Latest Entries »

Οι διαφωτιστές φιλόσοφοι θεωρούσαν σκοπό της εξουσίας να υπηρετεί το λαό. Όποτε η εξουσία δεν επιτελούσε το σκοπό της, ήταν νόμιμο ο λαός να διαμαρτυρηθεί ή και να την ρίξει. Τα μεταγενέστερα δημοκρατικά καθεστώτα ιδρύθηκαν, θεωρητικά τουλάχιστον, με βάση αυτήν την αρχή. Οι Διαχειριστές του Reptiles Greece δε φαίνεται να παρακολούθησαν αυτήν την κοσμοϊστορική αλλαγή όμως, αφού εξακολουθούν να κάνουν κατάχρηση εξουσίας κατά ορισμένων ταπεινών μελών του φόρουμ.
Ενώ λοιπόν το λογικό σε ένα φόρουμ είναι ο διαχειριστής (admin) να προστρέχει σε κάθε πρόβλημα των μελών του και να το διορθώνει στο άψε σβήσε, στο Reptiles Greece το σύστημα λειτουργεί διαφορετικά και έχει να κάνει με το πόσο σε συμπαθούν οι διαχειριστές. Αν είσαι δικός του σώζεσαι, ενώ διαφορετικά, αν δηλαδή τους έχεις δημιουργήσει πρόβλημα στο παρελθόν, στο πυρ το εξώτερο. Έτσι έγινε και μ’εμένα φέτος το Μάιο, όταν είχα πάθει εκείνο το πρόβλημα με τον ιό στον υπολογιστεί και κάτι μπλόκαρε και δε μπορούσα να χρησιμοποιήσω τον κωδικό πρόσβασης για το φόρουμ. Αντί να ψάχνω περίπλοκες λύσεις, σκέφτηκα ότι το ευκολότερο και απλούστερο πράγμα που θα μπορούσα να κάνω για να ξαναμπώ στο φόρουμ είναι ν’αλλάξω κωδικό. Όμως η σελίδα της αλλαγής του κωδικού ήταν κάπως δύσκολη, μιας και συν τοις άλλοις το φόρουμ δεν είναι πλήρως προσβάσιμο, κι έτσι ζήτησα τη βοήθεια του αντμίν εν ενεργεία, ο οποίος τυγχάνει να είναι και ο πιο δύσκολος των τριών και με ιστορικό αντιπαραθέσεων μαζί μου. Φωνή βοώντος εν τη ερήμω. Δε λάμβανα απαντήσεις, ή μου έλεγε ότι θα λυθεί το πρόβλημα στο μέλλον. Το πρόβλημα αυτό συνέχισε για περίπου ένα μήνα – ναι, για τόσο! Και ο αντμίν δε φαινόταν να λύνει το απλούστατο αυτό πρόβλημα. Τελικά του έδωσα να καταλάβει ότι αυτό που κάνει είναι απαράδεκτο, κι ότι αν πραγματικά δε με ήθελε στο φόρουμ, θα μπορούσε να μου κλείσει το λογαριασμό, επειδή αυτό θα ήταν πιο αξιοπρεπές για μένα, αντί να περιμένω χωρίς πρόσβαση. Μετά μου είπε κάτι δικά του ότι δεν κλείνει ποτέ λογαριασμούς από αίτημα των μελών κλπ, και μου τον έφτιαξε, βάζοντάς μου έναν άκρως υβριστικό κωδικό πρόσβασης, τον οποίο για ευνόητους λόγους δε δημοσιεύω εδώ, τον οποίο όμως ούτε σκοπεύω να αλλάξω, αφού είναι κρυφός και δεν επηρεάζει κανέναν.
Η φτηνή δικαιολογία για την απαράδεκτη αυτήν καθυστέρηση ήταν ο λίγος χρόνος. Θυμηθείτε ότι στο φόρουμ αυτό προς το παρόν δεν υπάρχει ούτε ένας, ούτε δύο, αλλά τρεις διαχειριστές, και όπως και με το παράπονό μου την προηγούμενη φορά, όταν ένα τρολ με έβριζε χωρίς έρεισμα και δεν έσβηναν τις δημοσιεύσεις του, το επιχείρημά τους για την ολιγωρία τους είναι ο λίγος χρόνος. Εάν δεν προλαβαίνετε να διαχειριστείτε ένα φόρουμ που έχει καταντήσει να έχει περίπου μια ντουζίνα ενεργά μέλη, τότε μάλλον ψεύδεστε. Έτσι και στην συγκεκριμένη περίπτωση, ενώ ο εν λόγω αντμίν δεν είχε χρόνο για ενός λεπτού υπόθεση, εξακολουθούσε να γράφει στο φόρουμ κι επίσης επιδιόρθωσε το λογαριασμό ενός άλλου μέλους. Οπότε πρόκειται καθαρά για θέμα αντιπάθειας προς εμένα. Εάν όμως από την άλλη πράγματι δεν έχουν χρόνο, είμαι πάντοτε πρόθυμος να γίνω κι εγώ αντμίν και να βοηθήσω στο λειτούργημά τους. Σίγουρα εγώ θα έσωζα το ετοιμοθάνατο αυτό φόρουμ.

Και λέγοντας για ετοιμοθάνατο φόρουμ, απ’ό,τι φαίνεται το κατάλαβαν και οι ίδιοι το σοβαρό αυτό πρόβλημα. Με τη συμπεριφορά τους έδιωξαν αρκετά πιθανά νέα μέλη, ενώ και οι ίδιοι δε φαίνεται να προσπαθούν ιδιαίτερα να αναζωογονήσουν το φόρουμ, φέρνοντας μέσα νέα μέλη. Για παράδειγμα είναι το μόνο φόρουμ που ξέρω, όπου αν χάσεις ζώο, αντί να σε ενθαρρύνουν να το βρεις, σε κατακρίνουν. Ένα μέλος είχε δύο καλαμποκόφιδα και <τα έχασε προσωρινά,, και δέχτηκε έντονη κριτική γι’αυτό. Ούτε αυτός δεν ήταν σωστός, αλλά δεν πιστεύω ότι άξιζε την αποβολή που του δόθηκε. Τελικά τα φίδια τα πούλησε. Όταν εγώ έπειτα έχασα το κηλιδωτό γκέκο του Τουρκμενιστάν (Eublepharis turcmenicus) δύο φορές – το έχω χάσει ακόμα μία στιγμιαία, αλά δεν έγραψα γι’αυτό στο φόρουμ -, αντιμετώπισα απευθείας θύελλα κριτικών και προσβολών. Όλη η συζήτηση επικεντρωνόταν στο πώς το έχασα, που υποτίθεται υποδηλώνει ότι έκανα κάποιο τραγικό λάθος, παρά σε κάτι πιο εποικοδομητικό όπως πώς να το βρω ή πώς να μην το ξαναχάσω. Η αλήθεια είναι ότι το έχασα επειδή υποτίμησα τα αντανακλαστικά του και την ταχύτητά του, επειδή οι περισσότερες ιστοσελίδες χαρακτηρίζουν τα γκέκο αυτά ως αργοκίνητα και ανεκτικά με τους ανθρώπους, χωρίς να λένε ότι αν τρομάξουν μπορούν να φύγουν σαν αστραπές – σημειωτέον αυτό είναι και το όνομα του συγκεκριμένου γκέκο γι’αυτόν το λόγο. Μετά το περιστατικό, άρχισα να αντιμετωπίζω διάφορα μικροπροβλήματα, όπως τις συνεχείς απαντήσεις ενός μέλους ονόματι τσακ μπαμ, ο οποίος πρόσθετε συνήθως άνευ ουσίας ή και υποτιμητικά και υβριστικά σχόλια χωρίς να γνωρίζει πλήρως το θέμα της συζήτησης και ήταν ανεκτός από τους διαχειριστές. Υποψιάζομαι ότι ταυτίζεται με το αιώνιο τρολ του ιστολογίου, το οποίο φροντίζω να μην περνά από το τείχος της έγκρισης, αν και κάποιοι λογαριασμοί του είναι εγκεκριμένοι. Μετά λοιπόν, όταν άνοιξα το θέμα για το rosy boa (Lichanura trivirgata) στη συλλογή μου, δεν απάντησε κανείς. Πραγματικά κανείς, μόνο ο άχρηστος ο τσακ μπαμ και ο αντμίν για να ηρεμήσει τα πνεύματα προληπτικά. Ίσως σ’αυτό να φταίει ότι ήταν καλοκαίρι και όσοι θα απαντούσαν έλειπαν, αλλά τουλάχιστον αυτό σημαίνει ότι από τους διαχειριστές δεν υπάρχει υποστήριξη. Έχουν ήδη παγιωμένες απόψεις που δε μπορώ να τις αλλάξω με οποιοδήποτε επιχείρημα. Ακόμα και τώρα, θυμούνται παλιότερα λάθη που είχα κάνει και τα πετάνε κάθε φορά που βρισκόμαστε σε διαφωνία.

Με τέτοιο κλίμα λοιπόν, ποιος θα θελήσει να μπει στο φόρουμ; Πολλοί μου έχουν πει ότι δεν εγγράφονται, γιατί η ατμόσφαιρά του είναι τοξική. Οπότε δεν είναι κάτι παράξενο που το φόρουμ βρίσκεται σε μαρασμό. Για να ζωντανέψουν λοιπόν την κοινότητα, οι διαχειριστές/ομάδα υποστήριξης σκέφτηκαν έναν ιδιαίτερα «έξυπνο» τρόπο να την ζωντανέψουν• ανεβάζοντας θέματα με φωτογραφίες των νέων τους project, τα οποία, αν και ενδιαφέροντα και ενδεικτικά του ύψους που έχουν φτάσει το χόμπι, δεν απευθύνονται στο μέσο Έλληνα ερπετοχομπίστα, ο οποίος δε μπορεί παρά να λάβει θέση παρατηρητή. Οι υψηλή κάστα του φόρουμ έχει ανεβεί ψηλά στη θρυλική κλίμακα του μεγαλύτερου, σπανιότερου, επιθετικότερου, τοξικότερου (bigger, rarer, meaner, hotter) με είδη όπως βαράνους, ηλοδέρματα, ιοβόλα φίδια κλπ, τα οποία, είτε λόγω επικινδυνότητας, είτε λόγω υψηλού κόστους ή και τον δύο είναι απρόσιτα για το μέσο χομπίστα. Έτσι αυτό που γίνεται συνήθως σε τέτοια θέματα είναι ν’ανεβάζει ένας φωτογραφίες, και όλοι οι οπαδοί από κάτω να τον επευφημούν για το πόσο θεός ή γαμιάς είναι, γεμίζοντας σελίδες ολόκληρες. Φυσικά, τέτοια δημοσιεύματα αναμφίβολα δείχνουν πόσο προχώρησε το χόμπι στην Ελλάδα, αλλά το χόμπι δεν είναι μόνο αυτά. Ένα νεοεισερχόμενο μέλος μπορεί να τα δει και να νιώσει κατώτερο ή εκτός χώρου, εάν οι μόνες ενεργές συζητήσεις είναι αυτές. Γίνονται επίσης συζητήσεις ουσιαστικά άνευ περιεχομένου, πάνω σε λεπτομέριες λεπτομερειών. Χαρακτηριστικά, υπήρχε θέμα τριών σελίδων όπου συζητούνταν τα θετικά και τα αρνητικά της απόψυξης τρωκτικών με διάφορους τρόπους, όπου συζητήθηκαν πράγματα όπως ποια τεχνική είναι καλύτερη για να μη σκάει το ποντίκι ή αν με την τάδε ή τη δείνα τεχνική χάνει θρεπτικά συστατικά κι άλλες ψευδοεπιστημονικές μπαρούφες, συζήτηση που γρήγορα άγγιξε τα όρια της προσωπικής διαμάχης. Στο τέλος, η συζήτηση θύμιζε περισσότερο τον ανταγωνισμό μεταξύ δύο καταστημάτων παρά κάτι αρμόζον σε ένα φόρουμ. Μία άλλη φορά, ένα νέο μέλος ετοιμαζόταν για την απόκτηση ενός Varanus exanthematicus, και οι διαχειριστές τον βοήθησαν σχετικά με τη διαρρύθμιση του χώρου του. Μεγάλο μέρος της συζήτησης κατέλαβε το υλικό της κρυψώνας ςτου ζώου, με τη μία πλευρά να υποστηρίζει ότι ο φελλός είναι επικίνδυνος, γιατί μπορεί να βγάλει η σαύρα τα νύχια της, λες και είναι πλέι μομπίλ, και με την άλλη ότι ο σωλήνας pvc είναι εντελώς λείος, οπότε το ζώο θα γλιστράει και θα στρεσάρεται, λες κι έπεσε μέσα σε καμία τρύπα που δε μπορεί να βγει! Εντάξει, δεν είναι κακό η συζήτηση για μικρολεπτομέρειες, άλλωστε αυτό δείχνει έναν σωστό, ευσυνείδητο και παρατηρητικό χομπίστα, αλλά η εμμονή σε μικρά πράγματα που στο τέλος δεν έχουν σημασία για μεγάλο μέρος ενός θέματος υποδηλώνει την απουσία ουσίας στη συζήτηση.

Και τι έγινε τώρα τελευταία, ώστε να δημοσιεύσω εδώ το παράπονό μου; Ήταν λοιπόν ένα νέο μέλος, το οποίο ζητούσε ένα φίδι, είτε καλαμποκόφιδο είτε βασιλικό πύθωνα, μαζί με teratorium για να διαμένει, κι εγώ απλώς τον ρώτησα τι σημαίνει το teratorium. Πιθανόν το terrarium εννοούσε, αλλά δεν ήξερε πώς ακριβώς λέγεται. Εγώ όμως έπρεπε να τον ρωτήσω, γιατί θα μπορούσε να εννοεί κάτι άλλο. Και αν δεν ήταν τόσο προετοιμασμένος κι έπαιρνε κάτι, θα μπορούσε να το βλάψει εν αγνοία του. Εν ολίγοις, έδρασα για το καλό των ζώων και όλου του φόρουμ. Το ευχαριστώ του διαχειριστή ήταν να με αποβάλει για δύο μέρες με suspend από το φόρουμ. Εντωμεταξύ, ο ζητών διόρθωσε το teratorium σε terrarium, αλλά εγώ δεν είχα πρόσβαση στο φόρουμ για να το δω, και ούτε ήθελα να κάνω έξοδο μέχρι να επανέλθει η λειτουργία λογαριασμού μου.
Τελικά ξαναλειτούργησε και πρόσεξα με έκπληξη ότι το θέμα στην ενότητα των ανακοινώσεων του φόρουμ, η οποία θα μπορούσε να μετονομαστεί σε ποινολόγιο από τις πολλές ποινές που μοιράζουν σε εμένα και στα άλλα μέλη, που είχε να κάνει με το suspend μου δεν ήταν κλειδωμένο, όπως συνήθως γίνεται με τον δύσκολο Κάπτεν, αλλά έμεινε ανοιχτό. Βρήκα την ευκαιρία να τους πω δυο φωνήεντα για την απαράδεκτη συμπεριφορά τους και την κακοδιαχείριση του φόρουμ, και ως συνήθως πάλι, έλεγαν τα δικά τους, ώσπου τους ανάγκασα να κάνουν το καλύτερο πράγμα, δηλαδή να κλειδώσουν το θέμα.
Τι θα γίνει με αυτό το φόρουμ, θα βελτιωθεί ή θα πάει απ’το κακό στο χειρότερο;

τερράριο λοφιοφόρου γκέκο 2016

Αυτό είναι το τερράριο του λοφιοφόρου μου γκέκο, όπως το διαρρύθμισα από φέτος το Μάιο. Ενώ για τα νεότερα ζώα ενημερώνω ακόμα τα θέματά τους, έχω αρκετό καιρό να ανεβάσω κάτι για το λοφιοφόρο γκέκο, επειδή το αρχικό θέμα γι’αυτό είχε γίνει πολύ μεγάλο από τις συνεχείς ενημερώσεις. Συνοπτικά, είναι ο Βαρώνος, το λοφιοφόρο μου γκέκο, επιστημονική ονομασία Correlophus ciliatus. Ανήκει στην αρχαία οικογένεια γκέκο των διπλοδακτυλιδών (Diplodactylidae), γνωστή ως αυστραλιανά γκέκο. Το συγκεκριμένο είδος κατάγεται από τη Νέα Καληδονία, όπου μπορεί να βρεθεί στα νότια του μεγάλου νησιού, στη Νήσο των Πεύκων από κάτω, καθώς και σε ένα μικρό σημείο στα βόρεια, όπως βρήκε μια αναζήτηση το 2015. Είναι μεσαίο προς μεγάλο γκέκο με αναρριχητικές επιφάνειες στα πόδια του για να σκαρφαλώνει σε λείες επιφάνειες, αλλά και συλληπτήρια ουρά, η οποία φέρει στο άκρο της αναρριχητική επιφάνεια. Όταν όμως χάνει την ουρά του, δεν την αναγεννά, παρά μόνο μία μικρή μυτούλα. Έτσι είναι πλέον το δικό μου αλλά και πολλά άλλα, καθώς και όλα τα ενήλικα στο φυσικό περιβάλλον. Αυτό δεν επηρεάζει σημαντικά τη μετακίνησή τους. Το είδος είναι νυκτόβιο και τρέφεται με έντομα, ώριμα φρούτα και νέκταρ. Το δικό μου γεννήθηκε στις 25 Ιουλίου του 2011 και ήρθε στην κατοχή μου στις 4 Νοεμβρίου του 2012.
Το τερράριό του είναι το πιο όμορφο από όσα έχω, γιατί τα περισσότερα τα έχω πιο απλά. Ποιος τα βλέπει άλλωστε; Το συγκεκριμένο προσπαθώ επίσης να το κρατήσω απλό κι εύκολο, προσφέροντας όμως κι επιφάνειες για αναρρίχηση και κρύψιμο. Η βασική του διαρρύθμιση είναι αυτή που ξέρατε, όσοι την ξέρατε από τις παλαιότερες δημοσιεύσεις, δηλαδή τα τρία διαγώνια καλάμια μπαμπού, η κομμένη καρύδα πίσω δεξιά και το μπολ στη μέση. Μ’αυτά τον πήρα από τον προκάτοχό του. Υπήρχαν επίσης και πλαστικά φυτά, τα οποία στη συνέχεια χάλασαν κι αντικαταστάθηκαν. Τώρα έχω ένα μεγάλο φυτό πίσω δεξιά, και τρία μικρότερα, ένα πίσω αριστερά, ένα αριστερά κι ένα δεξιά, του οποίου τελευταίου η βεντούζα έχει αποκολληθεί κι έτσι το κρεμάω από το κρίκάκι του στη βεντούζα, γιατί έχουν και τα δύο. Τα φυτά αυτά είναι απομίμηση Ficus benjamina. Η νεότερη προσθήκη είναι ο κορμός από φελλό πίσω αριστερά, τον οποίο έχω τοποθετήσει ελαφρώς διαγώνια, ώστε να στηρίζεται καλύτερα και ν’αφήνει έναν κενό χώρο από πίσω, και τον έχω καλύψει ελαφρώς με τα γειτονικά φυτά. Το γκέκο τον χρησιμοποιεί, αλλά λιγότερο από την καρύδα. Το υπόστρωμα είναι χαρτί μπρέιλ. Η αγαπημένη κρυψώνα του γκέκο, όπου κοιμάται τη μέρα είναι στο μεγάλο φυτό πίσω δεξιά, όπως και παλιά, όταν τον είχα πάρει. Σύντομα άλλαξε θέση και κοιμόταν για περίπου ενάμισι χρόνο στην επίγεια κρυψώνα μέσα στην καρύδα του. Έπειτα προτίμησε το φυτό στα αριστερά, γιατί πίσω το παλιό φυτό το είχα βγάλει, γιατί κατέρρεε συνέχεια. Μόλις έφερα φυτό για την ίδια θέση, ευθύς άρχισε να την ξαναχρησιμοποιεί.

Στα παρακάτω βίντεο του Βαρώνου θα δείτε πώς αυτό το είδος τρώει, κινείται και σκαρφαλώνει σε λείες επιφάνειες, προστατεύει την περιοχή του και κάνει φωνή. Διάφορα άλλα βίντεο τα έχω ανεβάσει σε διάσπαρτα άρθρα του Ιστολογίου.

Στο πρώτο τρώει μια μικρή νυχτοπεταλούδα, ενώ στα επόμενα τρώει φρούτα, στο ένα ροδάκινο και στο άλλο μήλο.


Εδώ σκαρφαλώνει στο τζάμι και γενικότερα κινείται στο χώρο του. Στο τελευταίο κρέμεται από τη σίτα στο καπάκι.



Εδώ έχει ενοχληθεί από μένα και προστατεύει την περιοχή του. Αν και τα γκέκο αυτά είναι κανονικά πολύ ήρεμα ζώα, ορισμένα αρσενικά συμπεριλαμβανομένου κι αυτού, μπορεί κάποιες φορές να γίνουν επιθετικά αν ανακατεύεσαι πολύ στο χώρο τους. Τα δαγκώματά του δεν είναι κάτι το σημαντικό. Περισσότερο γίνονται ως ένδειξη κυριαρχίας στον αντίπαλο παρά για να κάνουν κακό. Έχω ξεχωρίσει τρεις τύπους δαγκωμάτων: Γρήγορα και στιγμιαία, που μπορεί να τα κάνει ένα γκέκο του είδους αν τρομάξει. Δυνατά, όπου το γκέκο μπορεί να πιαστεί πολύ δυνατά και να γυρίσει το λαιμό ή το σώμα του για να πονέσει το δάγκωμα παραπάνω, που τα κάνει αν ενοχληθεί περισσότερο, π.χ. αργήσω να τον επιστρέψω στο τερράριό του, και δαγκώματα κυριαρχίας, όπου πιάνει τον αντίπαλο μαλακά αλλά σταθερά και συχνά κάνει φωνή. Οι δύο πρώτοι απευθύνονται στους εχθρούς, και ο δεύτερος μπορεί να πονέσει περισσότερο και να αφήσει μια μικροσκοπική γρατσουνιά σε ιδιαίτερα άτυχες περιπτώσεις, ενώ ο τρίτος σε άτομα του είδους του, είτε σε τσακώματα κατά την προστασία της περιοχής είτε για το ζευγάρωμα.

Εδώ έχει πάλι ενοχληθεί από μένα, κι εκτός από τα δαγκώματα φωνεί. Μπορείτε να ακούσετε τη φωνή του. Είναι αρκετά θυμωμένος κι εκτός της περιοχής του, κάτι σπάνιο, αλλά τελικά ηρεμεί απότομα όταν καταλαβαίνει ότι δαγκώνει λάθος στόχο, την κουρτίνα.

Εδώ έχει επίσης ενοχληθεί από μένα, και μου κάνει επιθέσεις πίσω από το τζάμι. Τα περισσότερα ζώα δεν κατανοούν πλήρως τους διαφανείς φραγμούς, κι αν αναστατωθούν αρκετά, συνήθως τους ξεχνούν. Ένα διάστημα παλιά έκανε συχνά επιθέσεις πίσω από το τζάμι, είτε για να πιάσει τροφή είτε για να διώξει εμένα από την περιοχή του, αλά επειδή το προκαλούσα συχνά, σταδιακά έμαθε ότι το τζάμι δεν περνιέται και τις περιόρισε. Αυτό δε σημαίνει ότι έχει σταματήσει εντελώς, και πού και πού μπορεί να προσπαθήσει να κάνει κάτι πίσω από το τζάμι.

Για να μου συμπεριφέρεται σαν μέλος του είδους του, παναπεί ότι δε με φοβάται καθόλου, ή σχεδόν καθόλου πια. Γιατί, όπως όλα τα μικρά ζώα που μας έχουν συνηθίσει, κι αυτό μπορεί να τρομάξει. Στο παρακάτω βίντεο θα δείτε πόσο γρήγορα μπορεί να τρέξει αν τρομάξει. Αυτήν τη φορά το είχα ξυπνήσει κατά λάθος, έτρεξε, το έβαλα μέσα, μετά πάλι πετάχτηκε έξω, και το ξαναέβαλα μέσα. Γενικά θεωρείται αργοκίνητο γκέκο που σε μεγάλες αποστάσεις κινείται κυρίως με άλματα, αλλά μπορεί να τρέξει για μικρές αποστάσεις όταν κυνηγά τροφή, αντιπαρατίθεται με μέλη του είδους του ή απειλείται από πιθανούς εχθρούς.

Και το καλύτερο το κράτησα για το τέλος. Εδώ πάλι το γκέκο είναι ενοχλημένο, και του προσφέρω ένα έντομο να φάει. Συνήθως όταν βρίσκεται σε τέτοια κατάσταση δε θέλει να φάει, κι αν του δώσω έντομο είτε θα το πετάξει, είτε θα μου δαγκώσει αποφασιστικά το δάχτυλο πάνω απ’το έντομο. Σπάνια, ιδίως αν είναι κάποια αγαπημένη τροφή ή έχει να φάει καιρό έντομα, μπορεί να το φάει και να ηρεμήσει έπειτα, γιατί από απειλή στην περιοχή του και στα υποτιθέμενα θηλυκά του γίνομαι ξαφνικά μαγικός τροφοδότης, ενώ επίσης σπάνια, αν η τροφή είναι κάτι δύσθραυστο, όπως ένα αλευροσκούληκο (Tenebrio molitor) ή ένα μελοσκούληκο (Galleria melonella), μπορεί να μπερδευτεί, και να το αντιμετωπίζει πότε ως τροφή και πότε ως ανταγωνιστεί. Στο συγκεκριμένο βίντεο, προσφέρω στο γκέκο ένα μελοσκούληκο, και για τα επόμενα λεπτά δε μπορεί να αποφασίσει αν πρέπει να του φωνάζει ή να το φάει. Τελικά το τρώει, και τρώει ένα ακόμα μικρότερο με συνοπτικές διαδικασίες αμέσως μετά.

Κάθε Αύγουστο, στο χωριό Μαρκόπουλο της νότιας Κεφαλονιάς, συμβαίνει το εξής ανεξήγητο φαινόμενο. Από τις 6 έως τις 15 Αυγούστου, στην περιοχή της εκκλησίας της Παναγίας της Λαγγουβάρδας εμφανίζονται φίδια, γι’αυτό και λέγεται και Παναγία Φιδούσα ή Φιδιώτισσα. Η εκκλησία είναι χτισμένη στο βάθος μιας κοιλάδας σε μια κατάφυτη ρεματιά, και τα φίδια εμφανίζονται κυρίως στην περιοχή του καμπαναριού. Οι κάτοικοι της περιοχής κάθε χρόνο με φανάρια τα ψάχνουν, και τα φέρνουν στην εκκλησία. Αρχικά είναι λιγοστά, αλλά στην παραμονή του Δεκαπενταυγούστου πληθαίνουν αρκετά. Είναι γκρίζα, μέχρι περίπου ένα μέτρο, με σταυρό στο κεφάλι και στο άκρο της γλώσσας, σπινθηροβόλο βλέμμα και βελούδινο δέρμα. Τα φίδια, παρά το αβυσσαλέο μίσος που τρέφουν για τους ανθρώπους, είναι ήρεμα και πειθήνια, σαν αρνάκια. Σκαρφαλώνουν στα στασίδια, στις εικόνες, στο τέμπλο, στα ιερά σκεύη, κινούνται σε όλη την εκκλησία, ανεβαίνουν πάνω στους πιστούς και συχνά οι πιστοί τα πιάνουν και τα βάζουν πάνω τους, χωρίς κανένα πρόβλημα. Και μετά τις 15 του Αυγούστου, τα φίδια φεύγουν ή επιστρέφονται στις φωλιές τους, στις πέτρες του καμπαναριού. Και όσο ξαφνικά εμφανίστηκαν, τόσο ξαφνικά εξαφανίζονται, και δεν έχει βρεθεί ικανοποιητική εξήγηση γι’αυτό το γεγονός. Όσοι επιχείρησαν να βάλουν ένα τέτοιο φίδι σε μπουκάλι για να το κρατήσουν, αυτό εξαφανίστηκε χωρίς να αφήσει κανένα ίχνος μετά τις 40 ημέρες, αν και οι βλαπτικές ενέργειες προς τα φίδια θεωρούνται μεγάλο κακό. Ακόμα και αμαξάδες που πάτησαν στο δρόμο τους τέτοια φίδια είδαν την Παναγία σε όνειρο, η οποία τους τα ζητούσε. Επιπλέον, Γερμανοί φυσιοδίφες που μελέτησαν αυτά τα φίδια δε μπόρεσαν να τα κατατάξουν σε κανένα γνωστό είδος ή οικογένεια. Είναι πραγματικά κάτι το υπερκόσμιο, κάτι που μας θυμίζει τη συνεχή αγαθοεργή παρουσία της Παναγίας στη ζωή μας. Βοήθειά μας.

Το θαύμα χάρη στο οποίο χτίστηκε η εκκλησία έγινε πριν πολλά, πολλά χρόνια. Μια μέρα, οι κάτοικοι του Μαρκόπουλου είδαν μια φωτιά ψηλά στο δάσος, και θορυβήθηκαν επειδή ανησύχησαν ότι θα εξελισσόταν σε πυρκαγιά που θα μπορούσε να κάψει το δάσος και το χωριό. Έτσι ανηφόρησαν προς το βουνό. Εκεί αντίκρισαν ένα ψηλό δέντρο, ένα σχίνο, όλο καμένο ως τη ρίζα, και στη ρίζα του ακουμπησμένη την εικόνα της Παναγιάς, εντελώς άθικτη από τις φλόγες. Συγκινημένοι οι κάτοικοι, αφού προσκύνησαν την εικόνα, την μετέφεραν στην εκκλησία του χωριού, για να έχουν και οι υπόλοιποι την ευκαιρία να την προσκυνήσουν. Το επόμενο πρωί όμως, και ενώ οι πιστοί πλήθαιναν, η εικόνα έλειπε. Την έψαξαν μήπως κάποιος την είχε κλέψει και βρισκόταν κάπου στο χωριό, αλλά τίποτα. Τελικά βρέθηκε στη ρίζα του καμένου δέντρου, από όπου μεταφέρθηκε ξανά στην εκκλησία, όπου και κλειδώθηκε. Όμως η εικόνα πάντοτε εξαφανιζόταν και εμφανιζόταν στη ρίζα του καμένου δέντρου, κι αυτό έγινε για τρισεκατομμύρια φορές. Τελικά οι κάτοικοι του χωριού θεώρησαν το γεγονός θέλημα της Παναγίας η εικόνα να βρίσκεται σε εκείνη τη θέση, κι έχτισαν εκκλησία κοντά στο σημείο, όπου τοποθέτησαν την εικόνα. Αργότερα στην περιοχή χτίστηκε γυναικεία μονή, τις οποίας οι μοναχές φρόντιζαν την εικόνα. Όταν μια φορά πειρατές απειλούσαν να λεηλατήσουν τη μονή, οι μοναχές προσευχήθηκαν στην παναγία, και ευθύς η μονή ζώστηκε από φίδια, τρέποντας τους φοβισμένους πειρατές σε φυγή. Από τότε και κάθε χρόνο, τα φίδια εμφανίζονται κάθε Δεκαπενταύγουστο στην εκκλησία, και προμηνύουν μια καλή χρονιά. Μόνο δυο φορές δεν εμφανίστηκαν, το 1940 και το 1956, χρονιές που το νησί πλήγηκε από σεισμούς, ενώ το 1940 επίσης η Ελλάδα δοκιμάστηκε από τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο. Επίσης εμφανίστηκαν και το 1924, όταν ανέκυψε το ζήτημα της χρήσης του νέου ημερολογίου. Τα φίδια εμφανίστηκαν στις νέες ημερομηνίες, λύνοντας το θέμα. Περισσότερα για το φαινόμενο μπορείτε να διαβάσετε εδώ και εδώ.

Τι έγινε, ρε Μπόλκο, τρελάθηκες; Στράφηκες στον τοτεμισμό και δεν το ξέρουμε; Περιμένετε, μη βγάζετε τόσο γρήγορα συμπεράσματα! Σαφώς και δεν τρελάθηκα. Όλα τα παραπάνω μπορούν να χαρακτηριστούν με τον πιο ευγενικό τρόπο μυθεύματα ή μπαρούφες, και με το λιγότερο ευγενικό πίπες σκαλιστές ή κάτι χειρότερο.

Το μόνο πραγματικό απ’όλη την ιστορία είναι το φίδι, το οποίο φυσικά ανήκει σε πραγματικό και ευρέως διαδεδομένο είδος. Είναι το αγιόφιδο, με επιστημονική ονομασία Telescopus Fallax, διεθνώς γνωστό ως γατόφιδο (Cat snake). Και, παρά τους αντιευρωπαϊκούς ισχυρισμούς για το αντίθετο, το φίδι πρωτοπεριγράφηκε ως Tarbophis fallax από τον όλως τυχαίως Γερμανό Friedrich Ludvig Fleischman το 1831, και ταξινομείται στην οικογένεια των κολουβριδών (Colubridae), στην οποία τα περισσότερα είδη φιδιών, και όλα τα ελληνικά εκτός από τις οχιές, το βόα της άμμου και τον τυφλίνο. Είναι κοινό είδος που απαντά σύμφωνα με το Herpetofauna.gr, σε σχεδόν όλη την Ελλάδα (Ηπειρωτική Ελλάδα, Πελοπόννησος, Εύβοια, Κρήτη, Λέσβος, Χίος, Ρόδος, Σύμη, Σάμος, Ικαρία, Κάρπαθος, Κύθηρα, Αντικύθηρα, Μήλος, Πολύαιγος, Άνδρος, Σύρος, Τήνος, Μύκονος, Κέα, Σαντορίνη, Χριστιανή, Δήλος, Σέριφος, Κίμωλος, Πάρος, Αντίπαρος, Τούρλο, Αμοργός, Κάσος, Κάλυμνος, Κουφονήσι, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Ζάκυνθος, Στροφάδες, Αίγινα, Αγκίστρι, Σπέτσες, πιθανόν και σε άλλα νησιά). Στην Ελλάδα απαντά το φερώνυμο υποείδος (Telescopus fallax fallax), αλλά απαντούν και μερικά μικροενδημικά υποείδη: (Telescopus fallax intermedius στα Αντικύθηρα, T. f. multisquamatus στο Κουφονήσι της Κρήτης, T. f. palidus Στην Κρήτη, στη Γαύδο, στην Ελάσα, στην Χριστιανή, στη Σαντορίνη και στην Κάσο. Εκτός από την Ελλάδα, απαντά επίσης στην Κύπρο, στην Αλβανία, στην ΠΓΔΜ, στη νότια Βουλγαρία, στην Κροατία, στην παράκτια Σλοβενία συμπεριλαμβανομένων και μερικών αδριατικών νησιών, στην Ερζεγοβίνη, στο Μαυροβούνιο, στην Ιταλία, στη Μάλτα, στην Τουρκία, στη Συρία, στο Λίβανο, στο Ισραήλ, στο Ιράκ, στο Ιράν, στη νότια Ρωσία στην περιοχή του Νταγκεστάν στον Καύκασο, στην Αρμενία, στη Γεωργία και στο Αζερμπαϊτζάν. Οπότε πρόκειται για ένα κοινό είδος. Το φίδι έχει μήκος περίπου ενός μέτρου, συχνά είναι μικρότερο, ενώ σε εξαιρετικά σπάνιες περιπτώσεις μπορεί να φτάσει μέχρι τα 1,3 μέτρα. Το κεφάλι του είναι πιεσμένο με μάτια που έχουν κάθετες κόρες σαν της γάτας και σαν τις περισσότερες οχιές, οι οποίες διαστέλλονται σε στρογγυλό σχήμα σε συνθήκες χαμηλού φωτός. Το χρώμα του είναι μπεζ/γκρι/καστανό με σκούρες καφέ κηλίδες στη ράχη και μικρότερες στα πλευρά, ενώ οι γραμμές και οι κηλίδες στο κεφάλι του ίσως να μοιάζουν με σταυρό. Όσο για την άκρη της γλώσσας, είναι διχαλωτή όπως σε όλα τα φίδια. Όπως όλοι οι κολουβρίδες, το φίδι αυτό είναι ημερόβιο στις ψυχρότερες εποχές, και γίνεται νυκτόβιο σε θερμό καιρό. Ζει σε πετρώδη μέρη, σε φρύγανα, σε καλλιέργειες, αλλά και σε κήπους, τοίχους και ερείπια σε κατοικημένες περιοχές. Είναι κυρίως εδαφόβιο είδος, αλλά έχει και αναρριχητικές ικανότητες. Η διατροφή του αποτελείτε κυρίως από σαύρες, αλλά τρώει και μικρά θηλαστικά και νεοσσούς πουλιών. Το όνομα του γένους του, τηλέσκοπος, το πήρε από την τάση του να σηκώνει το μπροστινό μέρος του σώματός του ψηλά για να παρακολουθήσει το περιβάλλον του. Παρά τη μεγάλη του εξάπλωση, θεωρείται κρυπτικό είδος που δύσκολα το συναντά κανείς. Το θηλυκό γεννά 5-9 αυγά που εκκολάπτονται στα μέσα Αυγούστου. Επιπλέον, το είδος είναι δηλητηριώδες. Δηλαδή οι χιλιάδες πιστών κρατούν εν αγνοία τους ένα δηλητηριώδες φίδι. Αυτή η περίπτωση είναι ένα καλό παράδειγμα της μη αναγκαίας συνύπαρξης του δηλητηρίου και του κινδύνου σε ένα φίδι, γιατί οι περισσότεροι πανικοβάλλονται μόλις ακούνε δηλητηριώδες. Όπως όλοι οι ιοβόλοι κολουβρίδες, είναι οπισθόγλυφο, δηλαδή φέρει τα ιοβόλα του δόντια στο πίσω μέρος της άνω γνάθου, και ως εκ τούτου η έγχυση δηλητηρίου στον άνθρωπο με ένα δάγκωμα είναι πολύ δύσκολη. Επίσης το σύστημα έγχυσης του δηλητηρίου είναι πολύ πρωτόγονο στα οπισθόγλυφα, με το φίδι να χρειάζεται αρκετά λεπτά μέχρι να εγχύσει ικανή ποσότητα δηλητηρίου, το οποίο άλλωστε είναι πολύ ασθενές στο συγκεκριμένο είδος, και πιθανότατα επηρεάζει ελάχιστα ή και καθόλου τον άνθρωπο. Αυτά τα φίδια δεν είναι συσφιγκτήρες, αλά πιάνουν το θήραμα με τα σαγόνια τους και προσπαθούν να το κατευθύνουν προς τα πίσω. Όταν το φτάσουν εκεί, το καρφώνουν με τα ιοβόλα δόντια τους και μόλις ακινητοποιηθεί το καταπίνουν. Αυτή η κρυφή παρουσία δηλητηρίου έδωσε στο φίδι το όνομα του είδους του, fallax, δηλαδή απατηλός στα λατινικά. Όταν αυτό το φίδι απειληθεί, μπορεί να κάνει επίδειξη απειλλής ή να συρίξει, αλλά πολύ σπάνια θα δαγκώσει. Περισσότερα για αυτό το φίδι μπορείτε να διαβάσετε εδώ, εδώ και εδώ.

Και αυτό είναι ένα βίντεο με το φίδι στο φυσικό του περιβάλλον από το herpetofauna.gr.

Είναι επομένως ολοφάνερο ότι βρισκόμαστε αντιμέτωποι με ακόμα μια παράλογη θρησκευτική δοξασία με δυσοσμία απάτης από το παπαδαριό, όπως και με τα διάφορα άλλα θαύματα. Το φίδι, όχι μόνο δεν εμφανίζεται μόνο εκείνες τις μέρες, αλλά είναι ένα από τα κοινότερα φίδια της Ελλάδας κι άλλων περιοχών όπου ζει, αν και δυσεύρετο. Είναι ένας κοινός κολουβρίδης κι εκτός αυτού, είναι και δηλητηριώδες, αν και ακίνδυνο. Όσο για το σχήμα του σταυρού, παρειδωλία λέγεται η τάση του ανθρώπινου εγκεφάλου να δημιουργεί εικόνες με σημασία από ασαφή σχήματα, ιδίως σε αισθητηριακά δύσκολες συνθήκες, όπως στο ημίφως. Είναι πολύ εύκολο κάποιος πιστός υποσυνείδητα να δει στις γραμμές του κεφαλιού του φιδιού ένα σταυρό, ή μέσα στο ημίφως της εκκλησίας, με το συνεχές τρεμόπεγμα των κεριών, να δει τη διχαλωτή γλώσσα ως σταυρό. Και όσο για τη μη επιθετικότητα των φιδιών, αυτό δεν είναι κανένα θαύμα. Καταρχάς, τα φίδια δεν είναι εξορισμού επιθετικά. Πολλά είδη είναι αρκετά ήρεμα, ακόμα κι αν μόλις έχουν πιαστεί από το φυσικό τους περιβάλλον. Και σίγουρα το έντονο στρες της σύλληψης, της μεταφοράς, του πολύ κόσμου και του λιβανιού αναμφίβολα θα κάμπτουν κάθε προσπάθεια άμυνας.

Και τώρα, ας πάμε να αναλύσουμε την ιστορία. Πρώτα όμως θα πρέπει να εξηγήσουμε τα ονόματα. Η Παναγία του Μαρκόπουλου λέγεται και Λαγγουβάρα ή Λαγγουβάρδα, που αναμφίβολα προέρχεται από τους Λογγοβάρδους ή Λομβαρδούς, γερμανικό φύλο που εγκαταστάθηκε στην Ιταλία τον 6ο αι. μ.Χ. Το νησί της Κεφαλονιάς είχε επαφές με τους Λογγοβάρδους σε διάφορες φάσεις της ιστορίας του. Τον 7ο αι. τα Επτάνησα, μαζί με την Ιταλία ανήκαν στο 11 θέμα του Βυζαντινού κράτους που ονομαζόταν θέμα της Λογγοβαρδίας. Οι διοικητές του νησιού τότε είχαν τον τίτλο «Στρατηγός Κεφαλληνίας και Λογγοβαρδίας». Επίσης, στο τέλος του 8ου αι., οι Λογγοββάρδοι έκαναν επιδρομή στην Κεφαλονιά και την κατέκτησαν. Ο απόηχος της επιρροής των Λομβαρδών παραμένει έως σήμερα, αφού το επώνυμο Λοβέρδος, κοινό στο νησί, είναι παραφθορά του Λομβαρδός. Τέλος η τρίτη ερμηνεία είναι και η πλέον ευφάνταστη, προϊόν νεοελληνικού χωριατισμού και ανώριμου βαλκανικού εθνικισμού, ο οποίος υποδηλώνει σωρεία συμπλεγμάτων κατωτερότητας. Στο Καθαρτήριο του Δάντη, ο γνωστός περιηγητής Μάρκο Πόλο περιγράφεται ως Λομβαρδός. Ορισμένοι Μαρκοπουλιώτες πιστεύουν ότι το Μαρκόπουλο ήταν η πατρίδα του Μάρκο Πόλο! Φυσικά το Μαρκόπουλο δεν έχει καμία σχέση με τον εξερευνητή, αφού, εκτός των άλλων, συνοικίστηκε μόλις το 1450 από Αλβανούς στρατιώτες όπως και τα γειτονικά χωριά, και ίσως έχει σχέση με το Μαρκόπουλο της Αττικής, ενώ από την άλλη ο Μάρκο Πόλο γεννήθηκε περίπου το 1254 στη Βενετία και πέθανε στις 8 Ιανουαρίου του 1324 στην ίδια πόλη. Άλλοι ισχυρίζονται πως ο Μάρκο Πόλο ήταν πατρινός, με το επίθετο Μαρκόπουλος! Στην πραγματικότητα το «Πόλο» σημαίνει Παύλος στα ενετικά και ουδεμία σχέση έχει με την κατάληξη «-όπουλος». Επειδή απλώς υπάρχει μια μικρή ασάφεια σχετικά με το πότε και πού ακριβώς γεννήθηκε, άρχισαν να δημιουργούνται τέτοιες ιστορίες. Είναι σχεδόν σίγουρο ωστόσο ότι γεννήθηκε στη Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βενετίας. Θεωρώ την πρώτη ερμηνεία ως πιθανότερη, δηλαδή η περιοχή κι έπειτα η εκκλησία και η εικόνα να πήραν το όνομά τους από τότε που η Κεφαλονιά βρισκόταν στην ίδια διοικητική διαίρεση με τη Λομβαρδία κατά τους βυζαντινούς χρόνους.

