλλες μελέτες έχουν συμπεράνει θετικά αποτελέσματα. Το θέμα χρειάζεται περισσότερη έρευνα. Ακομα, το γίνκγο έχει προταθεί, βάσει κάποιων αμφίβολων αποτελεσμάτων στα ποντίκια ως θεραπεία για την άνοια και τη νόσο του Αλτσχάιμερ. Εντούτοις, δύο τυχαιοποιημένες και ελεγχόμενες μελέτες που δημοσιεύθηκαν στο jama το 2008 και 2009 απέδειξαν ότι το γίνκγο είναι αναποτελεσματικό για τη θεραπεία της άνοιας στους ανθρώπους.
Μέσα από τις πολλές έρευνες, έχει αποδειχθεί ότι οι γινκγολίδες έχουν αντιπηκτική και αντιθρομβωτική δράση και άρα διευκολύνουν την κυκλοφορία και ιδιαίτερα τη μικροκυκλοφορία στα τριχοειδή αγγεία σε όλους τους ιστούς και τα όργανα του σώματος. Είναι ανταγωνιστικές στον παράγοντα ενεργοποιήσης των αιμοπεταλίων paf. Η παρουσία όλων τωνν ουσιών του γίνκγο (γινκγολίδες, βιλοβαλίδη και γινκγοφλαβονοειδή) μπορεί να επειρεάζει θετικά τη συνολική δράση. Η επίδραση του γίνκγο στην εγκεφαλική και νοητική λειτουργία ίσως οφείλεται στην αντιπηκτική του δράση. Σύμφωνα με μια μελέτη το γίνκγο είναι επίσης βοηθητικό για τον ήλιγκο καισύμφωνα με μια άλλη, ανακουφίζει το σύμπτωμα του βουίσματος των αφτιών.
Το φάρμακο μπορεί να χορηγηθεί είτε ως τυποποιημένο εκχύλισμα σε μορφή χαπιού των 40-200 μικρογραμμαρίων ή σε μορφή εγχύματος των φύλλων, τα οποία συλλέγονται Αύγουστο-αρχές φθινοπώρου και αποξηραίνονται. Με τη δεύτερη μέθοδο όμως δεν είναι εύκολη η ακριβείς μέτρηση των ενεργών συστατικών και των αναλογιών τους.
Αν και θεωρείται γενικά ως ένα ασφαλές φάρμακο, μπορεί να παρουσιάσει παρενέργειες σε κάποια άτομα. Όσοι λαμβάνουν αντιθρομβωτικά όπως ασπιρίνη ή βαρφαρίνη, δε θα πρέπει να λαμβάνουν συγχρόνως γίνκγο, αφού και αυτό παρουσιάζει αντιθρομβωτική δράση. Όσοι παίρνουν συγκεκριμένα αντικαταθλιπτικά και οι έγκυοι δε θα πρέπει να λαμβάνουν γίνκγο. Μερικές από τις παρενέργειες είναι: αυξημένος κίνδυνος αιμοραγίας, γαστρεντερικές ενοχλήσεις, διάρροια, εμετός, αρρυθμίες, ζάλη, πονοκέφαλος και ανησυχία. Αν κάποιο από αυτά τα συμπτώματα εμφανιστεί, η λήψη του γίνκγο θα πρέπει να διακοπεί. Επίσης, οι μικρές ποσότητες ουρουσιόλης που περιέχουν τα εκχυλίσματα μπορούν να προκαλέσουν αλλεργική αντίδραση σε ευαίσθητα άτομα, ειδίως σε όσους έχουν αλλεργία σε άλλα φυτά που περιέχουν αυτήν την ουσία όπως το μάγκο.
