κοινό είδος

Πηγή:

earthlife.net

και συμπληρωματικά από:

το άρθρο της αγγλικής wikipedia

Μετάφραση: Bolko

Τα διπλόποδα (χιλιοποδαρούσες)

Εισαγωγή:

Οι χιλιοποδαρούσες είναι σχετικά κοινά ζώα του χώματος και της αποδομούμενης οργανικής ύλης που συναντώνται στα περισσότερα μέρη του κόσμου. Το όνομα τους δηλώνει ότι έχουν χίλια πόδια. Εντούτοις, αν και έχουν πολλά πόδια, κανένα είδος δεν έχει χίλια. Το είδος illacme plenipes έχει τον μεγαλύτερο αριθμό ποδιών 750 πόδια. Οι περισσότερες χιλιοποδαρούσες έχουν πολύ λιγότερο όμως, συνήθως από 100-300. Οι χιλιοποδαρούσες διακρίνονται από όλα τα άλλα μυριάποδα επειδή έχουν δύο ζεύγη ποδιών ανά τμήμα σώματος. Αυτό γίνεται επειδή κάθε τμήμα είναι στην πραγματικότητα δύο τμήματα συνενωμένα μεταξύ τους. Αυτά τα τμήματα λέγονται διπλοτμήματα. Οι χιλιοποδαρούσες Χρησιμοποιούν τον μεγάλο αριθμό τμημάτων τους για να σπρώχνουν το σώμα τους μέσα στο χώμα, στα σάπια φύλλα ή στο σάπιο ξύλο και όσο περισσότερα τα πόδια τόσο μεγαλύτερη η δύναμη της ώθησης. Η συνένωση δύο τμημάτων σε μία λειτουργική μονάδα διατηρώντας συγχρόνος και τα δύο ζεύγη ποδιών επιτρέπει στις χιλιοποδαρούσες να παράγουν αρκετή ώση χωρίς να γίνονται υπερβολικά μακριές. Τα πρώτα τμήματα από το 1ο μέχρι το 3ο έχουν κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, τα υπόλοιπα έχουν συνήθως την ίδια μορφή και επαναλαμβάνονται. Το πρώτο τμήμα είναι άποδο και το 2ο και 3ο έχουν από ένα ζευγάρι πόδια το καθένα. Σε όλες τις χιλιοποδαρούσες εκτός από τα κολοβόγναθα το πρόσθιο ζευγάρι ποδιών στο 4ο τμήμα λείπει, άρα άμα θέλετε να γνωρίζεται πόσα πόδια έχει μία χιλιοποδαρούσα μπορείτε να μετρήσεται τον αριθμό των τμημάτων, να πολλαπλασιάσετε με το 4 και να αφαιρέσετε 10 αν είναι μέλος των κολοβόγναθων, σε αυτήν την περίπτωση αφαίρειτε 8. Το τελευταίο τμήμα φέρει το τέλσον.

Τα πόδια των χιλιοποδαρουσών έχουν περισσότερα μέρη από αυτά των εντόμων, γωφό, τροχαντήρα, προμηρό, μηρό, μεταμηρό, κνήμη, ταρσό και ένα νύχι. Κάθε ζεύγος ποδιών έχει τή δική του ομάδα μυών και κινούνται ανά ζεύγη. Τα πόδια σε κάθε ζεύγος, ένα σε κάθε πλευρα, κινούνται μαζί, αλλά όχι ταυτόχρονα με τα υπόλοιπα, λίγο αργότερα από το αμέσως μπροστινό τους και λίγο πιο πριν από το αμέσως επόμενο πίσω τους. Αυτό είναι η αιτία που προκαλεί το χαρακτηριστικό κυματώδες φαινόμενο που παρατηρείται όταν μια χιλιοποδαρούσα βαδίζει.

