Latest Entries »

Πηγή:
voria.gr

ΑΥΤΑ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΕΠΤΑ ΑΓΝΩΣΤΑ ΜΝΗΜΕΙΑ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ (ΦΩΤΟ)

ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ 24/09/2016, 09:27 | από Voria.gr

Η δράση «Αόρατα μνημεία…Ψηφιακή μνήμη» αποκαλύπτει επτά, εν πολλοίς αγνώστους, αρχαιολογικούς θησαυρούς που μαρτυρούν τη μακραίωνη ιστορία της πόλης.
της Αλεξίας Καλαϊτζή
Θαμμένα κάτω από πολυκατοικίες, κρυμμένα σε υπόγεια ξενοδοχείων ή ακόμα και παρατημένα σε δρόμους της Θεσσαλονίκης χωρίς καμία επιγραφή, βρίσκονται επτά αρχαιολογικοί θησαυροί που αποκαλύπτουν τη μακρά ιστορία της πόλης.

Τα πολύτιμα και σπάνια μνημεία, τα οποία μαρτυρούν το πέρασμα Ρωμαίων, Χριστιανών Μουσουλμάνων και Εβραίων από την πόλη και σηματοδοτούν την πορεία της Θεσσαλονίκης σε διάφορες χρονικές περιόδους, παραμένουν αφανή, ανεκμετάλλευτα και εν πολλοίς άγνωστα για την πλειοψηφία των κατοίκων της πόλης.
Ένας οικισμός που χρονολογείται 8000 χρόνια πριν, ψήγματα ναών από την περίοδο της παλαιοχριστιανικής περιόδου, εβραϊκοί τάφοι αλλά και πολυτελή ρωμαϊκά λουτρά είναι κάποια από αυτά τα μνημεία, τα οποία άλλοτε ανακαλύφθηκαν στη διάρκεια ανασκαφών και άλλοτε τυχαία κατά την ανοικοδόμηση κτιρίων, όπως αυτό της Νομικής του ΑΠΘ.
Στην ανάδειξη επτά τέτοιων μνημείων στοχεύει η δράση «Αόρατα μνημεία…Ψηφιακή μνήμη» που πραγματοποιείται στην πόλη από σήμερα 24 Σεπτεμβρίου έως και τις 2 Οκτωβρίου, στο πλαίσιο των Ευρωπαϊκών Ημερών Πολιτιστικής Κληρονομιάς.
Στη διάρκεια της δράσης, δίπλα στα επτά μνημεία θα υπάρχουν αφίσες με QR codes τα οποία θα μπορούν να «διαβαστούν» μέσω smartphones ή tablets και τα οποία θα περιέχουν πληροφορίες και πλούσιο φωτογραφικό υλικό από την ιστορία των αρχαιολογικών τόπων.

Παρά τη σημασία των περισσοτέρων αυτών, τα μνημεία διατηρήθηκαν σε υπόγεια και η πρόσβαση σε αυτά είναι εξαιρετικά δύσκολη.
Δείτε ποιοι είναι οι αρχαιολογικοί αυτοί θησαυροί:
1. Βασιλική Αγίας Σοφίας
Όλοι γνωρίζουν το ναό της Αγίας Σοφίας στη Θεσσαλονίκη. Λίγοι όμως γνωρίζουν πώς κάτω από την εκκλησία που βρίσκεται τώρα σε αυτό το σημείο, προϋπήρχε ένας παλαιότερος ναός ο οποίος που μάλιστα ήταν αρκετά μεγαλύτερος από τον σημερινό. Πρόκειται για μια μεγάλη βασιλική, δηλαδή δημόσιο κτίριο που μετά τον 4ο αιώνα προσαρμόστηκε στις ανάγκες των Χριστιανών, μήκους 115 μέτρων και πλάτους 53, που αποτέλεσε μία από τις μεγαλύτερες της παλαιοχριστιανικής περιόδου και χρονολογείται στον 5ο αι. μ. Χ.  
Ενδιαφέρον έχει ότι ο μικρότερος σε μήκος σημερινός ναός της Αγίας Σοφίας έχει το ίδιο περίπου πλάτος με την παλαιότερη εκκλησία, και ακολουθεί τους παλαιότερους τοίχους. Στην ανασκαφή που έγινε το 1961 – 62 στην οδό Πρίγκηπος Νικολάου 1, τη σημερινή Αλ. Σβώλου, βρέθηκε μέρος της κόγχης του ιερού, καθώς και τμήματα των θρόνων των ιερέων.
Τα ευρήματα αν και ήταν εντυπωσιακά, διατηρούνται στο υπόγειο πολυκατοικίας. Ένα ακόμη τμήμα της διατηρείται στην αυλή της κρύπτης του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου. Η κρύπτη ήταν αρχικά ρωμαϊκό λουτρό («νυμφαίο») που μετατράπηκε σε βαπτιστήριο για τις ανάγκες της παλαιότερης εκκλησίας. Ένας από τους κίονες του βαπτιστηρίου διατηρείται στη θέση του μέχρι σήμερα.
2. Στήλη Όφεων Yilan Mermer
Η στήλη που στέκεται παραμελημένη και κακοπαθημένη στο πεζοδρόμιο στη συμβολή Αγ. Δημητρίου και Σουρή, έξω από τη ΔΕΗ προέρχεται από την εποχή της ‘Υστερης Αρχαιότητας (4ος – 6ος αι. μ. Χ.). Είναι το βάθρο κίονα που στήριζε τον ανδριάντα του αυτοκράτορα και βρισκόταν σχεδόν πάντοτε στην ίδια θέση από τη στιγμή που στήθηκε. Τέτοια μνημεία ήταν πολύ διαδεδομένα σε όλη τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Το συγκεκριμένο αποτελεί σημαντική μαρτυρία για τη στρατηγική σημασία της πόλης αυτή την περίοδο.
Κατά τη διάρκεια της Οθωμανικής περιόδου η στήλη ονομαζόταν “το μάρμαρο του φιδιού”, απηχώντας κάποια λαϊκή δοξασία. Σηματοδοτούσε δε μια πλατεία γνωστή ως “Πλατεία των Όφεων”. Μια σειρά από φωτογραφίες, κυρίως από τις αρχές του 20ού αιώνα, απεικονίζουν τη στήλη πάνω στο ψηλό βαθμιδωτό της κρηπίδωμα να λειτουργεί ως φανοστάτης και δίπλα της να σώζεται μια κρήνη.
Στα 1975 λόγω της διάνοιξης της οδού Αγίου Δημητρίου το μνημείο, μετά από σύντομη ανασκαφή, αποκολλήθηκε από την αρχική του θέση και τοποθετήθηκε πέντε μέτρα βορειότερα, στο σημείο που την συναντάμε και σήμερα.
3. Ιππόδρομος της Θεσσαλονίκης
Ο Ιππόδρομος της Θεσσαλονίκης, αν και αόρατος σήμερα, είναι περιβόητος για τη σφαγή 7000 Θεσσαλονικέων μετά από εντολή του Θεοδοσίου Α΄ το 390 μ. Χ.
Το οικοδόμημα είχε εντυπωσιακό μέγεθος: μήκος περίπου 450μ. και πλάτος 95μ. Χτίστηκε ως μέρος του Γαλεριανού συγκροτήματος και στο βόρειο καμπύλο τμήμα του σχηματίζονταν δώδεκα χώροι που πλαισίωναν την κεντρική είσοδο και χρησίμευαν για τη στάθμευση και εκκίνηση των αρμάτων. Η ανατολική πλευρά του Ιππόδρομου χρησιμοποιούσε το ανατολικό τείχος της πόλης για τη διαμόρφωση των κερκίδων ενώ στη δυτική πλευρά υπήρχε το θεωρείο του αυτοκράτορα. Η είσοδος για τους θεατές των αγώνων υπήρχε στη σφενδόνη, δηλαδή στο νότιο κυκλικό τμήμα του, στα όρια της σημερινής οδού Μητροπόλεως.
Ο στίβος του πρώην Ιππόδρομου με την πάροδο των χρόνων δεν καταλήφθηκε από κτίρια, αλλά μετατράπηκε σε μια μακρόστενη πλατεία που διατηρήθηκε έως τις μέρες μας και πήρε το όνομα του. Η κατασκευή του τοποθετείται στις αρχές του 4ου μ. Χ. αιώνα, ενώ σύμφωνα με τις γραπτές πηγές συνέχισε να λειτουργεί τουλάχιστον μέχρι τον 7ο αι. μ. Χ.
4. Νεολιθικός οικισμός στη ΔΕΘ
Είθισται η ιστορία της πόλης της Θεσσαλονίκης να ξεκινά με την ίδρυσή της το 315 π. Χ. από τον Κάσσανδρο. Στην πραγματικότητα όμως η ιστορία της πόλης πηγαίνει αρκετές χιλιάδες χρόνια πριν από αυτή την χρονολογία.
Οι αρχαιολογικές μαρτυρίες για την πρώτη αυτή περίοδο είναι λίγες και σπάνιες και αποτελούνται κυρίως από τυχαία ευρήματα σωστικών ανασκαφών. Ένα τέτοιο τυχαίο εύρημα είναι και ο προϊστορικός οικισμός που εντοπίστηκε στο χώρο της ΔΕΘ το 1992-93 κατά την ανέγερση του Βελλίδειου συνεδριακού κέντρου, και ο οποίος χρονολογείται περίπου 8000 χρόνια πριν.
Σε μία έκταση περίπου 800 τετραγωνικών μέτρων οι αρχαιολόγοι εντόπισαν λάκκους σε διάφορα μεγέθη και σχήματα που χρησιμοποιούνταν ως χώροι για απορρίμματα, ως αποθήκες και ως ημιυπόγειες κατοικίες. Τα ευρήματα ήταν πήλινα αγγεία, εργαλεία από πέτρα και οστό, εργαλεία υφαντικής και κοσμήματα. Ο οικισμός αυτός είναι η αρχαιότερη γνωστή εγκατάσταση ανθρώπων στην περιοχή όπου, πολύ αργότερα, αναπτύχθηκε η πόλη της Θεσσαλονίκης.
5. Ρωμαϊκό λουτρό
Στη λεωφόρο Εγνατία στο ύψος της πλατείας Αντιγονιδών διατηρείται στο υπόγειο του ξενοδοχείου Mandrinο, τμήμα λουτρών των ρωμαϊκών χρόνων. Οι τοίχοι του σώζονται σε ύψος 0,80 μ., αλλά το πιο εντυπωσιακό εύρημα είναι το ψηφιδωτό δάπεδο της αίθουσας του.
Το ψηφιδωτό απεικονίζει παράσταση με τέθριππο αγωνιστικό άρμα ενώ στο μπροστινό μέρος της παράστασης του ψηφιδωτού υπάρχουν τρεις «πίνακες» που απεικονίζουν γυναικεία πορτρέτα. Το μνημείο φέρει ακόμα και μια επιγραφή, η οποία αναφέρεται στα Πύθια, δηλαδή στους αγώνες προς τιμή του Απόλλωνα, που άρχισαν να γίνονται στη Θεσσαλονίκη λίγο πριν τα μέσα του 3ου αι. μ.Χ.
Τα ψηφιδωτά αποκολλήθηκαν και μεταφέρθηκαν στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης όπου και εκτίθενται. Χρονολογούνται στον 3ο αι. μ. Χ.
6. Cubiculum (ταφικό κτίσμα)
Στο χώρο ανάμεσα στο κτίριο Διοίκησης του ΑΠΘ και το κτίριο της Νομικής, διατηρείται ένα ιδιαίτερο ταφικό κτίσμα. Πρόκειται για ένα cubiculum. Στη μία του πλευρά είχε κτιστό υπόγειο δρόμο και σχημάτιζε στο εσωτερικό του θαλάμου του τρία αρκοσόλια, δηλαδή θέσεις για την τοποθέτηση σαρκοφάγων. Στους τοίχους του θαλάμου διασώθηκε ζωγραφική διακόσμηση.
Ο τάφος αποκαλύφθηκε κατά τη διάρκεια της θεμελίωσης του κτιρίου της Νομικής Σχολής τη δεκαετία του 1960. Λίγο δυτικότερα βρέθηκε και δεύτερο ταφικό κτίσμα το οποίο δεν είναι πλέον ορατό. Το μνημείο αυτό αποτελεί μέρος του Εβραϊκού νεκροταφείου της πρώτης κοινότητας των Εβραίων της πόλης. Στην μαρμάρινη πόρτα του υπήρχε μία χαραγμένη μια επιγραφή, η οποία ανέφερε: «Βενιαμής ω κε Δομέτιος» δηλαδή «Βενιαμής ο οποίος [λέγεται] και Δομέτιος».
Από την επιγραφή αυτή, συμπεραίνουν οι ειδικοί ότι όποιος ενταφιάστηκε εκεί ήταν μέλος της εβραϊκής κοινότητας. Το μνημείο χρονολογείται στο πρώτο μισό του 4ου αι. μ.Χ.
7. Ναός Σέργιου Πραγαμά
Στην οδό Μπαλταδώρου 8, στο μικρό δρόμο στο κέντρο της πόλης, κρύβεται ένας ακόμα αρχαιολογικός θησαυρός: ο ναός του Σέργιου Πραγαμά. Ο ναός είναι υπόγειος σήμερα και εντοπίστηκε στα 1888 κατά την διάνοιξη φρεάτιου.
Πρόκειται για ένα μικρό λατρευτικό οικοδόμημα που ιδρύθηκε στη θέση Ρωμαϊκού λουτρού. Στον δεξί τοίχο διασώθηκε ψηφιδωτή επιγραφή που αναφέρει τον Σέργιο Πραγαμά. Ο ναός χρονολογείται στον 5ο αι. μ. Χ. και αποτελεί ένα από τα πρώτα μνημεία αφιερωμένα στη χριστιανική λατρεία στην πόλη.
Αν και η Αρχαιολογική Υπηρεσία περιέλαβε το ναό στο χωροταξικό σχέδιο της Θεσσαλονίκης, τελικά το 1970 χτίστηκε οικοδομή και ο ναός διατηρήθηκε σε αρκετά μεγάλο βάθος με αποτέλεσμα η πρόσβαση σε αυτόν να είναι δύσκολη.
 
«Νομίζω ότι οι Θεσσαλονικείς γνωρίζουν συγκεκριμένα μνημεία αλλά η βιωματική τους σχέση με τους αρχαιολογικούς τόπους της πόλης δεν είναι αυτή που θα μπορούσε να είναι», δήλωσε στη Voria.gr ο επιστημονικά υπεύθυνος της δράσης και καθηγητής Προϊστορικής Αρχαιολογίας του ΑΠΘ, Κώστας Κωτσάκης. Στόχος της δράσης, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι με τη βοήθεια της νέας τεχνολογίας οι πολίτες να γνωρίσουν τους αρχαιολογικούς θησαυρούς της πόλης και να διαμορφώσουν μια έντονη, ζωντανή σχέση με αυτούς. «Η προστασία των μνημείων εξαρτάται από το ενδιαφέρον μας για αυτά. Αλλιώς μαραίνονται και πεθαίνουν, όπως συμβαίνει και με τους ανθρώπους» πρόσθεσε ο καθηγητής.

Η γυναίκα Άραβας

Η κατάσταση με τα εθνώνυμα είναι αρκετά περίπλοκη στην ελληνική γλώσσα. Συχνά έχουμε δύο διαφορετικές λέξεις για ένα εθνώνυμο, ή δύο και περισσότερες καταλήξεις. Αυτό προήλθε αφενός από την συνύπαρξη πολλών εναλλακτικών εθνωνυμικών καταλήξεων ήδη από την αρχαία ελληνική, και αφετέρου από κατάλοιπα της διγλωσσίας, που τόσο πολύ έχει βασανίσει τη γλώσσα μας. Ήδη από την ύστερη αρχαιότητα, η ελληνική γλώσσα ήταν διχασμένη σε δύο ποικιλίες, από τη μία η φυσικώς εξελισσόμενη λαϊκή γλώσσα, η οποία ήταν διασπασμένη σε πολλές διαλέκτους, συχνά ήταν μόνο προφορική και γεμάτη από ξένα δάνεια, και από την άλλη η λόγια μορφή της γλώσσας, την οποία οι κατασκευαστές της προσπαθούσαν να την κάνουν να πλησιάζει όσο γίνεται στην αττική διάλεκτο, ή τουλάχιστον σε πιο λόγια ελληνιστική κοινή, η οποία αργότερα έγινε η γνωστή καθαρεύουσα. Όταν η καθαρεύουσα καταργήθηκε, η δημοτική είχε ήδη αλλάξει, δανειζόμενη πολλά στοιχεία της λόγιας γλώσσας και αντικαθιστώντας πολλές παραλλαγμένες ελληνικές ή δάνειες λέξεις με πιο αρχαιοπρεπείς αντίστοιχες. Οι πρώτες πήραν αρνητική σημασία (δείνωση), όπως έγινε με πολλά τουρκικά δάνεια, θεωρήθηκαν πιο παρακατιανές ή σταμάτησαν να χρησιμοποιούνται τελείως. Το ίδιο αντανακλάται και στα εθνώνυμα. Μπορεί ο ναυτικός να έλεγε «Εγγλέζος», αλλά ο καθαρευουσιάνος θα έλεγε «Άγγλος». Στις περισσότερες φορές, επικράτησαν τα λόγια εθνώνυμα, αλλά υπάρχουν και εξαιρέσεις, όπως η Τουρκάλα, ο Σκοτσέζος και ο Γιαπωνέζος. Όποια κι αν είναι η προέλευσή τους ωστόσο, έχουν και αρσενική και θηλυκή μορφή, αφού ένα έθνος περιέχει φυσικά και άντρες και γυναίκες (εξαιρούνται μοναστικά τάγματα, η φυλή Μαριάμε του Τέξας που ήταν μόνο άντρες και παρόμοιες περιθωριακές περιπτώσεις), αν και πάλι μπορεί να υπάρχει ασυμφωνία, αφού δεν είναι απαραίτητο τα δύο γένη να ακολουθούν πάντα σταθερούς κανόνες, και έτσι μπορεί να έχουν διαφορετικές καταλήξεις, π.χ. Τούρκος και Τουρκάλα, Αργεντινός και Αργεντίνα (σπάνια Αργεντινή για να μη γίνεται σύγχυση με τη χώρα) κλπ. Ως προς αυτό τουλάχιστον, στην ύπαρξη δηλαδή δύο γενών για κάθε εθνώνυμο, είμαστε συνεπείς. Ωστόσο, υπάρχει ένα νεοελληνικό εθνώνυμο χωρίς θηλυκό• ο Άραβας.

Δεν υπάρχει καθιερωμένος, καθολικά αποδεκτός όρος για τη γυναίκα αραβικής καταγωγής. Σκεφτείτε το λίγο. Πόσες φορές ακούσατε να μιλούν για γυναίκες από την Αραβία και με τι προσδιορισμό; Εξαιτίας του κενού αυτού, ο καθένας χρησιμοποιεί όποια λέξη του ταιριάζει περισσότερο, όπως «Αραβίνα», «Αραβίδα», «Αράβισσα», «Αραβέσα», «Αραβέζα», «Αραβή», «Αραπίνα», «Άραβας» ως θηλυκό, ακόμα και… «γυναίκα Άραβας»! Το πρόβλημα ανακύπτει κυρίως στις επίσημες μεταφράσεις κειμένων, όπου γίνεται προσπάθεια να χρησιμοποιηθεί κάποιος πιο επισημοφανής όρος, με διάφορα περίεργα αποτελέσματα, όπως τη χρήση της δομής «γυναίκα Άραβας».

Έψαξα για το φαινόμενο στο Διαδίκτυο και διαπίστωσα ότι πολλοί έχουν ασχοληθεί με αυτό το ακανθώδες ζήτημα. Ο Νίκος Σαραντάκος πραγματεύτηκε το ζήτημα εδώ και εδώ. Παλαιότερα το 2004, ο Ανδρέας Παπάς, επιμελητής εκδόσεων και μεταφραστής, στη στήλη Υπογλώσσια στην εφημερίδα Το Βήμα επίσης ασχολήθηκε με το θέμα. Το πρόβλημα έχει επίσης συζητηθεί σε πολλά φόρουμ γλωσσολογικής, μεταφραστικής ή λογοτεχνικής θεματολογίας, όπως εδώ, εδώ, εδώ και εδώ. Ακόμα και ο Μπαμπινιώτης στο λεξικό του, όπως μας πληροφορεί ο Σαραντάκος, στην πρώτη του έκδοση δεν έδωσε θηλυκό για το «Άραβας», ενώ στη δεύτερη και συστηματικότερη έκδοση έδωσε το «Αράβισσα», δίνοντας ως εναλλακτικό και το «γυναίκα Άραβας».