Αν και το είδος με την καλλιέργεια έχει εξαπλωθεί σε σχεδόν όλο τον εύκρατο κόσμο, στο φυσικό του περιβάλλον, αν τελικά ζει ακόμα άγριο στη φύση, έχει πολύ μικρό πληθυσμό. Έχει όμως θεωρητικά την ικανότητα να προσαρμόζεται σε παρόμοια περιβάλλοντα σ’όλο τον κόσμο. Στην πραγματικότητα όμως αντιμετωπίζει πολλές απειλές. Τα περισσότερα μέλη του είδους σήμερα ζουν ως διακοσμητικά δέντρα σε διάφορες πόλεις του κόσμου και αρκετά άλλα καλλιεργούνται για τους σπόρους ή τα φύλλα τους. Αυτοί οι πληθυσμοί είναι ιδιαίτερα ευάλωτοι σε ανθρωπογενείς καταστροφές. Αν και θεωρητικά και αποδεδειγμένα το είδος μπορεί ν’ανταπεξέλθει σε πολλών μορ΄φων φυσικές καταστροφές, δεν ξέρουμε πώς θα αντιδράσει σ’έναν επερχόμενο παγκόσμιο πυρηνικό πόλεμο, πυρηνικό ατύχημα, απόδραση τεχνητής ασθένειας από εργαστήριο, πιθανή εφαρμογή της γεωμηχανικής με αποτέλεσμα απότομη κλιματική αλλαγή, πτώση αστεροειδούς κ.ά. Επίσης, η υποστήριξη του είδους από τον άνθρωπο θα σταματήσει και μπορεί να ξεχαστεί και η φαρμακευτική αξία και οι άλλες χρήσεις του αν γίνει κάποια από τις παραπάνω καταστροφές, αφού θα έχουμε περιέλθει σε μία σκοτεινή εποχή. Τέλος, οι γενετική του ποικιλότητα βρίσκεται σε κίνδυνο. Οι ποικιλίεςπου έχουν δημιουργήθεί έχουν σκοπό να ικανοποιήσουν τις δικές μας ανάγκες και όχι για περισσότερη καταλληλότητα και επιτυχία του σ’ένα φυσικό περιβάλλον. Είναι δυνατόν κάποιες από τις ποικιλίες αυτές να εξαφανιστούν στη φύση και οι απόγονοι που θα προέλθουν από τη διασταύρωση διαφορετικών ποικιλιών να παρουσιάσουν τα αρνητικά χαρακτηριστικά και των δύο. Η προτίμηση κυρίως για αρσενικά δέντρα θα έχει και αυτή δυσάρεστα αποτελέσματα στη γενετική ποικιλότητα του είδους. Η χαμηλή γενετική ποικιλότητα μπορεί να κάνει το είδος ευάλωτο σε μια νέα ασθένεια ή να καθυστερήσει την προσαρμογη του προς κάποια άλλη μεταβολή. Ακόμα και αν όλες αυτές οι απειλές δεν οδηγήσουν στην άμεση εξαφάνισή του, μία παγκόσμιας κλίμακας σοβαρότατη καταστροφή, η αδυναμία μας να το υποστηρίξουμε, ο μικρός πληθυσμός που θα έχει απομείνει και ο ενδεχόμενος σκληρός ανταγωνισμός με τα αγγειόσπερμα κάποτε θα το καταδικάσουν σε τελική εξαφάνιση. Στην κόκκινη λίστα της διεθνούς ένωσης για την προστασία της φύσης κατατάσσεται ως κινδυνεύον.