Όλες οι χιλιοποδαρούσες έχουν σχετικά κοντές κεραίες με 8 τμήματα. Το στόμα τους είναι μία αρκετά απλη κατασκευή, έχουν ένα ζεύγος γνάθων οπλισμένες με λίγα αμβλέα δόντια και μία πλάκα από κάτω, το γναθοχειλάριο, το οποίο φέρει και στις δύο πλευρές του μικρά εξογκώματα με τα γευστικά όργανα του ζώου. Τα μάτια τους, όταν υπάρχουν, αποτελούνται από έναν αριθμό απλών οματιδίων με επίπεδους φακούς τοποθετημένα σε μία ομάδα στο πρόσθιο μέρος του κεφαλιού. Συνήθως, έχουν 4-90 οματίδια εξαρτάται από το είδος, τα μάτια όμως αυτά είναι απλά και οι χιλιοποδαρούσες έχουν κακή όραση ή είναι τυφλές, αν δεν έχουν κανένα. Επίσης, το κεφάλι φέρει κοντά στη βάση των κεραιών δύο αισθητήρια όργανα, τα όργανα του Tömösváry. Έχουν το σχήμα δύο μικρών ωοειδών δακτυλίων μ’έναν πόρο στο κέντρο και αισθητήρια κύτταρα γύρω του. Χρησιμοποιούνται πιθανόν ως αισθητήρες υγρασίας και ίσως έχουν και κάποιες οσφρητικές ικανότητες. Αναπνεουν μέσω αναπνευστικών πόρων κατά μήκος του σωματός τους, βρίσκονται προς την κάτω πλευρά του σώματος κοντά στο σημείο όπου τα πόδια συνδέονται με το σώμα. Έχουν 2 ζεύγη πόρων ανά διπλοτμήμα. Το αναπνευστικό τους σύστημα είναι τραχειακό. Έχουν ανοιχτό κυκλοφορικό σύστημα όπως σε όλα τα αρθρόποδα και η καρδιά διατρέχει όλο το μήκος τους με την αορτή να φτάνει ως το κεφάλι. Το απεκριτικό τους σύστημα αποτελείται από δύο ζεύγη μαλπιγκιανών σωληνιδίων τα οποία βρίσκονται κοντά στο μέσον του πεπτικού συστήματος.

Ποικίλουν σε μέγεθος από 2 χιλιοστά έως 30 εκατοστά. Τα περισσότερα από τα περίπου 10000 αναγνωρισμένα είδη είναι σαπροφάγα ή φυτοφάγα, αλλά για λίγα είδη στην τάξη των καλλιποδιδίων είναι γνωστο ότι τρέφονται ευκαιριακά με κρέας. Οι χιλιοποδαρούσες έχουν έναν ασβεστοποιημένο εξωσκελετό. Το χρώμα τους είναι συνήθως μαύρο ή σκούρο καφέ. Δεν γίνονται αντιληπτές συχνά από τους ανθρώπους, κυρίως στα εύκρατα κλίματα όπου είναι μικρές. Οι περισσότερες είναι νυκτόβιες. Είναι συνήθως αβλαβείς, αλλά τα περισσότερα είδη διαθέτουν μία σειρά αδένων κατά μήκος του σώματός τους οι οποίοι παράγουν μία αποθητική ουσία την οποία μπορούν να εκκρίνουν όταν νιώσουν ότι απειλούνται. Σε κάποια μεγαλύτερα είδη το υγρό αυτό μπορεί να είναι διαβρωτικό και μπορεί να προκαλέσει φουσκάλες στο δέρμα σε μεγάλες δόσεις. Η παλαιότερη γνωστή χιλιοποδαρούσα είναι η kampecaris tuberculata από σιλούριο κόκκινο ψαμμίτη. Κάποιες εξαφανισμένες χιλιοποδαρούσες ήταν τα πιο μεγάλα χερσαία ασπόνδυλα. Κάποια είδη από αρθρόπλευρες ήταν 1,80 μέτρα σε μήκος και 45 εκατοστά σε πλάτος.

Ρεκόρ και ξεχωριστά είδη:

Αριθμός αναγνωρισμένων ειδών: περί τα 10000

χιλιοποδαρούσα με τα περισσότερα πόδια: illacme plenipes με 375 ζεύγη ή 750 πόδια στο σύνολό τους

Χιλιοποδαρούσα με τα λιγότερα πόδια: polyxenus lagurus 12 ζεύγη ή 24 πόδια στο σύνολό τους

Μακρύτερη γνωστή ζωντανή χιλιοποδαρούσα: archispirostreptus gigas και scaphistostreptus Seychellarum και τα δύο στα 28-30 εκατοστά

Μακρύτερη γνωστή εξαφανισμένη χιλιοποδαρούσα: Η αρθρόπλευρος (arthropleura) είχε μήκος 1,80 μέτρα και πλάτος 0,45 μέτρα, αν και υπάρχει διαφωνία για το αν τα αρθροπλευρίδια ανήκουν στα διπλόποδα.