Και τώρα ας πάμε στα καλύτερα, την ανάλυση του ίδιου του θαύματος. Όπως και σε πολλές θείες αποκαλύψεις, έτσι κι εδώ η φωτιά παίζει σημαίνοντα ρόλο. Από τότε που ο άνθρωπος ανακάλυψε τη φωτιά έως σήμερα, δε σταμάτησε να την φοβάται. Δεν ήξερε ότι είναι απλώς η χημική αντίδραση του οξυγόνου με τα εύφλεκτα υλικά. Η φωτιά φανερωνόταν από τα αποτελέσματά της (φως, θερμότητα, καπνός, στάχτη), και είχε την τρομακτική δύναμη να κατακάψει τα πάντα, η ουσία της όμως ήταν άπιαστη και μη κατανοητή. Δεν ήταν κάτι το υλικό, κάτι το στερεό, κάτι του γνωστού φυσικού κόσμου. Είχε κάτι το υπερκόσμιο. Έτσι το πιο λογικό ήταν οι θείες αποκαλύψεις να συνοδεύονται με την παρουσία της φωτιάς, και συχνά αφύσικης φωτιάς, που είτε δεν καίει είτε καίει επιλεκτικά, όπως για παράδειγμα η Φλεγόμενη Βάτος που συνάντησε ο Μωυσής στην έρημο, μέσα από την οποία αποκαλύφθηκε ο Θεός. Έτσι κι εδώ, ο Θεός ή η Παναγία αποκαλύπτονται με φωτιά σε ένα συγκεκριμένο σημείο. Το δεύτερο στοιχείο είναι κάτι το κοινότοπο στα θαύματα της Παναγίας σε εικονολατρικές εκδοχές του χριστιανισμού, άφησε την εικόνα της. Μια καινούργια, εντελώς άκαυτη εικόνα. Συνήθως όπου θέλει η Παναγία να της χτιστεί εκκλησία αφήνει και μια εικόνα, και δεν επιτρέπει αυτή να μετακινείται αλλού. Έτσι κι εδώ, μόλις πήγαν την εικόνα στο χωριό, αυτή μετέβη και πάλι στο σημείο που την βρήκαν. Και μόλις την κλείδωσαν, αυτή ξαναδιακτινιζόταν εκεί, άλλοι λένε για τρεις, άλλοι για… τρισεκατομμύρια φορές! Έπειτα, όπως συνήθως γίνεται, στο σημείο εκείνο χτίστηκε εκκλησία, και τοποθετήθηκε η εικόνα εκεί μέσα. Προφανώς η Παναγία θεώρησε την εκκλησία ασφαλέστερη και δε διαμαρτυρήθηκε για να ξαναπάει την εικόνα στο καμένο δέντρο. Έπειτα δίπλα χτίστηκε γυναικείο μοναστήρι, για το οποίο δεν υπάρχει κάποια απόδειξη ότι υπήρξε ποτέ. Όταν το απείλησαν οι πειρατές, οι μοναχές προσευχήθηκαν στην Παναγία κι αυτή, όπως πάντα, έκανε το θαύμα της, και έφερε φίδια να κυκλώσουν το μοναστήρι. Δεν είναι τυχαία η σύνδεση άγαμων γυναικών με φίδια, μιας και τα φίδια είναι το κατεξοχήν αρσενικό ή φαλλικό σύμβολο στις αβρααμικές θρησκείες. Μπορεί να συμβολίζουν τους καταπιεσμένους πόθους των γυναικών. Σύμφωνα όμως με μια άλλη, λιγότερο δημοφιλή εκδοχή, η Παναγία μεταμόρφωσε τις μοναχές σε φίδια για να τις σώσει, κι αυτές κρύφτηκαν στο καμπαναριό. Τα υπόλοιπα είναι γνωστά.

Το έθιμο ίσως όμως να έχει πολύ αρχαιότερες ρίζες, σε παλιά οφιολατρικά μυστήρια, και ύστερα μόνο να καλύφθηκε με στοιχεία χριστιανισμού. Είναι γνωστό ότι τα φίδια, εξαιτίας των μοναδικών χαρακτηριστικών και ιδιοτήτων τους, πρωτοστατούσαν σε πολλές αρχαίες τελετές. Οφιολατρική θεωρείται ότι ήταν η προελληνική θρησκεία, και η μεταγενέστερη ελληνική θρησκεία δανείστηκε κατά τόπους αρκετά τέτοια στοιχεία και έθιμα. Οφιολατρεία επίσης συναντούμε σε θρησκείες της Μέσης Ανατολής, σε αρχαίες Αιγυπτιακές τελετουργίες, σε ορισμένες γνωστικές σέχτες, στον ινδουισμό, στο βουδισμό, και σε σχεδόν όλο τον κόσμο. Τα φίδια, με το ασυνήθιστο για ζώο σώμα τους και τον σχεδόν απόκοσμο τρόπο κίνησής τους, συχνά εντάσσονταν σε τέτοιες λατρείες, όπου είτε βρίσκονταν στον έλεγχο του ιεροφάντη, είτε στα χέρια και στο σώμα των πιστών, ή περιφέρονταν στο χώρο. Πιθανότατα πρόκειται για κάποιο παλιότερο τοπικό έθιμο που αργότερα ενσωματώθηκε στο χριστιανισμό.

Σήμερα φυσικά ο κόσμος στην Κεφαλονιά δεν αντιμετωπίζει με τόση θρησκοληψία τα φίδια, τα οποία έχουν γίνει πια μεγάλος πόλος έλξης τουριστών. Παρόλα αυτά, πολλοί άνθρωποι ακόμα έχουν την λανθασμένη εντύπωση ότι τα φίδια αυτά σχεδόν θαυματουργά εμφανίζονται εκείνες τις μέρες και μετά εξαφανίζονται, και ότι είναι ασυνήθιστα ήμερα. Στην πραγματικότητα, είναι όλο το χρόνο εκεί, και αλλού. Απλώς μόνο τότε τα ψάχνουν.

Αυτά τα μικρά, πολύχρωμα γκέκο είναι οι πιο διαδεδομένες σαύρες στην αιχμαλωσία σήμερα. Το μικρό τους μέγεθος, η ήρεμη ιδιοσυγκρασία τους, οι διάφορες χρωματικές παραλλαγές που έχουν παραχθεί, αλλά και η ευκολία διατήρησης, ακόμα και αναπαραγωγής από οποιονδήποτε, ή μάλλον καλύτερα από σχεδόν οποιονδήποτε, τις έφεραν γρήγορα σ’αυτήν τη θέση. Μετά το λοφιοφόρο γκέκο, το γενειοφόρο δράκο, τον τερατοσκίγκο, ο οποίος όμως ήταν αποτυχία, τα κηλιδωτά γκέκο είναι η τέταρτη σαύρα στη συλλογή μου, ή μάλλον ή τέταρτη και η Πέμπτη, αφού έχω δύο σχεδόν πανομοιότυπα είδη, ένα Eublepharis macularius και ένα Eublepharis turcmenicus.

Φυσική ιστορία

Τα κηλιδωτά γκέκο ανήκουν στην οικογένεια των ευβλεφαριδών (Eublepharidae), στον κλάδο των γκεκωτών (Gekkota). Οι ευβλεφαρίδες διαθέτουν διάφορα αρχαϊκά χαρακτηριστικά σε σχέση με άλλα γκέκο, όπως την παρουσία κανονικών βλεφάρων, με τα οποία κλείνουν τα μάτια, σε αντίθεση με την ακίνητη μεμβράνη των υπόλοιπων γκέκο, που σχηματίζεται από τα συνενωμένα τους βλέφαρα, και την αναπαραγωγή με μαλακά αυγά, όπως οι περισσότερες σαύρες αλλά όχι όπως τα περισσότερα γκέκο. Στο παρελθόν η απουσία αναρριχητικών επιφανειών στα δάχτυλά τους θεωρήθηκε αρχαϊκό χαρακτηριστικό, αλλά στην πορεία βρέθηκε ότι διάφοροι κλάδοι γκέκο τις απέκτησαν και τις έχασαν ανεξάρτητα, ενώ ακόμα παλαιότερες εξαφανισμένες οικογένειες γκέκο τις είχαν, οπότε απλώς μπορεί οι σημερινοί ευβλεφαρίδες να τις έχασαν στη συνέχεια. Σύμφωνα με τη μορφολογική ανάλυση, οι ευβλεφαρίδες τοποθετούνταν στη βάση του δέντρου των γκεκωτών ως τα πιο αρχαία γκέκο, οι μοριακές όμως αναλύσεις τα τοποθετούν στη βάση του κλάδου που περιλαμβάνει τα μεταγενέστερα πιο εξελιγμένα γκεκονοειδή γκέκο με τα σκληρά αυγά, αφήνοντας ως αρχαιότερα τα αυστραλιανά διπλοδακτυλοειδή γκέκο, στα οποία ανήκει και το λοφιοφόρο γκέκο. Εάν έτσι έγινε η εξέλιξη, τότε τα διπλοδακτυλοειδή και τα γκεκονοειδή εξέλιξαν τη μεμβράνη του ματιού ανεξάρτητα. Οι ευβλεφαρίδες σήμερα έχουν διασπασμένη και υπολειμματική εξάπλωση σε Ασία, Βόρνεο και γύρω νησιά, Αφρική και Βόρεια και Κεντρική Αμερική, και περιέχουν 30 είδη σε 6 γένη. Αν και λίγα σε σχέση με τα συνολικά περίπου 1.500 είδη των γκέκο, αυτό δε σημαίνει ότι είναι αποτυχημένα. Το γένος Eublepharis, στο οποίο ανήκει το κηλιδωτό γκέκο περιλαμβάνει 5 είδη: Eublepharis angramainu του Ιράκ και της ανατολικής Τουρκίας, E. fuscus της δυτικής Ινδίας, E. hardwikii της ανατολικής Ινδίας, E. macularius του Πακιστάν, του Αφγανιστάν με οριακή εξάπλωση στο Ιράν και στην Ινδία, με 5 αναγνωρισμένα υποείδη (Eublepharis macularius afganicus, E. m. fasciolatus, E. m. macularius, E. m. Montanus, E. m. smithi), και E. turcmenicus του νότιου Τουρκμενιστάν και του βόρειου Ιράν. Τα παραπάνω υποείδη του E. macularius αμφισβητούνται από μερικούς ερευνητές, οι οποίοι τα αντιμετωπίζουν ως τοπικές παραλλαγές ελάσσονος ταξινομικής σημασίας. Το είδος E. macularius πρωτοπεριγράφηκε από τον Edward Blyth το 1854, ενώ το E. turcmenicus από τον Ilia Darevski το 1977.

Τα τρία κοινότερα είδη στην αιχμαλωσία είναι η νοτιοδυτική ομάδα που περιλαμβάνει E. angramainu, E. Turcmenicus και E. macularius. Ο E. angramainu, γνωστό ως μεσοποταμιακό κηλιδωτό γκέκο, φτάνει τα 25 εκατοστά και είναι αρκετά περιζήτητο και σπάνιο, αφού ωριμάζει αναπαραγωγικά σε 3-4 χρόνια. Έχει λεία υποδακτύλια ελάσματα. Από τα δύο τελευταία, ο E. macularius είναι μακράν το κοινότερο στην αιχμαλωσία. Είναι σχεδόν όμοια, με τον E. turcmenicus συνήθως να είναι μικρότερος στο μέγεθος, με μικρότερες φολίδες στο σαγόνι, ελαφρώς τροπιδωτές φολίδες στα υποδακτύλια ελάσματα, και κάτω από 8 προπρωκτικούς πόρους, ενώ το κοινό είδος έχει εντονότερα τροπιδωτές φολίδες και πάνω από 8 προπρωκτικούς πόρους. Τα είδη του γένους Eublepharis, παρά τις διαφορές τους, είναι κοντινοί συγγενείς και μπορούν να υβριδιστούν δίνοντας γόνιμους απογόνους.

Το είδος έχει λάβει πολλές κοινές ονομασίες, όπως γκέκο λεοπάρδαλη (Leopard gecko), ή λεοπαρδαλογκέκο, ασιατικό παχύουρο γκέκο (Asian fat-tailed gecko), σαμιαμίδι λεοπάρδαλη, παρδαλό γκέκο, κηλιδωτό γκέκο κλπ. Στο άρθρο αυτό θα χρησιμοποιώ την ονομασία «κηλιδωτό γκέκο» ως πιο εύχρηστη και πιο ακριβή μετάφραση της επιστημονικής του ονομασίας. Γενικώς όταν μιλάω για το κηλιδωτό γκέκο, θα εννοώ το κοινό E. macularius, με αναφορές σε άλλα είδη, κυρίως στον E. turcmenicus, μόνο εάν υπάρχει κάποια ουσιαστική διαφορά από τον E. macularius.

Τα γκέκο αυτά είναι αρκετά μεγαλόσωμα και στιβαρά, με χαρακτηριστική παχιά ουρά, η οποία είναι μικρότερη του σώματος. Από τα 41 είδη γκέκο του Πακιστάν, ο E. macularius είναι το μεγαλύτερο. Το μήκος τους κυμαίνεται συνήθως μεταξύ 20-25 εκατοστών, με μήκος σώματος 12-16 εκ. και μήκος ουράς 8-9 εκατοστά, ενώ το βάρος τους κυμαίνεται στα 40-80 γραμμάρια, ανάλογα με το μέγεθός τους. Το κεφάλι τους είναι πλατύ, με κατηφορικό ρύγχος και μεγάλα μάτια με βλέφαρα και κάθετες κόρες, όπως τα περισσότερα νυικτόβια κυνηγετικά ζώα. Πίσω από τα μάτια βρίσκονται οι ακουστικοί πόροι, όπου το κρανίο είναι διαμπερές, δηλαδή αν τοποθετήσετε το γκέκο μπροστά από μια έντονη πηγή φωτός, θα παρατηρήσετε ότι το φως περνά μέσα από το αυτί του. Στο άκρο του ρύγχους βρίσκονται τα ρουθούνια, και από κάτω είναι το στόμα, το οποίο φέρει περίπου 100 δόντια, τα οποία αντικαθίστανται κάθε 3-4 μήνες. Κάθε δόντι μοιάζει με καρφάκι με δύο κορυφές, όπως και στα περισσότερα γκέκο, και όπως όλα τα γκέκο, δεν έχει δόντια στον ουρανίσκο. Η γλώσσα είναι πλατιά, όπως σε όλα τα γκέκο, η οποία χρησιμεύει στην κατάποση, στην πόση, στην όσφρηση με το ινιδορινικό όργανο και στον καθαρισμό του προσώπου και των ματιών. Ο λαιμός είναι σχετικά μακρύς, κοντότερος όμως απ’το κεφάλι, και το σώμα είναι υποκυλινδρικό και αρκετά γεροδεμένο. Τα τέσσερα άκρα είναι λεπτά, σχετικά κοντά και με 5 κοντά δάχτυλα, τα οποία φέρουν μικρά, αγκιστρωτά νύχια. Η αρχική ουρά είναι Παχιά με μια περίσφιξη στη βάση και λεπτή άκρη, και το δέρμα της σχηματίζει δακτυλίους, ενώ αν κοπεί και αναγεννηθεί είναι κοντότερη, χωρίς στενή βάση ή δακτυλίους και με στρογγυλεμένη άκρη. Όπως και με όλες τις σαύρες, η αναγεννημένη ουρά δεν έχει σπονδυλική στήλη, αλλά μία χόνδρινη ράβδο, η οποία μπορεί να οστεοποιηθεί μερικώς στην αρχή της, και μέσα της φέρει τον μερικώς αναγεννημένο νωτιαίο μυελό. Η παχιά ουρά χρησιμεύει ως αποθήκη λίπους. Η φολίδωση του είδους χαρακτηρίζεται από κοκκώδεις φολίδες στη ράχη, με διάσπαρτα μεγαλύτερα φύματα ανάμεσά τους όπως και στους δακτυλίους της ουράς, τα οποία του δίνουν τη χαρακτηριστική τραχιά υφή του, ενώ στην κοιλιά οι φολίδες είναι λείες. Ο συνήθης φυσικός χρωματισμός του είδους είναι αποχρώσεις του κίτρινου ή του ανοιχτού καφέ με διάσπαρτες καφέ ή μαύρες κηλίδες. Το κεφάλι είναι συνήθως σκουρότερο καφέ, η ουρά λευκή με μαύρες κηλίδες, ενώ η κάτω πλευρά είναι λευκή και σχεδόν διάφανη. Τα αρσενικά ξεχωρίζουν από τα θηλυκά από το μεγαλύτερό τους μέγεθος, το μεγαλύτερο και πλατύτερο κεφάλι, τα ημιπεΪκά φουσκώματα στη βάση της ουράς πίσω από την αμάρα και τους έντονους προπρωκτικούς πόρους. Οι προπρωκτικοί ή προμηριαίοι πόροι, που είναι συνήθως 9-13 στο συγκεκριμένο είδος, σχηματίζουν τόξο μπροστά από την αμάρα και μπορεί να διακόπτονται στο μέσο από μία ή δύο φολίδες. Χρησιμεύουν στη σήμανση της περιοχής, αφού αποθέτουν κηρώδες οσμητικό υλικό στο περιβάλλον. Στα αρσενικά είναι βαθείς, έντονοι και συχνά με ίχνη κηρώδουςς ουσίας, ενώ στα θηλυκά είναι απλώς μικρά βαθουλώματα στις φολίδες.

Το γκέκο αυτό λανθασμένα χαρακτηρίζεται ερημόβιο, αφού στην πραγματικότητα σπανίζει στην έρημο, με μεγαλύτερους πληθυσμούς σε μέρη με υψηλότερες βροχοπτώσεις, σε ξηρά ή μέτριων βροχοπτώσεων κλίματα. Στο Πακιστάν, όπου η εξάπλωση και η βιολογία του έχουν μελετηθεί περισσότερο, μπορεί να βρεθεί σε όλη τη χώρα, από τις πεδιάδες μέχρι τους υποϊμαλάιους λόφους, έως το υψόμετρο των 2.500 μέτρων. Ο E. turcmenicus έχει τη βορειότερη εξάπλωση του γένους, φτάνοντας μέχρι και τον 38ο παράλληλο. Τα γκέκο αυτά συνήθως ζουν σε πετρώδεις περιοχές, όπως πετρώδεις λοφοπλαγιές με χαλικώδες υπόστρωμα, όπου κρύβονται κάτω από πέτρες ή σε σχισμές βράχων. Σε πιο δασωμένα μέρη κατοικούν κάτω από το φλοιό των δέντρων, οπότε μπορούν να θεωρηθούν ημιδενδρόβια. Μπορούν επίσης να βρεθούν συχνά και σε πετρότοιχους που οριοθετούν σπίτια και χωράφια. Οι πετρότοιχοι αυτοί στο Πακιστάν είναι κατασκευασμένοι από μεγάλες πέτρες, οι οποίες τσιμεντώνονται με λάσπη και μικρότερες πέτρες. Όταν η βροχή διαβρώνει τους αρμούς και ανοίγει διόδους, τα γκέκο εισβάλλουν εκεί. Το είδος μπορεί να βρεθεί επίσης μέσα σε πόλεις, όπου φωλιάζει κάτω από πλάκες, γέφυρες σιδηροδρομικών γραμμών, σε τοίχους και σε υπόγειους σωλήνες, όπου οι διαρροές του παρέχουν υγρασία και τα κενά στη μόνωση κατοικία. Το μικροκλίμα των κρυψωνών αυτών είναι πιο σταθερό και πιο υγρό από τον σκληρό κόσμο της επιφάνειας. Για παράδειγμα, στο οροπέδιο του Ποτοχάρ στο βόρειο Παντζάμπ του Πακιστάν, οι μέσες θερμοκρασίες το Μάρτιο, όταν τα ζώα εξέρχονται από τη νάρκη, κυμαίνονται στους 22-24 βαθμούς, και τον Ιούνιο-Ιούλιο ανεβαίνουν έως τους 40-45 βαθμούς, με υγρασία μεταξύ 30% 40%, ενώ μέσα στις κρυψώνες η υγρασία κυμαίνεται μεταξύ 40-56%. Με την έλευση των Μουσώνων όμως, η θερμοκρασία πέφτει στους 28-33 βαθμούς και η υγρασία ανεβαίνει στο 70%-80%, και τα γκέκο δραστηριοποιούνται περισσότερο. Γενικώς ο ψυχρός, ξηρός και ανεμώδεις καιρός αναστέλλει τη δραστηριότητά τους, ενώ ο υγρός και θερμός καιρός την εντείνει. Οι ζεστές και υγρές νύχτες είναι ο καιρός που τα γκέκο αυτά γίνονται πιο δραστήρια, όπως άλλωστε και η τροφή τους. Το χειμώνα πέφτουν σε χειμερία νάρκη, που διαρκεί από το Σεπτέμβριο έως το Μάρτιο στο βόρειο Πακιστάν, αλλά από το Δεκέμβριο έως το Μάρτιο στο νότο, όπου τα γκέκο μπορεί να αδρανοποιούνται διακεκομμένα ή και καθόλου. Όπως και πολλά μικρόσωμα ερπετά σε θερμά εύκρατα και υποτροπικά κλίματα, συχνά διακόπτουν τη νάρκη όταν η θερμοκρασίες γίνονται ευνοϊκές, όπως ακριβώς με πολλά είδη στη νότια Ελλάδα και στην Κρήτη.

Λανθασμένα επίσης το γκέκο αυτό χαρακτηρίζεται εδαφόβιο. Στην πραγματικότητα καλύτερα θα το περιέγραφε ο όρος ημιαναρριχητικό, αφού συχνά σκαρφαλώνει με ευκολία τραχιές επιφάνειες. Συχνά η είσοδος στην κατοικία του βρίσκεται αρκετές δεκάδες εκατοστά από το έδαφος, ενώ όταν βρίσκεται μέσα, μπορεί είτε να κοιμάται γαντζωμένο σε κάποια επιφάνεια είτε κάτω. Λανθασμένα επίσης χαρακτηρίζεται μοναχικό, αφού συνήθως ζει σε αποικίες, οι οποίες μπορεί να φτάνουν έως και τα 15 άτομα. Αν και μπορούν να σκάψουν, π.χ. κάτω από μία πέτρα για να βολευτούν καλύτερα, γενικά δεν τροποποιούν το περιβάλλον τους, παρά βρίσκουν έτοιμες κρυψώνες και αξιοποιούν τους θαλάμους και τα περάσματα που σχηματίζουν τα κενά ανάμεσα στις πέτρες ή τις δομές. Μία αποικία μπορεί να χρησιμοποιεί έναν τόπο διαμονής για πολλά χρόνια. Η αποικία χρησιμοποιεί ένα κοινό σημείο αφόδευσης, συνήθεια που διατηρείται και στην αιχμαλωσία. Είναι εσπερόβια και νυκτόβια ζώα. Μόλις σουρουπώνει, όλα τα γκέκο βγαίνουν έξω και σκορπίζονται στη γύρω περιοχή προς εύρεση τροφής. Τρέφονται με έντομα όπως ακρίδες, γρύλλους, κατσαρίδες, σκαθάρια, κάμπιες, αλά και πιο επικίνδυνα θηράματα, όπως αράχνες, σαρανταποδαρούσες και σκορπιούς, με τους τελευταίους αγαπημένη τροφή. Τα ενήλικα γκέκο είναι και ευκαιριακή κυνηγοί μικρών σπονδυλωτών όπως μικρότερων σαυρών και γκέκο, συμπεριλαμβανομένων και νεοσσών του είδους τους μερικές φορές, σκουληκόφιδων, και νεογέννητων τρωκτικών και νεοσών πουλιών μέσα απ’τις φωλιές. Όπως και τα άλλα ευβλεφαροειδή γκέκο, είναι περισσότερο κυνηγοί αναζήτησης παρά κυνηγοί ενέδρας, ψάχνοντας ενεργητικά στο περιβάλλον για την τροφή τους, την οποία εντοπίζουν με την όραση, αν και μπορεί να οδηγηθούν σ’αυτήν με οσφρητικά ίχνη. Όταν κυνηγούν, κινούνται αργά προς τη λεία τους, συχνά δονώντας την άκρη της ουράς σαν γάτες, εξού και το άλλο τους όνομα, γατογκέκο. Έπειτα τρέχουν γρήγορα προς το θήραμα και το εξουδετερώνουν αφού το δαγκώσουν δυνατά και το κρατήσουν στο στόμα τους. Το μασούν δαγκώνοντάς το λίγες ακόμα φορές, κι έπειτα το καταπίνουν ολόκληρο. Θεωρούνται αργοκίνητα γκέκο που κινούνται αρκετά αργά αν δεν ενοχλούνται, αν και μπορούν να τρέξουν για σύντομο χρόνο όταν κυνηγούν, μαλώνουν ή απειλούνται. Κανονικά κινούνται με αργό, προσεκτικό βήμα, με το σώμα αρκετά ανασηκωμένο από το έδαφος, παρατηρώντας προσεκτικά το περιβάλλον τους, μυρίζοντας και βγάζοντας περιοδικά τη γλώσσα τους για να ανιχνεύσουν με το ινιδορινικό όργανο ή όργανο του Γιάκομπσον τις οσμές. Όταν σκαρφαλώνουν, χρησιμοποιούν βοηθητικά και την ουρά τους, ενώ μπορούν να πηδήξουν σε μικρή απόσταση. Κινούνται με ευκολία σε στενούς χώρους και τρύπες, αφού μπορούν να πάνε προς τα πίσω ή να διπλώσουν το σώμα τους και να κάνουν μεταβολή αν υπάρχει αδιέξοδο. Αυτές οι ικανότητες τους χρειάζονται επίσης για την αποφυγή των εχθρών τους.

Εχθροί τους είναι πολλά ζώα, όπως τσακάλια, αλεπούδες, κουκουβάγιες, γεράκια, βαράνοι, σαύρες δράκοι, και διάφορα φίδια όπως ο δρομέας (Ptyas mucosus), το διαδηματόφιδο (Spalarosophis diadema) και η κοινή κόμπρα (Naja naja). Αποφεύγουν τους εχθρούς τους χάρη στην κρυπτική συμπεριφορά τους, στο καμουφλάζ τους, στις οξυμένες αισθήσεις τους και στις άμυνές τους. Εάν αντιμετωπίσουν εχθρό συχνά τρέχουν μακριά, αλά μπορεί επίσης να αποπειραθούν να τον τρομάξουν με μια επίδειξη απειλής, που σκοπό έχει να κάνει το ζώο να φαίνεται μεγαλύτερο και τρομακτικότερο. Στην επίδειξη αυτή, σηκώνουν το σώμα ψηλά, καμπυλώνουν τη ράχη τους, ανοίγουν το στόμα τους και βγάζουν ήχους, και σηκώνουν την ουρά τους ψηλά και την κουνούν δεξιά κι αριστερά. Έχουν την ικανότητα να αναγνωρίζουν συγκεκριμένους εχθρούς, για παράδειγμα έχει βρεθεί σε μελέτη ότι τα γκέκο αυτά μπορούν να αναγνωρίζουν τα φίδια και να αντιδρούν σ’αυτά, γι’αυτό και στην αιχμαλωσία μπορεί να τρομάξουν π.χ. από ένα καλώδιο που κάνει στροφές και κινείται. Εκτός από τους παραπάνω εχθρούς, το γκέκο αυτό έχει ν’αντιμετωπίσει και τον άνθρωπο, ο οποίος τα καταδιώκει. Αν και εντελώς άκακο ζώο, στο Πακιστάν λανθασμένα πιστεύεται πως είναι δηλητηριώδες, ίσως και πιο επικίνδυνο από την κόμπρα, αφού πιστεύεται ότι ένα δάγκωμά του σκοτώνει το θύμα του σε λίγα λεπτά, υγροποιώντας το. Στο Πακιστάν το είδος αποκαλείται κχαν-κχάιν, κορ κίρλι ή μπις κόμπρα, δηλαδή μικρή κόμπρα. Γι’αυτό συχνά οι ντόπιοι το σκοτώνουν όποτε το βρίσκουν, κι έπειτα πετάνε το ξύλο με το οποίο το σκότωσαν μακριά, γιατί πιστεύουν πως το δηλητήριο περνά στο ξύλο. Όπως αναφέρει και ο ερευνητής Muhammad S. Khan, ο οποίος έχει συγκεντρώσει πολλά χρήσιμα στοιχεία για τη φυσική ιστορία του είδους που χρησιμοποίησα εδώ, η πεποίθηση αυτή είναι τόσο ισχυρή, αφού όταν μάζευε κηλιδωτά γκέκο για μια μελέτη το 1996 στην αλατούχο πεδιάδα του Παντζάμπ, ένας ντόπιος φοβήθηκε και δε μπορούσε να τον αγγίξει για λίγες μέρες. Όταν κατάλαβε ότι δεν έπαθε τίποτα, εντυπωσιάστηκε και του ζητούσε επανειλημμένα το μαγικό ξόρκι χάρη στο οποίο δεν τον επηρέαζε το δηλητήριό τους. Όπως συνεχίζει ο ίδιος, τα ερπετά και τα αμφίβια γενικά αντιμετωπίζονται με απέχθεια στον ινδοπακιστανικό πολιτισμό, και πέρα από κάποιους ναούς που ζουν κάποια ιερά ερπετά, αντιμετωπίζονται με φόβο, ακόμα και αβλαβή είδη. Για παράδειγμα στο Πακιστάν πιστεύεται ότι τα σαμιαμίδια, τα διάφορα μικρά γκέκο που ζουν μέσα στα σπίτια, είναι δηλητηριώδη, όποιος τα αγγίξει παθαίνει σοβαρά δερματικά προβλήματα και δηλητηριάζουν το φαγητό και το ποτό αν πέσουν μέσα του. Τα παιδιά μαθαίνουν να φοβούνται αυτά τα ζώα και ο φαύλος κύκλος συνεχίζεται. Πολλοί από τους μύθους αυτούς διαδίδονται από τους φιδοπιάστες ή γκάργκα στο Πακιστάν, παραδοσιακά μέλη Σανιασίνων ή κατώτερων καστών, που όμως αντιμετωπίζονται με σεβασμό για τις υποτιθέμενες μαγικές τους δυνάμεις, οι οποίοι, για να προστατεύσουν το επάγγελμά τους, τρομοκρατούν τον αμόρφωτο κόσμο με τέτοιες ιστορίες. Αυτοί συχνά γίνονται γητευτές φιδιών και συλλέγουν τα δηλητηριώδη φίδια και άλλα ερπετά όπως τα κηλιδωτά γκέκο για να τα εμπορευτούν, με πολλά να εξάγονται στη Δύση. Παρά τις πιέσεις, το είδος δεν απειλείται και διατηρεί υψηλούς πληθυσμούς ακόμα και σε κατοικημένες περιοχές. Είναι κρυπτικό και δύσκολο να βρεθεί αν κάποιος δεν ψάχνει γι’αυτό. Αν λοιπόν πιαστεί από κάποιο ζώο ή άνθρωπο, θα προσπαθήσει να ξεφύγει στριφογυρίζοντας, βγάζοντας ήχους, δαγκώνοντας και αδειάζοντας το περιεχόμενο του εντέρου του. Το δάγκωμά του είναι σχετικά αδύναμο και συνήθως δεν πονάει καθόλου και δε σχίζει το δέρμα. Αν πιαστεί από την ουρά, μπορεί να την ρίξει, όπως και πολλές σαύρες. Η αυτοτομή της ουράς γίνεται στο καταγματικό πεδίο στη μη οστεοποιημένη μέση ενός σπονδύλου. Μόλις η ουρά αποκοπεί, τα αιμοφόρα αγγεία συσπώνται αμέσως για να μην υπάρξει αιμορραγία, και το ζώο ξεφεύγει, αφήνοντας πίσω του την ουρά, που εξακολουθεί να κινείται, μπρος στο σαστισμένο εχθρό. Έχει βρεθεί ότι η κίνηση της κομμένης ουράς δεν είναι τυχαία, αλλά η ουρά κάνει συνδυασμό μεγάλων και μικρότερων κινήσεων με εντολές από το νωτιαίο μυελό, μέχρι φυσικά να τελειώσουν τα αποθέματα ενέργειάς της και να εξαντληθεί από τον αναερόβιο μεταβολισμό. Ένα γκέκο χωρίς την ουρά του μπορεί να έχει σωθεί, αλλά αυτή η απώλεια κοστίζει. Έχει μόλις χάσει μια μεγάλη αποθήκη λίπους, και η αναγέννηση της νέας, η οποία θα πάρει λίγες εβδομάδες, θα απαιτήσει πολλή ενέργεια. Και φυσικά στο διάστημα της αναγέννησης δε θα μπορεί να κινηθεί τόσο καλά ούτε να ξαναχρησιμοποιήσει τηναυτοτομή ως άμυνα. Η ουρά είναι αρκετά σημαντική, αφού τα νεαρά γκέκο που την χάνουν, προσωρινά διοχετεύουν την ενέργειά τους στην αναγέννησή της, παρά στην ανάπτυξη.

Η περίοδος αναπαραγωγής για το είδος ξεκινά την άνοιξη, σύντομα μετά τη νάρκη, και τελειώνει περίπου στα μέσα του καλοκαιριού. Τα γκέκο αυτά αναγνωρίζουν το φύλο των ομοειδών τους με οσφρητικά ίχνη, τα οποία βρίσκονται πάνω στο σώμα τους και σε επιφάνειες απ’όπου έχουν περάσει. Ενώ προηγουμένως η αποικία ήταν μια μικτή ομάδα, στην περίοδο αυτήν το πιο κυρίαρχο αρσενικό καθαρίζει την επικράτειά του από τους αντιπάλους του. Το αρσενικό χρησιμοποιεί το έκκριμα των πόρων του για να σημάνει την περιοχή του, σύροντας το πίσω μέρος του στο έδαφος και σε επιφάνειες. Όταν συναντά αντίπαλο αρσενικό, σύρει τους πόρους στο έδαφος, κι επίσης γλείφει την περιοχή και απλώνει τη μυρωδιά πάνω του. Έπειτα μπορεί να κάνει μια επίδειξη απειλής, ώστε να τρομάξει ο αντίπαλος. Αν δε φύγει, τότε τρέχει προς το μέρος του, τον δαγκώνει και τον χτυπά με την ουρά. Κατά τη μάχη, και τα δύο ζώα χάνουν κομμάτια της επιδερμίδας τους. Στο τέλος ο ηττημένος φεύγει, έχοντας αφήσει πίσω του αρκετά κομμάτια δέρματος και συνήθως και την ουρά του, τα οποία μπορεί να φάει ο νικητής. Τα γκέκο αυτά είναι προσαρμοσμένα σε τέτοιου είδους τραυματισμούς και αναγεννούν την επιδερμίδα χωρίς καμία ουλή. Έπειτα ο νικητής έχει πρόσβαση σ’όλα τα θηλυκά της επικράτειάς του. Κατά το ζευγάρωμα, το αρσενικό πλησιάζει το θηλυκό δονώντας την ουρά του. Αν αυτό είναι δεκτικό, που συνήθως είναι, πηγαίνει σε μία γωνία και μετά το αρσενικό το δαγκώνει από την ουρά, ανεβαίνοντας σιγά-σιγά προς το λαιμό, απ’όπου το πιάνει. Έπειτα ανεβαίνει πάνω του, το θηλυκό σηκώνει την ουρά του και το αρσενι΄κό τοποθετεί ένα από τα δύο ημιπέη του στην αμάρα του θηλυκού. Ένα τρεμούλιασμα του θηλυκού υποδηλώνει επιτυχές ζευγάρωμα. Αν από την άλλη το θηλυκό δεν είναι δεκτικό, θα προσπαθήσει να φύγει ή θα κάνει επίδειξη απειλής και μπορεί να επιτεθεί στο αρσενικό. Η εγκυμοσύνη διαρκεί 10-20 μέρες ή και παραπάνω, κι έπειτα το θηλυκό γεννά μία δυάδα λευκών, ωοειδών αυγών μήκους συνήθως 31-35 χιλιοστών και πλάτους 13-16 χιλιοστών. Τα αυγά αυτά έχουν μαλακό κέλυφος και αφυδατώνονται στην ατμόσφαιρα, γι’αυτό το θηλυκό τα αποθέτει σε σκοτεινά και υγρά μέρη που δεν

πιάνει η βροχή, όπως στα βάθυ σχισμών ή κάτω από πέτρες. Ένα θηλυκό, ή όλα τα θηλυκά μιας αποικίας, μπορεί να χρησιμοποιούν ένα ασφαλές σημείο ωοτοκίας για χρόνια. Όπως όλα τα γκέκο, μπορεί να γεννήσουν και ένα μόνο αυγό εάν είναι μικρά, εξαντλημένα κλπ, αλλά κανονικά ποτέ πάνω από δύο. Γέννες με τρία αυγά είναι εξαιρετικά σπάνιες στα γκέκο, και ένα είδος που έχει καταγραφεί με τρία αυγά είναι και το κηλιδωτό γκέκο. Στη φύση το θηλυκό μπορεί να γεννήσει 3-4 φορές το χρόνο, σπάνια περισσότερο, ενώ στην αιχμαλωσία γεννά συνήθως περισσότερες στα παραγωγικά του χρόνια, σπάνια ως και 10. Το διάστημα μεταξύ των γεννών κυμαίνεται στις 10-35 ημέρες, και είναι δυνατό το θηλυκό να απορροφήσει κάποια αυγά εάν οι συνθήκες δεν είναι καλές. Το κηλιδωτό γκέκο παρουσιάζει θερμοεξαρτώμενο καθορισμό φύλου, δηλαδή το φύλο των απογόνων δεν καθορίζεται από τη γενετική, αλλά από τη θερμοκρασία στις πρώτες 22 ημέρες της επώασης. Επίσης η θερμοκρασία επώασης επηρεάζει το μέγεθος των μικρών, το χρωματισμό, ακόμα και τη συμπεριφορά. Η επίδραση της θερμοκρασίας επώασης στα παραπάνω έχει μελετηθεί εκτενώς σ’αυτό το είδος. Θερμοκρασίες μεταξύ 26-28 βαθμών παράγουν σχεδόν αποκλειστικά θηλυκά, στους 30 βαθμούς παράγεται περίπου ίσο ποσοστό αρσενικών και θηλυκών, ενώ σε θερμοκρασίες μεταξύ 31-32 βαθμών παράγονται κυρίως αρσενικά. Σε θερμοκρασίες 34-35 βαθμών παράγονται τα λεγόμενα ζεστά θηλυκά (hot females), τα οποία όμως είναι ανεπιθύμητα γιατί έχουν συμπεριφορά αρσενικού – προσπαθούν να ζευγαρώσουν με άλλα θηλυκά και μαλώνουν με τα αρσενικά -, έτσι δύσκολα πείθονται να γονιμοποιηθούν. Οι απόγονοί τους ωστόσο είναι υγιείς και γόνιμοι σύμφωνα με μελέτες, παρά τους ισχυρισμούς ότι αυτά τα θηλυκά είναι στείρα ή δε βγάζουν καλούς απογόνους. Ανεξάρτητα με τη θερμοκρασία που επωάστηκαν, όλα τα θηλυκά του είδους φέρουν ίχνη ημιπεών. Ο χρόνος επώασης εξαρτάται από τη θερμοκρασία, με συντομότερο χρόνο σε υψηλότερες θερμοκρασίες. Σε θερμοκρασίες που βγάζουν κυρίως θηλυκά η επώαση μπορεί να διαρκέσει 55-65 ημέρες, ενώ σε θερμοκρασίες που βγάζουν κυρίως αρσενικά μπορεί να διαρκέσει 35-45 ημέρες. Κάποιες φορές μπορεί να κάνουν ακόμα και λιγότερο, ενώ σε χαμηλότερες θερμοκρασίες μπορεί να διαρκέσει περισσότερο. Ο χρωματισμός και το μέγεθος των νεοσσών επίσης επηρεάζονται από τη θερμοκρασία, με πιο ζωηρόχρωμα αλλά μικρότερα μικρά σε υψηλότερες θερμοκρασίες. Σε χαμηλότερες θερμοκρασίες, το έμβρυο αξιοποιεί καλύτερα τα θρεπτικά συστατικά του κρόκου, γι’αυτό γεννιέται μεγαλύτερο και πιο εύρωστο. Αντίθετα σε υψηλές θερμοκρασίες, αν και το έμβρυο αναπτύσσεται ταχύτερα, μεταβολίζει έτσι κι αλλιώς υψηλότερα για να συντηρηθεί, έτσι καίει περισσότερη ενέργεια και γεννιέται μικρότερο. Οι πεπειραμένοι και ευσυνείδητοι εκτροφείς κάνουν περίπλοκους χειρισμούς με τη θερμοκρασία για να επηρεάσουν το φύλο και το χρωματισμό των γκέκο, φροντίζοντας παράλληλα και για την υγεία τους. Ένα μυστικό για παράδειγμα είναι η επώαση των θηλυκών σε χαμηλές θερμοκρασίες, και η μετακίνησή τους μετά το παράθυρο του φυλοκαθορισμού σε υψηλότερες, για να επιταχυνθεί η διαδικασία και να έχουν εντονότερα χρώματα. Αν ψάξετε για αποτελέσματα μελετών πάνω στην αναπαραγωγή του κηλιδωτού γκέκο, θα βρείτε πολλά ενδιαφέροντα ευρήματα. Για παράδειγμα, τα θηλυκά έχουν έναν τρόπο ενδυνάμωσης των μικρών, ακόμα κι αν τα αυγά τους είναι μικρότερα. Όσο περνά το καλοκαίρι, τα θηλυκά εξαντλούνται από τις απανωτές γέννες και γεννούν μικρότερα αυγά, τα οποία δίνουν μικρότερα μικρά. Έτσι, για να αυξήσουν την ανταγωνιστικότητα αυτών των μικρών, εφοδιάζουν τον κρόκο του αυγού με επιπλέον στεροειδή, ώστε τα μικρά να είναι ανταγωνιστικότερα και επιθετικότερα σε σχέση με τα σωματικά μεγαλύτερ απαλιότερα αδέρφια τους. Έναάλλο ενδιαφέρον εύρημα είναι η ανακάλυψη ότι το προγεννητικό περιβάλλον επηρεάζει τη συμπεριφορά των νεοσσών του κηλιδωτού γκέκο. Όλοι έχουμε ακούσει ιστορίες για το πόσο πολύ το αγέννητο παιδί επηρεάζεται από το περιβάλλον της μητέρας του. Αν ακούει κλασική μουσική θα είναι ήρεμο, αν η μάνα δεν τρώει σωστά θα είναι παλιοχαρακτήρας κλπ. Στη μελέτη αυτήν λοιπόν, αυγά κηλιδωτών γκέκο χωρίστηκαν σε τρεις ομάδες, η μία επωάστηκε σε απόλυτο σκοτάδι, η άλλη σε λίγο φως και η άλλη σε φως με σχήματα. Όταν γεννήθηκαν, για τις πρώτες μέρες αυτά που επωάστηκαν κάτω από σχήματα προτίμησαν το ίδιο περιβάλλον. Οπότε ο μύθος της σπουδαιότητας της προγεννητικής επίδρασης καταρρίπτεται, αν ακόμα και μια σαύρα, που δε φροντίζει τα μικρά της, παρουσιάζει το ίδιο χαρακτηριστικό.

Στο τέλος της επώασης λοιπόν, το αυγό καταρρέει και σύντομα ο νεοσσός εκκολάπτεται. ΟΙ νεοσσοί έχουν μήκος 6-8 εκ. και βάρος 3-5 γραμμάρια. Αλλάζουν το πρώτο τους δέρμα σε 2-3 μέρες και μετά αρχίζουν να τρώνε. Στα χρώματα και στη συμπεριφορά διαφέρουν πολύ από τα ενήλικα άτομα του είδους τους• έχουν μαύρο ή σκούρο καφέ χρώμα, με δύο ή τρεις κίτρινες ζώνες στο σώμα, μια λευκοκίτρινη στον αυχένα που φτάνει ως τα χείλη και πολλές μικρότερες στην ουρά. Ο χρωματισμός τους είναι μιμητικός δηλητηριωδών αρθροπόδων στην περιοχή τους, κι όταν αντιμετωπίζουν εχθρό δε διστάζουν να του αντιπαρατεθούν. Σε περίπτωση απειλής. Σηκώνουν την ουρά τους ψηλά, σαν σκορπιοί, ανοίγουν το στόμα τους και βγάζουν μια έντονη για το μέγεθός τους κραυγή, ενώ μπορεί επίσης να πεταχτούν προς την απειλή και να δαγκώσουν. Αν και το δάγκωμά τους είναι ασήμαντο, το ζώο μπορεί να νομίζει ότι τσιμπήθηκε από κάτι επικίνδυνο και να το αφήσει. Οι άνθρωποι που ζούσαν σε συμπατ΄ρια με το γκέκο ίσως να τρόμαζαν επίσης από την υπερβολική αντίδραση ενός τόσο μικρού ζώου, κι έτσι να το θεώρησαν λανθασμένα επικίνδυνο. Τα μικρά περνούν από μια οντογενετική χρωματική αλλαγή στους τρεις μήνες της ζωής τους, οπότε οι σκούρες περιοχές σπάνε σε κηλίδες και το ζώο αποκτά τον γνωστό χρωματισμό παραλλαγής. Έκτοτε, είναι πιθανότερο να τρέξουν μακριά από κάποια απειλή παρά να της αντιπαρατεθούν. Είναι από τις λίγες περιπτώσεις όπου το μικρό είναι πιο τσαμπουκάς από τον ενήλικα. Στο διάστημα αυτό των τριών μηνών είναι επίσης δυνατή η διάγνωση του φύλου από κάποιο προσεκτικό μάτι, αλλιώς μπορεί να γίνει με μεγαλύτερη ασφάλεια στους 5-6 μήνες. Πολύ πεπειραμένοι εκτροφείς μπορούν ωστόσο να διαγνώσουν το φύλο στις 2-3 βδομάδες. Τα γκέκο αυτά ωριμάζουν γεννητικά στους 9-12 μήνες, και στη φύση φτάνουν συνήθως στο πλήρες τους μέγεθος τον επόμενο χρόνο από τη γέννησή τους. Τα θηλυκά αρχίζουν να γεράζουν αναπαραγωγικά υπό συνθήκες χαλαρής αναπαραγωγής στα 10-12 χρόνια, ενώ τα αρσενικά διατηρούνται ακμαία πρακτικά για όλη τους τη ζωή. Αντίθετα, σε συνθήκες εντατικής αναπαραγωγής, όπως εφαρμόζουν μερικοί εκτροφείς, όπου τα θηλυκά αναπαράγονται από το Φεβρουάριο έως τον Οκτώβριο και γεννούν πάνω από 10 φορές, τα θηλυκά παύουν να είναι γόνιμα μετά τα 4 χρόνια και συνήθως πεθαίνουν στα 7-10 χρόνια. Η κανονική διάρκεια ζωής του είδους κυμαίνεται στα 15-20 χρόνια, με τα αρσενικά να ζουν περισσότερο από τα θηλυκά λόγω λιγότερης καταπόνησης κατά την αναπαραγωγή, τα οποία κατέχουν και το ρεκόρ, με ένα αρσενικό στο Ζωολογικό Κήπο Woodland Park του Σιάτλ με καταγεγραμμένη διάρκεια ζωής τα 28,5 χρόνια.

