Από:

εδώ
με επιπλέον προσθήκες για τα είδη της Ελλάδας και προσωπικές παρατηρήσεις.

Μετάφραση: Bolko

Οι πυρρογάστορες βάτραχοι (fire-bellied frogs, fire-bellied toads), γένους βομβίνα (bombina) είδη

Του Μαρκ Στανισεύσκι (Mark Staniszewski)

[image]
κοιλιά του κιτρινογάστορα βατράχου, bombina variegata colombatovici

Εισαγωγή:

Στην Ευρώπη και στη νότια ειπηρωτική ασία υπάρχει ένας αριθμός μικρών, τραχύδερμων βατράχων που μοιάζουν με φρύνους που είναι ανάμεσα στα πιο δημοφιλή και πιο κομικά από τα μικρά είδη που διατηρούνται σε τερράρια. Γνωστοί ως πυρρογάστορες βάτραχοι, το γένος βομβίνα (bombina) αποτελείται από 6 είδη τα οποία έχουν ομοιότητες στο σχήμα και στις περιβαλλοντικές τους προτιμήσεις, αλλά διαφορές στο μέγεθος και στο χρωματισμό. Παλαιότερα ταξινομούνταν στην οικογένεια των δισκογλωσσιδών, λόγω της δισκοειδούς και ακίνητης γλώσσας τους. Όμως λόγω των σημαντικών διαφορών στην μορφολογία, βιολογία και συμπεριφορά τοποθετήθηκαν σε δική τους οικογένια, τους βομβινατορίδες (bombinatoridae) μαζί με ένα άλλο μικρό και όχι πολύ γνωστό γένος, το barborula (βάτραχοι της ζούγκλας).

Ταξινόμηση:

επικράτεια: ευκαρυωτά, βασίλιο: ζώα, συνομοταξία: χορδωτά, υποσυνομοταξία: σπονδυλωτά, ομοταξία: αμφίβια, υφομοταξία: λειαμφίβια, τάξη: άνουρα, υπόταξη: αρχαιοβατράχια, οικογένεια: βομβινατορίδες, γένος: βομβίνα, είδη:

ευρωπαϊκός πυρρογάστορας βάτραχος (bombina bombina) Λινναίος, 1761, κιτρινογάστορας βάτραχος (bombina variegata) Λινναίος, 1758, πυρρογάστορας βάτραχος Κουάνγκσι (bombina fortinuptialis) τιαν & ου, 1978, γιγάντιος πυρρογάστορας βάτραχος (bombina maxima) Μπούλεγκερ, 1905, πυρρογάστορας βάτραχος Χουμπέι (bombina microdeladigitoria) Λιου, Χου & Γιανγκ, 1960, ανατολικός πυρρογάστορας βάτραχος (bombina orientalis) Μπούλεγκερ, 1890

Είδη:

[image]

Eur

ευρωπαϊκός πυρρογάστορας βάτραχος, b. bombina

Ο ευρωπαϊκός πυρρογάστορας βάτραχος b. bombina έχει τη μεγαλύτερη γεωγραφική εξάπλωση από τα 4 σημαντικότερα είδη φτάνοντας από τα Βαλκάνια ανατολικά σε μία ευρεία ζώνη ως την κεντρική και ανατολική Ασία. Είναι επίσης το μικρότερο είδος, σπάνια ξεπερνά τα 4 εκατοστά και φαίνεται να προτιμά πιο δροσερά και σκιερά περιβάλλοντα από τα άλλα είδη. Η γκρίζη-καφέ ράχη του καλύπτεται από πολλά, μικροσκοπικά, μυτερά φύματα τα οποία του δίνουν μία άγρια ηφή ανάμεσα στα οποία βρίσκονται εκατοντάδες μικροσκοπικών πόρων. Το κεφάλι είναι περισσότερο μυτερό από άλλα είδη και γενικά αυτός ο βάτραχος έχει μία χαρακτηριστική αχλαδόσχημη κατασκευή. Όπως και σε άλλες βομβίνες, μόνο τα πίσω πόδια έχουν μεμβράνη και όταν κολυμπάει στο νερό τα μπροστινά άκρα είται κρατούνται λυγισμένα στις πλευρές ή μπροστά για να βοηθούν στην κατεύθυνση. Όπως δηλώνει και το κοινό όνομα το κάτω μέρος είναι ενός έντονου πορτοκαλοκόκκινου διεσπαρμένο με μαύρες ή γκρι κυλίδες. Γκρι πόροι με λευκό περιθόριο είναι συχνά εμφανείς. Σε κάποιους πληθυσμούς, ειδικότερα όπου τα αιματοσκούληκα, η δαφνία, οι γαρίδες του γλυκού νερού και άλλα καρκινοειδή του νερού απουσιάζουν από τις λιμνούλες, η κοιλιά τείνει να έχει ένα πορτοκαλί ή λευκοκίτρινο χρώμα. Ο λόγος είναι γιατί πολλά καρκινοειδή του γλυκού νερού περιέχουν μία φυσική χρωστική ουσία γνωστή ως κανθαξανθίνη, ένα ερυθρό καροτενοειδές το οποίο δίνει στους βατράχους αυτούς το ζωηρό κόκκινο χρωματισμό της κοιλιάς.

