Latest Entries »

Το Σάββατο, 9 Μαΐου, επισκέφθηκα σε αυθημερόν εκδρομή το Αττικό Ζωολογικό Πάρκο, μαζί με τον πατέρα μου, το μικρό μου αδερφό Σάββα 6 ετών, και το γυμναστή και φίλο μου, τον Κώστα. Όταν ήμασταν στη Βουδαπέστη το Πάσχα με τον Κώστα και επισκεπτόμασταν τον εκεί ζωολογικό κήπο, με ιστορία από το 1866 κάνοντάς τον από τους παλαιότερους στην Ευρώπη, απορήσαμε πώς τόσο καιρο΄δεν πήγαμε στον αθηναϊκό, για τον οποίο ακούγαμε καλά λόγια και ήταν και μέσα στη χώρα μας. Έτσι γίνεται συνήθως, πηγαίνεις σ’όλα τα αξιοθέατα των χωρών του εξωτερικού, ενώ΄δε γνωρίζεις αυτά της χώρας σου, επειδή τα θεωρείς δεδομένα και νομίζεις πως σίγουρα μια μέρα θα πας, κι έτσι δεν πας ποτέ. Βάλαμε στόχο λοιπόν μια φορά να πάμε, αν γίνεται σε κάποια αθλητική διοργάνωση. Μόλις επιστρέψαμε, είπαμε στον πατέρα για το παράπονό μας, και μας πρότεινε καλύτερα να πάμε αυθημερόν μια εκδρομή, αφού τα αεροπορικά εισιτήρια ήταν φτηνά, όπου θα μπορούσε να έρθει και ο ίδιος, που ήθελε να τον δει, καθώς και να φέρει το παιδάκι. Τελικα κλείσαμε εισιτήρια με Ράιαν Ερ, και νωρίς το πρωί, στις 7 η ώρα περίπου, αναχωρήσαμε από το αεροδρόμιο της Θεσσαλονίκης. Δεν κατάλαβα πότε φτάσαμε, και μόλις κατεβήκαμε πήραμε ταξί από μια διαδικτυακή εφαρμογή που τα βρίσκει μέσω gps και φτάσαμε έξω από το Πάρκο.
Το Αττικό Ζωολογικό Πάρκο είναι ο μεγαλύτερος ζωολογικός κήπος της χώρας. Είναι ιδιόκτητο, αυτοχρηματοδοτούμενο ίδρυμα, το οποίο άνοιξε το 2000, αρχικά ως Αττικο Ορνιθολογικό Πάρκο. Είχε την Τρίτη μεγαλύτερη συλλογή πουλιών στον κόσμο, με 1.100 πουλιά από 300 είδη. Το 2001 η συλλογή επεκτάθηκε με ερπετά, και στη συνέχεια ήρθαν κι άλα ζώα, όπως ζώα της σαβάνας, της ερήμου, σπάνια ελληνικά ζώα, θαλάσσια θηλαστικά και άλλα. Σήμερα καλύπτει έκταση 200 στρεμμάτων, φιλοξενώντας περισσότερα από 2.000 ζώα από 350 διαφορετικά είδη. Τα ζωά είναι χωρισμένα ανάλογα με τον τόπο προέλευσής τους, την ταξινομική ομάδα ή το οικοσύστημα όπου ζουν – περιοχή σαβάνας, ερήμου, πουλιά Αφρικής, πουλιά Νότιας Αμερικής, χώρος ερπετών κλπ – σε διαμερίσματα, ενώ στο μέλλον το Πάρκο πρόκειται να επεκταθεί με τη Δεινοσαυρόπολις, ένα μουσείο εξέλιξης, και την Ωκεανόπολις, ένα πρότυπο ενυδρείο. Θα ξαναπάω σίγουρα όταν ολοκληρωθούν κι αυτά τα έργα. Για περισσότερες πληροφορίες όσον αφορά το Πάρκο, τα ζώα, καθώς και τις δραστηριότητες και τις εκδηλώσεις που γίνονται εκεί, μπορείτε να επισκεφθείτε την ιστοσελίδα του εδώ.