Στην αιχμαλωσία

Το κηλιδωτό γκέκο του είδους Eublepharis macularius είναι από τις κοινότερες, αν όχι η κοινότερη, σαύρα στην αιχμαλωσία παγκοσμίως. Έχει μεγάλο ιστορικό εκτροφείς και μπορεί να θεωρηθεί η πρώτη εξημερωμένη σαύρα. Εάν ο βασικός ορισμός της εξημέρωσης είναι η γενετική τροποποίηση ενός οργανισμού από τον άνθρωπο, αυτό το είδος τον πληροί. Δεν είναι εξημερωμένο όπως ένας σκύλος ή κάποιο άλλο μεγάλο ζώο που συνεργάζεται με τον άνθρωπο, αλλά όπως τα χρυσόψαρα, μικρά πουλιά κλπ, που κυρίως έχουν επιλεγεί για την εμφάνισή τους. Ακόμα και ο χρωματισμός άγριου τύπου (normal) του γκέκο αυτού δεν αντιστοιχεί πλήρως σε κάποια φυσική μορφή του, μιας και τα διάφορα υποείδη και οι τοπικές παραλλαγές συγχωνεύτηκαν στα πρώτα χρόνια της αναπαραγωγής του στην αιχμαλωσία. Εκείνη την εποχή, οι εκτροφείς ενδιαφέρονταν περισσότερο να κρατήσουν ένα είδος ζωντανό και να βγάλουν απογόνους, παρά να διατηρήσουν καθαρές τις γραμμές. Έτσι το σημερινό αιχμάλωτο είδος αποτελεί σύμφυρση όλων των υποειδών, με μεγαλύτερη συμβολή αυτών του Πακιστάν. Πέρα από κατοικίδιο, το κηλιδωτό γκέκο έχει γίνει χάρη στην εύκολη συντήρηση και αναπαραγωγή του χρήσιμος οργανισμός μοντέλο στα εργαστήρια, στο οποίο μελετώνται πράγματα όπως η επίδραση των συνθηκών επώασης στο φύλο και στο φαινότυπο των μικρών, όπως προανέφερα, η αναγέννηση της ουράς και του δέρματος, η αντικατάσταση των δοντιών, η εμβρυική ανάπτυξη, η θερμορρύθμιση κλπ. Είναι ένα από τα πλέον μελετημένα ερπετά, και γι’αυτό έχουμε πολλές επιστημονικές πληροφορίες όσον αφορά αυτό το είδος.
Η εκτροφή του γκέκο αυτού στην αιχμαλωσία ξεκίνησε ήδη από τη δεκαετία του 1970. Εκείνη την εποχή κατέφθαναν σε Ευρώπη και ΗΠΑ χιλιάδες πιασμένα άτομα κυρίως από το Πακιστάν, αλλά και από γειτονικές χώρες. Μέσα σ’όλες αυτές τις χιλιάδες κιτρινόμαυρων σαυρών, τύχαινε να υπάρχουν μερικές με αποκλίνοντα χρωματισμό, οι οποίες έγιναν η βάσεις για τα σημερινά μορφικά. Άλλα μορφικά προέρχονταν από τυχαίες μεταλλάξεις στην αιχμαλωσία. Τα μορφικά ήταν αυτό που απογείωσε την εκτροφή του κηλιδωτού γκέκο, και το έβαλε στη θέση που είναι σήμερα. Παρόλο που οι τεχνικές διατήρησης και αναπαραγωγής είχαν τελειοποιηθεί σε μεγάλο βαθμό στα τέλη της δεκαετίας του 1980, ακόμα και τότε συνέχισαν οι εισαγωγές γκέκο, επειδή ήταν φθηνότερα, άρα ο κόσμος εξακολουθούσε να τα αγοράζει, κι επίσης οι εκτροφείς περίμεναν να βρουν αυτό το μοναδικό ζώο που έψαχναν. Τελικά το Πακιστάν έκλεισε τις εξαγωγές γκέκο το 1990, κι έκτοτε οι τεχνικές εκτροφής του τελειοποιήθηκαν, ώστε σήμερα να έχουμε σχεδόν υπερπληθυσμό αυτών των ζώων και προσιτές, αν όχι εξευτελιστικές τιμές για normal και απλά μορφικά. Έτσι γίνεται δυστυχώς, δε βάζει ο κόσμος μυαλό εκτός κι αν υπάρχει ένας μπαμπούλας πάνω απ’το κεφάλι του με τη μορφή νέων νομοθεσιών και απαγορεύσεων στις εξαγωγές. Ο κόσμος συνέχιζε ν’αγοράζει πιασμένα ζώα, μόνο και μόνο επειδή ήταν φθηνότερα, άσχετα αν ήταν χειρότερα στην υγεία τους ή αυτό επηρέαζε τους άγριους πληθυσμούς. Απευθύνω την έκκλησή μου σ’όλους τους αναγνώστες μου, να αγοράζετε όσο γίνεται μόνο ζώα από αναπαραγωγές στην αιχμαλωσία (cb). Σήμερα λοιπόν όλα τα γκέκο που κυκλοφορούν στο εμπόριο προέρχονται αποκλειστικά από αναπαραγωγή στην αιχμαλωσία. Αυτό δε σημαίνει ωστόσο ότι όλοι οι εκτροφείς είναι ευσυνείδητοι και όλα τα καταστήματα σωστά.
Προσπαθήστε ν’αγοράζετε κηλιδωτά γκέκο από χομπίστες εκτροφείς που αγαπούν τα ζώα τους και κάνουν το καλύτερο γι’αυτά, ή από εξειδικευμένα καταστήματα στα ερπετά. Εκτός από τον άγριο τύπο ή normal υπάρχουν και δεκάδες μορφισμών, τους οποίους δε μπορώ να συζητήσω σ’αυτό το άρθρο γιατί είναι πάρα πολλοί. Βασικά τα μορφικά είναι ζώα που έχουν υποστεί επιλεκτική αναπαραγωγή για το χρωματισμό τους, ο οποίος διαφέρει από τον φυσικό. Υπάρχουν ελαφριά μορφικά όπως τα tangerine με πορτοκαλίζον χρώμα και τα high yellow με εντονότερα κίτρινα, hypo με λιγότερη μελανίνη, κλπ, αλλά υπάρχουν και πιο αποκλίνοντα όπως τα patternless χωρίς σχέδια, τα Mac snow, με ασπρόμαυρα χρώματα, τρεις τύποι αλφικών (Albino), κλπ. Οι μορφισμοί μπορεί να οφείλονται είτε σε υπολειπόμενα γονίδια, είτε σε συνυπερέχοντα γονίδια, ή σε πολυγονιδιακά φαινόμενα. Εκτός από το χρωματισμό, ορισμένα μορφικά έχουν επιλεγεί για το μέγεθός τους, όπως για παράδειγμα οι γίγαντες Τρέμπερ (Tremper giants), οι οποίοι φτάνουν τα 30 εκατοστά σε μήκος και τα 140 γραμμάρια σε βάρος. Ο Ron Tremper είναι μεγάλο και παλιό όνομα στην εκτροφή αυτού του είδους, πρωτοπόρος σε πολλές τεχνικές και δημιουργός πολλών πετυχημένων μορφικών. Τα μορφικά δε διαφέρουν σε κάτι σημαντικό πέρα από το χρώμα ή και το μέγεθος από τα «κανονικά» κηλιδωτά γκέκο, και φυσικά μπορούν να συνδυαστούν για να δώσουν είτε ετερόζυγα νορμάλ είτε άλλα μορφικά, ανάλογα με το γενετικό συνδυασμό. Υπάρχουν ωστόσο και λίγες εξαιρέσεις, όπως τα enigma, σημαντικό ποσοστό των οποίων παρουσιάζει σοβαρά νευρολογικά προβλήματα, και γι’αυτό η δημοτικότητά τους έχει πέσει. Επίσης τα αλφικά ζώα δεν ανέχονται τον υψηλό φωτισμό, αλλά πέρα απ’αυτό, δεν έχουν κάποιο άλλο πρόβλημα. Παράλληλα με την αγορά των μορφικών, υπάρχουν και εκτροφείς που διατηρούν καθαρές γραμμές του άγριου τύπου ή συγγενικών ειδών. Τα ζώα αυτά, επειδή έχουν μεγαλύτερη γενετική ποικιλομορφία, χρησιμοποιούνται για την ενδυνάμωση κλειστών γραμμών μορφικών. Υπάρχει ωστόσο πιθανότητα οι περισσότερες απ’αυτές τις γραμμές να έχουν μικρό ποσοστό επιμιξίας με E. Macularius, για παράδειγμα αυτό λέγεται συχνά για τους E. Turcmenicus, αν και μόνο μία εξέταση dna θα μπορούσε να λύσει το φλέγον ζήτημα.

Όπως προανέφερα, τα γκέκο αυτά είναι πολύ εύκολα στη φροντίδα. Αν και θα μπορούσαν να ζήσουν σ’ένα χώρο 40χ25 με δύο κρυψώνες, μία στη ζεστή και μία στη δροσερή μεριά και μια υγρή κρυψώνα, χαρτί κουζίνας για υπόστρωμα και ένα μπολ τροφής και νερού, καλό είναι να τους δίνεται κάτι περισσότερο. Το παραπάνω είναι το ελάχιστο που προτείνεται για ένα γκέκο, αν και στην πραγματικότητα είναι αρκετά λίγο. Εφόσον το γκέκο αυτό σκαρφαλώνει στη φύση, θα χρειαστεί περισσότερα αντικείμενα αναρρίχησης ώστε να ασκείται. Ένας χώρος 45χ30 είναι ιδανικός για ένα, οριακός για δύο συμβατά γκέκο, ενώ ένας χώρος 60χ45 είναι ιδανικός για δύο ή και τρία. Για κάθε νέο ζώο, ο χώρος θα πρέπει να αυξάνεται περίπου κατά 50%. Το ύψος δεν έχει τόση σημασία, αν και καλό είναι να έχουν λίγα εκατοστά να σκαρφαλώνουν, για παράδειγμα 20-30 εκατοστά. Τα γκέκο αυτά ζουν άνετα σε ομάδες, αρκεί να θυμάστε ότι δύο αρσενικά στην πορεία σίγουρα θα μαλώσουν, ίσως μέχρι θανάτου επειδή ο ηττημένος δε θα μπορεί να ξεφύγει, ένα αρσενικό με ένα ή περισσότερα θηλυκά θα οδηγήσει σίγουρα σε αναπαραγωγή, κάτι που μπορεί να επιδιώκετε ή όχι, ενώ ένα αρσενικό με ένα μόνο θηλυκό είναι πιθανό να στρεσάρει το θηλυκό επειδή θα δέχεται συνεχή παρενόχληση από το αρσενικό, και μπορεί επίσης το αρσενικό να τραυματιστεί από το μη δεκτικό θηλυκό. Οπότε καλύτερο σχήμα είναι είτε πάνω από ένα θηλυκό είτε ένα αρσενικό με δύο ή περισσότερα θηλυκά, χωρίς να σημαίνει αυτό ότι τα ζευγάρια έχουν πάντοτε προβλήματα. Εάν παρατηρείτε ότι μαλώνουν και κάποιο στρεσάρεται τόσο ώστε να μην τρέφεται σωστά ή δείχνει τραυματισμένο, καλύτερα να το απομονώσετε και ν’αναζητήσετε την αιτία του προβλήματος, π.χ. ανεπαρκής χώρος, αλλιώς ίσως χρειαστεί να το έχετε χωριστά μόνιμα. Το τερράριο εσωτερικά θα πρέπει να περιέχει επιφάνειες για σκαρφάλωμα και κρυψώνες. Προτείνεται, σε περίπτωση που στεγάζεται πάνω από ένα γκέκο στον ίδιο χώρο, να υπάρχουν ξεχωριστές κρυψώνες για το καθένα, αν και στην πραγματικότητα συνήθως όλα χρησιμοποιούν την ίδια. Αντικείμενα όπως πέτρες, χοντρά κλαδιά, κομμάτια φλοιού, σπασμένες γλάστρες, ή κομμένες καρύδες, μισά κούτσουρα και κορμοί και κομμάτια από φελλό που πωλούνται στα ειδικά καταστήματα είναι κατάλληλα για τη διακόσμηση του τερραρίου. Χρειάζεται μόνο προσοχή με τις πέτρες και παρόμοια βαριά αντικείμενα, τα οποία θα πρέπει να είναι καλά στερεωμένα για να μην πέσουν και καταπλακώσουν τα γκέκο. Θα πρέπει να υπάρχει δυνατότητα κρυψήματος και στη θερμή και στη δροσερή πλευρά, ώστε το ζώό να μην αναγκάζεται να θυσιάζει τη θερμορρύθμισή του για την ασφάλεια. Καλύτερο είναι να μπορεί να κινείται από τη μία πλευρά στην άλη κρυμμένο, οπότε μια μακρόστενη κρυψώνα όπως ένα κομμάτι φλοιού ή φελλού είναι ιδανική. Μία υγρή κρυψώνα στη ζεστή πλευρά είναι επίσης απαραίτητη. Στη φύση αυτά τα γκέκο ζουν σε υγρά μικροκλίματα, και μια τέτοια κρυψώνα θα τα βοηθήσει να διατηρούν την ενυδάτωσή τους και να αλάζουν το δέρμα τους χωρίς προβλήματα. Στην πιο απλή της μορφή, η υγρή κρυψώνα είναι ένα κουτί όπως ένα ταπεράκι γεμισμένο με υγρά χαρτιά, τύρφη, βρύα ή χώμα, το οποίο έχει μια τρύπα στο πλάι για να μπαινοβγαίνει το γκέκο. Η κρυψώνα αυτή λειτουργεί επίσης ως χώρος εναπόθεσης των αυγών σε περίπτωση αναπαραγωγής. Επειδή συχνά τα γκέκο περνούν πολύ χρόνο εκεί, γίνεται να την συγχωνεύσεται με τη ζεστή κρυψώνα, π.χ. μια μεγάλη ζεστή κρυψώνα με το μισό της υγρό. Το υπόστρωμα θα πρέπει να είναι κάτι εύκολο στο καθάρισμα και ασφαλές. Η άμμος είναι εντελώς ακατάλληλη, γιατί απλώς το ζώο αυτό δεν είναι προσαρμοσμένο να ζει και να βαδίζει στην άμμο. Οι σαύρες που βαδίζουν στην άμμο, όπως ο τερατοσκίγκος, έχουν κροσσωτές φολίδες στα δάχτυλά τους. Το γκέκο αυτό δεν έχει. Η άμμος, εκτός του ότι είναι βαριά και δύσκολη στο καθάρισμα επειδή απορροφά υγρά και μικροσωματίδια, παράγει πολλή σκόνη, ενδέχεται να προκαλέσει ενσφήνωση αν το ζώο την καταπίνει συχνά, και μπορεί να εισχωρήσει σε ευαίσθητες περιοχές όπως μέσα στα μάτια, ανάμεσα στα χείλη και στα δόντια, στα ρουθούνια, στα αυτιά, στην αμάρα κλπ, προκαλώντας ερεθισμούς και μολύνσεις. Γι’αυτό καλύτερα να την αποφύγετε. Εάν θέλετε οπωσδήποτε ένα φυσικό υπόστρωμα, μπορείτε να φτιάξετε ένα σκληρό μείγμα από αργιλώδες χώμα, χαλίκια και πετραδάκια, το οποίο θα πρέπει να συμπιέσετε καλά. Αλλιώς μπορείτε να χρησιμοποιήσετε την ευκολότερη λύση, χαρτί. Χαρτί κουζίνας για τα μικρότερα ή και για τα ενήλικα, και εφημερίδα ή άλλα σκληρότερα χαρτιά για τα ενήλικα. Οποιοδήποτε χαρτί που δε γλιστρά πολύ κάνει. Τα κηλιδωτά γκέκο επιλέγουν μία γωνία του χώρου τους όπου αφοδεύουν αυστηρά εκεί, οπότε το καθάρισμά τους είναι πολύ εύκολο. Τα νεαρά ωστόσο άτομα, που ακόμα δεν έχουν εγκαθιδρύσει κάποια επικράτεια, μπορεί για τους πρώτους μήνες να αφοδεύουν οπουδήποτε.

Όπως όλα τα ερπετά, έτσι και τα κηλιδωτά γκέκο θα πρέπει να θερμορρυθμίζονται. Το τερράριο θα πρέπει να έχει από κάτω μια θερμαντική πλάκα, η οποία θα θερμαίνει το 1/3 του πυθμένα του χώρου στους 32-34 βαθμούς, ενώ το υπόλοιπο θα μένει αθέρμαστο. Έτσι το ζώό θα μπορεί να κινείται από τη ζεστή στη δροσερή πλευρά όποτε το χρειάζεται. Η θέρμανση επιτυγχάνεται και με λάμπα, αλλά για το συγκεκριμένο είδος, η ζέστη από κάτω είναι πολύ αποτελεσματική. Ίσως ωστόσο σε μεγαλύτερα και ψηλότερα τερράρια με παχύτερο πυθμένα να χρειαστεί και μία λάμπα, η οποία θα θερμαίνει επίσης τον αέρα και τις επιφάνειες. Εάν χρησιμοποιείται λάμπα, θα πρέπει να σβήνει το βράδυ, εκτός κι αν είναι κεραμική και δεν εκπέμπει φως. Αλλιώς η θερμαντική πλάκα μπορεί είτε να μένει αναμμένη όλο το εικοσιτετράωρο είτε να σβήνει το βράδυ. Τα γκέκο αυτά δεν ενοχλούνται με τη μόνιμη παροχή θερμότητας. Εάν ωστόσο θέλετε να την ρίξετε το βράδυ, η θερμοκρασία δε θα πρέπει να πέσει κάτω από τους 22-26 βαθμούς. Αν και γίνεται να πέσει ως τους 18 χωρίς άμεσο πρόβλημα, ο μεταβολισμός τους θα πέσει και δε θα αποδίδουν όσο θα μπορούσαν. Το καλοκαίρι, εάν η περιβαλλοντική θερμοκρασία φτάνει τους 30-32 βαθμούς ή και παραπάνω κάθε μέρα, δε θα χρειαστεί θερμαντικός εξοπλισμός. Θυμηθείτε ωστόσο να τον ανάψετε αμέσως μόλις η θερμοκρασία πέσει κάτω απ’αυτά τα επίπεδα. Μια ευκολότερη λύση είναι να τον έχετε συνδεδεμένο σε θερμοστάτη ή ροοστάτη, ο οποίος αυτόματα θα τον ανάβει όποτε η θερμοκρασία πέφτει σε σχέση με το σημείο που ρυθμίσατε. Όπως και τα περισσότερα γκέκο και οι νυκτόβιες σαύρες, το κηλιδωτό γκέκο δεν είναι ακριβής θερμορρυθμιστής όπως τα ημερόβια είδη που λιάζονται, γι’αυτό δε χρειάζεται μια συγκεκριμένη θερμοκρασία για να λειτουργεί σωστά. Λειτουργεί σε μια ευρύτερη ζώνη θερμοκρασιών, με προτιμότερες αυτές μεταξύ 30-33 βαθμούς. Η λάμπα υπεριώδους ακτινοβολίας (uvb), με την οποία τα ερπετά και άλλα ζώα συνθέτουν τη βιταμίνη d3 για το μεταβολισμό του ασβεστίου δεν είναι απαραίτητη για το συγκεκριμένο είδος, αφού είναι νυκτόβιο και μπορεί να λαμβάνει τη βιταμίνη μέσω της διατροφής, εντούτοις ακόμα και τα νυκτόβια εκτίθενται στον ήλιο, γι’αυτό μερικοί πιστεύουν ότι μια λάμπα uvb χαμηλής απόδοσης γύρω στο 2% ωφελεί, αν και δεν έχει γίνει σχετική μελέτη γι’αυτό.
Θα μπορούσατε να την εντάξετε σε κάποιο μεγάλο τερράριο εάν επιθυμείτε.

Τα γκέκο αυτά είναι σχεδόν αποκλειστικά εντομοφάγα. Μπορούν να φάνε διάφορα έντομα που εκτρέφονται για εντομοφάγα ζώα, όπως γρύλλους (Acheta domestica), ακρίδες (Locusta migratoria), κατσαρίδες Αργεντινής (Blaptica dubia), κατσαρίδες κόκκινους δρομείς (Shellfordella tartara), αλευροσκούληκα (Tenebrio molitor), προνύμφες και σκαθάρια, βασιλικά αλευροσκούληκα (Zophobas morio), κηροσκούληκα ή μελοσκούληκα (Galleria melonella), και προνύμφες και πεταλούδες, προνύμφες μαύρης στρατιωτόμυγας ή phoenix worms (Hermetia illucens), προνύμφες χρυσού σκαραβαίου (Pachnoda marginata) κλπ. Τα παραπάνω έντομα θα τα βρείτε σε εξειδικευμένα καταστήματα για ερπετά ή μπορείτε να τα παραγγείλετε, ενώ ορισμένα, όπως τα αλευροσκούληκα και τις κατσαρίδες της Αργεντινής, μπορείτε εύκολα να τα εκθρέψετε και μόνοι σας. Δεν προτείνεται να δίνετε στα γκέκο σας έντομα πιασμένα απ’τη φύση, γιατί μπορεί να περιέχουν τοξικά χημικά ή επικίνδυνους μικροοργανισμούς. Εάν θέλετε να τα δώσετε, καλύτερα να πιάσετε σχετικά ασφαλή έντομα όπως γρύλλους, ακρίδες, πράσινες μη τριχωτές κάμπιες από μη τοξικά φυτά, νυχτοπεταλούδες κλπ, και να αποφύγετε έντομα με κακή γεύση ή τοξίνες όπως πασχαλίτσες, πυγολαμπίδες, βρωμούσες, τριχωτές κάμπιες κλπ, αλά και έντομα που είναι πιθανότερο να φέρουν παθογόνους μικροοργανισμούς όπως μύγες, κοπροφάγους σκαραβαίους και κατσαρίδες από το σπίτι σας. Ένα ενήλικο γκέκο μπορεί να φάει 3-6 έντομα, ανάλογα με το μέγεθός τους. Μπορούν να φάνε χωρίς πρόβλημα έντομα όσο και το 90% του κεφαλιού. Εάν συστεγάζετε γκέκο, κανονίστε την ποσότητα ανάλογα. Εάν την άλλη μέρα όλα τα έντομα λείπουν, τοποθετήστε λίγα περισσότερα για να βεβαιωθείτε ότι δεν πεινάει κανείς. Τα έντομα που δεν πηδούν και τείνουν να κρύβονται μπορούν να τοποθετηθούν σ’ένα μπολ, απ’όπου δε θα μπορούν να ξεφύγουν και τα γκέκο θα τα πιάνουν εύκολα. Έντομα που πηδάνε όπως οι γρύλλοι και οι ακρίδες μπορούν ν’αφεθούν ελεύθερα στο χώρο, και τα γκέκο θα τα κυνηγήσουν. Τα ενήλικα γκέκο θα πρέπει να τρώνε κάθε 2-3 μέρες, ενώ τα αναπτυσσόμενα καθημερινά. Κοντά περίπου στο χρόνο, τα ίδια τα γκέκο θα μειώσουν την πρόσληψη τροφής τους καθώς σταματά η ανάπτυξή τους, ειδοποιώντας σας για την αλλαγή στο πρόγραμμα ταΐσματος. Παρόλα αυτά μπορείτε να έχετε μόνιμα το μπολ γεμάτο, και το γκέκο να τρώει όποτε θέλει. Αυτό εφαρμόζουν οι περισσότεροι εκτροφείς, ωστόσο έχει δεχτεί κριτική γιατί μπορεί να οδηγήσει σε παχυσαρκία. Το παραπάνω δεν ισχύει για τα αναπαραγόμενα θηλυκά, τα οποία έχουν υψηλότερες ανάγκες σε θρεπτική τροφή. Χάρη στις μεγάλες αποθήκες λίπους αυτού του είδουςς, μπορεί να επιβιώσει για αρκετό διάστημα χωρίς τροφή. Η βασική τροφή που χρησιμοποιούν οι εκτροφείς είναι τα αλευροσκούληκα, μια θρεπτική αλλά παχυντική τροφή. Συχνά λόγω αυτού τα γκέκο εθίζονται στα αλευροσκούληκα, με αποτέλεσμα να χάνουν γρήγορα βάρος όταν αυτά ελαττώνονται στη διατροφή τους μέχρι να προσαρμοστούν. Η ποικιλία είναι σημαντική για τη διατροφή κάθε ζώου. Φροντίστε να παρέχετε στα γκέκο μια ποικίλη διατροφή, ή τουλάχιστον δύο βασικά είδη, π.χ. αλευροσκούληκο και γρύλλο ή αλευροσκούληκο και κατσαρίδα Αργεντινής, τα οποία θα συμπληρώνετε με διάφορα άλλα είδη περιστασιακά. Τα μελοσκούληκα δε θα πρέπει να δίνονται ως βασική τροφή, γιατί είναι υπερβολικά παχυντικά (40% λίπος) και εθιστικά. Επίσης τα γκέκο μπορεί να μην φάνε όλα τα είδη που προανέφερα, για παράδειγμα πολλά δε δέχονται τις σκληρές, αν και θρεπτικές προνύμφες μύγας και τις νυχτοπεταλούδες. Επειδή τα περισσότερα έντομα υπολείπονται σε ασβέστιο, θα πρέπει να συμπληρώνονται μ’αυτό το στοιχείο με την ειδική σκόνη, σε κάθε τάισμα για τα μικρά και τα αναπαραγόμενα θηλυκά και σε κάθε λίγα ταΐσματα για τα ενήλικα. Πολλοί εκτροφείς τοποθετούν ένα μπολ με σκόνη ασβεστίου μόνιμα στο τερράριο των γκέκο, ιδίως όταν τα θηλυκά αναπαράγονται, και αυτό είναι μια καλή ιδέα για μια τέτοια περίπτωση. Επίσης θα χρειαστεί συμπλήρωση και με βιταμίνη d3, κάθε εβδομάδα για τα μικρά και αραιότερα για τα ενήλικα, ενώ οι πολυβιταμίνες θα πρέπει να δίνονται κάθε 2 βδομάδες για τα μικρά και κάθε μήνα για τα ενήλικα. Αν ωστόσο τα θηράματα των γκέκο τρέφονται με πλούσιες τροφές, οι πολυβιταμίνες μπορεί να μη χρειάζονται τόσο πολύ. Είναι κοινή πρακτική τα θηράματα, ιδίως αν δε βγήκαν πρόσφατα από την αποικία, να ταΐζονται για λίγες μέρες με θρεπτική τροφή όπως φρούτα, λαχανικά και πίτουρο για να τα αφομοιώσουν στο σώμα τους και να γίνουν θρεπτικότερη τροφή τα ίδια. Πέρα από έντομα, τα ενήλικα κηλιδωτά γκέκο μπορούν να τρώνε περιστασιακά ένα νεογέννητο ποντικάκι (pinky), το οποίο, αν και δεν είναι υποχρεωτικό, μπορεί να βοηθήσει στη γρήγορη πρόσκτηση βάρους και την επαναφορά εξαντλημένων θηλυκών. Θα πρέπει να δίνονται με μέτρο εντούτοις, π.χ. μια φορά το μήνα, γιατί είναι ιδιαίτερα παχυντικά. Εκτός από κρέας, τα γκέκο αυτά μπορούν να φάνε και πολτοποιημένα φρούτα, όπως ροδάκινο, αχλάδι ή λαχανικά όπως καρότο. Αν κι αυτό έχει δεχτεί κριτική επειδή υποτίθεται στη φύση δεν τρώνε, στην πραγματικότητα δε γνωρίζουμε αν τρώνε και το γεγονός ότι τα τρώνε στην αιχμαλωσία υποδηλώνει ότι τα τρώνε και στη φύση. Τα περισσότερα γκέκο άλλωστε, ακόμα και ερημόβια είδη, τρέφονται και με καρπούς ή άλλα γλυκά μέρη φυτών, οπότε δεν είναι κάτι το ασυνήθιστο. Μπορείτε να τα δίνετε κάποιο μαλακό φρούτο 1-2 φορές το μήνα εάν θέλετε, αλλά και χωρίς αυτό μπορούν να ζήσουν κανονικά. Δε θα φάνε όλα τα γκέκο το φρουτοπολτό. Τα γκέκο αυτά κατάγονται από ξηρά μέρη, οπότε σπάνια βρίσκουν νερό. Αν και προτείνεται ο χώρος τους να έχει ένα μπολ νερού, απ’όπου πίνουν, δεν είναι απαραίτητο, αφού οι ανάγκες τους μπορούν να καλυφθούν εύκολα από την τροφή τους, την υγρή κρυψώνα και ένα ελαφρύ ψέκασμα που μπορείτε να κάνετε 1-2 φορές την εβδομάδα στο χώρο τους, ώστε να πιουν τα σταγονίδια. Ψεκάστε μόνο συγκεκριμένες περιοχές που χρησιμοποιούν πολύ και όχι υπερβολικά, μιας και σκοπός σας δεν είναι να ανεβάσετε υπερβολικά την υγρασία.

Η αναπαραγωγή αυτού του γκέκο είναι αρκετά εύκολη υπόθεση. Δε χρειάζεται εξειδικευμένες γνώσεις και εξοπλισμό, αλά, όπως με όλα τα πράγματα, η εμπειρία θα σας κάνει καλύτερους. Τις περισσότερες πληροφορίες για την αναπαραγωγή, όπως για το ζευγάρωμα, την ωοτοκία, την θερμοκρασία και το χρόνο επώασης, τον καθορισμό του φύλου κλπ τις παρέθεσα παραπάνω, αλά δεν αρκούν μόνο αυτά. Τα ζώα χρειάζονται προετοιμασία. Καταρχάς θα πρέπει να βρίσκονται σε ώριμη ηλικία, τουλάχιστον 9 μήνες για τα αρσενικά και 12 για τα θηλυκά, και φυσικά αν είναι λίγο μεγαλύτερα, ιδίως τα θηλυκά, είναι ακόμα καλύτερο, ώστε να ανταπεξέλθουν καλύτερα στο στρες της διαδικασίας. Αφού λοιπόν είστε βέβαιοι ότι έχετε αρσενικό και θηλυκό κατάλληλης ηλικίας και σε καλή υγεία, θα πρέπει να τα περάσετε από χειμερία νάρκη, το οποίο προσομοιώνει τις συνθήκες στο φυσικό τους περιβάλλον. Ο E. macularius αναπαράγεται και χωρίς να πέσει σε νάρκη, αλλά τα αποτελέσματα είναι αμφίβολα. Για βορειότερα είδη, όπως ο E. turcmenicus, η νάρκη είναι υποχρεωτική, και σύμφωνα με παρατηρήσεις που έγιναν στο Ζωολογικό Κήπο της Μόσχας σε συνεργασία με το Ζωολογικό Ινστιτούτο της Ρωσικής Ακαδημίας Επιστημών, θα πρέπει να διαρκεί τρεις μήνες σε θερμοκρασία 13-14 βαθμών Κελσίου. Το ίδιο πρόγραμμα μπορεί να εφαρμοστεί και για τον E. macularius, αλλά στο συγκεκριμένο είδος και 6 μόνο εβδομάδες στους 15 βαθμούς είναι αρκετές. Η προετοιμασία για τη νάρκη δεν είναι δύσκολη. Αν τα ζώα είναι σε καλή υγεία και με αρκετό λίπος στο σώμα και στην ουρά, κατά το Νοέμβριο ή το Δεκέμβριο, αφού τα έχετε ταΐσει καλά, διακόπτετε το τάισμα για δέκα μέρες-δύο εβδομάδες, ώστε να αδειάσει πλήρως το πεπτικό τους σύστημα, κι έπειτα κατεβάζετε τις θερμοκρασίες, ώστε σε λίγες μέρες να φτάσουν εκεί που πρέπει. Στην κρυψώνα θα πρέπει να υπάρχει λίγη υγρασία. Στο διάστημα αυτό τα γκέκο δε θα κινούνται πολύ. Το Φεβρουάριο-Μάρτιο μπορείτε να επαναφέρετε τη θερμοκρασία ανάβοντας το θερμαντικό εξοπλισμό. Σύντομα τα γκέκο θα ξυπνήσουν και θα ξεκινήσουν να τρώνε, οπότε θα πρέπει να τα ταΐζετε καλά για να αναπληρώσουν όσο λίγο βάρος έχασαν το χειμώνα και να βάλουν ακόμα λίγο. Η χειμερία νάρκη, αν κι όχι υποχρεωτική για το συγκεκριμένο είδος, είναι ωφέλιμη και για τα ζώα που δεν αναπαράγονται, και ίσως να επιμηκύνει τη διάρκεια ζωής τους. Εάν το αρσενικό δε βρίσκεται μαζί με το θηλυκό, σύντομα μετά τη νάρκη θα πρέπει να βρεθούν. Τα ζευγαρώματα διαρκούν μέχρι και τα μέσα του καλοκαιριού, αν κι ένα θηλυκό μπορεί να γεννά για μια χρονιά με μία μόνο γονιμοποίηση. Στο διάστημα της ωοτοκίας θα πρέπει να προσέχετε ιδιαίτερα την πρόσληψη ασβεστίου από το θηλυκό, ειδάλλως θα απορροφά από τα οστά του, αδυνατίζοντάς τα. Η υγρή κρυψώνα είναι συνήθως το σημείο φωλιάσματος του θηλυκού, όπου θάβει τα αυγά, αλά μερικές φορές τυχαίνει απλώς να τα αφήσει σε άλλη επιφάνεια, κάτω στο υπόστρωμα, ή και μέσα στο μπολ νερού, αν υπάρχει. Σε τέτοιες περιπτώσεις είναι δυνατό να σώσετε τα αυγά αν τα προλάβετε, αλλά συνήθως θα είναι ήδη αργά όταν τα βρίσκετε. Συνήθως τα αυγά που σκορπίζουν τα θηλυκά είναι αγονιμοποίητα. Τα αγονιμοποίητα αυγά είναι ιδιαίτερα κοινό φαινόμενο σε θηλυκά που αναπαράγονται για πρώτη φορά, σε γέρικα θηλυκά, ή στην τύχη οποτεδήποτε. Μπορεί να είναι πιο εύπλαστα, μικρότερα ή ελαφρύτερα από το κανονικό. Για να βεβαιωθείτε για τη γονιμότητα των αυγών σας, μπορείτε, μετά από λίγες μέρες που θα τα βάλετε για επώαση, να τα βγάλετε και να τα τοποθετήσετε μπροστά από μια έντονη πηγή φωτός, όπως ένα φακό, σε ένα σκοτεινό δωμάτιο. Αν έχουν μια ερυθρή κηλίδα με ερυθρά αιμοφόρα αγγεία είναι σίγουρα γόνιμα, αφού το έμβρυο αναπτύσσεται. Αν είναι κίτρινα, πιθανότατα είναι αγονιμοποίητα. Τα αγονιμοποίητα αυγά αργότερα θα κιτρινίσουν από τον κρόκο, και στη συνέχεια θα μαλακώσουν και θα σαπίσουν. Τότε θα πρέπει να τα πάρετε από τα υπόλοιπα οπωσδήποτε. Σε ένα δοχείο επώασης μπορείτε να έχετε πολλά αυγά, ωστόσο καλό είναι να αλλάζετε το υπόστρωμα κάτω απ’όσα αυγά έχουν σκάσει ή χαλάσει, γιατί οι μικροοργανισμοί από τα παλιότερα αυγά μπορεί να επηρεάσουν τα επόμενα. Το μέσο επώασης έχει συζητηθεί πολύ. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί και κοινό νοτισμένο χώμα, αλλά είναι πιο πιθανό να βγάλει προβλήματα, π.χ. μούχλα, αν και τα υγιή αυγά με πλήρως ασβεστοποιημένο κέλυφος δύσκολα μουχλιάζουν. Πιο αποστειρωμένες λύσεις είναι ο περλίτης και ο βερμικουλίτης, τον οποίο αναμειγνύετε με νερό σε αναλογία 1 μέρος νερό προς 0,8 μέσο επώασης κατά βάρος. Θα χρειαστείτε ζυγαριά γι’αυτό, ενώ αργότερα με την εμπειρία σας θα μπορείτε να το πετυχαίνετε εύκολα. Ο περλίτης θεωρείται καλύτερος, αφού είναι βαρύτερος, έτσι αν ένα μικρό γεννηθεί και το υπόστρωμα έχει στεγνώσει λίγο, δε θα κουνήσει τα υπόλοιπα αυγά. Για εκκολαπτήρας μπορεί να χρησιμοποιηθεί είτε ένα πλαστικό κουτί, μέσα στο οποίο θα βρίσκονται τα μικρότερα κουτιά με τα αυγά, στο οποίο δημιουργείτε σταθερή θερμοκρασία με τη χρήση ενός θερμαντικού μέσου συνδεδεμένου με θερμοστάτη, είτε ένας έτοιμος από το εμπόριο. Το καλοκαίρι η επώαση μπορεί να γίνει και χωρίς κάποιον θερμαντικό εξοπλισμό αν μπορείτε να διασφαλίσετε κατάλληλες θερμοκρασίες. Είναι επίσης δυνατόν να επωάσετε λίγα αυγά μέσα στο τερράριο σε μέρος με την επιθυμητή θερμοκρασία, μέσα σε κάποιο κλειστό πλαστικό κουτί. Ακόμα, μία νέα μέθοδος επώασης που έχει δοκιμαστεί σε διάφορα είδη είναι η ξηρή επώαση, κατά την οποία τα αυγά βρίσκονται σε μια διάτρητη επιφάνεια ακριβώς πάνω από νερό στη σωστή θερμοκρασία, κι έτσι ελαχιστοποιείται ο κίνδυνος μουχλιάσματος από το μέσο επώασης. Η μέθοδος αυτή είναι επιτυχής και με τα αυγά του E. macularius. Τέλος, έχει τύχει μερικές φορές να ξεχάσει κάποιος τα αυγά μέσα στο τερράριο και μετά από δύο μήνες περίπου να έχουν γεννηθεί μικρά. Οι περιπτώσεις εντούτοις που τα μικρά γεννιούνται στο τερράριο των γονέων είναι από τύχη, και κανονικά δε θα πρέπει τα μικρά να βρίσκονται στο χώρο με τα ενήλικα, γιατί μπορεί να κανιβαλιστούν. Αν και μερικοί ερευνητές και εκτροφείς έχουν δημιουργήσει αποικίες κηλιδωτών γκέκο σε μεγάλα τερράρια, ο κίνδυνος είναι πάντοτε υπαρκτός. Τα μικρά έχουν παρόμοιες ανάγκες με τα ενήλικα, αλλά είναι πολύ πιο ευαίσθητα. Πολλά πράγματα που είναι εύκολα για τα ενήλικα είναι δύσκολα για τα μικρά. Για παράδειγμα αν το μπολ της τροφής είναι ψηλό και δε βλέπουν τα έντομα μέσα, δε θα μπορούν να τα φάνε. Έτσι θα πρέπει να χρησιμοποιήσετε ένα ρηχό σκεύος και να το τοποθετήσετε κοντά σε μια κρυψώνα ή σε κάποιο άλλο ψηλό μέρος, έτσι ώστε όταν ανεβαίνουν εκεί να βλέπουν το εσωτερικό του. Επίσης στην κρυψώνα θα πρέπει να υπάρχει πάντοτε μέρος με υγρασία, γιατί τα μικρά αφυδατώνονται εύκολα κι επίσης θα έχουν προβληματικές εκδύσεις, που σ’αυτήν τη φάση μπορεί να τους κοστίσουν ακόμα και τη ζωή. Οι θερμοκρασίες θα πρέπει να μένουν όσο το δυνατόν σταθερές στη ζεστή πλευρά. Μερικά μικρά γεννιούνται με το λεκηθικό σάκο, αλλά αυτός αποβάλλετε στη συνέχεια. Μπορούν να φάνε αφού αλλάξουν το πρώτο τους δέρμα, ενώ μερικά μπορεί να μη φάνε καθόλου στην πρώτη εβδομάδα. Επειδή έχουν μεγάλο κεφάλι, ήδη από το μέγεθος που βρίσκονται μπορούν να φάνε έντομα ως κι ένα εκατοστό, όπως μικρούς γρύλλους, μικρές κατσαρίδες, μικρά αλευροσκούληκα και μικρά μελοσκούληκα. Όπως και με όλα τα ζώα που γεννούν πολλά μικρά, πάντοτε υπάρχει πιθανότητα προβλημάτων στην αναπαραγωγή. Κάποιο αυγό μπορεί να χαλάσει ακόμα και στη μέση της επώασης, ενώ κάποιο μικρό μπορεί να γεννηθεί με κάποιο πρόβλημα είτε ορατό είτε εσωτερικό και να πεθάνει, είτε χωρίς να φάει τίποτα είτε μετά από λίγο καιρό.

Το γκέκο αυτό είναι γενικά ανθεκτικό ζώο που δύσκολα θα πάθει κάτι αν φροντίζετε σωστά. Μπορεί να πάθει όλα τα προβλήματα που ταλανίζουν τα ερπετά, όπως δερματικές μολύνσεις, αναπνευστικές λοιμώξεις, ενδοπαράσιτα, έλλειψη ασβεστίου, τραυματισμούς κλπ. Η δυσέκδυση είναι ένα ιδιαίτερα κοινό πρόβλημα στα κηλιδωτά γκέκο, ιδίως στα αναπτυσσόμενα άτομα. Όπως όλα τα γκέκο, αλλάζουν το δέρμα τους μια φορά, αλλά το σχίζουν σε κομμάτια και μετά το τρώνε όλο, ώστε να εξαφανίσουν τα ίχνη τους από πιθανούς εχθρούς. Τα ενήλικα το αλλάζουν περίπου κάθε μήνα, ενώ τα αναπτυσσόμενα μικρά συχνότερα. Η υγρασία βοηθά στο μαλάκωμα του δέρματος. Εάν όμως υγρασία δεν υπάρχει, γιατί δεν υπάρχει υγρή κρυψώνα, το δέρμα μπορεί να κολλήσει σε δύσκολα μέρη όπως στα βλέφαρα, στα δάχτυλα και στο άκρο της ουράς, οδηγώντας σε μολύνσεις του ματιού και πιθανόν νέκρωση και πτώση των μελών από έλλειψη κυκλοφορίας αντίστοιχα. Μία υγρή μπατονέτα ή ένα υγρό χαρτί βοηθά σε περιπτώσεις δισέκδυσης. Η παχυσαρκία είναι επίσης κοινή στο συγκεκριμένο είδος, ιδίως σε άτομα που τρέφονται μόνο με προνύμφες όπως αλευροσκούληκα. Θα πρέπει να ξεχωρίζετε ένα υγιές και λίγο στρουμπουλό γκέκο από ένα παθολογικά παχύσαρκο. Ένα παχύσαρκο γκέκο έχει υπερβολικά διογκωμένη ουρά, παχιά κοιλιά που μπορεί ν’αγγίζει το έδαφος όταν κινείται, και σε εξαιρετικές περιπτώσεις φούσκωμα κάτω από τις μασχάλες. Επειδή τα ερπετά δεν έχουν μεγάλη αερόβια ικανότητα, άρα δε μπορούν να κάψουν πολλές θερμίδες με τη γυμναστική, ο μόνος τρόπος να κάψουν το περιττό λίπος είναι με τη νηστεία, γι’αυτό, αν και φαίνεται σκληρό, θα πρέπει να μειώσετε τα ταΐσματα και σε ποσότητα και σε συχνότητα για ν’αδυνατίσει. Το μεγαλύτερο μολυσματικό πρόβλημα υγείας με αυτό το είδος είναι το κρυπτοσπορίδιο, γνωστό και ως κρύπτο. Η λέξη αυτή σπέρνει το φόβο και τον τρόμο στους απανταχού φίλους του κηλιδωτού γκέκο ανά τον κόσμο. Το κρυπτοσπορίδιο είναι το είδος Cryptosporidium varani, και προσβάλει διάφορες σαύρες. Δεν είναι το είδος που προσβάλει τα θηλαστικά. Είναι ανθεκτικό παράσιτο, με ανθεκτικές κύστεις που ζουν στο περιβάλλον για χρόνια, και δεν επηρεάζονται από τα περισσότερα απολυμαντικά. Μερικά γκέκο είναι φορείς χωρίς να έχουν συμπτώματα. Αν όμως για κάποιον λόγο το ανοσοποιητικό σύστημα ενός ζώου φορέα πέσει, π.χ. από στρες αλλαγών ή υπερπληθυσμού, υποσιτισμό, χειμερία νάρκη κλπ, τότε μπορεί να εμφανιστούν τα συμπτώματα, και άπαξ και εμφανιστούν, συνήθως δεν υπάρχει θεραπεία, και ο θάνατος θα επέλθει βασανιστικά μετά από μήνες ή και χρόνο. Το παράσιτο καταστρέφει την επιφάνεια του λεπτού εντέρου, δυσχεραίνοντας την απορρόφηση της τροφής. Το γκέκο σταματά να τρώει η τρώει πολύ λίγο και σπάνια, αδυνατίζει, κάνει πράσινη διάρροια, τείνει να κρύβεται στα ψυχρότερα σημεία του χώρου του, είναι ληθαργικό, και η άλλοτε στρουμπουλί ουρά του γίνεται λεπτή σαν ξύλο(stick tail). Σε τέτοια φάση, η μόνη λύση είναι η ευθανασία. Είναι δυνατό στα πρώτα στάδια το παράσιτο να περιοριστεί με φαρμακευτική αγωγή, αλά δεν είναι πάντοτε αποτελεσματική, και σε περίπτωση που το ζώο επανέλθει, θα την χρειάζεται για όλη του τη ζωή και καλύτερο είναι να ζει σε απομόνωση ή με άλλα θετικά σε κρύπτο ζώα, και να μην αναπαράγεται, γιατί δεν είναι ακόμα γνωστό αν το παράσιτο περνά στην επόμενη γενιά. Μετά από ένα περιστατικό κρύπτο σε μια συλλογή, όλα τα κλουβιά και οι εξοπλισμοί της συλλογής θα χρειαστεί απολύμανση με πυκνό διάλυμα αμμωνίας, η οποία είναι αποτελεσματική έναντι των κύστεων, και στενή παρακολούθηση όλων των ζώων. Η ανίχνευση του ίδιου του παρασίτου είναι δύσκολη, ακόμα και σε συμπτωματικά ζώα, αλλά πρόσφατα η διάγνωση έγινε ευκολότερη με τη μέθοδο pcr, η οποία εντοπίζει το dna του παρασίτου. Γι’αυτό τα νέα άτομα σε μια συλλογή θα πρέπει να τίθενται υπό καραντίνα για 30 μέρες τουλάχιστον, για παν ενδεχόμενο. Εάν αγοράσετε γκέκο από κάποιον χομπίστα εκτροφέα ή κατάστημα με λίγα ζώα έχετε πολύ μικρότερη πιθανότητα το ζώο σας να έχει κρύπτο. Αντίθετα, σε μεγάλα pet shop με γρήγορο ρυθμό αντικατάστασης ζώων τα οποία προέρχονται από πολλές πηγές, καθόλου καραντίνα και απολύμανση πριν την έλευση των νέων ζώων, η πιθανότητα είναι υψηλότερη.