Πριν όμως αρχίσουμε να αξιολογούμε τις υποψήφιες λέξεις μία προς μία για την καταλληλότητά τους στη σύγχρονη εποχή, ας κάνουμε μια ιστορική αναδρομή στη χρήση του ορισμού για τις γυναίκες αραβικής καταγωγής. Ήταν τα πράγματα όπως σήμερα, δηλαδή δεν υπήρχε όνομα για της γυναίκες τις Αραβίας παλαιότερα; Όχι. Στην πραγματικότητα, για το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας της, η ελληνική γλώσσα είχε γυναικείο εθνώνυμο για τους Άραβες. Στα αρχαία ελληνικά, η λέξη «Άραψ, Άραβος» ήταν διγενής και μπορούσε να πάρει και το θηλυκό άρθρο. Ίσως από εκεί να προέρχεται η όμοια με το αρσενικό ονομασία που έχουν συχνά οι γυναίκες της Αραβίας σήμερα, και αποκαλούνται και γυναίκες Άραβες. Στην ελληνιστική εποχή ωστόσο, εμφανίστηκαν και εναλλακτικοί τύποι, όπως «Αραβίς» και «Αράβισσα». Ο τελευταίος τύπος εμφανίζεται και στην ελληνική μετάφραση του Βιβλίου του Ι΄ώβ της Παλαιάς Διαθήκης, όπου λέει «Λαβών δε γυναίκα Αράβισσαν γεννά υιόν.», όπως μας πληροφορεί ο Σαραντάκος. Στο Βυζάντιο πιθανόν θα χρησιμοποιούνταν παρόμοιες ονομασίες, δεν έχω πηγές για αυτήν την περίοδο. Κατά την Τουρκοκρατία, η λέξη για τον Άραβα ήταν «Αράπης», από το τουρκικό «Αράπ» και για τη γυναίκα «Αραπίνα». Οι Έλληνες της Αιγύπτου αποκαλούσαν τις Αιγύπτιες μουσουλμάνες γυναίκες Αραπίνες. Κι έπειτα, στην πιο πρόσφατη εποχή, δεν έχουμε κανένα όνομα. Γιατί;

Η κυρίαρχη εξήγηση είναι ότι επειδή στον ισλαμικό και κατ’επέκτασιν στον αραβικό κόσμο οι γυναίκες συνήθως ζουν στην απομόνωση, και πρόσβαση σ’αυτές έχει μόνο ο σύζυγος και οι συγγενείς τους, δεν υπήρχαν πολλές ευκαιρίες συνάντησης με τους Έλληνες• ούτε αυτές ταξίδευαν στην Ελλάδα, ούτε οι Έλληνες τις συναντούσαν συχνά όταν ταξίδευαν στην Αραβία. Έτσι, δεν υπήρχε ανάγκη να κατασκευαστεί κάποιο συγκεκριμένο όνομα για τις γυναίκες των Αράβων. Αν και σίγουρα αυτό έπαιξε έναν σημαντικό ρόλο, η ιστορία μας διαψεύδει, αφού μέχρι πρόσφατα υπήρχαν καθιερωμένα ονόματα για της γυναίκες της Αραβίας. Τότε γιατί σταμάτησαν να υπάρχουν; Η απάντηση, πιστεύω, έγκειται περισσότερο στις αλλαγές των σχέσεών μας με τους Άραβες, παρά στην αυστηρή επιτήρηση των γυναικών από τους Άραβες. Στην Αρχαία Ελλάδα, ιδίως κατά την Ελληνιστική εποχή, οι επαφές με τους Άραβες άρχισαν να είναι συχνές. Δεν ξέρω κατά πόσο συναντούσαν οι Αρχαίοι Έλληνες γυναίκες της Αραβίας, πάντως το διγενές και μονοκατάληκτο εθνώνυμο δε δηλώνει τη μη ύπαρξη των γυναικών, απλώς πολλές τριτόκλιτες λέξεις, κυρίως επίθετα, παρουσιάζουν την ίδια μορφή. Κατά τη Βυζαντινή Περίοδο, η αυτοκρατορία αντιμετώπιζε μόνιμη απειλή από τους Άραβες μετά την επέκτασή τους τον 7ο-8ο αι., οι οποίοι απέσπασαν αρκετές μεθόριες περιοχές και την Αίγυπτο. Συχνά βρισκόταν σε πόλεμο, αλλά υπήρχαν και περίοδοι ειρηνικής συνύπαρξης. Σε αυτό το περιβάλλον, οι ελληνόφωνοι πληθυσμοί θα είχαν αρκετά συχνές επαφές με τους Άραβες. Οι στενότερες επαφές μας με αραβικούς πληθυσμούς αναμφίβολα ωστόσο θα έλαβαν χώρα κατά την Οθωμανική Περίοδο, όπου ζούσαμε σε ένα ισλαμικό κράτος, το οποίο στην επικράτειά του περιείχε πολλές σημερινές αραβικές χώρες. Η στενότερη επαφή μας με τους μουσουλμάνους φαίνεται και από το γεγονός ότι δανειστήκαμε την τουρκική εκδοχή του ονόματος για τον Άραβα, και το προσαρμόσαμε σε «Αράπης». Έπειτα, κάποιες δεκαετίες μετά την Επανάσταση, στραφήκαμε προς τη Δύση, κι έτσι αποκοπήκαμε από τον αραβικό πολιτισμό, και πολύ περισσότερο από τις γυναίκες, οι οποίες βρίσκονταν έτσι κι αλλιώς εκτός της δημόσιας σφαίρας, και δεν υπήρχε πλέον ανάγκη να έχουμε ειδικό όνομα για αυτές. Αυτός πιστεύω ότι είναι ο πραγματικός λόγος για την απουσία θηλυκού εθνωνύμου για της γυναίκες της Αραβίας σήμερα, και όχι απλώς η απομόνωση στην οποία ζουν αυτές οι γυναίκες, κι αυτό φαίνεται και ως το λογικότερο. Άρα δε φταίνε οι μισογύνηδες Άραβες, όπως οι περισσότεροι αρέσκονται να λένε, αλλά η από μέρους μας απομάκρυνση από τους Άραβες.

Τώρα ας εξετάσουμε μία προς μία τις λέξεις για να δούμε πιες ταιριάζουν περισσότερο και πιες φαίνονται σωστότερες. Απορρίπτουμε εξαρχής το «Αραβέσα/Αραβέζα» και το «Αραπίνα», μια και είναι δάνειες, και ιδίως το δεύτερο δεν αντιστοιχεί με την πραγματικότητα σήμερα, μιας και η λέξη «Αράπης» κατέληξε να σημαίνει κυρίως τον Μαύρο Αφρικανό, συχνά μειωτικά, επειδή η Αραπιά αναφερόταν εκτός από την Αραβία και στη Βόρεια Αφρική, όπου επίσης μιλούν αραβικά, κι έτσι ο όρος επεκτάθηκε για να περιγράψει όλους τους μελαψούς κατοίκους του νότου. Απορρίπτουμε επίσης και το «Αραβή», αφού δεν έχει χρησιμοποιηθεί σχεδόν ποτέ και το αντίστοιχο αρσενικό δεν είναι Αραβός. Μας έμειναν τα «Αράβισσα» «Αραβίνα» και «Αραβίδα». Τα πρώτα δύο χρησιμοποιούνται πολύ, ιδίως το πρώτο. Ακόμα και το Microsoft Word 2003, στο οποίο γράφω αυτό το κείμενο, δεν το εκλαμβάνει ως λανθασμένο. Μερικοί έχουν πρόβλημα με το «Αράβισσα», γιατί τάχα τους θυμίζει μανάβισσα και παλαιότερες «λαϊκές» λέξεις. Όμως η κατάληξη είναι αρχαία ελληνικοί, τουλάχιστον για όσους αυτό δίνει περισσότερο κύρος σε μια λέξη, και επίσης χρησιμοποιείται σε «αρχοντικές» λέξεις όπως βασίλισσα, πριγκίπισσα, αρχόντισσα κλπ. Επίσης, υπάρχουν ελληνικά επίθετα δηλωτικά της καταγωγής όπως Ηπειρώτισσα, καθώς και εθνώνυμα όπως Κούρδισσα, Κορεάτισσα και το εναλλακτικό Τούρκισσα. Αντίθετα με τα δύο παραπάνω, το «Αραβίδα» παρουσιάζει προβλήματα, επειδή αναφερόταν σε έναν παλιό τύπο πυροβόλου όπλου. Η πλειονότητα των αποτελεσμάτων μιας αναζήτησης στο Google αναφέρονται σ’αυτό το όπλο. Για αυτόν το λόγο, ο Σαραντάκος, ο Παπάς και άλλοι φρονούν ότι η λέξη αυτή δε μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη γυναίκα της Αραβίας. Εγώ ωστόσο διαφωνώ. Περσίδα είναι η γυναίκα από την Περσία, αλλά και το μακρόστενο κάλυμμα που κρεμιέται αντί κουρτίνας στο παράθυρο, και δεν υπάρχει σύγχυση των δύο εννοιών. Στα αγγλικά, Turkey είναι και η Τουρκία και η Γαλοπούλα, και δεν υπάρχει σύγχυση εννοιών. Με την «Αραβίδα» τα πράγματα θα είναι ακόμα ευκολότερα, αφού το όπλο πλέον έχει παροπλιστεί και η λέξη τείνει να χαθεί. Αντί λοιπόν να αφήσουμε μια λέξη να χαθεί, μπορούμε να την επαναχρησιμοποιήσουμε για κάτι άλλο. Επομένως, πάλι τζάμπα την έκραζαν την Άντζελα, όταν έλεγε ότι δεν καταλαβαίνει αραβικά γιατί δεν είναι Αραβίδα. Τέλος μας έμειναν τα κάπως πιο προβληματικά «Άραβας» και το «γυναίκα Άραβας». Θεωρητικά δεν είναι λάθος, αφού ήδη από την αρχαιότητα το «Άραψ» κάλυπτε και τα δύο γένη. Ωστόσο στη νέα ελληνική δεν έχουμε κανένα θηλυκό εθνώνυμο που να τελειώνει σε –ς, οπότε ακούγεται κάπως παράξενο. Ακόμα και πολλά θηλυκά ονόματα επαγγελμάτων τα οποία για ιστορικούς λόγους είναι όμοια με τα αρσενικά τείνουν τα τελευταία χρόνια να παίρνουν θηλυκές καταλήξεις. Αν το συναντήσω όμως ενταγμένο μέσα σε κείμενο, δε θα παραξενευτώ ιδιαίτερα, π.χ. μία Άραβας πουλούσε χουρμάδες στο τοπικό παζάρι. Αντίθετα, το «γυναίκα Άραβας» μου φαίνεται πολύ πιο τεχνητό και δε μου αρέσει, αν και χρησιμοποιείται. Κάνει τις γυναίκες να φαίνονται ερμαφρόδιτες, κάτι που προ πάντων θα ενοχλούσε πολύ τους ίδιους τους άντρες Άραβες. Εντούτοις μπορεί να χρειαστεί να χρησιμοποιηθεί για να ξεχωρίσει τις γυναίκες από τους άντρες Άραβες όταν δεν τις ξεχωρίζει ικανοποιητικά το συγκείμενο, π.χ. οι γυναίκες Άραβες φορούν μπούρκα. Γενικώς το «Άραβας» για γυναίκα δεν το προτιμώ, αλλά ούτε το απορρίπτω καθαρά για ιστορικούς λόγους, μιας και είμαι προσκολλημένος περισσότερο στους αρχαίους τύπους από το Σαραντάκο, και σίγουρα είναι καλύτερο από το «Αραπίνα» ή το «Αραβή».

Προσωπικά στην καθημερινή μου ομιλία χρησιμοποιώ κυρίως το «Αραβίνα», πολύ σπανιότερα το «Αράβισσα», επειδή απλώς δεν το έχω συνηθίσει, αλά πολλές φορές λέω απλώς «γυναίκα της Αραβίας», «γυναίκα Άραβας» ή ακόμα και «γυναίκες των Αράβων», αφού ουσιαστικά τις κατέχουν. Προβλέπω ότι στις επόμενες δεκαετίες θα επικρατήσει το «Αραβίνα» και το «Αράβισσα», ενώ το «Αραβίδα» όχι και τόσο. Το «Άραβας» ή το «γυναίκα Άραβας» θα χρησιμοποιούνται πολύ λιγότερο. Τελικά κι αυτό θα γίνει ένα από τα εθνώνυμά μας με πολλαπλούς τύπους.

Αυτή είναι η Λίμπο, η κουνέλα μου (Oryctolagus cuniculus), που πλησιάζει τα έξι χρόνια ζωής. Είναι νάνος, γύρω στα 1.200 γραμμάρια, με λευκή γούνα, μαύρο γύρω από τα μάτια, καφέ αυτιά και μικρές καφέ περιοχές στην πλάτη, με μια γραμμή που σχηματίζει τον αριθμό 2. Έχω πολύ καιρό να δημοσιεύσω νέα της μετά από το πρώτο άρθρο και τα υπόλοιπα που ακολούθησαν με τις αναπαραγωγές της και μερικά σποραδικά μετά, όπου ανέβαζα λίγα βίντεο. Στην παρούσα δημοσίευση θα σας παραθέσω μερικά βίντεο της κουνέλας μου καθώς επιδίδεται σε καθημερινές δραστηριότητες, αλλά και κάποια πιο ιδιαίτερα. Προσπαθώ να απαθανατίσω διάφορα στιγμιότυπα της ζωής της, για να την θυμάμαι καλά αφού την χάσω, γιατί, ό,τι και αν κάνουμε, είναι ένα μικρό θηλαστικό που δε θα ζήσει για πάντα. Απολαύστε λοιπόν τις δραστηριότητες της Λίμπο στα παρακάτω βίντεο από το κανάλι μου στο Youtube.

Στο πρώτο βίντεο βγαίνει μια βόλτα, μια τυπική μέρα ενασχόλησης με τη Λίμπο, αν και συνήθως την βγάζω πιο αργά το βράδυ. Αρχικά είναι επιφυλακτική με την κάμερα, αλλά μετά συνηθίζει. Βγάζω κι εγώ περιοδικά το κεφάλι μου πίσω από την κάμερα για να βλέπει ότι είμαι εκεί.

Εδώ παίζει με μια γεμάτη σακούλα. Την είχα προσωρινά στο δωμάτιο, οπότε δεν την γνωρίζει. Δε θυμάμαι τι ακριβώς είχε μέσα, νομίζω βιβλία, πάντως πτώμα δεν είχε.

Το παρακάτω είναι η πιο παράξενη συμπεριφορά που έχω παρατηρήσει στο κουνέλι μου. Μια μέρα, χωρίς προφανή λόγο, άρχισε να δαγκώνει και να τραβάει το καπάκι από το στοπ της πόρτας του δωματίου μου. Μόλις το έβγαλα, το κυνηγούσε και το έπιανε σαν σκύλος. Δε θυμάμαι να άφησα τροφή εκεί, για να μυρίζει σαν φαγητό. Δεν ξέρω γιατί έγινε αυτό.

Όσο κι αν προσπαθούμε να δημιουργούμε ένα ήρεμο περιβάλλον για τα κουνέλια μας, αναπόφευκτο είναι, μέσα σε τόσα χρόνια, να τύχει να τα φοβίσουμε άθελα μας. Στο βίντεο αυτό, που είναι από συμβάν στις αρχές του καλοκαιριού, η Λίμπο έχει τρομάξει πολύ, και γι’αυτό μένει ακίνητη και πιεσμένη στο έδαφος, σαν να προσπαθεί να γίνει ένα με το έδαφος και να αποφύγει έτσι τους εχθρούς της. Μετά από λίγο επανήλθε, αλλά ηρέμησε εντελώς την επόμενη μέρα. Παλαιότερα, όταν ήταν νεότερη, έδειχνε τη δυσαρέσκεια ή την ενόχλησή της με κάτι με ένα γρύλλισμα ή μια επιθετική κίνηση, αλλά όσο μεγαλώνει προτιμά πιο παθητικές αντιδράσεις. Αυτό δε σημαίνει ότι τώρα δε θυμώνει, κάτι που μπορείτε να διαπιστώσετε αν προσπαθήσετε να την χαϊδέψετε ενώ δε σας ξέρει. Στην πραγματικότητα, εξακολουθεί να ενοχλείται από σχεδόν οτιδήποτε.

Το παρακάτω το τράβηξα πέρσι το φθινόπωρο, όταν είχε ιδιαίτερη απώλεια γούνας, όταν της καθάριζα τη γούνα με προσοχή.

Στα παρακάτω βίντεο η Λίμπο είτε τρώει είτε πίνει νερό. Πίνει νερό από μπουκάλι ή από μπολ, και τρώει άχυρα, πέλετ, χόρτα, φύλλα, λουλούδια και καρότο.









Εδώ τρώει δύο ιδιαίτερα αρχαία και σπάνια φυτά της συλλογής μου, φύλλο από γίνκγο (Ginkgo biloba) και κλαδάκι από αραουκάρια του Νησιού Νόρφολκ (Araucaria heterophylla).

Και το καλύτερο το άφησα για το τέλος. Προσφέρω στη Λίμπο ένα τριαντάφυλλο, αφού ξέρω ότι θα το εκτιμήσει περισσότερο από κάθε άλλη γυναίκα, αφού είναι κουνέλα…

Την Πέμπτη στις 25 Αυγούστου, έγινε η τιμητική εκδήλωση για την ελληνική ολυμπιακή ομάδα στο Προεδρικό Μέγαρο, με την παρουσία όλων των Ολυμπιονικών. Από την ομάδα έλειπε η μεγάλη σκοπεύτρια Άννα Κορακάκη, η οποία κέρδισε το χάλκινο μετάλλιο στη σκοποβολή των 10 μέτρων με αεροβόλο και το χρυσό στη σκοποβολή των 25 μέτρων με πυροβόλο, όχι με αεροβόλο όπως διαδίδεται. Στην πραγματικότητα, ο πρόεδρος της δημοκρατίας, Προκόπης Παυλόπουλος, παρέλειψε να την προσκαλέσει. Ναι, ακριβώς αυτό! Αρχηγός κράτους και ξέχασε να καλέσει μια χρυσή ολυμπιονίκη! Πώς γίνεται αυτό; Πόσο υπανάπτυκτοί είμαστε ως χώρα; Οι αθλητές ειδοποιήθηκαν μόλις το βράδυ της Τετάρτης, κάτι που επίσης θεωρώ απαράδεκτο. Η Κορακάκη ίσως να μη μπορούσε να παρασταθεί, διότι έλειπε σε διακοπές με τον πατέρα της στο Παρίσι, παρόλα αυτά θα έπρεπε να είχε ενημερωθεί. Ο πατέρας της επικοινώνησε με τον πρόεδρο της Ελληνικής Ολυμπιακής Επιτροπής, Σπύρο Καπράλο, αλλά υποβάθμισε το θέμα. Λογικό ήταν και ο πατέρας και η κόρη να ένιωσαν μεγάλη αγανάκτηση. Ο πατέρας δήλωσε ότι νιώθει σαν να δέχεται πόλεμο από παντού, και η Άννα Κορακάκη ότι όσο κι αν κάποιοι το θέλουν, δεν πρόκειται να παρατήσει την προσπάθεια και δεν εγκαταλείπει τη χώρα. Ακόμα και το πρακτορείο ειδήσεων Reuters σχολίασε το γεγονός, με δημοσίευμα με τίτλο «Η ελληνική κυβέρνηση ντροπιάστηκε μετά το λάθος με την Κορακάκη». Ακόμα μια φορά γίναμε ρεζίλι διεθνώς και δικαίως.