Κοντότερη γνωστή ζωντανή χιλιοποδαρούσα: polyxenus lagurus 2-3 χιλιοστά μακρύς

Παλαιότερο γνωστό είδος: kampecaris tuberculata από το Σιλούριο

Σπηλαιόβια είδη: aragosoma barbieri

Ερημικά είδη: archispirostreptus syriacus και orthoporous ornatus

Αλπικά είδη: trimerophorella nivicomes σε υψόμετρο 2,500 μέτρα και trimerophorella niger στα 2,800 μέτρα

Δεντρόβια είδη: tachypodiulus niger και nemasoma varicorne

Αλτικό είδος: diopsiulus regressus

Φωτοβόλα είδη: Περισσότερα από το γένος motyxia ;ή luminodesmus στα πολυδεσμίδια, με χαρακτηριστικό είδος τη motyxia sequoiae της Καλιφόρνιας.

Σημείωση: Κάποια είδη μπορεί να έχουν αλλάξει όνομα ή μπορεί να έχουν ανακαλυφθεί νέα. Η λίστα αυτή με τα ρεκόρ δεν είναι ενημερωμένη.

Οικολογία:

Οι χιλιοποδαρούσες πάντα φαίνονται αρκετά καθαρές και παιρνούν αρκετό από το χρόνο τους καθαρίζοντας από χώμα και σωματίδια τα διάφορα μέρη του σώματός τους. Έχουν ειδικές ομάδες τριχών σαν βούρτσα στο 2ο ή στο 3ο ζεύγος ποδίων οι οποίες χρησιμοποιούνται στο καθάρισμα των κεραιών τους.

Υπάρχουν 4 κύριοι τύποι σώματος χιλιοποδαρουσών στον κόσμο, κυλινδρικές, πλακωτές, συσφαιροποιούμενες και τριχωτές. Οι μακριές κυλινδρικές μπορούν να διαιρεθούν σε υποομάδες, εκσκαφείς (ιουλίδια) και τρυπάνια (πολυζωνιίδια).

Οι εκσκαφέις είναι οι τυπικές χιλιοποδαρούσες, τα ιουλίδια, είναι μακριές και λεπτές και χρησιμοποιούν τα πλατιά κεφάλια τους ως φτιάρι εκσκαφέα. Τα πολυάριθμα πόδια τους παρέχουν την ώση η οποία τις επιτρέπει να σπρώχνουν το σώμα τους μέσα στο χώμα και τα σάπια φύλλα.

Τα τρυπάνια είναι τα κολοβόγναθα, είναι παρόμοια με τα ιουλίδια, αλλά έχουν στενά μυτερά κεφάλια με κάθε διαδοχικό τμήμα να είναι ελαφρώς μεγαλύτερο από το προηγούμενο, χρησιμοποιούν αυτό το σχήμα για να σφηνώνονται στο υπόστρωμα το οποίο προσπαθούν να διαπεράσουν. Έχουν αρκετά μικρά πόδια τα οποία δεν φαίνονται από πάνω. Τα κολοβόγναθα έχουν μειωμένες γνάθους και τρέφονται από τη σάπια οργανική βλάστηση, είναι επίσης συχνά τυφλά.

Οι πλακωτές ή σφήνες είναι τα πολυδεσμίδια. Έχουν την επάνω πλάκα κάθε τμήματος εκτεταμένη προς τα έξω από το κέντρο του σώματος δημιουργώντας δύο παρανότα πλευρικά, τα οποία τις δίνουν μία λιγότερο στρογγυλή εμφάνιση. Διαπαιρνούν το υπόστρωμα σφηνώνοντας πρώτα την πρώτη πλάκα και μετά ανασηκώνοντας το υπόλιπο σώμα για να ανοίξει ο χώρος, μετά σπρώχνουν λίγο περισσότερο και ξανά σηκώνονται.

Οι συσφαιροποιούμενες χιλιοποδαρούσες είναι μέλη είτε των γλομεριδών ή των σφαιροθηριιδίων, λειτουργούν ως εκσκαφέις, αλλά είναι περισσότερο γνωστές για την ικανότητά τους να συσφαιροποιούνται.

Οι τριχοτές χιλιοποδαρούσες ζουν στο φλοιό των δέντρων, δεν σκάβουν και είναι πολύ μικρές ο polyxenus lagurus είναι μόνο 2-3 χιλιοστά μακρύς. Καλύπτονται από τριχίδια και δεν έχουν ασβεστοποιημένο εξωσκελετό. Είναι άτυπες χιλιοποδαρούσες και οι γενικεύσεις αυτού του άρθρου δεν ισχύουν γι’αυτές.