 

[image]

Yel

 

κιτρινογάστορας βάτραχος, b. variegata colombatovici

Ο κιτρινογάστορας βάτραχος b. variegata είναι ένα καθαρά ευρωπαϊκό είδος το οποίο υπάρχει ως αρκετά γεωγραφικά υποείδη τα οποία θα παρουσιαστούν παρακάτω. Αν και ένας μικρός βάτραχος, είναι ελαφρώς μεγαλύτερος και με πιο χοντρή κατασκευή από το b. bombina με τα μπροστινά του άκρα ειδικότερα να είναι αρκετά μυώδη. Αυτός ο βάτραχος περνά αρκετό χρόνο λιαζόμενος, αλλά σχεδόν  ποτέ δε βρίσκεται μακριά από το νερό. Η ράχη είναι συνήθως πολύ σκούρη, σχεδόν μαύρη, αν και μπορεί να μεταβάλει το χρώμα του ανάλογα με το περιβάλλον του. Τα σπυρωτά φύματα που καλύπτουν τη ράχη και το κεφάλι τείνουν να είναι πολύ πιο λεία και στρογγυλεμένα από το b. bombina και οι πόροι δεν είναι ορατοί με το γυμνό μάτι. Ο κοιλιακός χρωματισμός κειμαίνεται από ένα ζωηρό πορτοκαλοκίτρινο ως ένα ασθενές λεμονί εξαρτάται από το υποείδος και μαύρες, γκρι ή σκούρες κυλίδες είναι είτε πολύ εμφανείς (κάποια άτομα έχουν εντελώς μαύρες κοιλιές) ή απουσιάζουν εντελώς (δηλαδή η κοιλιά είναι εντελώς κίτρινη). .

 

[image]

Ori

 

ανατολικός πυρρογάστορας βάτραχος, b. orientalis

Το πιο χρωματιστό είδος είναι αναμφίβολα ο ανατολικός πυρρογάστορας βάτραχος, b. orientalis με το έντονο πράσινο και τα μαύρα γραμμωτά σημεία. Αυτό το είδος ζει σε λιμνούλες και ρυάκια θερμών, υγρών χαμηλών λόφων στη νότια Κίνα, στην Ταϊλάνδη, στην Κορέα και σε άλλες ειπηρωτικές χώρες της νοτιοανατολικής Ασίας. Φτάνουντας στο μέγιστο τα 5,5 εκατοστά, η κοιλιά είναι ενός όμορφου έντονου πορτοκαλί με ένα δίκτυο μαύρων κυλίδων. Αυτό είναι το πιο μακρόστενο είδος και η ράχη δεν είναι τόσο έντονα σπυρωτή όπως σε άλλα είδη.

Ο γιγάντιος πυρρογάστορας βάτραχος, b. maxima είναι η «μεγαλύτερη» βομβίνα, αλλά σπάνια ξεπερνά τα 6,5 εκατοστά. Εκ πρώτης όψεως αυτό το κινέζικο είδος φαίνεται σαν μία μεγάλη έκδοση του b. variegata, αλλά η κοιλιά είναι ένα βαθυκόκκινο και τα ραχιαία φύματα τείνουν να μοιάζουν περισσότερο με αυτά των φρυνιδών (πραγματικοί φρύνοι). Ζει σε δροσερές λιμνούλες χαμηλών λόφων και σε ρυάκια με αργή ροή που συχνά περιβάλλονται από πυκνή βλάστηση.