Το δικό μου γίνκγο είναι ακόμα αρκετά μικρό και λεπτό και ύψος έχει περίπου 1,15 μέτρα. Το έχω φυτέψει σε μία μεσαία-μεγάλη γλάστρα με καλό χώμα και στήριγμα επιδή λυγίζει. Μετά από περίπου δυο εβδομάδες από την αγορά του, άρχισε να δείχνει σημάδια ανάπτυξης.

Πηγές και άλλες σελίδες:
άρθρο της αγγλικής wikipedia για το g. biloba
άρθρο της αγγλικής wikipedia για το γένος γίνκγοσελίδες για το γίνκγο
plants for a future γίνκγο
γίνκγο
ιστορία του γίνκγοιστορία και φαρμακευτικές πληροφορίες
ιστορία & πληροφορίεςιστορία
εισαγωγή στα γινκγοώδηεξέλιξη του γίνκγο

Ενημέρωση τέλη Οκτωβρίου/2010: Μετά από ένα μήνα ανάπτυξης, άρχισαν να παρουσιάζονται προβλήματα. Τα νέα φύλλα πού έβγαιναν ήταν κίτρινα και παραμορφωμένα και προς τον Αύγουστο άρχισαν λίγα απ’τα παραμορφωμένα να πέφτουν και ως τώρα παραμένει στάσιμο. Τώρα αρχίζει να ρίχνει τα φύλλα του. Γενικά τα γίνκγο δυσκολεύονται να προσαρμοστούν μετά από μεταφύτευση. Μάλλον του χρόνου θα επανέλθει.
Ενημέρωση 5/4/2011: Ήδη το γίνκγο έχει αρχίσει να βγάζει τα νέα του φύλλα, έως τώρα χωρίς κανένα πρόβλημα.
Ενημέρωση 12/6/2011: Έως τώρα το γίνκγο ήταν μια χαρά. Είχε αναπτυχθεί πολύ, όπως φαίνεται και στη φωτογραφία κι ο κορμός του είχε αυξηθεί λίγο σε πάχος. Τώρα όμως, δηλαδή από χθες άρχισε, έγινε μια μεγάλη καταστροφή. Το
κουνέλι μου
ξεφλούδισε αρκετό μέρος του κορμού. Πριν λίγο πρόσεξα ότι σ’ένα μέρος όλος ο φλοιός είχε φύγει. Αυτό σημαίνει ότι η παροχή σακχάρων aπό τα φύλλα προς θρέψη των ριζών έχει διακοπεί και το δέντρο σοιγά-σιγά θα ξεραθεί. Υπάρχει ωστόσο η πιθανότητα να πετάξει νέους βλαστούς από τη βάση του . Θα περιμένω και θα δω.Πάντως το κουνέλι θα το δώσω σε κάποιον άλλον, γιατί έχει γίνει πολύκαταστροφικό. Πολλά φυτά έχουν δεινοπαθήσει κι άλλα έχουν φαγωθεί απ’αυτό.

[/caption€]
Ενημέρωση 2/8/2011: Χθες πρόσεξα ότι πέταξε δυο ματάκια από τη βάση του! Περιμένω να δω τι θα γίνει. Σίγουρα η μεγαλύτερη ανάπτυξη θα γίνει του χρόνου.
Ενημέρωση 30//8/2011: Τελικά εμφανίστηκαν τα πρώτα μικρά φύλλα στην επιφάνεια.

τα νεαρά φύλλα

το γίνκγο καταφαγωμένο


Τελικά το κουνέλι θα μείνιει μαζί μου, αλλά θατο βγάζω έξω πάντοτε υπό στενή παρακολούθηση.
Το φυτό επιβίωσε χάρη στο
αυτόματο πότισμα
που εγκατέστησα φέτος. Αλλιώς σίγουρα θα είχε καταστραφεί.
Ενημέρωση 12/9/2011: Επειδή το γίνκγο μου που επανήλθε ήταν πολύ κοντό και θά’παιρνε πολλά χρόνια για να φτάσει στο πρότερο ύψος του, το αντάλλαξα μ’αυτό του πατέρα μου. Ο πατέρας μου έτσι κι αλλιώς έχει πολλά ψηλά φυτά και δε θα τον πειράζει αν ένα απ’τα δέντρα του αργήσει να μεγαλώσει. Είναι σχεδό πανομοιότυπο με το πρώην δικό μου, αλλά λίγο ψηλότερο και με παχύτερο κορμό.

το νέο δέντρο


Τα φυτά από πίσω είναι
γιούκα.
Συνήθως όταν θέλω να φωτογραφίσω ένα φυτό το βγάζω μόνο του και καλύτερα, αλλά τώρα δεν είχα πολύ χρόνο να μετακινώ τις μεγάλες γλάστρες.

Ενημέρωση 8/3/2012: Πέρσι το Νοέμβριο είχα παραγγείλει
διάφορους σπόρους σπάνιων φυτών
από το διαδίκτυο. Μαζί μ’αυτούς πήρα και σπόρους γίνκγο, για να φυτέψω τα δνεδρύλλια μόλις βγουν στο χωριό μου, Πύργοι Κοζάνης, σε φυσικό περιβάλλον κοντά στο ποτάμι, ώστε να ψηλώσουν στο μέγιστο χωρίς ανθρώπινες παρεμβάσεις και τουλάχιστον να επανέλθουν λίγα τέτοια στη φύση, όπως κάποτε ζούσε το είδος στην Ελλάδα σύμφωνα με τ’απολιθώματα. Οι σπόροι ήταν 5 καθαρισμένοι και γεμάτοι, τους οποιούς έβαλα γρήγορα σε υγρή άμμο σε μια δεμένη σακουλα στο ψυγείο για περίπου δυο μήνες. Προς τα τέλη του Φεβρουαρίου τους έβγαλα με τη σακούλα έξω στο μπαλκόνι, αλλά όλο εκείνο το διάστημα δε παρατήρησα καμία αλλαγή. Ώσπου πριν τρεις μέρες, όταν άνοιξα τη σακούλα να δω τι γίνεται, βρήκα έναν από τους σπόρους να είχε βγάλει μια ριζούλα περιπου 2 εκατοστά. Ομοίως άρχιζαν να βγάζουν δύο ακόμα, ενώ ένας από τους πέντε νομίζω πωως είχε σαπίσει και τον πέταξα. Τους υπόλοιπους τους φύτεψα σε ατομικά κουπάκια με μείγμα άμμου και χώματος.