Τα γκέκο αυτά είναι αρκετά έξυπνα και παρατηρητικά ζώα. Θα κοιτάζουν τις κινήσεις σας μέσα από το τεράριο, θα μάθουν ότι τα δίνετε τροφή και θα συνηθίσουν να τα σηκώνετε. Κάποια μπορούν να μάθουν να τρώνε από λαβίδα ή από το χέρι. Τα περισσότερα ενήλικα γκέκο είναι αρκετά ανεκτικά στο χειρισμό, και μπορείτε να τα βγάζετε έξω για λίγα λεπτά τη φορά. Για να το χειριστείτε, απλώς το σηκώνετε και το βάζετε πάνω στο χέρι σας, φροντίζοντας να μην κινδυνεύει να πέσει. Έπειτα αυτό μπορεί να καθίσει ακίνητο ή να κινείται από το ένα χέρι στο άλλο, ή ν’ανεβαίνει πάνω σας. Καλύτερο είναι να το αφήσετε να κινηθεί μόνο του παρά να το κρατάτε, γιατί τότε μπορεί να πανικοβληθεί και να προσπαθήσει να φύγει. Μπορείτε επίσης να το αφήσετε να περπατήσει σε μια επιφάνεια, απ’όπου μπορείτε να είστε απολύτως σίγουροι ότι θα μπορείτε να το ξαναπιάσετε και δε θα το χάσετε. Τα γκέκο αυτά πηδούν μόνο όταν είναι σίγουρα ότι δε θα πέσουν, οπότε δύσκολα θα σας φύγουν από το χέρι, αν και αν τρομάξουν γίνεται. Γνωρίζουν την περιοχή τους και πηγαίνουν μόνα τους μέσα όταν τα πάτε μπροστά στο τερράριό τους. Αντίθετα, τα νεαρότερα άτομα κι αυτά που δεν έχουν συνηθίσει το χειρισμό είναι πολύ γρήγορα και τρομάζουν εύκολα. Για να τα συνηθίσετε, απλώς προσπαθήστε να τα αφήνετε ν’ανεβαίνουν στο χέρι σας παρά να τα κρατάτε, και πάντα να τα χειρίζεστε αρχικά πάνω από μια λεκάνη ή μέσα στο τερράριό τους, για να μη σας φύγουν. Αν σας φύγουν θα τα βρείτε, αλλά θα πρέπει να ψάξετε αρκετά αν υπάρχουν πολλά πράγματα στο χώρο. Συνήθως κρύβονται πίσω ή κάτω από πράγματα ή σκαρφαλώνουν σε χαμηλό όμως ύψος. Όσο μεγαλώνουν συνηθίζουν στο χειρισμό. Κάθε γκέκο ωστόσο είναι διαφορετικό και έχει διαφορετική ανοχή στο χειρισμό, άλλα για παράδειγμα τρώνε αμέσως μόλις τα βάλετε πίσω στο τερράριο, και άλα θα προσπαθούν να σας ξεφύγουν συνεχώς. Θα διαπιστώσετε τις ανοχές του καθενός με την εμπειρία σας. Δε θα πρέπει ωστόσο να εμπιστεύεστε στο 100% ακόμα κι ένα πολύ ήσυχο γκέκο, αφού κι αυτό μπορεί να τρομάξει από κάτι και να προσπαθήσει να σας ξεφύγει. Ένας χειρισμός για 5-10 λεπτά λίγες φορές την εβδομάδα είναι αρκετός, και ίσως έβαλα και πολύ. Όπως και οι περισσότερες μικρές σαύρες, είναι περισσότερο ζώα παρατήρησηςς, που τα απολαμβάνουμε καθώς δραστηριοποιούνται μέσα στο τερράριό τους, παρά χειρισμού. Παρόλα αυτά, είναι από τις πιο ανεκτικές στο χειρισμό μικρές σαύρες.

Τα δικά μου γκέκο

Γνώριζα το είδος από τότε που άρχισα να διαβάζω για ερπετά, από το 2005 περίπου. Αργότερα, όταν άρχισα να συμμετέχω και στα φόρουμ, το είδος αυτό ήταν το κέντρο πολλών συζητήσεων, μιας και το είχαν πολλοί. Αρχικά το αντιμετώπιζα με κάποια περιφρόνηση, γιατί δήθεν ήταν πολύ κοινό είδος. Δεν είχα καταλάβει ακόμα ότι για να είναι ένα είδος κοινό, υπάρχει κάποιος σημαντικός λόγος, όπως ότι συγκεντρώνει πολλά θετικά χαρακτηριστικά σαν το συγκεκριμένο. Κηλιδωτό γκέκο συνάντησα για πρώτη φορά από κοντά και έπιασα στο feeders.gr, το κορυφαίο κατάστημα για ερπετά στην Ελλάδα, απ’όπου αγοράζω ό,τι χρειάζομαι όπως τροφές, εξοπλισμό κλπ και σας το συνιστώ ανεπιφύλακτα. Ήταν αρκετά στρουμπουλό και πολυθ φιλικό, κι επίσης υπήρχαν διάφορα ζώα με διάφορα χρώματα, συμπεριλαμβανομένων και πορτοκαλί που μ’αρέσουν, αν και δεν έχω, κι έτσι αποκαταστάθηκε η εικόνα του είδους στο μυαλό μου. Πάραυτα, ακόμα δεν ήθελα να αποκτήσω ένα. Ασχολούμουν με τις άλλες σαύρες που είχα και νόμιζα ότι θα τις έκανα αναπαραγωγή, αν και φυσικά αυτό δεν έγινε. Τον Οκτώβριο του 2015, πήρα έναν τερατοσκίγκο του Ρομπορόφσκι (Teratoscincus roborowskii), ο οποίος ήταν και θηλυκό. Δηλαδή, με ένα αρσενικό από τη Γερμανία την επόμενη χρονιά θα μπορούσα ν’αναπαραγάγω ένα σπάνιο είδος, Παρόλα αυτά τα πράγματα δεν πήγαν όπως νόμιζα, γιατί ο τερατοσκίγκος ήταν πιασμένος – το μόνο και τελευταίο πιασμένο ζώο που είχα -, ίσως να στρεσαρίστηκε με την αλλαγή περιβάλλοντος και απεβίωσε ένα μήνα αργότερα. Έτσι μου έμεινε μόνο το τερράριο, ένα φαουνάριουμ 46χ30χ17 εκατοστά, με τις διακοσμήσεις του. Το άφησα αρκετό καιρό στη θέση του, ώσπου αποφάσισα να το απολυμάνω εντελώς, μήπως και βάλω κάτι άλλο μέσα. Άδειασα όλη την άμμο και έριξα νερό με χλωρίνη σε αναλογία 10/1 κατ’όγκο, νοσοκομειακό μίγμα, στο τερράριο και στις διακοσμήσεις για να τα απολυμάνω όλα από κάτι δυνητικά επικίνδυνο για οποιονδήποτε επόμενο ένοικο. Έπειτα ξανάβαλα το τερράριο στη θέση του και το ξέχασα. Σκέφτηκα ωστόσο αργότερα να πάρω κάποιο είδος γκέκο σχετικά εδαφόβιου, ανθεκτικού και από περιοχή με ξηρό κλίμα, στο οποίο θα μπορούσα να κάνω αναπαραγωγή. Και στο μυαλό μου ήρθε πρώτο-πρώτο το κηλιδωτό γκέκο. Όχι όμως κάθε κηλιδωτό γκέκο. Το feeders.gr είχε φέρει από το Σεπτέμβριο του 2015 κηλιδωτά γκέκο του Τουρκμενιστάν, κι αυτά ήθελα να προλάβω, για΄τι είναι αρκετά σπάνια στις συλλογές. Μόλις ρώτησα όμως γι’αυτά, έμαθα ότι είχαν μείνει μόνο τέσσερα, και όλα θηλυκά. Λυπήθηκα τότε, αλλά ευχαριστώ την τύχη μου τώρα για λόγους που θα σας εξηγήσω παρακάτω.

Το ταξίδι μου με τα γκέκο αυτά ξεκίνησε από τις 14 Μαΐου του 2016. Εκείνη τη μέρα πήγα στο κατάστημα με σκοπό να αγοράσω ένα E. turcmenicus. Αρχικά σκόπευα να πάρω το πιο μεγάλο, αλά τελικά προτίμησα το πιο χρωματιστό. Είχε έντονο χρυσοκίτρινο χρώμα με καφέ κηλίδες, πιο σκούρο κεφάλι και γκριζόλευκη ουρά. Ήταν γύρω στα 18 εκατοστά και αρκετά στρουμπουλό.
Eublepharis turcmenicus female

Όταν είχαν έρθει αυτά τα γκέκο πέρσι το Σεπτέμβριο, ήταν γύρω στα 12 εκατοστά, άρα θα είχαν γεννηθεί τον ίδιο χρόνο και τώρα αυτή θα είναι ενός έτους και λίγο παραπάνω. Την ίδια μέρα που πήρα αυτό το γκέκο, ένα μορφικό hypo E. Macularius, που συστεγαζόταν με ένα αρσενικό Tremper albino γέννησε δύο αυγά. Ο καταστηματάρχης δεν το περίμενε καν, κι έτσι δεν είχε βάλει φωλιά και τα αυγά έσπασαν. Έτσι, τα δώσαμε στο γενειοφόρο δράκο του μαγαζιού που τά’φαγε αμέσως. Επιστρέφοντας λοιπόν πίσω, έβαλα το γκέκο του Τουρκμενιστάν στο χώρο του. Μετά από δύο μέρες, έφαγε για πρώτη φορά, δύο μελοσκούληκα, ένα αλευροσκούληκο και ένα σκαθάρι από αλευροσκούληκο. Τελικά ισχύει ότι κυνηγάνε σαν γάτες, επειδή το είχα προσέξει να τρέμει την ουρά του και να σηκώνεται ψηλά στην προετοιμασία του να επιτεθεί. Στις 17 Μαΐου, πήγα στο κατάστημα με σκοπό να αγοράσω ακόμα ένα θηλυκό γκέκο. Εφόσον δεν είχε αρσενικά E. Turcmenicus, και ούτε φαινόταν ότι θα έρχονταν σύντομα, αποφάσισα ν’ασχοληθώ με μορφικά. Πήρα λοιπόν το ήδη γονιμοποιημένο hypo, για να δοκιμάσω τη διαδικασία της αναπαραγωγής. Αν και δεν κανόνισα εγώ για το ζευγάρωμα, θα έπρεπε να φροντίσω τα αυγά, να τα επωάσω, και να μεγαλώσω τα μικρά. Πήρα λοιπόν και το hypo E. macularius, ένα μεγαλύτερο ζώο, γύρω στα 20 εκατοστά, με πιο γκρίζα χρώματα και πολύ εντονότερες κηλίδες. Είχε αρκετά παχουλό σωματότυπο, αν και επειδή είχε γεννήσει πρόσφατα ήταν ακόμα αδύνατο. Η ουρά του ωστόσο ήταν πολύ παχιά, παχύτερη απ’αυτήν του E. Turcmenicus.
Eublepharis macularius hypo female

Και αυτός είναι ο πατέρας:
Eublepharis macularius Tremper albino male

Διαρρύθμισα το τερράριό τους όπως περίπου είναι και τώρα, και το έβαλα μέσα. Καθώς το έβαζα μέσα αυτό ενοχλήθηκε, στιρφογύριζε, με δάγκωσε λίγο και με έχεσε, αλλά μετά πήγε και κρύφτηκε στην τρύπα του.

Για ένα σύντομο χρονικό διάστημα μετά την απόκτηση των γκέκο, είχα διάφορα δυσάρεστα περιστατικά με την E. turcmenicus. Επειδή διάβαζα παντού για το πόσο αργά κινούνται και πόσο εύκολα είναι στο χειρισμό, είχα υποτιμήσει την ταχύτητά τους και τα γρήγορα αντανακλαστικά τους. Στις 17 Μαΐου λοιπόν, την ίδια μέρα που έφερα την E. macularius, έχασα το γκέκο του Τουρκμενιστάν. Μου έφυγε το βράδυ από μία πέτρα που χρησιμοποίησε σαν σκαλί κι έφυγε, γιατί είχα βγάλει εντελώς καπάκι. Το κυνήγησα στο γραφείο για να το πιάσω, αλά πήδηξε κάτω και χάθηκε. Μετά από λίγο το είχα βρει, αλλά πάλι μου ξέφυγε με τεράστια ταχύτητα. Την επόμενη μέρα πάλι μου ξέφυγε, αλά τελικά με μια μεθοδική αναζήτηση και προσεκτικές κινήσεις στις 19 Μαΐου το ξαναέπιασα. Αυτή ήταν και η μέρα που έφαγε για πρώτη φορά το hypo, τρία γιγάντια αλευροσκούληκα κι ένα μελοσκούληκο. Για λίγο όλα πήγαιναν καλά. Στις 25 Μαΐου, το hypo είχε γκριζωπή επιδερμίδα σαν χαρτί, σημάδι επικείμενης έκδυσης. Την επόμενη μέρα είχε αλλάξει το δέρμα του και ήταν ένα λαμπερό, ολοκαίνουργιο γκέκο. Στις 31 Μαΐου ξανάχασα το γκέκο του Τουρκμενιστάν, αλλά το ξαναέπιασα στην 1 Ιουνίου, και ήταν κι αυτό σε φάση έκδυσης. Την άλλη μέρα είχα ακόμα ένα λαμπερό και ολοκαίνουργιο γκέκο. Στις 4 Ιουνίου, ξανάχασα το γκέκο του Τουρκμενιστάν, το οποίο ξαναβρήκα αμέσως την ίδια μέρα. Επίσης το βράδυ η hypo άλλαξε ξανά δέρμα. Μετά λοιπόν απ’όλα αυτά, η μικρή E. turcmenicus πήρε το όνομα Αστραπή για το κίτρινο χρώμα και την υπερβολική ταχύτητά της, ενώ για τη μεγάλη hypo δεν έβρισκα ακόμα όνομα, αλλά τελικά την έβαλα Σταλίτσα. Έτσι λοιπόν έμαθα να μην εμπιστεύομαι και τόσο τα κηλιδωτά γκέκο, και δη αυτό του Τουρκμενιστάν. Αν και κινούνται αργά όταν δεν τα ενοχλεί κανείς, μπορούν να τρέξουν πολύ γρήγορα αν απειληθούν. Μπορεί να μην έχουν αντοχή για να τρέχουν συνεχόμενα, αλά στο μικρό διάστημα που τρέχουν προλαβαίνουν να κρυφτούν σε κάποιο δυσπρόσιτο σημείο. Εν ολίγοις το είδος αυτό δεν έχει καμία σχέση με το λοφιοφόρο γκέκο που συνήθησα, το οποίο, αν και μπορεί να τρέξει κι επίσης μπορεί να πηδήξει αρκετά μακριά, είναι συνήθως αρκετά αργό και πολύ χαζό, αφού στη Νέα Καληδονία απ’όπου κατάγεται έχει ελάχιστους εχθρούς. Τα συγκεκριμένα γκέκο δεν είχαν καμία σχέση, συνεχώς γυρίζουν το κεφαλάκι τους σε κάθε κίνηση, ήχο και περιβαλλοντική μεταβολή. Μοιάζουν περισσότερο με τον τερατοσκίγκο, αλλά εκείνος ήταν ακόμα πιο επιφυλακτικός και γρήγορος, και γι’αυτό τον είχα χάσει κι εκείνον μια φορά. Τώρα που γνωρίζω καλά τις αντιδράσεις τους, δεν πρόκειται να γίνει ξανά κάτι τέτοιο. Ξέρω ότι ακόμα κι αν ανοίξω το καπάκι στη μέση του χώρου τους μπορούν να πατήσουν πάνω στον κορμό και να φύγουν, γι’αυτό προσέχω.

Μέσα στον Ιούνιο, ολοκλήρωσα Τον εξοπλισμό του χώρου τους, αγοράζοντας κι ένα μπολ τροφής από το feeders.gr με χείλος προς τα μέσα για να μη φεύγουν τα έντομα, αν και πάλι οι μεγαλύτερες κατσαρίδες μπορεί να φύγουν αν τις σπρώξουν οι υπόλοιπες. Εκεί τοποθετώ λοιπόν τα έντομα, όπου φυλακισμένα περιμένουν τους ανηλεείς ουράνιους σφαγείς τους. Πριν απ’αυτό, έριχνα τα αλευροσκούληκα, τα μελοσκούληκα και τα σκαθάρια μέσα στην κρυψώνα, και έστηνα αυτί για να ακούσω αν τα έτρωγαν, που συνήθως τα έτρωγαν αμέσως. Τους γρύλλους τους αμολούσα μέσα στο τερράριο και τα γκέκο πετάγονταν από διάφορα μέρη για να τους πιάσουν. Τώρα με το μπολ, τα γκέκο ξέρουν πού είναι η τροφή, και πηγαίνουν και τρώνε όποτε θέλουν. Το διάστημα αυτό ταΐζω κυρίως με αλευροσκούληκα και κατσαρίδες Αργεντινής. Δείτε πώς το μεγάλο θηλυκό τρώει μια τέτοια κατσαρίδα:

Η διαρρύθμιση λοιπόν του χώρου είναι απλή. Το φαουνάριουμ, με διαστάσεις 46χ30χ17 όπως προανέφερα, το έχω τοποθετήσει με τη στενή πλευρά προς εμένα. Στο πίσω μέρος έχω βάλει μια πλατιά πέτρα όρθια για να κλείνει το φως, και μπροστά της έναν κορμό από φελλό μήκους περίπου 25 εκατοστών. Ο κορμός αυτός έχει δύο ανοίγματα στα πλάγια πίσω, απ’όπου μπορούν να εξέρχονται τα γκέκο, όπως και με το άνοιγμα μπροστά. Πίσω αριστερά έχω στηρίξει μια άλλη πλατιά πέτρα στον κορμό, η οποία σχηματίζει μια σπηλιά από κάτω, αν και σπάνια την χρησιμοποιούν. Στη μέση του κορμού αριστερά υπάρχει μια μικρή σφηνόμορφη πέτρα που τον κρατά στη θέση του, ενώ μπροστά από την αριστερή πλευρά έχω βάλει μια πέτρα που να κλείνει εν μέρει τη μπροστινή είσοδο, ώστε τα γκέκο να έχουν σκοτάδι τη μέρα και να νιώθουν πιο ασφαλή. Μπροστά αριστερά βρίσκεται η γωνία αφόδευσης, την οποία καθιέρωσαν από τις 17 Μαΐου, κι από τότε δεν αφόδευσαν πουθενά αλλού. Εκεί έχω τοποθετήσει ένα τετράγωνο κομμάτι χαρτί, το οποίο αλλάζω εύκολα όταν κουτσουλάνε και το αντικαθιστώ μ’ένα άλλο. Το υπόστρωμα είναι χαρτί μπρέιλ, εύκαμπτο σαν την εφημερίδα, αλ΄λα ανθεκτικό σαν το χαρτόνι. Τέλος στη γωνία μπροστά δεξιά βρίσκεται το μπολ τροφής τους. Μέσα στον κορμό στη μπροστινή πλευρά βρίσκεται ‘ενα μεγάλο κομμάτι βρεγμένου χαρτιού κουζίνας, το οποίο τα παρέχει υγρασία. Αυτό το χαρτί το υγραίνω κάθε 2-3 μέρες, και το αλλάζω εβδομαδιαία, ενώ κάθε 2-3 μέρες επίσης ψεκάζω λίγο το υπόστρωμα και τις επιφάνειες που χρησιμοποιούν περισσότερο. Η θερμαντική πλάκα βρίσκεται στο πίσω μέρος του χώρου, και θερμαίνει το πίσω μέρος του κορμού, όπου τα γκέκο συνηθίζουν να κοιμούνται. Έχω ρυθμίσει τη θερμαντική πλάκα να ζεσταίνει γύρω στους 33-34 βαθμούς, κι αν τα γκέκο επιθυμούν λιγότερη ζέστη μπορούν να μετακινηθούν πιο μπροστά στον κορμό. Το Μάιο χρησιμοποιούσα μια μικρή πλάκα 14χ14, αλλά αν αρχίζουν οι θερμοκρασίες να πέφτουν θα βάλω μια μεγαλύτερη, 28χ14 εγκάρσια στο τερράριο, για να μη ζεσταίνεται όλος ο κορμός. Τώρα το καλοκαίρι, με ημερήσιες θερμοκρασίες σταθερά γύρω στους 31-33 στο χώρο τους, δε χρησιμοποιώ κάποιο θερμαντικό μέσο.

Από τον Ιούνιο λοιπόν ξεκίνησε και το κεφάλαιο της αναπαραγωγής. Το μεγάλο θηλυκό είχε στρουμπουλέψει αρκετά, και αν το ψιλάφιζα προσεκτικά μπορούσα να διακρίνω δύο μεγάλα αυγά. Ήδη από τις 3 Ιουνίου δεν έτρωγε και τόσο πολύ. Στις 9 του μηνός ήταν λίγο ανήσυχη και έξω απ’τη φωλιά της, και στις 10 Ιουνίου το απόγευμα την βρήκα λεπτή και ξεφούσκωτη. Ψάχνοντας στο χώρο της, βρήκα δύο αυγά ελαφρώς αφυδατωμένα και κολλημένα πίσω δεξιά στο χαρτί, πάνω από τη θερμαντική πλάκα. Τα ξεκόλλησα προσεκτικά και τα τοποθέτησα σε ένα κουτί με υγρό χαρτί, για ν’απορροφήσουν υγρασία. Προσπάθησα να καθαρίσω όσο χαρτί υποστρώματος είχε κολλήσει από κάτω τους μήπως και τα έβλαπτε, αλλά με περιορισμένη επιτυχία. Με έπιασε κι εμένα απροετοίμαστο και δεν είχα κατάλληλο μέσο επώασης. Την ίδια μέρα το θηλυκό ξεκίνησε και πάλι να τρώει πολύ, για ν’αναπληρώσει το βάρος του. Γέννησε 27 μέρες μετά την προηγούμενη γέννα, αρκετά μεγάλο διάστημα. Ίσως λόγω του στρες της μεταφοράς και του νέου περιβάλλοντος να καθυστέρησε την ωοτοκία ή και να απορρόφησε ένα ζεύγος αυγών, δεν ξέρω. Την επομένη λοιπόν έβαλα περλίτη σ’ένα πλαστικό κουτί και τον ύγρανα αρκετά, ώστε να έχει υγρασία, αλλά να μην κολυμπάει στο νερό. Δεν είχα ζυγαριά ή κάποιον άλλο ηλεκτρονικό εξοπλισμό. Έβαλα λοιπόν με προσοχή τα δύο αυγά μέσα, αν και ήμουν σχεδόν σίγουρος ότι δε θα εκκολάπτονταν. Μέσα στις επόμενες μέρες τράβηξαν αρκετό νερό και ξαναπήραν το πλήρες τους σχήμα, αλλά τελικά απέτυχαν, είτε επειδή δεν ήταν γονιμοποιημένα είτε επειδή καταστράφηκαν από το ξηρό και θερμό περιβάλλον. Στις 15 του μηνός το μεγαλύτερο και πιο ξεφούσκωτο κιτρίνισε κι άρχισε να μυρίζει λίγο σαπισμένο, και τότε το έβγαλα, το έσπασα για καλό και για κακό και το πέταξα. Το ίδιο έκανα και με το άλλο στις 17 του μηνός.

Εντωμεταξύ τα γκέκο συνέχιζαν να ζουν τη ζωή τους στο τερράριο, το γόνιμο θηλυκό είχε πάλι ανακτήσει το βάρος του, και σιγά-σιγά διακρινόταν στην κοιλιά του αυγό, ώσπου στις 28 Ιουνίου γέννησε ένα μόνο αυγό, αυτήν τη φορά στο υγρό χαρτί, κι έτσι το έσωσα. Ήταν λίγο μικρότερο από το κανονικό, αλλά εγώ το έβαλα για επώαση. Αυτήν τη φορά δε χρησιμοποίησα περλίτη, αλλά το υλικό που ξέρω, κοινό χώμα. Το χώμα που φυτεύουμε τους σπόρους, το χώμα που θάβουμε τους νεκρούς, καταλάβατε τι εννοώ. Ανάμειξα χώμα με περλίτη, τα ύγρανα αρκετά κι έβαλα μέσα το αυγό οριζόντια, περίπου στη θέση που το βρήκα. Έπειτα μετέφερα το κουτί σε κάποιο πιο δροσερό μέρος που ήταν γύρω στους 27 βαθμούς, για να έχει πιο ομαλή ανάπτυξη. Οπότε μάλλον θα βγει θηλυκό. Με έκπληξη παρατηρούσα ότι όσο περνούσαν οι μέρες, το αυγό δε χαλούσε. Εντωμεταξύ το θηλυκό ξαναγέμισε και μετά τις 10 Ιουλίιου μπορούσα να ψιλαφίσω δύο αυγά, και στις 17 Ιουλίου, 19 μέρες μετά την προηγούμενη γέννα, γέννησε άλλα δύο αυγά, ευτυχώς στο σωστό σημείο. Το ένα ήταν μεγάλο, βαρύ και ολόλευκο, ενώ το άλλο ήταν αρκετά μικρό, λευκό, αλλά με ένα δακτύλιο αδυναμίας στο κέλυφός του. Τα έβαλα και τα δύο σ’ένα κουτάκι με χώμα και περλίτη, για να δω τι θα γίνει. Στις 21 Ιουλίου όλα πήγαιναν καλά, αλά αφαίρεσα το μικρό, γιατί φοβόμουν μη χαλάσει ή ανοίξει στη μέση της επώασης. Το έσπασα, κι από μέσα είχε ασπράδι και κρόκο κανονικά, σαν το αυγό της κότας, και μύριζε σαν κανονικό αυγό. Η θέση όπου βρίσκεται το δεύτερο αυγό έχει γύρω στους 31-32 βαθμούς μόνιμα, οπότε ίσως να βγει αρσενικό. Στις 10 Αυγούστου μετέφερα και το πρώτο αυγό κοντά στο δεύτερο, ώστε η υψηλότερη θερμοκρασία να του εντείνει τα χρώματα όπως λένε και να εκκολαφθεί συντομότερα. Τώρα και τα δύο αυγά βρίσκονται σε δύο πλαστικά κουτιά μέσα σ’ε΄να σκοτεινό ντουλάπι, και τα ελέγχω κάθε περίπου 4 μέρες. Εάν η υγρασία του χώματος πέσει, ψεκάζω λίγο νερό από πάνω, αλ΄λα όχι πάνω στο αυγό. Παραμένουν λευκά και υγιή κι έχουν διογκωθεί, καθώς απορροφούν νερό κατά την επώαση. Είναι σαν εξωγήινοι ζωικοί σπόροι που σε λίγο θα βγάλουν κάτι από μέσα τους. Μέσα στις επόμενες 10 μέρες, πιστεύω πως θά’χω την πρώτη μου εκκόλαψη και το πρώτο μου μικρό κηλιδωτό γκέκο! Ακόμα περιβάλλον για τα μικρά δεν έχω ετοιμάσει, αλλά σύντομα θα πρέπει να το κάνω. Το θηλυκό πάντως δε φαίνεται να ετοιμάζει νέα αυγά, και ίσως να τελείωσε η περίοδος αναπαραγωγής του για φέτος. Συνολικά γέννησε 7 αυγά σε 4 φορές.

Η ζωή των γκέκο είναι απλή και ειρηνική. Ξυπνούν γύρω στις 6-7 το απόγευμα, αν και μπορεί να βρω κανένα έξω από τις 5:30. Συνήθως πρώτα βγαίνει ένα μόνο έξω, αλά μπορεί να βγουν και τα δύο. Το βράδυ, που είναι και η κύρια περίοδος δραστηριότητάς τους, συνήθως είναι έξω και τα δύο, και αν δεν είναι, αυτό που είναι μέσα κοιτάζει με το κεφαλάκι του έξω και σύντομα βγαίνει κι αυτό. Αρχικά αυτό που κρυβόταν ήταν το του Τουρκμενιστάν, αλλά τώρα κρύβεται περισσότερο το μεγάλο. Όταν είναι έξω, μπορεί το ένα να είναι σε μία θέση και το άλλο αλλού. Συχνά ωστόσο τα βρίσκω μαζί, είτε πάνω στον κορμό είτε στις πέτρες. Τους αρέσει να σκαρφαλώνουν πάνω στα αντικείμενα του χώρου τους, όπως και να τρέχουν κάτω απ’αυτά. Συχνά όταν πηγαίνει κάπου ακολουθεί και το άλλο. Είναι παρατηρητικά και ξέρουν πότε τα πλησιάζω. Κοιτάζουν το κάθε τι μέσα από το τερράριό τους. Είναι ενθουσιώδη με την τροφή τους, και μόλις αντιληφθούν ότι υπάρχει στο μπολ τους, τρέχουν και την πιάνουν. Συνήθως όταν τρώει το ένα, αντιλαμβάνεται και το άλλο ότι υπάρχει τροφή και πλησιάζει κι αυτό. Αν τα βάλω τροφή τη μέρα, το αντιλαμβάνονται, ίσως με τη μυρωδιά, και μπορεί ένα απ’τα δύο να ξυπνήσει και να πάει να φάει λίγο. Αυτό το έκανε κυρίως το μεγάλο θηλυκό, γιατί είχε αυξημένες ανάγκες για να θρέψει τα αυγά του. Μπορούν επίσης να ξυπνήσουν στιγμιαία αν κάνω θόρυβο γύρω απ’το χώρο τους, και ξυπνούν πολύ πιο εύκολα από το λοφιοφόρο γκέκο. Ακόμα δεν τα έχω δώσει τόση ποικιλία εντόμων όση έχω δώσει στις υπόλοιπες σαύρες που τις έχω περισσότερο καιρό, αλά έχω προσέξει ότι τα αλευροσκούληκα, τα μελοσκούληκα και οι κατσαρίδες Αργεντινής είναι τα αγαπημένα τους. Και οι γρύλλοι είναι επίσης αγαπημένοι, επειδή είναι μαλακοί και απασχολούνται με το κυνήγι τους. Τα σκαθάρια από τα αλευροσκούληκα είναι τα επόμενα στη λίστα και τελευταίες είναι δυστυχώς οι προνύμφες της μύγας Hermetia illucens, από τις οποίες τρώνε ελάχιστες ή και καθόλου. Είναι μια πολύ θρεπτική τροφή και ασυνήθιστα για έντομο έχει πολύ ασβέστιο, αλλά επειδή ίσως είναι δύσθραυστές, δεν τις προτιμούν. Κάθε γκέκο τρώει 4 μεγάλα αλευροσκούληκα, ίσως και κάτι ακόμα μικρότερο μετά, ή 3-4 κατσαρίδες Αργεντινής 1,5-2 εκατοστών. Αν τα έντομα είναι μικρότερα, θα φάνε περισσότερα. Δεν έχω παρατηρήσει κάποια σαφή ιεραρχία στη συμπεριφορά τους. Ίσως το μεγαλύτερο θηλυκό να είναι πιο κυρίαρχο, γιατί όταν είναι και τα δύο έξω τρώει πρώτο, αλά αυτό δε σημαίνει ότι αποτρέπει το μικρότερο να φάει. Όταν είναι μέσα, το τουρκμενιστανικό τρώει πρώτο. Έως τώρα δεν υπήρξε καμία περίπτωση βίαιης αντιπαράθεσης μεταξύ τους. Η συμπεριφορά τους επίσης προς εμένα έχει αλλάξει αρκετά. Η Αστραπή του Τουρκμενιστάν έχει ηρεμήσει αρκετά, ώστε να μπορώ να την σηκώνω για λίγα δευτερόλεπτα χωρίς να φοβάμαι ότι θα μου φύγει. Προτιμά να κάθεται πάνω στο χέρι μου, και αν κάνω να την κρατήσω δυσανασχετεί. Όταν όμως την μετακινήσω γρήγορα μακριά απ’το χώρο της ή την επιστρέψω εκεί και νιώσει ότι δεν ελέγχει την κατάσταση επειδή το χέρι μου κινείται μαζί της, πανικοβάλεται κι αρχίζει να τρέχει. Τότε την πιάνω, αυτή συστρέφεται και βγάζει διάφορους ήχους, και την βάζω αμέσως μέσα. Δεν ανησυχεί ιδιαίτερα μετά απ’αυτό, αφού μπορεί να φάει αμέσως μόλις την επιστρέψω πίσω, ανησυχώ όμως εγώ γιατί φοβάμαι μην την ξαναχάσω. Από την άλλη, το μεγάλο θηλυκό είναι πολύ πιο ήσυχο και ανεκτικό. Ήδη από τις πρώτες μέρες που το είχα μπορούσε να φάει ακόμα κι όταν την έβγαζα έξω, π.χ. για να διορθώσω κάτι στο εσωτερικό του τερραρίου. Πλέον είναι πολύ ήσυχη, και κάθεται πάνω στο χέρι μου χωρίς πρόβλημα. Μπορώ να την κρατήσω για λίγο χωρίς να δυσανασχετεί. Αυτήν πλέον την εμπιστεύομαι αρκετά, αφού μπορώ να την βγάζω για λίγα λεπτά έξω χωρίς πρόβλημα. Κάθεται πάνω στο χέρι μου, σκαρφαλώνει πάνω στο χέρι μου ή πάνω μου, περνά από το ένα χέρις το άλλο και καμια φορά την αφήνω ναπερπατήσει πάνω στο γραφείο, πάντοτε υπό επιτήρηση. Όταν την επιστρέφω πίσω, είτε την αποθέτω προσεκτικά μέσα είτε την αφήνω να πηδήξει μόνη της μέσα. Αφού την βάλω μπροστά στην είσοδο, κινείται μπροστά, πιάνεται από το χέρι μου με τα πίσω πόδια της και την ουρά της, κι αφού εκτιμήσει το ύψος πηδάει μέσα στο γνώριμο χώρο της.

Το χειμώνα τα γκέκο θα περάσουν από χειμερία νάρκη, όπως κάθε άλλο εύκρατο ερπετό που έχω, και αυτό θα επαναλαμβάνεται κάθε χρόνο. Του χρόνου θ’ασχοληθώ πιο συστηματικά με την αναπαραγωγή τους, και θα γονιμοποιήσω και τις δύο θηλυκιές. Παρόλα αυτά δεν έχω αποφασίσει ακόμα αν πάρω αρσενικό, ή θα τα πηγαίνω σε άλλο αρσενικό για γονιμοποίηση. Αν πάρω αρσενικό, θα πρέπει να τα μεταφέρω σε μεγαλύτερο τερράριο. Στην περίπτωση αυτήν μπορεί να πάρω ακόμα ένα θηλυκό. Προς το παρόν, φροντίζω τα γκέκο μου να είναι υγιή και στρουμπουλά με αρκετή τροφή και περιμένω με ανυπομονησία την εκκόλαψη των αυγών.

Πηγές και σύνδεσμοι:
γένος Eublepharis – Wikipedia
Κηλιδωτό γκέκο, ένας αστέρας του χόμπι των ερπετών της Petra Spiess
leopardgecko.com
Αυτή είναι η σελίδα του εκτροφέα Ron Tremper.
άρθρο φροντίδας για το κηλιδωτό γκέκο στο Reptiles Magazine από τον Ron Tremper
οδηγός φροντίδας για κηλιδωτό γκέκο – Reptiles Greece
οδηγός φροντίδας για το κηλιδωτό γκ΄κεο – feeders.gr
μορφικά του κηλιδωτού γκέκο – feeders.gr
Η μορφολογία και η οικολογία του E. macularius από το Πακιστάν
Άρθρο του Muhammad Khan.
η αναπαραγωγή του E. turcmenicus στην αιχμαλωσία

Ενδεικτικές επιστημονικές μελέτες:
Ο μηχανισμός της οδοντικής αντικατάστασης στο κηλιδωτό γκέκο
Αντίδραση κατά των εθχρών στον E. macularius προς φίδια θηρευτές

Θερμοεξαρτώμενος φυλοκαθορισμός στο κηλιδωτό γκέκο

Αναπαραγωγικά ισοζύγια και στεροειδή της λεκήθου στο κηλιδωτό γκέκο
Οντογενετική μεταβολή στις στρατηγικές κατά των εχθρών στο κηλιδωτό γκέκο
Το ποσό του προγεννητικού οπτικού ερεθισμού επηρεάζει το χρόνο επώασης και τις μεταγεννητικές προτιμήσεις των κηλιδωτών γκέκο, Eublepharis macularius

Ενημερώσεις

Ενημέρωση 21/8/2016: Στο παρακάτω βίντεο, που τράβηξα στις 19 Αυγούστου, σας δείχνω το πλήρως εξοπλισμένο τερράριο των γκέκο και τα δύο γκέκο, τα οποία έβγαλα για λίγο έξω, γιατί μόλις είχα αλλάξει κάποια χαρτιά από το τερράριο, οπότε ήταν καλή ευκαιρία να σας τα δείξω σε φωτισμό ημέρας. Αφού κάνω μια σύντομη παρουσίαση των ειδών και τα επιστρέψω στο χώρο τους, σας δείχνω τα αυγά, κι εκεί είναι η έκπληξη! Γεννήθηκε το πρώτο μικρό. Είναι το αυγό που γεννήθηκε στις 28 Ιουνίου, αυτό που πιθανότατα είναι θηλυκό, το οποίο, ύστερα από 52 ημέρες επώασης, εκκολάφθηκε στις 19 Αυγούστου, 2016. Είναι ένα μικρό υγιές σαυράκι με μεγάλο κεφαλάκι και ζωνωτό χρωματισμό που τσιρίζει δυνατά για να τρομάξει τους εχθρούς του – άρχισε ήδη να τσιρίζει πριν το βγάλω από το κουτί επώασης. Το βάζω σε ένα μικρότερο τερράριο. Ακόμα μάλλον δεν άλλαξε δέρμα, και δεν το τάισα. Περνά το χρόνο του στο κουτί επώασης, το οποίο έχω τροποποιήσει σε κρυψώνα. Το δεύτερο αυγό επίσης δείχνει σημάδια ότι θα σκάσει σύντομα.

6 νεαρά Achatina fulica
Από το Δεκέμβριο του 2015, αυτά τα μεγάλα εξωτικά μαλάκια ανήκουν στη συλλογή μου. Γνώριζα το είδος αυτό για πολύ καιρό, επειδή το διάβαζα σε άρθρα στο Διαδίκτυο, όπου άκουγα ιστορίες για σαλιγκάρια που φτάνουν έως και 25 ή και 30 εκατοστά, αν κι αυτό αποδείχθηκε η εξαίρεση παρά ο κανόνας. Έψαχνα λοιπόν να βρω αυτό το είδος, αλλά δε φαινόταν να υπάρχει κάπου στην Ελλάδα. Περιστασιακά κάποια μέλη του φόρουμ των ερπετών Reptiles Greece πουλούσαν απογόνους τέτοιων σαλιγκαριών, αλά δε μπήκα στον κόπο να παραγγείλω. Τα συνάντησα για πρώτη φορά από κοντά στην έκθεση Insectopia που λειτουργούσε πριν μερικά χρόνια στη Θεσσαλονίκη, τα οποία ήταν γύρω στα 15 εκ. Τελικά το γνωστό κατάστημα κατοικιδίων feeders.gr έφερε πέρυσι ένα ολόκληρο κουτί γεμάτο με πολλά τέτοια μικρά σαλιγκαράκια, και πρόλαβα να πάρω έξι μικρά. Από τότε εξακολουθεί να έχει διαθέσιμα προς πώληση συνεχώς, και κανονικά και albino, άρα εάν θέλετε να αποκτήσετε αυτά τα μαλάκια, μπορείτε να αγοράσετε από εκεί. Τα σαλιγκάρια αυτά είναι πολύ εύκολα στη φροντίδα, ανθεκτικά και μπορούν να φτάσουν εύκολα σε μεγάλο μέγεθος.

Ως σαλιγκάρια, ανήκουν στην ομοταξία των γαστεροπόδων στη συνομοταξία των μαλακίων. Όπως τα περισσότερα χερσαία σαλιγκάρια, ανήκουν διαδοχικά στους κλάδους ετεροβράγχια, ευθύνευρα, πανπνευμονοφόρα, ευπνευμονοφόρα, στυλωματοφόρα, σιγμούρηθρα, στην υπεροικογένεια των αχατινοειδών, στην οικογένεια των αχατινιδών, στην υποοικογένεια των αχατινινών, στο γένος αχατίνη, και στο υπογένος λειαχατίνη. Η λατινική επιστημονική του ονομασία είναι Achatina fulica, κι έχει προταθεί από ορισμένους ερευνητές η αναβίβαση του υπογένους λειαχατίνη (Lissachatina) σε πλήρες γένος, αν και το νέο σχήμα δεν έχει υιοθετηθεί ευρέως. Η οικογένεια των αχατινιδών (Achatinidae) περιλαμβάνει 200 είδη σε 13 γένη με αρχική εξάπλωση στην Υποσαχάρια Αφρική. Το όνομά της το πήρε από τον αχάτη, ένα ηφαιστειακό πέτρωμα, γι’αυτό λέγονται και αχατοσαλίγκαρα. Το είδος Achatina fulica, μαζί με τα είδη Achatina achatina και Archachatina marginata, αποκαλούνται κοινώς γιγάντια αφρικανικά σαλιγκάρια, στα αγγλικά giant African land snails ή gals συντομογραφικά. Τα δύο τελευταία ήταν αρχικά ενδημικά της Δυτικής Αφρικής, ενώ η A. fulica ενδημούσε στην Ανατολική Αφρική, με αρχική κοιτίδα ίσως την Κένυα και την Τανζανία. Σήμερα και τα τρία είδη έχουν μεταφερθεί με τον άνθρωπο σε διάφορες τροπικές περιοχές του κόσμου, αν και η A. fulica είναι το πλέον ανθεκτικό είδος με τον υψηλότερο αναπαραγωγικό ρυθμό, και ως εκ τούτου έχει σχεδόν παγκόσμια εξάπλωση. Γι’αυτό άλλωστε είναι και το κοινότερο είδος στην αιχμαλωσία.