 

Τα είδη b. fortinuptialis και b. microdeladigitoria δεν είναι τόσο γνωστά και δεν υπάρχουν πολλές πληροφορίες γι’αυτά.

Στην Ελλάδα συναντώνται
και τα δύο ευρωπαϊκά είδη, δηλαδή ο b. bombina και ο b. variegata, υποείδος scabra. Τη μεγαλύτερη εξάπλωση έχει ο b. variegata, ο οποίος μπορεί να βρεθεί σ’όλη την ηπειρωτική Ελλάδα, την Εύβοια και τη βόρια Πελοπόννησο, ενώ ο b. bombina συναντάται μόνο στην ανατολική πλευρά του Έβρου, κατά μήκος των συνόρων.

 

Ο κύριως λόγος ύπαρξης έντονω χρωμάτων στην κοιλιά αυτών των βατράχων είναι για να προειδοποιούν τους πιθανούς εχθρούς τους για την άσχημη γεύση τους. Όταν ενοχληθούν, αυτοί οι βάτραχοι καμπυλώνουν τη σπονδυλική τους στήλη προς τα μέσα επιτυγχάνοντας ένα κοίλο σχήμα, ώστε να αποκαλύψουν την άκρη από την κοιλιά τους. Τα άκρα επίσης κρατούνται πάνω και το κεφάλι γυρίζει προς τα πίσω. Αυτή η στάση είναι γνωστή ως αντανακλαστικό των βατράχων bombina (unken reflex). Όταν απειληθούν σοβαρά ή δεχθούν επίθεση, τότε χρησιμοποιείται μία δεύτερη αμυντική φάση όπου ο βάτραχος αναποδογυρίζει για να δείξει ολόκληρη την κοιλιά του με τα προειδοποιητικά της χρώματα. Εάν η απειλή συνεχιστεί, ο βάτραχος εκκρίνει μία γαλακτώδη τοξίνη από τις εκατοντάδες πόρων που βρίσκονται ‘όλο το σώμα του και έτσι καλύπτεται ολόκληρος. Αν ένας θηρευτής γευτεί αυτήν την τοξίνη, πιθανόν δε θα επιχειρήσει να ξαναεπιτεθεί σ’αυτούς τους βατράχους, εντούτοις τα νερόφιδα είναι γνωστό ότι επιτίθενται και τρώνε αυτούς τουςβ βατράχους χωρίς πρόβλημα.

Υποείδη b. variegata:

b. v. variegata: δυτική Ευρώπη (όχι Βρετανία) ώς τα βόρια Βαλκάνια, στα 4 εκατοστά, μαύρη ράχη, κοιλιά κίτρινη με μαύρο

 b. v. colombatovici:

Δαλματία, το μεγαλύτερο υποείδος κάποιες φορές ως τα 5 εκατοστά, κοιλιά ανοιχτό γκρι αντί για μαύρο, μπλε αποχρώσεις στην κοιλιά

b. v. scabra:

νότια Βαλκάνια, 3-4 εκατοστά, η κοιλιά του έχει το περισσότερο μαύρο από όλα τα υποείδη με το κίτρινο να είναι μόνο μικρές κυλίδες (όχι πάντα), μυτερά φήματα κάποιες φορές φτάνουν ως την κοιλιά

b. v. pachypus:

ταλία νότια ώς το βόριο άκρο της Σικελίας, 4-4,5 εκατοστά, η κοιλιά μπορεί να είναι εντελώς κίτρινη ή πορτοκαλοκίτρινη με σποραδικές λευκές ή μπλε κυλίδες.

 

Στέγαση και φροντίδα:

Αυτοί οι βάτραχοι είναι ανάμεσα στα πιο ανθεκτικά, μακρόβια και επιδεικτικά αμφίβια. Ο καλύτερος τρόπος να τους στεγάσετε είναι ως μία ομάδα των 6-12 ατόμων σ’ένα μεσαίου μεγέθους παλουντάριουμ (ενυδρείο με στεριά) όπου πρέπει να υπάρχει μία ποσότητα νερού (το βάθος και η θερμοκρασία εξαρτάται από το είδος) που να περιέχει αρκετά φυτά και μία περιοχή για στεριά (όπως ένας επίπεδος βράχος ή τούβλο) με ένα κατάλληλο σημείο λιάσματος. Η θερμοκρασία του νερού κατά την ενεργή περίοδο δε θα πρέπει να είναι κάτω από τους 14 βαθμούς Κελσίου και προτιμότερο να βρίσκεται κοντά στους 18 για το b. maxima, 22 για το b. bombina, 24 για το b. variegata και 26 για το b. orientalis, ενώ μία λάμπα τύπου σποτ των 25-40 βατ τοποθετημένη 25 εκατοστά πάνω από το σημείο λιάσματος θα παρέχει θερμοκρασίες γύρω στους 23-29 βαθμούς Κελσίου οι οποίες είναι απαραίτητες για τη γρήγορη και σωστή πέψη και επίσης βοηθούν στην αναπαραγωγή. Ένα καπάκι από σίτα ή μεγάλο μέρος σίτα στο παλουντάριουμ επιτρέπει καλό αερισμό και επιπλέον μία λάμπα φυτών θα πρέπει να υπάρχει για να μπορούν τα υδρόβια φυτά να αναπτύσσονται σωστά. Όπου χρησιμοποιείται σύστημα φίλτρου το νερό θα πρέπει να αντικαθίσταται όλο κάθε 4 εβδομάδες, επειδή αυτοί οι βάτραχοι αποβάλλουν μεγάλες ποσότητες περιττωμάτων και τοξινών, αλλιώς κάθε δύο εβδομάδες είναι απαραίτητο. Και στις δύο περιπτώσεις ολόκληρο το ενυδρείο θα πρέπει να καθαρίζεται καλά κάθε 6 εβδομάδες και μια μερική αλλαγή νερού (περίπου 1/3 του όγκου του νερού) πρέπει να γίνεται 1-2 φορές την εβδομάδα. Αυτοί οι βάτραχοι θα ζήσουν επιτυχώς σε εξωτερικό χώρο είτε σε μια λιμνούλα κήπου με ένα μικρό νησάκι και επαρκή προστασία από γάτες και πουλιά, μία περιτοιχισμένη λιμνούλα ή το καλύτερο σε περιβάλλον θερμοκηπίου.

Διατροφή:

Κατά την ενεργή περίοδο αυτοί οι βάτραχοι θα πιάνουν και θα τρώνε συνεχώς πολλά ασπόνδυλα, όπως γρύλλους, κηροσκούληκα, γεωσκώληκες, αλευροσκούληκα και έντομα πιασμένα από τη φύση (περνώντας μία απόχη εντόμων μέσα από μια περιοχή με χόρτα θα πιάσετε μία μεγάλη ποικιλία εντόμων. Η περιοχή από όπου θα μαζεύετε τα έντομα δε θα πρέπει να βρίσκεται κοντά σε μέρη όπου ραντίζονται εντομοκτόνα, ζιζανιοκτόνα, μυκητοκτόνα ή σε μέρος με βιομηχανικά απορρύματα ή σκουπίδια. Το μυστικό είναι να παρέχετε μία ευρεία ποικιλία τροφών οι οποίες θα πρέπει περιστασιακά να συμπληρώνονται με μία ειδική σκόνη πολυβιταμινών για ερπετά. Μερικά άτομα μπορεί να πάρουν κομμάτια ωμού ψαριού, κιμά ή ένα τεμαχισμένο νεογέννητο ποντικάκι, τα οποία προσφέρονται με λαβίδα. Οι ενήλικοι b. maxima μπορούν να πάρουν ολόκληρο νεογέννητο ποντίκι, αλλά αυτό δεν θα πρέπει να αποτελεί μεγάλο μέρος της διατροφής γιατί είναι λιπαρή τροφή.