Κατεβήκαμε λοιπόν από το ταξί, και περάσαμε από την είσοδο. Μπροστά μας απλωνόταν ένας μεγάλος χώρος, με το χώρο των Φλαμίνγκο (Phoenicopterus roseus) ίσια μπροστά. Ο Σάβας ενθουσιάστηκε κι έτρεξε να τα δει, ενώ εμείς καθίσαμε λιγάκι να ξεκουραστούμε. Έπειτα ξεκινήσαμε την πεζοπορία μας. Δίπλα μας ήταν το έκθεμα με τις κοκκινομάγουλες νεροχελώνες (Trachemys scripta), το κοινό αμερικανικό είδος εμυδοειδούς νεροχελώνας που πωλείται συχνά ως κατοικίδιο. Ήταν μια μεγάλη λίμνη με ξηρά από ββράχια όπου λιάζονταν δεκάδες, ίσως και εκατοντάδες χελώνες, και το τοιχίο ήταν τόσο χαμηλό, ώστε μπορούσες να τις πιάσεις. Εγώ πείραξα λίγο μερικές, και εντυπωσιάστηκα απ’το μέγεθος και το πάχος τους. Υπήρχε και μηχάνημα που με 50 λεπτά έδινε τροφή για να τις ρίξεις. Κατά τα’άλλα ωστόσο το τάισμα των ζώων απαγορευόταν, και για να μην τρώνε τα ζώα ακατάλληλες τροφές και για να μη ζητούν συνεχώς φαγητό από τους επισκέπτες. Όπως κατάλαβα αργότερα, κοκκινομάγουλες υπήρχαν σ’όλες τις λιμνούλες του ζωολογικού κήπου.
Προχωρώντας πιο πέρα μπήκαμε σ’ένα χώρο σαν θερμοκήπιο με κλουβίά με διάφορα είδη πουλιών. Πέρδικες, φασιανοί, περιστέρια, μικρά παπαγαλοειδή όπως λόρι και κονούρες, βούκεροι, μερικά είδη τουκάνων, πράσινο αρακάρι Pteroglossus viridis), (τουκανοειδές πουλί με λεπτότερο ράμφος και πράσινα πούπουλα στη ράχη, γαλαζόφτερη και γελαστή κουκαμπούρα (Dacelo leachii και D. novaeguineae), μεγάλες αλκιόνες τις Αυστραλίας και της Ν. Γουινέας με παράξενες φωνές, αν και τότε δε φώναξαν), και διάφορα άλλα είδη. Εντύπωση μου έκανε το πράσινο περιστέρη (Treron calva), ένα στρουμπουλό πρασινογάλαζο κυρίως φρουτοφάγο περιστέρι με μια ψηλή κώμη φτερών στο κεφάλι, το οποίο μας πλησιάζε. Από εκέι πήγαμε στη φάρμα, όπου κυκλοφορούσαν σ’έναν κλειστο΄χώρο αφρικανικά πυγμαία κατσίκια και πρόβατα Καμερούν, τα οποίαμας πλησίαζαν εύκολα, αλλά φεύγανε όταν τα χαϊδεύαμε. Δίπλα ακριβώς ήταν η φημισμένη κουνελοχώρα, όπου δεκάδες ή κι εκατοντάδες κουνέλια τριγυρνούσαν ελεύθερα. Την ώρα που πήγαμε ήταν μεσημέρι, και ο ήλιος κατέκαιγε το μέρος, με αποτέλεσμα όλα τα κουνέλια να είναι μαζεμένα είτε σε μικρά υπόστεγα είτε μέσα στις τρύπες τους, από τις οποίες είχε πολλές. Σε κάποια σημεία το χώμα ήταν υπερυψωμένο, ώστε να μπορείς να δεις από κοντά τις τρύπες. Έπιασα μία τρύπα δίπλα μου, η οποία ήταν γύρω στα 15 εκατοστά σε διάμετρο και με ελαφριά κλίση προς τα μέσα. Σίγουρα το πρωί και το απόγευμα, τις ώρες φυσικής δραστηριότητας των κουνελιών, θα γίνεται χαμός εκεί. Χάιδεψα ένα μεγάλο καφέ κουνέλι με μακριά αυτιά κάτω από ένα χαμηλό υπόστεγο, το οποίο ήταν ήρεμο κι έτριζε τα δόντια του από ευχαρίστηση, δείγμα ότι ήταν συνηθισμένο με τους ανθρώπους, ενώ την ίδια στιγμή ένα μικ΄ρο άσπρο κουνελάκι έτρεξε στην τρύπα του. Κουνέλια επίσης υπάρχουν ελεύθερα στο Πάρκο, αν και εμείς δε συναντήσαμε κανένα. Επίσης κυκλοφορούν ελεύθερα και παγόνια. Έχω ακούσει διάφορα πράγματα για την κουνελοχώρα, ότι εκεί αφήνουν όσοι δε θέλουν τα κουνέλια τους, ότι τα αφήνουν ν’αναπαραχθούν για να ταΐσουν τα σαρκοφάγα ζώα, ή ότι από εκέι μπορείς, κατόπιν συνενόησης με το Πάρκο, να υιοθετήσεις ένα κουνέλι, αλλά δεν ξέρω τι ισχύει. Μπορεί και νά’ναι μια κλειστή ομάδα συγκεκριμένων και στειρωμένων κουνελιών, και τίποτα απ’αυτά να μην αληθεύει. Τα άγρια αρπακτικά πουλιά της περιοχής ωστόσο τυχαίνει να τρώνε τα ελεύθερα περιφερόμενα κουνέλια. Μετά τα κουνέλια περάσαμε γρήγορα τους χιμπατζήδες και τα λοιπά ζώα, για να προλάβουμε το σόου με τα δελφίνια στις δωδεκάμισι.
Φτάσαμε στο Δελφινάριο και καθίσαμε σε προνομιακή θέση. Εκεί, αφού η εκπαιδεύτρια – δεν ξέρω γιατί σχεδόν πάντοτε οι εκπαιδεύτριες δελφινιών είναι γυναίκες – είπε λίγα εισαγωγικά λόγια για τα δελφίνια, ξεκίνησε την επίδειξη. Υπήρχε και σχολείο, κι όπως συνηθίζουν στο πρόγραμμα αυτό, πήρε ένα παιδί το οποίο θα ερχόταν πιο κοντά στα δελφίνια. Ένας φίλος μου που πήγε πριν δύο χρόνια είχε συνενοηθεί να πάει κι αυτός από κοντά για να μπορεί και να τα πιάσει, να τα ταΐσει, να τα δώσει εντολές, κλπ, αλλά εμείς δεν το ξέραμε. Εντυπωσιάστηκα από τη νοημοσύνη αυτών των ζώων. Μπροστά στα δελφίνια, τα ζώα που έχουμε εμίς δεν είναι τίποτα. Ως απάντηση σε συγκεκριμένες χειρονομίες και ήχους, έκαναν άλματα, έβγαζαν περίεργες φωνές σαν θαλασσοπούλια ή λύκοι, φυσούσαν από το φυσητήρα, στριφογύριζαν με τα πτερύγιά τους, έβγαιναν λίγο στη στεριά για να χαιρετήσουν τον κόσμο, και έκαναν διάφορα άλλα κόλπα. Με ελαφρά πίεση στην ουρά είχαν μάθει να προτείνουν την ουρά τους, ώστε ο κτηνίατρος να μπορέι να λάβει δείγμα αίματος για εξέταση. Μετά από κα΄θε άσκηση, έτρωγαν μερικά ψάρια ως επιβράβευση, ώστε να συνεχίσουν τις επιδείξεις. Οι ασκήσεις αυτές είναι απαραίτητες στην αιχμαλωσία, ώστε τα δελφίνια να κινούνται λίγο παραπάνω κι όχι απλώς να περιμένουν το φαγητό μπροστά τους και να εξασκούν και το μυαλό τους. Τα τέσσερα δελφίνια του Πάρκου προέρχονταν αππό το Θαλάσσιο Πάρκο της Λιθουανίας, ενώ τα δύο μικρότερα, περίπου διόμισι χρονών, είχαν γεννηθεί στο Δελφινάριο, και ήταν ακόμα σε εκπαίδευση. Του Σάββα του άρεσε τόσο πολύ αυτό΄, ώστε ζήτησε να ξαναπάμε ακόμα μια φορά. Στο Πάρκο επίσης υπήρχαν και φώκιες, αν και δεν τις είδαμε καν.
Μετά επισκεφθήκαμε τα ζώα που περάσαμε πριν. Πήγαμε στους χιμπατζήδες (Pan troglodytes), το τάισμα των οποίων δε θα προλαβαίναμε, αλλά δεν τους είδαμε, επειδή ήταν κρυμμένοι κάπου μακριά, γιατί οι εκτάσεις για τα ζώα ήταν τεράστιες. Οι συνδάκτυλοι γίββωνες (Hylobates syndactylus) ήταν δίπλα, αλλά κι αυτοί μακριά. Είναι πίθηκοι της Μαλαισίας και της Σουμάτρας, κυρίως φυτοφάγοι, κινούνται κρεμασμένοι με τα χέρια από τα δέντρα και είναι αυστηρά μονογαμικοί. Οι πίθηκοι είχαν γύρω τους μια τάφρο με νερό, μάλλον για να μην πλησιάζουν κοντά στα σύρματα, μιας και μισούν το νερό. Ο άνθρωπος κληρονόμησε τη φυσικη απλησιά και την ανικανότητα φυσικής κολύμβησεις απ’αυτά τα ζώα. Από τις τάφρους δεν έλειπαν οι κοκκινομάγουλες, οι οποίες πιστεύω κινδύνευαν κάθε φορά που οι χιμπατζήδες δεν είχαν τίποτα να κάνουν κι αποφάσιζαν να σπάσουν μερικές για πλάκα, ίσως και να τις φάνε. Πιο πέρα ήταν το πουλί γραμματέας (Saggitarius serpentarius), ένα είδος αφρικανικού χερσαίου γερακιού που τρώει κάθε είδους μικρό ζώο, και οι εδαφοβούκεροι (Bucorvus leadbeateri), νοτιοαφρικανικά εδαφόβια σαρκοφάγα πουλιά που δημιουργούν μικρές οικογένειες, στις οποίες τα μικρά παραμένουν και βοηθούν την ανατροφή των αμέσως μικρότερων πριν ανεξαρτητοποιηθούν. Κοντά ήταν και ο ακαθνόχοιρος της Ινδίας (Hystrix indica), ένα αγκαθωτό φυτοφάγο τρωκτικό που δεν έχει σχέση με το σκαντζόχοιρο, με εξάπλωση όχι μονο στην Ινδία, αλά σε μεγάλη έκταση από τη Μέση Ανατολή ως τη ΝΑ Ασία, και τη στιγμή που περάσαμε ήταν κρυμμένος. Προς τη φάρμα υπήρχαν τα γουρούνια, καθώς και η Κλάρα, η αγελάδα που πρωταγωνιστούσε στην εκπομπή του Αρναούτογλου, σ’ένα χώρο γεμάτο σβουνιές και μύγες. Μετά ήταν τα πόνι Φαλαμπέλα, τα οποία χρησιμοποιούνταν για τη μεταφορά κάρβουνου στα ορυχεία, και οι άγριοι γάιδαροι Σωμαλίας (Equus assinus somalicus). Οι γάιδαροι αυτοί, πρόγονοι του εξημερωμένου, ζουν στις κακοτράχαλες ερήμους της Σωμαλίας, μπορούν να φτάσουν τα 280 κιλά σε βάρος, και ξεχωρίζουν από τις ζεβροειδείς ρίγες στα πόδια τους. Αν και το όνομα, καθώς και η χώρα προέλευσής τους, σε προδιαθέτουν για κάτι υπερβολικά άγριο και αδίστακτο, τα συγκεκριμένα ζώα φαίνονταν ήρεμα τρώγοντας το σανό τους. Στη φύση παραμένουν περί τα 500 ζευγάρια, και απειλούνται απ’το κυνήγι, τη διασταύρωση με τους εξημερωμένους γαϊδάρους και την πολιτική αστάθεια στην περιοχή, που κάνει αδύνατη την εφαρμογή ενός σχεδίου για την προστασία τους. Δυστυχώς, αν δε γίνει κάτι το υποείδος θα εξαφανιστεί, μειώνοντας ακόμα περισσότερο την ήδη χαμηλή βιοποικιλότητα των ιπποειδών. Δίπλα στα γαϊδούρια ήταν και οι βακτριανές καμήλες (Camelus bactrianus), οι οποίες είχαν έρθει κοντά μας. Ήταν τεράστια ζώα, πολύ μεγαλύτερα απόμία αγελάδα και πολύ παχύτερα από ένα άλογο, τα οποία σίγουρα θα ζύγιζαν έναν τόνο. Έτσι εξηγείται και η αφοβία των τζιχαντιστών – αν από μικρά έβλεπαν κι εξαναγκάζονταν να έρχονται σε καθημερινή επαφή μ’αυτά τα ζώα, αναγκαστικά θά’πρεπε ν’αποβάλουν το φόβο τους. Και με λίγο αλάχου ακμπάρ όταν μεγαλώσουν, χάνουν κάθε εναπομείναντα φόβο και είναι έτοιμοι για τα πάντα.
Συνεχίσαμε σ’ένα έκθεμα με πουλιά – απ’ό,τι καταλάβατε, δεν ακολουθούσαμε πάντα σταθερή διαδρομή -, όπου είδαμε διάφορους σπάνιους ασιατικούς φασιανούς, γεωπελίες (είδος περιστεριού) της Αυστραλίας και της Νέας Γουινέας, σπίνους ζέβρα (Taeniopygia guttata) της Αυστραλίας, ένα κοινό είδος και στην αιχμαλωσία – τότε ένα αρκετά κοντά μας έμπαινε στη φωλιά του,διάφορους άλλους σπίνους, καλάο, καρδινάλιους, ερυθρόλοφο τουράκο (Tauraco erythrolophus), πουλί της κεντρικής και δυτικής Αγκόλας που ακούγονταν σαν συναγερμός, άλλα είδη τουράκο, κινέζικο αηδόνι (Leiothrix lutea), το οποίο θέλαμε ν’ακούσουμε, αλλά ήταν κρυμμένο επειδή είναι νυκτόβιο, διαφόρους βουκέρους κλπ. Η αναπαραγωγική συμπεριφορά των βούκερων είναι μοναδικοί, αφού το θηλυκό φυλακίζεται στη φωλιά μαζί με τα μικρά, αφήνοντας μόνο ένα άνοιγμα για να το ταΐζει το αρσενικό. Τα πουλιά ήταν τόσα πολλά, που μου είναι αδύνατο να τα θυμάμαι όλα. Οι χώροι των πουλιών στο Πάρκο ήταν πολύ μεγάλη, με αρκετό πλάτος και ύψος ώστε να χωράνε ολόκληροι θάμνοι και μικρά δέντρα μέσα, καθώς και τα υπόλοιπα απαραίτητα στοιχεία για την ανακατασκευή του φυσικού περιβάλλοντος του καθενός. Άλλα ήταν κρυμμένα και δεν τα είδαμε, άλλα μόνο ακούγονταν, άλλα ήταν στο έδαφος και έτρωγαν, κι άλλα κάθονταν σε κλαδιά σε κοινή θέα.
Στη συνέχεια κατευθυνθήκαμε στη Σαβάνα, όπου βρίσκονταν τα ζώα βαρέων βαρών. Περάσαμε όμως πρώτα από τα αιλουροειδή – λευκή τίγρει (Πanthera tigris), υποείδος εξαφανισμένο στη φύση από το 1958, ευρασιατικούς λίγκες (Linx linx), το φημισμένο στο Πάρκο λιοντάρι της Αγκόλας (Panthera leo bleyenberghi), σερβάλ (Leptaelurus serval), αγριόγατες (Felis silvestris), ιαγουάρους (Panthera onca), αλλά δεν είδα κανένα, γιατί κοιμούνταν τα περισσότερα χωμένα στο πίσω μέρος του χώρου τους, αν κι ένας ιαγουάρος ήταν λίγο πιο μπροστά. Το λιοντάρι είχε κι ένα σημείο με υπόστεγο και τζάμι για λόγους ασφαλείας μάλλον, όπου μαζεύονταν οι περισσότεροι επισκέπτες, αλλ’ήταν χωμένο σε μια σπηλιά και κοιμόταν. Ως μεγάλο σαρκοφάγο άλλωστε, κοιμάται για μεγάλο μέρος της ημέρας, ως και 20 ώρες. Στη Σαβάνα συναντήσαμε τις καμηλοπαρδάλεις Μπαρίνγκο (Giraffa camelopardalis rothschildi), οι οποίες ήταν αρκετά μακριά αλλα φαίνονταν, τις ζέβρες του Γκραντ (Equus burchellii boehmi), τις στρουθοκαμήλους (Struthio camelus), τον αραβικό όρυξ (Oryx leucoryx), ένα είδος λευκής για ν’αντανακλα τον ήλιο αντηλόπης που ζει σε σκληρές ερήμους της Μέσης Ανατολής όπου η θερμοκρασία μπορεί να φτάσει τους 50 βαθμούς την ημέρα κατά τους θερινούς μήνες, και τους λευκούς ρινόκερους (Ceratotherium simum), τους οποίους ο Σάββας αδιμονούσε να δει, μιας και είναι το αγαπημένο του ζώο, οι οποίοι στέκονταν στο μέσο του μικρού χωραφιού που είχαν για κατοικία και βοσκούσαν από μπάλες με άχυρο. Είναι το δεύτερο βαρύτερο χερσαίο θηλαστικό μετά τον ελέφαντα, με βάρος 1,5-3 τόνους, και μήκος 4 μέτρα. Είναι το είδος με τα δύο κέρατα, το πρώτο εκ των οποίων φτάνει τα 90 εκ, αν και κατ’εξαίρεσιν ψηλώνει ως το 1,5 μέτρο. Το είδος κινδύνευσε να εξαφανιστεί στα τέλη του 19ου αιώνα, αλά χάρη σε προγράμματα προστασίας σήμερα αριθμεί στη φύση περί τα 11.000 άτομα, παρόλα αυτά οι λαθροθήρες το κυνηγούν για το κέρατό του, το οποίο στην παραδοσιακή κινέζικη ιατρική χρησιμοποιείται ως αφροδισιακό. Η παραδοσιακή κινέζικη ιατρική έχει ξεκληρήσειπολλά ζώα, και καλά θα κάνει ν’αναβαθμιστεί. Δεν είναι πολύ δύσκολο να ξεφύγεις απ’αυτούς, μιας και η όρασή τους είναι φτωχοί και δε μπορούν να διακρίνουν ακίνητο άτομο μετά τα 30 μέτρα, έχουν όμως καλή όσφρηση.
Πιο πέρα ήταν τα αυστραλιανά ουάλαμπι (Macropus rufogriseus frutica) και τα εμού (Dromaeus novaehollandiae), τα οποία δεν είδαμε. Οι πυγμαίοι ιπποπόταμοι (Hexaprotodon liberiensis) ήταν επίσης λίγο πιο πέρα, σε μια μεγάλη τάφρο με βρώμικο, λασπωμένο και σκατωμένο νερό, το οποίο αγαπούν. Ήταν ένα μεγάλο, μάλλον μάνα, με το μικρό του, το οποίο κρατούσε πάντα δίπλα του. Φυσικά δεν έλειπαν οι κοκκινομάγουλες ούτε από κει. Υπήρχε και μεγάλος χώρος στεριάς, αλά δε βγήκαν έξω όσο ήμασταν εκεί, όμως το βράδυ ίσως να βγαίνουν αρκετά, επειδή είναι περισσότερο νυκτόβιοι.
Μετά κατευθυνθήκαμε προς το αναψυκτήριο για να ξεκουραστούμε. Περάσαμε από το δάσος των λεμούριων, με διάφορα είδη των μαδαγασκαριανών πρωτευόντων αυτών, αν και όλα κρυμμένα, επειδή ήταν μεσημέρι. Ήταν δίπλα σου, και αν έβγαιναν έξω, μπορούσες να τα πιάσεις. Ο φίλος μου είχε πιάσει τότε. Μετά περάσαμε απ’τις χελώνες Άλνταμπρα (Aldabrachelys gigantea), τις δεύτερες μεγαλύτερες στον κόσμο μετά τις Γκαλαπάγκος, οι οποίες ήταν μακριά και δεν τις είδα – τις αφρικανικές γιγάντιες χελώνες (Geochelone sulcata) δεν τις βρήκαμε, ούτε και την αφρικανική χελώνα λεοπάρδαλη (Geochelone pardalis) ή τις ελληνικές του γένους Testudo -, και το δράκο του Κόμοντο (Varanus comodoensis), το μεγαλύτερο βαρανό και σαύρα στον κόσμο, ο οποίος ήταν χωμένος σε μια κρυψώνα και μάλλον κοιμόταν. Μπορεί να φτάσει τα 100 κιλά και να σκοτώσει ακόμα και βουβάλια, χάρη στο μεγάλο τραύμα που προκαλέι δαγκώνοντας και στο δηλητήριό του. Παλαιότερα πιστευόταν ότι σκότωνε με παθογόνα βακτήρια στο στόμα του, αλλά ανακαλύφθηκε ότι κι αυτός, όπως και όλοι οι βαρανοί, έχουν τοξίνες στο σάλιο τους και δηλητηριώδεις αδένες. Αν και το δηλητήριο δεν είναι υπερβολικά τοξικό, καταβάλει εύκολα το ήδη βαριά τραυματισμένο ζώο. Μπορούν να φάνε ως και 80% του βάρους τους. Στις περιοχές όπου ζουν (νησιά Κόμοντο, Ρίνκα και Φλόρες της Ινδονησίας) οι άνθρωποι χτίζουν τις καλύβες τους σε πασάλους, για ν’αποφύγουν τις επιθέσεις τους, αν και επιθέσεις σε άνθρωπο είναι υπερβολικά σπάνιες. Ποτέ δεν έχω δει δράκο του Κόμοντο από κοντά, και ούτε αυτός μού’κανε τη χάρη να εμφανιστεί. Απ’ό,τι έλεγε ένα μέλος του φόρουμ των ερπετών, πριν δυο χρόνια ήταν γύρω στο ενάμισι μέτρο, οπότε τώρα θα έχει μεγαλώσει περισσότερο. Μετά φτάσαμε στο αναψυκτήριο, όπου κοντά μας ήταν οι αρκούδες (Ursus arctos). Ήταν τέσσερις, κι απ’αυτές μας χώριζε ένα ψηλό συρματόπλεγμα, δηλαδή κάποιος αποφασισμένος να μπει μέσα με λίγη προσπάθεια θα μπορούσε να μπει. Από τις τέσσερις η μια ήταν μεγαλύτερη, ενώ΄οι άλλες μικρότερες, και κάτι συνέβαινε μεταξύ δύο μικρότερων επειδή μάλωναν. Έκαναν υπόκωφους βρυχηθμούς και προσπαθούσε να σπρώξει η μία την άλλη. Μετά από 5 λεπτά ο καυγάς σταμάτησε. Οι αρκούδες δεν απείχαν περισσότερο από 15 μέτρα απ’τον κόσμο, και δεν έδειχναν να ενοχλούνται. Κάναμε υποθέσεις με τον Κώστα τι θα γινόταν αν κάποιος έμπαινε εκεί. Εγώ έλεγα ότι θα έμενε αρκετά λεπτά κινούμενος και ανέπαφος, ενώ ο Κώστας ήταν σίγουρος ότι θα τον είχαν ορμήξει τη στιγμή που θα πατούσε μέσα. Ο Σάββας, αν και φοβήθηκε το λιοντάρι, τώρα ήταν κολλημένος στο συρματόπλεγμα και τις παρακολουθούσε. Μετά πήγα κι εγώ εκεί, με την κοκακόλα στο χέρι σαν γυφτόμαγκας. Άραγε τις πείραξε αυτό;
Μετά από την ανάπαυσή μας και τα παγωτά που φάγαμε κατευθυνθήκαμε προς το χώρο των ερπετών, το μέρος μου. Μπορεί να μη στάθηκα τυχερος να δω τα μεγάλα ερπετά απ’έξω, αλλ’εκεί σίγουρα κάτι θα ήταν κοντά μας. Ο χώρος είχε υψηλή θερμοκρασία, και γύρω μας υπήρχαν τερράρια με τους πολύχρωμους μικρούς φολιδωτούς κατοίκους τους. Υπήρχε βασιλικός πύθωνας (Python regius), βόας της άμμου (Eryx miliaris), γκέκο λεοπάρδαλη (Eublepharis macularius), βόας Αμαζονίου (Corallus hortulanus), βασιλικό φίδι της Καλιφόρνιας (Lampropeltis getula californiae), ταπιτοπύθωνας (Morelia spilota – τα υποείδη chainei και variegata), πράσινη ιγκουάνα (Iguana iguana), βόας της Κούβας (Epicrates angulifer), βόας του Ντουμερέλι (Acrantophis dumerili) και χερσαίος μαδαγασκαριανός βόας (Sanzinia madagascariensis), δύο σπάνια μαδαγασκαριανά είδη, βόας της Νέας Γουινέας (Candoya aspera), λοφιοφόρος βασιλίσκος (Basiliscus plumifrons), καθώς και τρεις φρύνοι, οι δύο ελληνικοί (Bufo bufo και B. viridis), και ο γιγάντιος θαλάσσιος – έτσι λέγεται, δεν είναι (Bufo marinus). Υπήρχε κι ένα ενυδρείο γλυκού νερού με σαλάχια αμαζονίου (Potamotrygon sp), αργυρή αραουάνα (Osteoglossum bicirrhosum) κι άλα αμαζονιακά σπάνια ψάρια. Τα ασπόνδυλα δεν τα βρήκαμε, ή δεν τα προσέξαμε. Το σπανιότερο είδος εκέι ήταν οι αφρικανικοί χαμαιλέοντες (Chamaeleo africanus), οι οποίοι έχουν το μονο πληθυσμο΄στην Ευρώπη στην Πύλο, με μόνο 300 άτομα στη φύση. Ήταν χωμένη στη βλάστηση με τέλειο καμουφλάζ, και δεν τους είδε κανείς. Έξω από το δωμάτιο αυτό υπήρχε ένας ανοιχτός χώρος σκεπαστός από πάνω σαν θερμοκήπιο με πολλά άκομα είδη: καλαμποκόφιδο (Pantherophis guttatus), κίτρινο ποντικόφιδο (Pantherophis obsoletus quadrivittatus), καθώς ι ένα λευκιστικό του είδους, ομορφόφιδο (Elaphe taeniura), βόας συσφιγκτήρας (Boa constrictor), βυρμανέζικος πύθωνας (Python molurus bivittatus), κίτρινη ανακόντα (Eunectes notaeus), κυανόγλωσσος σκίγκος (Tiliqua scincoides), γενειοφόρος δράκος (Pogona vitticeps), βαρανός της σαβάνας (Varanus exanthematicus), τέρας του Τζίλα (Heloderma suspectum), ρωσικό ποντικόφιδο (Elaphe schenki schencki), και τις σπανιότατες ακτινωτές χελώνες (Geochelone radiata). Μπορεί να μου διαφεύγουν λίγα είδη, αλά σε γενικές γραμμές αυτά ήταν. Μία αντιπροσωπευτική μίξη κοινών και εξαιρετικά σπάνιων ειδών διαφόρων προελεύσεων και ππεριβαλλόντων. Οι χώροι τους ήταν πολύ μεγάλοι – ακόμα κι ο αδρανής βασιλικός πύθωνας είχε χώρο σαν μικρό δωματιάκι – και διακοσμημένοι σύμφωνα με το περιβάλον του καθενός, με τον απαραίτητο φωτιστικό και θερμαντικό εξοπλισμό. Με παραξένεψε η απουσία ιοβόλων φιδιών, αλλά μάλλον δεν είχαν γιατί δεν υπήρχε εξειδικευμένο προσωπικό για την αντιμετώπισή τους. Απ’όλα τα ερπετά που είδαμε, μόνο ο βαρανός της σαβάνας και μια μικρή ακτινωτή χελώνα κινούνταν, ενώ όλα τα υπόλοιπα κάθονταν καλοφαγωμένα και καλοζεσταμένα. Τα περισσότερα φίδια, αν και υπήρχαν κρυψώνες, βρίσκονταν αρκετά κοντά στο τζάμι, οπότε ήταν σε κοινή θέα – πιθανόν είχαν συνηθίσει τον πολύ κόσμο. Λίγα ερπετά ήταν κρυμμένα, περισσότερο οι δενδρόβιες σαύρες όπως ο βασιλίσκος και οι χαμαιλέοντες, και τα γκέκο που είναι νυκτόβια. Ο ένας βόας συσφιγκτήρας ήταν έτοιμος ν’αλλάξει δέρμα, ενώ πολλά άλλα φίδια είχαν τα εκδεδυμένα δέρματα δίπλα τους, πιθανόν για να βλέπει ο κόσμος τη διαδικασία. Κάποια μεγάλα φίδια, όπως οι κίτρινες ανακοντες, ήταν πάνω από ένα στο ίδιο κλουβί (αυτές ήταν τρεις), και απόρησα για το πώς ταΐζονται, αφού τα φίδια είναι επιρρεπή σε ατυχήματα κάτα το τάισμα, όταν για παράδειγμα δύο προσπαθούν να καταπιούν το ίδιο θήραμα. Μάλλον θα ταΐζονται ξεχωριστά. Ο Σάββας, μόλις περάσαμε από το γενειοφόρο δράκο, τον γνώρισε αμέσως, αφού κάθε μέρα βλεπει τον δικό μου.
Βγαίνοντας από εκεί περάσαμε κι από το χώρο του κροκοδείλου του Νείλου (Crocodilus niloticus), έναν πολύ μεγάλο χώρο με εσωτερικό και εξωτερικό κομμάτι, που είχε λινούλα και στεριά, όπου αυτός, γύρω στα 4 μέτρα μακρύς, λιαζόταν αραχτός κοντά μας δίπλα στο νερό. Ήταν γκριζωπός, πολύ χοντρός, με την ουρά προς το μέρος μας, και προφανώς καλοταϊσμένος. Πιστεύω πως αν τον πλησίαζες δε θα σου έκανε τίποτα σ’αυτήν την κατάσταση, αλλά είμαι από τους τελευταίους που θα το δοκίμαζαν αυτό. Δίπλα ήταν και οι αμερικανικοί αλιγάτορες (Alligator mississipiensis), ένας μεγάλος και τρεις μικρότεροι, οι οποίοι ήταν αρκετά πίσω. Σίγουρα με μια κοκκινομάγουλη θα έβγαιναν όλοι μπροστά για να την φάνε. Ο αλλιγάτορας δεν είναι κι αυτός μικρο΄ζώο, αφού σε εξαιρετικές περιπτώσεις μπορεί να φτάσει τα 5 μέτρα και ως και τα 600 κιλά. Μετά επιστρέψαμε από τους ρινόκερους, περάσαμε από διάφορες αμερικανικές μαϊμούδες και μακάκους, τα οποία ήταν κρυμμένα στη ζουγκλοειδή βλάστηση, τα σκυλιά των λειμώνων (Cynomys ludovicianus), μικρά χορτοφάγα τρωκτικά των λειμώνων των νοτιοδυτικών ΗΠΑ και του βόρειου Μεξικού που ζουν σε δίκτυα λαγουμιών, και ξεκινήσαμε να επιστρέφουμε.
Κάναμε μια μεγάλη στάση στη Γη των Τσίτα, όπου 4 τσίτα (Acinonyx jubatus) ζούσαν σ’ένα τεράστιο, πανέμορφο χώρο. Ένας περιφραγμένος διάδρομος περνούσε μέσα από το έκθεμα, κι αυτά μπορούσα να περάσουν κάτω από τη γέφυρα αυτήν. Η διαφορά του χώρου των σαρκοφάγων αυτών απ’αυτούς των χορτοφάγων ήταν εμφανέστατη. Εκτός απ’τα σκυλιά των λειμώνων που ζούσαν σε καταπράσινο χώρο, σ’όλα τα φυτοφάγα δεν έχει απομείνει κανένα ίχνος βλάστησης στο έδαφος.Εδώ όμως ο τόπος ήταν κατάφυτος από πυκνά, ολοπράσινα και ανθισμένα χόρτα. Ένας παράδεισος για ένα κουνελάκι, αν και κάτι πολύ κακό περιμένει κάπου εκεί μέσα. Τα τσίτα έρχονταν δίπλα μας,μας κοίταζαν, περνούσαν κάτω απ’τη γέφυρα και ξαναέφευγαν. Έχουν σκούρο χρώμα με κηλίδες, ψηλά πόδια για τρέξιμο, το μέγεθος μεσαίου σκύλου και πρόσωπο γατίσιο, αφού είναι αιλουροειδή. Ενδημούν στην Αφρική και κάποτε στην Ασία, από την οποία εξαφανίστηκαν κατά τους ιστορικούς χρόνους. Ζυγίζουν 30 κιλά και μπορούν να τρέξουν έως και 110 χιλιόμετρα την ώρα για απόσταση περίπου 300 μέτρων, μετά κουράζονται. Καθίσαμε αρκετή ώρα εκεί, και Καθώς φεύγαμε, ένα τσίτα έτρεξε από μακριά κι έπεσε στα συρματοπλέγματα δίπλα στο Σάββα. Μπορεί και να προσπάθησε να τον φάει. Ο Σάββας αμέσως κόλλησε δίπλα μας, πολύ φοβισμένος. Αν και του αρέσει να κάνει το μάγκα εκεί που τον παίρνει, σε κάτιτ έτοιες περιπτώσεις είναι χέστης. Απ’ό,τι έψαξα αργότερα, αν και τα τσίτα δεν έχουν επιτεθεί ποτέ σε άνθρωπο στη φύση, κάποιος στο μέγεθος μικρού παιδιού θα μπορούσε να φαγωθεί. Μπορούν να φάνε αντηλόπες μέχρι 40 κιλών, και τις σκοτώνουν ρίχνοντάς τες καθώς τρέχουν κατά πα΄νω τους και δαγκώνοντάς τες το λαιμό για να τις πνίξουν, επειδή δεν έχουν αρκετά ισχυρά σαγόνια για να τις σπάσουν τον αυχένα. Είναι γρήγορ ααλλά αδύναμα ζώα, που δε μπορούν να αντιμετωπίσουν δυνατότερα σαρκοφάγα. Το 50% των επιθέσεών τους σε θηράματα αποτυγχάνει, ενώ τρώνε μόνο στο 50% των επιτυχών κυνηγιών, αφού άλα σαρκοφάγα προλαβαίνουν να τους κλέψουν την τροφή. Ακόμα και μια ύαινα μπορεί να τα διώξει από το θήραμά τους. Στην πραγματικότητα είναι πολύ αποτυχημένο είδος, κι επιβιώνει καθαρά επειδή δεν έχει ανταγωνιστές στο συγκεκριμένο τρόπο κυνηγιού. Θεωρείται ότι κατά την τελευταία παγετώδη περίοδο ο πληθυσμός του είδους συρρικνώθηκε υπερβολικά, αφού σήμερα όλα έχουν σχεδόν πανομοιότυπο dna, και ως αποτέλεσμα της χαμηλής γενετικής ποικιλομορφίας, οι πληθυσμοί αντιμετωπιζουν προβλήματα στειρότητας, ανωμαλίες στο σπέρμα των αρσενικών και μεγάλη θνησιμότητα των μικρών από γενετικές παθήσεις. Άλλα μικρά θανατώνονται ή τρώγονται από άλλα σαρκοφάγα κατά την ανεξαρτητοποίησή τους. Η θνησιμότητα των μικρών απ’όλες τις αιτίες υπολογίζεται στο 90%. Για το λόγο αυτόν, η αναπαραγωγή τους σε αιχμαλωσία είναι σπάνια.
Και λοιπόν σαν να μην έφτανε αυτό, μόλις προχωρήσαμε λίγο παρακάτω είχαν επίδειξη με αρπακτικά πουλιά, την οποία δεν πρόλάβαμε, και τη στιγμή εκείνη ένα όρνιο (Gyps fulvus) πέταξε ακριβώς πάνω από το Σάββα. «Θα με φάει!» είπε τρομαγμένο το μικρό παιδάκι. Ο ομιλιτής έδινε πληροφορίες για τα πουλιά. Εκείνο ήταν το όρνιο, το οποίο σχίζει το δέρμα και τρώει κυρίως τα εσωτερικά όργανα, όπως τα έντερα, την καρδιά και το συκώτι. Στην αφρικανική σαβάνα μπορούν ν’αφήσουν μόνο τα κόκκαλα ενός νεκρού ζώου σε μόλις 20 λεπτά! Στη γύρω περιοχή ήταν και τα υπόλοιπα αρπακτικά, καθώς και άλλα σαρκοφάγα πουλιά όπως πελαργοί και πελεκάνοι, αλά δεν τα είδαμε. Για το υπόλοιπο της βόλτας μας, ο Σάββας ήταν φοβισμένος και θυμωμένος, αλά τον πήγαμε στα δελφίνια για αποζημίωση.
Έπειτα πήγαμε σε μια καφετέρια για να ξεκουραστούμε, όπου ο Σάββας, με λιγη επιφυλακτικότητα, έκανε βόλτα με το πόνι, η οποία του άρεσε τελικά. Ο Μαριολίνος ήταν ένα πόνι που έκανε βόλτα στα παιδάκια, κοντό, στρουμπουλό, με καλά φροντιςμένο, γυαλισμένο τρίχωμα που δε μύριζε καθόλου. Σαν να το είχαν κάνει μπάνιο ήταν. Όταν δεν έκανε βόλτα, βοσκούσε γκαζόν. Από εκέι κατευθυνθήκαμε στους γιγαντιαίους μυρμηγκοφάγους (Myrmecophaga tridactyla), τους οποίους δεν είδαμε, αν κι έχω δει σ’άλλους ζωολογικούς κήπους του εξωτερικού, όπου ήταν δραστήριοι και πλησίαζαν τους επισκέπτες. Είναι οι μεγαλύτεροι μυρμηγκοφάγοι του κόσμου, ενδημικοί της Νότιας Αμερικής, μήκους 2 μέτρων μαζί με την ουρά, η οποία είναι το μισό του σώματος και βάρος 55 κιλών. Τρώνε ως και 35.000 μυρμήγκια, τα οποία συλλαμβάνουν με τη μακριά γλώσσα τους, την οποία έχουν μέσα στο μακρύ ρύγχος τους. Δεν έχουν δόντια. Επειδή η τροφή τους είναι φτωχή και πρέπει να εξοικονομήσουν ενέργεια, κοιμούνται 16 ώρες την ημέρα και διατηρούν θερμοκρασία μόλις 32 βαθμών. Απορώ πώς οι ζωολογικοί κήποι βρίσκουν τόση τροφή καθημερινά. Πιο κάτω ήταν κάποια νοτιοαμερικανικά χορτοφάγα, όπως τογκουανάκο (Lama guanaco), ο πρόγονος του λάμα, καθώς και δύο τρωκτικά, το παταγονικό μάρα (Dolichotis patagonicus), ένας μεγαλύτερος συγγενής του ινδικού χοιριδίου στα 10 κιλά, και τον υδρόχοιρο ή καπιμπάρα (Hydrochoerus hydrochaeris), το μεγαλύτερο τρωκτικό του κόσμου, που μπορέι να φτάσει τα 65 κιλά. Είναι ημιυδρόβια, με παχύ σώμα και όψη γουρουνιού, και τότε τα έδιναν λαχανικά για να φάνε. Δύο πέρασαν αργά από μπροστά μας. Στο τέλος περάσαμε από τη συλλογή των παπαγάλων, όπου υπήρχαν κλουβιά με αμαζόνες, μακάο κι άλλα μεγάλα και φανταχτερά είδη. Εκεί ήταν και ο θρυλικός υακίνθινος μακάο (Anodorhynchus hyacinthinus), ο οποίος είναι ο μεγαλύτερος παπαγάλος του κόσμου, ενδημικός του Αμαζονίου, και κκοστίζει 10.000 ευρώ στο εμπόριο. Υπάρχουν άνθρωποι με με΄γαλο πάθος για’αυτά τα μεγάλα είδη παπαγάλων, που είναι διατεθημένοι να ξοδέψουν κι ακόμα μεγαλύτερα ποσά για την απόκτισή τους. Είναι ωστόσο πολύ δύσκολα πουλιά με πολύ εξειδικευμένες ανάγκες, πανέξυπνα και μακρόβια. Εκεί οι παπαγάλοι έκαναν διάφορα κρωξίματα και πετούσαν από το ένα μέρος στο άλλο, αλλά δεν είχαμε πολύ χρόνο να τους παρατηρήσουμε.
Στο τέλος έριξα ένα άνθος καρπόβρωτου στις κοκκινομάγουλες, οι οποίες το έφανα αμέσως, και φύγαμε. Έπειτα πήραμε ταξί για το κοντινο΄εμπορικό κέντρο Μακ Άρθουρ, όπου φάγαμε κι αφήσαμε λίγο το Σάββα να παίξει, και φύγαμε για το αεροδρόμιο. Στο αεροδρόμιο, παρά την κούραση της ημέρας, ο Σάββας δε σταμάτησε να τρέχει. Το αεροπλάνο αναχώρησε γύρω στις 9. Τελικά επιστρέψαμε και το βράδυ βγήκα με τους φίλους μου στο Σφακιανάκη, απ’όπου επέστρεψα σπίτι στις 9 το πρωί!