Το όστρακο του συγκεκριμένου σαλιγκαριού είναι επίμηκες και κωνικό, με μήκος περίπου διπλάσιο του ύψους του. Σαλιγκάρια με σφαιρικό σχήμα, όπως τα περισσότερα κοινά στη χώρα μας είδη, είναι προσαρμοσμένα για διαβίωση στην επιφάνεια του εδάφους, ενώ αυτά με κωνικό κέλυφος είναι είτε δενδρόβια είτε ημιυπογειόβια, με την A. fulica να ανήκει στα δεύτερα. Έχει χαρακτηριστικά μεγάλο κατοικίδιο θάλαμο, τον τελικό θάλαμο στον οποίο διαμένει το μαλάκιο, και σχετικά μικρό κώνο με οξεία κορυφή. Ένα ενήλικο σαλιγκάρι έχει 7-9 σπείρες, σπάνια 10. Υπάρχουν και δεξιόστροφα και αριστερόστροφα άτομα, με συχνότερα ωστόσο τα δεξιόστροφα, όπως άλλωστε και στα περισσότερα σαλιγκάρια. Το χρώμα τους ποικίλει ανάλογα με τη διατροφή, με συνηθέστερο διάφορες αποχρώσεις του καφέ με πιο σκουρόχρωμες δυσδιάκριτες ραβδώσεις κατά μήκος του οστράκου. Ο στυλίσκος, το εσωτερικό κεντρικό μέρος γύρω από το οποίο περιελίσσονται οι σπείρες, είναι ανοιχτό κίτρινο. Το σώμα του σαλιγκαριού έχει γκριζοκαφέ χρώμα, με πιο σκούρο κεφάλι και ένα ελαφρύ δικτυωτό μοτίβο. Στην αιχμαλωσία παράγονται και αλφικά (albino) άτομα, με λευκό σώμα. Πολλές υπερβολές λέγονται και διαδίδονται άκριτα από σελίδα σε σελίδα για το μέγεθος του είδους, όπως ότι εύκολα φτάνει τα 25 ή και τα 30 εκατοστά. Στην πραγματικότητα, κανένα χερσαίο σαλιγκάρι δεν έχει φτάσει τα 30 εκατοστά. Το μεγαλύτερο, η A. achatina, έχει φτάσει το ρεκόρ μέγεθος των 27 εκατοστών με ολικό μήκος του εκτεταμένου σώματος τα 39 εκ, ενώ το αμέσως μικρότερο, η Archachatina marginata, μπορεί να φτάσει τα 20 εκατοστά, αλλά συνήθως μένει μικρότερη. Η A. fulica σπανιότατα φτάνει τα 25 εκατοστά, με συχνότερο ακραίο μέγεθος τα 20 εκ. Το τελικό μέγεθός της εξαρτάται από τις περιβαλλοντικές συνθήκες, την ποιότητα της τροφής και την πληθυσμιακή πυκνότητα και είναι μεταξύ 7-20 εκατοστών, με συνηθέστερα μεγέθη μεταξύ 10-15 εκατοστά. Το ολικό μήκος με το εκτεταμένο σώμα μπορεί να είναι αρκετά μεγαλύτερο, έως και 35 εκατοστά στα πραγματικά γιγάντια άτομα.
Το σώμα τους είναι παρόμοιο μ’αυτό άλλων σαλιγκαριών. Αποτελείται από τρία μέρη, το κεφάλι, το σπλαχνικό σάκο και το πόδι. Το κεφάλι βρίσκεται μπροστά και φέρει τα δύο ζεύγη κεραιών, το ανώτερο και ψηλότερο με τα μάτια στην κορυφή και οσφρητικούς υποδοχείς, και το κατώτερο με οσφρητική, γευστική και απτική λειτουργία. Οι κεραίες μπορούν να μαζευτούν όταν το ζώο απειλείται, κι επίσης αναγεννώνται αν κοπούν. Υπάρχουν επίσης υποδοχείς αφής σε όλο το σώμα. Το νευρικό σύστημα είναι απλό, με ένα γάγγλιο στο κεφάλι, ένα στο σπλαχνικό σάκο κι ένα στο πόδι, που επικοινωνούν μεταξύ τους. Το στόμα βρίσκεται λίγο πιο κάτω απ’τις κεραίες, και είναι εξοπλισμένο με το ξύστρο, ένα όργανο σαν γλώσσα με πολλά χιτινώδη δόντια που αντικαθίστανται συνεχώς, με το οποίο το ζώο ροκανίζει την τροφή του. Το μυώδες πόδι βρίσκεται στην κάτω πλευρά του σαλιγκαριού, εξού και το όνομα της ομοταξίας γαστερόποδα, και κινεί το ζώο με κυματοειδείς συσπάσεις που διαδίδονται από μπροστά προς τα πίσω. Παράγει βλέννα, η οποία βοηθά στην ολίσθηση του ζώου και το προστατεύει από τραυματισμούς σε τραχιές ή αιχμηρές επιφάνειες. Βλέννα επίσης παράγεται λιγότερο και στην επιφάνεια του υπόλοιπου σώματος. Ο σπλαχνικός σάκος βρίσκεται μέσα στο κέλυφος, περιέχει όλα τα ζωτικά όργανα όπως το πεπτικό σύστημα, τον πεπτικό αδένα, την καρδιά, το νεφρό, το μανδυακό πνεύμονα και το αναπαραγωγικό σύστημα, και προστατεύεται από το μανδύα. Εξαιτίας της αναστροφής που παθαίνουν τα γαστερόποδα κατά την εμβρυική τους ανάπτυξη ώστε να προσαρμοστούν στο σχήμα του κελύφους, το πίσω μέρος τους γυρίζει 180 μοίρες προς τα εμπρός, κι έτσι ο πρωκτός και τα γεννητικά όργανα βρίσκονται ακριβώς πάνω από το κεφάλι στη μανδυακή κοιλότητα. Από τη δεξιά πλευρά αυτής της κοιλότητας επίσης βρίσκεται ο πνευμόπορος, απ’όπου το σαλιγκάρι αναπνέει. Ο μανδύας ακόμα παράγει ανθρακικό ασβέστιο και κογχιολίνη, με τα οποία το μαλάκιο χτίζει το όστρακό του. Ο μανδύας αποθέτει συνεχώς νέο υλικό στο άνοιγμα του οστράκου, κι έτσι αυτό μεγαλώνει. Για το λόγο αυτό οι άκρες του οστράκου είναι εύθραυστες όσο το σαλιγκάρι είναι στην ανάπτυξη. Μόλις φτάσει στην ενηλικίωση, δημιουργεί ένα προεξέχον χείλος και η ανάπτυξη παύει, οπότε ο ρόλος του μανδύα είναι κυρίως επιδιορθωτικός για το εσωτερικό του κελύφους. Σε ιδανικές συνθήκες, ένα αφρικανικό γιγάντιο σαλιγκάρι μπορεί να φτάσει στην ενηλικίωση μέσα σε έξι μόνο μήνες, ενώ διαφορετικά μπορεί να χρειαστεί πάνω από ένα χρόνο. Η αναπαραγωγική ωριμότητα μπορεί να έρθει πριν την πλήρη ανάπτυξη. Όπως και τα περισσότερα σαλιγκάρια, το είδος είναι ερμαφρόδιτο, αν και δεν αυτογονιμοποιείται, και όπως όλα τα στυλωματοφόρα, το κάθε σαλιγκάρι μπορεί να εκτιμά το μέγεθος και την ηλικία του άλλου πριν το ζευγάρωμα. Πριν ζευγαρώσουν, μπορεί το ένα μαλάκιο να ανέβει πάνω στο άλλο, να σπρωχθούν και στη συνέχεια ζευγαρώνουν, πιέζοντας τις κοιλιές τους και τοποθετώντας το φαλλό τους στη γεννητική κοιλότητα του άλλου. Δύο ενήλικα σαλιγκάρια του ίδιου μεγέθους συνήθως αλληλογονιμοποιούνται, ενώ σε περίπτωση που υπάρχει μεγάλη διαφορά μεγέθους, το ζευγάρωμα είναι μονόπλευρο, με το μικρότερο στο ρόλο του αρσενικού, επειδή η παραγωγή αυγών κοστίζει κι αυτό θα μπορούσε να έχει δυσμενείς επιπτώσεις στην ανάπτυξή του. Το σαλιγκάρι γεννά τα αυγά 8-20 ημέρες μετά το ζευγάρωμα, και μπορεί ν’αποθηκεύσει σπέρμα για πολλές ακόμα γέννες, μέχρι και για δύο χρόνια. Τα αυγά είναι λευκοκίτρινα, διαμέτρου 4,5-5,5 χιλιοστών, και τα προστατεύει σε ρηχές φωλιές που σκάβει μέσα στο έδαφος ή ανάμεσα στα πεσμένα φύλλα. Μπορεί να γεννήσει από 100 έως 500 αυγά τη φορά, με συνήθη αριθμό τα 200, και μπορεί να γεννά σταθερά κάθε δύο μήνες για όλο το χρόνο. Τα αυγά επωάζονται σε θερμοκρασίες πάνω από τους 15 βαθμούς, και σε κατάλληλες συνθήκες, τα μικρά εκκολάπτονται σε 11-15 ημέρες, και είναι αντίγραφα των ενηλίκων. Η γονιμότητά τους φθίνει μετά τα δύο χρόνια ζωής, αν και μπορούν να ζήσουν 5-6 χρόνια στην αιχμαλωσία, με σπάνιες περιπτώσεις να φτάνουν έως και τα 10 χρόνια. Όπως όλα τα χερσαία σαλιγκάρια, δεν έχουν προνυμφική φάση και τα μικρά είναι μικροσκοπικά αντίγραφα των ενηλίκων.
Το σαλιγκάρι αυτό ζει οπουδήποτε υπάρχει το κατάλληλο κλίμα σε ποικιλία ενδιαιτημάτων, όπως ζούγκλες, φυτεμένα δάση, περιοχές διαταραγμένες από ανθρώπινη δραστηριότητα, παραποτάμιες και ελώδεις περιοχές, καλλιεργήσιμες εκτάσεις και αστικά περιβάλλοντα. Ευδοκιμούν καλύτερα σε μόνιμα θερμό και υγρό κλίμα ή σε υγρό κλίμα με μια ξηρή περίοδο για μέρος του έτους, σε χαμηλά υψόμετρα. Δραστηριοποιείται σε θερμοκρασίες μεταξύ 9 και 29 βαθμών Κελσίου. Όταν οι θερμοκρασίες πέσουν χαμηλότερα περιέρχεται σε χειμερία νάρκη, ενώ αν ξεπεράσουν το όριο δραστηριότητας ή το περιβάλλον αρχίζει να ξηραίνεται περιέρχεται σε θερινή νάρκη ή διαθέριση. Κατά την αδρανοποίηση, το σαλιγκάρι θάβεται μέσα στο έδαφος και φράζει το άνοιγμα του οστράκου του με ένα επίφραγμα από ξηρή βλέννα ενδυναμωμένη με ανθρακικό ασβέστιο. Μπορεί να επιβιώσει σε θερμοκρασίες μέχρι και τους 2 βαθμούς Κελσίου, αν και η θνησιμότητα αυξάνεται όσο μεγαλύτερος είναι ο χρόνος σε τέτοιες θερμοκρασίες. Αντίθετα, ανέχεται τις υψηλές θερμοκρασίες πολύ καλύτερα. Στην περίοδο δραστηριότητας είναι κυρίως νυκτόβιο, και την ημέρα κρύβεται συνήθως θαμμένο μέσα στο έδαφος, αν και μπορεί να προσκολληθεί σε επιφάνειες. Την ημέρα παρατηρείται σε συννεφιασμένο καιρό ή σε περιπτώσεις μεγάλου υπερπληθυσμού. Όπως και με όλα τα σαλιγκάρια, το άμεσο ηλιακό φως μπορεί να τα σκοτώσει. Το είδος αυτό είναι φυτοφάγο και σαπροφάγο, δηλαδή τρέφεται τόσο με ζωντανή όσο και με νεκρή φυτική ύλη. Τα μικρά τρέφονται κυρίως με νεκρή οργανική ύλη και με μονοκύτταρα φύκη, και από πράσινα φυτά προτιμούν κυρίως μαλακά είδη όπως η μπανάνα, ο αρακάς και το παντζάρι. Θεωρείται ότι στη φάση αυτή λαμβάνουν την απαραίτητη χλωρίδα του εντέρου, η οποία διασπά την κυτταρίνη των φυτών, κι επίσης λαμβάνουν αρκετή πρωτεΐνη από τους μικροοργανισμούς που αποσυνθέτουν την οργανική ύλη. Έχει βρεθεί ότι ένα ποσοστό πρωτεΐνης της τάξεως του 18% της διατροφής είναι το ιδανικό για βέλτιστη ανάπτυξη. Μετά τα 5 εκατοστά, προτιμούν κυρίως πράσινη φυτική ύλη, ενώ στην ενηλικίωση τρώνε τόσο χλωρή όσο και σαπισμένη φυτική ύλη. Τρέφονται με φύλλα, τρυφερούς βλαστούς, φλοιό, άνθη, καρπούς, βολβούς, κονδύλους, σπόρους και σπορόφυτα. Επίσης τρέφονται και με μύκητες, λειχήνες, περιττώματα και πτώματα, ενώ έχουν παρατηρηθεί σπάνια να τρώνε ζωντανά μικρότερα σαλιγκάρια ακόμα και του είδους τους και γυμνοσάλιαγκες, αν και δε θεωρούνται σημαντικός εχθρός άλλων γαστεροπόδων. Ως οστρακοφόραμαλάκια, το ασβέστιο είναι απαραίτητο για την ανάπτυξή τους. Η ανάγκη ασβεστίου στα μικρά μέχρι τα 5 εκατοστά είναι πολύ υψηλή, ενώ στη συνέχεια φθίνει και στην ενηλικίωση είναι χαμηλή αλλά σταθερή. Για να προσλάβουν ασβέστιο ροκανίζουν ασβεστούχα πετρώματα, οστά και κελύφη νεκρών σαλιγκαριών. Κύριες αισθήσεις τους είναι η όσφρηση, η γεύση και η αφή, με τις οποίες εντοπίζουν την τροφή τους. Η όρασή τους περιορίζεται στηνα ντίληψη φωτός και στην ανίχνευση μεγάλων αντικειμένων, που θα μπορούσαν να είναι απειλές.

Το σαλιγκάρι αυτό χρησιμοποιείται από τον άνθρωπο ως τροφή, ως ζώο εργαστηρίου, ως κατοικίδιο και ως τροφή άλλων ζώων. Παραδοσιακά συλλεγόταν ως τροφή στην Αφρική. Κατά το 19ο και τον 20ο αι. μεταφέρθηκε, είτε τυχαία, π.χ. μαζί με λαχανικά, χώμα, προσκολλημένο σε οχήματα, σε στρατιωτικό εξοπλισμό κλπ, είτε επιτηδευμένα από κυβερνήσεις τροπικών χωρών ως τροφή, στο μεγαλύτερο μέρος της τροπικής ζώνης και πλέον τρώγεται σχεδόν σε κάθε τόπο όπου βρίσκεται. Είναι το περισσότερο καταναλούμενο είδος στην Κίνα και στην Ταϊβάν, και μεγάλες ποσότητές του εξάγονται προς δυτικες χώρες για να καλυφθεί η ζήτηση που δε μπορεί να καλύψει η εγχώρια παραγωγή. Το σαλιγκάρι αυτό επίσης δίνεται ως τροφή σε πουλερικά και ψάρια ιχθυοκαλλιεργειών. Στα εργαστήρια χρησιμοποιείται λόγω της εύκολης εύρεσης και αναπαραγωγής τους για να μελετηθούν τα χερσαία γαστερόποδα εν γένει, κι επίσης σ’αυτό δοκιμάζονται πειραματικές μέθοδοι καταπολέμησής του. Το μεγάλο και εντυπωσιακό του μέγεθος το έκαναν αγαπητό στους συλλέκτες κοχυλιών, αλλά κι επίσης στο χόμπι των ασπονδύλων. Σε κάποιες από τις χώρες όπου βρίσκεται έχει εισαχθεί για την εξωτική του εμφάνιση, ενώ εκτρέφεται για πολλά χρόνια σε τερράρια ως κατοικίδιο ή ως τροφή άλλων κοχλιοφάγων ζώων.

Η διατήρησή του στην αιχμαλωσία είναι πολύ εύκολη. Ως κατοικίδιο, θεωρείται ιδανικό για μικρά παιδιά αντί για κάποιο ζώο με πιο περίπλοκες ανάγκες, όπως ένα μικρό θηλαστικό. Είναι ένα ζώο που δε μπορεί να βλάψει κανέναν και μέσω αυτού μπορούν τα παιδιά να μάθουν πολλά πράγματα για τον κύκλο ζωής του. Σε τέτοιες περιπτώσεις, ή γενικώς όπου δεν είναι επιθυμητή η αναπαραγωγή, θα χρειαστείτε μόνο ένα άτομο, αλλιώς γρήγορα θα πρέπει συνεχώς να εξοντώνεται αυγά και μικρά. Εάν ωστόσο σκοπός είναι η αναπαραγωγή, τότε θα χρειαστεί πάνω από ένα. Η δική μου αποικία έχει 6 ιδρυτικά άτομα, αλά μπορεί να ξεκινήσει με λιγότερα ή και με περισσότερα. Τα σαλιγκάρια αυτά μπορούν να στεγαστούν οπουδήποτε, αρκεί ο χώρος να είναι ασφαλής για να μη φύγουν και να υπάρχουν τρύπες εξαερισμού. Χρησιμοποιούνται από τερράρια έως μεγάλα πλαστικά κουτιά αποθήκευσης. Το περιβάλλον θα πρέπει να έχει αρκετό χώρο για να κινούνται άνετα όλα, με ιδανικές διαστάσεις μήκος όσο τρεις φορές το μήκος του μεγαλύτερου σαλιγκαριού, και πλάτος και ύψος μεγαλύτερο από το μήκος του μεγαλύτερου. Τα μαλάκια στρεσάρονται με τον έντονο φωτισμό, γι’αυτό θα πρέπει να βρίσκονται σε σημείο με χαμηλό φωτισμό, ή ακόμα και σε μέρος με σχεδόν απόλυτο σκοτάδι, με ελάχιστο φως μόνο την ημέρα για να αντιλαμβάνονται τη φωτοπερίοδο. Μέσα στο κουτί θα πρέπει να υπάρχει υπόστρωμα βάθους 5-10 εκατοστών, στο οποίο θα μπορούν να θάβονται. Η τύρφη χρησιμοποιείται συχνά επειδή είναι μαλακή, αλλά είναι όξινη και χωρίς καθόλου μεταλλικά στοιχεία, κι αυτό μπορεί να επιδράσει αρνητικά στην ανάπτυξη του οστράκου και να εντείνει τις περιπτώσεις κανιβαλισμού. Καλύτερο υπόστρωμα είναι το χώμα, είτε έτοιμο φυτόχωμα χωρίς πρόσθετα λιπάσματα, είτε χώμα από ανακύκλωση από μεταφυτεύσεις γλαστρωμένων φυτών, ή χώμα από τον κήπο ή τη φύση, αρκεί να μην έχει φυτοφάρμακα και ζιζανιοκτόνα. Τα χαλικάκια και τα υπολείμματα ριζών δεν ενοχλούν. Πέρα από το υπόστρωμα, το τι άλλο θα βάλετε στο χώρο τους εξαρτάται καθαρά από τις αισθητικές σας προτιμήσεις, γιατί τα σαλιγκάρια έχουν πολύ απλές ανάγκες. Τα σαλιγκάρια δεν τα νοιάζει αν βρίσκονται σ’ένα ευρύχωρο τερράριο με κατασκευές από ξύλα, πέτρες και φλοιούς να σκαρφαλώνουν και φυτά που δε μπορούν να φάνε όπως ο κισσός (Hedera helix) πάνω τους, αλλά αν θέλετε μπορείτε να φτιάξετε ένα τέτοιο περιβάλλον. Σε πιο απλά περιβάλλοντα, μπορείτε να βάλετε λίγα ξύλα για να σκαρφαλώνουν ή και τίποτα, αφού θα σκαρφαλώνουν στα τοιχώματα του κουτιού τους. Εγώ αρχικά τα είχα στο μικρό πλαστικό κουτάκι που μου τα έδωσαν για τις δύο πρώτες εβδομάδες με χαρτί για υπόστρωμα, όμως επειδή μεγάλωναν τα μετέφερα σ’ένα φαουνάριουμ διαστάσεων 25χ23χ24, το οποίο έστρωσα με 6 περίπου εκ χώμα. Αρχικά σχεδίαζα να τα μεταφέρω σε μεγαλύτερο κουτί αν μεγάλωναν πολύ, αλλά από ό,τι φαίνεται αυτό δε θα χρειαστεί, αφού ήδη στα 8-10 εκατοστά μερικά αρχίζουν να δημιουργούν το χείλος της ενηλικίωσης. Πέρα από χώμα, μέσα στο κουτί δεν έχω τίποτα. Όλα τα σαλιγκάρια είναι θαμμένα στο χώμα τη μέρα, σπάνια λίγα προσκολλώνται πάνω στα τοιχώματα ή στις γωνίες, και το βράδυ δραστηριοποιούνται και βόσκουν. Τότε είναι η ώρα που σκαρφαλώνουν στα τοιχώματα ή και ανάποδα στο καπάκι.
Δείτε το περιβάλλον στο οποίο βρίσκονται.

Τα σαλιγκάρια αυτά ανέχονται μεγάλο εύρος θερμοκρασιών, αλλά ιδανικές για το μεταβολισμό τους είναι αυτές μεταξύ 18-25 βαθμών Κελσίου, δηλαδή θερμοκρασία δωματίου και λίγο υψηλότερη. Εάν έχετε χαμηλότερες θερμοκρασίες, μπορείτε να χρησιμοποιήσετε μια απλή θερμαντική πλάκα που θα καλύπτει το μισό ή και λιγότερο από τον πυθμένα του χώρου τους. Οι θερμαντικές λάμπες είναι επικίνδυνες, διότι θα θερμάνουν υπερβολικά το χώρο, μπορεί να τα αφυδατώσουν αν τις πλησιάσουν, και σε περίπτωση που δεν είναι κεραμικές και φωτοβολούν θα τα στρεσάρουν, αφού θα πρέπει να φέγγουν για όλο το εικοσιτετράωρο. Σε χαμηλότερες από τις προτιμώμενες θερμοκρασίες θα τρώνε πολύ λιγότερο, και ίσως να προσπαθήσουν να ναρκωθούν. Στη δική μου περίπτωση μέσα στον Ιανουάριο, ένα από τα σαλιγκάρια μου δημιούργησε επίφραγμα, αλά τελικά βγήκε αμέσως από τη νάρκη. Την εποχή εκείνη έτρωγαν λίγο και συγκεντρώνονταν γύρω από τη ζέστη της πλάκας, μέσα στο χώμα. Εάν οι θερμοκρασίες ξεπεράσουν το προτιμώμενο όριο, αρχικά δε θα έχετε πρόβλημα. Έχω παρατηρήσει ότι μέχρι τους 28 βαθμούς τρέφονται κανονικά. Αν όμως οι θερμοκρασίες παραμείνουν ψηλότερα για μεγάλο χρόνο, η πρόσληψη τροφής μειώνεται σημαντικά, και μπορεί ν’αρχίζουν να αδυνατίζουν. Στην περίπτωση αυτήν, αν δε μπορείτε να τα μεταφέρετε σε δροσερότερο σημείο, το καλύτερο είναι να τα βάλετε σε θερινή νάρκη. Για να το κάνετε αυτό, απλώς αντικαθιστάται το χώμα με πολύ ξηρότερο και τα αφήνετε μέσα όπως πριν, αλλά χωρίς τροφή, και μέσα στις επόμενες μέρες θα αδρανοποιηθούν. Εγώ άργησα να το κάνω αυτό, με αποτέλεσμα δύο σαλιγκάρια να χάσουν βάρος. Αυτό φαίνεται από το μικρότερο βάρος τους όταν τα σηκώνεται, αλλά και από το μεγαλύτερο βάθος που μπορούν να φτάσουν όταν αποτραβιούνται στο καβούκι τους. Τελικά στα τέλη του Ιουνίου άλλαξα το χώμα. Μέσα σε τρεις μέρες, ακόμα και τα δύο μεγαλύτερα και πιο δραστήρια σαλιγκάρια κατέβηκαν στο χώμα και όλα ναρκώθηκαν. Τώρα οι θερμοκρασίες ξεπερνούν τους 33 βαθμούς μερικές φορές και αυτά δεν επηρεάζονται καθόλου. Στο παρακάτω βίντεο θα δείτε την κατάσταση της νάρκης.

Το τάισμα είναι το ευκολότερο πράγμα μ’αυτά τα σαλιγκάρια. Μπορούν να φάνε μια μεγάλη γκάμα φυλλωδών λαχανικών, ζιζανίων, φύλλων θάμνων και δέντρων, καρπών και σπόρων. Εγώ επιλέγω τα είδη που θα τα δώσω σύμφωνα με το κατά πόσο τα τρώνε άγρια σαλιγκάρια, κι έτσι έχω μεγάλη επιτυχία. Φυλλώδη λαχανικά όπως το μαρούλι (Lactuca sativa), τα λαχανοειδή [(Brassica oleracea) λάχανο, κουνουπίδι, μπρόκολο, λαχανίδα], η ρόκα (Eruca sativa) και τα φύλλα από το ραπανάκι (Raphanus sativus), αγριόχορτα όπως η πικραλίδα ή ραδίκι (Taraxacum officinale), ο ζοχός (Sonchus oleraceus), η στελλάρια (Stellaria media), το περδικάκι (Parietaria judaica), το λάπατο (Rumex sativus), η μολόχα (Malva silvestris), όλα είναι στόχοι ντόπιων σαλιγκαριών και από τα αγαπημένα της A. Fulica, τα οποία εξαφανίζονται σε λίγες ώρες αφού τα βάλω. Έχω παρατηρήσει ωστόσο ότι τα λεια φεύγουν πιο γρήγορα από τα χνουδωτά αγριόχορτα. Εκτός από τα παραπάνω, τα οποία είναι κατάλληλα και για άλλα φυτοφάγα ζώα, π.χ. κουνέλια, τα δίνω και πιο τοξικά τουλάχιστον για σπονδυλωτά φυτά, τα οποία ωστόσο τρώνε πολύ τα δικά μας σαλιγκάρια, όπως τα φύλλα του βολβού του ιππέαστρου (Hippeastrum), μια ακόμα πολύ καλή και αγαπημένη τροφή, και τα φύλλα του σενεκίου (Senecio angulatum), το οποίο τρώνε αρκετά, αν κι όχι τόσο πολύ όσο τα προηγούμενα. Από λαχανικά δίνω φλούδες κολοκυθιού και αγγουριού (Cucurbita sp και Cucumis sativus), οι οποίες φεύγουν αμέσως, αλλά και κομμάτια καρότου (Daucus carota) και πατάτας (Solanum tuberosum), τα οποία ροκανίζονται αρκετά σε λίγες μέρες. Η πατάτα ιδιαίτερα θεωρείται πολύ θρεπτική τροφή για το συγκεκριμένο είδος. Από φύλλα δέντρων και θάμνων έχω δοκιμάσει πολλά, αλά δεν τα τρώνε όλα με την ίδια όρεξη, επειδή είναι πολύ σκληρότερα από τα φύλλα των χόρτων. Το αμπέλι (Vitis vinifera) και τον ιβίσκο (Hibiscus syriacus) για παράδειγμα μπορεί να τα φάνε, αλλά θα τα ροκανίσουν μέσα σε πολλές μέρες. Τα φύλλα των εσπεριδοειδών (Citrus sp) προτιμώνται περισσότερο, και φροντίζω να τα δίνω συχνά. Αντίθετα, η μουριά φαίνεται να είναι το αγαπημένο τους, και τρώνε τόσο τη μαύρη (Morus nigra), όσο και την άσπρη (Morus alba), με ιδιαίτερη προτίμηση στη δεύτερη, ίσως επειδή έχει μαλακότερα φύλλα. Τα φύλλα της μουριάς περιέχουν αρκετή πρωτεΐνη και ασβέστιο, άρα είναι ωφέλιμα. Τα μαλάκια αυτά επίσης μπορούν να φάνε φρούτα, αλλά η συχνή σίτιση μ’αυτά θα οδηγήσει σε υγρά κόπρανα. Αραιά τα δίνω κομμάτια από αχλάδι, μήλο, ροδάκινο, βερίκοκο και μπανάνα. Τέλος υπάρχουν και φυτά τα οποία είτε είναι πολύ σκληρά είτε τοξικά και δε θα τα φάνε καθόλου, όπως ο κισσός, οι αειθαλείς θάμνοι όπως το ευώνυμο, αλλά και γενικώς ασφαλή είδη για φυτοφάγα όπως η ψευδακακία (Robinia pseudoacacia) και το χωνάκι (Campsis radicans). Σκληρά και ινώδη αγρωστώδη φυτά, όπως η αγριάδες, δε θα τα αγγίξουν καθόλου. Το σπανάκι (Spinacia oleracea) επίσης είναι τροφή που τρώνε, αλλά επειδή δεσμεύει το ασβέστιο στα σπονδυλωτά, δεν τους το δίνω. Φροντίζω να έχω τουλάχιστον δύο είδη φυτών σε κάθε τάισμα. Όταν τα ταΐζω, στρώνω τη μισή ή όλη την επιφάνεια του χώρου τους με τα φύλλα, ή αν είναι φλούδες τα αφήνου σε μια γωνία. Σε μία μέρα, θα έχουν μείνει κυρίως βλαστοί και μίσχοι. Δεν είναι απαραίτητο η τροφή να βρίσκεται σε μπολ, όπως πολλοί κάνουν. Αντίθετα όταν βρίσκεται στο χώμα και αφεθεί λίγο να σαπίσει είναι καλύτερη γι’αυτά. Προσθέτω νέα τροφή καθημερινά εάν έχει φαγωθεί όλη, αλλιώς κάθε 2-3 μέρες, και αφαιρώ τα υπολείμματα της παλιάς κάθε 2-3 μέρες. Εάν έχω παραμελήσει το τάισμά τους, τα σαλιγκάρια γίνονται πιο δραστήρια σκαρφαλώνοντας παντού. Αν έχει ησυχία και στήσω αυτί, μπορώ να τα ακούσω να ροκανίζουν σιγά-σιγά την τροφή όταν βόσκουν. Ορισμένοι κάτοχοι τα δίνουν συμπληρωματικά και γατοτροφή, σκυλοτροφή ή ψαροτροφή για επιπλέον πρωτεΐνη, αν κι εγώ δεν τα έχω δώσει ποτέ έως τώρα, πάντως δε βλάπτει η μικρή ποσότητα. Εκτός από την τροφή, απολύτως απαραίτητο είναι και το ασβέστιο. Μπορείτε να ρίχνετε το ασβέστιο σε σκόνη πάνω από την τροφή, αλλά πιο εύκολος τρόπος είναι να τους το παρέχετε ξεχωριστά, οπότε έτσι θα μπορούν να αυτορρυθμίζουν την πρόσληψή τους. Ένα κόκκαλο σουπιάς ή κάποιο ειδικό τούβλο ασβεστίου θα τους καλύψει όλες τις ανάγκες. Τα μικρά έχουν τεράστια όρεξη για ασβέστιο, και θα το εξαφανίζουν συνεχώς, ενώ όσο μεγαλώνουν θα τρώνε λιγότερο. Τα ενήλικα θα πρέπει να έχουν πάντοτε ασβέστιο, ακόμα κι αν τρώνε ελάχιστο κάθε μέρα. Για τα δικά μου χρησιμοποιούσα αρχικά το ¼ του μικρού κοκκάλου σουπιάς, το οποίο άδειαζαν σε 4 περίπου μέρες. Όσο μεγάλωναν χρειάζονταν το μισό, και τώρα τα δίνω σχεδόν ολόκληρο, το οποίο αλλάζω κάθε εβδομάδα ή 10 μέρες. Το τούβλο του ίδιου μεγέθους κρατά περισσότερο, μπορεί και για δύο βδομάδες. Εάν δεν υπάρχει αρκετό ασβέστιο, το όστρακό τους δε θα μεγαλώσει σωστά, ενώ μπορεί να στραφούν στον κανιβαλισμό. Συνήθως δεν τρώνε το κρέας των άλλων, αν και μπορεί μεγαλύτερα άτομα με έλλειψη ασβεστίου να φάνε ολόκληρα πολύ μικρότερα, αν και το σύνηθες είναι τα μικρότερα να ξύνουν το όστρακο κάποιου μεγαλύτερου, αποδυναμώνοντάς το. Επειδή το τραύμα βρίσκεται στην εξωτερική πλευρά, το σαλιγκάρι δε θα μπορεί να το επιδιορθώσει και έτσι θα μείνει για όλη τη ζωή του. Μια φορά εγώ ξεκόλλησα ένα μικρότερο σαλιγκάρι από ένα μεγαλύτερο, και στο σημείο απ’όπου το έβγαλα υπήρχε ένα μακρόστενο αυλάκι, ίσως ένδειξη κανιβαλισμού. Από τότε βάζω ακόμα περισσότερο ασβέστιο μέσα. Είναι αδύνατο να αφομοιώσουν όλο το ασβέστιο που τρώνε, και γι’αυτό μπορεί να αποβάλλουν άσπρο υλικό στα περιττώματά τους, κάτι φυσιολογικό.
Οι ανάγκες τους σε νερό καλύπτονται από την τροφή τους και την υγρασία του περιβάλλοντος, άρα κανονικά δοχείο νερού δε χρειάζεται. Αρκετοί κάτοχοι βάζουν ένα ρηχό δοχείο νερού, όπου τα σαλιγκάρια πίνουν και ξεπλένονται από χώμα, αλλά αυτό χρειάζεται καθάρισμα κι επίσης μπορεί να πνίξει μικρά σαλιγκαράκια αν γίνει αναπαραγωγή. Εγώ δε βάζω, και δεν έχω κανένα πρόβλημα απ’αυτό. Αν το χώμα τους μένει μόνιμα υγρό κατά την περίοδο δραστηριότητας, δε θα υπάρχει κανένα πρόβλημα. Μπορείτε είτε να τα ψεκάσετε είτε να τα ποτίσετε, με προσοχή όμως γιατί μπορεί να λασπώσετε το χώμα τους. Αν το χώμα τους λασπώσει, δε θα μπορούν να θαφτούν προσωρινά. Μπορείτε να το επαναφέρεται προσθέτοντας νέο ξερό χώμα ή αφήνοντάς το να στεγνώσει για λίγες μέρες. Το χώμα δε θα χρειάζεται κατά τ’άλλα συχνή αντικατάσταση. Τα σαλιγκάρια θα παράγουν συνεχώς μακρόστενα περιττώματα καθώς τρέφονται, αλλά αυτά δε θα πρέπει ν’απομακρύνονται αμέσως, γιατί έχει βρεθεί ότι το υπερβολικά καθαρό περιβάλλον μειώνει την ικανότητα πρόσληψης όλων των θρεπτικών συστατικών, αφού τα σαλιγκάρια αυτά μπορεί να ξαναφάνε τα περιττώματά τους ή την τροφή που σαπίζει για ν’απορροφήσουν αποτελεσματικά όλα τα θρεπτικά συστατικά. Μία μερική αντικατάσταση του επιφανειακού υποστρώματος μια φορά την εβδομάδα είναι αρκετή, αν κι εγώ τα αφήνου και για πάνω από δύο εβδομάδες χωρίς πρόβλημα. Εάν δεν είστε σε θέση να το αντικαταστήσετε άμεσα, μπορείτε απλώς να ρίξετε καινούργιο υπόστρωμα από πάνω, κι έτσι να αραιώσει το παλιό. Πάλι εντούτοις θα χρειαστεί αντικατάσταση στο μέλλον. Τα σαλιγκάρια αυτά, ακόμα κι αν αφεθούν πολύ, δε θα πρέπει να μυρίζουν έντονα. Το περιβάλλον τους θα έχει μια μυρωδιά σαλιγκαριού, δηλαδή κάτι ανάμεσα σε χώμα, χωνεμένα χόρτα και μυρωδιά μαλακίου που θα την ξέρετε αν έχετε μυρίσει βρασμένα σαλιγκάρια, αλλά όχι κάποια άσχημη μυρωδιά. Αν μυρίζει άσχημα, ελέγξετε μήπως το χώμα είναι πολύ βαθύ και υγρό και έχει αναερόβιες περιοχές, και αν δεν είναι αυτός ο λόγος, ίσως κάποιο σαλιγκάρι σας να έχει ένα ανεπανόρθωτο σοβαρό πρόβλημα.
Εφόσον τα μαλάκια ενηλικιωθούν, η αναπαραγωγή είναι αναπόφευκτη. Εγώ ακόμα δεν είχα αναπαραγωγή, αλά πιστεύω πως από το φθινόπωρο, εφόσον μερικά άρχισαν να ενηλικιώνονται, θα έχω. Το ζευγάρωμα είναι δύσκολο να το παρατηρήσετε, αλλά μπορεί να βρείτε φωλιές ψάχνοντας το υπόστρωμα. Μπορείτε να τις αφήσετε στη θέση τους, όπου διατρέχουν τον κίνδυνο να πατηθούν ή και να φαγωθούν, ή μπορείτε να τις μεταφέρετε σε άλλο μικρό κουτί για επώαση. Ακόμα όμως κι αν δεν τις μεταφέρετε, σίγουρο είναι ότι κάποια αυγά θα εκκολαφθούν. Το κουτί της επώασης θα πρέπει να έχει μικροσκοπικές τρύπες εξαερισμού για να μη φύγουν τα μικρά, και να βρίσκεται σε θερμοκρασίες ιδανικά μεταξύ 20-25 βαθμών. Τα μικρά έχουν όμοιες ανάγκες με τα ενήλικα, απλώς χρειάζονται μεγαλύτερη προσοχή με την υγρασία, διότι αφυδατώνονται πολύ ευκολότερα. Κι από εδώ ξεκινούν τα βάσανα. Φυσικά, θα είναι αδύνατο να τα κρατήσετε όλα, και σκεφτείτε τι θα γίνει αν όλα αυτά τα μικρά αναπαραχθούν επίσης στο μέλλον. Μπορεί αρχικά να πουλάτε ή να δίνετε τους απογόνους αλλού, αλλά σύντομα ο αριθμός τους θα ξεπεράσει την όποια πενιχρή ζήτηση. Μετά τι κάνετε; Αν δεν έχετε να ταΐσετε κάποιο μαλακιοφάγο ζώο ή να τα δώσετε σε κάποιον που έχει, το μόνο καλό που μπορείτε να κάνετε είναι να τα θανατώνετε όλα. Μπορείτε να σπάσετε τα αυγά και τα μικρά, να τα καταψύξετε για 24 ώρες, να τα εμποτίσετε στη χλωρίνη ή να τα αφήσετε να στεγνώσουν. Μην τα απελευθερώσετε σε καμία περίπτωση. Σε περίπτωση όμως που έχετε κάποιο ζώο που τα τρώει ή πρόκειται να τα δώσετε σε κάποιον που έχει, τότε το είδος αυτό είναι το ιδανικό σαλιγκάρι γι’αυτόν το σκοπό, εξαιτίας της ευκολίας στην αναπαραγωγή του. Αν και τα ενήλικα δε τρώγονται σχεδόν από τίποτα, τα μικρότερα τρώγονται από πολλά ζώα. Εντελώς κοχλιοφάγα είδη, όπως οι καϊμανόσαυρες (Dracaena guianensis) και η μαλαισιανή κοχλιοφάγα νεροχελώνα (Malayemys macrocephala) μπορούν να ζήσουν σχεδόν αποκλειστικά μ’αυτήν την τροφή, αλλά και για λιγότερο σπάνια είδη τα οποία τρώνε σαλιγκάρια, αυτή η τροφή μπορεί να αποτελεί μεγάλο μέρος του διαιτολογίου τους. Μπορούν να τα φάνε ζώα όπως σχεδόν όλα τα είδη νεροχελώνας, κάποια χερσαία είδη όπως αυτές των γενών Terapene και Kinixis, οι κυανόγλωσσοι σκίγκοι της Αυστραλίας του γένους Tiliqua, οι κερασφόροι βάτραχοι του γένους Ceratophrys, ο αφρικανικός ταυροβάτραχος (Pyxicephalus adspersus), διάφορες μεγάλες σαλαμάνδρες, μικροί βαράνοι όπως ο βαράνος της σαβάνας (Varanus exanthematicus), οι σαύρες τεγκού του γένους Tupinambis, μεγάλα σαρκοφάγα ψάρια, σκαντζόχοιροι κ.ά. Πιο εντομοφάγα είδη όπως οι περισσότερες σαύρες, π.χ. γκέκο και δράκοι, καθώς και εντομοφάγοι βάτραχοι μπορεί να μην τα φάνε εύκολα, αλλά θα σας ενημερώσω γι’αυτό όταν το δοκιμάσω. Προς το παρόν πάντως, ο γενειοφόρος μου δράκος (Pogona vitticeps) σπάνια τρώει άγρια σαλιγκάρια (Helix aspersa), και συνήθως τα μικρά, τα οποία δεν τρώει ολόκληρα. Αν δεν τα τρώει σχεδόν κανείς, πάλι θα έχω τον κερασφόρο βάτραχο (Ceratophrys cranwelli) να τα δίνω, κι επίσης θα μπορώ να τα δίνω σε άτομα που ξέρω που έχουν νεροχελώνες. Ξέρω έναν χομπίστα για παράδειγμα που έχει μια σχετικά σπάνια κινέζικη μαλακοχέλυα νεροχελώνα (Pelodiscus sinensis), η οποία θα μπορεί να τα φάει. Τα σαλιγκάρια είναι πλούσια σε πρωτεΐνη και ασβέστιο, ακόμα και χωρίς το κέλυφός τους. Για ζώα που τα τρώνε ολόκληρα, αυτό είναι ωφέλιμο, αφού λαμβάνουν μεγάλη ποσότητα ασβεστίου. Το φαινομενικά σκληρό κέλυφος διαλύεται σταδιακά στο όξινο περιβάλλον του στομαχιού και αφομοιώνεται. Ο γενειοφόρος δράκος κάθε φορά εξαφάνιζε κάθε ίχνος κελύφους εντελώς, ενώ όταν μια φορά φέτος είχα δώσει στον κερασφόρο μου βάτραχο 5 μεσαίου μεγέθους κοινά σαλιγκάρια H. Aspersa με το όστρακό τους, μέσα σε 9 μέρες κάθε ίχνος τους είχε εξαφανιστεί. Αντίθετα, μικρά εντομοφάγα αμφίβια με πιο αδύναμο στομάχι μπορεί να μη μπορούν να χωνέψουν όλο το κέλυφος και να το κάνουν εμετό. Θεωρητικά θα μπορούσατε να τα εκτρέφεται και για δική σας κατανάλωση, αλλά με ένα ή δύο μικρά κουτιά μην περιμένετε να βγάζετε τίποτα περισσότερο από μια ντουζίνα κάθε εξάμηνο για να τα τρώτε σαν γκουρμέ.
Παρά διάφορα που λέγονται σε ιστοσελίδες λιγότερο επιστημονικού προσανατολισμού, τα σαλιγκάρια αυτά είναι κυρίως ζώα παρατήρησης κι όχι χειρισμού. Δεν πρόκειται να σας μάθουν ποτέ δηλαδή αν τα σηκώνετε ή τα πειράζεται. Πιθανόν το μόνο που θα καταφέρετε με παρατεταμένο χειρισμό είναι να τα στρεσάρεται. Είναι ωστόσο σημαντικό να ξέρετε πώς θα τα σηκώσετε για να μην τα τραυματίσετε, γιατί αυτό θα χρειαστεί όταν τα μετακινείτε, ελέγχετε το βάρος τους κλπ. Εάν είναι κολλημένα κάπου, μην τα τραβήξετε ποτέ απότομα, γιατί μπορεί να τα τραυματίσετε. Πρώτα σύρετέ τα πάνω στην επιφάνεια και μετά τραβήξτε τα απαλά. Τα αναπτυσσόμενα σαλιγκάρια έχουν εύθραυστο άνοιγμα κελύφους, και γι’αυτό θα πρέπει να προσέχετε περισσότερο με αυτά. Όταν το σαλιγκάρι είναι έξω, το σώμα του προστατεύει αυτήν την περιοχή, αλά όταν μαζεύεται μέσα, η περιοχή είναι απροστάτευτη και σπάει εύκολα. Σε περίπτωση που την σπάσετε κατά λάθος, μην ανησυχείτε, γιατί το μαλάκιο θα επιδιορθώσει αμέσως τη βλάβη. Έχω παρατηρήσει ότι σε μια βδομάδα κάθε ίχνος του σπασίματος θα έχει εξαφανιστεί. Μπορεί το ζώο, κατά την έναρξη της επιδιόρθωσης, πρώτα να λειάνει το άνοιγμα ροκανίζοντάς το, κι αυτό είναι φυσιολογικό. Χειρότερα μπορεί να συμβούν αν το σαλιγκάρι σας πέσει απ’το χέρι. Εγώ το είχα πάθει μια μόνο φορά, όταν μου είχε πέσει το μικρότερο κατά τη μεταφορά από το μικρότερο στο μεγαλύτερο κουτί. Έσπασε ένα εκατοστό περίπου νέας ανάπτυξης, η οποία όμως αναπληρώθηκε. Μια μικρή πτώση σε μαλακό υλικό μπορεί να μην τα βλάψει, αλλά κάθε πτώση σαλιγκαριού είναι επικίνδυνη και θα πρέπει να την αποφύγετε. Επίσης κάθε φορά που θα σηκώνετε ένα σαλιγκάρι, αυτό θα αποσύρετε μέσα στο καβούκι του κάνοντας έναν υγρό ήχο. Δεν έχουν φωνή, μην ανησυχείτε. Έπειτα, αν το βάλετε πα΄νω στην παλάμη σας, μπορεί σύντομα να βγει και ν’αρχίζει να κινείται. Μπορεί επίσης να σας ξύσει με το ξύστρο, όπως κάνει σε όλες τις επιφάνειες για να διαπιστώσει αν τρώγονται. Μην ανησυχείτε πάλι, δε θα σας φάει! Εμένα ωστόσο δε με έχουν ξύσει ποτέ, αλλά κι εγώ δεν τα έχω κρατήσει ποτέ για πολύ ώρα. Πιστεύω πως το χέρι μας είναι πολύ ζεστό και αφυδατωτικό γι’αυτά τα μαλάκια του χώματος και της βροχής. Η βλέννα τους είναι αραιή και ξεπλένεται εύκολα, οπότε πάλι μην ανησυχείτε.