 

Αναπαραγωγή:

Αν τους δοθούν τα κατάλληλα ερεθίσματα οι πυρρογάστορες βάτραχοι θα αναπαράγονται κανονικά κατά την περίοδο αναπαραγωγής τους, το πιο σημαντικό είναι μία ψυχρή περίοδος ξεκούρασης διάρκειας τουλάχιστον 6 εβδομάδων. Μόνο υγιή άτομα με ικανοποιητικά αποθέματα λίπους θα πρέπει να τους επιτραπεί να πέσουν σε βαθιά χειμέρια νάρκη (όχι ο b. orientalis) και αυτό μπορεί να γίνει μεταφέροντας τους βατράχους σ’ένα άλλο ενυδρείο με καλό αερισμό και χωρίς τρόπο διαφυγής γεμάτο με υγρή (όχι μουσκεμένη) τύρφη μέσα στην οποία θα σκάψουν. Αυτό το ενυδρείο μπορεί μετά να τοποθετηθεί σε ένα κρύο γκαράζ, αποθήκη, υπόγειο, σοφίτα ή σε κάποιον άλλο παρόμοιο χώρο όπου οι θερμοκρασίες δεν πέφτουν κάτω από τους 2 βαθμούς Κελσίου, αλλιώς οι βάτραχοι μπορούν να παραμείνουν στο παλουντάριούμ τους όπου επιπλέον στεριά καλυμμένη με τύρφη θα πρέπει να προστεθεί, η θερμοκρασία να πέσει γύρω στους 7 βαθμούς και η λάμπα σποτ να κλείσει. Οι βάτραχοι θα αρνηθούν τροφή και θα περνούν τον περισσότερο χρόνο τους θαμμένοι κάτω από την τύρφη. Μετά την ψυχρή περίοδο, ανεβάζετε τη θερμοκρασία του νερού σταδιακά κάθε μέρα και μετά ανάβετε τη λάμπα σποτ σταδιακά όλο και περισσότερο από 10 λεπτά μέχρι να επιτευχθεί η φυσιολογική φωτοπερίοδος. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου οι βάτραχοι θα γίνονται όλο και περισσότερο δραστήριοι και πεινασμένοι. Στην περίπτωση της πρώτης μεθόδου, το ενυδρείο που περιέχει τους βατράχους σε χειμέρια νάρκη θα πρέπει αρχικά να τοποθετηθεί κάπου με θερμοκρασία δωματίου για λίγες ώρες και μετά οι βάτραχοι μπορούν να επανεισαχθούν στο παλουντάριούμ τους όταν η θερμοκρασία του νερού θα έχει φτάσει τους 13 βαθμούς. Για το b. orientalis, απλά κατεβάζοντας τη θερμοκρασία του νερού και του αέρος γύρω στους 16 βαθμούς κατά την ψυχρή περίοδο αρκεί, γιατί αυτό το είδος δεν αντέχει τις χαμηλές θερμοκρασίες. Η αναπαραγωγή θα πρέπει να αρχίσει στα μέσα της άνοιξης ειδικότερα μετά από βροχόπτωση (η οποία μπορεί να προσομοιωθεί κάνοντας μερικές αλλαγές νερού και συμπληρώνοντας το νερό μ’ένα δοχίο που έχει διάτρητο καπάκι) μέχρι οι αρσενικοί βάτραχοι να επιπλεύσουν στην επιφάνεια του νερού με όλα τα άκρα τους τεντομένα και αρχίσουν το χαρακτηριστικό τους κάλεσμα. Στον b. variegata αυτό