Ο ζωολογικός κήπος της Αθήνας ουδεμία σχέση έχει μ’αυτόν της Θεσσαλονίκης, ο οποίος δεν είναι προβληματικός επειδή είναι μικ΄ρος – υπάρχουν κι άλλοι μικροί ζωολογικοί κήποι μικροί με κατάλληλα όμως ζώα μέσα σε κατάλληλους χώρους, αλλά επειδή οι χώροι του είναι σε γενικές γραμμές μικροί και πλημελώς σχεδιασμένοι. Το Αττικό Ζωολογικό Πάρκο είναι στο επίπεδο των μεγάλων ζωολογικών κήπων του εξωτερικού, κι όσοι δεν το έχετε επισκεφθεί, απ’όποιο μέρος της Ελλάδας κι αν είστε, επιβάλλετε να το επισκεφθείτε. Οι χώροι είναι τεράστιοι, οι πληροφορίες χρήσιμες και κατατοπιστικές, και τα ζώα δείχνουν να ευημερούν εκεί μέσα. Σε σχέση με τους άλλους δύο ζωολογικούς κήπους που έχω επισκεφθεί, αυτόν της Βαρκελόνης κι αυτόν της Βουδαπέστης, ο αθηναϊκός είχε λιγότερα ζώα, κυρίως από τις ομάδες των μεγάλων και τον πολύ μικρών θηλαστικών, αλλά κανένας άλος ζωολογικος κήπος δεν έχει την ποικιλία πουλιών που έχει αυτός. Επίσης οι χώροι όπου διαβιούν τα ζώα είναι πολύ μεγάλοι, ίσως μεγαλύτεροι απ’αυτούς τον παραπάνω ζωολογικών κήπων, και όμορφα σχεδιασμένοι, ενώ οι εμπειρίες που προσφέρει με τις διάφορες δραστηριότητες, όπως με την επίδειξη των δελφινιών ή το τάισμα διαφόρων ζώων, είναι μοναδικές.
Περιμένω τις νέες προσθήκες στο Πάρκο.