Η Άννα Κορακάκη δεν έλαβε καμία υποστήριξη από το ελληνικό κράτος. Προπονητής της ήταν ο πατέρας της, σκοπευτής, ενώ και ο αδελφός της είναι επίσης σκοπευτής. Ταξίδεψε στο Ρίο με έξοδα της οικογένειάς της. Πήρε δύο μετάλλια στην πρώτη της Ολυμπιάδα, σε ηλικία μόλις 22 ετών – στην ηλικία μου. Είναι η πρώτη περίπτωση μετά το 1913 που Έλληνας ολυμπιονίκης παίρνει δύο μετάλλια, και η πρώτη μεγάλη διάκριση της Ελλάδας στη σκοποβολή. Παρόλα αυτά, το κατόρθωμα γρήγορα αποσιωπήθηκε. Γιατί; Είναι γιατί η Κορακάκη και ο πατέρας της επέκριναν την έλλειψη βοήθειας από μέρους του ελληνικού κράτους στις δηλώσεις τους, ή για κάτι άλλο; Μήπως φοβούνται ότι η σκοποβολή θα γίνει μόδα έπειτα από αυτό και οι Έλληνες θα έχουν όπλα;

Στις 21 Αυγούστου, 2016, αποβλήθηκα διά παντός από το ελληνικό φόρουμ των ερπετών Reptiles Greece. Ένα φόρουμ στο οποίο ήμουν μέλος από το Δεκέμβριο του 2011, βοηθήθηκα πολύ, πρόσφερα πολλά, και όμως η κακοδιαχείριση σχεδόν το σκότωσε. Πλέον δεν είναι τίποτα σε σχέση με αυτό που ήταν στο παρελθόν. Τα άτομα άλλαξαν, οι διαχειριστές είναι πολύ πιο επικριτικοί, και δείχνουν περισσότερο να έχουν τη θέση για να εξουσιάζουν παρά για να βοηθούν. Το τελικό κτύπημα στην περίπτωσή μου ήρθε μετά από τη διαμαρτυρία μου εδώ στο Ιστολόγιο για μια ποινή που μου έδωσαν για ασήμαντο θέμα. Για να καταλάβετε τι ακριβώς παίζει με αυτό το φόρουμ, διαβάστε τα άρθρα μου με ετικέτα Reptiles Greece. Τώρα δεν έχω χρόνο για να γράφω όλη την ιστορία. Μετά την αποβολή μου λοιπόν, ο διαχειριστής Nick Tsiou έγραψε το παρακάτω κείμενο με ατράνταχτη επιχειρηματολογία εναντίον μου. Επειδή όμως πήρε κάθε μέτρο δυνατό για να μη μπορώ να επισκεφθώ το φόρουμ, αν και έτσι κι αλλιώς η ενότητα με τις ανακοινώσεις/ποινολόγιο φαίνεται μόνο στα μέλη, δε μπόρεσα να διαβάσω τίποτα σχετικό. Θα ζητούσα την ανακοίνωση της αποβολής μου από άλλο μέλος, αλλά τελικά μου την προσέφερε ευγενικά το αιώνιο τρολ του Ιστολογίου, το οποίο ίσως να είναι το μέλος Renthen, το οποίο προκάλεσε ένα φεγγάρι μεγάλο κακό και στο φόρουμ. Ας δούμε λοιπόν το κείμενο της αιτιολόγησης της αποβολής μου, σπασμένο σε μέρη και σχολιασμένο.

Υστερα απο παρα πολυ μεγαλη ανοχη την οποια εχουμε δειξει ως διαχειριση αλλα και ως φορουμ γενικοτερα στον Καπετανιο, τον αποβαλουμε δια παντως απο το reptilesgreece για λογους τους οποιους θα αναλυσω και θα παρουσιασω στην παρουσα ανακοινωση.

Ως εδώ ας πούμε καλά.

Αρχικα θα ηθελα να υπενθυμισω την μεχρι τωρα πορεια του μελους στο φορουμ. Ενα μελος το οποιο δεν προσεξε ποτε ζωο που του εγινε δωρεα απο το rg, ζωο το οποιο κατηντησε να εχει προβληματα στα ακρα και να ταιζεται μυγες πιασμενες απο τον Shaolin μοναχο Καπταιν.

Μιλάμε για πράγματα που έγιναν στην αρχή του 2013, τριάμισι χρόνια πριν. Εννοεί το λοφιοφόρο γκέκο το Βαρώνο, ένα ζώο που χάριζε ένα μέλος και συμφώνησε ο Αντμίν να το δώσει σε εμένα, γιατί ακόμα δεν είχα κανένα ερπετό και ήμουν αναποφάσιστος αν ήθελα να πάρω. Είχε ορισμένες κακές εκδύσεις με αποτέλεσμα να κολλήσει παλιό δέρμα στα δάχτυλά του και να δυσκολεύεται να σκαρφαλώσει, αλλά ήταν κάτι το παροδικό και πέρασε. Επίσης, επειδή το είδος τρώει και φρούτα και έντομα, κυκλοφορεί η ιδέα ότι δεν είναι απαραίτητα τα έντομα για την επιβίωσή του, κάτι που είναι λάθος, αλλά εγώ τότε άκουγα αυτούς που το υποστήριζαν, με αποτέλεσμα να αδυνατίσει το χειμώνα. Μετά, μην έχοντας έντομα κοντά μου, αρχικά του έδινα λίγες μύγες. Πέρα απ’αυτό, πιασμένα έντομα δίνω αραιά και πού σε όλα τα ζώα μου χωρίς πρόβλημα για ποικιλία, πρακτική που από άλλους υποστηρίζεται κι από άλλους κατακρίνεται. Παρόλα αυτά, ακόμα κι αν έκανα λάθη στη φροντίδα του τότε, αυτό δε σημαίνει ότι εξακολουθώ να κάνω και τώρα. Υποτίθεται ότι όσο περνά ο καιρός η εμπειρία μας αυξάνεται, εκτός κι αν αυτό δεν ισχύει για τα μέλη που δε συμπαθεί ο Nick Tsiou. Από τότε έχω προσθέσει στη συλλογή πολύ περισσότερα είδη, έχω διορθώσει μόνος μου μικροπροβλήματα, έχω περάσει ζώα από χειμερίες νάρκες με ασφάλεια και ακόμα έχω κάνει αναπαραγωγή. Μπορώ να του τρίψω τα τσόφλια των αυγών στη μούρη αν επιμένει ότι δε φροντίζω τα ζώα μου σωστά. Εν ολίγοις τα λεγόμενά του είναι αβάσιμα. Εκτός αυτού, ο διαχειριστής υπεύθυνος για τη δωρεά του γκέκο σε εμένα ήταν άλλος, ο πρώτος admin και ιδρυτής του φόρουμ, ένα ισορροπημένο άτομο. Αυτός δεν είχε ουδεμία ανάμιξη.

Ενα μελος το οποιο γυρναει βιντεακια στα οποια βασανιζει ενα pacman frog με την δικαιολογια οτι «το μικρο του μυαλακι» δεν του επιτρεπει να νιωσει πονο, στρεςς και αλλα συναισθηματα (υπαρχει αυτο το αριστουργημα στο καναλι του στο youtube).

Εννοεί για το βίντεο με τον κερασφόρο βάτραχό μου που μου καταπίνει το δάχτυλο. Ναι, επιμένω ότι το μυαλάκι του είναι μικρό και απλό, χωρίς να πιστεύω ότι δε στρεσάρεται καθόλου, όπως ισχυρίζεται. Το βίντεο αυτό το έκανα αφενός για να δείξω πόσο δυνατά δαγκώνει αυτός ο βάτραχος και πώς καταπίνει, και αφετέρου, γιατί να μην το κρύψω, καθαρά για το shock value. Έχω και φανατικούς θεατές. Την επόμενη μέρα έφαγε κανονικά, οπότε το στρες που πέρασε δεν ήταν σοβαρό. Αλλά ποιος μιλάει, ένας επιδειξίας που φωτογραφιζόταν ημίγυμνος με κόμπρες πάνω του, και μόνο μετά από διακριτικές συστάσεις άλλων μελών τα απέσυρε κακήν κακώς.

Ενα μελος το οποιο αγοραζει ζωα τα οποια και χανει συνεχομενες φορες επειδη «κανεις δεν του ειπε οτι ειναι πολυ γρηγορα οταν θελουν».

Ναι, το κηλιδωτό γκέκο του Τουρκμενιστάν που μου έφυγε τρεις φορές στην αρχή που το είχα, τη μία για λίγες μόνο ώρες, μέσα στο δωμάτιο. Από τότε έμαθα τη συμπεριφορά του και δεν πρόκειται να επαναληφθεί αυτό. Πράγματι ήταν πολύ γρήγορο και δε με προετοίμασε κανείς γι’αυτό. Παρόλα αυτά, το να χάσεις ένα ζώο δεν είναι και το χειρότερο πράγμα, και όλοι οι ερπετοχομπίστες έχουν χάσει κάτι μια ή λίγες φορές. Αν χαθεί σε κλειστό χώρο βρίσκεται. Ένα φόρουμ κανονικά θα πρέπει να βοηθά τα μέλη που χάνουν κάτι ώστε να το βρουν γρήγορα, όχι να τα βρίζει όπως έχει γίνει με εμένα και με μερικά ακόμα μέλη. Είναι το μόνο φόρουμ στο οποίο συναντώ τέτοια παράλογη αντίδραση. Το μεγάλο κακό είναι αν ένα ζώο χαθεί κάπου που έχει πρόσβαση στον έξω κόσμο και ξεφύγει. Και τι να πούμε για αυτούς που έχασαν κόμπρες και άλα ιοβόλα, κι έπειτα οι φίλοι τους το κουκούλωναν.

Ενα μελος το οποιο γενικα εχουμε ολοι μας ανεχτει πολυ περισσοτερο απο ο,τι θα επρεπε.

Ποιοι όλοι σας, εσύ και τα φιλαράκια σου μόνο, παλιά και καινούργια; Άλλωστε με τη συμπεριφορά σας μόνο εσείς μείνατε στο φόρουμ, οπότε μπορεί να έχετε δίκιο όταν λέτε όλοι σας.

Η γενικοτερη σταση του φορουμ ανεκαθεν ειχε ως προτεραιοτητα την σωστη διαβιωση των ζωων και η προσωπικη μου φιλοσοφια δεν διαφερει καθολου.
εδω μπορουμε να δουμε πως αντιμετωπιζουν και λοιποι χομπιστες το εν λογω βιντεο (γιατι εμεις μπορει να ειμαστε παρανοικοι)tauupsilonphilambdaomicronsigma_zpsngrqc

Αυτά τα λέει για να φανεί σωστός στα νέα μέλη, μία σχεδόν φανταστική ομάδα που έχει κάτι μήνες να πατήσει σε μεγάλους αριθμούς στο φόρουμ, γιατί δε θα με ξέρουν και θα δεχτούν αναμφισβήτητα την αυθεντία του. Εκτός αυτού, αν εννοεί αντίδραση των χομπιστών τα υβριστικά σχόλια του Renthen στο βίντεο ή κάποια άλλα σχόλια ανίδεων που λένε π.χ. ότι το νερό της βρύσης θα κάψει το βάτραχο τότε τι να πω εγώ; Ξέρει καλύτερα.

Επειτα απο απειρες προειδοποιησεις το μελος συνεχισε να διαβαλλει αλλα μελη του φορουμ στο ιστολογιο του, πραγμα το οποιο αν και δικαιωμα του επιφερει κυρωσεις. Υστερα απο την τουλαχιστον επιεικη ποινη 2 ημερων suspend για ειρωνια προς νεο μελος, θεωρησε σωστο να κριτικαρει την διαχειριση, τα μελη και την φιλοσοφια του φορουμ με αποκορυφωμα το οτι βρηκε και το θρασος να προτεινει τον εαυτο του για διαχειριστη. Παραθετω το λινκ για τον ιστοτοπο στον οποιο ανεβασε το αρθρο (δωστε του λιγα views για εσας μπορει να μην ειναι κατι αλλα για εκεινον σιγουρα σημαινει πολλα)

Δε διαβάλλω, αλά διαμαρτύρομαι. Όταν το φόρουμ γίνεται επικριτικό και κλειστό, αυτή είναι η λογική αντίδραση για κάποιον που σκέπτεται διαφορετικα και θέλει να βοηθήσει. Για την διήμερη ποινή μου ανέφερα αναλυτικά στο προηγούμενο άρθρο. Η ειρωνεία είναι όπως το βλέπει κανείς. Εγώ απλώς τον ρώτησα λίγες διευκρινιστικές ερωτήσεις για να ελέγξω τις γνώσεις του, ώστε να είμαι σίγουρος ότι αν πάρει κάποιο ζώο, θα το φροντίζει σωστά, ειδάλλως να τον παροτρύνω να ψάξει. Και ναι, πιστεύω ότι θα ήμουν ο καλύτερος διαχειριστής αυτού του φόρουμ. Αφού έως τώρα έβαλαν τρεις, γιατί να μη βάλουν κι εμένα; Και μόνο όμως που το συζητά και τον ανησυχεί αυτό, σημαίνει ότι η θέση του είναι σαθρή και φοβάται από μένα και από παρόμοια άτομα με μια πιο ανοιχτή θέαση των πραγμάτων. Μάλλον γι’αυτό με έβγαλε, γιατί ήξερε κατά βάθος ότι είμαι σωστός. Και επειδή το ήξερε αυτό, ίσως γι’αυτό δε με έβγαζε τόσο καιρό, γιατί ήμουν και είμαι χρήσιμος. Ξέρει ότι μπορώ να σώσω το φόρουμ. Εκτός αυτού αθετεί το λόγο του, αφού είχε δηλώσει ότι η οριστική αποβολή μου θα επέλθει μετά από μερικές ακόμα εβδομαδιαίες αποβολές, αλλά δεν το εφάρμοσε. Επίσης γράφει χωρίς τόνους και αυτό είναι κουραστικό.

Αναμένεται μια δημοσίευση όπου θα εκτίθενται λεπτομερέστερα τα κακώς κείμενα του Reptiles Greece, και μετά απ’αυτό πιθανότατα δε θα ξαναασχοληθώ μαζί τους.

Lichanura trivirgata roseofusca, αρσενικό, San Matias Canyon

Όχι, δε θα σας φάει, ούτε θα γίνει 5, 10, 20 μέτρα για να φάει μία αγελάδα. Έχει ενηλικιωθεί κι αυτό είναι ουσιαστικά το τελικό του μέγεθος. Ο ρόδινος βόας (Lichanura trivirgata) είναι ένα είδος μικρού βόα των ερήμων της Βόρειας Αμερικής, κοντινός συγγενής με το βόα που έχουμε στη χώρα μας.

Αν και το όνομα βόας αναφερόταν αρχικά σε ένα μυθολογικό φίδι της Αφρικής που μπορούσε να καταπιεί βόδια, ίσως κάποια σύγχυση με το μεγάλο πύθωνα Python sebai της ηπείρου αυτής που καμιά φορά τρώει και μικρά οπληφόρα, οι βόες είναι μια πολυποίκιλη ομάδα φιδιών με διάφορα μεγέθη και σχήματα, από σχεδόν μυθολογικά ανθρωποφάγα τέρατα μέχρι φίδια που τρώει το μέσο κουνάβι. Αν κι εξωτερικά μοιάζουν με τους πύθωνες, στην πραγματικότητα δεν έχουν άμεση συγγένεια, παρά έχουν εξελιχθεί σε παρόμοιους οικότυπους ανεξάρτητα, με τους προγόνους και τους συγγενείς και των δύο αρκετά μικρά φίδια. Μαζί με τους πύθωνες ωστόσο και μερικές ακόμα λιγότερο γνωστές οικογένειες φιδιών, ταξινομούνται στα ενοφίδια (Henophidia) ή πρωτόγονα φίδια, μια τεχνητή ομάδα που περιλαμβάνει διάφορα πρωτόγονου τύπου μακροστοματικά φίδια. Η ομάδα είναι τεχνητή, γιατί είναι παραφυλετική, αφού περιλαμβάνει και τους προγόνους των πιο εξελιγμένων καινοφιδίων, αλλά όχι τα τελευταία. Παρόλα αυτά, επειδή τα φίδια αυτά μοιράζονται πολλά κοινά χαρακτηριστικά, η ομάδα παραμένει χρήσιμη, όπως και με τα ερπετά, τα οποία είναι επίσης παραφυλετικά, αλλά χρήσιμα ως ταξινομική ομάδα. Τα ενοφίδια λοιπόν έχουν παγκόσμια εξάπλωση, κυρίως σε τροπικές περιοχές. Είναι όλα τους συσφιγκτήρες, και συνήθως κυνηγοί σπονδυλωτών, και φέρουν αρχαϊκά χαρακτηριστικά στο σώμα τους, όπως υπολειμματική λεκάνη, η οποία δεν αρθρώνεται με τη σπονδυλική στήλη και υπολείμματα πίσω άκρων, τα οποία φαίνονται ως «νύχια» στην αμάρα, ενώ επίσης ο αριστερός τους πνεύμονας είναι πλήρως λειτουργικός, έχοντας χωρητικότητα το 75% του δεξιού, ενώ στα καινοφίδια είναι ατροφικός. Τα καινοφίδια είναι ο κλάδος που περιλαμβάνει σχεδόν όλα τα γνωστά φίδια (οχιές, κόμπρες, μάμπες, λαφιάτες, νερόφιδα κλπ). Η οικογένεια Boidae χωρίζεται με τη σειρά της σε τρεις υποοικογένειεςς, που για λίγο στο παρελθόν θεωρήθηκαν πλήρεις οικογένειες. Της βοΐνες (Boinae), όπου ανήκει ο βόας ο συσφιγκτήρας (Boa constrictor), αλλά και μικρότερα ή και πολύ μεγαλύτερα είδη όπως οι ανακόντες (γένος Eunectes)τις ερυκίνες (Erycinae), όπου ανήκει και το είδος του ενδιαφέροντος, και τις καλαμπαρίνες), μια αινιγματική ομάδα με το μονοτυπικό είδος Calabaria reinharti, το οποίο είναι ωοτόκο και ζει στη Δυτική Αφρική. Εκτός από την καλαμπάρια, και ο αραβικός βόας της άμμου (Eryx jayakari) γεννά αυγά, κάνοντάς τον μία από τις ελάχιστες περιπτώσεις επιστροφής από τη ζωοτοκία στην ωοτοκία. Η καλαμπάρια είναι πιθανότατα προγονικά ωοτόκο ζώο. Κατά τα άλλα, οι υπόλοιποι βόες είναι ωοζωοτόκοι, δηλαδή διατηρούν το αυγό με μη ασβεστοποιημένο κέλυφος μέσα στο σώμα τους μέχρι να γεννηθεί το μικρό, τρέφοντας το μικρό κυρίως από τον κρόκο του αυγού. Ωοζωοτόκα ή ζωοτόκα ερπετά συνήθως εξελίσσονται σε ψυχρές περιοχές, ώστε να μπορεί το θηλυκό να μεταφέρει τα έμβρυα συνεχώς στις ευνοϊκές υψηλές θερμοκρασίες που απαιτούνται για την ανάπτυξή τους, και παρόλο που οι περισσότεροι σημερινοί βόες είναι τροπικοί, ο πρόγονος του ζωοτόκου κλάδου πιθανόν εξελίχθηκε σε ψυχρότερο κλίμα.

Η υποοικογένεια Erycinae περιλαμβάνει 15 είδη σε τρία γένη, με εξάπλωση στην Ευρώπη, στην Ασία (Μικρά Ασία, Αραβία, Νότια Ασία, Σρι Λάνκα), στην Αφρική και στη δυτική Βόρεια Αμερική. Είναι όλα τους σχετικά μικρόσωμα, κοντόχοντρα και εδαφόβια φίδια με γεώδεις χρωματισμούς, που συνήθως διαβιούν σε ξηρά περιβάλλοντα και είναι εξειδικευμένοι κυνηγοί τρωκτικών και των μικρών τους. Η υποοικογένεια θεωρείται ότι πέρασε από την Αμερική στον Παλαιό Κόσμο. Τα αμερικανικά είδη είναι πιο προγονικά στη μορφολογία, αφού δεν είναι τόσο σκαπτικά όπως το γένος Eryx του παλαιού κόσμου. Το γένος Eryx έχει μεγάλη εξάπλωση, συμπεριλαμβανομένης της Ευρώπης και της Ελλάδας, όπου μπορεί να βρεθεί το είδος Eryx jaculus, γνωστό επίσης ως βόας της άμμου, βόας ακόντιο, τόπακας, έρυκας, ερημόφιδο, λουρίτης κλπ. Είναι φίδι που δεν ξεπερνά τα 80 εκ, το οποίο συνήθως ζει κρυμμένο κάτω από το χώμα και σπάνια βγαίνει στην επιφάνεια. Οι ερυκίνες, όπως και τα υπόλοιπα ενοφίδια, είχαν τις μεγάλες μέρες τους στο πρώιμο Καινοζωικό, πριν 50-30 εκατομμύρια χρόνια, οπότε ήταν τα κύρια τρωκτικοφάγα φίδια. Στη Βόρεια Αμερική τα περισσότερα μικρά τρωκτικοφάγα φίδια ήταν ερυκίνες που ζούσαν σε διάφορα περιβάλλοντα. Πριν όμως περίπου 10 εκατομμύρια χρόνια εισέβαλαν οι πιο εξελιγμένοι κολουβρίδες και τα ιοβόλα και περιόρισαν σημαντικά τις ερυκίνες, ώστε σήμερα να υπάρχουν μόνο δύο είδη σε ακραία περιβάλλοντα, ο λαστιχένιος βόας (Charina botae) των ψυχρών βορειοδυτικών περιοχών, και ο ρόδινος βόας (Lichanura trivirgata) των σκληρών ερήμων των νοτιοδυτικών περιοχών.