είναι ένας αργός ήχος (πουου-πουου), ο οποίος διαρκεί για 10-25 δευτερόλεπτα, ο b. bombina έχει ένα ελαφρώς γρηγορότερο (ουουπ-ουουπ) που μπορεί να διαρκέσει για 30 δευτερόλεπτα, ο b. orientalis ακούγετε σαν ένα μαλακό χτύπημα ενός μουσικού τριγώνου (τινγκ-τινγκ) που σπάνια διαρκεί περισσότερο από 15 δευτερόλεπτα και το κάλεσμα του b. maxima είναι παρόμοιο με, αλλά πιο βαθύ και αντηχητικό από το b. variegata. Το «ζευγάρωμα» συνήθως ξεκινά τη νύχτα με τα αρσενικά να πιάνουν τα θηλυκά λίγο πιο μπροστά από τα πίσω πόδια, μία στάση γνωστή ως οσφυικό αγκάλιασμα. Για να γίνει πιο ισχυρό το κράτημά τους, τα αρσενικά είναι εξοπλισμένα με σκληρές, κερατώδεις γαμήλιες βεντούζες στην εσωτερική πλευρά των δακτύλων τους, εντούτοις μη δεκτικά θηλυκά μπορούν να ξεφύγουν. Τέτοια είναι η μανία που τα αρσενικά συχνά θα πιάνονται κατά λάθος σε οτιδήποτε τους φαίνεται κατάλληλο για ζευγάρωμα συμπεριλαμβανομένων επιπλεόντων κλαδιών, φυτών, άλλων αρσενικών βατράχων, σαλαμανδρών ή ψαριών (αν υπάρχουν) ακόμα και δακτύλων. Δεν υπάρχει τίποτα πιο κομικό στον κόσμο των αμφιβίων από το να παρατηρείς ένα άτυχο αρσενικό να κάνει μία λάθος κίνηση και ξαφνικά να βρίσκεται περικυκλωμένο από αρκετά ενεργητικά αρσενικά. Παρεμπιπτόντως, για να επιτύχετε καλά αποτελέσματα στην αναπαραγωγή, συνίσταται να υπάρχει αναλογία ενός θηλυκού προς 2-3 αρσενικά. Ένας άλλος παράγοντας για την επιτυχία της αναπαραγωγής είναι η μορφή της λιμνούλας αναπαραγωγής. Ο b. variegata και ο b. orientalis προτιμούν μία ανοιχτή, ρηχή (5-15 εκατοστά) λιμνούλα η οποία να περιέχει πολλά βυθισμένα υδρόβια φυτά και να βρίσκεται σε ηλιόλουστη θέση, έτσι ώστε η θερμοκρασία της να ανεβαίνει γρήγορα κατά τη διάρκεια της μέρας. Ο b. maxima επίσης προτιμά μια ανοιχτή λιμνούλα η οποία να έχει και βαθιές (30-45 εκατοστά) και ρηχές περιοχές (για να υπάρχει διαβάθμηση θερμοκρασίας στο νερό). Ο b. bombina παρουσιάζει τις περισσότερες δυσκολίες, αφού πολύ συχνά θα αρνηθεί να αναπαραχθεί, ακόμα και αν οι συνθήκες φαίνονται ιδανικές. Σύμφωνα με την εμπειρία του συγγραφέα, ένα μεγάλο ενυδρείο μισό στη σκιά και μισό στον ήλιο και βάθος νερού 20-25 εκατοστά το οποίο θα περιέχει πολλά βυθισμένα και επιφανειακά υδρόβια φυτά, όπως η anacharis μπορεί να φέρει θετικά αποτελέσματα.