Η σκοτεινή πλευρά

Το κομμάτι αυτό το άφησα για το τέλος. Όπως ανέφερα στην αρχή, το σαλιγκάρι αυτό έχει πολύ υψηλό αναπαραγωγικό ρυθμό, ανθεκτικότητα σε διάφορες ακραίες περιβαλλοντικές συνθήκες, μεγάλο εύρος διατροφικών φυτών, και το με΄γάλο του μέγεθος κατά την ενηλικίωση το προστατεύει από τους περισσότερους εχθρούς, ενώ η κρυπτική του συμπεριφορά και η γρήγορή του ανάπτυξη το κάνουν λιγότερο ευάλωτο ακόμα και σε νεαρή ηλικία. Με λίγα λόγια είναι από τα χειρότερα επεκτατικά είδη στον κόσμο. Έχει επεκταθεί με τη βοήθεια του ανθρώπου στο μεγαλύτερο μέρος της τροπικής ζώνης, καθώς και σε πιο υποτροπικά κλίματα, ακόμα και σε μέρη με λίγο χιόνι το χειμώνα. Όπως προανέφερα, μεταφέρθηκε είτε σκόπιμα ως τροφή ή για την εμφάνισή του, είτε κατά λάθος μαζί με γεωργικά προϊόντα, φυτά, χώμα, οχήματα, δομικά υλικά, στρατιωτικό εξοπλισμό κλπ, ή από άτομα στην αιχμαλωσία που ξέφυγαν. Σήμερα μπορεί να βρεθεί σε αρκετές χώρες εκτός από την Ανατολική Αφρική, όπως στην Ακτή Ελεφαντοστού στα δυτικά, στη Μαδαγασκάρη, στην Ινδία, στο Νεπάλ, στη νότια Κίνα, στην Ταϊλάνδη και σε άλλες χώρες της ΝΑ Ασίας, στη νότια Ιαπωνία, Στα περισσότερα νησιά του Ινδικού (συμπλέγματα της Ινδονησίας, Μαυρίκιος, Φιλιππίνες, Ανταμάν και Νικομπάρ, Σρι Λάνκα, Χονγκ Κόνγκ, Ταϊβάν, Γκουάμ κλπ), μέχρι και στη Νέα Γουινέα, στα περισσότερα νησιά του Ειρηνικού (Γαλλική Πολυνησία, Σαμόα, Τόγκα, Νέα Καληδονία, Βόρειες Μαριάνες κλπ), μέχρι τη Χαβάη, στη Βραζιλία, στη Βενεζουέλα, στα νησιά της Καραϊβικής, ίσως και σε λίγες εστίες των νότιων ΗΠΑ. Η ικανότητά του να τρώει πολλά είδη φυτών σε συνδυασμό με το μειωμένο αριθμό ή και την παντελή απουσία εχθρών σε ορισμένες περιπτώσεις, οδηγούν σε πληθυσμιακή έκρηξη. Σε ιδανικές συνθήκες με άφθονη τροφή, η πυκνότητα του σαλιγκαριού αυτού μπορεί να φτάσει έως και τα 150 άτομα ανά τετραγωνικό μέτρο. Μπορεί να φάει περίπου 500 είδη φυτών χρήσιμα στη γεωργία, με την οικογένεια του λάχανου (Brassicaceae), του φασολιού (Fabaceae) και του κολοκυθιού (Cucurbitaceae) τα πλέον ευάλωτα. Τρώει επίσης μαρούλι, σπανάκι, και σε νεαρή φάση σολανοειδή φυτά όπως ντομάτα, μελιτζάνα κλπ. Η φάση των σπορόφυτων είναι η πιο ευάλωτη, με ποσοστό απώλειας μετά τη μεταφύτευση που μπορεί να φτάσει και στο 100%. Μπορεί επίσης να φάει τροπικά φυτά όπως μπανανιά, νεαρούς κοκοφοίνικες, γκουάβα, παπάγια, καφέ, μουριά, γιαμ, κολοκάσι κλπ. Μερικές φορές επιτίθεται ακόμα και στο ρύζι. Κάποια είδη τα αποφυλώνει εντελώς, ενώ σε άλλα προκαλεί τοπικές βλάβες στους βλαστούς, στα άνθη ή στους καρπούς. Μπορεί επίσης να μεταφέρει ασθένειες από το ε΄να φυτό στο άλλο καθώς τρέφεται. Εκτός από την άμεση δράση του, ζημιώνει επίσης τους αγρότες των περιοχών αναγκάζοντάς τους να δαπανούν ποσά για την καταπολέμησή του ή περιορίζοντάς τους σε καλλιέργεια ανθεκτικών στο σαλιγκάρι φυτών. Το σαλιγκάρι αυτό επίσης προξενεί μεγάλες καταστροφές σε κήπους και πάρκα. Ο αντίκτυπός του στα άγρια φυτά δεν έχει μελετηθεί τόσο πολύ, αλά είναι αναμενόμενο νησιωτικά φυτά με λιγότερες άμυνες να είναι πιο ευάλωτα. Η A. fulica μπορεί επίσης να εκτοπίσει διάφορα ιθαγενή είδη σαλιγκαριών. Συχνά προκαλεί αισθητικά προβλήματα αφήνοντας γραμμές από σάλιο στους τοίχους ή ροκανίζοντας το τσιμέντο για να λάβει ασβέστιο. Μπορεί να δισχεράνει την πορεία τον αυτοκινήτων στους δρόμους σε μεγάλους πληθυσμούς, όταν πολλά σαλιγκάρια σπάνε και ο δρόμος γλιστράει, και σπάνια το κέλυφός τους μπορεί να σκάσει λάστιχα. Μπορεί να μεταδώσει το παρασιτικό σκουλήκι του αρουραίου Angiostrongylus cantonensis εάν καταναλωθεί ωμό ή ανεπαρκώς μαγειρεμένο, και σπανιότερα με τη βλέννα του. Το παράσιτο αυτό, που παρασιτεί στον πνεύμονα του αρουραίου, έχει σύνθετο κύκλο ζωής. Τα αυγά του φεύγουν με τα περιττώματα του αρουραίου, τα τρώει το σαλιγκάρι, έπειτα το σαλιγκάρι τρώγεται από τον αρουραίο, το παράσιτο μεταναστεύει στο νευρικό σύστημα και μετά στον πνεύμονα, όπου ωριμάζει και αναπαράγεται. Σπάνια μπορεί να μολυνθεί ο άνθρωπος με συμπτώματα εοσινοφιλικής μηνιγγίτιδας. Η A. fulica δεν είναι πιο πιθανό να φέρρει αυτό το παράσιτο από άλλα σαλιγκάρια της περιοχής, απλώς ως μεγαλύτερη, μπορεί να φιλοξενήσει περισσότερα. Το παράσιτο είναι σπάνιο σε εύκρατες περιοχές. Οι πληθυσμοί στην αιχμαλωσία, έχοντας αποκοπεί από τον κύκλο μετάδοσης του παρασίτου, δεν το έχουν, αλλά και τα πιασμένα άτομα από τη φύση μετά από δύο μήνες το χάνουν. Τα άδεια μεγάλα όστρακά τους μπορούν επίσης να γεμίσουν με νερό και να φιλοξενήσουν προνύμφες κουνουπιών, ενώ πολ΄λα όστρακα σε περιορισμένο χώρο μπορούν να αλκαλοποιήσουν το χώμα, επηρεάζοντας την τοπική χλωρίδα. Οι μέθοδοι καταπολέμησης επίσης πολλές φορές οδηγούν σε ακόμα μεγαλύτερα προβλήματα. Η εισαγωγή του κοχλιοφάγου σαλιγκαριού Euglandina rosea και του κοχλιοφάγου πλατυέλμινθα Platydemus manokwari σε πολλά νησιά έχει οδηγήσει στην εξαφάνιση πολλών ενδημικών ειδών, χωρίς μεγάλες επιπτώσεις στην A. fulica. Επίσης τα δηλητήρια που χρησιμοποιούνται κατά της A. fulica δηλητηριάζουν και τα ζώα που την τρώνε πριν πεθάνει, και οι μαζικοί της θάνατοι προκαλούν δυσωδία.
Παρόλο που το σαλιγκάρι αυτό θεωρείται επιζήμιο και επεκτατικό είδος, η πραγματικότητα δεν είναι τόσο ζοφερή όπως φαίνεται. Πολλά από τα παραπάνω έχουν δεχτεί κριτική, αφού στην πραγματικότητα οι επιπτώσεις της εισαγωγής του σαλιγκαριού μειώνονται με το χρόνο, όπως και με άλλα επεκτατικά είδη. Πράγματι το σαλιγκάρι αυτό μπορεί να φάει ευρεία ποικιλία φυτών, και σε μερικές περιπτώσεις, όπως στην Ινδονησία, οι αγρότες σταμάτησαν την καλλιέργεια κάποιων σοδειών για μερικά χρόνια μετά την εισαγωγή του είδους, αλλά η κατάσταση αυτή δε διαρκεί για πάντα. Η πληθυσμιακή έκρηξη σύντομα ακολουθείται από κατάπτωση, η οποία ίσως να οφείλεται στη μετάδοση ασθενειών μεταξύ των μαλακίων. Για παράδειγμα, το βακτήριο Aeromonas liquefaciens προςβάλλει και θανατώνει A. fulica στη Χαβάη. Μετά από 20-60 χρόνια από την εισαγωγή, οι πληθυσμοί του σταθεροποιούνται. Το είδος παραμένει επιζήμιο για τη γεωργία και για τους κήπους, όπως κάθε άλλο σαλιγκάρι. Δεύτερον το είδος έχει εχθρούς στο μεγαλύτερο μέρος της εισαγόμενης εξάπλωσής του, όπως πουλιά, βαράνους, αγριόχοιρους, αρουραίους, καβούρια κλπ. Σε πολλά νησιά η εξάπλωσή του εμποδίστηκε από τους ερημίτες και τους χερσαίους κάβουρες που ενδημούσαν εκεί, όπως στο Νησί των Χριστουγέννων, όπου το χερσαίο καβούρι Gecarcoidae natalis κρατούσε τον πληθυσμό του είδους σε χαμηλά επίπεδα, αν και σήμερα απειλείται από εισαγόμενα μυρμήγκια. Επίσης, αν και πράγματι το είδος έχει εκτοπίσει πολλά ιθαγενή σαλιγκάρια στις περιοχές όπου εισήχθη και λίγα έχουν εξαφανιστεί εντελώς, δεν έχει αποδειχθεί ως ο μόνος παράγοντας εξαφάνισής τους. Αντίθετα, οι θηρευτές που εισήχθησαν για την καταπολέμησή του όπως το κοχλιοφάγο σαλιγκάρι Euglandina rosea και ο κοχλιοφάγος πλατυέλμινθας Platydemus Manokwari οδήγησαν πολλά νησιώτικά είδη στην εξαφάνιση, με πιο λυπηρή περίπτωση αυτήν της Γαλλικής Πολυνησίας, όπου η E. rosea εξαφάνισε τα περισσότερα δενδρόβια σαλιγκάρια του γένους Partula του συμπλέγματος. Συχνά τα ευάλωτα νησιωτικά σαλιγκάρια ήταν δενδρόβια, οπότε δεν ανταγωνίζονταν άμεσα με την A. fulica. Επίσης το σαλιγκάρι αυτό αποτελεί θρεπτική τροφή πλούσια σε πρωτεΐνη για πολλά εκατομμύρια ανθρώπων στις περιοχές όπου εισήχθη και τα περιστατικά με το παρασιτικό σκουλήκι του αρουραίου A. cantonensis δε σημείωσαν αύξηση, παραμένοντας σπάνια. Απλώς οι χώρες οι οποίες προσπαθούν να αποτρέψουν την είσοδο του αφρικανικού σαλιγκαριού αποθαρρύνουν τον κόσμο να τα τρώει, για΄τί έπειτα δε θα επιθυμούν την εξαφάνισή του, όπως οι ΗΠΑ που άλλωστε δεν έχει σπουδαία κοχλιοφαγική παράδοση. Τέλος, εκτός από ελάχιστες περιπτώσεις στις ΗΠΑ, όπου οι εισβολές αντιμετωπίστηκαν εν τη γενέσει τους σε μικ΄ρες περιοχές στη Φλόριντα, η πλήρης εκρίζωση της A. fulica από ένα τόπο όπου έχει εγκαθιδρύσει πληθυσμό χωρίς να επηρεαστούν τα τοπικά γαστερόποδα θεωρείται αδύνατη με σημερινά μέσα. Η συλλογή με το χέρι πάντως είναι καθαρά προσωρινή λύση, αφού πολύ περισσότερα μικρά σαλιγκάρια παραμένουν κρυμμένα κι επίσης τα αυγά τους βρίσκονται στο χώμα. Για την αντιμετώπιση μεγαλύτερων εκτάσεων, χρησιμοποιούνται δηλητήρια, αν και πρόσφατα διερευνώνται λιγότερο τοξικοί τρόποι αντιμετώπισής τους, όπως με απωθητικά φυτά. Για το λόγο των παραπάνω, η εισαγωγή και η κατοχή A. fulica και συγγενικών ειδών στις ΗΠΑ και στον Καναδά, αλλά και σε μερικές ακόμα χώρες, είναι παράνομη. Κάποιος που έχει τέτοια σαλιγκάρια μπορεί να μπλέξει άσχημα με το νόμο, και τακτικά οι αποσκευές Αφρικανών που καταφθάνουν σ’αυτές τις χώρες ελέγχονται εξονυχιστικά γι’αυτόν τον οστρακοφόρο τρομοκράτη. Εάν σ’αυτό το σημείο αναρωτηθήκατε γιατί ο Καναδάς απαγορεύει αυτό το σαλιγκάρι μιας και δε θα μπορούσε ποτέ να ευδοκιμήσει εκεί, δε μπορώ να σας δώσω καμία απάντηση. Απαγορεύει επίσης και τις εξωτικές κατσαρίδες και σχεδόν κάθε άλλο τροπικό έντομο. Ίσως να προνοεί για την Υπερθέρμανση του Πλανήτη. Αντίθετα στην Ευρώπη η εμπορία του είδους δεν υπόκειται σε περιορισμούς.

Αν και η προσαρμογή και εξάπλωση του είδους στην Ελλάδα είναι αρκετά απίθανη – αν μπορούσε να προσαρμοστεί σε παρόμοια κλιματική ζώνη θα το είχε κάνει εδώ και δεκαετίες -, Το καλύτερο είναι να μην το διακινδυνεύσουμε. Οπότε μην απελευθερώσετε σε καμία περίπτωση αυτό το σαλιγκάρι σε καμία φάση της ζωής του στο ελληνικό φυσικό περιβάλλον.

Πηγές:
Achatina fulica – Wikipedia,/a>
A. fulica το adw
A. fulica στο Gisd
Pet Snails
Η μεγαλύτερη παγκοσμίως σελίδα για τα κατοικίδια σαλιγκάρια διάφορων ειδών.
οδηγός φροντίδας για γιγάντια αφρικανικά σαλιγκάρια

Από:
εδώ.

Ο Τωβίτ και ο ερωτύλος δαίμων Ασμοδαίος – Διασκεδαστική, ατόφια δεισιδαιμονία στη Βίβλο!
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΜΙΑ ΚΩΜΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΞΟΡΚΙΣΜΩΝ ΚΑΙ ΜΑΓΙΚΩΝ ΙΑΣΕΩΝ ΣΤΗΝ ΚΑΤΑ ΤΑ ΑΛΛΑ ΘΕΟΠΝΕΥΣΤΗ ΒΙΒΛΟ! –ΑΠ’ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ Μ. ΚΑΛΟΠΟΥΛΟΥ «ΤΟ ΘΕΑΤΡO ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ»
Ο Τωβίτ και ο ερωτύλος δαίμων Ασμοδαίος! – Διασκεδαστική, ατόφια δεισιδαιμονία στη Βίβλο!  
Του Μ. Καλόπουλου   
Στην εγκεκριμένη απ’ την ιερά σύνοδο της Ελλάδος Βίβλο[1]  και στο βιβλίο του Τωβίτ, ενός Ιουδαίου της διασποράς, διαβάζουμε την εξής παράξενη, αλλά εντελώς «θεόπνευστη» ιστορία: Ένας Εβραίος ονόματι Ραγουήλ, ζούσε στην πόλη Ραγούς της Μηδίας και είχε μια κόρη που την έλεγαν Σάρα. Την άτυχη αυτή κόρη, έλεγαν πως: «την αγαπούσε ένας δαίμονας που έβλαπτε μόνο εκείνους που (ερωτικά) την πλησίαζαν» Τωβίτ 6.15.
Η δύστυχη κόρη: «είχε παντρευτεί εφτά άνδρες, αλλά ο Ασμοδαίος (όπως λεγόταν) το πονηρό δαιμόνιο, σκότωσε και τους εφτά που πλάγιασαν μαζί της». Οι δικοί της, εξαιρετικά στενοχωρημένοι, στην αρχή χωρίς να γνωρίζουν την ύπαρξη του δαίμονα, κατηγορούσαν την κόρη για το τραγικό τέλος των ανδρών της, λέγοντας: «Δεν καταλαβαίνεις ότι πνίγεις τους άνδρες σου». Τωβίτ 3.7-9. Η κοπέλα πικραμένη, πήρε την απόφαση να πεθάνει. Μέχρι που στην ζωή της εμφανίστηκε ένας ακόμα υποψήφιος γαμπρός, αυτή τη φορά, ο συγγενής της Τωβίας, ο γιος του Τωβίτ.
Ο Τωβίας ήταν Εβραίος απ’ την Γαλιλαία, που είχε έρθει στα μέρη τους, από την μακρινή Νινευή της Ασσυρίας, όπου ζούσε με τον πατέρα του Τωβίτ[2]  από τότε που ο Ασσύριος Σεναχηρείμ, τους είχε φέρει αιχμάλωτους από την Σαμάρεια της Παλαιστίνης. Είχε κάνει όλο αυτό το ταξίδι, για να ζητήσει κατ’ εντολή του πατέρα του, κάποιο παλιό χρέος, απ’ τον πατέρα της δαιμονο-παθούς κόρης. Στην διάρκεια όμως του ταξιδιού, βρέθηκε και συνταξίδεψε μαζί του, ένας παράξενος συνοδοιπόρος, ο Αζαρίας, που όμως, χωρίς ο Τωβίας, ο ήρωας μας να το γνωρίζει, επρόκειτο για τον ενσαρκωθέντα… αρχάγγελο Ραφαήλ!
Ο αρχάγγελος λοιπόν Ραφαήλ, ως άνθρωπος, με τ’ όνομα Αζαρίας, είχε αποστολή του να βοηθήσει τον νεαρό Τωβία, στην επικείμενη μάχη του με τον ερωτομανή δαίμονα. Έτσι, όταν κάποτε έφτασαν στον ποταμό Τίγρη της Μεσοποταμίας: «κατέβηκε ο Τωβίας στην όχθη να πλένει τα πόδια του, τότε ένα μεγάλο ψάρι πήδηξε και θέλησε να τον καταπιεί.(!) Ο άγγελος (Ραφαήλ ή Αζαρίας) του είπε: πιάσ’ το. Ο νεαρός (Τωβίας) έπιασε το ψάρι και το έβγαλε στην ξηρά. Τότε ο άγγελος του είπε: Άνοιξε το ψάρι και βγάλε του την καρδιά, το συκώτι και την χολή και φύλαξέ τα καλά. Ο Τωβίας έκανε όπως του είπε ο άγγελος, μετά έψησαν το (υπόλοιπο) ψάρι και το έφαγαν». Τωβίτ 6.5.
Μυστήριο παραμένει το πώς , ο ήρωας μας κατάφερε να βγάλει εντελώς μόνος του έξω από το νερό, ένα τόσο μεγάλο ψάρι, που ήταν ικανό να τον καταπιεί! Αλλά, και το πώς κατάφεραν να φάνε μόνοι τους ένα τόσο μεγάλο ψάρι! Βέβαια, αν θυμηθούμε, ότι τρεις άγγελοι έφαγαν ένα ολόκληρο μοσχάρι, όταν επισκέφθηκαν τον Αβραάμ, (Γεν.18.8) συμπεραίνουμε πως όταν οι άγγελοι πεζοπορούν, νοιώθουν ακόρεστη πείνα!
«Αργότερα καθ’ οδόν, ρώτησε ο Τωβίας τον άγγελο: αδελφέ μου Αζαρία, τι τα θέλουμε (γιατί φυλάξαμε) την καρδιά, το συκώτι και την χολή του ψαριού; Εκείνος του απάντησε: (ακολουθεί βιβλική συνταγή εξορκισμού!). Εάν κάποιον άνθρωπο ή γυναίκα (προσοχή… ο γελοίος διαχωρισμός μεταξη ανθρώπου και γυναικός δεν είναι δικός μου![3] ) Ο΄: τον ενοχλεί ένας δαίμονας ή πνεύμα πονηρό (ποιά άραγε η διαφορά;) πρέπει κάποιος να κάψει (Ο΄ να καπνίσει, να λιβανίσει) μπροστά του, την καρδιά και το συκώτι (του ψαριού!) και ο δαίμονας δεν θα τον ξαναενοχλήσει ποτέ πιά. Η δε χολή χρειάζεται στους ανθρώπους που έχουν λευκώματα (ιπποκρατικά γλαύκωση) στα μάτια, αν τα αλείψει μ’ αυτήν θα θεραπευτεί». Τωβίτ 6.6-9.
Στην συνέχειά της, η αφήγηση μας δείχνει, πως με τους θεόπνευστους ψαρο-καπνισμούς του αγγέλου Ραφαήλ, η κοπέλα πράγματι απαλλάχθηκε απ’ τον ερωτύλο δαίμονα και έγινε τελικά γυναίκα του Τωβία: «Και ότε ηθέλησαν (οι νεόνυμφοι Σάρα και Τωβίας) να κοιμηθούν, έλαβε ο Τωβίας το ήπαρ και την καρδίαν του ιχθύος εκ του βαλαντίου και έθεσεν αυτά επί του θυμιάματος και η οσμή του ιχθύος εκώλυσεν (εμπόδισε) το δαιμόνιο». Αποτέλεσμα; «Απέδρασεν (το δαιμόνιο) εις τα μέρη της άνω Αιγύπτου (…ξέρουν και που πήγε!) και βαδίσας (…!) ο Ραφαήλ συνεπόδισε αυτό εκεί και επέδεσε αυτό παραχρήμα» Τωβίτ(S) 8.1-3… Προσέξτε… πολύ ορθά ο Ραφαήλ, δεν πέταξε, αλλά βάδισε μέχρι την Αίγυπτο, επειδή ήταν ενσαρκωμένος (στον άνθρωπο Αζαρία) δεν του επιτρεπόταν να πετάξει! 
Εντυπωσιακό, επιτέλους… μια δαιμονολογία με αξιόλογη δράση!
Όπως καταλαβαίνετε, θα διασκεδάσουμε αρκετά γιατί ο συγκεκριμένος βιβλικός συγγραφέας, δεν ενδιαφέρεται καθόλου να διατηρήσει κάποιο μέτρο στις δαιμονολογίες του! Έτσι το δαιμόνιο Ασμοδαίος, αν και ουράνιας καταγωγής,[4]  όχι μόνο διαθέτει ακόρεστη ανθρώπινη σεξουαλικότητα,[5]  αλλά ξορκίζεται με ψαρο-καπνισμούς λες και πρόκειται για ενοχλητικό έντομο!
Μάλιστα, το εξορκισμένο πνεύμα, ανικανοποίητο σεξουαλικά, δεν επιστρέφει ντροπιασμένο κάπου στο άθλιο ουράνιο κρησφύγετό του… για να τελειώνει γρήγορα και το βιβλικό ηλιθιογράφημα… αλλά ο ανεκδιήγητος βιβλικός αυτός συγγραφέας, μετά τον ψαρο-καπνο-ξορκισμό, προσθέτει με ύφος ειδικού, διάφορες σπιρτόζικες λεπτομέρειες, για την συμπεριφορά του δαίμονα!
Ο γυναικάς λοιπόν δαίμονας Ασμοδαίος! Ο ερωτοχτυπημένος αυτός δαίμονας, είχε ένα συντριπτικό πλεονέκτημα απέναντι στους άνδρες αντεραστές του… αυτός ερωτευμένος, αέρινος και διεισδυτικός, βρισκόταν μονίμως θρονιασμένος μέσα στο αντικείμενο του πόθου του, μέσα στο σώμα της αγαπημένης Σάρας… σαν το σκουλήκι μεσ’ το μήλο!
Το μόνο που μπορούσε να τον ξετρυπώσει από την τρισευτυχισμένη αυτή κατάσταση, ήταν αυτή η καταραμένη η ανυπόφορη ψαροκαπνίλα! Όταν τον λιβάνισαν με ψαρίλα αυτή λέει πρώτα τον έκανε να… «κολλάει» (ο επιστημονικός όρος είναι… ψαροκαπνιστική δυσκαμψία… πρόκειται για συνηθισμένη αντίδραση δαιμόνων, σε εξαιρετικά δυσάρεστες οσμές!)… Όμως ένας δαίμονας, δεν το βάζει εύκολα κάτω, έτσι παρά το «κόλλημά» του, δίνει μιά… και εκτινάσσεται λέει με ένα δαιμονισμένο άλμα, από την Συρία που βρισκόταν, κάπου στην Άνω Αίγυπτο, δηλαδή τουλάχιστον… 1800 χιλιόμετρα μακριά!
Δυστυχώς όμως, για τον φιλήδονο, σαλταδόρο Ασμοδαίο, τη σκηνή παρακολουθούσε ο ταχύτερος δαιμονοκυνηγός του ουρανού, ο αρχάγγελος Ραφαήλ! Αυτός για να μην προδώσει την κρυφή ιδιότητά του, συγκρατήθηκε και δεν πέταξε, αλλά «βαδίσας» όρμησε ξωπίσω του! Βέβαια σαν άγγελος που ήταν, βάδιζε… κάπως γρήγορα… ας πούμε κάτι σαν… τον υπηρέτη του Μινχάουζεν! Ο λαγοπόδαρος λοιπόν Αζαρίας, οσφραινόμενος σαν λαγωνικό στον αέρα, την ψαροκαπνίλα που άφησε πίσω του ο κακός συνάδελφός του, εντόπισε γρήγορα τον γυναικά Ασμοδαίο, κάπου στην Άνω Αίγυπτο.
Ο αδιόρθωτος χαδιάρης δαίμονας κι εκεί λέει γλυκοκοιτούσε μελαψές Βεδουίνες, που έσκυβαν να βγάλουν νερό από κάποιο πηγάδι σε μια όαση της Άνω Αιγύπτου! Έπεσε λοιπόν πάνω του… και μετά από σύντομη πάλη, μέσα σ’ ένα σύννεφο σκόνης που μόνο άγγελοι μπορούσαν να παρακολουθήσουν, τον «έδεσε» χειροπόδαρα! Η κερκίδα των ασπροφορεμένων αγγέλων, ξέσπασε σε ζητωκραυγές και χειροκροτήματα, (κατά πως λέει αλλού και η Βίβλος: «πάντες οι άγγελοι του θεού αλάλαζαν από χαρά» (Ιωβ 38.7) ενώ οι μαυροντυμένοι αντίπαλοί τους, ξέσπασαν σε βρισιές και αναθεματισμούς! Κάποιοι μάλιστα απ’ αυτούς έδειξαν τον κακό χαρακτήρα τους κάνοντας και… άσεμνες χειρονομίες!
Δυστυχώς οι διασκεδαστικές αυτές βιβλικές λεπτομέρειες τελειώνουν κάπου εδώ κι έτσι απ’ το θεόπνευστο αυτό βιβλικό κώμιξ, δεν θα μάθουμε ποτέ… αν ο Ραφαήλ άφησε δεμένο στην Αίγυπτο τον Ασμοδαίο, κάτω από κάποια χουρμαδιά, αν τον έκλεισε σε ειδικό ουράνιο δεσμωτήριο (με άσεμνες φωτογραφίες γυναικών στους τοίχους για να παρηγορείται!), ή αν τον μετέφερε ξανά πίσω στην Συρία, για να υποφέρει, βλέποντας ανήμπορος και δεμένος την αγαπημένη του Σάρα, να απολαμβάνει ανενόχλητη πια τις γήινες χαρές του γάμου της, με τον νεαρό Τωβία, που τον νίκησε με ένα απλό θυμιατήρι, γεμάτο από τα ξεραμένα σπλάχνα του δαιμονο-διωκτικού ψαριού!
 Ναι, το σατιρίζουμε λίγο παραπάνω, για να αντέξουμε το απελπιστικά χαμηλό επίπεδο της θρησκευτικής παράνοιας και να τονίσουμε καλύτερα το καταγέλαστο του πράγματος, αν και δεν αμφιβάλλω καθόλου πως το κείμενο αυτό και από μόνο του, είναι εξαιρετικά γελοίο!
Ακόμα και σε όσους έκαναν συνήθειά τους, να δέχονται αδιαμαρτύ¬ρητα τις θεολογικές ασυναρτησίες, έντονη απορία προκαλούν, απλές ερωτήσεις όπως: που ήταν ο τόσο πετυχημένος δαιμονοκυνηγός, ο αεικίνητος άγγελος Ραφαήλ, όταν οι πρώτοι σεξομανείς δαίμονες: «οι γιοι του θεού είδαν τις θυγατέρες των ανθρώπων, ότι ήσαν ωραίες (σεξουαλικά θελκτικές!) και έλαβαν εξ αυτών για γυναίκες όσες διάλεξαν»; Γέν.6.2.
Γιατί οι εξίσου αθώες εκείνες γυναίκες, απλά θύματα της διεστραμμένης ερωτικής διάθεσης «των υιών του θεού», πλήρωσαν τον αφύσικο έρωτα των αγγέλων, με την ζωή τους στον κατακλυσμό… ενώ στο βιβλίο του Τωβίτ, η Σάρα απαλλάσσεται από κάθε παρόμοια μομφή, αν και για χάρη της ο ερωτευμένος μαζί της δαίμονας Ασμοδαίος, σκότωσε ήδη εφτά αθώα παλικάρια;     
Αλήθεια, πώς έμαθε τελικά ο Τωβίτ, ο Εβραίος[6]  συγγραφέας του ομώνυμου βιβλίου, ότι ο καπνιστός δαίμονας μόλις «ξεκόλλησε», απ’ την Σάρα, κατέφυγε στην Άνω Αίγυπτο; Του αφηγήθηκε όλες αυτές τις λεπτομέρειες το βράδυ γύρω απ’ την φωτιά, ο εκδικητής δαιμόνων, ο άγγελος Ραφαήλ; Τελικά, είναι αυτό βιβλίο θεού, ή μήπως έχουμε χαθεί στις ασυναρτησίες κάποιων γελοίων αναγνωσμάτων, αρχαίας θεολογικό-σεξουαλικής ψυχαγωγίας!
Δυστυχώς όμως, η κατάσταση είναι σοβαρή και δεν θα βγάλουμε άκρη μόνο με χαλαρή σάτιρα. Γι’ αυτό με κουράγιο και προσοχή στη λεπτομέρεια, πρέπει να επανέλθουμε στην κριτική αναμόχλευση του θεολογικού αυτού βούρκου.
Δυστυχώς πρέπει να παραδεχθούμε, πως όταν τα πλέον ηλίθια ψέματα, είναι γραμμένα στη Βίβλο, αποκτούν αυτόματα ένα αδιαπραγμάτευτο φωτοστέφανο. Όμως και μόνο η απλή ύπαρξη του βιβλίου του Τωβίτ στην εγκεκριμένη από τον θεό Βίβλο, (παρακαλώ να το διαβάσετε και να γελάσετε ή να κλάψετε με θαρραλέα αποδοχή της άγνοιας που μέχρι χτες ονομάζαμε πίστη) έπρεπε να αναγκάσει τους αξιοπρεπείς ανθρώπους των τελευταίων τουλάχιστον αιώνων, να προσέξουν καλύτερα την Ιουδαιο-χριστιανική Βίβλο. Και επιτέλους, αφού δεν έγινε ούτε τους τελευταίους αιώνες, ας το κάνουμε εμείς σήμερα!
Δεν είναι λοιπόν φανερό, ότι και μόνο απ’ το βιβλίο του Τωβίτ, προκύπτει ατόφιος ολόκληρος ο κόσμος της τυπικής μαγείας; Δεν αποδέχεται εδώ η ίδια η Βίβλος, την ουσία της χειρότερης δεισιδαιμονίας, παρουσιάζοντας ανθρώπους να δέχονται επίθεση (και μάλιστα σεξουαλική) από τους δαίμονες; Δεν παραδέχεται ως λειτουργικούς, γελοίους μηχανισμούς κατάμαυρης μαγείας και εξορκισμών, με παράξενα υλικά (εδώ καπνιστό γουλιανό!) που λύνουν ανθρώπους και δένουν δαίμονες;
Με την βιβλική αυτή ιστορία δεν νομιμοποιείται ο κάθε οπαδός της Βίβλου να πιστεύει, ότι υπάρχουν δαίμονες που μπορούν με το παραπάνω να ερωτευτούν γυναίκες, αλλά και να σκοτώσουν αθώους αντεραστές από σεξουαλική ζήλια; Αυτές δεν είναι και οι βασικές θέσεις της καθεαυτού μαγείας; Δεν είναι όλα αυτά στο κέντρο της αρχαίας παγκόσμιας δεισιδαιμονο-μαγείας; Δεν αποτελούν όλα αυτά, τα χειρότερα όρια θρησκευτικής πλάνης;
Γελοία καταγωγή πρέπει να έχει και η ιδέα του καπνιστού δαίμονα!
Αλήθεια αναρωτηθήκατε έστω και μια στιγμή, γιατί καπνίζουν τον δαίμονα οι δαιμονολόγοι της Βίβλου; Η απάντηση είναι απλή, διότι στην εποχή τους, ο υποκαπνισμός ήταν πράγματι μια εντυπωσιακή μέθοδος επίτευξης λυτρωτικών και θηρευτικών αποτελεσμάτων: «το κάπνισμα χρησιμοποιείται σε ειδικές κυνηγετικές περιστάσεις, προς εξαναγκασμό εξόδου από τα κοιλώματα δένδρων βράχων ή υπόγειας κρύπτης των θηραμάτων. Το κάπνισμα αυτό προκαλείται δια της καύσεως ξηρών χόρτων και θείου»… Επίσης: «το κάπνισμα ή υποκαπνισμός των φυτών καταπολεμούσε τα παράσιτα. Στην ανθο¬κομία ο υποκαπνισμός ήταν συχνότατος. Καίγοντας δηλητηριώδη σκευάσματα τα βλαβερά παράσιτα έπεφταν νεκρά ασφυκτιώντας» … Να λοιπόν γιατί «το κάπνισμα με δυσώδεις ουσίες, ήταν συνηθισμένο μαγικό μέσον εκδίωξης δαιμόνων και θεραπείας ασθενειών των καθυστερημένων λαών».[7] 
Η απίθανη αυτή ιστορία, με κάθε σοβαρότητα έχει και συνέχεια! Όταν επέστρεψε τελικά στο πατρικό του ο Τωβίας, έτριψε με την χολή του ψαριού τα μάτια, του επί οκταετία τυφλού πατέρα του από «λεύκωμα» (γλαύκωμα) «και ενεφύσησεν εις τους οφθαλμούς αυτού και επέβαλεν το φάρμακο επ’ αυτόν και απέδωκεν (ιατρεύθη)». Τωβίτ(S) 8.1-3. «Και επέχρισε την χολήν επί τους οφθαλμούς αυτού και διέτριψεν αυτούς και ελεπίσθη(σαν) απ’ αυτού τα λευκώματα». Τωβίτ 11.12.
Τότε ο Αζαρίας ο άγγελος, τους κάλεσε ιδιαιτέρως και τους αποκαλύφθηκε: «εγώ είμαι ο Ραφαήλ[8]  εις εκ των επτά αγγέλων, που ενώπιον του θεού παρουσιάζονται. Τότε ταράχθηκαν και προσκύνησαν (ο άγγελος συνέχισε δικαιολογούμενος για τον ρόλο του Αζαρία) όλο τον καιρό που ήμουν μαζί σας, δεν έτρωγα τίποτα, ούτε έπινα, αλλά εσείς με βλέπατε (να τρώω και να πίνω!) σαν σε όραμα. Τώρα λοιπόν γράψτε πάντα ταύτα τα συμβάντα και ευχαριστήστε τον θεό, γιατί εγώ, ιδού αναβαίνω προς τον αποστείλαντά με, και ανέβη (ανελήφθη)». Τωβίτ 12.15-20. Μήπως σας θυμίζουν κάτι όλα αυτά;
Η στιγμή του αποχαιρετισμού πρέπει να ήταν εξαιρετικά συγκινητική!
Ο ήρωάς μας ο Τωβίτ, δακρυσμένος κουνούσε το χέρι του στον ευεργέτη του άγγελο καθώς αυτός… ανέπτυσσε ταχύτητα διαφυγής απ’ την γήινη βαρύτητα. Όμως… τα φίδια της ανησυχίας άρχισαν ήδη να τον ζώνουν. Ξέχασε βλέπετε να ρωτήσει τον καλό αυτόν άγγελο, αν υπάρχει περίπτωση να ξαναεπιστρέψει ο βρωμο-γυναικάς ο Ασμοδαίος! Αναρωτιόταν ήδη, μήπως έπρεπε να κρατήσει λίγο ψαρόνεφρο, για να κάψει στα μούτρα του λιγούρη δαίμονα, έτσι και επανεμφανιστεί γλυκοκοιτώντας ξανά την γυναίκα του, που άλλωστε… ήταν και παλιό του αίσθημα!
Καθώς έβλεπε τον άγγελο να ανεβαίνει στον ουρανό, αισθάνθηκε απελπιστικά μόνος. Τι θα κάνει αν ο Ασμοδαίος εμφανιστεί αργότερα, ορεξάτος και ξαναμμένος, ορεγόμενος τις κόρες του ή αργότερα τις νύφες του; Μαύρες σκέψεις του κατέστρεφαν την ευτυχία, καθώς συνειδητοποιούσε ότι δεν έκανε αρκετές ερωτήσεις για το μέλλον! Τι θα καπνίσει στο θυμιατό του, τώρα που δεν έχει άλλα απ’ τα θαυματουργά σπλάχνα ψαριού; Μήπως πρέπει να πεταχτεί εγκαίρως μέχρι τον ποταμό Τίγρη, να ψαρέψει κανέναν θαυματουργό γουλιανό, για να έχει καλού κακού λίγο ψαρόνεφρο στην άκρη.. αχρείαστο να είναι; Μήπως πρέπει να διδάξει την δαιμονοδιωκτική αυτήν μέθοδο και σε άλλους;
Ερωτήσεις, που δεν σκέφτηκε να υποβάλει εγκαίρως, του κατέστρεφαν την χαρά του αποχωρισμού! Αχ, πόσο ποιοτικότερη θα ήταν η ζωή μας, αν οι άγγελοι δεν ήταν υποχρεωμένοι να επιστρέφουν τόσο γρήγορα στους ουρανούς;
Αλήθεια, μόνο τα σπλάχνα ψαριού ξορκίζουν δαίμονες, ή μήπως κι άλλες δύσοσμες ουσίες, ξορκίζουν (θεραπεύουν) κι άλλες μορφές δαιμονισμένων; Άραγε μόνο ο Ραφαήλ δένει δαίμονες, ή κι άλλοι άγγελοι τα καταφέρνουν εξίσου καλά; Άραγε μόνο ο Ασμοδαίος κυνηγάει γυναίκες ή υπάρχουν κι άλλοι ηδονοβλεψίες δαίμονες; Μήπως θα ήταν σκόπιμο, να καπνίζουμε προληπτικά λίγα σπλάχνα ψαριού, για να αποτρέπουμε τον κάθε σεξουαλικά ξεσηκωμένο «Ασμοδαίο» να πλησιάσει αόρατος καθώς είναι, απαρατήρητος τα κορίτσια μας;!
Μήπως ένα άρωμα… από ψαρόσουπα γουλιανού, είναι αποτελεσματική προστασία για τα κορίτσια μας; Τι συμβαίνει με τ’ αγόρια μας; Μήπως υπάρχουν και γι αυτά ανάλογοι ερωτομανείς δαίμονες; Και τι ψάρι πρέπει να βρούμε γι’ αυτούς; Μήπως υπάρχουν γυναικόσχημοι δαίμονες που ειδικεύονται στους μοναχικούς οδοιπόρους; Στους ασθενείς; Στους ηλικιωμένους; Πόσες απ’ τις υπόλοιπες ταλαιπωρίες της ψυχής και του σώματός μας, οφείλονται άραγε σε δαίμονες… μήπως όλες; Μήπως;
Αν οι παραπάνω ερωτήσεις σας φαίνονται υπερβολικές, τότε δεν έχετε παρά να κάνε κάτι, που δεν κάνατε ποτέ σας… να διαβάσετε επιτέλους τις περιπέτειες του Τωβίτ στην δική σας Βίβλο! Και επιτέλους ρωτήστε κάποιον πνευματικό της εμπιστοσύνης σας: ισχύουν οι δαιμονο-ηλιθιότητες αυτού του βιβλίου, ή μήπως καταργήθηκαν; Αν καταργήθηκαν, τότε γιατί εξακολουθεί αυτό το δαιμονο-μαγικό βιβλίο (του Τωβίτ) να βρίσκεται μέσα στην Βίβλο; 
Ποιος αμφιβάλει λοιπόν, ότι τέτοια αναγνώσματα, όπως ο βιβλικός Τωβίτ, αργά αλλά σταθερά, συντηρούσαν για αιώνες το ψιλοβρόχι της δεισιδαιμονίας, αρχικά στα μυαλά των φιλεύσεβων Ιουδαίων και αργότερα, μέσα απ’ τον Ιουδαιο-χριστιανισμό προκάλεσαν την μαύρη δαιμονο-καταιγίδα του μεσαίωνα;
 