Ενημέρωση 1/4/2012: Από τους σπόρους σάπισε ακόμα ένας, όλοι οι υπόλοιποι όμως έχουν βγάλει ριζίδιο. Αυτές τις μέρες το μεγάλο γίνκγο μου άρχισε επίσης να ξαναβγάζει φύλλα με δυναμισμό, με πράσινα φυλλαράκια σε κάθε μάτι. Η κορυφή του, η οποία έμεινε αδρανής σύντομα μετά την αγορά του πριν δύο χρόνια, άνοιξε κι αυτή σπάζοντας τα προστατευτικά λέπια του ματιού και βγάζοντας υγιή, πράσινη ανάπτυξη. Δε μπορώ να προβλέψω ακριβώς την ανάπτυξή του, αλλά νομίζω πως οι κορυφές των δύο κλαδιών προς την κορυφή, η ίδια η κορυφή και ίσως ένα ακόμα μάτι δίπλα θ’αναπτυχθούν ως μακριοί βλαστοί, ενω΄τα υπόλοιπα θα μείνουν βραχείς.

Μάτια προφανώς βραχέων βλαστών στο ένα από τα δύο κλαδιά πλησίον της κορυφής. Πίσω φαίνονται οι πολυκατοικίες αφού προς τα εκεί κοιτάει το φυτό.

Το πρώην δικό μου γίνκγο που έδωσα στον πατέρα μου έχει κι αυτό μάτια που φούσκωσαν κι ετοιμάζονται ν’ανοίξουν, αλλ’ακόμα δεν άνοιξαν πλήρως για να φανούν τα νέα φύλλα.

Ενημέρωση 17/4/2012: Χθες επιστρέφοντας από τις διακοπές του Πάσχα παρατήρησα σημαντικές εξελίξεις. Από τους σπόρους σάπισε ακόμα ένας, ένας άλλος ακόμα δε φύτρωσε, ο άλλος όμως έβγαλε ένα μικρό βλαστό κάπου στα τρία εκατοστά με μαζεμένα φύλλα και υγιή κορυφούλα. Αυτός έχει επιβιώσει, τώρα περιμένω να φυτρώσει και ο άλλος. Αν δε βγει, θά’χω επιτυχία μόνο ενός στους πέντε απ’τους συγκεκριμένους σπόρους. Φταιεί η ποιότητα των σπόρων, είναι πρόβλημα του είδους ή δικό μου πρόβλημα; Δικό μου δε νομίζω, γιατί τους φροντίζω κατά τον ενδεδειγμένο τρόπο.
Μεγάλες εξελίξεις επίσης έχω και από το μεγάλο γίνκγο. Τα φύλλα σ’όλο το φυτό έχουν ανοίξει αρκετά,και η ανάπτυξη είναι έντονη με 5 κορυφές. Οι τέσσερις συνέχισαν από εκεί που περίμενα, δηλαδή οι δύο από τις άκρες των δύο ανώτερων κλαδιών, η μία από την παλιά κεντρική κορυφή, και ακόμα μία από ένα μάτι αμέσως κάτω από την κεντρική κορυφή. Και από τα δύο κατώτερα κλαδιά όμως, που δεν περίμενα να συνεχίσουν κατά μήκος ανάπτυξη, το ένα μακρύτερο συνέχισε από το τέλος του με αναπτυσσόμενη κορυφή, ενώ το άλλο παρέμεινε μόνο με τους βραχείς βλαστούς του.

Advertisements