 

Αβγά, γυρίνοι και βατραχάκια:

Αν το ζευγάρωμα είναι επιτυχές, τα θηλυκά θα αποθέσουν τα 40-110 αυγά τους είτε μεμονωμένα ή σε μικρές ομάδες των 4-25 πολύ κοντά στην επιφάνεια του νερού όπου η θερμότητα του ηλίου (λάμπας σποτ) θα βοηθήσει την εμβρυική ανάπτυξη. Είναι καλύτερο να μετακινήσετε τα αβγά σε ξεχωριστό ενυδρείο μήκους 90 εκατοστών (ανά 100 αβγά) το οποίο θα περιέχει 20-30 εκατοστά δροσερό (16-18 βαθμών Κελσίου), καλά οξυγονομένο και το πιο σημαντικό φρέσκο, καθαρό νερό. Μέσα σε 5-8 ημέρες οι μαύροι γυρίνοι των 6 χιλιοστών εκκολάπτονται για να περάσουν την πρώτη εβδομάδα της ζωής τους προσκολημένοι σφυχτά στα τζάμια του ενυδρείου, στα φυτά ή στους βράχους, ενώ απορροφούν το σάκο κρόκου τους. Η ανάπτυξη είναι πολύ γρήγορη και μέσα σε δύο εβδομάδες οι γυρίνοι θα έχουν φτάσει τα 20 χιλιοστά και χρησιμοποιώντας τα στοματικά τους εξαρτήματα θα τρέφονται από κομμάτια ωμού κρέατος, τροφή ψαριών και ψιλοκομμένους γεωσκώληκες. Οι γυρίνοι του γένους bombina είναι πολύ χαρακτηριστικοί αν παρατηρηθούν προσεκτικά, έχουν μία προεξοχή από την κοιλιά, τον αναπνευστικό πόρο που χρησιμοποιείται στην αναπνοή, και τα υπόλευκα έντερα είναι ορατά από την κοιλιακή επιφάνεια. Οι γυρίνοι του b. bombina επίσης έχουν ένα τριγωνικό στόμα, στο b. variegata είναι πιο ελλειπτικό, ενώ στο b. maxima και στο b. orientalis είναι σχεδόν στρογγυλό. Λόγω της πολύ γρήγορης ανάπτυξης τους, οι γυρίνοι αποβάλλουν μεγάλες ποσότητες περιττωμάτων γι’αυτό μερικές και ολικές αλλαγές νερού συνίστανται να γίνονται κάθε 2-3 ημέρες και 2 εβδομάδες αντίστοιχα. Μετά από 6-8 εβδομάδες πίσω άκρα αρχίζουν να εμφανίζονται, ένα από τον αναπνευστικό πόρο το οποίο γεγονός σηματοδοτεί την έναρξη της ανάπτυξης των πνευμόνων. Οι γυρίνοι μπορούν συχνά να παρατηρηθούν να ανεβαίνουν στην επιφάνεια, από όπου παίρνουν ανάσες αέρα. Στους γυρίνους του b. maxima θα έχουν ήδη αρχίσει να εμφανίζονται τα πρώτα σημάδια της πορτοκαλί κοιλιάς. Οι γυρίνοι θα έχουν φτάσει στο τελικό τους μέγεθος, 3,5-4 εκατοστά σε όλα τα είδη εκτός από το b. maxima του οποίου οι γυρίνοι είναι μόνο 2,5-3 εκατοστά. Μετά από 8-14 εβδομάδες οι γυρίνοι μπαίνουν σε μια κρίσιμη φάση κατά την οποία ξεκινούν να μεταμορφώνονται σε πλήρως αναπνέοντα αέρα αμφίβια. Σ’όλα τα είδη ο χαρακτηριστικός χρωματισμός της κοιλιάς γίνεται ορατός με ασθενές λεμονί στο b. variegata, πορτοκαλοκίτρινο στο b. bombina και b. orientalis. Σ’αυτό το σημείο, η στάθμη του νερού θα πρέπει να κατεβεί γύρω στα 4-8 εκατοστά και θα πρέπει να παρέχονται πολλοί εύκολα προσβάσιμοι βράχοι και ξύλα. Τα νεαρά βατραχάκια που ανεβαίνουν στη στεριά συχνά έχουν μεγάλα υπολοίματα της σαρκώδους ουράς τους και παραμένουν για μεγάλο χρόνο στο νερό για αρκετές μέρες μετά. Είναι αρκετά μικροί, μόνο 7 χιλιοστά στο b. maxima ως 12 χιλιοστά στο b. orientalis. Για τις λίγες πρώτες εβδομάδες της χερσαίας ζωής τους, τα βατραχάκια του γένους bombina μπορεί να είναι αρκετά δύσκολα στη διατήρησή τους. Είναι καλύτερο να μεταφερθούν σε ταπεράκια με ασφαλισμένα, αλλά να επιτρέπουν τον αερισμό καπάκια τα οποία θα περιέχουν ένα κομμάτι μουσκεμένου χαρτιού κουζίνας. Αρχικά παίρνουν πολύ μικρές τροφές, όπως αφίδες, φρουτόμυγες, νεογέννητους γρύλλους, ασπροσκούληκα, αιματοσκούληκα και νεογέννητα κηροσκούληκα τα οποία πρέπει να προσφέροντα αρκετά συχνά. Το συχνό πασπάλισμα των τροφών με ειδική σκόνη πολυβιταμινών για ερπετά είναι επίσης ωφέλιμο. Μετά από 4 εβδομάδες οι βάτραχοι θα είναι 15 χιλιοστά στο μέγεθος (18 χιλιοστά στο b. orientalis) και τις επόμενες εβδομάδες ο b. maxima θα αρχίσει να μεγαλώνει πιο γρήγορα. Όλα τα είδη εκτός από το b. variegata θα πρέπει να τρέφονται με πολλά υδρόβια καρκινοειδή και αιματοσκούληκα για να επιτευχθεί ο πορτοκαλί/κόκκινος χρωματισμός της κοιλιάς.

 

Η αναπαραγωγική ωριμότητα μπορεί να φτάσει σε 8 μήνες, αν η διατροφή είναι αρκετά ποικίλη και θρεπτική, αλλιώς 14-22 μήνες είναι το πιο τυπικό. Εκτός του ότι είναι πολύ ανεκτικοί, αυτοί οι βάτραχοι είναι ανάμεσα στα πιο μακρόβια άνουρα, φτάνοντας συχνά τα 12-15 χρόνια, συχνά περισσότερο στα ευρωπαϊκά είδη.