ακρίδες Locusta migratoria που προορίζονται για τροφή

Οι ακρίδες είναι μία από τις καλύτερες ζωντανές τροφές για ερπετά, αμφίβια κι άλλα εντομοφάγα, αλλά δυστυχώς είναι δυσεύρετες, ακριβότερες από άλλα κοινά έντομα, και δυσκολότερες στη διατήρηση. Παρόλα αυτά όποτε τις βρείτε και μπορείτε να τις πάρετε, κάντε το, γιατί θα εμπλουτίσουν το διαιτολόγιο του ζώου σας. Επίσης η κινητικότητά τους θα ενεργοποιήσει τους κυνηγούς ώστε να κινηθούν λίγο παραπάνω για να πιάσουν την τροφή τους.
Οι ακρίδες που χρησιμοποιούνται ως τροφή είναι της οικογένειας Acrididae, και συνήθως είναι είτε η μεταναστευτική ακρίδα (Locusta migratoria), είτε η ακρίδα της ερήμου (Schistocerca gregaria), επειδή είναι οι ευκολότερες στην αναπαραγωγή. Η πρώτη στη φύση καλύπτει μεγάλη περιοχή που περιλαμβάνει τη Βόρεια Αφρική, τη Μέση Ανατολή και την Ινδία, ενώ η δεύτερη περιορίζεται στην αφρικανική ήπειρο. Στο εμπόριο κυκλοφορεί ως επί το πλείστον η πρώτη. Και τα δύο είδη είναι ικανά να δημιουργήσουν μεταναστευτικά σμίνη, αν οι συνθήκες είναι κατάλληλες, καταστρέφοντας τις καλλιέργειες και ό,τι άλλο πράσινο βρουν στο διάβα τους. Συνήθως παραμένουν μοναχικές και άκακες, έχοντας κατά την ενηλικίωση χρώμα καφέ ή πράσινο για να ταιριάζουν με τη βλάστηση, αλλά όταν οι συνθήκες είναι κατάλληλες, δηλαδή όταν μετά από συνεχόμενες περιόδους ξηρασίας εναλλασσόμενες με θερμές περιόδους με πολλή τροφή, ο πληθυσμός αυξηθεί απότομα, μπορούν να μεταλλαχθούν στη μεταναστευτική φάση. Τα είδη αυτά είναι πολυφαινικά, δηλαδή μπορούν να εκδηλώσουν πάνω από ένα φαινότυπο ανάλογα με τις περιβαλλοντικές συνθήκες. Το ερέθισμα που οδηγεί στην αλλαγή έχει ανακαλυφθεί, και είναι κάτι το απροσδόκητο. Η μεταμόρφωση πυροδοτείται από αρκετές ανά λεπτό συγκρούσεις των πίσω ποδιών μιας νύμφης με μια άλλη σε διάστημα τεσσάρων ωρών, κάτι που στη φύση γίνεται υπό συνθήκες υπερπληθυσμού. Αυτό ενεργοποιεί την έκκριση περισσότερης σεροτονίνης στο νευρικό σύστημα, το οποίο με τη σειρά του επηρεάζει τη μετέπειτα ανάπτυξη του εντόμου. Οι νύμφες επηρεάζονται μόλις απ΄το δεύτερο στάδιο ανάπτυξης, κι από μοναχικές αρχίζουν να μαζεύονται κατά ομάδες, τρώγοντας και μετακινούμενες μαζί, και παίρνουν κιτρινόμαυρους χρωματισμούς. Με το πε΄ρασμα του χρόνου οι μικ΄ρες αυτές ομάδες συνενώνονται, οδηγώντας σε μεγαλύτερες συγκεντρώσεις. Η αναγνώριση του είδους γίνεται και οπτικά και οσφρητικά, με τη βοήθεια φερομονών, οι οποίες είναι διαφορετικές για τη νυμφική και για την ενήλικη φάση του εντόμου,. Οι νύμφες δεν αντιδρούν σε φερομόνες ενηλικων και το αντίστροφο, ενώ τα ενήλικα του είδους L. migratoria μπορεί ν’απωθηθούν από φερομόνες νυμφών. Έχει διαπιστωθεί εν μέρει σταυρωτή αντίδραση μεταξύ των φερομονών της S. gregaria και της L. migratoria, με τη δεύτερη να επηρεάζεται περισσότερο από τις φερομόνες της πρώτης. Κατά το τελικό στάδιο, οι ακρίδες αποκτούν τα φτερά τους, τα οποία στη μεταναστευτική μορφή είναι μακρύτερα, ενώ το ολικό μήκος του σώματος είναι μικρότερο. Τα έντομα της μεταναστευτικής φάσης έχουν υψηλότερο μεταβολισμό, τρώνε περισσότερο, αναπαράγονται νωρίτερα, αλλά κάθε άτομο αφήνει λιγότερους απογόνους. Η ενηλικίωση δε συμπίπτει με την έλευση στο τελικό, φτερωτό στάδιο, όπως με πολλά άλλα έντομα, αλλά χρειάζεται πρώτα κάποιος χρόνος μέχρι την αναπαραγωγική ωρίμανση. Έπειτα, αν οι ακρίδες βρίσκονται στη μεταναστευτική φάση, μπορεί να μαζευτούν σε μεγάλα σμίνη, ενίοτε έκτασης τετραγωνικών χιλιομέτρων και πληθυσμού δισεκατομμυρίων εντόμων, που μπορούν να σκιάσουν τον ήλιο στο πέρασμά τους, και να μετακινηθούν προς σημεία με τροφή. Στην πραγματικότητα τα σμίνη είναι νομαδικά κι όχι μεταναστευτικά, επειδή δεν κινούνται προς συγκεκριμένο στόχο. Όταν πέσουν σ’ένα μέρος, τρώνε ό,τι βρουν, εκτος από΄τα τοξικά φυτά. Κάθε ακρίδα τρώει περίπου το βάρος της (2 γραμμάρια) την ημέρα. Όταν η τροφή έχει εξαντληθεί, αναχωρούν από το σημείο και μετακινούνται προς άλλο. Σήμερα οι μάστιγ ατων ακρίδων έχει εκλείψει από πολλά μέρη του κόσμου, χάρη στην παρακολούθησή και την έγκαιρη αντιμετώπισή τους, συνήθως με ψεκασμούς εντομοκτόνων, και πιο πρόσφατα με τον εντομοπαθογόνο μύκητα Metarhizium acridum, ο οποίος προσβάλει μο΄νο της ακρίδες και δε βλάπτει το περιβάλλον. Εκτός από την S. gregaria και την L. migratoria, ακρίδες ικανές για σμινική συμπεριφορά υπάρχουν σε όλα τα θερμά μέρη του κόσμου. Στην Αυστραλία για παράδειγμα το είδος Chortoicetes terminifera προξενούσε μεγάλες καταστροφές, αλλά σήμερα η παρακολούθησή του έχει σχεδόν εξαφανίσει τα σμίνη, αλλά και η απουσία ανεύθυνων χερσαίων γειτόνων που δεν εφαρμόζουν ελέγχους, ένα μεγάλο πρόβλημα για τις πιο ανεπτυγμένες αφρικανικές χώρες, επίσης συνέβαλε σ’αυτό. Εντούτοις σε χώρες της Αφρικής, τα σμίνη των ακρίδων είναι ακομα σοβαρή, αλλά συνήθως σπανιότερη από παλιά απειλή.
Παλαιότερα, οι άνθρωποι δε μπορούσαν να κάνουν και πολλά όταν οι ακρίδες έπεφταν στις σοδειές τους. Προσπαθούσαν να τις σκοτώσουν, να τις κάψουν ή να τις διώξουν, αλλ’επειδή ήταν τόσες πολλές, δεν κατόρθωναν και πολλά. Οι καταστροφές που μπορούσαν να προξενήσουν ήταν τεράστιες, μιας και συχνά έφταναν τα δισεκατομμύρια σε πληθυσμό και οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις δεν είχαν την αποδοτικότητα που έχουν σήμερα. Οι ακρίδες ήταν η όγδοη πληγή του Φαράω κατά την Παλαιά Διαθήκη, την οποία έστειλε ο Θεός στους Αιγυπτίους ως τιμωρία επειδή δεν επέτρεπαν στους Εβραίους να επιστρέψουν στην πατρίδα τους. Συνέβη γύρω στο 1460-1426 π.Χ. μαζί μ’άλλες καταστροφές, και σύμφωνα με την επικρατέστερη επιστημονική εξήγηση, οφείλονταν στα επακόλουθα της σύγχρονης έκρηξης του ηφαιστείου της Θήρας, η οποία έφερε τοπική κλιματική αποσταθεροποίηση με πολλές βροχοπτώσεις, οι οποίες προκάλεσαν τον αφύσικο πολλαπλασιασμό των εντόμων. Οι ακρίδες επίσης αναφέρονται και σε άλλα εδα΄φια της Βίβλου και του Κορανίου.
Αυτό λοιπόν που μπορούσαν μόνο να κάνουν ήταν να τις φάνε, αλλά πάλι η ποσότητα που θα έτρωγαν σε σχέση μ’αυτό που έχαναν ήταν μηδαμινή. Οι ακρίδες είναι από τα κοινότερα έντομα που καταναλώνονται από τον άνθρωπο σε διάφορες χώρες του κόσμου. Τρώγονται σε χώρες της Αφρικής, της Μέσης Ανατολής, της Ασίας, και στο Μεξικό. Στο Μεξικό αποκαλούνται «τσαπουλίνες”, από το νάουατλ «τσαπόλιν», κι έχουν μακρά παράδοση κατανάλωσης. Ήδη οι Αζτέκοι και οι υπόλοιπες νάουατλ φυλές έτρωγαν τις ακρίδες κατά την προκολομβιανή περίοδο, και το έθιμο επιβίωσε ως σήμερα. Στην Κίνα επίσης τρώγονται ευρέως, και πολλοί πλανώδιοι τις πουλάνε σε σουβλάκια. Τρώγονται και στην Ιάβα της Ινδονησίας. Οι ακρίδες επίσης ήταν το μόνο έντομο που επιτρεπόταν να φάνε οι Εβραίοι, αλλ’επειδή αργότερα υπήρξε διχογνωμία μεταξύ των ραβίνων για το αν επιτρέπονται όλα τα έντομα που πηδάνε ή συγκεκριμένα είδη ακρίδας, το έθιμο σταμάτησε. Κάποιες κοινότητες Υεμενιτών Εβραίων ωστόσο, μέχρι πρότεινως έτρωγαν ακρίδες. Επειδή οι Ευρωπαίοι θεολόγοι που μελετούσαν τα ιερά κείμενα δε γνώριζαν ότι στη Μέση Ανατολή τρώγονταν οι ακρίδες, συχνά προσπαθούσαν να ερμηνεύσουν τις ακρίδες που έτρωγε ο Ιωάννης ο Βαπτίστής ως άκρες ορισμένων φυτών. Ορισμένοι Αμερικανοί θρησκόληπτοι ονόμασαν δέντρα που ανακάλυψαν στο Νέο Κόσμο, όπως την ψευδακακία, ακρίδες γι’αυτόν το λόγο. Δεν έχω βρει τίποτα για το αν οι Αρχαίοι Έλληνες έτρωγαν ακρίδες, αλλά δεν είναι απίθανο, μιας κι έτρωγαν τζιτζίκια, που ήταν πιο δυσεύρετα. Κατά την πάροδο του χρόνου όμως, και οι Έλληνες και οι Εβραίοι, και σίγουρα κι άλλοι λαοί, εγκατέλειψαν εντελώς την εντομοφαγία, προτιμώντας το κόκκινο, λιπαρό κρέας των εξημερωμένων οπληφόρων. Σήμερα γίνονται προσπάθειες να επανεισαχθεί η εντομοφαγία στη διατροφή μας, ως οικονομικότερη και περιβαλλοντικά φιλικότερη λύση για την αυξανόμενη ζήτηση κρέατος, αλλά είναι πολύ δύσκολο να ξαναγίνει αποδεκτή. Ιδίως εδώ στην Ελλάδα, όπου ούτε καν η φάντα με γεύση φράουλα ή η κοκακόλα κεράσι δεν έχουν προχωρήσει, διότι οι Έλληνες μισούν τις νέες γεύσεις, η εντομοφαγία έχει ήδη αποτύχει πριν καν έλθει.
Οι ακρίδες δεν έχουν καμία σχέση με τα τζιτζίκια, αν και συχνά αποκαλούνται τζίτζικες. Τα τζιτζίκια ανήκουν στα ημίπτερα, μαζί με της βρωμούσες και τους κωριούς, ζουν στα δέντρα, έχουν πλατύ σώμα με μεγάλα φτερά και μυζητικά στοματικά μόρια. Οι ακρίδες αντίθετα είναι ορθόπτερα, όπως και οι γρύλλοι και οι γρύλλοι των δέντρων – οι τελευταίοι επίσης συγχέονται με τις ακρίδες. Ακρίδες κανονικά είναι τα μέλη της οικογένειας Acrididae, αλλά ο όρος έχει επεκταθεί για όλη την υπόταξη των κοιλοφόρων (Caelifera), η οποία περιλαμβάνει περίπου 11.000 ημερόβια, φυτοφάγα συνήθως έντομα με κοντές κεραίες, των οποίων τα αρσενικά παράγουν ήχο τρίβοντας την αδρή εσωτερική επιφάνεια των μηρών των πίσω ποδιών στα πρόσθια φτερά τους. Η άλη μεγάλη υπόταξη των ορθόπτερων είναι τα ξιφοφόρα (Ensifera), όπου ανήκουν οι γρύλλοι και παρόμοια γρυλλόμορφα έντομα, τα οποία ξεχωρίζουν από τις μακριές κεραίες, τη νυκτόβια συνήθως συμπεριφορά τους και την παραγωγή ήχου με το τρίψιμο των πρόσθιων φτερών μεταξύ τους. Εδώ ανήκουν και οι γρύλλοι των δέντρων, που έχουν μέγεθος ακρίδας, αλά μακριές και λεπτές κεραίες και είναι νυκτόβιοι. Στο Χωριό παλιά έπιανα πού και πού τέτοια, νομίζοντας πως είναι ακρίδες, αλλά κανονικές ακρίδες ήταν μονο όσα είχαν κοντές κεραίες και κυκλοφορούσαν τη μέρα. Όπως όλα τα ορθόπτερα, οι ακρίδες έχουν πλευρικά πεπιεσμένο σώμα, οπότε τα φτερά είναι όρθια. Έχουν στρογγυλεμένο κεφάλι, μεγάλαμάτια, μικρές κεραίες και δυνατά στοματικά εξαρτήματα από κάτω, τα οποία κόβουν κάθε τύπο φυτού. Μπροστά από τα στοματικά εξαρτήματα υπάρχει ένα ζεύγος αισθητήριων οργάνων για την ανίχνευση της τροφής. Τα ακουστικά τύμπανα βρίσκονται στο πρώτο κοιλιακό τμήμα, το οποίο είναι συνενωμένο με το θώρακα. Επειδή τα έντομα προγονικά δεν είχαν ακοή, όσα την εξέλιξαν ανέπτυξαν τα ακουστικά τους όργανα σε διάφορα μέρη του σώματος. Ο θώρακας είναι ψηλός, με χώρο εσωτερικά για τους ισχυρούς μυς των ποδιών και των φτερών. Τα δύο πρώτα ζεύγη ποδιών είναι κανονικά, και χρησιμεύουν στη βάδιση, ενώ το τελευταίο είναι τα πηδητικά, μεγαλύτερα και διπλωμένα. Τα φτερά είναι υμενώδη και τέσσερα, με το δεύτερο εσωτερικό ζεύγος μεγαλύτερο και υπεύθυνο για την πτήση. Στο 9ο τμήμα της κοιλιάς υπάρχουν τα δύο κερκίδια, υπολείμματα πρώην άκρων που έχουν αισθητηριακή λειτουργία στα περισσότερα έντομα. Τα δύο τελευταία τμήματα περιέχουν τα αναπαραγωγικά όργανα. Τα θηλυκά στο πίσω μέρος της κοιλιάς φέρουν τον ωοαποθετήρα, ένα μακρόστενο σωλήνα ο οποίος τοποθετεί τα αυγά σε τρύπες στο έδαφος. Οι ακρίδες αγαπούν τη ζέστη και τον ήλιο, αλλά κρύβονται στις σκιές των φυτών τις πολύ ζεστές ώρες. Ο ήχος των αρσενικών ακούγεται σαν επαναλαμβανόμενο τρίψιμο, και μπορείτε να το ακούσετε σε μια ζεστή μέρα. Είναι πολύ πιο αδύνατος απ’αυτών των γρύλλων, γι’αυτό θα πρέπει να προσέξετε καλά.
Ως τροφή για εντομοφάγα ζώα, οι ακρίδες εισήχθησαν σχετικα πρόσφατα, και δε φαίνεται ν’ανταγωνίζονται τα κοινότερα είδη όπως τους ρύλλους, τις διάφορες προνύμφες και τις κατσαρίδες, εξαιτίας των λιγότερων ζώων που μπορούνε να τις φάνε όταν είναι ενήλικες και τις σχετικής δυσκολίας εκτροφής τους. Παρόλα αυτά είναι ωφέλιμες ως μέρος μιας ισορροπημένης και ποικίλης διατροφής, κι επίσης παρέχουν ευκαιρίες άσκησης στο θηρευτή. Τις ενήλικες μπορούν να τις φάνε μεσαίες ή μεγαλύτερες σαύρες όπως γενειοφόροι δράκοι και άλλοι αγαμίδες του ίδιου μεγέθους, μεγάλοι σκίγκοι, μεγάλες σαύρες, μεγάλοι κορδύλοι, μεγάλα γκέκο, μικροί βαρανοί, παμφάγες χελώνες, μεγάλοι βάτραχοι και σαλαμάνδρες, ταραντούλες, σκορπιοί, αλογάκια της Παναγία ςκαι σαρανταποδαρούσες, καθώς και εντομοφάγα μικρά θηλαστικά και πουλιά, και σαρκοφάγα ψάρια. Τις νύμφες μπορεί να τις φάει κα΄θε μικρότερο εντομοφάγο ζώο, αλλ’εκτός κι αν τις αναπαράγετε, σπάνια κυκλοφορούν στο εμπόριο. Παρά το μεγάλο μέγεθός τους, έχουν αρκετά μαλακό εξωσκελετό, και είναι πολύ εύπεπτες. Τόσο μαλακός, που αν τις ζουλίξετε παραπάνω μπορεί να τις σκοτώσετε – κατά λάθος έτσι σκότωσα εγώ δύο. Επειδή είναι χορτοφάγες, δεν υπάρχει κίνδυνος να δαγκώσουν το ερπετό σας όταν κοιμάται, και επειδή είναι δραστήριες και ημερόβιες που αγαπούν το φως, συνήθως δεν κρύβονται μέσα στο τερράριο ή κρύβονται για λίγο, οπότε μπορείτε να τις ρίξετε μέσα στο τερράριο για να τις βρει ο θηρευτής χωρίς πρόβλημα. Αυτό ίσως να μην είναι καλή ιδέα για φυτεμένα τροπικά τερράρια ωστόσο, διότι είναι πολύ πιθανό να προλάβουν ν’ανοίξουν μεγάλες τρύπες στα φυτά προτού φαγωθούν. Δε χρειάζεται να τις κόψετε τα πόδια ή με άλλον τρόπο να τις τραυματίσετε για να τις πιάσει το ερπετό ευκολότερα, γιατί η γυμναστική το ωφελεί. Εκτός αυτού, αφαιρώντας μέρος του εντόμου αφαιρείτε και μέρος της θρεπτικής του αξίας. Σπάνια δαγκώνουν αμυντικά. Έχω διαβάσει μια αναφορά όπυ ένας κάτοχος κηλιδωτών γκε΄κο (Eublepharis macularius) έριξε μία ακρίδα μέσα στο τερράριό τους, το ένα την έπιασε, ενώ αυτή είχε ανέβει στην πλάτη του άλλου, εκείνη δάγκωσε δυνατά ό,τι είχε μπροστά της για να αμυνθεί, δηλαδή την πλάτη του άλλου, και το τραύμα μολύνθηκε σοβαρά την επόμενη μέρα, αλλά με αντιβιωτικά θεραπεύτηκε. Για να γίνει αυτό όμως χρειάζεται μια εντελώς απίθανη σειρά γεγονότων, η οποία ίσως δεν επαναληφθεί ποτέ, οπότε σε καμία περίπτωση δεν πρέπει αυτό το περιστατικό να σας αποθαρρύνει να χρησιμοποιήσετε τις ακρίδες. Όπως όλα τα έντομα, οι ακρίδες είναι χαμηλές σε ασβέστιο, αν και υψηλότερες σχετικά μ’άλλα κοινά έντομα, και θα πρέπει να πασπαλίζονται με το ειδικό συμπλήρωμα για όσα ζώα το χρειάζονται. Οι ακρίδες θα πρέπει να ταΐζονται σύντομα μετά την αγορά, επειδή δεν επιβιώνουν στις συνθήκες που ζουν τα άλα έντομα – σε μια σκοτεινή γωνιά, σ’ένα ντουλάπι, σ’ένα συρτάρι κλπ. Θα πρέπει να τοποθετηθούν σε πιο φωτεινο΄και θερμό σημείο, και να ταΐζονται με πράσινα φυλλώδη λαχανικά ή χόρτα, ενώ το κουτί τους θα πρέπει να παραμένει ξηρό.
Η εκτροφή τους είναι λίγο πιο εξειδικευμένη απ’αυτήν κοινών εντόμων, και σε κάποια σημεία θυμίζει τη διατήρηση ερπετού παρά εντόμου. Ως ηλιόθερμα ημερόβια έντομα ξηρών περιοχών, χρειάζονται ένα χώρο με καλό αερισμό, φως και ζέστη. Μία λάμπα πυράκτωσης στο επάνω μέρος του χώρου εκτροφής τους, που μπορεί να είναι ένα μεγάλο πλαστικό κουτί, ένα ενυδρείο, ένα τερράριο ή ένα σίτινο κουτί για καλύτερο αερισμό, θα πρέπει ν’ανάβει την ημέρα και να δημιουργεί τοπικά θερμοκρασία 35 βαθμών, ενώ στον υπόλοιπο χώρο η θερμοκρασία μπορεί να είναι και στους 25 βαθμούς. Τη νύκτα μπορεί να πέφτει, αν και για γρηγορότερη ανάπτυξη μπορεί να μένει γύρω στους 25 βαθμούς με τη βοήθεια μιας θερμόπλακας ή ενός θερμοκαλωδίου αν χρειαστεί. Για ν’αυξηθεί η επιφάνεια του χώρου, ώστε να χωρέσουν περισσότερα έντομα, μέσα στο κουτί θα πρέπει να τοποθετηθούν αυγοθήκες, κύλινδροι χαρτιών κουζίνας ή υγείας, κι άλλα χάρτινα κατασκευάσματα. Ως ζώα καταγόμενα από ξηρά ενδιαιτήματα με λίγους μικροοργανισμούς, το περιβάλλον τους θα πρέπει να είναι πολύ στεγνό, ιδανικά με υγρασία κα΄τω του 30%, αλλιώς ο αερισμός είναι ακόμα πιο σημαντικός, γιατί αρρωσταίνουν από μύκητες και πεθαίνουν εύκολα σε κλειστές, υγρές συνθήκες. Για το λόγο αυτό δε χρειάζεται να υπάρχει καμία πηγή νερού ή υγρασίας στο χώρο τους, παρά μόνο τα φύλλα που θα τρώνε. Τα φύλλα τους παρέχουν όλη την τροφή και το νερό που χρειάζονται, και μπορούν να είναι από διάφορα λαχανικά και χόρτα, όπως αγρωστώδη και πλατύφυλλα. Συμπληρωματικά μπορούν να τρώνε πίτουρο σιταριού και λαχανικά όπως καρότα. Τρώνε τεράστιες ποσότητες αναλογικά με το μέγεθός τους, και γι’αυτό θα πρέπει η τροφή ν’ανανεώνεται συνεχώς. Στο χώρο τους επίσης θα πρέπει να υπάρχει ένα δοχείο βάθους 12-15 εκ περίπου γεμάτο με υγρή άμμο, όπου τα θηλυκά θα ωοαποθέτουν. Το βάθος είναι σημαντικό, αφού δυσκολεύονται να ωοαποθέσουν σε ρηχά δοχεία. Κάθε θηλυκό αφήνει περίπου 200 αυγά τη φορά, περικεκλειμένα με αφρό, ο οποίος στερεοποιείται σαν θήκη, αφήνοντας μία τρύπα στο έδαφος όπου εισχώρησε ο ωοαποθετήρας, ενώ μπορεί να γεννήσει 2-4 φορές στη ζωή του. Όταν το δοχείο έχει γεμίσει με πολλές τρύπες, μεταφέρεται αλλού για εκόλαψη στους 25 βαθμούς. Τα αυγά θα πρέπει να εκολαφθούν γρήγορα, γιατι΄μπορεί να περιέλθθουν σε χειμερινή διάπαυση, από την οποία θα ενεργοποιηθούν μετά από μερικούς μήνες. Μέσα σε 2-3 εβδομα΄δες θα εμφανιστούν οι πρώτες νύμφες, οι οποίες χρειάζονται τις ίδιες συνθήκες με τα ενήλικα, αλλά ελαφρώς περισσότερη υγρασία. Με το σχήμα φροντίδας που ανέφερα παραπάνω, θα ενηλικιωθούν σε δύο μήνες περίπου. Η S. gregaria ενηλικιώνεται στο 5ο στάδιο, ενώ η L. migratoria στο 7ο. Αν ο καιρός επιτρέπει, για παράδειγμα κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, οι ακρίδες μπορούν να εκτραφούν και σε εξωτερικό χώρο, αρκεί να μη μπορούν να διαφύγουν.
Εγώ ακρίδες χρησιμοποίησα πρώτη φορά το Μάρτιο για το γενειοφόρο μου δράκο (Pogona vitticeps). Ανάμεσα στα έντομα που του πήρα αγόρασα και ακρίδες L. migratoria, οι οποίες θεώρησα θα του έδιναν αρκετή πρωτεΐνη και θα τον έκαναν να γυμναστεί λιγκάκι. Ήταν 10 νύμφες ενός σταδίου πριν την ενηλικίωση, με τα φτερά μαζεμένα σαν μια προεξοχή στο πίσω μέρος του θώρακα. Επειδή ήταν κρύες, ήταν πολύ αργοκίνητες και πηδούσαν δύσκολα. Τις έφαγε και τις 10 μαζί μ’άλλα πολλά έντομα, διότι δεν είχε περάσει πολύς καιρός που είχε ξυπνήσει από τη χειμερία νάρκη, και χρειαζόταν αρκετή ενέργεια. Την επόμενη φορά που πήρα ακρίδες ήταν στα μέσα του Απριλίου. Αυτές είχαν πλέον ενηλικιωθεί, κι έτυχε νά’ναι όλες αρσενικές (αυτές της φωτογραφίας). Μια ήταν πολύ μαλακιά λόγω πρόσφατης έκδυσης και την σκοτωσα κατά λάθος. Στο πρώτο τάισμα, τώρα που είχε επανέλθει σε φυσιολογικούς διατροφικούς ρυθμούς, έφαγε 5, ενώ τις υπόλοιπες τις έφαγε αργότερα. Επειδή τις είχα κοντά στη λάμπα του, όπου η θερμοκρασία πλησίαζε τους 35 βαθμούς, με πολύ φως και τροφή κάθε μέρα, ήταν πολύ πιο δραστήριες από τις προηγούμενες. Αν τις άφηνα κάτω, περπατούσαν γρήγορα και πηδούσαν περιοδικά, αλλά πιάνονται εύκολα. Όταν δεν ενοχλούνται ωστόσο, παραμένουν για ώρα ακίνητες, γι’αυτό είναι και δυσκολότερο να ξεφύγουν απ’ό,τι οι γρύλλοι ή οι κατσαρίδες, αν το κουτί τους ανοίξει. Ο δράκος, μόλις αντιλήφθηκε ότι πρόκειται για γρηγορα έντομα που μπορέι να ξεφύγουν, τις κυνήγησε όλες. Μία είχε σκαρφαλώσει πάνω στο χέρι μου και σχεδόν σηκώθηκε στα δύο για να την πιάσει! Τις μασούσε γρήγορα, και τα φτερά ακούγονταν σαν πλαστικά φύλλα που τσαλακώνονται. Τις τάιζα με δροσερά πλατύφυλλα λαχανικά όπως μαρούλι, ζοχό και ραδίκι, αλλά και λίγα αγρωστώδη, στα οποία ανέβαιναν αμέσως μόλις τους το έδινα κι άρχιζαν να το μασουλάνε με τις δαγκανίτσες τους. Μέσα σε λίγη ώρα δεν απέμενε τίποτα, παρά μια ψιλή σκόνη που ήταν τα περιττώματά τους. Τοξικά για τα έντομα φυλλώματα δέντρων όπως ψευδακακία ή μουριά, και τα δύο ασφαλή για χορτοφάγα, δεν τα άγγιξαν.
Τις ακρίδες τις παίρνω από το feeders.gr, ένα κατάστημα κατοικιδίων με εξειδίκευση στα πιο εξωτικά είδη, όπου μπορείτε να βρείτε μεγάλη ποικιλία σε ζωντανές τροφές, εξοπλοισμούς για τα ζώα αυτά, ή και τα ίδια τα ζώα. Τις αγοράζω κυρίως για ποικιλία στη διατροφή, παρά ως βασική τροφή.