Οι πλακωτές, οι συσφαιροποιούμενες και οι τριχωτές χιλιοποδαρούσες έχουν πολύ λιγότερα τμήματα από τους μακρείς και λεπτους κυλινδρικους τύπους.

Οι περισσότερες χιλιοποδαρούσες ζουν στη ζώνη των πεσμένων φύλλων ή σκάβουν μέσα στο επιφανειακό χώμα, αλλά μερικές είναι ειδικευμένες να ζουν κάτω από το φλοιό των νεκρών δέντρων ή αλλού σε σάπιο ξύλο και άλλες μπορεί να σκαρφαλώνουν και σε ζωντανά δέντρα. Είναι σημαντικές στην ανακύκλωση των θρεπτικών συστατικών σε αρκετά οικοσυστήματα και σε κάποιες τροπικές περιοχές είναι μεγαλύτερης σημασίας και από τους γεωσκώληκες. Ο κύριος ρόλος τους είναι η αποσύνθεση του φυτικού υλικού, θρηματίζουν το φυτικό υλικό σε μικρά κομμάτια, αυξάνοντας έτσι την επιφάνεια. Αυτό είναι σημαντικό επειδη η επιφάνεια είναι το μόνο μέρος όπου μπορούν να φτάσουν τα βακτήρια και οι μικρομύκητες που είναι και οι κύριοι αποικοδομητές του εδάφους. Οι χιλιοποδαρούσες, όταν τρώνε σάπια βλάστηση πέπτουν κυρίως τους μύκητες και τα βακτήρια και το φυτικό υλικό το οποίο ήδη έχουν αποσυνθέσει. Ένας Αμερικανός βιολόγος, ο F. H. Colville υπολόγισε ότι οι χιλιοποδαρούσες σε ένα ανώνυμο δάσος των Η.Π.Α. παρήγαγαν δύο τόνους κοπριάς ανά ακρ το χρόνο.

Στις εύκρατες ζώνες πολλά είδη πέφτουν σε νάρκη κατά τη διάρκεια του χειμώνα, όπως το είδος blaniulus guttulatus. Τρία γένη χιλιοποδαρουσών ζουν σε μία συμβιωτική σχέση με τα μυρμήγκια στρατιώτες των γενών labidus και nomamyrmex. Είδη όπως ο calymodesmus montanus, μία πολυδεσμοειδής χιλιοποδαρούσα ζουν στις προσορεινές φωλιές και ακολουθούν την αποικία στις μετακινήσεις της. Έχει υποστηριχθεί από επιστήμονες ότι μπορεί να βοηθούν στην καθαριότητα της αποικίας τρώγοντας τους μύκητες που αναπτύσσονται στις προσορεινές φωλιές των μυρμηγκιών και ως αντάλαγμα προστατεύονται από αυτά. Κάποια είδη στη Νότιο Αμερική επιβιώνουν τις πλημμύρες αναπνέοντας κάτω από το νερό μέσω ενός πλάστρου, ενός στρώματος αέρος που κολλάει στο σώμα και λειτουργέι ως πνεύμονας επιτρέποντας την ανταλλαγή αερίων. Είδη όπως ο polydesmus denticulatus μπορούν να επιβιώσουν τουλάχιστον 75 μέρες υποβρυχίως.

Μερικά είδη μπορεί να παρατηρηθούν σε μεγάλους αριθμούς μόνο σε συγκεκριμένες εποχές, στο Νατάλ της Νότιας Αφρικής το είδος gymnostreptus pyrocephalus θα εμφανιστεί μετά τις πρώτες καλοκαιρινές βροχές, για τισ επόμενες λίγες εβδομάδες θα υπάρχει σε μεγάλους αριθμούς και μετά θα γίνει πάλι δυσεύρετο.

Αναπαραγωγή:

Η παραγωγή σπέρματος και ωαρίων επιτυγχάνεται στους γονάδες οι οποίοι σχετίζονται με όργανα που λέγονται γονοπόροι που βρίσκονται στο δεύτερο ζευγάρι ποδιών το οποίο είναι το 3ο τμήμα του σώματος, αφού το 1ο είναι πάντα άποδο και το 2ο έχει μόνο ένα ζεύγος. Σε κάποια είδη όπως τη glomeris marginata τα φύλα έλκονται μεταξύ τους μέσω φερομονών που παράγονται από το αρσενικό, αλλά θεωρείται γενικά ότι αυτός ο τρόπος είναι αποτελεσματικός μόνο για πολύ μικρές αποστάσεις. Πριν το ζευγάρωμα, σε σχεδόν όλα τα είδη, το αρσενικό πρέπει να γεμίσει τα χρησιμοποιούμενα κατά το ζευγάρωμα γενητικά του όργανα από τους γονοπορους, για να το κάνει αυτό πρέπει να λυγίσει το σώμα του προς τα εμπρός ώστε ο σπερματοφόρος από τους γονοπόρους του στο 3ο σωματικό τμήμα μπορεί να μεταφερθεί στα γονοπόδιά του στο 7ο τμήμα. Το ζευγάρωμά τους ξεκινά με τον αρσενικό να περπατάει πάνω στη ράχη της θηλυκής και να την ερεθίζει με ρυθμικούς παλμούς των ποδιών του. Όταν η θηλυκή σηκώσει τα πρόσθια τμήματά της ο αρσενικός τυλίγει το σώμα του γύρω της και όταν τα γενητικά τους όργανα βρεθούν απέναντι το ένα από το άλλο, επιτυγχάνεται η μεταφορά του σπέρματος. Το σπέρμα περνάει στο θηλυκό σε μορφή πακέτου που λέγεται σπερματοφόρος. Τα γονοπόδια ποικίλουν στο σχήμα στα διάφορα είδη, αυτό εμποδίζει συγκενικά είδη να δημιουργήσουν υβρίδια. Τα θηλυκά μπορούν να ζευγαρώσουν αρκετές φορές στα ιουλίδια, αλλά στα πολυδεσμίδια τείνουν να ζευγαρώνουν μία φορά το χρόνο, από όσα γνωρίζουμε. Παρθενογενετική αναπαραγωγή είναι γνωστή από έναν αριθμό ειδών όπως polyxenus lagurus και proteroiulus fuscus.

Οι θηλυκές σε πολλά είδη κατασκευάζουν μία υπόγεια φωλιά όπου γεννούν τα αβγά τους. Η φωλία χτίζεται αφοδεύοντας χώμα το οποίο έχουν φάει και χρησιμοποιώντας τον πρωκτό τους για να δώσουν το απαιτούμενο σχήμα, είτε ως φωλιά για έναν αριθμό αυγών είτε ως κάλυμμα για κάθε αυγό όπως στο είδος glomeris balcanica. Οι θηλυκές χιλιοποδαρούσες μπορούν να γεννήσουν έως και 2000 αυγά, αλλά λίγες εκατοντάδες είναι το πιο πιθανό. Υπάρχει μεγάλη πικιλία στον αριθμό των αυγών που γεννιούνται ακόμα και μέσα σ’ένα είδος, εξαρτάται από το μέγεθος και την κατάσταση της θηλυκής. Κάποια είδη όπως ο tachypodoiulus niger μπορούν να αναπαραχθούν πάνω από μία φορά και να ζήσουν για πολλά χρόνια ως ενήλικα άτομα, ενώ άλλα όπως ο ophiiulus pilosus αναπαράγονται μία μόνο φορά στη ζωή τους και μετά πεθαίνουν.

Ανάπτυξη:

Οι νεαρές χιλιοποδαρούσες εκκολάπτονται μέσα στη φωλιά και παραμένουν μέσα σ’αυτήν. Στη συνέχεια γρήγορα, συνήθως μέσα σε δώδεκα ώρες κάνουν την πρώτη τους έκδυση. Το είδος polydesmus inconstans αφήνει τη φωλιά μετά από αυτό, αλλά άλλα είδη παραμένουν στη φωλιά για τα πρώτα τρία τους στάδια, όπως ο pachybolus ligulatus. Υπάρχει αρκετή ποικιλία και σ’αυτό για παράδειγμα, το είδος orthomorpha ή oxidus gracilis παραμένει στο αυγό του μέχρι και τη δεύτερη έκδυση. Οι χιλιοποδαρούσες της πρώτης έκδυσης έχουν 3 ζεύγη ποδιών στο 2ο, στο 3ο και στο 4ο, εκτός από κάποια είδη κολοβόγναθων όπως το polyzonium germanicum το οποίο έχει 4 ζεύγη. Εντούτοις, αποκτούν γρήγορα πολλά πόδια με κάθε έκδυση και οι πιο μικρές εύκολα παρατηρήσιμες χιλιοποδαρούσες έχουν αρκετά πόδια.