Προσωπικές παρατηρήσεις: B. variegata υπήρχαν στο χωριό μου, στους Πύργους της Κοζάνης, σε μεγάλους αριθμούς στο ποτάμι. Οι περισσότεροι μαζεύονταν σ’ένα μέρος όπου το ποτάμι δημιουργεί ένα νησάκι από προσχώσεις, πάνω στο οποίο φυτρώνει πολλή βλάστηση. Το νερό του ποταμιού είναι δροσερό προς κρύο και γύρω από το νησάκι έχει μέσο βάθος περίπου 20 εκ. και δεν είναι βαθύτερο από 30 εκ. Εκεί υπάρχουν πολλά ασπόνδυλα, όπως γεωσκώληκες, προνύμφες, έντομα, υδρόβια έντομα όπως νεροβάτες, μικροσκοπικές καραβίδες, σκουλήκια tubifex κ.ά. τα οποία μάλλον αποτελούσαν την τροφή τους. Δραστηριοποιούνταν τη μέρα κανονικά και όταν πήγαινα να τα πιάσω, έφευγαν γρήγορα. Όταν έπιανα κανέναν, αντιδρούσε μ’όλες τις συμπεριφορές χαρακτηριστικές του είδους του. Η τοξίνη μυρίζει κάπως σαν σουσάμι. Δεν έχω βρει τέτοιο βάτραχο ούτε ένα μέτρο μακριά από το νερό, εκτός από μια φορά. πριν από περίπου 4-5 χρόνια, ένας τέτοιος βάτραχος πηδούσε γρήγορα έξω από το σπίτι μας – το οποίο σίγουρα απέχει 15 μέτρα από το ποτάμι – κατευθυνόμενος προς μια ξερή πλαγιά. Προσπάθησα να τον επαναφέρω στη σωστή κατεύθυνση , αλλά αυτόςγύριζε επίμονα προς την στεριά. Δεν ξέρω πώς βρέθηκε εκεί, ίσως το ποτάμι είχε ένα πρόβλημα (μπορεί να ήταν μολυσμένο) και αυτός έψαχνε ένα ‘καλύτερο’ μέρος ή κάποιο ζώο προσπάθησε να τον φάει και τον πέταξε εκεί κοντά, αλλά αν γινόταν αυτό γιατί να μην γύριζε πάλι πίσω; Αν είχε διανύσει όλη αυτήν την απόσταση από το ποτάμι ως εκεί που το βρήκα μόνος του, θά’πρεπε να είχε περάσει από μια μεγάλη ανιφόρα με ξερό χώμα, σκόνη, αγκάθια, χόρτα, ξυλαράκια και πέτρες μετά από ένα πλατύ αλλά πάλι ξερό μέρος, ύστερα από ένα στεγνό και σκονισμένο δρόμο, ένα περιβάλλον εντελώς αφιλόξενο γι’αυτούς τους βατράχους.Επίσης, δεδομένου του ότι ο καιρός εκείνη η νύχτα που το βρήκα ήταν αρκετά ξηρός, η διαδρομή αυτή θα ήταν ακόμα δυσκολότερη έως αδύνατη για εκείνο το βατραχάκι. Δεν ξέρω, ανεξιχνίαστη περίπτωση. Δεν έχω παρατηρήσει τίποτα σχετικό με την αναπαραγωγή τους.
Όλα αυτά έως πριν 2 χρόνια. Από τότε ο αριθμός τους μειώθηκε δραματικά και τοντ ελευταίο που βρήκα πρόπερσι, το βρήκα σ’ένα άλλο μέρος του ποταμού, όχι στη νησίδα τους. Από τότε δεν έχει εμφανιστεί κανένας, ούτε και εγώ έχω πάει πολλές φορές στη νησίδα. Ίσως τα φυτοφάρμακα που χρησιμοποιούνται στην ευρύτερη περιοχή, η απόριψή των δοχείων τους από κάποιους ασυνείδητους στο ποτάμι και οι παράνομοι υπόνομοι οδήγησαν στην σχεδόν ολοκληρωτική εξαφάνισή τους.

Advertisements