Πηγές:
άρθρο στη Βικιπαίδεια για τις ακρίδες
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για τις ακρίδες
άρθρο στην αγγλική Wikipedia για τις μεταναστευτικές ακρίδες
άρθρο της Βικιπαίδειας για τις Δέκα Πληγές του Φαραώ
αλληλεπίδραση των φερομονών των ακρίδων S. gregaria και L. migratoria
εκτροφή ακρίδων 1
εκτροφή ακρίδων 2
δάγκωμα ακρίδας σε γκέκο

    Το πρωί της Δευτέρας, 20 Απριλίου, μία μέρα αφότου ξαναπήρα τη Λίμπο στο σπίτι μου απ’τον πατέρα μου, όπου την είχα αφήσει προσωρινά για τις διακοπές του Πάσχα, ξύπνησα με περίεργους ήχους. Άκουγα την κουνέλα μου να κινείται από δω κι από κει ανήσυχη, και συνεχώς να σκάβει. «Χρατς χρατς χρατς χρατς». Μου φάνηκε πολύ παράξενο, μιας και η κουνέλα μου είναι αρκετά τεμπέλα, και τώρα που μεγάλωσε λίγο ακόμα περισσότερο. «Έχει να το κάνει αυτό σχεδόν δύο χρόνια,» σκέφτηκα, «είναι πολύ παράξενο. Μήπως κάνει φωλιά;» Και με την ανησυχία αυτήν σηκώθηκα. Πράγματι η Λίμπο ήταν ανήσυχη, και μόλις τις έδωσα λίγο σανό για να φάει, άρχισε να το μαζεύει στο στόμα της για να κάνει φωλιά. Η κουνέλα μου είχε ανεμογκάστρι! Τελικά την ξέρω πολύ καλά τη Λιμπίτσα μου. Την άφησα λοιπόν λίγο μόνη της για να δω μήπως ηρεμήσει, αλλά αυτή συνέχιζε να ετοιμάζει τη φωλιά. Είχε σκάψει όλο το πριονίδι της αριστερής μπροστινής γωνίας του κλουβιού, κοντά στη γωνία αναγκών της, και τώρα τοποθετούσε τα άχυρα εκεί. Για να την ολοκληρώση, της έδωσα πολλά περισσότερα άχυρα και λωρίδες χαρτιού, κι άρχισε αμέσως τη δουλειά. Τα μετέφερε από τη με΄ση του κλουβιού όπου τα έβαλα στο σημείο της φωλιάς, τακτοποιώντας τα επιμελώς. Πρόσφατα μία κοπέλα σ’ένα σχόλιό της εδώ με ρώτησε αγχωμένη κάτι σχετικό, για το αν είναι σωστό να αφήσει την ψευδοευγκυμονούσα τριετή κουνέλα της να κάνει τη φωλιά, επειδή της έπαιρνε τα χόρτα κι εκείνη δεν την άφηνε. Φυσικά και είναι σωστό να την αφήσει, διότι οι κουνέλες στη φάση αυτή είναι πολύ αγχωμένες και σε πλήρη υπερένταση, και καλύτερο είναι νά’χουν με κάτι ν’ασχολούνται, παρά να περνούν βασανιστικές ώρες στρες. Σε 6 περίπου ώρες λοιπόν τελείωσε τη φωλιά. Κατά το μεσημέρι άρχισε να την στρώνει και με τρίχωμα, και ήταν η δεύτερη φορά που το παρατήρησα αυτό. Άρχισε να ξύνει τη μυτούλα της στο σώμα της σαν να γλείφεται, αλλά ήταν πολύ πιο επίμονη. Επέμενε κυρίως στους ώμους και στο μπροστινό μέρος της κοιλιάς, και ακουγόταν σαν να βάζει στο στόμα της κάτι. Τελικά κατάλαβα ότι δε γλειφόταν, αλλά έβγαζε τρίχες από το σώμα της για να στρώσει τη φωλιά. Τις μάζευε στο στόμα της σαν βαμβάκι και πήγαινε και τις πίεζε στο κέντρο της φωλιάς, εκεί που θα γεννιούνταν υποθετικά τα μικρά. Και την αφαίρεση τριχών, αλλά και τη μεταφορά και τακτοποίηση υλικών για τη φωλιά τα βιντεοσκόπησα, και θα τα ανεβάσω αφού έχουν δημοσιευθεί στο Youtube.
    Το απόγευμα η κατασκευαστικές εργασίες τελείωσαν. Τώρα η κουρασμένη Λίμπο ξάπλωνε αρκετή ώρα, και στη συνέχεια έφαγε και ήπιε πολύ νερό. Όπως κι άλλες φορές, η κατασκευή της φωλιάς την κούρασε αρκετά. Το μπροστινό μέρος της κοιλιάς είχε αραιότερο τρίχωμα, ενώ οι θηλές της ήταν επιμηκυμένες και φουσκωμένες, έχοντας προφανώς λίγο γάλα. Δε δοκίμασα να βγάλω το γάλα απ’την κουνέλα. Ευτυχώς οι κουνέλες είναι προσαρμοσμένες για τις συχνές απώλειες μικρών τις πρώτες μέρες μετά τη γέννα, και δεν κατεβάζουν πάρα πολύ γάλα αρχικά, οπότε και ο κίνδυνος μαστίτιδας είναι μικρότερος απ’ό,τι μ’άλλα ζώα. Η φωλιά ήταν από της τελειότερες που έχει φτιάξει. Καταλάμβανε όλο το αριστερό μέρος του κλουβιού, εκτός από την πίσω πλευρά, με τοιχώματα ψηλά όσο και το πηχάκι του κλουβιού, γύρω στα 10 εκατοστά, με καλά συμπιεσμένο και στερεωμένο υλικό, και κοίλωμα αρκετά βαθύ στη μέση για τα μικρά, το οποίο ήταν σαν μικρή τρύπα όπου θα χωρούσε το κεφαλι της κουνέλας, με λίγες τρίχες μέσα. Μόλις έβαζα το χέρι μου στο κέντρο αμέσως ζεσταινόταν, χάρη στη θερμομονωτική ικανότητα της κουνελογούνας. Τη φωλιά την άφησα στο κλουβί για δύο ημέρες, οπότε η κουνέλα ούτε λίγο την πείραξε, σαν να είχε μικρά μέσα. Τι να νόμιζε άραγε, πως γέννησε και της τα φάγανε αμέσως; Ή ότι της τα φάγανε από την κοιλίτσα πριν γεννηθούν, όπως λέω εγώ;

    η κουνέλα μαζεύει υλικά για τη φωλιά 20/4/2015 η ολοκληρωμένη φωλιά

    Το ανεμογκάστρι ή ψευδοκύηση είναι πολύ συχνό φαινόμενο στα κουνέλια. Έχει σημειωθεί σε όλα τα ζώα που έχουν στενή σχέση με τον άνθρωπο κι άρα παρατηρούνται ευκολότερα, καθώς και στον ίδιο τον άνθρωπο, ο οποίος ίσως είναι το μονο είδος που εμφανίζει το σύνδρομο και στους άνδρες, εξαιτίας του αυθυποβολικού φαινομένου. Σε παλαιότερες εποχές ή σε κοινωνίες χωρίς την απαραίτητη τεχνολογία για την διάγνωση της εγκυμοσύνης, πολλές γυναίκες πίστευαν ότι εγκυμονούν, εμφανίζοντας όλα τα συμπτώματα, ακόμα και γεννώντας εικονικά ενίοτε. Στα περισσότερα ζώα το σύνδρομο προκαλείται από το ζευγάρωμα μ’ένα στείρο αρσενικό κατά την περίοδο του οίστρου. Τα κουνέλια ωστόσο λειτουργούν διαφορετικά από τα περισσότερα θηλαστικά· είναι προσαρμοσμένα για ταχύτατη αναπαραγωγή, ώστε να εξισορροπούν τις απώλειες απ’τους εχθρούς, έτσι δεν έχουν πλέον κύκλο οίστρου, απλώς στις 14 μέρες τις 12 είναι πιο δεκτικά, ενώ μπορούν να γονιμοποιηθούν οποτεδήποτε, αν και το χειμώνα η αναπαραγωγή είναι μειωμένη. Εκτός αυτού, όπως κι άλλα θηλαστικά, είναι επαγόμενοι ωορήκτες, δηλαδή έχουν ωορηξία μετά τη συνουσία, μεγιστοποιώντας τις πιθανότητες γονιμοποίησης οποτεδήποτε. Το ωχρό σωμάτιο παράγει προγεστερόνη για τη διατήρηση της κύησης για 12 ημέρες, μέχρι τον πλήρη σχιματισμό του πλακούντα. Έτσι, οποιοδήποτε ερέθισμα μπορεί να οδηγήσει σε ωορηξία, προκαλεί ψευδοκύηση. Κουνέλες που βρίσκονται κοντά σε αρσενικά ή και σε θηλυκά σπανιότερα, ή κουνέλες που συστεγάζονται με ευνουχισμένα αρσενικά ή με θηλυκά και ερεθίζονται απ’αυτά, αλά και μόνες κουνέλες, μπορούν να εμφανίσουν ψευδοκύηση. Πολύ σπάνια, συμπτώματα ψευδοκύησης όπως κατασκευή φωλιάς, αλλ’όχι στρώσιμο με γούνα, εμφανίζονται και σε νεαρά ευνουχισμένα αρσενικά, αν και η αιτιολογία τους δεν έχει μελετηθεί. Τα ωχρά σωμάτια των ωαρίων λοιπόν παράγουν προγεστερόνη, η οποία προετοιμάζει τους ιστούς της μήτρας και των μαστικών αδένων. Κατά τη δωδέκατη ημέρα, τα ωχρά σωμάτια ατροφούν, και οι ιστοί της μήτρας και των μαστικών αδένων αρχίζουν να επανέρχονται στη μη αναπαραγωγική κατάσταση. Μεταξύ της 15ης και της 18ης ημέρας, τα οιστρογόνα αυξάνονται σηματοδοτώντας στον εγκέφαλο το τέλος της κύησης, οπότε η κουνέλα ξεκινά τη μητρική συμπεριφορά. Επειδή τα επίπεδα των ορμονών είναι χαμηλότερα απ’αυτά μιας επιτυχούς γονιμοποίησης, τα συμπτώματα συχνά είναι ελαφρότερα. Η ψευδοκύηση μπορεί να γίνει χρόνια κατάστασει σε ορισμένες κουνέλες, προδιαθέτοντάς τες σε επιπλοκές όπως μαστίτιδα ή μόλυνση των γυμνών περιοχών του δέρματος μετά από την αφαίρεση του τριχώματος. Η αποτελεσματικότερη θεραπεία είναι η στείρωση. Πηγή. Η στείρωση επίσης θα προλάβει αναπαραγωγικούς καρκίνους της μεγαλύτερης ηλικίας, όπως του αδενοκαρκινόματος της μήτρας ή των μαστών. Τα κουνέλια ως ταχέως αναπαραγόμενα ζώα με μικρό προσδόκιμο ζωής στη φύση, δεν τέθηκαν υπό φυσική επιλογή να διατηρούν την υγεία τους στα γηρατιά. Εγώ δε στείρωσα τη δική μου κουνέλα, διότι φοβόμουν για την επέμβαση.
    Δεν ξέρω τι ακριβώς προκάλεσε την ψευδοκύηση της κουνέλας μου, αλλά μάλλον η παρουσία της κουνέλας του πατέρα μου δίπλα της στο διάστημα που ήταν εκεί, το οποίο ήταν πάνω από 12 ημέρες, σε συνδυασμό με τους αρκετούς μήνες χωρίς αναπαραγωγή και την αυξημένη της σεξουαλική διάθεση την άνοιξη, οδήγησαν στην ωορηξία. Μπορεί να ήταν και από τίποτα άλλο. Πάντως είναι η πρώτη φορά που πέρασε κάτι τέτοιο η κουνέλα μου. Η κουνέλα του πατέρα μου αντίθετα, που δεν έχει αναπαραχθεί ποτέ, πέρασε από τρεις ψευδοκυήσεις, δύο πέρσι και μία πρόπερσι.