Η επονομασία ‘ρόδινος’ βόας είναι στην πραγματικότητα ανακριβής, αφού μόνο κάποια άτομα των παράκτιων πληθυσμών της Καλιφόρνιας έχουν το χαρακτηριστικό ρόδινο χρώμα στην κοιλιά. Ανταυτού,έχει προταθεί το όνομα τρίγραμμος βόας, το οποίο ωστόσο δε διαδόθηκε. Το είδος πρωτοπεριγράφηκε από τον ερπετολόγο και παλαιοντολόγο Edward Cope το 1861 με το παρόν του όνομα. Ο ίδιος αργότερα περιέγραψε μια ξεχωριστή μορφή ως Lichanura roseofusca το 1868, αν κι αυτή η μορφή αργότερα υποβιβάστηκε σε υποείδος. Το είδος μεταφέρθηκε στο γένος Charina από τον Kluge το 1993, αλλά ύστερα από μοριακή φυλογενετική ανάλυση επανατοποθετήθηκε στο δικό του γένος.

Το είδος απαντά στις νοτιοδυτικές ΗΠΑ, στις πολιτείες Καλιφόρνια και Αριζόνα, καθώς και σε μέρος του βορειοδυτικού Μεξικού, στις πολιτείες Μπάχα Καλιφόρνια και Σονόρα. Στην Καλιφόρνια, το είδος βρίσκεται σε όλη την Έρημο Κολοράντο και στην Έρημο Μοχάβε, ενώ μπορεί να βρεθεί και σε παράκτιες περιοχές στις κομητείες Λος Άντζελες, Όραντζ, Ρίβερ Σάιντ και Σαν Ντιέγκο. Στην Αριζόνα μπορεί να βρεθεί στην Έρημο Μοχάβε και στις δυτικές περιοχές της Ερήμου Σονόρα, ενώ λείπει από τα βόρεια και τα ανατολικά της πολιτείας. Στο Μεξικό μπορεί να βρεθεί στην Έρημο Σονόρα από τα σύνορα με τις ΗΠΑ τουλάχιστον μέχρι το Ορτίζ. Τέλος στη χερσόνησο της Μπάχα Καλιφόρνια το είδος βρίσκεται παντού, εκτός από τις υπερβολικά ξηρές ή άπετρες ερήμους. Εν ολίγοις, συναντάται στα σημεία όπου εκτυλίσσονται τα Γουέστερν.

Ο ρόδινος βόας είναι σχετικά μικρό φίδι, με μήκος που κυμαίνεται μεταξύ 40-90 εκατοστών, ενώ οι παράκτιοι πληθυσμοί της Καλιφόρνιας συχνά έχουν και μεγαλύτερα άτομα, στα 90-112 εκατοστά. Τα θηλυκά της περιοχής Λίμπεργκ της Καλιφόρνιας είναι τα μεγαλύτερα, φτάνοντας συχνά στο ρεκόρ μέγεθος των 120 εκατοστών. Το είδος παρουσιάζει φυλετικό διμορφισμό, με το θηλυκό σημαντικά μεγαλύτερο από το αρσενικό. Το βάρος τους κυμαίνεται στα 120-600 γραμμάρια, ανάλογα με το μέγεθος. Το φίδι έχει μικρό και μακρόστενο κεφάλι με μικρές φολίδες και μάτια που έχουν κάθετες κόρες, όπως πολλά νυκτόβια σαρκοφάγα ζώα. Το σώμα του είναι παχύ, γεροδεμένο και σχεδόν κυλινδρικό. Η ουρά είναι παχιά και με αμβλεία άκρη σαν δάχτυλο, εξού και το όνομα του γένους του, Lichanura, από το «λιχανός», το δάκτυλο δείκτης στα αρχαία ελληνικά, και τη λέξη ουρά. Εκτός από τη διαφορά στο μέγεθος τα αρσενικά ξεχωρίζουν από τα θηλυκά από την ελαφρώς μακρύτερη ουρά και τα εντονότερα υπολειμματικά πίσω άκρα, τα οποία είναι συχνά αφανή στα θηλυκά. Όλες οι φολίδες είναι λείες. Χαρακτηριστικές του είδους είναι οι τρεις ραβδώσεις «βέργες’, εξού και το όνομα του είδους trivirgata, μία κατά μήκος της ράχης και δύο στις πλευρές, οι οποίες μπορεί να είναι πλήρεις και σε έντονη αντίθεση με το υπόλοιπο σώμα ή αχνές και διακεκομμένες. Συνήθη χρώματα του σώματος είναι η διάφορες αποχρώσεις του γκρίζου, του κίτρινου και του ανοιχτού καφέ, ενώ οι ραβδώσεις μπορεί να είναι πορτοκαλί, σκοκκινοκαφέ, καφέ, σκούρες καφέ, ή μαύρες. Η κοιλιά είναι λευκή, συχνά με σειρά σκούρων κηλίδων. Ο χρωματισμός παρουσιάζει πολλές λεπτές διαφορές ανάλογα με τον τόπο προέλευσης, προκαλώντας αρκετό ταξινομικό πονοκέφαλο. Σύμφωνα με πολλούς ερευνητές, οι βασικές χρωματικές παραλλαγές θα πρέπει να ταξινομούνται ως ξεχωριστά υποείδη, ενώ σύμφωνα με άλλους, τα υποείδη αυτά θα έπρεπε να αντιμετωπίζονται απλώς ως τοπικές παραλλαγές. Η ταξινόμηση του ρόδινου βόα είναι περίπλοκο θέμα που δε φαίνεται να βρίσκει λύσει στο εγγύς μέλλον. Για αυτόν το λόγο κι εγώ δε θα ασχοληθώ ιδιαίτερα μ’αυτό, αλλά θα αρκεστώ στην παρουσίαση των γενικώς αναγνωρισμένων υποειδών. Η γνώση του υποείδους ή της παραλλαγής ενός ρόδινου βόα είναι σημαντική για να προσαρμόσετε πλήρως το περιβάλλον του, μιας και κάποιες παραλλαγές έχουν εξειδικευμένες ανάγκες, αλλά και για να κρίνετε με ποιους μπορεί να αναπαραχθεί, αφού ο υβριδισμός ανόμοιων παραλλαγών συνήθως δεν είναι αποδεκτός από την κοινότητα που ασχολείται με αυτό το είδος. Επίσης οι διάφορες παραλλαγές διαφέρουν στην τιμή. Τα βασικά υποείδη είναι:

1. Lichanura trivirgata trivirgata. Το φερώνυμο υποείδος, γνωστό και ως μεξικάνικος ρόδινος βόας. Απαντά στη βορειοδυτική Σονόρα του Μεξικού, στη νότια χερσόνησο Μπάχα, στη νότια Ίσλα Σέντρος και στην κεντρική Αριζόνα. Είναι η πιο καφετί παραλλαγή, με ευθείες, έντονες σοκολατί ραβδώσεις πάνω σε κρεμ φόντο.
2. Lichanura trivirgata gracia. Ο ρόδινος βόας της ερήμου. Το υποείδος πήρε το όνομα της γυναίκας του ερευνητή που τον περιέγραψε, Lawrence Klauber, της Grace. Απαντά από την νοτιοκεντρική Καλιφόρνια (Όρη Τσουκαουάλα, Κομητεία Ρίβερ Σάιντ, Όρη Σαν Μπερναντίνο, Κομητεία Ιμπέριαλ, Όρη Οροκόπια), μέχρι την κεντροδυτική Αριζόνα (Όρος Χαρκουαχάλα, Όρος Θολωτού Βράχου, Όρος Κόφα). Το υποείδος εμφανίζει πολλές τοπικές παραλλαγές, συχνά χαρακτηριστικές ενός φαραγγιού. Συνήθως φέρει καφέ, ενίοτε πορτοκαλί ή σκούρες κόκκινες ραβδώσεις διαφόρων αποχρώσεων πάνω σε γεώδες γκρι ή κρεμ φόντο.
3. Lichanura trivirgata roseofusca. Ο παράκτιος ή μονόχρωμος ρόδινος βόας. Απαντά από τη βορειοανατολική Καλιφόρνια των ΗΠΑ έως τη νοτιοδυτική Μπάχα Καλιφόρνια του Μεξικού, και παρουσιάζει επίσης πολλές τοπικές παραλλαγές. Φέρει άνισες ή διακεκομμένες ραβδώσεις χρώματος κόκκινου, πορτοκαλί, ανοιχτού καφέ, πάνω σε υποκυανό γκρι φόντο, ενώ πολλά άτομα μπορεί να έχουν κηλίδες εκτός των ραβδώσεων. Άτομα από βορειότερους ή μεγαλύτερου υψομέτρου πληθυσμούς συχνά είναι σκουρόχρωμα με δυσδιάκριτες ραβδώσεις.

Εκτός από τα παραπάνω υποείδη, στο παρελθόν είχαν αναγνωριστεί και περισσότερα, τα οποία η επιστημονική κοινότητα δεν αναγνωρίζει πλέον, διατηρούνται όμως από τους χομπίστες για την ευκολότερη διάκριση μεταξύ των τοπικών παραλλαγών. Για παράδειγμα, οι πληθυσμοί της L. t. gracia από την Καλιφόρνια αποκαλούνται gracia, ενώ αυτοί από την Αριζόνα L. t. arizonae. Επίσης, ορισμένα άτομα της L. t. roseofusca με πολλές σκούρες κηλίδες αποκαλούνται L. t. Myriolepis, αν και το χαρακτηριστικό αυτό δεν περιορίζεται σε έναν μόνο πληθυσμό. Τέλος ο πληθυσμός της L. t. roseofusca της νότιας και κεντρικής Μπάχα (Σαν Φελίπε, Μπαχία ντε Λος Άντζελες, Λίμνη Τσαπάλα), εξακολουθεί να αποκαλείται από πολλούς Lichanura trivirgata saslowi ή απλώς ως Lichanura trivirgata sp. Διαφέρει από τα υπόλοιπα roseofusca από τις ευκρινείς, πορτοκαλί προς υπόπυρρες ραβδώσεις πάνω σε γκριζόλευκό φόντο.

Το είδος διαβιεί σε ποικιλία ξηρών και βραχωδών ενδιαιτημάτων, όπως σε ερήμους, θαμνότοπους, αμμώδεις πεδιάδες, και βραχώδεις πλαγιές, μέχρι και το υψόμετρο των 2.070 μέτρων. Αν και μπορεί να ζήσει σε εντελώς ξηρά περιβάλλοντα χωρίς καθόλου βλάστηση, προτιμά μέρη κοντά σε πηγές με τουλάχιστον λίγο νερό για μέρος του χρόνου, όχι γιατί έχει ιδιαίτερη σχέση με το νερό, αλλά επειδή εκεί συγκεντρώνονται τα θηράματά του. Το είδος εξαρτάται από τους βράχους και οι πληθυσμοί του είναι πολύ χαμηλοί σε μέρη χωρίς αυτούς, όπου βρίσκει καταφύγιο σε εγκαταλελειμμένες τρύπες θηλαστικών. Στα μέρη όπου ζει οι ημερήσιες θερμοκρασίες μπορούν να ξεπεράσουν για μεγάλο χρονικό διάστημα τους 45 βαθμούς το καλοκαίρι, αλλά μέσα στα μικροκλίματα όπου κρύβεται η θερμοκρασία είναι χαμηλότερη και η υγρασία υψηλότερη. Ζει ακόμα και στην Κοιλάδα του Θανάτου στην Καλιφόρνια, ένα από τα ζεστότερα και ξηρότερα μέρη του πλανήτη όπου οι θερμοκρασίες συχνά φτάνουν και ξεπερνούν τους 50 βαθμούς. Είναι κρυπτικό είδος που χώνεται κάτω από πέτρες ή σε σχισμές βράχων. Την άνοιξη και το φθινόπωρο ξεκινά τη δραστηριότητά του από το απόγευμα ή νωρίς το βράδυ, ενώ κατά το καυτό καλοκαίρι την ξεκινά αργά τη νύχτα. Το χειμώνα πέφτει σε χειμερία νάρκη, αν και σε θερμότερες περιοχές της εξάπλωσής του μπορεί να την διακόψει σε ευνοϊκό καιρό, όπως κάνουν πολλά ερπετά, π.χ. πολλά είδη στη Νότια Ελλάδα και στα Νησιά. Νωρίς την άνοιξη συχνά συμπεριφέρεται ως ημερόβιο λόγω των χαμηλών θερμοκρασιών, περίοδος όπου παρατηρείται και η μεγαλύτερη δραστηριότητα, αφού είναι η περίοδος αναπαραγωγής. Μεγάλη δραστηριότητα επίσης παρατηρείται μετά από τη βροχή το καλοκαίρι.

Η περίοδος αναπαραγωγής ξεκινά την άνοιξη μέχρι της αρχές καλοκαιριού. Το είδος δε φαίνεται να προστατεύει περιοχές ή να έχει κάποιου άλλου είδους εδαφοκυριαρχική συμπεριφορά, αλλά αντίθετα οι οικείες ζώνες ατόμων από διάφορες ηλικίες και φύλα συχνά αλληλοεπικαλύπτονται. Τα περισσότερα ζευγαρώματα γίνονται Μάιο-Ιούνιο. Το αρσενικό εντοπίζει το θηλυκό από τα ίχνη φερομονών που έχει αφήσει, όπως γίνεται με όλα τα φίδια. Έπειτα, το πλησιάζει, το εξετάζει με τη γλώσσα του και το γαργαλάει με τα υπολειμματικά του πόδια, και μετά τυλίγονται, το θηλυκό σηκώνει την ουρά του και γίνεται η γονιμοποίηση. Όπως και με τα υπόλοιπα φίδια και τις σαύρες, το αρσενικό φέρει δύο ημιπέη. Μετά από 130 περίπου ημέρες κύησης, τον Οκτώβριο ή το Νοέμβριο, το θηλυκό γεννά 1-12 μικρά, συνήθως 6, τα οποία αμέσως διαρρηγνύουν το σάκο τους και ανεξαρτητοποιούνται. Είναι αρκετά ανεπτυγμένα, με μήκος που κυμαίνεται μεταξύ 15-30 εκατοστών, με το σύνηθες στα 20-30 εκατοστά. Επειδή συνήθως γεννιούνται αργά στο χρόνο, δεν είναι σπάνιο να ξεκινήσουν να τρέφονται μετά την πρώτη τους χειμερία νάρκη. Το είδος ωριμάζει αναπαραγωγικά στα τρία περίπου χρόνια, ενώ σε δύσκολες χρονιές τα θηλυκά μπορεί να μην αναπαραχθούν καθόλου. Το είδος αυτό είναι εξαιρετικά μακρόβιο, με άτομα που ξεπερνούν εύκολα τα 20 χρόνια, ενώ περιπτώσεις ρεκόρ έζησαν πάνω από 30 χρόνια.

Ο βόας αυτός είναι δεινός κυνηγός τρωκτικών και των μικρών τους, ενώ πιο σπάνια επίσης μπορεί να φάει άλλα θηλαστικά, σαύρες και πουλιά που κινούνται στο έδαφος. Οι ξυλοαρουραίοι (γένος Neotoma), τα ελαφοπόντικα (γένος Peromyscus), οι αρουραίοι καγκουρό (γένος Dipodomys), και τα νεογέννητα κουνέλια (γένος Silvilagus), αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος της διατροφής του. Έχει ιδιαίτερη προτίμηση σε νεαρά ζώα που είναι ακόμα στη φωλιά, και σε μία μελέτη που έγινε για να διαπιστωθεί αν ο βόας αυτός μπορεί να ξεχωρίσει από την οσμή θηλυκά ποντίκια με εξαρτημένα μικρά, ο βόας πράγματι ακολούθησε το ίχνος του θηλυκού με τα μικρά. Κυνηγά την τροφή του είτε από ενέδρα μέσα στην κρυψώνα του, είτε ψάχνοντάς την στο περιβάλλον. Είναι χερσαίο είδος, αλλά σπάνια έχει παρατηρηθεί πάνω σε χαμηλούς θάμνους να ψάχνει τροφή. Όταν κινείται, σέρνεται αρκετά αργά, βγάζοντας περιοδικά τη διχαλωτή γλώσσα του για να οσμιστεί τον αέρα. Η όρασή του θεωρείται καλή μόνο στις κοντινές αποστάσεις που γίνεται η επίθεση. Συχνά χρησιμοποιεί την ορθογραμμική κίνηση, μια αργή και ενεργοβόρα μορφή κίνησης, όπου το φίδι σπρώχνει μπροστά το κιλιακό του δέρμα και σέρνεται πάνω σ’αυτό σε ευθεία γραμμή, στρίβοντας μόνο για να αλλάξει κατεύθυνση. Η κίνηση αυτή είναι γνωστή σε μεγάλους συσφιγκτήρες που πλησιάζουν τη λεία τους αθόρυβα, αλλά στην πραγματικότητα χρησιμοποιείται και από μικρότερα φίδια για την καθημερινή τους μετακίνηση όπως ο βασιλικός πύθωνας (Python regius) και το συγκεκριμένο είδος. Βέβαια μπορεί να χρησιμοποιήσει και τον πλευρικό κυματισμό, την τυπική οφιοειδή κίνηση σε ζιγκ-ζαγκ, όπου το φίδι δημιουργεί κύματα μυικής σύσπασης ενναλάξ στο σώμα του που φεύγουν προς τα πίσω και σπρώχνουν τις ανωμαλίες του εδάφους, για να προχωρήσει το σώμα μπροστά. Έχει καταγραφεί να κάνει αρκετές μικρές κινήσεις στην οικεία περιοχή του, με μεγαλύτερες εξορμήσεις πιο σπάνιες. Όταν λοιπόν έχει φτάσει σε απόσταση λίγων εκατοστών από το θήραμα, με μία αστραπιαία εκτίναξη το πιάνει και το συσφίγγει, προκαλώντας το θάνατό του σε μερικά δευτερόλεπτα ή λεπτά, ανάλογα με το μέγεθός του. Όπως όλα τα φίδια, έχει δύο σειρές κυρτών προς τα πίσω δοντιών στην άνω και μία στην κάτω γνάθο, τα οποία κάνουν αδύνατη την απόδραση του θηράματος. Η σύσφιξη είναι αρκετά δυνατή ώστε να σκοτώσει το μικρό θήραμα από κυκλοφορική ανεπάρκεια, και το φίδι σταματά να συσφίγγει όταν αντιληφθεί ότι δεν υπάρχει κίνηση ή σφυγμός. Έπειτα ψάχνει το κεφάλι του θηράματος και ξεκινά να το καταπίνει ολόκληρο. Το στόμα του είναι ιδιαίτερα διασταλτό, αφού τα δύο μισά της κάτω γνάθου ενώνονται με ελαστικό σύνδεσμο και πολλά μέρη της άνω γνάθου και του ουρανίσκου είναι επίσης κινητά. Το μόνο μέρος του κρανίου που είναι στέρεο είναι η περιοχή που προστατεύει τα μάτια και τον εγκέφαλο. Αφού κατεβάσει το θήραμα στο στομάχι, το οποίο βρίσκεται περίπου στο 1/3 του σώματός του, πηγαίνει σε κάποιο ασφαλές σημείο για να το χωνέψει. Τα ισχυρά του οξέα και πεπτικά ένζυμα διαλύουν όλο το θήραμα, και το μόνο που μένει στα κόπρανα είναι μερικές τρίχες. Το φίδι αυτό μπορεί να σφίξει πάνω από ένα θήραμα συγχρόνως ή να σφίγγει ένα και να καταπίνει ένα άλλο. Αν και μπορεί να φάει θηράματα πάχους όσο το πάχος του σώματός του ή και περισσότερο, δεν έχει τη δυνατότητα μεγαλύτερων βοών και πυθώνων να καταπίνει πολύ μεγαλύτερα. Συνήθως τρέφεται με μεγάλη ποσότητα και αραιά.