Τα είδη των εύκρατων περιοχών τείνουν να τρώνε 5 φορές το βάρος τους σε σάπια φύλλα από τότε που γεννιούνται μέχρι να φτάσουν στην ενηλικίωση. Πέπτουν κάποιο από το υλικό οι ίδιες, κυρίως προτείνες και απλούς υδατάνθρακες. Επίσης, πέπτουν και κάποιους από τους μικροοργανισμούς που αποσυνθέτουν το υλικό, κυρίως τους μύκητες. Οι μικροοργανισμοί παίζουν έναν πολύ σημαντικό ρόλο στην πέψη των χιλιοποδαρουσών αποσυνθέτοντας την κυτταρίνη η οποία αποτελεί τις φυτικές ίνες σε μικρότερα και περισσότερο εύπεπτα μόρια όπως απλους υδατάνθρακες. Μερικά είδη πράττουν κοπροφαγία. Κάποια είδη όπως η apheloria Montana θα πεθάνουν αν δεν φάνε τα περιττώματά τους, το γιατί δεν είναι γνωστό πλήρως. Πάλι η πρόσληψη του μεγαλύτερου μέρους των θρεπτικών συστατικών προέρχεται από μικροβιακή δραστηριότητα και όχι από την καλύτερη πέψη του ήδη φαγωμένου υλικού. Πολλά ζώα που τρέφονται με φυτά έχουν σχετικά κακή πέψη. Η κοπριά της αγελάδας για παράδειγμα περιέχει μικροσκοπικά κομμάτια από κομμένο, αλλά πάλι αναγνωρίσιμο χόρτο. Τα εύκρατα είδη παίρνουν συνήθως ως και 3 χρόνια μέχρι να φτάσουν στην ωριμότητα και μπορει να ζήσουν για αρκετά περισσότερα, αλλά τα μεγαλύτερα τροπικά είδη μπορούν να πάρουν έως και 10 χρόνια μέχρι να φτάσουν στην ωριμότητα και μπορούν να ζήσουν αρκετά χρόνια ως ενήλικα άτομα. Η έκδυση είναι μία επικίνδυνη στιγμή για κάθε αρθρόποδο και πολλές χιλιοποδαρούσες χτίζουν έναν ειδικό θάλαμο από αφοδευμένο χώμα, παρόμοιο με το θάλαμο των αυγών, στον οποίο εκδύονται, άλλα χρησιμοποιούν μία μικρή κοιλότητα του εδάφους ή μια φυσική κρυψόνα, όπως μία άδεια κάψουλα σπόρων. Οι χιλιοποδαρούσες χρειάζεται να εκδύονται συχνά επειδή ο σκελετός τους είναι άκαμπτος και δεν επιτρέπει την ανάπτυξη και κάποια είδη παιρνούν έως και το 10% της ζωής τους σε εκδύσεις.

Εχθροί και παράσιτα:

Εχθροί, πολλά θηλαστικά είναι εχθροί των χιλιοποδαρουσών, όπως σκαντζόχιροι, ιχνεύμονες και μυγαλές. Επίσης, τρώγονται από βατράχους, σαύρες, χελώνες και πουλιά όπως εροδιούς. Άλλα ασπόνδυλα όπως σαρκοφάγα ημίπτερα, σκορπιοί, σκαθάρια στην οικογένεια των καραβιδών και των σταφυλινιδών επίσης μπορούν να τραφούν με χιλιοποδαρούσες όπως και μερικά είδη μυρμηγκιών, αν και τα περισσότερα μυρμήγκια τείνουν να τις αφήνουν άθικτες.

Παράσιτα, οι χιλιοποδαρούσες πέφτουν θηράματα σε έναν αριθμό παρασίτων όπως μύκητες, προτόζωα, νηματώδεις και ακανθοκέφαλους σκώληκες. Εντούτοις, το περισσότερο μελετημένο παράσιτο τους είναι οι σκιομυζιδοιειδείς μύγες. Το είδος pelidnoptera nigripennis είναι ένα παράσιτο τις χιλιοποδαρούσας ommatoiulus moreleti, η οποία προκάλεσε προβλήματα στην Αυστραλία, αφού εισήχθει εκεί από την ευρώπη. Πολλές χιλιοποδαρούσες έχουν ακάρεα επάνω τους, η γενική άποψη είναι ότι στις περισσότερες, αν σε όχι όλες τις περιπτώσεις είναι φορητικά (χρησιμοποιούν τη χιλιοποδαρούσα ως μέσο μεταφοράς) και δεν τη βλάπτουν.