Κάποιοι θα πουν ότι όλα αυτά ανήκουν στην Παλαιά Διαθήκη και δεν τα υιοθέτησε ο Χριστιανισμός. Δεν είναι καθόλου έτσι και θα το δούμε στην συνέχεια. Επί του παρόντος, δείτε τι λένε για τις δαιμονολογίες του Τωβίτ δύο απ’ τους μεγαλύτερους πατέρες της εκκλησίας.
Χωρίς τον παραμικρό υπαινιγμό απόρριψης του Τωβίτ και του δαίμονα Ασμοδαίου, ο Ιωάννης Χρυσόστομος[9]  γράφει: «Τωβίτ καλείται το βιβλίο, επειδή την περί αυτού ιστορία (όχι παραμύθι) περιέχει. Στα Εκβάτανα δε υπήρχε η θυγατέρα του Ραγουήλ ονόματι Σάρα. Ταύτην ουκ επέτρεπεν γαμηθήναι ο δαίμων Ασμοδαίος και επτά (παλικάρια) λαβόντες αυτήν απέκτηνε»… Και τελειώνοντας την περίληψη του βιβλίου παραδέχεται: «Το ήπαρ και η καρδιά (του ιχθύος) θυμιώμενα θα διώξουν τον δαίμονα. Η δε χολή θα καθαρίσει τα λευκώματα». Τα ίδια ακριβώς επαναλαμβάνει και ο επονομαζόμενος «Μέγας» Αθανάσιος ο θεολόγος, αυτός που συνέταξε το περιεχόμενο της Κυριακής λειτουργίας και στο «κατά Ελλήνων» βιβλίο του κατέκρινε τις δεισιδαιμονίες… των Ελλήνων![10] 
Μάλιστα, ο Ιωάννης Χρυσόστομος, ξεπέρασε κατά πολύ τον οποιονδήποτε βιβλικό Τωβίτ, αφού συνέταξε δικούς του εξορκισμούς δαιμόνων, που μέχρι σήμερα αποτελούν το επίσημο κείμενο εξορκισμών της εκκλησίας! Αναφερόμενος δε στην περίπτωση του Τωβίτ επιβεβαιώνει ότι: «τον Τωβίτ ομματώσας και το φως αυτού χαρισάμενος»! Παραδέχεται λοιπόν άμεσα ως αληθινή, όχι μόνο την ύπαρξη του σεξουαλικού δαίμονα Ασμοδαίου, αλλά και την θεραπεία της οφθαλμικής πάθησης (λεύκωμα) με την επάλειψη εντοσθίων ψαριού! 
Αλήθεια πότε έζησε ο Τωβίτ ο συγγραφέας αυτού του παράξενου βιβλίου; Στο ίδιο το βιβλίο διαβάζουμε: «εγώ ο Τωβίτ οδηγήθηκα αιχμάλωτος στην Νινευή την εποχή του Ενεμερσσάρου (Σαλμανάσαρου Ε΄ 762-722 π.Χ.) ο οποίος με διόρισε προμηθευτή του (ότι κι αυτός σχετίζεται με τα τρόφιμα και την βασιλική κουζίνα, δεν πρέπει να θεωρηθεί… παρά καθαρή σύμπτωση). Όταν πέθανε ο Ενεμερσσάρος τον διαδέχθηκε[11]  ο Σενναχηρίμ (704-681)». Τωβίτ 1.10-15.
Κατά την εσωτερική μαρτυρία του βιβλίου λοιπόν, ο συγγραφέας έζησε τον έβδομο αιώνα π.Χ. Κατά τους ειδικούς, που συνεκτιμούν το συγγραφικό ύφος, τους εξελληνισμένους όρους και το γενικότερο εκφραστικό ύφος, το βιβλίο είναι ξαναγραμμένο πολύ αργότερα: «Το βιβλίο (του Τωβίτ) εγράφη πρωτοτύπως εβραϊστί ή αραμαϊστί, δια να δείξει πως ο θεός επιτρέπει μεν τις δοκιμασίες των ευσεβών ανθρώπων, δεν εγκαταλείπει όμως αυτούς, αλλά και εν τη παρούση ζωή ανταμείβει την αρετή αυτών… Πότε ακριβώς και υπό τίνος εγράφη, δεν δύναται τις να είπει, ειμή μόνο ότι τούτο εγράφη (το ορθότερο είναι ξαναγράφτηκε) από τις αρχές του Γ΄ μέχρι το τέλος του Β΄ προ Χριστού αιώνος»[12]  Άρα η αντιγραφή του τοποθετείται τουλάχιστον από το 300 π.Χ. και εντεύθεν.
Βέβαια οι ευφυέστατοι διαχειριστές των «ιερών» αυτών κειμένων, για να απαλλαγούν από τα ενοχλητικά φορτία φανερής μαγείας, που ενίοτε περιείχαν, εφηύραν τον όρο «δευτεροκανονικά» (!) και: «μόνο αναγιγνωσκόμενα στους κατηχουμένους».[13]  Δεν γνωρίζω αν μ’ αυτό το εφεύρημα, κατάφεραν να αποτρέψουν τις ερωτήσεις, ή ο φόβος και η άγνοια που βασίλευε ανάμεσα στους πιστούς των περασμένων αιώνων, ήταν αρκετά να εξασφαλίσουν την αδιατάρακτη παρουσία τέτοιων κειμένων στον βιβλικό κώδικα! Γνωρίζω μόνο, ότι σήμερα που η υποτυπώδης κριτική σκέψη και οι βασικές ελευθερίες έκφρασης επανεδραιώνονται, θα ήταν εξαιρετικά ενδιαφέρον έως διασκεδαστικό, αν κάποιος προσπαθούσε να μας εξηγήσει, τι θα πει… δευτεροκανονική θεοπνευστία!
 Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι, η συμμετοχή του καθαρά δαιμονολογικού βιβλίου Τωβίτ, στον κανόνα[14]  της Π. Διαθήκης δεν μπορεί να θεωρηθεί τυχαία. Η ύπαρξη του βιβλίου Τωβίτ στον κανόνα της Βίβλου, μας αποκαλύπτει κάτι σημαντικό. Υπήρχε μια χονδροειδής δαιμονολογική και μαγο-θεραπευτική πτυχή του Ιουδαϊσμού, που για κάποιους λόγους αφαιρέθηκε ή επικαλύφθηκε προσεκτικά στα υπόλοιπα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης.
Γνωρίζοντας ότι ο Ιησούς στην Καινή Διαθήκη εκβάλλει ασταμάτητα δαίμονες, ο συσχετισμός της συμπεριφοράς του με το βιβλίο του Τωβίτ είναι αναπόφευκτος! Το απολύτως δαιμονολογικό, κείμενο του «Τωβίτ», θέτει λοιπόν μια σειρά από σημαντικές ερωτήσεις σε όποιον θέλει να εξετάσει την δαιμονοδιωκτική συμπεριφορά του Ιησού.
Η κεντρική μας ερώτηση είναι: Γιατί εκβάλλει δαίμονες ο Ιησούς;
Είναι με κάποιον ιδιαίτερο τρόπο ο συνεχιστής του δαιμονοδιωκτικού πνεύματος του Τωβίτ; Ενώ ο Ιησούς εκβάλλει συνεχώς δαίμονες, γιατί στην υπόλοιπη Παλαιά Διαθήκη, εκτός από την περίπτωση του Τωβίτ και ελάχιστων ακόμα εξαιρέσεων, μια τέτοια δαιμονοδιωκτική πρακτική σχεδόν απουσιάζει από τους παλαιοδιαθηκικούς θεραπευτές; Υπήρξε άραγε, στους προχριστιανικούς χρόνους, μια ξαφνική στροφή της ιουδαϊκής θεολογίας προς την δαιμονοδιωκτική θεραπευτική… ή μήπως όλες αυτές οι δαιμονολογικές περιγραφές αν και ελάχιστες σε ολόκληρη την Π. Διαθήκη, μαρτυρούν μια επιμελώς κρυμμένη πλευρά της βιβλικής δαιμονολογίας;
Μια προσεκτικότερη ματιά στα αρχεία αυτής της βιβλικής θρησκείας, θα μας βοηθήσει να διαμορφώσουμε άποψη, για το ενδεχόμενο μιας άλλης εντελώς διαφορετικής προέλευσης του δαιμονο-θεραπευτικού Χριστιανισμού και να ανακαλύψουμε μια νέα βάση αξιολόγησης των λόγων και των έργων του ανθρώπου, που ενσάρκωσε με τόση επιτυχία τον κεντρικό ήρωα της Καινής Διαθήκης.
M. Καλόπουλος
ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:
[1]  Τα αποσπάσματα είναι από την επονομαζόμενη μετάφραση των τεσσάρων καθη¬γη¬τών (ή Β. Βέλλα), της Ελληνικής Βιβλικής Εταιρίας. Η μετάφραση αυτή είναι εγκεκριμένη απ’ την ιερά σύνοδο της Ελλάδος, με αριθμό πρωτοκόλλου 1492.
[2]  Όλως περιέργως και ο Τωβίας ήταν αυλικός (οικονόμος) του Βασιλιά Σαλμανάσαρ!
[3]  Η ανεκδιήγητη αυτή έκφραση: «ανθρώπου ή γυναικός», (!) υπάρχει στο πρωτότυπο των Ο΄ και ο παράξενος αυτός διαχωρισμός, αφήνει αστεία υπονοούμενα… για τις γυναίκες! Βέβαια η εξήγηση είναι απλή, στη φτωχή Εβραϊκή γλώσσα, για τον άνδρα και τον άνθρωπο υπάρχει μόνο μια λέξη και ο μεταφραστής… έκανε την ζημιά του!
[4]  Οι δαίμονες κατά την Βίβλο, είναι άγγελοι που ξέπεσαν μαζί με τον αρχηγό τους Σατανά από τον ουράνιό τους ρόλο.
[5]  Υπενθυμίζουμε εδώ ότι η σεξουαλική δαιμονολογία, ξεκινάει από το πρώτο κιόλας βιβλίο της Βίβλου την Γένεση, όπου: «είδαν οι υιοί του θεού τις θυγατέρες των ανθρώπων ότι ήταν όμορφες και πήραν για γυναίκες τους όσες από εκείνες τους άρεσαν» (Β.Β.) Γένεσις 6.1.
[6]  «Το δε βιβλίο του Τωβίτ είναι Εβραϊκό» Μιχ. Γλύκας «Βίβλος χρονική» 321.4.
[7]  Κ. Παλαιολόγος Επιμελ. Εργαστ. φυσικής Πανεπ. Αθηνών. Βλ. Δρανδ. «καπνισμός»
[8]  «Ραφαήλ του μεγάλου» Τωβίτ 3.16. Το όνομα Ραφαήλ σημαίνει: «ο θεός πολεμάει»
[9]  Ιωάννης Χρυσόστομος Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως: Σύνοψις Παλαιάς και Καινής Διαθήκης «Βιβλίον Τωβίτ» 56.360.55.
[10]  Αθανάσιος θεολόγος: Σύνοψις Παλαιάς Διαθήκης. «Βιβλίον Τωβίτ» 28.372.49.
[11]  Στην πραγματικότητα μεσολαβεί ο Σαργών Β΄ (722-705 π.Χ.) αλλά τέτοιες ανακρίβειες είναι εντελώς συνηθισμένες στα ιστορικά δεδομένα της Βίβλου.
[12]  Π. Μπρατσιώτης, καθηγητής εισαγωγής και ερμηνείας στην Π. Διαθήκη των Ο΄ του πανεπ. Αθηνών. (Δρανδάκης: «Τωβίτ»).
[13]  Ο Αθανάσιος ο Θεολόγος (Σύνοψις 28.289.21) είναι ο πρώτος που μετονόμασε σε δευτεροκανονικό τον Τωβίτ, ενώ ο προγενέστερος του Κλήμης Αλεξανδρείας αγνοεί αυτόν τον σκόπιμο τεμαχισμό!
[14]  «Τον Τωβίτ, την Σοφία Σολομώντος, καθώς και την Ιουδίθ, αναγνώρισε ως κανονικά βιβλία η εν Καρθαγένη (418μ.Χ.) σύνοδος δια του λβ΄ κανόνος» Πρωτοσύγκελος Ευστάθ. Δ. Σκάρπας. Βλ. επίσης Δρανδάκης «Αγία Γραφή». «Ο παρών κανών (λβ΄) ορίζει ότι εις την Εκκλησία, άλλο τι να μην αναγιγνώσκεται εις όνομα αγίων γραφών, εκτός απ’ τα κανονικά τούτα βιβλία… Αυτές δε είναι οι κανονικές Γραφές: Γένεσις, Έξοδος, Λευιτικόν, Αριθμοί, Δευτερονόμιο, Ιησούς του Ναυή, Κριταί, Βασιλειών (βίβλοι δ΄) Παραλειπομένων (βίβλοι β΄) Ιωβ, Ψαλμοί, Σολομώντος (βίβλοι δ΄) Προφητών (βίβλοι ιβ΄) Ησαΐας, Ιερεμίας, Ιεζεκιήλ, Δανιήλ, Τωβίτ, Ιουδίθ, Εσθήρ, Έσδρα (βίβλοι β΄)». Σύνοδος Καρθαγένης (418μ.Χ.) Κανών ΛΒ΄. Πηδάλιον ορθοδόξου εκκλ. σελ. 480.
Βλέπε επίσης: Ο ΤΣΙΦΟΡΟΣ ΣΑΤΙΡΙΖΕΙ ΤΟΝ ΒΙΒΛΙΚΟ ΤΩΒΙΤ !!! Τό δαιμόνιο της Σάρρας
……………………

M. Καλόπουλος

Εντάξει, δεν είναι και μυστικό ότι ο ιουδαϊσμός, και σε λιγότερο βαθμό και ο χριστιανισμός, εμπεριέχουν πολλά μαγικά στοιχεία. Μια γρήγορη ματιά στην Αγία Γραφή, κυρίως στην Παλαιά, αλά και σε σημεία της Καινής Διαθήκης ή σε κάποια αποσπάσματα του Ταλμούδ θα το επιβεβαιώσουν αμέσως. Κι επίσης τα απλά και εύλογα ερωτήματα που θέτει ο συγγραφέας δε χρήζουν απαραίτητα απάντησης, μιας και τα θρησκευτικά κείμενα σπάνια πατούν πάνω στη λογι΄κή. Παρεμπιπτόντως, αυτή είναι η χιλιοστή δημοσίευση του ιστολογίου.

Στις 7 Ιουλίου, επιστρέψαμε επιτυχώς από την ανάβασή μας στον Όλυμπο με το πρόγραμμα Όλοι μαζί ν’ανέβουμε λίγο ψηλότερα. Το πρόγραμμα αυτό δίνει την ευκαιρία στα άτομα με αναπηρία να ανέβουν στο υψηλότερο και ιερότερο βουνό της Ελλάδας. Για πολλούς της ομάδας αυτή ήταν η πρώτη εμπειρία ανάβασης σε βουνό, αν και για εμένα και λίγους ακόμα όχι, επειδή είχαμε συμμετάσχει στην πρώτη ανάβαση με το πρόγραμμα το καλοκαίρι του 2014. Τότε όπως και τώρα, το πρόγραμμα οργανώθηκε από την ομάδα των δημοσιογράφων της ΕΡΤ που έκανε την εκπομπή Έκτη Αίσθηση, και η ανάβασή μας είχε γίνει ντοκιμαντέρ. Μετά από λίγο ψάξιμο, το βρήκα σπασμένο στα τρία παρακάτω βίντεο:



Το ντοκιμαντέρ της φετινής μας ανάβασης θα ολοκληρωθεί σε μερικούς μήνες, οπότε τότε θα ενημερώσω το άρθρο.

Αρχικά είχαμε λίγα προβλήματα υποστήριξης, επειδή φέτος δε ζητήσαμε τη στήριξη κάποιου ευρωπαϊκού προγράμματος, αλλά αναζητήσαμε εγχώριες λύσεις. Δυστυχώς όμως, μετά την κατάπτυστη δήλωση του προέδρου της Ορειβατικής Ομοσπονδίας ότι τα βουνά δεν είναι για τα ΑμεΑ, σιγά-σιγά όλοι οι φορείς άρχισαν να υπαναχωρούν, προειδοποιώντας μας για τους κινδύνους. Από το Δήμο Λιτοχώρου μέχρι τα τοπικά ξενοδοχεία οι πόρτες ήταν κλειστές, αλά πάραυτα καταφέραμε να βρούμε κάποια άκρη. Φυσικά όταν επιστρέψαμε όλοι έκαναν στροφή 180 μοιρών και υποσχέθηκαν ότι θα είναι στη διάθεσή μας για ό,τι χρειαστούμε στο μέλλον κλπ κλπ. Φέτος ήταν κανονισμένο να συμμετάσχουν περισσότερα άτομα και με διάφορες αναπηρίες, όπως κινητικές – ακόμα και άτομα σε αμαξίδια, που είχαν προμηθευτεί και ετοιμάσει ειδικό εξοπλισμό, -, ακοής κλπ, κι όχι μόνο άτομα με πρόβλημα όρασης. Δυστυχώς οι περισσότερη κινητικά ανάπηροι ακύρωσαν τη συμμετοχή τους την τελευταία μέρα από φόβο βροχής, η οποία τελικά δεν ήρθε. Κρίμα, γιατί δεν υπάρχουν πολλές ευκαιρίες για κάποιον σε αμαξίδιο να ανέβει σε βουνό στην Ελλάδα. Ήμασταν μόνο άτομα με πρόβλημα όρασης, ένας με πρόβλημα ακοής και μία με ελαφρύ κινητικό πρόβλημα, οι συνοδοί, η δημοσιογραφική ομάδα, και τέσσερα μέλη της Ελληνικής Ομάδας Διάσωσης, η οποία παρέστη στο πλευρό μας και πρόπερσι, για παν ενδεχόμενο. Συνολικά ήμασταν 38 άτομα.

Συναντηθήκαμε λοιπόν το πρωί της Τρίτης, 5 Ιουλίου, στη Σχολή Τυφλών Θεσσαλονίκης. Γνωριστήκαμε με όλους στην ομάδα και ξεκινήσαμε στα λεωφορειάκια σε μια εύθυμη, αν και λίγο νυσταγμένη ατμόσφαιρα, μέχρι τα πριόνια, τα οποία βρίσκονται στα 1.000 μέτρα υψόμετρο στον Όλυμπο πάνω απ’το Λιτόχωρο. Εκεί τελειώνει ο δρόμος και αρχίζει το μονοπάτι. Αφού ετοιμαστήκαμε, ανεβήκαμε στα πέντε πρώτα πλατιά σκαλιά και μπήκαμε στο γνώριμο πια για μένα, γιατί θυμόμουν αρκετά μέρη του, μονοπάτι. Η διαδρομή μέχρι περίπου τα 2.000 μέτρα ήταν μόλις 6 χιλιόμετρα, αλλά το ανάγλυφο του βουνού, με τις διαφορετικές κλίσεις, τις στροφές, και τα διάφορα εμπόδια όπως πέτρες, ρίζες και κλαδιά, την έκανε να φαίνεται πολύ μεγαλύτερη. Φτάσαμε στον προορισμό μας σε περίπου 5,5 ώρες, λίγο περισσότερο απ’ό,τι υπολογίζαμε, γιατί κάναμε λίγες στάσεις παραπάνω. Όπως και πέρυσι, καταλύσαμε στο καταφύγιο Πετρόστρουγκα, ένα μικρό, οργανωμένο και άνετο καταφύγιο με καλό φαγητό, σόμπα το βράδυ, αναπαυτικά κρεβάτια και σύνδεση στο Διαδίκτυο. Στη θέση που βρίσκεται το καταφύγιο αυτό δεν είναι σχεδόν καθόλου αυτάρκες. Εκτός από κάποια φωτοβολταϊκά που έχει για να καλύπτει μέρος της ανάγκης του σε ηλεκτρισμό και έναν κηπάκο με λίγα μικρά λαχανικά που είναι σαν να ζουν σε αρειανές συνθήκες, λαμβάνει όλα τα εφόδια και αποκομίζει τα απορρίμματα με μουλάρια, τα οποία συναντούσαμε συχνά πυκνά τόσο στην ανάβαση όσο και στην κατάβαση, αλλά και στη στάση μας εκεί. Και επειδή το νερό είναι λιγοστό, επειδή οι πηγές στον Όλυμπο είναι λίγες και άρα χρησιμοποιεί δεξαμενές για να αποθηκεύει το νερό της βροχής, τα ρούχα και τα υφασμάτινα πρέπει να πλένονται κάτω. Για τον ίδιο λόγο, η παροχή νερού στις βρύσες και στα καζανάκια ήταν τεχνητά μειωμένη, και δεν υπήρχε και η άνεση του μπάνιου. Τη μέρα λοιπόν που φτάσαμε, ξεκουραστήκαμε εκεί, χωρίς να προχωρήσουμε ψηλότερα. Άλλωστε το χρειαζόμασταν.

Την επόμενη μέρα επρόκειτο αρχικά να ανέβουμε ακόμα ψηλότερα, αλλά υπήρχε κίνδυνος καταιγίδας και σε εκείνα τα υψόμετρα δεν υπάρχουν και πολλά φυσικά αλεξικέραυνα για να μας σώσουν, οπότε αρκεστήκαμε σε μια μικρότερη διαδρομή, μέχρι τη σπηλιά του Ιθακήσιου. Ο Βασίλης Ιθακήσιος (1889-1977) ήταν μεγάλος Έλληνας ζωγράφος που δυστυχώς στην Ελλάδα δεν τον ξέρει κανείς, παρόλο που τα έργα του είχαν μεγάλη απήχηση στο εξωτερικό. Γεννήθηκε στη Μυτιλήνη και το κανονικό του επίθετο ήταν Γεωργανάς, απλώς πήρε το καλλιτεχνικό του από τον παππού του, που καταγόταν από την Ιθάκη. Η οικογένειά του ήταν ναυπηγοί και ο πατέρας του σκόπευε να τον ωθήσει σ’αυτό το επάγγελμα, αλλά αυτός ασχολούταν από μικρός με την τέχνη, αφού είχε γνωρίσει αρκετούς ζωγράφους της Μυτιλήνης. Ταξίδεψε στη Σμύρνη και στη συνέχεια αποφοίτησε από τη Σχολή Καλών Τεχνών του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου. Ο πρόξενος της Ελλάδας στη Σμύρνη, που αργότερα πήρε μετάθεση στην Αμβέρσα του Βελγίου, είχε μαζί του σαν παιδαγωγό την αδερφή του Ιθακήσιου, η οποία του ζήτησε να δώσει μια ευκαιρία στον αδερφό της, έτσι ο πρόξενος τον προσκάλεσε στην Αμβέρσα για να γνωρίσει τη φλαμανδική τέχνη. Μετά επέστρεψε στη Μυτιλήνη, αλλά επειδή δεν υπήρχε πραγματικά καθόλου φιλότεχνο κοινό που θα εκτιμούσε τα έργα του, ξαναεγκαταστάθηκε στη Σμύρνη, όπου έζησε για 22 χρόνια. Εκεί ασχολήθηκε με όλα τα είδη της ζωγραφικής, κάνοντας συχνά εκθέσεις στο Φραγκομαχαλά, στη συνοικία δηλαδή των Δυτικοευρωπαίων, όπου τα έργα του γνώρισαν μεγάλη επιτυχία. Με τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922, αναγκάστηκε κι αυτος να φύγιε ως πρόσφυγας με τους υπόλοιπους Έλληνες. Από τους 3.000 πίνακες που είχε ζωγραφίσει εκείνο το διάστημα, κατάφερε να σώσει μόνο λίγους. Εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου επαναδικτυώθηκε με παλιούς του γνωστούς από τα σπουδαστικά του χρόνια. Από τότε άρχισε να του σχηματίζεται η ιδέα να εγκαταλείψει τον κόσμο και να πάει να εγκατασταθεί σε κάποιο βουνό. Τελικά το 1928 ανέβηκε μαζί με τον Χρήστο Κάκαλο στον Όλυμπο, ο οποίος ήταν ο πρώτος που πάτησε την ψηλότερη κορυφή του Μύτικα το 1913. Εκεί ο καλλιτέχνης βρήκε μια μικρή σπηλιά, την οποία ονόμασε Άντρο των Μουσών, όπου διέμενε τα καλοκαίρια από το 1928 έως το 1940. Την σπηλιά εφοδίασε μόνο με τα απαραίτητα, καθώς και με τα σύνεργα της ζωγραφικής. Λάμβανε τα αναλώσιμα με μουλάρια δύο φορές την εβδομάδα, ενώ συχνά δεχόταν επισκέψεις. Στο διάστημα που έμεινε εκεί, παρήγαγε τους πιο γνωστούς πίνακές του. Το 1938 τον κάλεσαν στην Αγγλία, όπου ζωγράφιζε για τη βασιλική αυλή. Ο θάνατός του είναι μια τραγική περίπτωση. Είχε φτάσει σε ηλικία 94 ετών και βρισκόταν έγκλειστος στο γηροκομείο, σε κακή υγεία, και τελευταία του ευχή ήταν να επισκεφθεί τον Όλυμπο. Η διεύθυνση του γηροκομείου επικοινώνησε με το ΓΕΣ, ώστε κάποιο ελικόπτερο που για υπηρεσιακούς λόγους θα περνούσε πάνω απ’τον Όλυμπο, να τον πέρναγε πάνω από τα μέρη του. Όμως ο γιατρός του γηροκομείου ακύρωσε το ταξίδι την τελευταία στιγμή. Το ίδιο βράδυ, ο Ιθακήσιος ντύθηκε τα ορειβατικά του, πήδηξε από το παράθυρο και τραυματίστηκε θανάσιμα, αν και ήταν ισόγειο. Και όπως λένε, το πνεύμα του πέταξε ελεύθερο για το βουνό που αγαπούσε. Οπότε, μην αγνοείται την τελευταία επιθυμία κανενός.

Έτσι λοιπόν κι εμείς, πεζοπορώντας για λίγη σχετική ώρα σ’ένα στενό μονοπάτι, φτάσαμε στη σπηλιά, όπου κάναμε στάση και βγάλαμε αρκετές φωτογραφίες. Η ονομαστή αυτή σπηλιά είναι απλώς ένα ρηχό κοίλωμα στο βράχο, όπου μετά βίας χωράει κάποιος ξαπλωτός. ΟΙ άλλοτε ζωγραφισμένοι με τις Μούσες από τον Ιθακήσιο βράχοι πλέον είναι θαμποί και μαυρισμένοι από τις φωτιές, με λίγες μόνο αχνές γραμμές να υποδηλώνουν την άλλοτε παρουσία του μεγάλου καλλιτέχνη. Μετά την επίσκεψή μας, επιστρέψαμε από ένα λίγο περπατημένο μονοπάτι πάνω από το καταφύγιο στο ελικοδρόμιο, το οποίο βρίσκεται ακριβώς στα 2.000 μέτρα, όπου ελικόπτερα καταφθάνουν σε επείγουσες περιπτώσεις. Εκεί συναντήσαμε και τα δύο δέντρα που μας έλειψαν από το 2014, το ένα, που λέγεται δέντρο του Δία, ψηλό αλλά καμένο από έναν κεραυνό και τώρα σαπισμένο, και το άλλο, που κατ’ευφημισμόν λέγεται δέντρο του Δία, με δύο σχηματισμούς σαν μπαλάκια στον κορμό του και ένα διαγώνιο κλαδί ακριβώς από πάνω. Λέγεται ότι η επίσκεψη σ’αυτό το δέντρο φέρνει τύχη στο γενετήσιο τομέα και όχι μόνο. Πριν φτάσουμε κοντά, μερικοί δεν είχαν αντιληφθεί το ξεκάθαρο σχήμα του δέντρου, ή απλώς δε θέλησαν να το αντιληφθούν. Μία συνοδός έλεγε ότι μοιάζει με δύο χελωνίτσες, μια άλλη με δύο παιδάκια που παίζουν. Τα δέντρα στο υψόμετρο αυτό είναι όλα ρόμπολα, ένα είδος πεύκου με επιστημονική ονομασία Pinus heildrichii, που φτάνει και τα 40 με΄τρα σε ύψος και επιβιώνει μέχρι και τους -50 βαθμούς. Κατά διαστήματα στις άκρες του μονοπατιού το χώμα ήταν σκαμμένο από τα αγριογούρουνα. Τελικά καταιγίδα δεν είχαμε, μόνο μη ενοχλητικό ψιλόβροχο ανά διαστήματα. Το βράδυ της ίδιας μέρας βγήκαμε έξω στο μπαλκονάκι του καταφυγίου να διασκεδάσουμε για την τελευταία μέρα, αλλά τότε μαινόταν καταιγίδα, που ήρθε από χαμηλότερα προς το μέρος μας. Προφανώς ο Δίας διαφωνούσε με τις δραστηριότητές μας.

Η Τρίτη και τελευταία μέρα ήταν και η πιο δύσκολη/κουραστική. Σ’αυτήν έπρεπε να κάνουμε αυτό το λίγο ψηλότερα για το οποίο ανεβήκαμε, και μετά είχαμε κατάβαση. Μια μειοψηφία που κουράστηκε έμεινε πίσω, ενώ όλοι οι υπόλοιποι ανεβήκαμε μέχρι τις απαρχές τις αλπικής ζώνης στα 2.300 μέτρα. Το μονοπάτι δεν ήταν δυσκολότερο απ’ό,τι πριν. Καθώς προχωρούσαμε, τα δέντρα γίνονταν όλο και πιο ταλαιπωρημένα και στο τέλος λιγόστευαν υπερβολικά. Λίγο πιο πάνω από εκεί που σταματήσαμε, εξαφανίζονταν εντελώς, και το τοπίο κυριαρχούταν από βράχους και χαμηλή βλάστηση. Η βλάστηση σ’εκείνο το υψόμετρο και λίγο πιο κάτω είναι εντελώς διαφορετική απ’αυτήν σε χαμηλότερα υψόμετρα στην Ελλάδα, με χαλιά βρύων πάνω στους βράχους και στα δέντρα, μικροσκοπικές αλπικές φτέρες ανάμεσα στις σχισμές των βράχων, διάφορα μικρά αγριολούλουδα και φυσικά αρκετά αγρωστώδη του βουνού. Ζώα δε συναντήσαμε, πέρα από πολλά σαλιγκάρια και γυμνοσάλιαγκες και λίγα έντομα, ενώ ακούγονταν και λίγα πουλιά. Όπως μας είπαν, υπήρχαν και σαλαμάνδρες στο βουνό, μιας και αγαπούν τη δροσιά και τις χαμηλές θερμοκρασίες, αλλά είναι σχεδόν αδύνατο να τις βρεις, άρα δε συναντήσαμε καμία. Από μεγάλα ζώα, στο υψόμετρο αυτό κυκλοφορούν αγριόχοιροι και αγριοκάτσικα. Ολόκληρος ο Όλυμπος χαρακτηρίζεται εθνικός δρυμός πάνω από το ύψος των 1.000 μέτρων, άρα το κυνήγι και η βόσκηση απαγορεύονται. Η ονομασία του καταφυγίου «Πετρόστρουγκα» είναι κατάλειπο από την εποχή που οι βοσκοί έφερναν τα ζώα τους να βοσκήσουν στα πράσινα οροπέδια της περιοχής. Μας έλεγαν για έναν μόνο γέρο βοσκό, ο οποίος ακόμα ανεβαίνει μέχρι το ύψος της Πετρόστρουγκας,, αλλά δεν έτυχε να τον συναντήσουμε. Αφού καθίσαμε λοιπόν στα 2.300 μέτρα με το γκρεμό μπροστά μας, αρχίσαμε την επίπονη κατάβαση. Και λέγοντας για γκρεμούς, θα πρέπει να αναφέρω ένα ενδιαφέρον και κάπως τρομακτικό φαινόμενο που μας ακολουθούσε σε όλη τη διαδρομή. Επειδή ο καιρός ήταν συννεφιασμένος και ομιχλώδης, συχνά η ομίχλη γέμιζε τον αέρα και οι γκρεμοί έπαιρναν ένα γαλακτερό γαλάζιο χρώμα, που όμως με λίγο αεράκι μπορεί να διαλυόταν. Τώρα εάν βρισκόταν κάποιος με νοητική ομίχλη – λίγο ζαλισμένος, λίγο μεθυσμένος, λίγο μαστουρωμένος – μπροστά στο γκρεμό εκείνη τη στιγμή μπορεί να νόμιζε πως είναι μια ωραία παραλία και να βουτούσε μέσα. Γενικά ωστόσο, ο κίνδυνος να πέσουμε ήταν μικρός. Ο γκρεμός πάντοτε μας συντρόφευε στην πορεία μας, πότε από πιο κοντά και πότε από πιο μακριά, αλλά όπως λέω εγώ, πρέπει να θέλεις για να πέσεις. Αυτό δε σημαίνει ότι δε γίνονται ατυχήματα – περίπου 8-9 άτομα πεθαίνουν κάθε χρόνο στον Όλυμπο, όπως μας πληροφόρησαν οι διασώστες, αλλά δεν είναι κάτι το τόσο συχνό. Πολλοί σκοτώνονται επειδή δεν ακολουθούν το μονοπάτι ή πέφτουν στην πολύ επικίνδυνη ρίζα του Μύτικα.

Η κατάβαση, όπως είπα, ήταν δυσκολότερη από την ανάβαση, αφού έπρεπε να λυγίζουμε συνεχώς τα πόδια μας και να προσέχουμε. Εκτός αυτού, προς το τέλος της διαδρομής είχαμε αρκετό ήλιο και ζέστη, ενώ έως τότε ο Δίας προνόησε και είχαμε συννεφιά και ευχάριστες θερμοκρασίες σε όλες τις διαδρομές μας, και όποτε είχε ήλιο, συνήθως κινούμασταν κάτω από τη δροσερή σκιά των δέντρων του δάσους. Ίσως να μην ήθελε να μας αφήσει να φύγουμε, παρόλο που του αποδώσαμε φόρο τιμής στο ιερό του δέντρο. Αφού λοιπόν πήραμε όλα μας τα πράγματα από το καταφύγιο, ξεκινήσαμε την κατάβαση κάνοντας λίγες στάσεις. Φτάσαμε κάτω σε περίπου 6 ώρες, χρόνο αρκετά μεγάλο, Άλλοι το κατεβαίνουν σε 4 ώρες, ενώ στην ίδια διαδρομή γίνονται αγώνες κατάβασης με ποδήλατα βουνού. Γίνονται επίσης και αγώνες πεζοπορίας. Εντωμεταξύ στη μέση της διαδρομής οι δύο από τους διασώστες έπρεπε να φύγουν, γιατί έλαβαν τηλεφώνημα για έναν μόνο γέρο που είχε χαθεί στον Ενιπέα. Τελικά τον βρήκαν να τους περιμένει σε κάτι βράχια, με μικρούς μόνο τραυματισμούς. Στον Ενιπέα είχα πάει πριν αρκετά χρόνια, οπότε στην πραγματικότητα έχω επισκεφθεί τον Όλυμπο τρεις και όχι δύο φορές, αν και δε μπορώ να πω ότι η διαδρομή του Ενιπέα, με το ως επί το πλείστον τεχνητό μονοπάτι, μπορεί να θεωρηθεί ορειβασία. Μετά πήγαμε στο Λιτόχωρο, όπου πήραμε τα μπλουζάκια μας με το όνομα της Συνεταιριστικής Τράπεζας Πιερίας φάτσα κάρτα, ενώ τα κανονικά μπλουζάκια έχουν το χορηγό από πίσω, φάγαμε και αμέσως μετά πήγαμε στο χώρο όπου είχε οργανωθεί εκδήλωση με χορευτικές ομάδες απ’όλη την Ελλάδα για μας. Η εκδλήλωση άνοιξε με τους τυμπανιστές από την Έδεσσα της ομάδας Κάρανος, και στη συνέχεια χόρεψαν ομάδες από το Λιτόχωρο, πελοποννησιακές, ρουμελιώτικες, ποντιακές, καππαδοκικές κλπ. Μείναμε μέχρι αργά, κι έπειτα γυρίσαμε με τα λεωφορειάκια στη Θεσσαλονίκη.

Οι γενικές μου εντυπώσεις ήταν πολύ καλές. Η ομάδα λειτούργησε άψογα, δεν υπήρχαν προβλήματα μεταξύ μας και το πιο σημαντικό, επετεύχθη ο σκοπός μας και πράγματι ανεβήκαμε λίγο ψηλότερα. Τον επόμενο χρόνο σχεδιάσαμε να ανέβουμε μέχρι τα 2.700 μέτρα, ως το επόμενο οργανωμένο καταφύγιο, και σε λίγα χρόνια ευελπιστούμε να πατήσουμε τον ιερό Μύτικα! Ίσως να σηκώσουμε και σημαία της αθλητικής ένωσης τυφλών Πυρσός εκεί. Όπως είπα και στη συνέντευξη, δεν είναι τυχαίο που λέμε κάτι δύσκολο πως είναι βουνό, γιατί αντικειμενικά το βουνό έχει τις δυσκολίες του. Όμως σε σχέση με το 2014, που μετά την ανάβαση πονούσα σε όλο μου το σώμα και δε μπορούσα ούτε να ξαπλώσω, φέτος ήμουν πολύ καλύτερα. Πιάστηκα μόνο λίγο στην κατάβαση, όπως και οι περισσότεροι. Ήμουν επίσης και καλύτερα προετοιμασμένος, με ορειβατικά παπούτσια και συνθετικές μπλούζες και κάλτσες που στεγνώνουν γρήγορα, άρα ακόμα κι αν ίδρωνα, μετά από λίγες ώρες ξεκούρασης ήταν σαν να μην είχα ιδρώσει καν. Παρά τις οδηγίες των οργανωτών, δεν ήταν όμως όλοι προετοιμασμένοι, και γι’αυτό αντιμετώπιζαν μικροπροβλήματα όσοι δεν ήταν. Και όπως λένε και οι ορειβάτες, κάθε φορά που ανεβαίνεις στο βουνό παίρνεις κάτι, κι αυτήν τη φορά μάθαμε όλοι ότι πρέπει να κουβαλάμε λιγότερο βάρος στους σάκους μας. Αν και τον είχα ελαφρύτερο από πρόπερσι, πάλι είχα πράγματα μέσα που δε χρησιμοποίησα και με βάραιναν. Του χρόνου θα πάρω ακόμα λιγότερα. Τέλος θα πρέπει να ευχαριστήσω τη συνοδό μου Μαρία Δάνου, η οποία, παρόλο που δεν είχε ξανανέβει σε βουνό, δε δυσκολεύτηκε καθόλου και επίσης με συνόδευσε άριστα.

Πηγή:
Αντρώνι

Το γουρούνι και η συμβολή του στην οικιακή οικονομία

Γονική Κατηγορία:
Κατηγορία: Η κτηνοτροφία
Δημοσιεύθηκε : 15 Φεβρουάριος 2012
Δημιουργήθηκε : 15 Φεβρουάριος 2012
Εμφανίσεις: 2618
%CF%86%CF%89%CF%84%CE%BF+232