Όπως τρώει ό,τι μπορεί να πιάσει, έτσι τρώγεται και από ό,τι μπορεί να το πιάσει. Το μικρό του μέγεθος σημαίνει ότι γίνεται θήραμα πολλών σαρκοφάγων ζώων. Επειδή ωστόσο είναι κρυπτικό, οι παρατηρήσεις επίθεσης σ’αυτό το είδος είναι σπάνιες. Πιθανόν εχθροί του θα είναι οι αλεπούδες, τα κογιότ, οι κουκουβάγιες, τα γεράκια, και τα οφιοφάγα βασιλικά φίδια του γένους Lampropeltis (kingsnakes). Όταν είναι μικρότερο σίγουρα θα έχει να αντιμετωπίσει περισσότερους εχθρούς. Η κύρια προστασία του έγκειται στο παραλλακτικό χρώμα του και στην κρυπτική του συμπεριφορά. Αν αντιμετωπίσει εχθρό στην επιφάνεια, δε μπορεί να κάνει πολλά πράγματα. Είναι αργό φίδι και δε μπορεί να αναπτύξει στιγμιαία υψηλή ταχύτητα για να ξεφύγει, αν και πολλές φορές θα προσπαθήσει να ξεφύγει με σχετικά γρηγορότερη οφιοειδή κίνηση. Ούτε επίσης κάνει επιδείξεις απειλής, όπως δόνηση της ουράς για να μιμηθεί τους κροταλίες, όπως κάνουν τα περισσότερα αμερικανικά μη ιοβόλα φίδια. Συνήθως όταν αντιμετωπίζει εχθρό, η πρώτη του άμυνα είναι να μαζευτεί σε μια μπάλα, με το κεφάλι προστατευμένο στο κέντρο. Αν αυτή η άμυνα δεν πιάσει, τότε σηκώνει ψηλά την ουρά του, κουνώντας την μπρος και πίσω, για να μιμηθεί το κεφάλι. Για αυτόν το λόγο πολλά άτομα του είδους και άλλων ερυκοειδών στη φύση φέρουν τραυματισμένη ή κομμένη ουρά. Αν κι αυτή η άμυνα δεν πετύχει, τότε εκκρίνει δύσοσμο μόσχο από την αμάρα του. Όλα τα φίδια έχουν ένα ζεύγος οσμογόνων αδένων στην αμάρα, απλώς δεν τους χρησιμοποιούν όλα το ίδιο συχνά. Κάποια, όπως τα νερόφιδα και τα βασιλικά φίδια τους χρησιμοποιούν με την παραμικρή απειλή, ενώ άλλα, όπως οι βόες και οι πύθωνες, σπάνια τους χρησιμοποιούν. Σπάνια δαγκώνει, ακόμα κι αν πιαστεί στο φυσικό του περιβάλλον. Ο άνθρωπος δεν αποτελεί σημαντικό κίνδυνο για το είδος και το είδος δε θεωρείται απειλούμενο, με αρκετά μεγάλο πληθυσμό. Συνήθως οι περιοχές που ζει είναι πολύ αφιλόξενες για κάθε τύπου ανάπτυξη, ενώ το φίδι είναι κρυπτικό, κι Έτσι σώζεται από αυτούς που μπορεί να το σκοτώσουν, επειδή πιστεύουν ότι είναι επικίνδυνο. Σημαντικότερη τρέχουσα ανθρωπογενής απειλή για το είδος είναι οι θάνατοι στους αυτοκινητοδρόμους κατά της περιόδους μεγαλύτερης δραστηριότητας, όπου πολλά φίδια, μη μπορώντας να ξεφύγουν, σκοτώνονται. Η συλλογή για το εμπόριο κατοικιδίων επίσης, που γινόταν σε μεγαλύτερο βαθμό στο παρελθόν, αφού σήμερα τα περισσότερα αιχμάλωτα φίδια προέρχονται από αναπαραγωγή στην αιχμαλωσία, ενδεχομένως να επηρέασε τους πληθυσμούς του είδους, αν και η κρυπτική φύση του φιδιού σε συνδυασμό με τα σχετικά λίγα άτομα που συλλέχθηκαν κάνουν τον αντίκτυπο της συλλογής μηδαμινό.

Το φίδι αυτό είναι αρκετά κοινό είδος στο χόμπι των ερπετών, αλλά δυστυχώς επισκιάστηκε από το βασιλικό πύθωνα και η δημοφιλία του έχει πέσει. Είναι η εύκρατη ηχηρή απάντηση στο βασιλικό πύθωνα, αφού έχει παρόμοια χαρακτηριστικά και συνήθειες, και επιπροσθέτως μερικά ακόμα θετικά χαρακτηριστικά. Και τα δύο φίδια είναι κοντινοί συγγενείς με παρόμοια μορφολογία, γεροδεμένα, μυώδη, αργοκίνητα, συσφιγκτήρες, μη επιθετικά και πιο πιθανό να γίνουν μπάλα αν απειληθούν παρά να δαγκώσουν και εύκολα στο χειρισμό, αν και ο ρόδινος βόας είναι πιο κρυπτικός από το βασιλικό πύθωνα. Επίσης ο ρόδινος βόας ανέχεται μεγαλύτερες μεταβολές των περιβαλλοντικών του παραμέτρων και χρειάζεται υψηλότερη υγρασία στο χώρο του, ενώ το χειμώνα μπορεί να πέσει σε νάρκη. Από την άλλη, ο βασιλικός πύθωνας θα αρχίζει να έχει προβλήματα στην έκδυση αν η υγρασία πέσει, και αν η θερμοκρασία πέσει λίγο πιο κάτω από τις προτιμώμενες, κινδυνεύει να αρρωστήσει. Ακόμα ένα άλλο πολύ θετικό στοιχείο έναντι του βασιλικού πύθωνα είναι η ετοιμότητα του ρόδινου βόα να φάει οτιδήποτε, ενώ ο βασιλικός πύθωνας μπορεί να σταματήσει το φαΐ για μήνες χωρίς προφανή λόγο. Τα μόνα δύο σημεία στα οποία υστερεί ο ρόδινος βόας κατά τη γνώμη μου είναι το μικρό του μέγεθος, για όσους προτιμούν κάτι μεγαλύτερο, και οι λιγότερες τεχνητές χρωματικές παραλλαγές. Το τελευταίο είναι αυτό που πραγματικά απογείωσε το βασιλικό πύθωνα, αφού οι εκτροφείς έχουν παραγάγει δεκάδες μορφικών. Αντίθετα, ο ρόδινος βόας, αν κι έχει διάφορες φυσικές παραλλαγές, δεν εμφανίζει την τεράστια ποικιλομορφία του βασιλικού. Τα μόνα μορφικά είναι τα αλφικά (albino) και τα ανερυθριστικά (anerythristic) που έχουν βγει από την L. t. roseofusca. Αυτό δε σημαίνει ότι οι φυσικοί χρωματισμοί δεν είναι αγαπητοί, οι φανατικοί του είδους τους προτιμούν και εγώ επίσης. Για τους παραπάνω λόγους, αλλά επίσης και για το γεγονός ότι υπάρχουν ακόμα αρκετοί απόγονοι τοπικών πληθυσμών στην αιχμαλωσία χωρίς μεγάλη επιμιξία, υπάρχει μια μικρή, σκληροπυρηνική κοινότητα φίλων του είδους, οι οποίοι προσπαθούν να διατηρήσουν αγνές τις τοπικές παραλλαγές (localities). Έτσι ο υβριδισμός μεταξύ localities του ίδιου υποείδους γίνεται προσπάθεια να αποφεύγεται, ενώ ο υβριδισμός μεταξύ υποειδών αποθαρρύνεται. Τα localities επίσης διαφέρουν ως προς την ευκολία διατήρησης και την τιμή. Η L. t. trivirgata θεωρείται το ανθεκτικότερο υποείδος, ενώ ορισμένες παραλλαγές της L. t. Roseofusca θεωρούνται κάπως δυσκολότερες, διότι κατάγονται από πολύ ξηρές ερήμους με ελάχιστη υγρασία και βροχοπτώσεις, κι έτσι είναι πιο επιρρεπείς στα προβλήματα που φέρνει η υγρασία. Η L. t. saslowi θεωρείται η πλέον επιθυμητή παραλλαγή, εξαιτίας των καθαρών χρωματισμών της και της ανθεκτικότητάς της, είναι όμως από τις πιο ακριβές. Τέλος τα μορφικά όπως τα αλφικά είναι αρκετά ακριβά σ’αυτό το είδος.

Το είδος είναι αρκετά εύκολο στη φροντίδα, όπως και άλλα παρόμοιου τύπου φίδια, αλλά έχει ορισμένες ιδιαιτερότητες όσον αφορά τη θερμοκρασία και την υγρασία. Ως αρκετά αδρανές φίδι, δε χρειάζεται μεγάλο χώρο• ένας χώρος του οποίου η μισή περίμετρος θα ισούται με το ολικό μήκος του φιδιού είναι αρκετός, ενώ το ύψος δεν είναι σημαντικό. Δηλαδή ένας χώρος 45χ30 είναι αρκετός για ένα μέσο φίδι του είδους, ενώ για τα μικρότερα ένας χώρος 30χ20 είναι αρκετός και για τα μεγαλύτερα ένας 60χ30. Εκτός από τα γυάλινα τερράρια, μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν χαμηλά φαουνάριουμ ή πλαστικά κουτιά αποθήκευσης, ταοποία τελευταία είναι και καλή επιλογή για το συγκεκριμένο μικρόσωμο και κρυπτικό είδος, κι επίσης κρατούν καλά τη θερμοκρασία. Κανονίστε το μέγεθος του χώρου ανάλογα με το μέγεθος του φιδιού, και να θυμάστε ότι όποιος κι αν είναι ο χώρος, θα πρέπει να κλείνει με ασφάλεια και οι τρύπες εξαερισμού θα πρέπει να είναι μικρότερες του κεφαλιού, για να αποφευχθούν οι αποδράσεις, γιατί ακόμα κι αυτό το φαινομενικά αργό φίδι μπορεί να ξεφύγει. Οι πολλές τρύπες εξαερισμού είναι απαραίτητες για αυτό το είδος που ζει σε περιβάλλον με καθαρό αέρα και λίγη υγρασία. Τα φίδια είναι κατά κανόνα μοναχικά, οπότε το καλύτερο είναι το φίδι να ζει μόνο του. Παρόλα αυτά, οι ερυκίνες συχνά διατηρούνται σε ζευγάρια ή ομάδες επειδή δε μαλώνουν και δεν κανιβαλίζονται. Για τον περισσότερο χρόνο απλώς αγνοεί το ένα το άλλο και δεν υπάρχουν προβλήματα. Πάλι ωστόσο θα μπορούσε να γίνει ατύχημα κατά τη σίτιση, άρα θα πρέπει να τα χωρίζετε τότε. Εσωτερικά ο χώρος τους δε χρειάζεται πολλά πράγματα. Ως υπόστρωμα μπορείτε να βάλετε ξερό χώμα, στο οποίο θα σκάβουν, ή απλώς στρώσεις χαρτιών, π.χ. εφημερίδα, κάτω από τις οποίες θα κρύβονται, οι οποίες είναι και ευκολότερες στο καθάρισμα. Η σκέτη άμμος είναι ακατάλληλο υλικό, αφού δεν ζουν μέσα στην άμμο όπως άλλα ερημόβια φίδια και μπορεί να οδηγήσει σε προβλήματα, όπως ενσφηνώσεις και ερεθισμούς. Μέσα στο χώρο επίσης θα πρέπει να υπάρχει τουλάχιστον μία κρυψώνα, στην οποία το φίδι θα αποσύρεται, κι επίσης θα είναι μια κατάλληλη τραχιά επιφάνεια για να ξύνεται κατά την έκδυση. Μία αναποδογυρισμένη γλάστρα με μικρό άνοιγμα από κάτω ή ένα ψηλό πιάτο γλάστρας, ένα χαρτονένιο κουτί με άνοιγμα από κάτω ή μια έτοιμη κομμένη καρύδα ή τεχνητή σπηλιά είναι όλα καλές επιλογές. Αν έχετε μόνο μία κρυψώνα, τοποθετήστε την στη θερμή πλευρά, αλλιώς τοποθετήστε περισσότερες και σε άλλα μέρη. Το φίδι ωστόσο συχνά θα κρύβεται κάτω από το υπόστρωμα ή κάτω από άλλα αντικείμενα, κι όχι απαραίτητα μέσα στην κρυψώνα. Γι’αυτόν το λόγο, ιδίως αν χρησιμοποιείται βαριές διακοσμήσεις ή χώμα, φροντίστε να είναι όλα στερεωμένα καλά, για να μην πέσουν καθώς κινείται το φίδι και το καταπλακώσουν. Τέλος θα μπορούσε να τοποθετηθεί ένα χαμηλό κλαδί για αναρρίχηση, αλλά δεν είναι απαραίτητο. Τοποθετήστε το χώρο τους σε μέρος χωρίς πολλές ενοχλήσεις, όπως έντονα φώτα, κραδασμούς, θορύβους, ρεύματα αέρος κλπ, ώστε τα ζώα να νιώθουν ασφαλή και να μη στρεσάρονται.

Το είδος για να ευημερήσει επί μακρόν θα πρέπει να έχει υψηλές θερμοκρασίες, κάτι που επιτυγχάνεται με μια θερμαντική πλάκα κάτω από το τερράριο που θα καλύπτει περίπου το μισό του πυθμένα, η οποία θα είναι ρυθμισμένη να ζεσταίνει στους 32 βαθμούς. Ο έλεγχός της με ένα θερμοστάτη προτείνεται, ώστε να αποφευχθεί η πιθανότητα υπερθέρμανσης. Έτσι η ζεστή πλευρά του χώρου θα βρίσκεται γύρω στους 32 βαθμούς και η δροσερή στους 28-29, και το φίδι θα μπορεί να θερμορρυθμίζεται. Η νυχτερινή θερμοκρασιακή πτώση δεν είναι απαραίτητη, αλά επειδή στο ερημικό φυσικό του περιβάλλον είναι έντονη προτείνεται, και η θερμοκρασία μπορεί να πέσει στους 23-25 βαθμούς. Η παρατεταμένη έκθεση σε χαμηλότερες από το σωστό θερμοκρασίες δυσχεραίνει την πέψη και μπορεί να οδηγήσει σε εξέμεση της τροφής, αλλά και σε αποδυνάμωση του ανοσοποιητικού συστήματος. Τα παραπάνω δεν ισχύουν για την περίοδο της νάρκης.

Εκτός της υψηλής θερμοκρασίας, ως ερημόβιο είδος δεν ανέχεται την υψηλή υγρασία. Η υψηλή υγρασία μπορεί να οδηγήσει σε αναπνευστικές και δερματικές λοιμώξεις. Η υγρασία μπορεί να παραμένει στο 20%-30%, και δε θα πρέπει να ξεπερνά το 50%. Δηλαδή δε χρειάζεται να κάνετε κάτι για να την ανεβάσετε. Μπορείτε μόνο να ψεκάσετε ελαφρά το ζώο στην περίοδο της έκδυσης, η οποία σηματοδοτείται από το θάμπωμα των χρωμάτων του ζώου και μετά την επαναφορά τους αμέσως πριν την αλλαγή του δέρματος, για να ξεκολλήσει το δέρμα απροβλημάτιστα, αν και συνήθως ξεκολλά χωρίς πρόβλημα και σε χαμηλή υγρασία. Για τον ίδιο λόγο το μπολ νερού δεν είναι απαραίτητο γι’αυτό το είδος. Σε ένα μεγάλο και καλά αεριζόμενο τερράριο, κάποιοι χομπίστες τοποθετούν ένα μικρό μπολ γεμάτο μόνιμα, αν κι αυτό ανεβάζει την υγρασία, κι επίσης το φίδι δεν πίνει συνέχεια νερό. Μπορείτε απλώς να γεμίζετε ένα μικρό μπολ, τόσο ώστε το φίδι να μπορεί να πιει αλλά όχι να μπει μέσα, αφού το ζώο έχει φάει ή μια φορά το μήνα και αραιότερα, κι αυτό θα καλύψει της ανάγκες αυτού του ολιγαρκούς είδους.

Η σίτιση του είδους είναι πολύ εύκολη, και σπάνια αρνείται γεύμα. Μπορείτε να ταΐζετε θήραμα πάχους ίσα με το πάχος του φιδιού ή και λίγο μεγαλύτερο. Αν και ο κανόνας για τα φίδια είναι το θήραμα να ισούται με το 10% του βάρους τους, ως βόας μπορεί να καταναλώσει και κάτι μεγαλύτερο. Συνήθως οι ρόδινοι βόες ταΐζονται με ένα μεγάλο θήραμα, επειδή όμως είναι κυνηγοί μικρών και θα φάνε περισσότερα και μικρότερα αν τα βρουν, μερικοί κάτοχοι τους ταΐζουν δύο μικρότερα, πιστεύοντας ότι αυτό διευκολύνει την πέψη τους. Τα συνήθη θηράματα στην αιχμαλωσία είναι κατεψυγμένα ποντίκια και αρουραίοι, τα οποία φυσικά θα πρέπει να αποψύξετε και να ζεστάνετε πριν τα προσφέρετε στο φίδι. Μπορεί να φάει και ζωντανά, τα οποία συνήθως πιάνει και θανατώνει αμέσως, αλλά υπάρχει η πιθανότητα να τραυματιστεί, συν του ότι η σίτιση με κατεψυγμένα είναι πολύ πιο εύκολη και βολική. Το θήραμα μπορείτε να τους το προσφέρετε με δύο τρόπους• είτε αφήνοντάς το στο χώρο, ώστε το φίδι να το βρει, είτε κουνώντας το από μια λαβίδα για να μοιάζει με ζωντανό, ώστε το φίδι να του επιτεθεί, να το σφίξει και να το φάει. Ο τελευταίος τρόπος είναι πιο θεαματικός, και μπορείτε να παρατηρείται το φίδι να τρώει μπροστά σας. Αφού φάει, το φίδι θα κρυφτεί σε ζεστό σημείο του χώρου του για να χωνέψει, και καλό είναι να μην το ενοχλήσετε για τις επόμενες 48 ώρες, και φυσικά να μην το χειριστείτε, γιατί μπορεί να στρεσαριστεί και να βγάλει την τροφή. Μέσα σε λιγότερο από μια εβδομάδα μπορεί να αφοδεύσει, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι χρειάζεται ξανά τάισμα. Όπως προανέφερα, είναι ολιγαρκή φίδια χαμηλού μεταβολισμού που δε χρειάζονται πολύ τροφή, οπότε καλύτερα να τα ταΐζετε λιγότερο παρά περισσότερο, ιδίως εάν έχουν ενηλικιωθεί. Τα μικρά μπορούν να τρώνε κάθε 5-7 ημέρες, τα αμέσως μεγαλύτερα κάθε 7 ημέρες, τα ενήλικα θηλυκά κάθε δύο περίπου εβδομάδες, και τα ενήλικα αρσενικά κάθε δύο ή τρεις εβδομάδες. Εάν το ταΐζετε συχνότερα, θα αρχίζει να συσσωρεύει αρκετό λίπος, το οποίο μπορεί να βραχύνει την κανονικά μακρά διάρκεια ζωής του, και όπως με όλα τα βραδυμεταβολικά ποικιλόθερμα, άπαξ και γίνει παχύσαρκο, το λίπος θα ελαττωθεί μόνο με τη μείωση της πρόσληψης της τροφής. Το μέγεθος του θηράματος εξαρτάται από το μέγεθος του φιδιού, με τα νεογέννητα να τρώνε νεογέννητα ποντίκια στα 2 γραμμάρια και τα αρκετά μεγάλα ενήλικα ποντίκια ή μικρούς αρουραίους του ίδιου μεγέθους, στα 30-35 γραμμάρια. Τα περισσότερα φίδια μέσου μήκους μπορούν να φάνε ημιενήλικα ποντίκια ή μικρούς αρουραίους στα 20-25 γραμμάρια.