Ceratophrys cranwelli 21/4/2015

Από την Τρίτη, 21 Απριλίου, είμαι ο κάτοχος ενός κερασφόρου βατράχου του Κράνγουελ (Ceratophrys cranwelli). Τον αγόρασα από το feeders.gr, ένα κατάστημα κατοικιδίων εξειδικευμένο στα ερπετά, στα αμφίβια και σε λοιπά εξωτικά ζώα, όπου μπορείτε να βρείτε προς πώληση τέτοια ζώα καθώς και ό,τι χρειάζεστε για τη διατήρησή τους. Είναι ένα είδος που έψαχνα για καιρό, αλλά είναι σχετικά σπα΄νιο στην Ελλάδα, όχι επειδή είναι σπάνιο στην αιχμαλωσία – είναι από τα κοινότερα αμφίβια -, αλλά απλώς διότι λίγοι Έλληνες έχουν αμφίβια σε σχέση μ’αυτούς που έχουν ερπετά, οι οποίοι πάλι λίγοι είναι. Γενικώς με εντυπωσιάζουν οι τεράστιοι βάτραχοι που μπορούν να φάνε οτιδήποτε, όπως οι συγκεκριμένοι, οι αφρικανικοί πυξικέφαλοι ή οι τεράστιοι φρύνοι, και είχα αποφασίσει ότι θα έπαιρνα κάποιον απ’αυτούς αν τον έβρισκα.
Για τους κερασφόρους βατράχους είχα γράψει παλαιότερα εδώ. Είναι τα 8 είδη που αποτελούν το γένος Ceratophrys (κερατόφρυς), της νοτιοαμερικανικής οικογένειας των κερατοφρυιδών (Ceratophryidae). Η οικογένεια περιλαμβάνει ακόμα δύο γένη, τα Chacophrys και Lepidobatrachus, με αρκετά κοινά χαρακτηριστικά, όπως θωράκιση, χερσαία διαβίωση, ικανότητα κατανάλωσης μεγάλων θηραμάτων και σαρκοφάγους γυρίνους, αν και μερικά είδη είναι υδρόβια, και μερικών οι γυρίνοι διατηρούν την προγονική χορτοφαγία. Όλα τα μέλη του γένους Ceratophrys είναι χερσαίοι, μεγάλοι βάτραχοι, με σχεδόν στρογγυλό σώμα, που έχει πλάτος περίπου όσο και το μήκος τους. Έχουν τεράστιο κεφάλι με στόμα πλατύ όσο και το κεφάλι, και δύο εξέχοντα μάτια ψηλά, από τα οποία το άνω βλέφαρο, όταν είναι ανοιχτά, είναι εξογκωμένο έχοντας την όψη μικρού κεράτου, πιθανόν για να σπάει το περίγραμμα του ζώου για καλύτερο καμουφλάζ. Είναι προσαρμοσμένοι για το σκάψιμο κι έχουν έντονα και ασυνήθιστα για αμφίβια οστεοποιημένο σκελετό, με επιπλέον οστέινες πλάκες κατά μήκος της σπονδυλικής στήλης συνενωμένες μ’αυτήν, και το δέρμα του κρανίου συνενωμένο με τα βαριά, ανάγλυφα οστά του για περαιτέρω προστασία. Είναι εξειδικευμένοι κυνηγοί μεγάλων θηραμάτων, με γλώσσα που μπορεί να μεταφέρει βάρος ίσο με τρεις φορές αυτό΄του βατράχου, και ικανότητα κατανάλωσης όσο και το μισό τους σώμα. Επειδή αντιμετωπίζουν μεγάλα, πιθανώς επικίνδυνα θηράματα, κι επειδή οι βάτραχοι αρχικά είχαν δόντια μόνο στην πάνω σιαγόνα, οι κερασφόροι βάτραχοι έχουν εξελίξει οδοντοειδείς αποφύσεις της κάτω σιαγόνας ως υποκατάστατα δοντιών, για να κρατάνε το θήραμα. Παρόμοιες δομές έχουν εξελιχθεί ανεξάρτητα και σε άλλους βατράχους με παρόμοιες διατροφικές συνήθειες. Κατά τις ξηρές περιόδους, θάβονται βαθιά στο έδαφος και πέφτουν σε νάρκη, με μια στρώσει παλιού δέρματος να τους προστατεύει από την αφυδάτωση σαν κουκούλι. Παρόμοια κουκούλια έχουν εξελιχθεί ανεξάρτητα σε άλους βατράχους που πέφτουν σε νάρκη με τον ίδιο τρόπο. Με την έναρξη της περιόδου των βροχών, οι βάτραχοι ξυπνούν και μεταβαίνουν σε προσωρινές λίμνες, όπου θ’αναπαραχθούν. Τα αρσενικά κωάζουν με έναν απλό τόνο, και κατά την αναπαραγωγική διαδικασία τα θηλυκά γεννούν πολλά αυγά, τα οποία τοποθετούν σε φυτά και άλλα αντικείμενα κάτω απ’το νερό. Οι γυρίνοι είναι σαρκοφάγοι και τρέφονται με οτιδήποτε μικρότερο μπορούν αν πιάσουν, συμπεριλαμβανομένων και μελών του είδους τους. Για ν’αποφύγουν επιθέσεις από άλλους γυρίνους και εχθρούς, οι γυρίνοι του γένους έχουν εξελίξει ηχητική επικοινωνία, κάνοντας τους από τους λίγους γυρίνους που χρησιμοποιούν ήχο. Μεταμορφώνονται γρήγορα, επειδή οι λίμνες όπου ζουν κινδυνεύουν να ξεραθούν, και συνεχίζουν τη ζωή τους ως μικροί μεγαφάγοι βάτραχοι, οι οποίοι μέσα σ’ένα χρόνο περίπου θα έχουν φτάσει σχεδόν στο τελικό τους μέγεθος. Ο δικός μου βάτραχος, ο C. cranwelli, είναι το μικρότερο (μήκους 9-13 εκ), αλά ανθεκτικότερο μέλος του γένους, ο οποίος κατάγεται από το Γκραν Τσάκο της Αργεντινής, της Βραζιλίας, της Παραγουάης και της Βολιβίας. Είναι ένας τόπος που καλύπτεται από αραιά δάση, θαμνότοπους και σαβάνες, με ξηρό υποτροπικό κλίμα. Το είδος έχει τα μικρότερα «κέρατα» του γένους.
Το βάτραχό μου λοιπόν τον πήρα γύρω στα 4 εκατοστά, και πιθανότατα γεννήθηκε και μεταμορφώθηκε φέτος. Είναι φυσιολογικού χρωματισμού, πράσινος με καφέ. Στο εμπόριο κυκλοφορούν επίσης και αλφικοί (albino) C. cranwelli, καθώς και ανοιχτόχρωμοι στο χρώμα της μέντας (mint). Το είδος, όπως και τα συγγενικά C. ornata και C. cornuta, είναι δημοφιλές στην αιχμαλωσία εξαιτίας της μοναδικής του μορφολογίας και συμπεριφοράς, καθώς και της ευκολίας διατήρησής του. Ως αδρανή ζωά, χρειάζονται μικρό χώρο αναλογικά με το μέγεθός τους, υπόστρωμα που σκάβεται εύκολα, αρκετή υγρασία ή ένα μπολ νερού σε περίπτωση που η υγρασία είναι χαμηλή, και θερμοκρασίες δωματίου ή λίγο υψηλότερες για τη δραστήρια περίοδο – κατά τη χειμερία νάρκη η θερμοκρασία και η υγρασία μπορούν να πέσουν χαμηλότερα. Θα κάθονται απλώς σ’ένα σημείο, φεύγοντας από εκέι μονο για να φάνε ή να αφοδεύσουν. Μπορούν να τρώνε τεράστιες ποσότητες τροφής αραιά.
Παρέλαβα το βάτραχο λοιπόν σ’ένα διάφανο πλαστικό κουτί με βρεγμένα χαρτιά, για να διατηρείται η υγρασία. Τον έβγαλα για να δω πώς είναι, και μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση το τεράστιο σε σχέση με το σώμα του κεφάλι και στόμα, και τα μάτια με τα πεταχτά βλέφαρα. Ήταν πολύ στρουμπουλός, αλλά στην ηλικία αυτήν μοιάζει ακόμα με τους δικούς μας βατράχους και φρύνους, εκ΄τος από τα παραπάνω σημεία. Το δέρμα του ήταν χαλαρό όπως σ’όλους τους βατράχους, αλά στο κεφάλι ήταν πιο σφιγμένο. Ακόμα δεν έχει αναπτυχθεί πλήρως η θωράκιση του είδους. Επίσης εντύπωση μου έκανε το μαλα΄κο δέρμα του, το οποίο περίμενα πιο σκληρό και σπυρωτό όπως των φρύνων, αφού είναι είδος που περνά το μεγαλύτερο χρόνο του στην ξηρά και χρειάζεται προστασία. Η ιδιομορφία του είδους ωστόσο ήταν εμφανής απ’την αρχή. Ο βάτραχος αυτός ήταν υπερβολικά αδρανής. Ίσως να μην έχω συναντήσει πιο αδρανές σπονδυλωτό ζώο απ’αυτόν. Καθόταν σε μια γωνία, ακριβώς στην ίδια θε΄ση για ώρες, εντελώς αδιάφορος για το περιβάλλον του. Δεν έδειχνε να παρατηρεί τίποτα. Απλώς όταν περνούσα από μπροστά του απότομα μπορεί να τρόμαζε, να έκανε μερικά πηδήματα προς κάποια γωνία, ή και να προσπαθούσε να σκαρφαλώσει μανιασμένα στο πλαστικό, πέφτοντας στο πλάι μετά από λίγο και παρατώντας την προσπάθεια. Όσο όμως ήταν κρυμμένος, δεν τον ένοιαζε τίποτα. Προφανώς ο εγκέφαλός του θα είναι αρκετά μικρότερος σε σχέση με άλλους βατράχους, οι οποίοι έτσι κι αλλιώς έχουν μικρούς εγκεφάλους. Επειδή λοιπόν το κουτί δε μου φάνηκε αρκετά μεγάλο αναλογικά με το μέγεθός του, αποφάσισα να τον κρατήσω εκεί. Όμως άρχισα ν’ανησυχώ. Πίστευα ότι το είδος είναι τόσο απλό στις ανάγκες του, που θα μπορούσε από΄την πρώτη μέρα να φάει ό,τι του έδινα, όπως δείχνουν και τα βίντεο στο youtube. Όπως είπα, ο εγκέφαλός τους είναι μικρός και το τι υπάρχει γύρω τους δεν τα νοιάζει και πολύ, γι’αυτό πολλοί τα διατηρούν μόνιμα σε υγρά χαρτιά ή και σε ρηχό νερό χωρίς καμία κρυψώνα, αλλά απ’ό,τι έμαθα αργότερα, οι μικροί βάτραχοι στρεσάρονται πιο εύκολα και καλό είναι να έχουν μέρος να κρυφτούν. Του έδωσα λοιπόν από την πρώτη με΄ρα κατσαρίδες κόκκινους δρομείς (Shelfordella tartara), τις οποίες δεν πείραξε. Επειδή με ανησύχησε πολύ αυτό, κι επειδή δεν είχα μεγάλη εμπειρία με το είδος, τον τάις ααναγκαστικά την επόμενη με΄ρα κομμάτια από γεωσκώληκες, τα οποία δε μπόρεσε να δεχτεί όλα. Τα πετούσε έξω με τα μπροστινά του πόδια ή με ανοιγοκλεισίματα του στόματός του. Μετά από λίγες προσπάθειες, σφράγισε το στόμα του εντελώς, και πλέον δεν άνοιγε με τίποτα. Δεν ήταν δύσκολο το άνοιγμα του στόματος του βατράχου όμως, αφού μόλις πίεσα τις δύο πλευρές του κεφαλιού του το άνοιξε, και μου έπιασε το δάχτυλο πολύ δυνατά, απ’όπου δεν έφυγε για λίγα δευτερόλεπτα. Ούτε με φυσήματα ούτε με κουνήματα με άφηνε. Ευτυχώς τώρα είναι μικρός και δεν έχει μεγάλη αυτοπεποίθηση για να δαγκώνει από μόνος του, γιατί όταν μεγαλώσει ίσως μας δαγκώσει! Το είδος αυτό έχει την τάση να δαγκώνει ό,τι βρίσκεται μπροστά του, είτε επειδή το μπερδεύει με τροφή είτε για να αμυνθεί, αλά μπορέι να πιαστεί από πάνω με ασφάλεια. Στη φύση δε διστάζουν να επιτεθούν σε ζώα πολύ μεγαλύτερά τους – για παράδειγμα μπορούν να δαγκώσουν τα χείλη αλόγων που πίνουν νερό, και να μείνουν κρεμασμένοι για ώρα από εκεί. Κάποια τέ΄τοια περιστατικά οδήγησαν τους κατοίκους των περιοχών να θεωρήσουν τους βατράχους αυτούς επιθετικούς, δηλητηριώδεις, ικανούς να πνίξουν άλογα και με λοιπά εξωφρενικά χαρακτηριστικά. Λίγο η σύνδεση των φρύνων με το δηλητήριο και τις μάγισσες στην Ευρώπη, λίγο η ικανότητά τους να καταπ΄΄ινουν αρκετά μεγάλα θηράματα σε σχέση με το μέγεθός τους, λίγο οι τυχόν παραδόσεις των Ινδιάνων εκείνων των περιοχών, δεν είναι πολύ δύσκολο να δημιουργηθούν τέτοιες δοξασίες σ’ένα λαό που μισεί τα αμφίβια και τα ερπετά.
Την ίδεια μερά μετά την επιβεβλημένη σίτιση, μετέφερα το βάτραχο σε ελαφρώς μεγαλύτερο κουτί με υγρά χαρτιά κουζίνας για υπόστρωμα. Επάνω έβαλα μερικα ξερά φύλλα φίκου για να κρύβεται από κάτω. Ο βάτραχος χώθηκε με΄σα στα χαρτιά και ηρέμησε. Το τερράριο το τοποθέτησα δίπλα στη λάμπα του γενειοφόρου μου δράκου, για να ζεσταίνεται από τη μια μεριά. Επειδή είχε πολύ φως, έκλεισα την επόμενη μέρα τις δύο πλευρές με χαρτιά μπρέιλ, και κράτησα το μεγαλύτερο ξερό φύλλο φίκου, το οποίο σκέπαζε τη γωνία όπου κρυβόταν. Ο Βάτραχος χωνόταν πίσω δεξιά, αρκετά κοντά στη ζέστη. Δημιουργούσε μια στρόγγυλη τρύπα στο χαρτί όπου καθόταν, και μισοχωνόταν από΄κάτω. Σε 4 μέρες, αφόδευσε. Τα κόπρανά του ήταν κανονικά. Άλλαζα το χαρτί κάθε μία ή δύο μέρες, όποτε άρχιζε να μυρίζει σαν ενυδρείο, για να μη συσωρευθούν πολλές τοξίνες στο χώρο του. Ιδίως σε υπόστρωμα χαρτιού ή σε ρηχό νερό, η αμμωνία από την αποσύνθεση των ούρων και των περιττωμάτων του βατράχου μπορεί να τον σκοτώσει γρήγορα, χωρίς πολλά συμπτώματα. Ένα από τα καλά του χώματος ως υπόστρωμα είναι ότι διαλύει αυτές τις τοξίνες σε πολύ μεγαλύτερη επιφάνεια, και έτσι δε χρειάζεται τόσο συχνά αντικατάσταση. Αν υπάρχουν καθαριστές όπως ισόποδα ή κωλέμβολα στο χώμα, και το χώμα είναι πολύ, ίσως δε χρειαστεί ποτέ αντικατάσταση, αν και ένα τέτοιο στήσιμο δεν είναι τόσο εύκολο γι’αυτούς τους μεγάλους βατράχους, παρά για μικρότερα είδη όπως poison dart frogs. Συνέχιζα λοιπόν να του ρίχνω τροφή, και κάποια από τα έντομα έλειπαν, οπότε μάλλον έτρωγε κάτι. Σε δύο μέρες ξανααφόδευσε αμέσως μόλις άλαξα τα χαρτιά, και τον παρατήρησα να επιστρέφει αμέσως στην κρυψώνα του.
Τελικά μια βδομάδα μετά την απόκτηση του βατράχου, αντικατέστησα το χαρτί με πιο φυσικό υπόστρωμα τύρφης και βρύων είδους σφάγνου, όπου θα μπορούσε να σκάβει. Γέμισα το τερράριο με δύο λίτρα τύρφη, και από πάνω έβαλα λίγες μάζες βρύων. Τα βρύα Sphagnum, τα οποία αγόρασα από΄το κατάστημα απ’όπου πήρα και τον βάτραχο, είναι πακεταρισμένα σε πλαστική συσκευασία, αποξηραμένα και πεπιεσμένα. Από την πλάκα απλώς σπάτε ένα κομμάτι, το βάζετε στο νερό και σε λίγα δευτερόλεπτα διαστέλλεται αρκετά. Τα βρύα είναι κίτρινα, οπότε μάλλον νεκρά, αν και δεν είμαι σίγουρος, μια ςκαι οι οργανισμοί αυτοί μπορούν να αντέξουν σχεδόν πλήρη ξήρανση του σώματός τους χωρίς συνέπειες. Μυρίζουν σαν άχυρο. Και την τύρφη από το ίδιο κατάστημα την πήρα, αλλα΄μπορείτε να την βρείτε επίσης σε πολύ μεγαλύτερες ποσότητες και με μικρότερο κόστος στα περισσότερα φυτώρια. Πρέπει να είναι καθαρή, ουδέτερη τύρφη, χωρίς προσθήκες ή λιπάσματα.
Από τότε ο βάτραχος βρήκε τη χαρά του. Έκανε αμέσως αυτό που έπρεπε, δηλαδή χώθηκε μέσα στο υπόστρωμα. Πλέον είχε την επιλογή να φύγει από τη ζέστη, και πήγε στην αντίθετη πλευρά. Πιθανόν οι θερμορρυθμιστικές ανάγκες αυτών των βατράχων έχουν υπερσυζητηθεί. Από τότε ποτέ δεν ξαναθάφτηκε κοντά στη λάμπα.
Επειδή ανησυχούσα πολύ, τον τάισα πάλι στο στόμα τρεις κατσαρίδες κόκκινους δρομείς κι ένα μελοσκούληκο (Galleria melonella). Τώρα όμως δεν έφαγε με το ζόρι. Δάγκωσε δυνατά το άκρο του εντόμου, και με λίγες καταπόσεις το εξαφάνιζε. Προφανώς ήθελε να φάει, αλλά για κάποιον λόγο δεν ένιωθε αρκετά άνετα για να φάει μόνος του. Την επόμενη μέρα θάφτηκε εντελώς κάτω απ’το έδαφος για ένα εικοσιτετράωρο, και ανησύχησα μήπως πήγαινε για νάρκη, παρότι η θερμοκρασία και η υγρασία ήταν υψηλές. Το απόγευμα της επόμενης μέρας ο βάτραχος ήταν πιο κοντά στην επιφάνεια. Επειδή έβρεχε, ήθελα να δω αν η βροχή ξαφνικά θα του ανέβαζε τη δραστηριότητα, έτσι τον έβγαλα έξω. Μόλις τον έφερα μέσα έφαγε μόνος του δύο κόκκινους δρομείς! Δύο μέρες μετά, έφαγε άλλους δύο. Εκείνη ήταν και η μέρα που τον έχασα. Βγάζοντάς τον λιγο έξω για να αφαιρέσω λίγα βρύα απ’το τερράριο, πήδηξε από το χέρι μου και χάθηκε. Έπρεπε να ψάχνω μισή ώρα στο δωμάτιο, ώσπου τον βρήκα πίσω από κάτι κλούβες με κρασιά, και πάλι προσπαθούσε να φύγει. Από το μέρος που μου έφυγε ως εκεί ήταν τρία μέτρα περίπου, οπότε οι βάτραχοι αυτοί μπορούν να μετακινηθούν σε κάποια απόσταση αν πραγματικά χρειάζεται. Η έγκαιρη εύρεσή του ήταν αναγκαία, μιας και στο ξηρό περιβάλλον του πατώματος υπήρχε ο κίνδυνος ν’αφυδατωθεί και να πεθάνει, εάν έμενε αρκετές ώρες έξω. Τον έβρεξα και τον επέστρεψα πίσω στο μικροπεριβάλλον του.
Πέντε μέρες πριν είχε τεράστια όρεξη, αφού έφαγε 4 κατσαρίδες Αργεντιν΄ής (Blaptica dubia) και 4 γιγάντια αλευροσκούληκα (Zophobas morio). Ένα πέμτπο που έβαλα δεν το έφαγε, και το βρήκα ζωντανό το πρωί της επομένης, το οποίο δόθηκε στο δράκο. Το βράδυ της ίδιας μέρας έφαγε ακόμα ένα αλευροσκούληκο. Από τότε η κοιλιά του είναι υπερβολικά γεμάτη, και ακόμα χωνεύει το τεράστιο γεύμα του. Χθες ωστόσο αφόδευσε και κάπως μου φαίνεται πως ξεφούσκωσε. Έχω την εντύπωση ότι μεγάλωσε λίγο από τότε που τον πήρα.
Η συμπεριφορά του είναι πολύ απλή, μπορώ να την χαρακτηρίσω υπερβολικά απλή, προσιδιάζουσα περισσότερο σε κυνηγετικό αρθρόποδο όπως αράχνη ή σκορπιό παρά σε σπονδυλωτό. Έχει διαλέξει το μπροστινό δεξιό μέρος του χώρου του για μόνιμο στέκι, όπου έχει σκάψει μια τρύπα. Μέχρι πρότινος την ημέρα θαβόταν βαθιά στην τρύπα του, αλά τώρα τελευταία απλώς έχωνε το κάτω μέρος του σώματός του εκεί. Σήμερα για κάποιον λόγο άλλαξε θέση, γιατί τον βρήκα εντελώς θαμμένο πίσω και λίγο δεξιά, αλλά δεν ξέρω κατά πόσο αυτό είναι προσωρινο΄ή μόνιμο. Ίσως έγινε διότι του διατάραξα το υπόστρωμα στην τρύπα του, επειδή αφόδευσε εκί. Το βράδυ συνήθως βρίσκεται στην επιφάνεια, είτε μπροστά απ’την τρύπα του, είτε στη μέση του τερραρίου, πιθανότατα περιμένοντας τροφή. Μετακινείται με δύο τρόπους: είτε με άλματα, όπως οι περισσότεροι βάτραχοι, που τα κάνει όταν διανύει μεγαλύτερη απόσταση, όταν βρίσκεται σεανοιχτό χώρο ή θέλει να διαφύγη από μια δυσάρεστη κατάσταση, είτε με βάδιση, όπως πολλοί φρύνοι και στεριανοί βάτραχοι, οπότε μπουσουλάει αργά και με τα τέσσερα πόδια, και συνήθως το κάνει όταν μετακινείται για λίγα εκατοστά μόνο ή σκαρφαλώνει ένα πολύ χαμηλό εμπόδιο. Είναι πολύ δύσκολο να ενοχληθεί αυτός ο βάτραχος. Ακόμα κι αν είμαι δίπλα του, δε θα μετακινηθεί καν. Μπορώ να τον αγγίξω ελαφρώς χωρίς να τον τρομάξω. Μπορώ για παράδειγμα ν’ακουμπήσω το μπροστινό μέρος του κεφαλιού του και μετά να ρίξω μπροστά του το έντομο, χωρίς να ενοχληθεί. Αν όμως πά ωνα τον σπρόξω ή να τον σηκώσω, θ’αντιδράσει αρνητικά. Μπορεί να στριφογυρίσει στο μέρος όπου βρίσκεται για να ξεφύγει, ή να επιστρέψει στην τρήπα του. Αν είναι στην τρύπα του θα προσπαθήσει να με διώξει κουνώντας τα άκρα του. Αλλιώς, αν τρομάξει αρκετά, μπορεί να πηδήξει, και αν συγκρουστεί με μια γωνία και είναι ακόμα πανικόβλητος, μπορεί να προσπαθήσει να σκαρφαλώσει γρήγορα από εκεί. Αν σ’αυτήν την φάση τον αγγίξω ή τον σπρώξω στο πίσω με΄ρος του, θα πηδήξει μπροστά. Έτσι πηδάνε όλοι οι βάτραχοι, αλά ο συγκεκριμένος πρέπει να ενοχληθεί αρκετά για να κουνηθεί. Αν τον σηκώσω ελαφρά, μπορεί να μην αντιδράσει στην αρχή. Αν όμως τον μετακινήσω μακριά ή γρήγορα, μπορέι να προσπαθήσει να φύγει ή να κατουρήσει για άμυνα. Το κατούρημα των βατράχων είναι κυρίως νερό, και σχεδόν άοσμο, διότι τα νεφρά τους δε μπορούν να παραγάγουν ούρα πυκνότερα απ’το νερό. Όταν τον επιστρέψω πίσω, αλλά τον έχω ακόμα στο χέρι μου, συνήθως δεν καταλαβαίνει ότι μπορεί πανεύκολα να βρεθεί στην ασφαλή τρύπα του, και γι’αυτό δε θα πηδήξει απ’το χέρι μου αν δεν τον σπρώξω, ακόμα κι αν το χώμα βρίσκεται λίγα εκατοστά χαμηλότερα. Όταν τελικά βρεθεί μέσα, μπορεί να πηδήξει λίγο πιο πέρα ή να μείνει στη θέση του. Όσο δύσκολα ενοχλείται τόσο εύκολα ηρεμεί ξανά. Έπειτα γίνεται πάλι απαθής, σαν να μην έγινε τίποτα. Ωστόσο σπάνια τον σηκώνω, κυρίως για να αλλάξω κάτι στο χώρο του. Άλλωστε ο χειρισμός δεν ωφελέι καθόλου τα αμφίβια και θα πρέπει να γίνεται μόνο όταν είναι απαραίτητο.
Αν και αρχικά δε σκόπευα να του δώσω όνομα, άτυπα τον λέω μπαλίτσα, και αν μας βγει θηλυκό, το οποίο ελπίζω, γιατί είναι λίγο μεγαλύτερο απ’το αρσενικό, θα κρατήσει αυτό το όνομα, αλλιώς πρέπει να του βρω άλλο.
Αυτό που περιμένω τώρα είναι να μεγαλώσει ο βάτραχός μου στο πλήρες του μέγεθος. Τότε θα μπορεί να τρώει και μικρά ψάρια, ποντίκια, μεγάλες κατσαρίδες, ακρίδες, σαλιγκάρια, μεγάλα σκουλήκια, και ότιδήποτε άλο μπορεί να μπουκώσει στο αβυσσαλέο στόμα του. Θεωρητικά θα μπορούσε να φάει το λοφιοφόρο γκέκο μου, μικρά κουνελάκια ή μικρούς γενειοφόρους δράκους, αλά δε θα έρθει ποτέ σε επαφή μ’αυτά για να τα φάει. Θα μείνει κλειδωμένος στο κουτάκι του, και για το καλό του και για το καλό τους!