Ο χοίρος (κοιν. γουρούνι), είναι οικόσιτο θηλαστικό ζώο, που ανήκει στο γένος συς, στην οικογένεια συΐδες και στην τάξη αρτιοδάκτυλα. Είναι ζώο παμφάγο και πολύ γόνιμο. Από τα αρχαιότατα χρόνια πιστεύεται, ότι ο κατοικίδιος χοίρος (συς ο οικοδίαιτος, Sus scrofa domesticus), είναι απόγονος του αγριόχοιρου, τον οποίο εξημέρωσε ο άνθρωπος. Ζει σε όλα τα μέρη της γης και σήμερα εκτρέφεται μόνον και μόνον για το νοστιμότατο κρέας του.
Όλες οι φυλές των γουρουνιών, χαρακτηρίζονται γενικά από χοντροκαμωμένο και μονοκόμματο σώμα, κοντά πόδια και κωνικό κεφάλι, το οποίο καταλήγει σε μακρύ ή κοντό ρύγχος. Ο χοίρος, προσαρμόζεται σχεδόν μ’ όλες τις κλιματολογικές συνθήκες, ωστόσο αναπτύσσεται καλύτερα σε εύκρατα κλίματα. Είναι ζώο παμφάγο και τρώγει σχεδόν όλες τις τροφές. Το πεπτικό του σύστημα, μπορεί να επεξεργαστεί οποιαδήποτε τροφή, λέγεται ότι το γουρούνι, τρώγει ότι και ο άνθρωπος. Αυτό θεωρείται ότι ένα μεγάλο πλεονέκτημα για τους εκτροφείς χοίρων, διότι με αυτή την παμφαγία του, επιτυγχάνεται η μεγίστη απόδοσή του, σε κρέας και λίπος.
Το γουρούνι, τα πιο παλιά χρόνια, αποτελούσε ένα σημαντικό παράγοντα στην οικιακή οικονομία. Έκαστη οικογένεια, κάθε χρόνο έθρεφε ένα χοιρινό, για τις διατροφικές ανάγκες της και το ονόμαζε θρεφτάρι. Σε παλιότερες εποχές, όπου το κρέας ήταν είδος πολυτελείας, για τους χωρικούς, που το έτρωγαν μόνο τα Χριστούγεννα, τις Απόκριες, τα πανηγύρια και το Πάσχα. Επειδή όμως, οι οικογένειες τότε ήταν πολυπληθείς φρόντιζαν για την εξασφάλιση και της ανάλογης ποσότητας κρέατος. Γι’ αυτό κάθε αγροτική οικογένεια, διατηρούσε ένα ή περισσότερα οικόσιτα γουρούνια.
Για ν’ αγοράσουν ένα γουρούνι αποκριάτικο για έχα, θεωρούσαν δύσκολη την διαλογή, διότι ήθελαν να είναι φαγανιάρικο να μην γκρινιάζει (ζουζουνίζει) και να μην τους ζηριάσει.
Συνήθως κατά παράδοση, έστελναν τον πιο χονδρό από την οικογένεια να διαλέξει το χοιρινό για να παχύνει. Έλεγαν, ότι όταν πήγαιναν για να το αγοράσουν, δεν μιλούσαν στον δρόμο για να γκρινιάζει το γουρούνι, επίσης δεν το αγοράζουν ποτέ Κυριακή, διότι το γουρούνι είναι βρώμικο ζώο. Πρώτη δουλειά όταν το πήγαιναν στο σπίτι, ήταν να το βάλουν να δρασκελίσει ένα σίδερο για να γίνει σιδερένιο και να μην αρρωστήσει ποτέ. Επίσης του έριχναν στο αυτί λίγο λάδι για να μεγαλώσει γρήγορα και μην ζηριάσει. Η νοικοκυρά που τα το τάγιζε, για να έρχεται το γουρούνι κοντά της την πρώτη ημέρα άλειφε τα παπούτσια της με πλύμα για να την μυρίζει το γουρούνι.
Από μικρό το εγκαθιστούσαν στα κουμάσια, έξω από τα χωριά και μακριά από το σπίτι, για ν’ αποφεύγουν την απαίσια μυρωδιά του. Η διατροφή του, γενικά επιτυγχάνονταν με διάφορα αποφάγια, με πίτουρα από την άλεση του σιταριού, καλαμπόκι, βελανίδια, άγρια χόρτα και τυρόγαλο. Όταν τραπάλωνε το αρσενικό χοιρινό, το ευνούχιζαν (μουνούχιζαν)[1], για να μεγαλώσει γρηγορότερα και να παχύνει περισσότερο. Όταν το γουρούνι δεν έτρωγε το φαγητό του και γκρίνιαζε συνεχώς το καυτηρίαζαν. Έπαιρναν ένα πυρωμένο σίδερο, του άνοιγαν το στόμα και τοποθετούσαν ένα ξύλο για να μείνει ανοικτό το στόμα του, και του καυτηρίαζαν τον ουρανίσκο. Αυτή η διαδικασία ήθελε κάποιον να γνωρίζει πως θα το καυτηριάσει. Ένα γουρούνι για να το σφάξουν έπρεπε να το εκτρέφουν περίπου ένα χρόνο. Τα περισσότερα τα έσφαζαν, όταν ζύγιζαν πάνω από εκατό οκάδες, συνήθως έφθαναν από 80 έως 150 οκάδες. Συνήθως τα έσφαζαν τις αποκριές, για το αποκριάτικο φαγητό και όχι μόνον. Μια οικογένεια βασιζόταν κυρίως στις μεγάλες διατροφικές παροχές, αλλά και στα υπόλοιπα προϊόντα που αποκόμιζε από το οικόσιτο χοιρινό.
%CF%86%CF%89%CF%84%CE%BF+229
Η χοιροσφαγή ήταν μια πανάρχαια ιδιαίτερη ιεροτελεστία. Στον παραδοσιακό πολιτισμό, οι εκδηλώσεις της λαϊκής λατρείας, ήσαν ενσωματωμένες στην αγροτική οικονομία. Η χοιροσφαγία από τους αρχαίους Έλληνες, μεταδόθηκε στους Ρωμαίους, και μετέπειτα στους Βυζαντινούς. Κατά την τουρκοκρατία,[2] οι Έλληνες διατήρησαν το έθιμο, όπου και διατηρήθηκε αναλλοίωτο έως και την δεκαετία του ’70, ενώ σε πολλά χωριά επικρατεί ακόμη. Συχνά ο λαός, αιτιολογεί με το δικό του τρόπο τα χοιροσφάγια, ενσωματώνοντας με το θείο δράμα στη δικιά του εμπειρία. Στη Θεσσαλία, τα Χριστούγεννα δεν σφάζουν τα γουρούνια γιατί, πάντα κατά την παράδοση, τα Χριστούγεννα, πήγαινε η Παναγιά με τον Ιωσήφ και τον Χριστό στην Αίγυπτο, για να μην σφάξει ο Ηρώδης τον Χριστό. Μπροστά πήγαινε η Παναγία με Ιωσήφ και πίσω τα γουρούνια και χαλούσαν τ’ αχνάρια.
Τα χοιροσφάγια έχουν θυσιαστικό χαρακτήρα και απηχούν αρχαίες εξιλαστήριες και καθαρτήριες θυσίες, που συνοδεύονται από μαγικές και δεισιδαιμονικές πράξεις, όπως οι μαντείες. Οι Ρωμαίοι κατά την εορτή των Βρουμαλίων στο τέλος του έτους, θυσίαζαν χοίρους στον Θεό Κρόνο και τη Θεά Δήμητρα. Ο χοίρος αντιπροσώπευε την ενσάρκωση του βλαστικού και γονιμικού δαίμονα, επειδή με την αδηφαγία και το σκάψιμο[3] που πραγματοποιεί για να βρει την τροφή του, καταστρέφει τη βλάστηση, είτε και εξαιτίας της πολυτοκίας του.
Η χοιροσφαγία, συνήθως δε συνέπιπτε τις ίδιες ημερομηνίες σε όλη την Ελλάδα. Σε άλλες περιοχές τα έσφαζαν μερικές ημέρες πριν από τα Χριστούγεννα και σε άλλες άρχιζαν από την ημέρα των Χριστουγέννων και μετά. Τα περισσότερα γουρούνια σφάζονταν στις 27 Δεκεμβρίου, την ημέρα μνήμης του Αγίου Στεφάνου. Όπου σφάζονταν πριν τα Χριστούγεννα, η γιορτή αυτή ονομαζόταν «γουρουνοστέφανος». Στην Πελοπόννησο σφάζονται κυρίως τις Αποκριές. Υπήρχαν όμως και αρκετές περιοχές που τα έσφαζαν ένα μήνα ή και περισσότερο μετά τα Χριστούγεννα.
Η εθιμοτυπία της τελετής ήταν η ημέρα των «Χοιροσφαγίων» ή «γουρουνοχαράς» που ξεκινούσε πολύ πρωί με το άναμμα της φωτιάς για να γίνει το νερό πολύ καυτό με το οποίο θα μαδούσαν το γουρούνι. Οι χοιροσφάχτες, ήταν συνήθως ομάδες φίλων μεταξύ τους, που έσφαζαν το χοιρινό του καθενός. Για τη σφαγή ακολουθούνταν ιδιαίτερη εθιμοτυπία. Για παράδειγμα το σφάξιμο γινόταν με ειδικό μαυρομάνικο μαχαίρι και θύτης ήταν ο αρχηγός της οικογένειας. Μόλις το έσφαζαν, τοποθετούσαν στο στόμα του σφαγίου ένα λεμόνι και το λιβάνιζαν, για να πάρει μυρωδιά το κρέας, με τις βαθιές ανάσες που παίρνει, μέχρι να ξεψυχήσει, και το σκέπαζαν μ’ ένα τσουβάλι για να φύγει το κακό σπυρί, που τυχόν να είχαν επάνω τους. Με το αίμα του ζώου, σχημάτιζαν σταυρό στο μέτωπο των μικρών παιδιών για τον πονοκέφαλο. Το ρύγχος (καραμούντζα)[4] του χοίρου, το κάρφωναν στον τοίχο ή πάνω από την πόρτα για να διώχνει τα κακά πνεύματα και τα καλικαντζαράκια. Εξέταζαν δε προσεκτικά την σπλήνα και το συκώτι του και μάντευαν το μέλλον της οικογένειας.
%CF%86%CF%89%CF%84%CE%BF+063+(…
Οι χοιροσφάχτες σύμφωνα με το εθιμοτυπικό, έτρωγαν τον πρώτο μεζέ, που ήταν ο καρύντζαφλος ή καρούτζος (ο λάρυγγας του γουρουνιού στο σημείο που είχε γίνει η τομή του σφαξίματος). Ήταν ο πρώτος μεζές, που ψήνονταν, για να πιούν ένα ποτήρι κρασί και συνάμα να ευχηθούν, χρόνια πολλά, καλοφάγωτο και του χρόνου με υγεία να ξαναφτιάξουν ίδιο και μεγαλύτερο χοιρινό. Ενώ πολλές φορές, ο μεζές αυτός, ψηνόταν στα κάρβουνα, το χοιρινό καίτοι σφαγμένο, σηκωνόταν και γεμάτο αίματα έτρεχε για λίγο, έως που ξεψυχούσε και έπεφτε.
Μετά το ξεψύχισμα του σφαγίου, το μαδάγανε με καφτό νερό. Σκέπαζαν το σφάγιο με ένα σακί και επάνω του έριχναν καφτό νερό και όταν έπαιρνε, δηλαδή ήταν έτοιμο, τότε το μαδάγανε τρίβοντας το με το σακί ή με διάφορα αιχμηρά αντικείμενα. Με τα το μάδημα άρχιζε το ξεβράκωμα, δηλαδή άρχιζαν να το γδέρνουν από τα πισινά πόδια μέχρι να φθάσουν στην ουρά του. Στην συνέχεια έκοβαν τα πόδια στα γόνατα, τρυπούσαν τις κλιτσινάρες των πισινών ποδιών, του περνούσαν ένα ξύλο χονδρό σαν ξιναροστύλιαρο και το κρεμούσαν, συνήθως από κάποιο δένδρο ή κάποιο μπαλκόνι ανώγειας οικίας, για να μπορεί ο σφάχτης να το ξετομαριάσει. Αρχικά έκοβαν την ουρά, την οποία την χρησιμοποιούσαν για την μεταμφίεση στις αποκριές. Έραβαν δυο ουρές χοιρινών επάνω στην σκούφια τους, όταν ήθελαν να παραστήσουν τον διάβολο με ευλύγιστα κέρατα.
Μόλις τελείωνε το γδάρσιμο, σειρά είχε το ξεκοίλιασμα. Προσεκτικά ο σφάχτης, άνοιγε την κοιλιά του και έβγαζε όλα τα ζωτικά όργανα του ζώου. Ο άνθρωπος, όλα τα ζωτικά όργανα του ζώου, μετά από την ανάλογη επεξεργασία, τα έτρωγε. Δεν τρωγόταν η ουροδόχος κύστη (φούσκα), όμως την χρησιμοποιούσαν μετά από ειδική κατεργασία[5] για τόπι, για καπνοσακούλα, σακούλι για ν’ αποθηκεύουν σπόρους (ντομάτα, αγγούρι, λάχανα, πιπεριά, κρεμμύδι κ.ά. επίσης την χρησιμοποιούσαν και για πουγκί. Μετά την φούσκα έβγαζαν την γουρουνοπυτιά, στην συνέχεια την έβαζαν σε ένα πιάτο και την έκοβαν κομματάκια. Στην συνέχεια της έριχναν ξύδι, λάδι, σκόρδο, αλάτι και ούζο και την τοποθετούσαν στον ήλιο για ν’ αποξηρανθεί. Μετά την κρεμούσαν στο τζάκι στην καπνιά και την χρησιμοποιούσαν όταν έπηζαν τυρί.
%CE%94%CE%95%CE%A1%CE%9C%CE%91…
Μετά την πυτιά βγάζουν την χολή, την οποία την ξεκολλάνε προσεκτικά για να μην χυθεί. Το υγρό της χολή το χρησιμοποιούσαν σαν γιατροσόφι για να διώχνουν τις ψείρες. «Παίρνουμε ένα κουταλάκι του γλυκού από την χολή του γουρουνιού, την ανακατεύουμε μ’ ένα κρασοπότηρο κρασί και αλείφουμε το κεφάλι. Οι ψείρες αμέσως θα ψοφήσουν ή θα εξαφανισθούν». Επίσης το υγρό της χολής το χρησιμοποιούσαν να ποτίζουν τις έγκυες φοράδες για να μην απορρίξουν. Αν το γουρούνι ήταν μαύρο χωρίς κανένα σημάδι απ’ άλλο χρώμα (ασήμαδο) με την χολή του έφτιαχναν τα φυλαχτάρια των ζώων.
Στην συνέχεια έβγαζαν αν ήταν αρσενικό τους όρχεις (αμελέτητα) και τα έψηναν στα κάρβουνα, για αρκετούς είναι ένας πολύ καλός μεζές. Μετά από τους όρχεις έβγαζαν τον κωλιά (κωλάντερο), αυτό το χρησιμοποιούσαν για την παρασκευή του μπεκρή- μεζέ το περιβόητο σπληνάντερο, μαζί με την σπλήνα και την καρδιά του σφάγιου.
Το συκώτι, το πνευμόνι και τα νεφρά, τα έτρωγαν με διαφόρους τρόπους. Τα έντερα τα έφτιαχναν λουκάνικα και οματιά. Τα ποδόνυχα, την πατσά, την ουρά, τα αυτιά και το κεφάλι τα έφτιαχναν πηχτή[6]. Τα μάγουλα, ή μούκουλα τα έψηναν στα κάρβουνα ή στον φούρνο. Μόλις τελείωνε και το ξεκοίλιασμα, ο σφάκτης έβγαζε και τα βασιλικά (ξύγκι από τα πλευρά του χοιρινού). Αυτό το ξύγκι το κρατούσαν και το χρησιμοποιούσαν σαν λιπαντικό, στις αρβύλες, τσαρούχια, κ.ά.
Με το δέρμα του, επειδή ήταν πολύ σκληρό, έφτιαχναν τα γουρουνοτσάρουχα, ή το έβαζαν επάνω από τα σαμάρια, μεταξύ στρώματος και ξύλου, για να μην περνάει το νερό, ενώ με τις τρίχες του έφτιαχναν βούρτσες. Όταν δεν έγδερναν το χοιρινό, το μαδάγανε με καφτό νερό. Από το δέρμα του έφτιαχναν τις τσιγαρίδες. Το δε κρέας με μια κοπιαστική διαδικασία παρασκεύαζαν τα λουκάνικα, τα απάκια, το σύγκλινο, ή παστό, τη λόζα, τη γλίνα, κ.ά.
Το πάστωμα γινόταν με σκοπό για να κρατήσουν το κρέας αρκετό χρόνο, επίσης μετά το πάστωμα, δεν χρειαζόταν να μαγειρευτεί για να καταναλωθεί, ήδη ήταν ένα έτοιμο φαγητό. Το παστωμένο κρέας το τοποθετούσαν σε λαγήνια[7]. Με το λίπος που απόμενε στο τομάρι όταν το έγδερναν μετά από μια ειδική διαδικασία παρασκεύαζαν σαπούνι.
Ο ΠΟΝΗΡΟΣ ΠΗΝΕΙΩΤΗΣ ΚΑΙ ΤΑ ΒΑΣΙΛΙΚΑ
Κάποτε λέγεται, ότι ένας πάμφτωχος, σε χωριό της Πηνείας, όμως ήταν πολύ υπερήφανος και δεν ανεχόταν την φτώχεια του. Όταν έσφαξε το θρεφτάρι χοιρινό του τις απόκριες, κράτησε τα βασιλικά του. Και κάθε βράδυ έκοβε ένα κομματάκι από δαύτα και το έριχνε στα κάρβουνα του τζακιού του, που έκαιγε όλο τον Χειμώνα. Η τσίκνα, που έβγαινε κάθε βράδυ, ανησύχησε όχι μόνον την γειτονιά, αλλά και ολόκληρο το χωριό. Αναρωτιόντουσαν όλοι, πως είναι δυνατόν, ένας φτωχός άνθρωπος, κάθε βράδυ να τσικνίζει. Από τα πολλά, μια ημέρα δυο γείτονες περίεργοι, δεν άντεξαν στον πειρασμό και αποφάσισαν να μπούνε στο κονάκι του, για να εξακριβώσουνε τι συνέβαινε με τον φτωχό. Μόλις κτύπησαν την πόρτα, εκείνος έτρωγε με την οικογένειά του, τότε ζήτησε από την γυναίκα του, τσάκα- τσάκα, να μαζέψει το τραπέζι και τους είπε να πουν ότι τρώγανε ψητό χοιρινό στα κάρβουνα.
Μόλις, οι περίεργοι γείτονες, μπήκανε στο σπίτι, τελείωνε το μάζεμα του τραπεζιού η νοικοκυρά.
– Καλησπέρα σας
– Καλησπέρα γειτόνοι. Άτυχοι είστε ορέ! Τους λέγει. Μόλις αποκιώσαμε το φαΐ και δεν απόμεινε ούτε κόκαλο, βλέπεται έχω τρανή λυκουνιά, αλλά ας πιούμε ένα κρασάκι, μιας και διαβήκατε στο πορτόξυλό μου.
– Καλάάά! Καλάάά! Του λέγει ο ένας γείτονας. Πως διάβολο γίνεται και κάθε βράδυ τσικνίζεις; Μας τσάκισες τα ρουθούνια με ευτούνες τις τσίκνες κάθε βράδυ ρε γείτονα και μας κάνεις και τρέχουνε τα σάλια μας απ’ την λιγούρα.
– Ας είναι καλά τα βασιλικά κρέατα γείτονες. Ο Θεός είναι μεγάλος και με χορταίνει κρέας, κάθε ημέρα. Ας είναι καλά τα βασιλικά κρέατα.
Οι γείτονες δεν κατάλαβαν τίποτα, ήπιαν το κρασάκι τους και αποχώρησαν, προσπαθώντας να λύσουν τον γρίφο, του πονηρού Πηνειώτη.
%CF%86%CF%89%CF%84%CE%BF+049+(…
Παροιμίες και παροιμιώδεις φράσεις, όσον αφορά τα γουρούνια.
-Αγόρασε γουρούνι στο σακί δεμένο.
-Άλλο γείτονας χήρος και άλλο γείτονας γουρούνι.
-Αν είχε ο χοίρος διάκριση δεν θα παραπάχαινε.
-Άνδρα γουρούνι γάιδαρο, τι να πρώτο κλάψω.
-Αργά η γουρούνα, πιλάλα τα γουρνόπουλα, το βράδυ μαζί φθάνουν στο κουμάσι.
-Αστράφτει στη παλιοβούνα, βγάλε από το λαγκάδι τα γουρούνια. 
-Για το κομμάτι το παστό λέμε το χοίρο αφέντη.
-Γουρούνι είναι ο στρατηγός κι ο λοχαγός κουμάσι.
-Γουρούνι καπελιώτικο, από κουμάσι δεν ξέρει.
-Γουρούνι στο σακί, φτού να μην αβασκαθεί.
-Γουρούνι φαγανιάρικο, μεγάλο κώλο έχει.
-Γουρούνια παλεύουν, βροχή θα ‘χουμε.
-Γουρουνίσια υπόληψη σε άρχοντα θα βρεις.
-Είσαι για να φυλάς γουρούνια.
-Έπεσαν τα άστρα του ουρανού και τα έφαγαν οι χοίροι.
-Ζει σαν γουρούνι.
-Η γριά δεν είχε διάβολο και αγόρασε γουρούνι.
-Και ο βασιλιάς έχει και αυτός τα γουρούνια του.
-Κάθε κονάκι έχει και το γουρούνι του.
-Καλό για καλό το γουρούνι, μα μας βγήκε χαλαζιάρικο.
-Κάπελη δίχως βελάνι, το γουρούνι δεν κάνει στάνη.
-Καπελιώτικο γουρούνι, καπελιώτικη μουτσούνα έχει.
-Λύσε δέσε το γουρούνι, μακρυσκοίνησε την κλώσα, πάει πέρασε η μέρα.
-Με τα πίτουρα ανακατώνεσαι, τα γουρούνια σε τρώνε.
-Μισοτιμής τα αγόρασες, γουρούνι θα τα φάγει.
-Μόνο στη Ρετούνη, τρώνε οι Τούρκοι το γουρούνι.
-Ο κάμπος θρέφει άλογα κι η κάπελη γουρούνια.
-Ο χοίρος την λάσπη κυνηγάει.
-Όλα τα γουρούνια την ίδια μούρη έχουν.
-Όλοι οι χοίροι μια γενιά κι έχουν γουρούνι μπάρμπα.
-Όλοι πετσί και κόκαλο και ο άρχοντας γουρούνι.
-Όποιος γεννιέται γουρούνι, σίγουρα γουρούνι πεθαίνει.
-Όπου θα πρωτοκοιμηθεί το γουρούνι εκεί θα ξανάρθει.
-Όσο πλένεις το γουρούνι τόσο βρωμάει.
-Ότι δεν τρώγεται στο σπίτι το τρώει το γουρούνι.
-Πρώτο θρεφτάρι του χωριού το γουρούνι του μυλωνά.
-Σαπουνίζοντας γουρούνι, χάνεις κόπο και σαπούνι.
-Τα γουρούνια βρωμίζουν τα κουμάσια και όχι τα κουμάσια τα γουρούνια.
-Τα γουρουνόπουλα πιλάλα κι η γουρούνα αγάλι- αγάλι ίσα πάνε στο κουμάσι το δείλι.
-Τα κουδούνια βαράνε τα γουρούνια βρωμάνε.
-Το γουρούνι αν το λούσεις την αλισίβα σου θα χάσεις.
-Το γουρούνι πρόβατο δεν γίνεται.
-Το γουρούνι στη λάσπη αναπαύεται.
– Το γουρούνι στο λιοπύρι δεν χορεύει.
-Το γουρούνι τα μοσχοκάρυδα και τα βελανίδια το ίδιο τα βλέπει.
-Το γουρούνι το κράζουν για μαχτό και ’κείνο πάει για σκατό.
-Το καθαρό γουρούνι δεν θρέφεται.
-Το καλό το μήλο το γουρούνι το τρώγει.
-Το πρόβατο γουρούνι δεν γίνεται.
-Του χοίρου το μαλλί, δεν γίνεται μετάξι.
-Τρώγει ο χοίρος τα ξυράφια μα στο βγάλσιμο τα βρίσκει
-Τρώει σαν το γουρούνι.
-Χορτάτο γουρούνι, τη γης δεν σκάβει.
-Χωρίς ξύλα και γουρούνι, χειμώνα δεν βγάνεις.
Λέξεις που αναφέρονται στον Χοίρο.
Ανεσμίδι, = μικρό γουρνόπουλο, ηλικίας δύο- τριών μηνών περίπου.
Γόρτσα, η = η πέτσα (δέρμα ) του γουρουνιού.
Γουβράει, = εννοούσαν όταν ζητούσε η γουρούνα και έπρεπε να ζευγαρώσει και έλεγαν: «Γουβράει η γουρούνα, φαίνεται να θέλει καπρί». 
Γουρνάλλειμα, το = το λειωμένο λίπος του χοιρινού.
Γουρνοκούμασο, κουμάσι, το = το σπίτι του γουρουνιού.
Γουρνόλασπη, η = η λάσπη (γρούσπη), που παράγεται από το γουρούνι όταν είναι δεμένο στο χώμα.
Γουρουνίτσα, η = το παιχνίδι που παίζεται με ραβδιά και γαλοκούτι.
Γουρνοτσάρουχο, το = πρόχειρο παπούτσι από δέρμα χοίρου.
Γουρουνόβρυση ή Γουρνόβρυση, η = πηγή και τοποθεσία στην Κάπελη, ανήκει στο χωριό Άγναντα Ηλείας.
Γουρουνομύτης, ο = έτσι ονόμαζαν, όποιον έχωνε την μύτη του παντού, ή είχε μεγάλη μύτη.
Γουρουνόσταβλος, ο = χωριό της Μαγνησίας.
Γουρουνόψαρο, το = είδος ψαριού.
Καπρί, το = το χοιρινό που το είχαν για ζευγάρωμα (επιβήτορα).
Καραμούντζα, η = έτσι έλεγαν τα καπελίσια γουρούνια, επειδή είχαν μεγάλη στενόμακρη μουτσούνα.
Καγιανάς, ο = πρόχειρο φαγητό με τσιγαρίδες ή παστό χοιρινό με γδαρτά αυγά.
Οματιά, η = φαγητό με τα έντερα του χοίρου.
Σκαντζόχοιρος, ο = ο ακανθόχοιρος.
Τσιγαρίδα, η = μικρό κομμάτι από χοιρινό κρέας, που έμεινε άλιωτο στο βράσιμο, κατά την διαδικασία εξαγωγής του λίπους. Ρίχνεται στον τραχανά, ή στο καγιανά με γδαρτά αυγά.
Φέρτσα, η = λουρίδα του δέρματος από το χοιρινό. (φρ. «Τον έβγαλε φέρτσες- φέρτσες»).
Χοιροβοσκός, ο = αυτός που βόσκει χοίρους.
Χοιροβότανο, το = χοιρόχορτο, το φυτό πικρίδα ή πικρόχορτο.
Χοιρομέρι, το = το μπούτι του χοιρινού.
Χοιρόψωμο, το = είδος ψωμιού με βάση λίπος από χοίρο.

[1] Η διαδικασία του ευνουχισμού ήταν απλή, αλλά γινόταν από ανθρώπους που γνώριζαν καλά αυτή την διαδικασία, δηλαδή να έχουν ανατομικές γνώσεις. Έπιαναν το χοιρίδιο, το κρατούσαν από τα πόδια σταθερά και ο μουνουχιστής μ’ ένα ξυράφι του έκανε μια τομή στους όρχεις και τους πίεζε με τα δυο του χέρια και έβγαιναν από το δέρμα. Έπειτα τα έκοβε τους αδένες και αφού έριχνε στην τομή λίγη γαλαζόπετρα ή οινόπνευμα το έραβε. Τους δε όρχεις του ευνουχισμένου χοιριδίου, τους τρώγανε τηγανιτούς.
[2] Κατά την τουρκοκρατία, οι Τούρκοι ζήλευαν αυτά τα ωραία έθιμα των Ελλήνων. Αν και τους απαγόρευε το κοράνι να φάνε χοιρινό, τις αποκριές παράβλεπαν τους νόμους τους και αρκετοί τρύπωναν σε φιλικά Χριστιανικά σπίτια και έτρωγαν και γλεντούσαν μαζί με τους Έλληνες. Αυτούς τους Τούρκους που έτρωγαν χοιρινό οι Έλληνες τους ονόμαζαν «γουρνομύτες».
[3] Το γουρούνι σκάβει πάντοτε με την μύτη του, ψάχνοντας για σκουλήκια, ρίζες και καρπούς. Παλιά όταν ήσαν μικρά ακόμη, τους τρυπούσαν την μύτη και περνούσαν ένα σύρμα, τοιουτοτρόπως όταν άρχιζαν να σκάβουν, τα ενοχλούσε και έτσι σταματούσανε την απόπειρα να συνεχίσουν να σκάβουν.
[4] Καραμούντζα, έλεγαν τα ντόπια γουρούνια της Κάπελης, επειδή είχαν στενόμακρη και μεγάλη μύτη. Νομίζω ότι αυτή η ράτσα, (χοίροι που ανήκουν στην αρχαία Μαύρη Ελληνική Φυλή), σήμερα έχει αφανισθεί, ή έχει εξαλειφθεί με τις εμπορεύσιμες διασταυρώσεις που έχουν πραγματοποιήσει κατά καιρούς και ιδίως τα τελευταία χρόνια οι ιδιοκτήτες χοίρων. Πάντως αυτή η ράτσα, ήταν μαύρο μα πολύ σκληρό τρίχωμα και είχε πολύ νόστιμο κρέας.
[5] Μόλις έβγαζαν την φούσκα από το σφάγιο, την έτριβαν με στάχτη και μετά την γέμιζαν πάλι με στάχτη, μέχρι να απορροφήσει τα υγρά. Μετά την κρεμούσαν στον ίσκιο και να μην βρέχεται ώσπου να αποξηρανθεί. Όταν αποξεραινόταν γινόταν πολλή σκληρή και ανθεκτική σαν χονδρό πλαστικό σακούλι.
[6] Η πηχτή ήταν, τα ποδοκέφαλα με την πατσά βρασμένα, με σκορδοστούμπι και ξύδι και την τρώγανε παγωμένη, η πηχτή συντηρούταν για πολλές ημέρες, ιδίως την χειμερινή περίοδο.
[7] Σε δύσκολους καιρούς πολέμων ή αναταραχών, οι κάτοικοι, έθαβαν στην γη τα λαγήνια με το παστό κρέας. Η διαδικασία αυτή γινόταν, με σκοπό να το προφυλάξουν από ληστρικές επιδρομές. Διότι κατά την επιδρομή οι κάτοικοι κατάφευγαν και κρύβονταν στα βουνά και στους λόγγους. Προνοούσαν όμως, διότι μετά την επιδρομή όταν θα επθα επέστρεφαν στα σπίτια τους, τουλάχιστον να βρούνε φαγητό.

Πηγή:
in.gr

Δημοσίευση: 02 Ιουν. 2016, 14:01
Σίδερο από τον ουρανό
To εγχειρίδιο του Τουταγχαμών έχει εξωγήινη προέλευση
To εγχειρίδιο του Τουταγχαμών έχει εξωγήινη προέλευση
Το μέταλλο από το οποίο κατασκευάστηκε η λάμα του εγχειριδίου δεν μπορεί να προέρχεται από ορυχείο, λένε οι ερευνητές (Πηγή: Daniela Comelli)

 Κάιρο
Ένα κομψό εγχειρίδιο που βρέθηκε στον τάφο του φαραώ Τουταγχαμών κατασκευάστηκε από σίδηρο που πρέπει να προήλθε από μετεωρίτη, αποκαλύπτει νέα μελέτη, επιβεβαιώνοντας τις υποψίες για την εξωγήινη προέλευση του σιδήρου που χρησιμοποιούσαν οι Αιγύπτιοι πριν από την Εποχή του Σιδήρου.

Το περίτεχνο μαχαίρι βρέθηκε ακουμπισμένο στον μηρό της μούμιας του Τουταγχαμών όταν ο βρετανός αρχαιολόγος Χάουαρντ Κάρτερ άνοιξε τον τάφο στην Κοιλάδα των Βασιλέων το 1925. Χρονολογείται στον 14ο αιώνα π.Χ. και είναι ένα από τα σχετικά λίγα σιδερένια αντικείμενα που κατασκευάστηκαν πριν περάσει η Αίγυπτος στην Εποχή του Σιδήρου -οι πρώτες ενδείξεις για χυτήρια σιδήρου στην Αίγυπτο χρονολογούνται στον έκτο αιώνα π.Χ.

Αιγυπτιακό ιερογλυφικό που σημαίνει «σίδερο από τον ουρανό» (Πηγή: Annual Meeting of the Meteoritical Society: results from meteorite, lunar and planetary research, Vail, CO (USA), 19 – 23 Jul 1993. Abstracts.)

Το εγχειρίδιο του Τουταγχαμών, το οποίο εκτίθεται στο Μουσείο του Καΐρου, δεν είχε υποβληθεί μέχρι σήμερα σε χημικές αναλύσεις, καθώς οι παλαιότερες διαθέσιμες μέθοδοι θα απαιτούσαν τη λήψη δειγμάτων. Χάρη σε μια νέα, φορητή συσκευή φασματομετρίας φθορισμού ακτίνων Χ, ερευνητές από την Ιταλία και την Αίγυπτο κατάφεραν να αναλύσουν το ανεκτίμητης αξίας εύρημα χωρίς καν να το αγγίξουν.

Διαβάστε επίσης:

Στο σκαμνί οι συντηρητές που γρατζούνισαν τη μάσκα του Τουταγχαμών
Η εξέταση αποκάλυψε ότι το μεταλλικό κράμα περιείχε 11% νικέλιο, κάτι που παραπέμπει σε μετεωρίτη. Ο σίδηρος που εξορύσσεται στη Γη δεν υπερβαίνει το 4%, επισημαίνουν οι ερευνητές παρουσιάζοντας τα ευρήματα στην επιθεώρηση Meteoritics & Planetary Science.

Αυτό που επιβεβαίωσε τελικά επιβεβαίωσε τις υποψίες ήταν η παρουσία κοβαλτίου, ενός στοιχείου που σπανίζει από τα μεταλλεύματα των γήινων ορυχείων.

Επιπλέον, οι ερευνητές εξέτασαν όλους τους γνωστούς μετεωρίτες που έχουν βρεθεί σε ακτίνα 2.000 χιλιομέτρων από την Ερυθρά Θάλασσα και αναγνώρισαν έναν, τον μετεωρίτη του Κάργκα, ο οποίος βρέθηκε δυτικά της  Αλεξάνδρειας και παρουσιάζει ακριβώς την ίδια αναλογία σιδήρου-νικελίου-κοβαλτίου.

Αυτό αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο να κατασκευάστηκε το εγχειρίδιο του Τουταγχαμών από κάποιον διαστημικό βράχο που έπεσε στη Γη με την ίδια βροχή μετεωριτών όπως ο μετεωρίτης του Κάργκα.

Τα συμπεράσματα της ερευνητικής βρίσκουν απόλυτα σύμφωνο και τον Ντέρεκ Σίαρς, ειδικό του Ερευνητικού Κέντρου «Έιμς» της NASA, ο οποίος δεν συμμετείχε στη μελέτη. «Αν βρει κανείς ένα κομμάτι μέταλλο που περιέχει νικέλιο, αυτό αποτελεί ένδειξη ότι μπορεί να πρόκειται για μετεωρίτη» ανέφερε ο Σίαρς στο Discovery News. «Και αν βρει κανείς την αναλογία νικελίου-κοβαλτίου, όπως συνέβη σε αυτήν την μελέτη, τότε είναι σίγουρο πως πρόκειται πράγματι για μετεωρίτη» πρόσθεσε.

Επισήμανε μάλιστα πως στην αρχαία Αίγυπτο η κατασκευή αντικειμένων από σιδερένιους μετεωρίτες δεν ήταν ιδιαίτερα σπάνια: «Υπάρχουν ισχυρές υποψίες ότι το μεγαλύτερο μέρος του μετάλλου που ανακαλύφθηκε στις πυραμίδες προέρχεται από μετεωρίτες» είπε.

Οι ιστορικοί επιβεβαιώνουν εξάλλου ότι ο ουρανός ήταν πράγματι σημαντικός για τους αρχαίους Αιγυπτίους, οι οποίοι πίστευαν μάλιστα ο θεοί είχαν οστά από σίδερο. Χρησιμοποιούσαν μάλιστα ένα ειδικό ιερογλυφικό που σήμαινε «σίδερο από το διάστημα».

Η τελευταία μελέτη έρχεται να προστεθεί σε έρευνα του 2013 που έδειχνε ότι μια σιδερένια μακρόστενη χάντρα που ανακαλύφθηκε το 1911 νότια του Καΐρου και χρονολογείται ακόμα παλαιότερα, στα 5.000 χρόνια πριν, ήταν κατασκευασμένη από υλικό μετεωρίτη.

Το εγχειρίδιο, πάντως, φαίνεται πως δεν είναι το μόνο αντικείμενο μετεωρικής προέλευσης στον τάφο του Τουταγχαμών. To κόσμημα που βρέθηκε πάνω στο στήθος του περιλαμβάνει έναν πράσινο σκαραβαίο φτιαγμένο από φυσικό γυαλί της ερήμου της Λιβύης, για το οποίο πολλοί πιστεύουν ότι σχηματίστηκε κατά την πρόσκρουση μετεωριτών στην άμμο της ερήμου.

Βαγγέλης Πρατικάκης
Newsroom ΔΟΛ

Εκπληκτικό και απροσδόκητο εύρημα για όλους μας, που μας μαρτυρά τη μεταλλουργική γνώση των Αιγυπτίων, καθώς και την επιθυμία τους να πειραματίζονται με νέα υλικά. Προφανώς οι άνθρωποι θα εντυπωσιάζονταν από αντικείμενα που έπεφταν από τον ουρανό, θεωρώντας τα θεόσταλτα, και κάποιοι τεχνίτες της εποχής μπορεί να προσπάθησαν να εξάγουν μέταλλο μέσα από τα πετρώματα αυτά. Έπειτα, λογικό ήταν αυτό το λιγοστό και ισχυρό μέταλλο να είχε θεωρηθεί κατάλληλο μόνο για βασιλιάδες. Δυστυχώς είναι σίγουρο ότι για τις επόμενες μέρες θ’αρχίζουμε να ακούμε πλήθος συνωμοσιολογικών θεωριών που θέλουν τον αρχαίο αιγυπτιακό πολιτισμό συνδεδεμένο με εξωγήινους, ή ακόμα και εξωγήινης προέλευσης. Σίγουρα πολλοί θιασώτες τους θα χαρούν, επειδή οι πίστεις τους επιβεβαιώθηκαν για ακόμα μια φορά.

Malva silvestris σε ανθοφορία

Οι μολόχες είναι από τα κοινότερα αγριόχορτα της ελληνικής χλωρίδας, αλλά και από τα ομορφότερα. Τουλάχιστον σε αντίθεση με τα περισσότερα, που είτε έχουν αφανή άνθη που επικονιάζονται με τον άνεμο, είτε μικρά άνθη που ανοίγουν μόνο για λίγες ώρες, οι μολόχες ανθίζουν συνεχόμενα και τα άνθη τους είναι φανταχτερά. Η μολόχα έχει ιστορικά αρκετές χρήσεις και είναι επίσης αρκετά θρεπτική. Τα φυτά αυτά δεν πρέπει να συγχέονται με τα γεράνια (συνήθως γένος Pelargonium και όχι Geranium), τα οποία μοιάζουν ελαφρώς στο φύλλωμα. Λόγω της σύγχυσης αυτής, οι μολόχες συχνά αποκαλούνται και αγριομολόχες, αλλά στην πραγματικότητα αυτό είναι πλεονασμός.

Οι μολόχες αποτελούν το γένος Malva της οικογένειας Malvaceae της τάξης Malvales. Η οικογένειά τους περιλαμβάνει αρκετά παρόμοιας μορφολογίας είδη, όπως οι δεντρομολόχες του γένους Althaea. Το γένος Malva περιλαμβάνει 30 είδη, με εξάπλωση στις εύκρατες, τις υποτροπικές και τις τροπικές περιοχές της Ευρώπης, της Ασίας, της Αφρικής και της Αυστραλίας, ενώ μερικά είδη έχουν εισαχθεί στη Βόρεια Αμερική. Το γένος περιλαμβάνει 30 είδη, εκ των οποίων 7 είναι αυτοφυή στη χώρα μας: Malva cretica, M. moschata, M. silvestris, M. neglecta, M. parviflora, M. Pussila και M. Aegyptia. Κοινότερα είναι τα M. silvestris (μαλάχη η αγρία), M. neglecta (μαλάχη η αμελημένη), ενώ η κρητική μαλάχη (M. cretica), είναι, όπως λεέι και το όνομά της, ενδημική της Κρήτης.

Το αρχαίο ελληνικό όνομα του φυτού είναι «μαλάχη», ενώ το λατινικό «malva”. Στα γαλλικά έγινε «mauve”, εξού και το χρώμα μοβ ή μωβ, το γράφει ο κάθένας όπως θέλει. Στα αρχαία αγγλικά η λέξη εισήχθη από τα λατινικά ως «malwe”,, και σήμερα στα αγγλικά λέγεται «mallow”. Η λέξη, όπως και τα ονόματα πολλών άλλων φυτών της Μεσογείου, είναι μη ινδοευρωπαϊκή και πιθανότατα προέρχεται από κάποια χαμένη γλώσσα της Μεσογείου, όπως τη γλώσσα των Πελασγών, άρα δεν έχει σχέση με το «μαλακός», «μαλακτικός» κλπ όπως λέγεται.

Οι μολόχες είναι συνήθως ποώδη φυτά, αλ΄λα με τη μεταφορά κάποιων μελών του γένους Lavatera στη Malva, υπάρχουν και κάποια ψηλότερα φυτά. Γενικα΄έχουν θαμνώδη μορφή με έντονα μονοποδιακή ανάπτυξη, δηλαδή ο κεντρικός βλαστός είναι αρκετά κυρίαρχος. Ο κεντρικός βλαστός παράγει διακλαδώσεις, περισσότερες προς τη βάση του φυτού. Οι βλαστοί είναι κυλινδρικοί, με ελαφρώς χνουδωτή επιφάνεια,, ο φλοιός τους είναι σκληρός και ο χυμός είναι ελαφρώς βλενώδης. Τα συνήθως μακρύμισχα, παλαμοσχιδή και ελαφρώς χνουδωτά φύλλα φύονται εναλλάξ. Τα άνθη φύονται μεμονωμένα στις μασχάλες των φύλλων, και είναι περισσότερα προς τις κορυφές των βλαστών, όπου τα φύλλα είναι μικρότερα κι έτσι φαίνονται περισσότερο, ώστε να είναι ευκολότερα προσβάσιμα στους επικονιαςτές. Κυμαίνονται σε διάμετρο από 5 χιλιοστά μέχρι 5 εκατοστά, κι έχουν 5 ροζ, μοβ ή λευκά πέταλα. Τα φυτά ανθίζουν καθόλη την περίοδο ανάπτυξης. Οι καρποί είναι ξηρές κάψες, οι οποίες περιέχουν πολυάριθμους σπόρους. Το κοινότερο είδος μολόχας στην Ελλάδα, η M. silvestris, μπορεί να ξεπεράσει το ένα μέτρο και έχει μοβ άνθη διαμέτρου περίπου ενός εκατοστού. Η M. neglecta είναι αρκετά κοντότερη, με πιο στρογγυλεμένα φύλλα. Άλλα είδη, όπως η M. preissiana της νότιας Αυστραλίας, μπορούν να φτάσουν τα 3 μέτρα σε ύψος. Τα περισσότερα μέλη του γένους είναι μονοετή, αλ΄λα υπάρχουν και μερικά βραχύβια πολυετή, όπως η μοσχομολόχα (M. Moschata).

Η μολόχα έχει μεγάλη ιστορία χρήσης από τον άνθρωπο. Στην αρχαιότητα έχαιρε μεγάλης εκτίμησης. Για πρώτη φορά αναφέρεται από τον Ησίοδο. Σύμφωνα με βυζαντινούς σχολιαστές του, την εποχή εκείνη έφτιαχναν έναν θρεπτικό πολτό από μολόχα κι άλλα φυτά. Στην Αρχαία Ελλάδα το φυτό καλλιεργούταν στους κήπους μαζί με τα άλλα λαχανικά. Αναφέρεται επίσης από τον Πυθαγόρα, και κατά τους πυθαγόριους ήταν ιερό φυτό, επειδή τα άνθη της κοιτάζουν πάντα τον ουρανό. Ο Ιάμβλιχος αναφέρει ότι ο Πυθαγόρας συνιστούσε να αποφεύγεται η μολόχα, επειδή είναι η πρώτη αγγελιοφόρος της συμπάθειας του Ουρανού προς τη Γαία. Η μολόχα επίσης αναφέρεται στους Δειπνοσοφιστές του Πλάτωνα, όπου ο Αθήναιος την επαινεί ως «λεαντικόν αρτυρίας». Ο Ιπποκράτης επίσης τη χρησιμοποιούσε εκτενώς στη φαρμακευτική του. Παρασκεύαζε κατάπλασμα από κρασί και μολόχα κατά των οιδημάτων και των φλεγμονών, τη συνιστούσε για γυναικολογικά προβλήματα, κι επίσης παρασκεύαζε κολπικά υπόθετα για να διευκολύνει τον τοκετό και να μετριάσει τους πόνους – σημειωτέον ότι μετά την επικράτηση του χριστιανισμού, η φαρμεκευτική αντιμετώπιση των πόνων του τοκετού ήταν αμαρτία, γιατί αυτή ήταν η τιμωρία της Εύας σύμφωνα με τον ιουδαιοχριστιανικό μύθο! Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά «παύει τας οδύνας». Ο Δίφιλος ο Σίφνιος έγραψε ότι βοηθά σε περιπτώσεις ερεθισμού των νεφρών και της κύστεως. Ακόμα χρησιμοποιούταν ως αποχρεμπτικό και καθαρτικό, ενώ από τα άνθη της παρασκευαζόταν αφέψημα για παθήσεις του πεπτικού και του ουροποιητικού συστήματος. Η μολόχα επίσης πιστευόταν ότι σταματά την πείνα και τη δίψα. Ο γνωστός μυστικιστής Κρητικός \Επιμενίδης, ο οποίος υποτίθεται ότι κοιμήθηκε μέσα σ’ένα σπήλαιο για 57 χρόνια, όταν ξύπνησε βρέθηκε σε έναν καινούργιο κόσμο, και για να μην πεινά και διψά, έτρωγε μόνο μολόχα και βολβούς. Γι’αυτό και η μολόχα περιλαμβανόταν συχνά σε μυήσεις διάφορων μυστηριακών λατρειών στην Αρχαία Ελλάδα. Το φυτό ήταν επίσης αγαπητό από τους Ρωμαίους, όπου δεν έλειπε από κανε΄να τραπέζι. Ο Κικέρων και ο Οράτιος μας αναφέρουν για τις ανακουφιστικές του ιδιότητες. Ο Οράτιος, θέλοντας να δείξει πόσο λιτή ήταν η διατροφή του, έγραψε χαρακτηριστικά: «Me pascunt olivae, / me cichorea levesque malvae» («Όσον αφορά εμένα, με τρέφουν ελιές, αντίδια και μολόχες»). Ο Πλίνιος αναφέρει ότι αν τρώμε μια χούφτα μολόχα τη μέρα δε θα μας βρει καμία αρρώστια. Αργότερα, ο Καρλομάγνος είχε διατάξει να καλιεργείτε μολόχα σε όλους τους αυτοκρατορικούς κήπους για τις ιδιότητές της. Οι Φελάχοι, οι αγρότες της Αιγύπτου, που ζούσαν κυρίως με χόρτα, έφτιαχναν ένα φαγητό από ρίζες μολόχας, της οποίες, αφού έβραζαν, τις τηγάνιζαν μαζί με κρεμμύδια. Ο Βυζαντινός συγγραφέα Συμεών Σηθ αναφέρει ότι η μολόχα αντιμετωπίζει τη δυσκυλιότητα. Στα Γεωπονικά του Κασσιανού Βάσσου, η μολόχα είναι το βότανο που θεραπεύει τα νοσήματα των νεφρών, τα ηπατικά νοσήματα, τις πληγές, τις φλεγμονές, καθώς και τα «κρυφά πάθη» των γυναικών. Στο βυζαντινό σύγγραμμα Περί Χυμών, Βρωμάτων και Πομάτων, η μολόχα θεωρούταν εύπεπτη και δυναμωτική τροφή. Πιστευόταν ότι απαλλάσσει το σώμα από τις αρρώστιες και τα θεραπεύει όλα εξαιτίας της ήπιας καθαρτικής της δράσης. Στα νεότερα χρόνια η μολόχα εξακολουθούσε να χρησιμοποιείται ευρέως και ως τροφή και ως φάρμακο για παρόμοιες παθήσεις. Τα φύλλα της βράζονταν σαν χόρτα ή προσθέτονταν σε φαγητά με όσπρια, ρύζι ή κρέας. Τα νεαρά μαλακά φύλλα τρώγονταν ωμά αντι για μαρούλι. Με τα φύλλα της επίσης παραδοσιακά τυλίγονται ντολμαδάκια, ιδίως στην Πελοπόννησο και στην Κρήτη. Η συνταγή είναι η ίδια με τα ντολμαδάκια γιαλαντζί, απλά αντί για αμπελόφυλλα χρησιμοποιούνται μεγάλα φύλλα μολόχας. Το φαγητό αυτό εντούτοις δεν είναι μόνο ελληνικό, αφού παρόμοια ντολμαδάκια παρασκευάζονται και στην Τουρκία. Όσοι τα έχουν δοκιμάσει λένε ότι υπολείπονται γευστικά, άρα ίσως αυτός να είναι ο λόγος που η δημοτικότητα της μολόχας έπεσε τα τελευταία χρόνια. Σε σχέση με τους αρχαίους προγόνους μας, έχουμε πολύ περισσότερες και γευστικότερες επιλογές σήμερα. Οι καρποί της λέγονταν «ψωμάκια» τα οποία μάζευαν τα μικρά παιδιά όταν έπαιζαν έξω και τα έτρωγαν. Το αφέψημα από τα άνθη της, γνωστά ως μολοχάνθη ή μολοχάνθια, εφαρμοζόταν κατά των ίδιων περίπου παθήσεων όπως και τους προηγούμενους αιώνες. Το αφέψημα επίσης μαζί με χαμομήλι και με λίγο μέλι καταπράυνε τον πονόλαιμο, ενώ το ποδόλουτρο στο αφέψημα μαλάκωνε τους κάλους, ξεκούραζε τα κουρασμένα πόδια και ανακούφιζε από οιδήματα, όπως αυτά έπειτα από στραμπούλιγμα ή κάταγμα. Ο χυμός των τριμμένων φύλλων της καταλάγιαζε το τσούκνισμα της τσουκνίδας, και το κατάπλασμα των φύλλων της απάλυνε τον πόνο από τα τσιμπήματα των εντόμων. Γενικά το φυτό έχει χρησιμοποιηθεί ως πανάκια, χωρίς ωστόσο όλες αυτές οι θαυματουργές ιδιότητες να υποστηρίζονται από αυστηρές επιστημονικές μελέτες. Ίσως να ήταν κάπως θρεπτικότερο ως τροφή σχετικά με άλλα έτσι κι αλλιώς θρεπτικά φτωχά χορταρικά, αλλά ως φάρμακο σίγουρα υπερεκτιμήθηκε.

Το φυτό είναι πολύ θρεπτικό και μη τοξικό, και μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως τροφή για κατοικίδια, όπως κουνέλια, καθώς και για φυτοφάγα ή παμφάγα ερπετά όπωος ιγκουάνες, χελώνες στεριάς και νερού, γενειοφόρους δράκους κλπ, ή φυτοφάγα ασπόνδυλα όπως γιγάντια σαλιγκάρια. Και το κουνέλι μου και ο δράκος μου το τρώνε πολύ – είναι στην πραγματικότητα από τα αγαπημένα τους χόρτα.

Ως ζιζάνιο, το φυτό δεν είναι επικίνδυνο. Αποτελείται από έναν μονο βλαστό και μια κατακόρυφη ρίζα, οπότε αν δεν τω θέλετε κάπου μπορείτε απλώς να το ξεριζώσετε. Δεν επεκτείνεται με ριζώματα ή στολώνια. Αντίθετα συχνά μπορεί να είναι ωφέλιμο, αφού τα άνθη του προσελκύουν μέλισσες και άλλους επικονιαστές, μπορεί να φαγωθεί ή να ταϊστεί στα παραπάνω ζώα. Επίσης τα μικ΄ρα μοβ άνθη του είναι πολύ όμορφα. Σπάνια καλλιεργείται, αλλά μπορεί να καλλιεργηθεί για καλλωπιστικούς σκοπούς. Συχνά προτιμάται το είδος M. moschata, ένα κοντό, περίπου στα 60 εκ, βραχύβιο πολυετές με πολλά ροζ άνθη, το οποίο έχει και μία ολόλευκη ποικιλία. Παρά το όνομά της, δεν έχει ιδιαίτερα έντονη οσμή, αν και τα άνθη της μυρίζουν ωραία από πολύ κοντινή απόσταση. Ως ζιζάνια, δεν είναι δύσκολα στη φροντίδα. Απλώς σπέρνετε τους σπόρους την τελική τους τοποθεσία την άνοιξη, προτιμότερα σε εμπλουτισμένο με οργανική ύλη χώμα για βέλτιστη ανάπτυξη, και έκτοτε το φυτό θα διαιωνίζεται από τους δικούς του σπόρους που ρίχνει. Η εμπορι΄κη αξία της μολόχας είναι περιορισμένη. Το είδος M. verticillata (μαλάχη η σπονδυλωτή), γνωστό στα κινέζικα ως «ντονγκ χαν τσάι» και στα κορεάτικα ως «άουκ», καλλιεργείται σε μικρή εμπορική κλίμακα στην Κίνα, όπου το αφέψημά του πιστεύεται ότι καθαρίζει το παχύ έντερο και βοηθά στην απώλεια βάρους.

Έτσι, από θείο φυτό που μπορεί να κρατήσει κάποιον στη ζωή χωρίς να πεινά και να διψά και να θωρακίσει από κάθε είδους κακό, η μολόχα κατέληξε σήμερα να είναι ένα απλό ζιζάνιο, συχνά ανεπιθύμητο, καλλωπιστικό και τροφή μηδαμινής αξίας, και τροφή για σαύρες και κουνέλια. Δε λεώ ότι η αξία της χάθηκε εντελώς, ιδίως ως προς το τελευταίο στοιχείο, αλλά σίγουρα ξεριζώθηκε από τον Όλυμπο και φυτεύθηκε στις παραμελημένες γωνιές της αυλής μας, πίσω από το σκουριασμένο σκουπιδοντενεκέ, ανάμεσα σε δύο πλάκες ενός πεζοδρομίου, ή στη γωνία ενός παραμελημένου πάρκινγκ, όπως το φυτό της φωτογραφίας. Όπως είπα και παραπάνω, σήμερα έχουμε πολύ περισσότερες επιλογές να φάμε και η ταπεινή και μάλλον άγευστη μολόχα δε μας κινεί το ενδιαφέρον πια. Και ως προς τη φαρμακευτική της χρήση, δε φαίνεται να έχει κάποια σπουδαία ιδιότητα. Αν είχε, να είστε σίγουροι ότι οι φαρμακευτικές εταιρείες θα την είχαν εκμεταλλευτεί. Συγγνώμη που δε σας τη ρομαντικοποίησα όπως συνηθίζεται στους κύκλους των βοτανολατρών στο Διαδίκτυο.

Πηγές:
μολόχα – Βικιπαίδεια
γένος Malva – αγγλική Wikipedia
Βότανα και Υγεία – μολόχα
ντολμάδες με φύλλα μολόχας
καλλιέργεια της Malva moschata

Follow

Ενημερωθείτε για κάθε νέα δημοσίευση στο email σας.

Μαζί με 51 ακόμα followers