Άμυνα:

Ο λόγος για τον οποίον τόσα πολλά ζώα, όπως πολλά μυρμήγκια και αράχνες δεν τρώνε χιλιοποδαρούσες είναι γιατί έχουν μια σειρά αμυντικών αδένων και στις δυο πλευρές του σώματός τους. Αυτό δεν ισχύει για τα σφαιροθηριίδια, κορδουματίδια και τα πενικιλωτά. Αυτοί οι αδένες εκκρίνουν αμυντικές ουσίες διαφόρων ειδών οι οποίες έχουν συνήθως κακή γεύση και μερικές φορές δηλητηριώδεις ή ηρεμιστικές ιδιότητες. Τα αμυντικά υγρά των γλομεριδίων συνήθως περιέχουν κιναζολινόνες, γλομερίνη και ομογλομερίνη. Τα ιουλίδια και οι άλλοι κυλινδρικοί τύποι χρησιμοποιούν μία ευρεία ποικιλία ουσιών όπως βενζοκινόνες και λιπώδεις ενώσεις. Τα πολυδεσμιδια χρησιμοποιούν κυανικές ενώσεις τις οποίες αποθηκεύουν σε μορφή ενός αβλαβούς προδρόμου μορίου όπως μανδελονιτρίλη και το οποίο απελευθερώνεται μαζί με ένα ένζυμο που το διασπά σε υδροκυάνιο και βεναλδείδη.

Ως ενοχλητικά ζώα:

Οι χιλιοποδαρούσες περιστασιακά παρουσιάζουν αυξήσεις του πληθυσμού τους σε έναν υπερβολικό βαθμό. Η parafontaria laminata στην Ιαπωνία γίνεται τόσο πολυάριθμοι κάποιες φορές ώστε να σταματήσουν ακόμα και αμαξοστοιχίες. Τεράστιοι πληθυσμοί χιλιοποδαρουσών έχουν αναφερθεί ότι σταμάτησαν αμαξοστοιχίες στη Γερμανία, στη Γαλλία και στην Ουγγαρία.

Οι χιλιοποδαρούσες γενικά θεωρούνται αβλαβείς, αλλά μπορεί να προκαλέσουν προβλήματα σε καλλιέργειες σε κάποιες περιπτώσεις. Στην Ευρώπη το ζαχαρότευτλο είναι η κύρια καλλιέργεια που πλήττεται από αυτές. Στην Αφρική οι σπιροστρεπτοειδείς χιλιοποδαρούσες προκαλούν προβλήματα στο βαμβάκι και στα φιστίκια. Το είδος blaniulus guttulata αναφέρεται συχνά ότι προκαλεί καταστροφές. Στην Αμερική το είδος oxidus gracilis είναι επιζήμιος, ενώ στην Αυστραλία ο ommatoiulus moreleti, ο οποίος εισήχθει από την Ευρώπη το 1953 είναι καταστροφικός για τις καλλιέργειες και μία ενόχληση στα σπίτια.

Ταξινόμηση:

Ομοταξία διπλόποδα (diplopoda)

Τα πιο πρόσφατα στοιχεία από τη βικιπαίδεια

http://en.wikipedia.org/wiki/Millipede

Βιβλιογραφία του άρθρου:

Adis, J. (1986). an ‘aquatic’ millipede from a Central amazonian inundation forest. Oecologia, 68, 347-349.
Akre, R. D. and Rettenmeyer, c. W. (1968). Trail following by guests of Army Ants (Hymenoptera: Formicidae: Ecitonini). Journal of the Kansas Entomological Society, 41, 165-74.
Almond, J. E. (1985). The Silurian-Devonian fossil record of the Myriapoda. Philosophical Transactions of the Royal Society of London, series B, 309, 227-237
Attems, C. (1926) Myriapoda. Handbuch der Zoologie (Berlin) ,4, 1-402.
Attems, C. (1928) The Myriapoda of South Africa.
Bailey, P.T. (1989). The millipede parasitoid Pelidnoptera nigripennis (F.) (Diptera: Sciomyzidae) for the biological control of the millipede Ommatoiulus moreleti (Lucas) (Diplopoda; Julida; Julidae) in Australia. Bulletin of Entomological Research, 79, 381-91.
Baker, A. N. (1974). Some aspects of the economic importance of millipedes. Symposia of the Zoological Society of London, 32, 621-628.
Blower, J. G. (1985). Millipedes. Linnaen Society Synopses of the British Fauna (New Series), Number 35. E.J. Brill/Dr W. Backhuys, London.
Blower, J. G. and Fairhurst, C. P. (1968). Notes on the life-history and ecology of Tachypodoiulus niger (Diplopoda, Iulidae) in Britain. Journal of Zoology, 156, 257-271.
British Myriapod Group (1988). Preliminary atlas of the millipedes of the British Ilses. Biological Records Centre, Ntural Environment Research Council, Institute of Terrestrial Ecology, Monks Wood Experimental Station, Huntingdon.
Brooks, C. H. and Willoughby, J. (1978). An investigation of the ecology and life history of the millipede Blaniulus guttulatus (Bosc.) in a British woodland. Abhandlungen und Verhandlungen des Naturwissenschaftlichen Veriens in Hamburg, 21/22, 105-114.
Camatini, M. (1979). (ed.) Myriapod Biology. Academic Press, London
Cloudsley-Thompson, J. L. (1949). The significance of migration in Myriapods. Annals and Magazine of Natural History, Series 12, 3, 1047-1057.
Eisner, T. and Meinwald, J. (1966). Defensive secretions of arthropods. Science, 153, 1341-1450.
Enghoff, H. (1978). Parthenogenesis and bisexuality in the millipede Nemasoma varicorne C. L. Koch 1847 (Diplopoda: Nemasomatidae). II. Distribution, substrate and abundance of the bisexual and thelytokus forms in some Danish forests. Entomologiske Meddelelser, 46, 73-79.
Enghoff, H. (1984). Phylogeny of millipedes– a cladistic analysis. Zeitschrift f#&252;r Zoologische Systematik und Evolutionforschung, 22, 8-26
Enghoff, H. (1992). Dolichoiulus – a Mostly Macronesian Multitude of Millipedes with the description of a related new genus from Tenerife, Canary Islands (Diplopoda, Julida). Entomologica Scandinavica Supplements 40. ESLS, Sweden.
Evans, M. E. G. and Blower, J. G. (1973). A jumping millipede. Nature, 246,427-428. Gotwald, Jr. W. E. (1995). Army Ants, the biology of social predation. Cornell University. Ithica and London
Haacker, U. (1974). Patterns of communication in courtship and mating behaviour of millipedes (Dipoloda). Symposia of the Zoological Society of London, 32, 317-328.
Hopkin, S.P. and Read, H. J. (1992) The Biology of Millipedes, Oxford University Press. ISBN =0 19 857699 4
Kime, R. D. (1990). A provisional atlas of european myriapods Part 1. European Invertebrate Survey, Luxemburg.
Lawrence, R.F. (1984). The Centipedes and Millipedes of Africa, A guide. A.A.Balkema; Capetown, Rotterdam.
Kraus, O. (1974). On the morphology of Palaezoic Diplopods. Symposia of the Zoological Society of London, 32, 13-22.
Loomis, H. F. (1972). Millipedes associated with ants in Washington state. Florida Entomologist, 55, 145-151
Minelli, A. (1990) (ed.). Proceedings of the 7th International Congress of Myriapodology. E.J. Brill, Leiden.
Niijima, K. and Shinohara, K. (1988). Outbreaks of the Parafontaria laminata group (Diplopoda: Xystodesmidae). Japanese Journal of Ecology, 38, 257-268.
O’Neill, R. V. (1967). Niche segregation in 7 species of Diplopods. Ecology, 48, 983.
Sylvestri, P. (1903). Diplopoda. Portico.
Witz, B. W. (1990). Antipredator mechanisms in arthropods: a twenty year literature survey. Florida Entomologist, 73, 71-99.

Το είδος της φωτογραφίας στην αρχή του άρθρου είναι ένα κοινό ελληνικό είδος που φωτογράφισα, δε γνωρίζω ποιο. Αν κάποιος το ξέρει να με ενημερώσει. Χιλιοποδαρούσες βρίσκω στα περισσότερα μέρη όπου υπάρχει υγρασία και νεκρή οργανική ύλη, όπως στα πεσμένα φύλλα και στο χούμο, κάτω από τους φλοιούς μεγάλων σε ηλικία δέντρων, στο χώμα και κάποιες φορές πάνω σε τοίχους ή κορμούς το βράδυ.

Ενημέρωση 6/8/2012: Στις 26 Ιουλίου έπιασα μια αρκετά μεγάλη χιλιοποδαρούσα του γνωστού μου είδους, που μπορεί να έφτανε κοντά στα 7 εκ., της οποίας βιντεοσκόπησα λεπτομερώς την αμυντική συμπεριφορά και τους τρόπους διαφυγής. Το βίντεο αναμένεται σε λίγο καιρό.

Η μεγάλη χιλιοποδαρούσα, απ’τις μεγαλύτερες που έχω βρει.

Advertisements