Πηγή:
Defencenet

Τα όπλα των αγωνιστών του 1821
19:39
25/03/2015

Μεγάλη σημασία έδιναν οι αγωνιστές στον οπλισμό τους. Επρόκειτο για όπλα πρωτόγονα που απαιτούσαν σωματική ρώμη και γρήγορα αντανακλαστικά από τους χειριστές τους. Οι ονομασίες που τους έδιναν, όπως Nταλιάνι, Λαζαρίνα, Σισανές, μαρτυρούν την ιδιαίτερη σχέση που είχαν για τους κατόχους τους.
Τον δεσμό αυτό αλλά και την οικονομική κατάσταση του κατόχου φανερώνει ο τρόπος με τον οποίο διακοσμείται ο οπλισμός. Χάλυβας, χαλκός, χρυσός και φίλντισι, ασήμι, πολύτιμες πέτρες, δέρμα, ακόμη και μαργαριτάρια και κοράλλια ήταν τα διακοσμητικά υλικά σε λαβές τουφεκιών, γιαταγανιών και σπαθιών.
Εργαστήρια για την κατασκευή των όπλων υπήρχαν σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας, ιδιαίτερα όμως στην Ήπειρο και τα Άγραφα. Επίσης, στη Δημητσάνα, την Aρκαδία και το Mαυρίλο στη Φθιώτιδα κατασκευάζονταν πυρομαχικά. Αργότερα οι φιλέλληνες και ο οργανωμένος τακτικός στρατός προμήθευσαν τους αγωνιστές με σύγχρονα ευρωπαϊκά όπλα, Γαλλικής, Βελγικής, Ιταλικής και Ρωσικής προέλευσης.
Oι μνήμες της επανάστασης είναι πλέον αντικείμενα συλλογών και μουσειακά εκθέματα, ηρώα, αφίσες στους σχολικούς χώρους, λιθογραφίες, γραμματόσημα, ποιήματα και πεζογραφήματα. Έτσι τις γνωρίζουμε οι περισσότεροι. Είναι αυτονόητο ότι τα όπλα που διασώθηκαν έως σήμερα ήταν τα πολυτιμότερα, τα ανθεκτικότερα και μάλλον τα λιγότερο χρησιμοποιημένα στη μάχη.
Χαρμπί

Χρησιμοποιείται για το γέμισμα του όπλου , αλλά και ως λίμα για το τρόχισμα των σπαθιών.
Πιστόλα ή Μπιστόλα (ρόκες)

Κοντόκανο όπλο που χρησιμοποιήθηκε κατά την Επανάσταση από τους αγωνιστές του 1821. Ήταν μονόκανες και δίκανες. Τις δίκανες τις έλεγαν διμούτσουνες. Στην φωτογραφία είναι ασημένιες επίχρυσες πιστόλες (ρόκες) Τέλη 18ου αιώνα. Μήκος 58 εκ. Εξαιρετικό δείγμα Ηπειρώτικης αργυροχρυσοχοϊας στα όπλα. Είναι στολισμένες με αχιβάδες , κανόνια , πελέκεις , ακόντια , λάβαρα και φυτά. Οι μηχανισμοί πυροδότησης είναι ευρωπαϊκοί.
Τρομπόνι – τρομπόνια

Σε αντίθεση με τους στεριανούς οι Ελληνες Ναυτικοί δεν κρατούσαν τα καριοφίλια αλλά τα λεγόμενα Τρομπόνια .
Βραχύκαννα δηλαδή όπλα τα οποία έβαλλαν ταυτόχρονα πολλά μικρά σφαιρίδια μαζί . Όπλο με πλατιά κάνη με μηχανισμό πυριτόλιθου, διακοσμημένο με σταυροειδή ασημένια καρφάκια 1750-1800.
Καρυοφύλλι – καριοφίλι

Παλιό εμπροσθογεμές τουφέκι με μακριά κάννη, που είχε για την πυροδότησή του πυριτόλιθο. Το καριοφίλι διαθέτει μεγάλο κοντάκιο με κοίλο περίγραμμα στην πάνω και πλαϊνή πλευρά και ελαφρά κυρτό στην κάτω. Η κάνη είναι επιμήκης, σχεδόν κυλινδρική, σιδερένια με στόχαστρο. Κάτω από την κάνη αναπτύσσεται ο ξύλινος ξυστός, που στο εσωτερικό του δέχεται το σιδερένιο οβελό γεμίσματος του όπλου. Σχεδόν όλο το ξύλινο κοντάκιο καθώς και ο ξυστός καλύπτονται με ελάσματα μπρούντζου που φέρουν εγχάρακτη διακόσμηση με φυτικά κυρίως μοτίβα και ενώνονται με μικρά καρφάκια, φανερώνοντας τάση για καλλιτεχνική διακόσμηση του όπλου.
Πλατύ έλασμα περιβάλλει τη σκανδάλη, ενώ σώζεται καλά το σύστημα πυροδότησης του μπαρουτιού. Στη χειρολαβή υπάρχει κρίκος, προφανώς για το λουρί του όπλου. Την ονομασία του την οφείλει στο Βενετικό εργοστάσιο κατασκευής όπλων, «CΑRLΟ E. FIGLI» (Κάρλο και υιοί) το οποίο και κατασκεύασε το πρώτο καριοφίλι. Το καριοφίλι ήταν το κλασικό όπλο της ελληνικής επανάστασης του 1821. Με αυτό δοξάστηκε η κλεφτουριά. Έγινε ο αχώριστος σύντροφος κάθε κλέφτη, κάθε αρματολού. Από τον ήχο του αντηχούσαν οι απόκρημνες ελληνικές βουνοκορφές.
Οι πόλεις που το κατασκεύαζαν ήταν η Δημητσάνα και η Νάουσα. Η δημοτική μούσα ύμνησε το καριοφίλι όσο κανένα άλλο όπλο, το οποίο μεταχειρίστηκαν οι Έλληνες στους τίμιους αγώνες τους. Γνωστοί οι στίχοι που φανερώνουν την επιθυμία αλλά και τη δύναμη του λαϊκού αγωνιστή: «Θα πάρω το τουφέκι μου, τ’ άγιο το καριοφίλι».
Παλάσκες

Ασημένια περίτεχνη ηπειρώτικη παλάσκα με φυτικά θέματα, διακοσμημένη με την τεχνική Σαβάτ. Αρχές 19ου αιώνα. Οι αγωνιστές του 1821 φορούσαν γύρω από την μέση τους τις Παλάσκες στις οποίες τοποθετούσαν τα πολεμοφόδια τους. Μία μικρή μεταλλική ορθογωνική θήκη για τις τσακμακόπετρες των πυροβόλων όπλων τους και το «μεδουλάρι» .
Σελάχι

Δερμάτινο σελάχι με πιστόλες και μαχαιρακι. Το σελάχι ήταν ανδρική ζώνη-θήκη που φοριόταν με τις φορεσιές με φουστανέλα. Χρησιμοποιήθηκε αρχικά από τους οπλαρχηγούς της Επανάστασης και αργότερα από ορισμένους αστούς στην Πελοπόννησο, Στερεά Ελλάδα και Ήπειρο.
Μεδουλάρι

Ασημένιο μεδουλάρι (δοχείο λίπους) 19ος αιώνας. Το Μεδουλάρι είναι μεταλλική θήκη όπου φυλαγόταν το μεδούλι (λίπος) για την λίπανση των όπλων. Κρεμόταν από τη μέση, στερεωμένο στο σελάχι ή το ζωνάρι, συνήθως στην αριστερή πλευρά.
Σπάθη – Σπάθα

Χαρακτηριστική … είναι η «Aσήμω» (με το μαύρο φόντο) , η σπάθα του Oδυσσέα Aνδρούτσου (1788/89-1825), ο οποίος μετά το θρυλικό κατόρθωμα της Γραβιάς ανακηρύχθηκε αρχιστράτηγος της Aνατολικής Στερεάς, για να κατηγορηθεί στη συνέχεια από τους αντιπάλους του και να δολοφονηθεί στην Aκρόπολη της Aθήνας τον Iούνιο του 1825. Ενα απαραίτητο συμπλήρωμα του οπλισμού των αγωνιστών του 1821 ήταν η κυρτή ανατολικού τύπου ΣΠΑΘΗ , την οποία αναρτούσαν με μεταξωτά κυλινδρικά κορδόνια από τον ώμο τους ή σπανιότερα την αναρτούσαν με δύο λεπτά λουριά σε μία επίσης λεπτή δερμάτινη ζώνη την οποία φορούσαν στην μέση τους .
Επίσης : Οι σπάθες αποτελούσαν μέρος του οπλισμού των στρατιωτών μέχρι και τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο. Εντυπωσιάζει το σπαθί από την εποχή της Τουρκοκρατίας, με επιμήκη λάμα, κυρτή στη ράχη της ενώ στην κόψη είναι κοίλη και προς την αιχμή γίνεται κυρτή. Η λαβή αποτελείται από δυο τμήματα ξύλου που στο κάτω άκρο τους αποκτούν πλατιά, κυρτή επιφάνεια, εσωτερικά και εξωτερικά επίπεδη. Το κενό ανάμεσά τους καλύπτει ταινιωτό έλασμα από ατσάλι που φέρει εγχάρακτη διακόσμηση από κυματιστές γραμμές.
Το έλασμα αυτό συνεχίζεται και πάνω από την ξύλινη λαβή, καλύπτοντας ένα τμήμα πριν αρχίσει η λάμα. Στη βάση της λάμας, και στις δυο όψεις, υπάρχει διακοσμητικό εγχάρακτο έλασμα, σχεδόν τριγωνικό, του οποίου η μια πλευρά σχηματίζει καμπύλες πάνω στην ξύλινη λαβή.
Γιαταγάνι (Yatagan)

Είναι ένα είδος μεγάλης μαχαίρας, χωρίς φυλακτήρα στη λαβή , τουρκικής προέλευσης. Η λεπίδα του γιαταγανιού σχηματίζει κοίλη καμπύλη στο μέσο και κυρτή στην αιχμή. Πλατιά και καμπυλωτή προς το μέρος της αιχμής μάχαιρα ή σπάθη που χρησιμοποιήθηκε από τους Άραβες και τους Τούρκους.
Η χρήση του γενικεύτηκε κατά τη διάρκεια της Επανάστασης και αποτέλεσε απαραίτητο εξάρτημα του οπλισμού των Ελλήνων αγωνιστών.
Τμήμα ειδήσεων defencenet.gr

Από:
Newsbeast

Εντελώς απίθανοι βάτραχοι!
00:18 – Κυριακή, 19 Απριλίου 2015
Όταν η εξέλιξη των αμφίβιων μεθά και δεν ξέρει τι κάνει
Την ώρα που μιλάμε, αναρίθμητα είδη βατράχων και φρύνων του πλανήτη αντιμετωπίζουν μαζικές μειώσεις των πληθυσμών τους και είναι πλέον στα πρόθυρα της εξαφάνισης.

Οι λόγοι είναι λίγο-πολύ γνωστοί και οι περισσότεροι είναι αποτέλεσμα της δράσης του ανθρώπου, όπως η συρρίκνωση του φυσικού τους περιβάλλοντος και η κλιματική αλλαγή.

Οι χοροπηδηχτοί βάτραχοι αντιμετωπίζουν πλέον σοβαρά προβλήματα στην επιβίωσή τους και σε κάποια χρόνια πολλά είδη θα είναι παρελθόν. Και μιλάμε για πολλά σπάνια είδη, όπως αυτά δηλαδή που θα δούμε αμέσως, ό,τι πιο περίεργο έχει φτιαχτεί ποτέ σε όρους βατράχου.

Με γουρλωτά μάτια και τρόπο μετακίνησης μέσω μικρών πηδημάτων, το τετράποδο αμφίβιο δεν έχει πάντα την πρασινωπή μορφή με το οποίο το ξέρουμε στον τόπο μας, καθώς ο αναπάντεχος κύκλος της ζωής του καλεί πολλές φορές σε δραστικές μεταμορφώσεις. Κι έτσι καταλήγουμε με αυτά…

Βιετναμέζικος Βάτραχος των Βρύων

Τον λένε Theloderma corticale και επιδεικνύει ένα από τα πιο εντυπωσιακά και αποτελεσματικά καμουφλάζ σε ολόκληρο τον κόσμο των αμφίβιων: το ακανόνιστο σχήμα του δέρματός του και τα πολύχρωμα εξογκώματά του τον κάνουν να μοιάζει με ζωντανή λειχήνα! Για να ολοκληρώσει μάλιστα το μασκάρεμά του σε απλή βλάστηση, δεν έχει κανένα πρόβλημα να το παίξει ψόφιος κοριός όταν τρομάξει από την παρουσία αρπακτικού. Για τέτοιο θέατρο μιλάμε…

Μαρσιποφόρος Βάτραχος

Δεν εμπιστεύονται κανέναν και δεν είναι καθόλου διατεθειμένοι να αφήσουν τα παιδιά τους απροστάτευτα στην πρώτη διαθέσιμη λίμνη, γι’ αυτό και οι βάτραχοι της οικογένειας Hemiphractidae κουβαλούν τα αυγά και τους γυρίνους στην πλάτη τους! Δεν τα αφήνουν από τα μάτια τους και τα προστατεύουν καθ’ όλη τη φάση της ενηλικίωσης με τον ιδιαίτερο αυτό τρόπο…

Φρύνος του Σουρινάμ

Ο φρύνος με το ομολογουμένως παράξενο επιστημονικό όνομα Pipa pipa έχει τον τρόπο του στο να ανατρέφει τα παιδιά του: τα αυγά προστατεύονται μέσα σε μια ειδική σάρκινη κρύπτη στην πλάτη του θηλυκού. Αν και η επώαση των αυγών μέσα στο σώμα του δεν είναι το μόνο περίεργο με τον περιβόητο Φρύνο του Σουρινάμ. Πεπλατυσμένοι, ποικιλόχρωμοι και με εξογκώματα, περνούν άνετα για σαπισμένα φύλλα, την ίδια στιγμή που αντιλαμβάνονται τη λεία τους μέσω των ιδιαίτερων αισθητηρίων οργάνων σε σχήμα αστεριού που βρίσκονται στα ακροδάχτυλά τους. Αποκλειστικά υδάτινοι, μόλις και μετά βίας μπορούν να κινηθούν στη στεριά…

Μοβ Βάτραχος

Όταν ανακαλύφθηκε μόλις το 2003, άφησε άφωνη την επιστημονική κοινότητα, καθώς ο ινδικός αυτός βάτραχος φαίνεται να έχει ακολουθήσει τελείως διαφορετικό εξελικτικό μονοπάτι από κάθε άλλο «αδελφάκι» του. Ο Nasikabatrachus sahyadrensis περνά περισσότερους από 10 μήνες τον χρόνο κάτω από την επιφάνεια του εδάφους και τρέφεται με έντομα που ζουν υπογείως, βγαίνοντας από την κρυψώνα του μόνο και μόνο για να ζευγαρώσει κατά τη σύντομη περίοδο των Μουσώνων…

Χρυσός Φρύνος

Οι φωτογραφίες που απαθανατίζουν τον Bufo periglenes της Κόστα Ρίκα είναι ελάχιστες και δεν πρόκειται να δούμε ποτέ καινούριες, μιας και το είδος εξαφανίστηκε εντελώς αναπάντεχα στη δεκαετία του 1980. Πρωτοανακαλύφθηκε το 1966 και μέχρι το 1987 έμοιαζε ασφαλής, με τους βιολόγους να έχουν καταγράψει περισσότερους από 1.500 να ζευγαρώνουν σε λιμνούλες βρόχινου νερού.

Ένα χρόνο αργότερα όμως, η ίδια ομάδα επιστημόνων μπόρεσε να ξετρυπώσει μόλις έναν Χρυσό Φρύνο και πλέον το είδος αποτελεί παρελθόν (η μελέτη απέδωσε το ξαφνικό του τέλος σε ένα είδος μύκητα που προσβάλλει τα βατράχια, αλλά και στη ραγδαία κλιματική αλλαγή που προκαλεί το φαινόμενο του θερμοκηπίου). Όσοι πρόλαβαν πάντως να τον θαυμάσουν, μιλούν για το εκτυφλωτικό χρυσό του χρώμα (ή το ολοζώντανο πορτοκαλί), εντελώς μοναδικό στο ζωικό βασίλειο. Μόνο τα αρσενικά είχαν μάλιστα τον ξεχωριστό χρωματισμό, καθώς τα θηλυκά ήταν πολύχρωμα…

Βάτραχος-Βέλος

Όπως σε όλα τα είδη της φονικής οικογένειας των Oophaga, τα ζωντανά χρώματα του δέρματός τους λειτουργούν ως προειδοποιητικές πινακίδες στους επίδοξους θηρευτές ότι είναι εφοδιασμένα με ένα από τα πιο θανατηφόρα δηλητήρια του κόσμου! Και σαν να μη φτάνει αυτό, συνηθίζουν να καταβροχθίζουν αυγά, αν και δεν είναι ακριβώς αυτό που νομίζετε, αφού ακόμα και τα πιο επικίνδυνα ζώα έχουν τη γλυκιά πλευρά τους, αφού τόσο τα αρσενικά όσο και τα θηλυκά είναι στοργικότατοι γονείς.

Μετά το ζευγάρωμα, το θηλυκό αποδίδει μόλις 3-5 γονιμοποιημένα αυγά και μεταφέρει κάθε εκκολαπτόμενο γυρίνο σε δική του λιμνούλα, συνήθως μέσα στις κυπελλοειδείς βάσεις φυτών της Κεντρικής και Νότιας Αμερικής. Η μητέρα κάνει καθημερινά γύρους για να δει και να προστατεύσει τους γυρίνους της και αφήνει μη γονιμοποιημένα αυγά στις λιμνούλες τους ώστε να τραφούν. Την ίδια στιγμή, τα αρσενικά είναι επιφορτισμένα με το καθημερινό κουβάλημα νερού (αποθηκεύεται μέσα στα αναπαραγωγικά όργανά τους) ώστε να μην ξεραθούν οι λιμνούλες και στεγνώσουν τα νεογνά…

Βάτραχος-Χελώνα

Μοναδικό είδος μιας ολόκληρης κατηγορίας, ο Myobatrachus gouldii της Αυστραλίας είναι ακόμα πιο προσαρμοστικός από τον Μοβ Βάτραχο. Κι αυτό γιατί έχει προσαρμοστεί πλήρως σε μια ζωή που παραμοιάζει με του τυφλοπόντικα: σκάβει υπόγεια τούνελ και ορμά σε φωλιές τερμιτών, τις οποίες και ανοίγει τρυπώντας τες με το κωμικά μικρό του κεφάλι, καταβροχθίζοντας στη συνέχεια ό,τι βρεθεί στον δρόμο του. Αντί όμως να γονιμοποιείται στο νερό, όπως όλα τα άλλα είδη του γένους, ο Βάτραχος-Χελώνα αναπαράγεται στα λαγούμια του και τα μικρά του προσπερνούν τη φάση του γυρίνου, παραμένοντας στα αυγά τους μέχρι να πάρουν το γνώριμο σχήμα της ενήλικης ζωής!