Οι παραπάνω οδηγίες ισχύουν για την περίοδο δραστηριότητας του φιδιού, δηλαδή για το θερμό διάστημα του έτους. Το χειμώνα το φίδι μπορεί να πέσει σε χειμερία νάρκη. Αν και δεν είναι απαραίτητο για όσα ζώα δεν αναπαράγονται, θεωρείται ωφέλιμο, πιθανόν να αυξάνει τη διάρκεια ζωής του και προτείνεται για το συγκεκριμένο είδος. Η προετοιμασία για τη νάρκη δεν είναι δύσκολη διαδικασία. Αφού βεβαιωθείτε ότι το ζώο είναι σε καλή υγεία και βάρος, σταδιακά το Νοέμβριο ή το Δεκέμβριο, αφού το έχετε αφήσει για δύο εβδομάδες νηστικό ώστε να αδειάσει πλήρως το πεπτικό του σύστημα, σταδιακά μέσα σε λίγες μέρες κατεβάστε τις θερμοκρασίες μέχρι να φτάσουν τους 12-15 βαθμούς, κι αφήστε το φίδι έτσι για δύο ή τρεις μήνες. Περιστασιακά μπορείτε να ελέγχετε την κατάστασή του. Σε τέτοιες θερμοκρασίες, για το μεγαλύτερο χρόνο παραμένει αδρανές, αλλά η δραστηριότητά του δε θα σταματήσει εντελώς. Η χαμηλή υγρασία είναι ακόμα πιο σημαντική σ’αυτήν την περίοδο, αφού το ανοσοποιητικό του σύστημα είναι πεσμένο και είναι ευάλωτο σε λοιμώξεις. Για παράδειγμα υπήρξαν περιπτώσεις όπου ρόδινοι βόες αναποδογύρισαν το μπολ του νερού, ο κάτοχος δεν το εντόπισε εγκαίρως και πέθαναν από πνευμονία. Γι’αυτό καλύτερα να μην έχετε καθόλου μπολ νερού, ή να το γεμίζετε για λίγες ώρες μόνο την εβδομάδα, αν το ζώο δείχνει δραστήριο. Μετά το πέρας της περιόδου νάρκης, θα πρέπει σταδιακά σε λίγες μέρες να ανεβάσετε τις θερμοκρασίες στα επίπεδα της κανονικής δραστηριότητας. Ιδανικά τα ζώα θα έχουν χάσει μόνο λίγο βάρος, αλά θα έχουν μεγάλη όρεξη. Λίγες μέρες μετά το ξύπνημα, μπορείτε να τα προσφέρετε το πρώτο θήραμα, το οποίο ιδανικά θα πρέπει να είναι λίγο μικρότερο από το κανονικό. Αφού το φάνε, μπορούν έπειτα να ταΐζονται κανονικά. Τώρα τα φίδια είναι έτοιμα και για αναπαραγωγή.

Η αναπαραγωγή του ρόδινου βόα δεν είναι πολύ δύσκολη, αν και το μεγάλωμα των μικρών μπορεί να είναι. Το θηλυκό θα πρέπει να αναπαραχθεί όταν έχει ενηλικιωθεί, μετά τα τρία χρόνια, ενώ το αρσενικό μπορεί να ζευγαρώσει και πολύ μικρότερο. Εάν έχετε δύο ενήλικα υγιή φίδια του αντίθετου φύλου, μπορείτε να τα αναπαράγετε. Περίπου ένα μήνα μετά τη χειμερία νάρκη, θα αλλάξουν το δέρμα τους, κι αυτό σηματοδοτεί την ετοιμότητά τους για ζευγάρωμα. Τότε μπορείτε να φέρνετε το θηλυκό στο κλουβί του αρσενικού ή το αντίθετο λίγες φορές την εβδομάδα. Στο διάστημα αυτό είναι σύνηθες το αρσενικό να μειώσει την πρόσληψη τροφής, όπως συνήθως γίνεται στα αρσενικά φίδια κατά την περίοδο αναπαραγωγής. Το θηλυκό αντίθετα θα πρέπει να τρώει παραπάνω από το κανονικό για να συσσωρεύσει λίπος για την εγκυμοσύνη, ένα μεγάλο θήραμα κάθε 5-7 μέρες. Κατά τις συναντήσεις μπορεί να παρακολουθήσετε το ζευγάρωμα, μπορεί και όχι. Συνεχίστε τις συναντήσεις μέχρι τη γονιμοποίηση, οι οποίες μπορούν να γίνονται έως και για τρεις μήνες. Τρεις ή τέσσερις εβδομάδες μετά από ένα επιτυχές ζευγάρωμα, το πίσω μέρος του σώματος του θηλυκού θα αρχίσει να φουσκώνει, υποδηλώνοντας την κύηση. Αν τα είχατε μαζί, τώρα καλό είναι να τα χωρίσετε. Στο διάστημα αυτό ταΐζετε την θηλυκιά κάθε βδομάδα με μικρό θήραμα. Δεν είναι σπάνιο όσο προχωρά η κύηση να αρνείται γεύματα, κι αυτό είναι φυσιολογικό, αφού ο χώρος στην κοιλιά της καταλαμβάνεται από τους απογόνους. Το φθινόπωρο, λίγο πριν γεννήσει θα αλάξει το δέρμα της κι επίσης μπορεί να είναι λίγο ανήσυχη, έπειτα γενά, σύντομα ξαναλλάζει δέρμα, και μετά μπορείτε να την ταΐζετε κανονικά με καλά γεύματα για να την προετοιμάσετε για τη χειμερία νάρκη. Η γέννα γίνεται σε ανύποπτο χρόνο και είναι ιδιαίτερα σπάνιο να την πετύχετε. Τα μικρά μπορείτε να τα μετακινήσετε είτε σε μικρά κουτιά εξαρχής, είτε σε κάποιο κοινό, μέχρι ν’αρχίζουν να αλλάζουν δέρμα. Θα αλλάξουν το δέρμα τους σε 7-14 ημέρες, και μετά μπορεί να φάνε νεογέννητα ποντικάκια. Κάποια μπορεί να φάνε αμέσως,, ενώ άλλα μπορεί να χρειαστεί να περάσουν από νάρκη πριν αρχίσουν να τρώνε. Για αυτά τα δύσκολα φιδάκια, μπορείτε να δοκιμάσετε διάφορα τεχνάσματα πριν εγκαταλείψετε την προσπάθεια και τα βάλετε σε νάρκη, μήπως και φάνε. Μπορείτε για παράδειγμα να αλλάξετε το χώρο τους προσθέτοντας περισσότερες κρυψώνες, ή να βάλετε το φιδάκι μαζί με το θήραμα σε μια πάνινη σακούλα για ένα βράδυ. Στο τέλος όλα, ή τουλάχιστον σχεδόν όλα, τα μικρά θα φάνε και έπειτα τα πράγματα είναι πολύ εύκολα. Η συνθήκες για τα μικρά είναι ίδιες με αυτές για τα ενήλικα, δηλαδή υψηλή θερμοκρασία και χαμηλή υγρασία.

Οι ρόδινοι βόες είναι πολύ ήρεμα και ανεκτικά με τον άνθρωπο φίδια, άρα είναι ιδανικά για χειρισμό. Μπορείτε να τα χειρίζεστε αρκετά συχνά για μικρό χρονικό διάστημα κάθε φορά χωρίς κανένα πρόβλημα, αρκεί να μη βρίσκονται σε φάση χώνευσης. Είναι φίδια που κινούνται πολύ αργά και δε θα σκαρφαλώσουν πάνω σας ή θα ξεφύγουν. Μπορεί μερικές φορές να κοιτάζουν κάτω ή να προσπαθούν να κρυφτούν, αλλά συνήθως κάθονται στα χέρια σας. Σπάνια δαγκώνουν. Υπάρχουν μερικά άτομα που μπορεί να δαγκώσουν, επειδή τρομάζουν. Τέτοια ζώα θα πρέπει να τα ειδοποιείτε ότι θα τα πιάσετε αγγίζοντάς τα λίγο στο σώμα. Έξω από το τερράριο συνήθως δε δαγκώνουν. Μία άλλη στιγμή που μπορεί να δαγκώσουν είναι αν έχετε πιάσει την τροφή τους ή ζώα που μυρίζουν σαν την τροφή τους, δεν έχετε πλύνει τα χέρια σας και μετά χειρίζεστε το φίδι, οπότε μπορεί να σας μπερδέψει με φαγητό και να σας δαγκώσει. Τα αμυντικά δαγκώματα είναι πολύ ελαφριά και στιγμιαία. Αντίθετα, τα δαγκώματα φαγητού συνοδεύονται από σύσφιξη. Φυσικά, το φίδι είναι πολύ μικρό για να κάνει οποιοδήποτε κακό, αυτό όμως δε σημαίνει ότι θα προσπαθήσετε να το βγάλετε όπως να’ναι, γιατί μπορεί να τραυματιστεί. Ξετυλίξτε το από την ουρά, και αν παραμένει πιασμένο με το στόμα του, βρέξτε το στη βρύση και θα σας αφήσει. Σε καμία περίπτωση μην προσπαθήσετε να το ξεκολήσετε με το χέρι σας, γιατί τα δόντια του γυρίζουν προς τα πίσω, άρα όσο πιο πολύ τραβάτε το χέρι σας ή τραβάτε το φίδι προς τα πίσω, τόσο πιο πολύ τραυματίζεστε, και μπορεί να τραυματίσετε και το φίδι. Τέτοια περιστατικά ωστόσο είναι σπάνια με αυτό το είδος. Το είδος είναι κρυπτικό και γι’αυτό δε θα πρέπει να το εκθέτεται σε έντονα φώτα, ήχους και πολύ κόσμο όταν το χειρίζεστε, ιδίως αν δείχνει να στρεσάρεται. Για το μεγαλύτερο χρόνο θα πρέπει να βρίσκεται μέσα στο χώρο του. Εκεί κυρίως θα παραμένει ακίνητο, κρυμμένο μέσα στο υπόστρωμα ή κάτω από κάποιο αντικείμενο, αν και θα αλλάζει θέσεις και το βράδυ μπορεί να γίνεται δραστήριο, ιδίως αν πεινάει. Σε σχέση με τους πιο σκαπτικούς βόες της άμμου του γένους Eryx, βγαίνει πιο συχνά στην επιφάνεια, αν και πάλι δε θα είναι μονίμως έξω.

Το φίδι της φωτογραφίας στην αρχή του άρθρου είναι το δικό μου. Μετά από τέσσερα χρόνια ενασχόλησης με σαύρες, αποφάσισα να αποκτήσω και το πρώτο μου φίδι. Αρχικά νόμιζα ότι θα ήταν κάτι δύσκολο, για παράδειγμα στο τάισμα, αλλά λίγη εμπειρία στο feeders.gr με προετοίμασε κατάλληλα. Είχα αρκετά μεγάλο πρόβλημα για αυτήν την πρώτη επιλογή, αφού έψαχνα ε΄να είδος που να συγκεντρώνει πολλά χαρακτηριστικά για να είναι ενδιαφέρον, τα οποία όμως ήταν αντιφατικά μεταξύ τους και τελικά κατάλαβα ότι τέτοιο φίδι δεν υπάρχει. Για παράδειγμα, έψαχνα ένα είδος που να φαίνεται συχνά, αλλά και να τρώει τεράστια γεύματα, να ανέχεται θερμοκρασιακές μεταβολές κλπ. Συνήθως όμως τα φίδια που φαίνονται συχνά είναι κολουβρίδες σχετικά γρήγορου μεταβολισμού που δεν τρώνε τόσο μεγάλα γεύματα. Ο ανατολικοαφρικανικός βόας της άμμου (Eryx colubrinus loveridgi) ήταν μέσα στις επιλογές μου, και λιγότερο ο ρόδινος βόας. Η ευκαιρία τελικά μου παρουσιάστηκε τον Ιούλιο, όταν ένας φίλος χομπίστας απ’το ελληνικό φόρουμ των ερπετών Reptiles Greece πουλούσε ένα ρόδινο βόα. Άδραξα την ευκαιρία, αφού ήταν ένα αρκετά εύκολο, και συνάμα πολύ σπάνιο είδος, και το πήρα. Ο προκάτοχός του, ο οποίος έχει πολλά σπάνια και μοναδικά σε ελληνικές συλλογές είδη, το έδινε γιατί ασχολούταν με την αναπαραγωγή άλλων ειδών, κι επίσης δυσκολευόταν να βρει θηλυκό ακριβώς του ίδιου locality με αυτόν. Είναι αρσενικός του υποείδους της Μπάχα Καλιφόρνια L. t. saslowi, ουσιαστικά υπότυπος της L. t. roseofusca, της τοπικής παραλλαγής του Φαραγγιού Σαν Ματίας (San Matias Canyon). Το πέρασμα του Σαν Ματίας βρίσκεται στην ανατολική Μπάχα Καλιφόρνια και χωρίζει το νότιο άκρο της οροσειράς Σιέρα Χουάρες από το βόρειο άκρο των Ορέων Σαν Πέδρο Μαρτίρ. Από εκεί περνά και η εθνική οδός υπ’αριθμόν 3 του Μεξικού. Το φίδι έχει όμορφα και ευκρινή χρώματα, γκριζωπό σώμα με τρεις έντονες κοκκινοκαφέ ραβδώσεις και λευκή κοιλιά. Γεννήθηκε το καλοκαίρι του 2014, οπότε τώρα είναι δύο ετών. Όταν το πήρα ήταν 25 Ιουλίου, συμπτωματικά τα ακριβή γενέθλια του λοφιοφόρου μου γκέκο (Correlophus ciliatus), του Βαρώνου, ο οποίος έκλεισε τα 5 χρόνια. Οπότε είναι βολικό να του μετράω τα χρόνια απ’αυτήν την ημερομηνία. Είναι γύρω στα 48 εκατοστά μακρύς, όπως μπόρεσα να τον μετρήσω με τη μεζούρα, και μπορεί να βάλει λίγα εκατοστά ακόμα, πριν σταματήσει εντελώς την ανάπτυξη. Ζυγίζει 150 γραμμάρια, και είναι έτοιμος για αναπαραγωγή. Τον ονόμασα Ασμοδαίο, ο οποίος συμπτωματικά είναι ερωτικός δαίμονας και τα φίδια είναι φαλλικά σύμβολα τέτοιων δαιμόνων στον ιουδαϊσμό, χωρίς ωστόσο να το ξέρω τότε.

Αρχικά λοιπόν τον έβαλα σε ένα ημιδιαφανές κουτί με τρύπες, αλλά επειδή είχα αμφιβολίες σχετικά με το καπάκι, τον μετέφερα σε ένα φαουνάριουμ διαστάσεων 36χ22χ12 εκατοστών. Το φαουνάριουμ αυτό έχει κατακόρυφες σχισμές ψηλά κατά μήκος των δύο μακρύτερων πλευρών του και καπάκι διάτρητο με μικρές σχισμές, οπότε ο αερισμός είναι επαρκής. Έστρωσα χαρτιά μπρέιλ για υπόστρωμα κι έβαλα μόνο μια κομμένη καρύδα για κρυψώνα, όπως τον είχε και ο προκάτοχός του. Μπολ νερού δεν έβαλα, αλλά βάζω ένα μικρό αραιά και πού. Αρχικά δεν ήμουν σίγουρος που ακριβώς θα το τοποθετήσω, γιατί φοβόμουν ότι οι σαύρες θα επηρεάζονταν αρνητικά, γιατί τα είδη που έχω είναι γνωστό ότι ενστικτωδώς αντιμετωπίζουν το φίδι ως εχθρό και τρομάζουν. Τελικά τον έβαλα σε ένα αρκετά σκοτεινό σημείο, κοντά στις αποικίες των εντόμων και των σαλιγκαριών, όπου μπαίνει αρκετό φως για να αντιλαμβάνεται την εξωτερική φωτοπερίοδο, και οι ενοχλήσεις είναι μηδαμινές. Για τις πρώτες εβδομάδες που η θερμοκρασία βρισκόταν στα προτιμώμενα επίπεδα για το είδος δε χρησιμοποίησα θερμαντική πλάκα, αλλά τώρα που έπεσε ελαφρώς, έχω αρχίσει να την χρησιμοποιώ. Το παρακάτω βίντεο είναι εισαγωγή του βόα στη συλλογή μου, 25/7/2016.

Το φίδι έφαγε σύντομα αφού το εγκατέστησα στο νέο του περιβάλλον, πρώτα δοκιμαστικά έναν αρουραίο 17 γραμμαρίων, ενώ κανονικά έτρωγε 25. Μετά από τέσσερις μέρες, του έδωσα έναν μεγαλύτερο στα 30 γραμμάρια, και τον έφαγε αμέσως. Πρόσεξα ότι αφοδεύει συνήθως 4 μέρες αφού φάει, συνήθως στην πίσω αριστερή γωνία κάτω από τα χαρτιά. Επειδή αφοδεύει κάτω από τα χαρτιά, αλλά το μεγαλύτερο μέρος του χαρτιού μπρέιλ καταστρέφεται, άλλαξα το υπόστρωμα σε χαρτί κουζίνας, το οποίο είναι πιο μαλακό και διπλώνεται εύκολα. Το επόμενο γεύμα λοιπόν, έναν αρουραίο 32 γραμμαρίων, το έφαγε μετά από δύο βδομάδες και στις επόμενες μέρες προσεχώς θα φάει και το επόμενο. Πρόσεξα ότι άρχισε να συσσωρεύει λίγο λίπος, αλλά δεν πειράζει, γιατί θα το χρειαστεί για τη χειμερία νάρκη. Ο προκάτοχός του δεν το έβαλε ποτέ σε νάρκη, αν και σκόπευε να το κάνει. Στο παρακάτω βίντεο ο βόας τρώει το πιο πρόσφατο γεύμα, ένα μεγάλο αναλογικά αρουραίο ο οποίος ανοίγει στο τέλος.

Στο χειρισμό είναι πολύ εύκολο. Ο προκάτοχός του με ενημέρωσε ότι τον έχει δαγκώσει μόνο δύο φορές. Παρόλα αυτά εγώ κάπως τα κατάφερα και με δάγκωσε, αν και ήταν καθαρά δικό μου λάθος• το χειρίστηκα αμέσως αφού έλεγξα τα κηλιδωτά γκέκο. Μετά από πέντε λεπτά χειρισμού που όλα πήγαιναν καλά, πλησίασε σιγά-σιγά το μεσαίο δάχτυλο του αριστερού μου χεριού, το δάγκωσε και μου τύλιξε το μεσαίο και τον παράμεσο. Φυσικά το φίδι είναι μικροσκοπικό και το ξετύλιξα αμέσως, και λίγα δευτερόλεπτα κάτω απ’τη βρύση άρκεσαν για να με αφήσει, αλλά το πρόβλημα είναι ότι στρεσαρίστηκε προσωρινά χωρίς λόγο. Γενικά στο χειρισμό είναι πολύ εύκολο, γιατί ούτε προσπαθεί να σκαρφαλώσει ούτε να ξεφύγει. Μπορεί να προσπαθήσει να σκαρφαλώσει στο ένα χέρι, αλλά μετά από μια μικρή απόσταση επιστρέφει πίσω. Αν θέλει να σκαρφαλώσει, τυλίγεται σφιχτά κι έπειτα τραβάει το σώμα του προς τα πάνω, ενώ μπορεί να χρησιμοποιήσει την ουρά του για να πιαστεί κάπου, αλλά δεν έχει τη συλληπτήρια ικανότητα ενός πιο αναρριχητικού είδους. Μερικές φορές κοιτάζει κάτω, αλλά πάλι επιστρέφει. Αν το κρεμάσω απ’το χέρι μου, μετά από λίγο βάζει δύναμη και ανεβαίνει πάλι πάνω. Αν είναι ζεστό το χέρι μου, μπορεί απλώς να τυλιχτεί πάνω του και να κάθεται για ώρα και να ζεσταίνεται. Όπως και τα περισσότερα φίδια, δε θέλει να του πιάνεις το κεφάλι και το μαζεύει εύκολα, αν και με προσοχή μπορώ να του το πιάσω χωρίς να το τραβάει πια. Ο τρόπος με τον οποίο κινείται είναι μοναδικός και σας προτείνω να χειριστείτε ένα φίδι για να ξεπεράσετε τη φοβία σας, όσοι τουλάχιστον από εσάς την έχετε. Δεν είναι τυχαίο που σε διάφορες μυστηριακές λατρείες ανά τον κόσμο οι πιστοί κρατούσαν στα χέρια τους φίδια, όπως γίνεται και με τα φιδάκια της Παναγίας. Το έχω επίσης αφήσει λίγο να κινηθεί κάτω, αφού είναι πολύ αργό και το εμπιστεύομαι περισσότερο απ’ό,τι θα εμπιστευόμουν ένα καλαμποκόφιδο για παράδειγμα. Αν και αργό, μπορεί να ξεφύγει χωρίς να το καταλάβεις, και πάντοτε τείνει να κινείται προς στενά και σκοτεινά μέρη. Όσο για το αν τελικά τρομάζει τις σαύρες, το έβαλα μπροστά στο γενειοφόρο μου δράκο πολλές φορές, μια σαύρα της Αυστραλίας που έχει ως εχθρούς τα φίδια, αλλά το μόνο που έκανε ήταν να το κοιτάζει. Πιθανόν το μέγεθός του είναι πολύ μικρό για να το θεωρεί απειλή. Τα κηλιδωτά γκέκο, τα οποία επίσης αναγνωρίζουν τα φίδια ως εχθρούς και τα αποφεύγουν, όσο τουλάχιστον βρίσκονται μέσα στο τερράριο και το βλέπουν δε φαίνεται να τρομάζουν, αλλά φυσικά δε θα το βάλω ποτέ μπροστά τους γιατί έχουν μέγεθος γεύματος.