Βάτραχος Γαστρικής Αναπαραγωγής

Άλλος ένας βάτραχος που μας έχει αφήσει χρόνους, το γένος Rheobatrachus περιλάμβανε μόλις δύο είδη βατράχων, γηγενών σε ένα μικρό τμήμα της ανατολικής Αυστραλίας. Εξαφανίστηκαν και τα δυο το 1983, παραμένοντας ωστόσο ένα από τα πλέον περίεργα είδη του πλανήτη, μιας και συνήθιζε να δίνει ζωή μέσα από το στόμα του! Ανατομικά ασυνήθιστα για βάτραχοι, τα δύο είδη εξελίχθηκαν διαφορετικά ακολουθώντας ιδιαίτερα εξελικτικά μονοπάτια, εντελώς ασυνήθιστα για αμφίβια, φτάνοντας στο σημείο να υιοθετήσουν μεθόδους αναπαραγωγής που δεν συναντώνται πουθενά αλλού στη Φύση (εκτός από μια χούφτα ειδών ψαριού).

Για μια περίοδο έξι εβδομάδων, το θηλυκό του αφανισμένου Γαστρικά Αναπαραγόμενου Βατράχου φιλοξενούσε στο στομάχι της αυγά και γυρίνους, εξαναγκάζοντας τον οργανισμό της σε δραστικές λειτουργικές αλλαγές: τόσο η πεπτική όσο και η διατροφική λειτουργία έπαυαν ολοκληρωτικά, την ίδια στιγμή που ακόμα και οι πνεύμονες συρρικνώνονταν ώστε να δώσουν χώρο στο ραγδαία αυξανόμενο μέγεθος του στομάχου!

Η απελευθέρωση των νεαρών βατράχων ήταν μάλιστα μια σταδιακή διαδικασία που έπαιρνε αρκετές μέρες, αν και δεν ήταν ασυνήθιστο σε περίπτωση ξαφνικής επίθεσης από θηρευτή να τα απελευθερώνει όλα μαζί σε ένα είδος εμετού, ως μια απέλπιδα προσπάθεια να σώσει τις ζωές τους. Ο βάτραχος που κυοφορούσε στο στομάχι και γεννούσε από το στόμα έπεσε θύμα της επιδημίας εξωτικών σπόρων (μυκήτων) που εξαπλώθηκε στην Αυστραλία στις αρχές της δεκαετίας του 1980, ως αποτέλεσμα της απρόσεκτης απελευθέρωσης στη Φύση μη γηγενών γυρίνων…

Τριχωτός Βάτραχος

Ο Trichobatrachus robustus έχει πάρει το όνομά του από την ομολογουμένως παράξενη συνήθειά του να αναπτύσσει τριχωτούς θύλακες αποκλειστικά κατά τη διάρκεια του ζευγαρώματος. Γεμάτες με μικροσκοπικά αιμοφόρα αγγεία, οι τρίχες αυτές πιστεύεται ότι βοηθούν το αρσενικό να εξάγει οξυγόνο από το νερό, στο οποίο και θα παραμείνει για μεγάλες χρονικές περιόδους προστατεύοντας τα βυθισμένα αυγά του.

Την ώρα που αυτό είναι από μόνο του ασυνήθιστο, ο εν λόγω βάτραχος διαθέτει και μια αποκρουστική αμυντική προσαρμογή που δεν συναντάται πουθενά αλλού στο ζωικό βασίλειο: όταν τον αιχμαλωτίσει ο θηρευτής, ο Τριχωτός Βάτραχος σπάει κυριολεκτικά τα κόκαλά του μόνος του και τα πιέζει κάθετα για να βγουν από το δέρμα του, ώστε οι εκτεθειμένες αυτές ακίδες να μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως μικροσκοπικά νύχια, δίνοντάς του έτσι ένα όπλο προστασίας. Μετά τη μάχη και αν επιβιώσει, τα «νύχια» αποσύρονται μέσα στο σώμα και οι πληγές επουλώνονται αξιοσημείωτα γρήγορα. Ένα είδος ζωικού Wolverine δηλαδή!

Ο τεράστιος προϊστορικός Βάτραχος-Διάβολος

Την ώρα που ο Τυραννόσαυρος Ρεξ συνέθλιβε με αδηφάγα όρεξη τα οστά της λείας του εκεί στα τέλη της Κρητιδικής Περιόδου, ένας ακόμα πελώριος θηρευτής έσπερνε τον τρόμο στα βαλτοτόπια του Μεσοζωικού Αιώνα σε μια γωνιά του πλανήτη που εκατομμύρια χρόνια αργότερα ο άνθρωπος αποκάλεσε Μαδαγασκάρη. Με μήκος στα 40 εκατοστά και βάρος στα 4,5 κιλά, ο προϊστορικός αυτός βελζεβούλης (Beelzebufo ampinga) ήταν μεγαλύτερος από κάθε άλλο βάτραχο που πέρασε ποτέ από τη Γη και τρομακτικότερος φυσικά: ο Beelzebufo διέθετε μικρές οστέινες προεξοχές στην πάνω γνάθο του που λειτουργούσαν σαν δόντια και καραδοκούσε στα λασπωμένα βαλτοτόπια της προϊστορίας περιμένοντας καρτερικά να περάσει η λεία του.

Και όταν λέμε λεία, μιλάμε ακόμα και για προσφάτως εκκολαπτόμενα δεινοσαυράκια! Οι παλαιοντολόγοι ανακοίνωσαν τα ευρήματά τους για τον Beelzebufo τον Φεβρουάριο του 2008, πάνω από δεκαετία δηλαδή από τη στιγμή που ανακαλύφθηκαν τα πρώτα απολιθώματά του…

Κουνελοχώρα

Χάθηκα λίγο αυτές τις μέρες, επειδή δεν είχα Ίντερνετ, επειδή κάποια καλώδια του ΟΤΕ από μια εκσκαφή σε δρόμο της γειτονιάς μου έπαθαν βλάβη κι έπρεπε να αντικατασταθούν, κάτι που ήταν δύσκολο, γιατί η βλάβη ήταν περίπλοκη. Αυτές τις μέρες λοιπόν έχουν μαζευτεί πολλά άρθρα που πρέπει να δημοσιεύσω, αλλά έχω ένα πρόβλημα: τα περισσότερα συνοδεύονται από πολλές φωτογραφίες που πρέπει ν’ανεβάσω, αλλά το ανέβασμα κάθε μίας θα επιβραδύνει και θα ζεσταίνει εκνευριστικά το προβληματικό υπολογιστάκι μου. Σκέφτομαι αν πρέπει να γράψω πρώτα το άρθρο και μετά να κάνω ξεχωριστό θέμα για τις φωτογραφίες. Μέχρι να έρθουν τα επομενα άρθρα, δείτε έναν περίπατο στην Κουνελοχώρα του Αττικού Ζωολογικού Πάρκου από έναν επισκέπτη. Θα πάω εκεί σε δύο μέρες, οπότε περιμένω να συναντήσω και τη μυθική Κουνελοχώρα. Υπάρχει τελικα΄ή είναι απλώς ένα όνειρο των απανταχού κουνελιών;

Γεια σας. Μετά από μια σύντομη απουσία, εξαιτίας της εκδρομής μου στη Βουδαπέστη (14-18 Απριλίου), επιστρέφω με ένα ακόμα βίντεο που επρόκειτο ν’ανέβει πριν. Στην Ουγγαρία όλα πήγαν καλά~ επισκεφθήκαμε όλα τα ιστορικά σημεία, το Δούναβη, καθώς και το μεγάλο ζωολογικό κήπο με πολλά και διάφορα είδη. Ένα δωμάτιο ήταν αφιερωμένο στα ιοβόλα φίδια, με πολλά και διάφορα είδη οχιάς, και δικά μας και εξωτικά, όπως η τεράστια οχιά γκαμπούν (Bitis gabonica), η χρυσωπή βλεφαριδωτή οχιά (Bothriechis schlegelii) και αρκετοί κροταλίες, ενώ από ελαπίδες υπήρχαν μια πράσινη μάμπα δυτικής αφρικής και μια μελανόλευκη κόμπρα (Naja melanoleuca), τα οποία όμως ήταν κρυμμένα και δεν τα είδα. Τα μόνα μη ιοβόλα ήταν ένας βυρμανέζικος πύθωνας (Python molurus bivittatus) κι ένας ταπιτοπύθωνας (Morelia spilota). Φωτογραφίες θ’ανεβάσω προσεχώς.
Με οχιά έχει να κα΄νει κι αυτό το άρθρο, καιμάλιστα από τις πιο επικίνδυνες. Αν και δε συναντάται τόσο συχνά όσο οι κόμπρες κοντά σε κατοικημένες περιοχές, είναι πολύ ευπροσάρμοστο είδος και μπορεί να επιβιώσει είτε σε φυσικά είτε σε ανθρωπογενή ενδιαιτήματα σε χώρες της Νότιας και Νοτιοανατολικής Ασίας και νησιών του Ινδικού. Είναι η οχιά του Ράσελ, (Daboia russelii), που αποκαλείται με μπλακχιουμοριστική διάθεση και φίδι που σε ξανακάνει παιδί. Φτάνει συνήθως τα 1,2 μέτρα, με ρεκόρ τα 1,66 μέτρα. Είναι σχετικά λεπτή για οχιά, και μολονότι ανήκει στις εχιδνίνες, έχει εξελίξει θερμοανιχνευτική ικανότητα ανεξάρτητα από τις κροταλίνες, όπου ανήκουν και οι κροταλίες, αν και δεν είναι τόσο ανεπτυγμένη. Οι μικρές τρέφονται με σαύρες και οι μεγαλύτερες κυρίως με τρωκτικά, αλά μπορούν να φάνε σχεδόν οτιδήποτε, ακόμα και μεγάλα αρθρόποδα. Οι μεγάλες είναι αρκετά νωχελικές, αλά αν ενοχληθούν κατ’εξακολούθηση θα διπλωθούν μαιανδρικά, θα σηκώσουν λίγο το μπροστινό μέρος του σώματός τους, θα συρίξουν και μετά θα δαγκώσουν. Οι μικρότερες είναι πιο νευρικές και επιθετικές.
Το δηλητήριό τους είναι κυρίως αιμοτοξικό, με ελαφρές ιστοτοξικές ιδιότητες, που περιορίζονται σε τυχόν επιφανειακή νέκρωση των ιστών στο σημείο του δήγματος. Άμεσα συμπτώματα του δαγκώματος είναι πόνος, οίδημα, και στη συνέχεια αίμα στα ούλα, στο φλέγμα και στα ούρα, πτώση της κυκλοφορικής πίεσης και του καρδιακού ρυθμού, φουσκάλες στο σημείο του δαγκώματος και οίδημα που μπορεί να επεκταθεί και στον κορμό από ένα άκρο. Το 25-30% των δηχθέντων παθαίνει νεφρική ανεπάρκεια. Σε σοβαρές περιπτώσεις ο ασθενής μπορεί να πάθει γενικευμένη ενδοαγγειακή θρομβοπάθεια, κάτιτ που συχνά είναι θανάσιμο. Υπάρχει αντιοφικός ορός, αλλά πολλοί άνθρωποι δαγκώνονται σε δυσπρόσιτα ή υπανάπτυκτά μέρη, όπου η πρόσβαση στα νοσοκομεία είναι δύσκολη.
Στο 29% λοιπόν των περιπτώσεων των επιζησάντων του δαγκώματος χωρίς θεραπεία παρατηρείται κάτι παράξενο. Είτε σύντομα είτε μήνες αργότερα, οι ασθενείς αυτοί εμφανίζουν συμπτώματα υποϋποφυσισμού όπως υποθυραιοειδισμό, μείωση των τριχών του σώματος, μειωμένη λιμπιντο κ.ά. Ο επίκτητος αυτός υποϋποφυσισμός ίσως οφείλεται σε θρόμβο ο οποίος φράζει τις μικροαρτυρίες της υπόφυσης, αν και ο λόγος που οι θρόμβοι προσβάλλουν το συγκεκριμένο σημείο δεν είναι γνωστός. Η υπόφυση αποτελείται και από νευρικό και από αδενικό μέρος, και παράγει βασικές ορμόνες που επηρεάζουν την έκκριση άλλων, άμεσα λειτουργικών ορμονών από ενδοκρινείς αδένες του σώματος όπως τον θυραιοειδή, τα επινεφρίδια και τους γονάδες. Χωρίς θεραπεία ορμονικής αντικατάστασης, ο ασθενής θα περάσει από μία αντίστροφη εφηβία και θα επανέλθει σε κατάσταση ανάλογη της παιδικής ηλικίας.
Το δηλητήριο χρησιμοποιείται στη διαγνωστική για τη θρόμβωση του αίματος εξαιτίας της θρομβωτικής ικανότητάς του.
Στο παρακάτω βίντεο επιστήμονες αρμέγουν το δηλητήριο από οχιές του Ράσελ, και στη συνέχεια ρίχνουν μία σταγόνα δηλητηρίου σ’ένα ποτήρι ανθρώπινο αίμα – ένας ακόμα λόγος για να μη δίνουν οι μάρτυρες του Ιεχωβά το πολύτιμο αίμα τους. Σε λίγα δευτερόλεπτα το αίμα πήζει σε ζελέ!

Όταν ο θειοκυανικός υδράργυρος Hg(SCN)2, ο οποίος βρίσκεται σε κατάσταση στερεάς σκόνης, αναφλέγεται, δημιουργεί ένα περιελισσόμενο πύρινο φίδι με αχνή γαλάζια ή κιτρινοπορτοκαλί φλόγα. Στο τέλος μένει ένα ελαφρύ στερεό στο σχήμα του φιδιού χρώματος ανοιχτού καφέ έως σκούρου γκρι του γραφίτη, και σκουρότερο στο εσωτερικό. Ο θειοκυανικός υδράργυρος ανακαλύφθηκε από το γνωστό χημικό Γιονς Γιάκομπ Μπερζέλιους το 1821, και τον ίδιο χρόνο ο Wöhler ανακάλυψε την πυροτεχνική του ιδιότητα. Σήμερα έπαυσε να χρησιμοποιίται, έπειτα από΄δηλητηριάσεις και θανάτους παιδιών που έφαγαν το στερεό. Ανταυτού χρησιμοποιούνται ακίνδυνες ενώσεις όπως διττανθρακικό νάτριο ή μίγμα λαδιού λιναρόσπορου με ναφθαλίνες για το φαινόμενο του φιδιού του Φαραώ, που όμως δε δίνουν το ίδιο αποτέλεσμα με την τοξική υδραργυρούχο ένωση. Σήμερα χρησιμοποιείται κυρίως για τη σύνθεση του τρισθειοκυανικού καλίου και του τρισθειοκυανικού καισίου, ενώ επίσης αντιδρά με τα ιόντα χλωρίου σε υδατικα διαλύματα, γι’αυτό χρησιμοποιείται για την ανάλυση των επιπέδων χλωρίου στο νερό.

Το βρήκα ψάχνοντας με τη λέξη «κούνελος» στο Γκουγκλ. Απίστευτο, κι όμως αληθινοό και τραγικό. Συνέβη στη Βρετανία τον Απρίλιο του 2014.

Από:
Newsbomb

24 Απριλίου 2014 18:01

ΝΤΥΘΗΚΕ ΚΟΥΝΕΛΟΣ ΚΑΙ ΜΑΧΑΙΡΩΣΕ ΤΟΝ ΕΡΑΣΤΗ ΤΟΥ ΠΡΩΗΝ ΣΥΝΤΡΟΦΟΥ ΤΟΥ!

ινή φυλάκισης εννέα χρόνων επέβαλε βρετανικό δικαστήριο σε έναν 46 ετών άνδρα, ο οποίος ντύθηκε κούνελος και μαχαίρωσε τον εραστή του πρώην συντρόφου του!

Ο Mark Pritchard, μάλιστα, είχε και σχέδιο αφού έφθασε στο σπίτι του πρώην φίλου του Lee Corbin, στο Μπρίστολ, κρατώντας τριαντάφυλλα και ερωτικά γράμματα, παριστάνοντας ότι είναι ένα ρομαντικό δώρο για τον νέο εραστή του! Σαν να μην έφθανε αυτό, έπεισε το θύμα, Martin Williams, να ξαπλώσει στο κρεβάτι με δεμένα τα μάτια, περιμένοντας για «κάποιο θησαυρό», πριν προσπαθήσει να τον αναισθητοποιήσει με ένα μαντήλι βουτηγμένο σε χλωροφόρμιο!

Όταν ωστόσο το γούνινο κεφάλι του κοστουμιού βγήκε κατά τη διάρκεια του καυγά τους, ο Pritchard άρχισε να μαχαιρώνει το θύμα θολωμένος από «ζηλότυπη οργή», σύμφωνα με τον δικαστή.

«Ο κατηγορούμενος έφθασε στο σπίτι ντυμένος στα μαύρα και φορώντας ένα μεγάλο κεφάλι κουνελιού. Είχε μαζί του τριαντάφυλλα και άλλα δώρα, ενώ οι προσπάθειές του να πείσει τον Williams ότι ήταν ένα ρομαντικό δώρο από τον εραστή του ήταν πολύ πειστικές. Το θύμα ακολούθησε τις οδηγίες των γραμμάτων του Πρίτσαρντ», τόνισε ο εισαγγελέας, συμπληρώνοντας: «Μετά από μάχη, ο Williams μαχαιρώθηκε στο ισχίο και στο λαιμό. Ο Pritchard στη συνέχεια τον μετέφερε κάτω στο σαλόνι, όπου ο Williams τον παρακάλεσε να τον βοηθήσει, λέγοντάς του ότι αλλιώς θα πεθάνει».

Όπως αποκαλύφθηκε μάλιστα στο δικαστήριο, κατά τη διάρκεια της τρομακτικής επίθεσης, το θύμα έστειλε ακόμη και μήνυμα στον Λι για να διακόψουν τη σχέση τους, σε μια προσπάθεια να κατευνάσει την οργή του Pritchard.

Ο τελευταίος όμως εγκατέλειψε αιμόφυρτο τον Williams, δίνοντάς του ωστόσο πετσέτες για τις πληγές του. Παρόλα αυτά συνελήφθη την ίδια ημέρα, ενώ αποδείξεις από τα δώρα, αλλά και το κοστούμι λαγού βρέθηκαν στο αυτοκίνητό του…

Ο ίδιος δήλωσε ένοχος, γλιτώνοντας 4 επιπλέον χρόνια κάθειρξης.

Και ο εραστής του πρώην συντρόφου του όμως ήταν πολύ ευκολόπιστος. Ποιος θα εμπιστευόταν έναν περίεργο τύπο, που στο παρελθόν είχε σχέση με τον/την σύντροφο ενός, ντυμένο κουνελάκι να έρχεται με υπερβολικά καλές διαθέσεις;
Και για να προλάβω τους σχολιαστές, δεν πιστεύω ότι ο σεξουαλικός τους προσανατολισμός είχε να κάνει με το συμβάν. Αυτό θα μπορούσε να γίνει θεωρητικά σε οποιονδήποτε αρκετά καλοπροαίρετο, αν έμπλεκε με τέτοιο τρελό άτομο.

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 35 other followers