Έως τώρα η εντύπωσή μου για το είδος είναι πολύ καλή, και απορώ γιατί δεν προχώρησε τόσο πολύ στην αγορά όπως άλλα, δυσκολότερα φίδια. Το χειμώνα θα το περάσω από νάρκη, και αν βρω κάποιο θηλυκό του ίδιου locality ή τουλάχιστον της περιοχής της Μπάχα στο μέλλον θα το αναπαραγάγω. Δε βιάζομαι ωστόσο, αφού ζει σχεδόν για πάντα.

Πηγές και σύνδεσμοι:
ρόδινος βόας – αγγλική Wikipedia
οδηγός φροντίδας του ρόδινου βόα – Reptiles Magazine
η αναπαραγωγή του ρόδινου βόα – Reptiles Magazine
οδηγός φροντίδας γαι ρόδινο βόα – Reptiles Greece
οδηγός φροντίδας ρόδινου βόα
ρόδινος βόας – anapsid.org
rosyboas.com
Η μεγαλύτερη ιστοσελίδα για το συγκεκριμένο είδος στο Διαδίκτυο, με πολλές πληροφορίες και φόρουμ.
ρόδινος βόας – adw
ρόδινος βόας – arkive
ρόδινος βόας – Desert USA
Επιστημονικές μελέτες:
οι κινήσεις και η χρήση του χώρου από τον παράκτιο ρόδινο βόα, Lichanura trivirgata roseofusca, στη νότια Καλιφόρνια
Οι ρόδινοι βόες, Lichanura trivirgata, χρησιμοποιούν χημικά ίχνη για να ταυτοποιήσουν τα θηλυκά ποντίκια, Mus musculus που έχουν γέννες από εξαρτημένα μικρά

Οι διαφωτιστές φιλόσοφοι θεωρούσαν σκοπό της εξουσίας να υπηρετεί το λαό. Όποτε η εξουσία δεν επιτελούσε το σκοπό της, ήταν νόμιμο ο λαός να διαμαρτυρηθεί ή και να την ρίξει. Τα μεταγενέστερα δημοκρατικά καθεστώτα ιδρύθηκαν, θεωρητικά τουλάχιστον, με βάση αυτήν την αρχή. Οι Διαχειριστές του Reptiles Greece δε φαίνεται να παρακολούθησαν αυτήν την κοσμοϊστορική αλλαγή όμως, αφού εξακολουθούν να κάνουν κατάχρηση εξουσίας κατά ορισμένων ταπεινών μελών του φόρουμ.
Ενώ λοιπόν το λογικό σε ένα φόρουμ είναι ο διαχειριστής (admin) να προστρέχει σε κάθε πρόβλημα των μελών του και να το διορθώνει στο άψε σβήσε, στο Reptiles Greece το σύστημα λειτουργεί διαφορετικά και έχει να κάνει με το πόσο σε συμπαθούν οι διαχειριστές. Αν είσαι δικός του σώζεσαι, ενώ διαφορετικά, αν δηλαδή τους έχεις δημιουργήσει πρόβλημα στο παρελθόν, στο πυρ το εξώτερο. Έτσι έγινε και μ’εμένα φέτος το Μάιο, όταν είχα πάθει εκείνο το πρόβλημα με τον ιό στον υπολογιστεί και κάτι μπλόκαρε και δε μπορούσα να χρησιμοποιήσω τον κωδικό πρόσβασης για το φόρουμ. Αντί να ψάχνω περίπλοκες λύσεις, σκέφτηκα ότι το ευκολότερο και απλούστερο πράγμα που θα μπορούσα να κάνω για να ξαναμπώ στο φόρουμ είναι ν’αλλάξω κωδικό. Όμως η σελίδα της αλλαγής του κωδικού ήταν κάπως δύσκολη, μιας και συν τοις άλλοις το φόρουμ δεν είναι πλήρως προσβάσιμο, κι έτσι ζήτησα τη βοήθεια του αντμίν εν ενεργεία, ο οποίος τυγχάνει να είναι και ο πιο δύσκολος των τριών και με ιστορικό αντιπαραθέσεων μαζί μου. Φωνή βοώντος εν τη ερήμω. Δε λάμβανα απαντήσεις, ή μου έλεγε ότι θα λυθεί το πρόβλημα στο μέλλον. Το πρόβλημα αυτό συνέχισε για περίπου ένα μήνα – ναι, για τόσο! Και ο αντμίν δε φαινόταν να λύνει το απλούστατο αυτό πρόβλημα. Τελικά του έδωσα να καταλάβει ότι αυτό που κάνει είναι απαράδεκτο, κι ότι αν πραγματικά δε με ήθελε στο φόρουμ, θα μπορούσε να μου κλείσει το λογαριασμό, επειδή αυτό θα ήταν πιο αξιοπρεπές για μένα, αντί να περιμένω χωρίς πρόσβαση. Μετά μου είπε κάτι δικά του ότι δεν κλείνει ποτέ λογαριασμούς από αίτημα των μελών κλπ, και μου τον έφτιαξε, βάζοντάς μου έναν άκρως υβριστικό κωδικό πρόσβασης, τον οποίο για ευνόητους λόγους δε δημοσιεύω εδώ, τον οποίο όμως ούτε σκοπεύω να αλλάξω, αφού είναι κρυφός και δεν επηρεάζει κανέναν.
Η φτηνή δικαιολογία για την απαράδεκτη αυτήν καθυστέρηση ήταν ο λίγος χρόνος. Θυμηθείτε ότι στο φόρουμ αυτό προς το παρόν δεν υπάρχει ούτε ένας, ούτε δύο, αλλά τρεις διαχειριστές, και όπως και με το παράπονό μου την προηγούμενη φορά, όταν ένα τρολ με έβριζε χωρίς έρεισμα και δεν έσβηναν τις δημοσιεύσεις του, το επιχείρημά τους για την ολιγωρία τους είναι ο λίγος χρόνος. Εάν δεν προλαβαίνετε να διαχειριστείτε ένα φόρουμ που έχει καταντήσει να έχει περίπου μια ντουζίνα ενεργά μέλη, τότε μάλλον ψεύδεστε. Έτσι και στην συγκεκριμένη περίπτωση, ενώ ο εν λόγω αντμίν δεν είχε χρόνο για ενός λεπτού υπόθεση, εξακολουθούσε να γράφει στο φόρουμ κι επίσης επιδιόρθωσε το λογαριασμό ενός άλλου μέλους. Οπότε πρόκειται καθαρά για θέμα αντιπάθειας προς εμένα. Εάν όμως από την άλλη πράγματι δεν έχουν χρόνο, είμαι πάντοτε πρόθυμος να γίνω κι εγώ αντμίν και να βοηθήσω στο λειτούργημά τους. Σίγουρα εγώ θα έσωζα το ετοιμοθάνατο αυτό φόρουμ.

Και λέγοντας για ετοιμοθάνατο φόρουμ, απ’ό,τι φαίνεται το κατάλαβαν και οι ίδιοι το σοβαρό αυτό πρόβλημα. Με τη συμπεριφορά τους έδιωξαν αρκετά πιθανά νέα μέλη, ενώ και οι ίδιοι δε φαίνεται να προσπαθούν ιδιαίτερα να αναζωογονήσουν το φόρουμ, φέρνοντας μέσα νέα μέλη. Για παράδειγμα είναι το μόνο φόρουμ που ξέρω, όπου αν χάσεις ζώο, αντί να σε ενθαρρύνουν να το βρεις, σε κατακρίνουν. Ένα μέλος είχε δύο καλαμποκόφιδα και <τα έχασε προσωρινά,, και δέχτηκε έντονη κριτική γι’αυτό. Ούτε αυτός δεν ήταν σωστός, αλλά δεν πιστεύω ότι άξιζε την αποβολή που του δόθηκε. Τελικά τα φίδια τα πούλησε. Όταν εγώ έπειτα έχασα το κηλιδωτό γκέκο του Τουρκμενιστάν (Eublepharis turcmenicus) δύο φορές – το έχω χάσει ακόμα μία στιγμιαία, αλά δεν έγραψα γι’αυτό στο φόρουμ -, αντιμετώπισα απευθείας θύελλα κριτικών και προσβολών. Όλη η συζήτηση επικεντρωνόταν στο πώς το έχασα, που υποτίθεται υποδηλώνει ότι έκανα κάποιο τραγικό λάθος, παρά σε κάτι πιο εποικοδομητικό όπως πώς να το βρω ή πώς να μην το ξαναχάσω. Η αλήθεια είναι ότι το έχασα επειδή υποτίμησα τα αντανακλαστικά του και την ταχύτητά του, επειδή οι περισσότερες ιστοσελίδες χαρακτηρίζουν τα γκέκο αυτά ως αργοκίνητα και ανεκτικά με τους ανθρώπους, χωρίς να λένε ότι αν τρομάξουν μπορούν να φύγουν σαν αστραπές – σημειωτέον αυτό είναι και το όνομα του συγκεκριμένου γκέκο γι’αυτόν το λόγο. Μετά το περιστατικό, άρχισα να αντιμετωπίζω διάφορα μικροπροβλήματα, όπως τις συνεχείς απαντήσεις ενός μέλους ονόματι τσακ μπαμ, ο οποίος πρόσθετε συνήθως άνευ ουσίας ή και υποτιμητικά και υβριστικά σχόλια χωρίς να γνωρίζει πλήρως το θέμα της συζήτησης και ήταν ανεκτός από τους διαχειριστές. Υποψιάζομαι ότι ταυτίζεται με το αιώνιο τρολ του ιστολογίου, το οποίο φροντίζω να μην περνά από το τείχος της έγκρισης, αν και κάποιοι λογαριασμοί του είναι εγκεκριμένοι. Μετά λοιπόν, όταν άνοιξα το θέμα για το rosy boa (Lichanura trivirgata) στη συλλογή μου, δεν απάντησε κανείς. Πραγματικά κανείς, μόνο ο άχρηστος ο τσακ μπαμ και ο αντμίν για να ηρεμήσει τα πνεύματα προληπτικά. Ίσως σ’αυτό να φταίει ότι ήταν καλοκαίρι και όσοι θα απαντούσαν έλειπαν, αλλά τουλάχιστον αυτό σημαίνει ότι από τους διαχειριστές δεν υπάρχει υποστήριξη. Έχουν ήδη παγιωμένες απόψεις που δε μπορώ να τις αλλάξω με οποιοδήποτε επιχείρημα. Ακόμα και τώρα, θυμούνται παλιότερα λάθη που είχα κάνει και τα πετάνε κάθε φορά που βρισκόμαστε σε διαφωνία.

Με τέτοιο κλίμα λοιπόν, ποιος θα θελήσει να μπει στο φόρουμ; Πολλοί μου έχουν πει ότι δεν εγγράφονται, γιατί η ατμόσφαιρά του είναι τοξική. Οπότε δεν είναι κάτι παράξενο που το φόρουμ βρίσκεται σε μαρασμό. Για να ζωντανέψουν λοιπόν την κοινότητα, οι διαχειριστές/ομάδα υποστήριξης σκέφτηκαν έναν ιδιαίτερα «έξυπνο» τρόπο να την ζωντανέψουν• ανεβάζοντας θέματα με φωτογραφίες των νέων τους project, τα οποία, αν και ενδιαφέροντα και ενδεικτικά του ύψους που έχουν φτάσει το χόμπι, δεν απευθύνονται στο μέσο Έλληνα ερπετοχομπίστα, ο οποίος δε μπορεί παρά να λάβει θέση παρατηρητή. Οι υψηλή κάστα του φόρουμ έχει ανεβεί ψηλά στη θρυλική κλίμακα του μεγαλύτερου, σπανιότερου, επιθετικότερου, τοξικότερου (bigger, rarer, meaner, hotter) με είδη όπως βαράνους, ηλοδέρματα, ιοβόλα φίδια κλπ, τα οποία, είτε λόγω επικινδυνότητας, είτε λόγω υψηλού κόστους ή και τον δύο είναι απρόσιτα για το μέσο χομπίστα. Έτσι αυτό που γίνεται συνήθως σε τέτοια θέματα είναι ν’ανεβάζει ένας φωτογραφίες, και όλοι οι οπαδοί από κάτω να τον επευφημούν για το πόσο θεός ή γαμιάς είναι, γεμίζοντας σελίδες ολόκληρες. Φυσικά, τέτοια δημοσιεύματα αναμφίβολα δείχνουν πόσο προχώρησε το χόμπι στην Ελλάδα, αλλά το χόμπι δεν είναι μόνο αυτά. Ένα νεοεισερχόμενο μέλος μπορεί να τα δει και να νιώσει κατώτερο ή εκτός χώρου, εάν οι μόνες ενεργές συζητήσεις είναι αυτές. Γίνονται επίσης συζητήσεις ουσιαστικά άνευ περιεχομένου, πάνω σε λεπτομέριες λεπτομερειών. Χαρακτηριστικά, υπήρχε θέμα τριών σελίδων όπου συζητούνταν τα θετικά και τα αρνητικά της απόψυξης τρωκτικών με διάφορους τρόπους, όπου συζητήθηκαν πράγματα όπως ποια τεχνική είναι καλύτερη για να μη σκάει το ποντίκι ή αν με την τάδε ή τη δείνα τεχνική χάνει θρεπτικά συστατικά κι άλλες ψευδοεπιστημονικές μπαρούφες, συζήτηση που γρήγορα άγγιξε τα όρια της προσωπικής διαμάχης. Στο τέλος, η συζήτηση θύμιζε περισσότερο τον ανταγωνισμό μεταξύ δύο καταστημάτων παρά κάτι αρμόζον σε ένα φόρουμ. Μία άλλη φορά, ένα νέο μέλος ετοιμαζόταν για την απόκτηση ενός Varanus exanthematicus, και οι διαχειριστές τον βοήθησαν σχετικά με τη διαρρύθμιση του χώρου του. Μεγάλο μέρος της συζήτησης κατέλαβε το υλικό της κρυψώνας ςτου ζώου, με τη μία πλευρά να υποστηρίζει ότι ο φελλός είναι επικίνδυνος, γιατί μπορεί να βγάλει η σαύρα τα νύχια της, λες και είναι πλέι μομπίλ, και με την άλλη ότι ο σωλήνας pvc είναι εντελώς λείος, οπότε το ζώο θα γλιστράει και θα στρεσάρεται, λες κι έπεσε μέσα σε καμία τρύπα που δε μπορεί να βγει! Εντάξει, δεν είναι κακό η συζήτηση για μικρολεπτομέρειες, άλλωστε αυτό δείχνει έναν σωστό, ευσυνείδητο και παρατηρητικό χομπίστα, αλλά η εμμονή σε μικρά πράγματα που στο τέλος δεν έχουν σημασία για μεγάλο μέρος ενός θέματος υποδηλώνει την απουσία ουσίας στη συζήτηση.

Και τι έγινε τώρα τελευταία, ώστε να δημοσιεύσω εδώ το παράπονό μου; Ήταν λοιπόν ένα νέο μέλος, το οποίο ζητούσε ένα φίδι, είτε καλαμποκόφιδο είτε βασιλικό πύθωνα, μαζί με teratorium για να διαμένει, κι εγώ απλώς τον ρώτησα τι σημαίνει το teratorium. Πιθανόν το terrarium εννοούσε, αλλά δεν ήξερε πώς ακριβώς λέγεται. Εγώ όμως έπρεπε να τον ρωτήσω, γιατί θα μπορούσε να εννοεί κάτι άλλο. Και αν δεν ήταν τόσο προετοιμασμένος κι έπαιρνε κάτι, θα μπορούσε να το βλάψει εν αγνοία του. Εν ολίγοις, έδρασα για το καλό των ζώων και όλου του φόρουμ. Το ευχαριστώ του διαχειριστή ήταν να με αποβάλει για δύο μέρες με suspend από το φόρουμ. Εντωμεταξύ, ο ζητών διόρθωσε το teratorium σε terrarium, αλλά εγώ δεν είχα πρόσβαση στο φόρουμ για να το δω, και ούτε ήθελα να κάνω έξοδο μέχρι να επανέλθει η λειτουργία λογαριασμού μου.
Τελικά ξαναλειτούργησε και πρόσεξα με έκπληξη ότι το θέμα στην ενότητα των ανακοινώσεων του φόρουμ, η οποία θα μπορούσε να μετονομαστεί σε ποινολόγιο από τις πολλές ποινές που μοιράζουν σε εμένα και στα άλλα μέλη, που είχε να κάνει με το suspend μου δεν ήταν κλειδωμένο, όπως συνήθως γίνεται με τον δύσκολο Κάπτεν, αλλά έμεινε ανοιχτό. Βρήκα την ευκαιρία να τους πω δυο φωνήεντα για την απαράδεκτη συμπεριφορά τους και την κακοδιαχείριση του φόρουμ, και ως συνήθως πάλι, έλεγαν τα δικά τους, ώσπου τους ανάγκασα να κάνουν το καλύτερο πράγμα, δηλαδή να κλειδώσουν το θέμα.
Τι θα γίνει με αυτό το φόρουμ, θα βελτιωθεί ή θα πάει απ’το κακό στο χειρότερο;

τερράριο λοφιοφόρου γκέκο 2016

Αυτό είναι το τερράριο του λοφιοφόρου μου γκέκο, όπως το διαρρύθμισα από φέτος το Μάιο. Ενώ για τα νεότερα ζώα ενημερώνω ακόμα τα θέματά τους, έχω αρκετό καιρό να ανεβάσω κάτι για το λοφιοφόρο γκέκο, επειδή το αρχικό θέμα γι’αυτό είχε γίνει πολύ μεγάλο από τις συνεχείς ενημερώσεις. Συνοπτικά, είναι ο Βαρώνος, το λοφιοφόρο μου γκέκο, επιστημονική ονομασία Correlophus ciliatus. Ανήκει στην αρχαία οικογένεια γκέκο των διπλοδακτυλιδών (Diplodactylidae), γνωστή ως αυστραλιανά γκέκο. Το συγκεκριμένο είδος κατάγεται από τη Νέα Καληδονία, όπου μπορεί να βρεθεί στα νότια του μεγάλου νησιού, στη Νήσο των Πεύκων από κάτω, καθώς και σε ένα μικρό σημείο στα βόρεια, όπως βρήκε μια αναζήτηση το 2015. Είναι μεσαίο προς μεγάλο γκέκο με αναρριχητικές επιφάνειες στα πόδια του για να σκαρφαλώνει σε λείες επιφάνειες, αλλά και συλληπτήρια ουρά, η οποία φέρει στο άκρο της αναρριχητική επιφάνεια. Όταν όμως χάνει την ουρά του, δεν την αναγεννά, παρά μόνο μία μικρή μυτούλα. Έτσι είναι πλέον το δικό μου αλλά και πολλά άλλα, καθώς και όλα τα ενήλικα στο φυσικό περιβάλλον. Αυτό δεν επηρεάζει σημαντικά τη μετακίνησή τους. Το είδος είναι νυκτόβιο και τρέφεται με έντομα, ώριμα φρούτα και νέκταρ. Το δικό μου γεννήθηκε στις 25 Ιουλίου του 2011 και ήρθε στην κατοχή μου στις 4 Νοεμβρίου του 2012.
Το τερράριό του είναι το πιο όμορφο από όσα έχω, γιατί τα περισσότερα τα έχω πιο απλά. Ποιος τα βλέπει άλλωστε; Το συγκεκριμένο προσπαθώ επίσης να το κρατήσω απλό κι εύκολο, προσφέροντας όμως κι επιφάνειες για αναρρίχηση και κρύψιμο. Η βασική του διαρρύθμιση είναι αυτή που ξέρατε, όσοι την ξέρατε από τις παλαιότερες δημοσιεύσεις, δηλαδή τα τρία διαγώνια καλάμια μπαμπού, η κομμένη καρύδα πίσω δεξιά και το μπολ στη μέση. Μ’αυτά τον πήρα από τον προκάτοχό του. Υπήρχαν επίσης και πλαστικά φυτά, τα οποία στη συνέχεια χάλασαν κι αντικαταστάθηκαν. Τώρα έχω ένα μεγάλο φυτό πίσω δεξιά, και τρία μικρότερα, ένα πίσω αριστερά, ένα αριστερά κι ένα δεξιά, του οποίου τελευταίου η βεντούζα έχει αποκολληθεί κι έτσι το κρεμάω από το κρίκάκι του στη βεντούζα, γιατί έχουν και τα δύο. Τα φυτά αυτά είναι απομίμηση Ficus benjamina. Η νεότερη προσθήκη είναι ο κορμός από φελλό πίσω αριστερά, τον οποίο έχω τοποθετήσει ελαφρώς διαγώνια, ώστε να στηρίζεται καλύτερα και ν’αφήνει έναν κενό χώρο από πίσω, και τον έχω καλύψει ελαφρώς με τα γειτονικά φυτά. Το γκέκο τον χρησιμοποιεί, αλλά λιγότερο από την καρύδα. Το υπόστρωμα είναι χαρτί μπρέιλ. Η αγαπημένη κρυψώνα του γκέκο, όπου κοιμάται τη μέρα είναι στο μεγάλο φυτό πίσω δεξιά, όπως και παλιά, όταν τον είχα πάρει. Σύντομα άλλαξε θέση και κοιμόταν για περίπου ενάμισι χρόνο στην επίγεια κρυψώνα μέσα στην καρύδα του. Έπειτα προτίμησε το φυτό στα αριστερά, γιατί πίσω το παλιό φυτό το είχα βγάλει, γιατί κατέρρεε συνέχεια. Μόλις έφερα φυτό για την ίδια θέση, ευθύς άρχισε να την ξαναχρησιμοποιεί.

Στα παρακάτω βίντεο του Βαρώνου θα δείτε πώς αυτό το είδος τρώει, κινείται και σκαρφαλώνει σε λείες επιφάνειες, προστατεύει την περιοχή του και κάνει φωνή. Διάφορα άλλα βίντεο τα έχω ανεβάσει σε διάσπαρτα άρθρα του Ιστολογίου.

Στο πρώτο τρώει μια μικρή νυχτοπεταλούδα, ενώ στα επόμενα τρώει φρούτα, στο ένα ροδάκινο και στο άλλο μήλο.


Εδώ σκαρφαλώνει στο τζάμι και γενικότερα κινείται στο χώρο του. Στο τελευταίο κρέμεται από τη σίτα στο καπάκι.



Εδώ έχει ενοχληθεί από μένα και προστατεύει την περιοχή του. Αν και τα γκέκο αυτά είναι κανονικά πολύ ήρεμα ζώα, ορισμένα αρσενικά συμπεριλαμβανομένου κι αυτού, μπορεί κάποιες φορές να γίνουν επιθετικά αν ανακατεύεσαι πολύ στο χώρο τους. Τα δαγκώματά του δεν είναι κάτι το σημαντικό. Περισσότερο γίνονται ως ένδειξη κυριαρχίας στον αντίπαλο παρά για να κάνουν κακό. Έχω ξεχωρίσει τρεις τύπους δαγκωμάτων: Γρήγορα και στιγμιαία, που μπορεί να τα κάνει ένα γκέκο του είδους αν τρομάξει. Δυνατά, όπου το γκέκο μπορεί να πιαστεί πολύ δυνατά και να γυρίσει το λαιμό ή το σώμα του για να πονέσει το δάγκωμα παραπάνω, που τα κάνει αν ενοχληθεί περισσότερο, π.χ. αργήσω να τον επιστρέψω στο τερράριό του, και δαγκώματα κυριαρχίας, όπου πιάνει τον αντίπαλο μαλακά αλλά σταθερά και συχνά κάνει φωνή. Οι δύο πρώτοι απευθύνονται στους εχθρούς, και ο δεύτερος μπορεί να πονέσει περισσότερο και να αφήσει μια μικροσκοπική γρατσουνιά σε ιδιαίτερα άτυχες περιπτώσεις, ενώ ο τρίτος σε άτομα του είδους του, είτε σε τσακώματα κατά την προστασία της περιοχής είτε για το ζευγάρωμα.

Εδώ έχει πάλι ενοχληθεί από μένα, κι εκτός από τα δαγκώματα φωνεί. Μπορείτε να ακούσετε τη φωνή του. Είναι αρκετά θυμωμένος κι εκτός της περιοχής του, κάτι σπάνιο, αλλά τελικά ηρεμεί απότομα όταν καταλαβαίνει ότι δαγκώνει λάθος στόχο, την κουρτίνα.

Εδώ έχει επίσης ενοχληθεί από μένα, και μου κάνει επιθέσεις πίσω από το τζάμι. Τα περισσότερα ζώα δεν κατανοούν πλήρως τους διαφανείς φραγμούς, κι αν αναστατωθούν αρκετά, συνήθως τους ξεχνούν. Ένα διάστημα παλιά έκανε συχνά επιθέσεις πίσω από το τζάμι, είτε για να πιάσει τροφή είτε για να διώξει εμένα από την περιοχή του, αλά επειδή το προκαλούσα συχνά, σταδιακά έμαθε ότι το τζάμι δεν περνιέται και τις περιόρισε. Αυτό δε σημαίνει ότι έχει σταματήσει εντελώς, και πού και πού μπορεί να προσπαθήσει να κάνει κάτι πίσω από το τζάμι.

Για να μου συμπεριφέρεται σαν μέλος του είδους του, παναπεί ότι δε με φοβάται καθόλου, ή σχεδόν καθόλου πια. Γιατί, όπως όλα τα μικρά ζώα που μας έχουν συνηθίσει, κι αυτό μπορεί να τρομάξει. Στο παρακάτω βίντεο θα δείτε πόσο γρήγορα μπορεί να τρέξει αν τρομάξει. Αυτήν τη φορά το είχα ξυπνήσει κατά λάθος, έτρεξε, το έβαλα μέσα, μετά πάλι πετάχτηκε έξω, και το ξαναέβαλα μέσα. Γενικά θεωρείται αργοκίνητο γκέκο που σε μεγάλες αποστάσεις κινείται κυρίως με άλματα, αλλά μπορεί να τρέξει για μικρές αποστάσεις όταν κυνηγά τροφή, αντιπαρατίθεται με μέλη του είδους του ή απειλείται από πιθανούς εχθρούς.

Και το καλύτερο το κράτησα για το τέλος. Εδώ πάλι το γκέκο είναι ενοχλημένο, και του προσφέρω ένα έντομο να φάει. Συνήθως όταν βρίσκεται σε τέτοια κατάσταση δε θέλει να φάει, κι αν του δώσω έντομο είτε θα το πετάξει, είτε θα μου δαγκώσει αποφασιστικά το δάχτυλο πάνω απ’το έντομο. Σπάνια, ιδίως αν είναι κάποια αγαπημένη τροφή ή έχει να φάει καιρό έντομα, μπορεί να το φάει και να ηρεμήσει έπειτα, γιατί από απειλή στην περιοχή του και στα υποτιθέμενα θηλυκά του γίνομαι ξαφνικά μαγικός τροφοδότης, ενώ επίσης σπάνια, αν η τροφή είναι κάτι δύσθραυστο, όπως ένα αλευροσκούληκο (Tenebrio molitor) ή ένα μελοσκούληκο (Galleria melonella), μπορεί να μπερδευτεί, και να το αντιμετωπίζει πότε ως τροφή και πότε ως ανταγωνιστεί. Στο συγκεκριμένο βίντεο, προσφέρω στο γκέκο ένα μελοσκούληκο, και για τα επόμενα λεπτά δε μπορεί να αποφασίσει αν πρέπει να του φωνάζει ή να το φάει. Τελικά το τρώει, και τρώει ένα ακόμα μικρότερο με συνοπτικές διαδικασίες αμέσως μετά.

Ενημέρωση 16/9/2016: Προσθέτω δύο ακόμα καλά βίντεο που έβγαλα πρόσφατα. Στο πρώτο το γκέκο εκτελεί μερικά άλματα, για να δείτε πώς και πόσο καλά πηδάει αυτό το είδος, και στο δεύτερο τρώει νεκταρίνι.

Κάθε Αύγουστο, στο χωριό Μαρκόπουλο της νότιας Κεφαλονιάς, συμβαίνει το εξής ανεξήγητο φαινόμενο. Από τις 6 έως τις 15 Αυγούστου, στην περιοχή της εκκλησίας της Παναγίας της Λαγγουβάρδας εμφανίζονται φίδια, γι’αυτό και λέγεται και Παναγία Φιδούσα ή Φιδιώτισσα. Η εκκλησία είναι χτισμένη στο βάθος μιας κοιλάδας σε μια κατάφυτη ρεματιά, και τα φίδια εμφανίζονται κυρίως στην περιοχή του καμπαναριού. Οι κάτοικοι της περιοχής κάθε χρόνο με φανάρια τα ψάχνουν, και τα φέρνουν στην εκκλησία. Αρχικά είναι λιγοστά, αλλά στην παραμονή του Δεκαπενταυγούστου πληθαίνουν αρκετά. Είναι γκρίζα, μέχρι περίπου ένα μέτρο, με σταυρό στο κεφάλι και στο άκρο της γλώσσας, σπινθηροβόλο βλέμμα και βελούδινο δέρμα. Τα φίδια, παρά το αβυσσαλέο μίσος που τρέφουν για τους ανθρώπους, είναι ήρεμα και πειθήνια, σαν αρνάκια. Σκαρφαλώνουν στα στασίδια, στις εικόνες, στο τέμπλο, στα ιερά σκεύη, κινούνται σε όλη την εκκλησία, ανεβαίνουν πάνω στους πιστούς και συχνά οι πιστοί τα πιάνουν και τα βάζουν πάνω τους, χωρίς κανένα πρόβλημα. Και μετά τις 15 του Αυγούστου, τα φίδια φεύγουν ή επιστρέφονται στις φωλιές τους, στις πέτρες του καμπαναριού. Και όσο ξαφνικά εμφανίστηκαν, τόσο ξαφνικά εξαφανίζονται, και δεν έχει βρεθεί ικανοποιητική εξήγηση γι’αυτό το γεγονός. Όσοι επιχείρησαν να βάλουν ένα τέτοιο φίδι σε μπουκάλι για να το κρατήσουν, αυτό εξαφανίστηκε χωρίς να αφήσει κανένα ίχνος μετά τις 40 ημέρες, αν και οι βλαπτικές ενέργειες προς τα φίδια θεωρούνται μεγάλο κακό. Ακόμα και αμαξάδες που πάτησαν στο δρόμο τους τέτοια φίδια είδαν την Παναγία σε όνειρο, η οποία τους τα ζητούσε. Επιπλέον, Γερμανοί φυσιοδίφες που μελέτησαν αυτά τα φίδια δε μπόρεσαν να τα κατατάξουν σε κανένα γνωστό είδος ή οικογένεια. Είναι πραγματικά κάτι το υπερκόσμιο, κάτι που μας θυμίζει τη συνεχή αγαθοεργή παρουσία της Παναγίας στη ζωή μας. Βοήθειά μας.

Το θαύμα χάρη στο οποίο χτίστηκε η εκκλησία έγινε πριν πολλά, πολλά χρόνια. Μια μέρα, οι κάτοικοι του Μαρκόπουλου είδαν μια φωτιά ψηλά στο δάσος, και θορυβήθηκαν επειδή ανησύχησαν ότι θα εξελισσόταν σε πυρκαγιά που θα μπορούσε να κάψει το δάσος και το χωριό. Έτσι ανηφόρησαν προς το βουνό. Εκεί αντίκρισαν ένα ψηλό δέντρο, ένα σχίνο, όλο καμένο ως τη ρίζα, και στη ρίζα του ακουμπησμένη την εικόνα της Παναγιάς, εντελώς άθικτη από τις φλόγες. Συγκινημένοι οι κάτοικοι, αφού προσκύνησαν την εικόνα, την μετέφεραν στην εκκλησία του χωριού, για να έχουν και οι υπόλοιποι την ευκαιρία να την προσκυνήσουν. Το επόμενο πρωί όμως, και ενώ οι πιστοί πλήθαιναν, η εικόνα έλειπε. Την έψαξαν μήπως κάποιος την είχε κλέψει και βρισκόταν κάπου στο χωριό, αλλά τίποτα. Τελικά βρέθηκε στη ρίζα του καμένου δέντρου, από όπου μεταφέρθηκε ξανά στην εκκλησία, όπου και κλειδώθηκε. Όμως η εικόνα πάντοτε εξαφανιζόταν και εμφανιζόταν στη ρίζα του καμένου δέντρου, κι αυτό έγινε για τρισεκατομμύρια φορές. Τελικά οι κάτοικοι του χωριού θεώρησαν το γεγονός θέλημα της Παναγίας η εικόνα να βρίσκεται σε εκείνη τη θέση, κι έχτισαν εκκλησία κοντά στο σημείο, όπου τοποθέτησαν την εικόνα. Αργότερα στην περιοχή χτίστηκε γυναικεία μονή, τις οποίας οι μοναχές φρόντιζαν την εικόνα. Όταν μια φορά πειρατές απειλούσαν να λεηλατήσουν τη μονή, οι μοναχές προσευχήθηκαν στην παναγία, και ευθύς η μονή ζώστηκε από φίδια, τρέποντας τους φοβισμένους πειρατές σε φυγή. Από τότε και κάθε χρόνο, τα φίδια εμφανίζονται κάθε Δεκαπενταύγουστο στην εκκλησία, και προμηνύουν μια καλή χρονιά. Μόνο δυο φορές δεν εμφανίστηκαν, το 1940 και το 1956, χρονιές που το νησί πλήγηκε από σεισμούς, ενώ το 1940 επίσης η Ελλάδα δοκιμάστηκε από τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο. Επίσης εμφανίστηκαν και το 1924, όταν ανέκυψε το ζήτημα της χρήσης του νέου ημερολογίου. Τα φίδια εμφανίστηκαν στις νέες ημερομηνίες, λύνοντας το θέμα. Περισσότερα για το φαινόμενο μπορείτε να διαβάσετε εδώ και εδώ.

Τι έγινε, ρε Μπόλκο, τρελάθηκες; Στράφηκες στον τοτεμισμό και δεν το ξέρουμε; Περιμένετε, μη βγάζετε τόσο γρήγορα συμπεράσματα! Σαφώς και δεν τρελάθηκα. Όλα τα παραπάνω μπορούν να χαρακτηριστούν με τον πιο ευγενικό τρόπο μυθεύματα ή μπαρούφες, και με το λιγότερο ευγενικό πίπες σκαλιστές ή κάτι χειρότερο.

Το μόνο πραγματικό απ’όλη την ιστορία είναι το φίδι, το οποίο φυσικά ανήκει σε πραγματικό και ευρέως διαδεδομένο είδος. Είναι το αγιόφιδο, με επιστημονική ονομασία Telescopus Fallax, διεθνώς γνωστό ως γατόφιδο (Cat snake). Και, παρά τους αντιευρωπαϊκούς ισχυρισμούς για το αντίθετο, το φίδι πρωτοπεριγράφηκε ως Tarbophis fallax από τον όλως τυχαίως Γερμανό Friedrich Ludvig Fleischman το 1831, και ταξινομείται στην οικογένεια των κολουβριδών (Colubridae), στην οποία τα περισσότερα είδη φιδιών, και όλα τα ελληνικά εκτός από τις οχιές, το βόα της άμμου και τον τυφλίνο. Είναι κοινό είδος που απαντά σύμφωνα με το Herpetofauna.gr, σε σχεδόν όλη την Ελλάδα (Ηπειρωτική Ελλάδα, Πελοπόννησος, Εύβοια, Κρήτη, Λέσβος, Χίος, Ρόδος, Σύμη, Σάμος, Ικαρία, Κάρπαθος, Κύθηρα, Αντικύθηρα, Μήλος, Πολύαιγος, Άνδρος, Σύρος, Τήνος, Μύκονος, Κέα, Σαντορίνη, Χριστιανή, Δήλος, Σέριφος, Κίμωλος, Πάρος, Αντίπαρος, Τούρλο, Αμοργός, Κάσος, Κάλυμνος, Κουφονήσι, Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Ζάκυνθος, Στροφάδες, Αίγινα, Αγκίστρι, Σπέτσες, πιθανόν και σε άλλα νησιά). Στην Ελλάδα απαντά το φερώνυμο υποείδος (Telescopus fallax fallax), αλλά απαντούν και μερικά μικροενδημικά υποείδη: (Telescopus fallax intermedius στα Αντικύθηρα, T. f. multisquamatus στο Κουφονήσι της Κρήτης, T. f. palidus Στην Κρήτη, στη Γαύδο, στην Ελάσα, στην Χριστιανή, στη Σαντορίνη και στην Κάσο. Εκτός από την Ελλάδα, απαντά επίσης στην Κύπρο, στην Αλβανία, στην ΠΓΔΜ, στη νότια Βουλγαρία, στην Κροατία, στην παράκτια Σλοβενία συμπεριλαμβανομένων και μερικών αδριατικών νησιών, στην Ερζεγοβίνη, στο Μαυροβούνιο, στην Ιταλία, στη Μάλτα, στην Τουρκία, στη Συρία, στο Λίβανο, στο Ισραήλ, στο Ιράκ, στο Ιράν, στη νότια Ρωσία στην περιοχή του Νταγκεστάν στον Καύκασο, στην Αρμενία, στη Γεωργία και στο Αζερμπαϊτζάν. Οπότε πρόκειται για ένα κοινό είδος. Το φίδι έχει μήκος περίπου ενός μέτρου, συχνά είναι μικρότερο, ενώ σε εξαιρετικά σπάνιες περιπτώσεις μπορεί να φτάσει μέχρι τα 1,3 μέτρα. Το κεφάλι του είναι πιεσμένο με μάτια που έχουν κάθετες κόρες σαν της γάτας και σαν τις περισσότερες οχιές, οι οποίες διαστέλλονται σε στρογγυλό σχήμα σε συνθήκες χαμηλού φωτός. Το χρώμα του είναι μπεζ/γκρι/καστανό με σκούρες καφέ κηλίδες στη ράχη και μικρότερες στα πλευρά, ενώ οι γραμμές και οι κηλίδες στο κεφάλι του ίσως να μοιάζουν με σταυρό. Όσο για την άκρη της γλώσσας, είναι διχαλωτή όπως σε όλα τα φίδια. Όπως όλοι οι κολουβρίδες, το φίδι αυτό είναι ημερόβιο στις ψυχρότερες εποχές, και γίνεται νυκτόβιο σε θερμό καιρό. Ζει σε πετρώδη μέρη, σε φρύγανα, σε καλλιέργειες, αλλά και σε κήπους, τοίχους και ερείπια σε κατοικημένες περιοχές. Είναι κυρίως εδαφόβιο είδος, αλλά έχει και αναρριχητικές ικανότητες. Η διατροφή του αποτελείτε κυρίως από σαύρες, αλλά τρώει και μικρά θηλαστικά και νεοσσούς πουλιών. Το όνομα του γένους του, τηλέσκοπος, το πήρε από την τάση του να σηκώνει το μπροστινό μέρος του σώματός του ψηλά για να παρακολουθήσει το περιβάλλον του. Παρά τη μεγάλη του εξάπλωση, θεωρείται κρυπτικό είδος που δύσκολα το συναντά κανείς. Το θηλυκό γεννά 5-9 αυγά που εκκολάπτονται στα μέσα Αυγούστου. Επιπλέον, το είδος είναι δηλητηριώδες. Δηλαδή οι χιλιάδες πιστών κρατούν εν αγνοία τους ένα δηλητηριώδες φίδι. Αυτή η περίπτωση είναι ένα καλό παράδειγμα της μη αναγκαίας συνύπαρξης του δηλητηρίου και του κινδύνου σε ένα φίδι, γιατί οι περισσότεροι πανικοβάλλονται μόλις ακούνε δηλητηριώδες. Όπως όλοι οι ιοβόλοι κολουβρίδες, είναι οπισθόγλυφο, δηλαδή φέρει τα ιοβόλα του δόντια στο πίσω μέρος της άνω γνάθου, και ως εκ τούτου η έγχυση δηλητηρίου στον άνθρωπο με ένα δάγκωμα είναι πολύ δύσκολη. Επίσης το σύστημα έγχυσης του δηλητηρίου είναι πολύ πρωτόγονο στα οπισθόγλυφα, με το φίδι να χρειάζεται αρκετά λεπτά μέχρι να εγχύσει ικανή ποσότητα δηλητηρίου, το οποίο άλλωστε είναι πολύ ασθενές στο συγκεκριμένο είδος, και πιθανότατα επηρεάζει ελάχιστα ή και καθόλου τον άνθρωπο. Αυτά τα φίδια δεν είναι συσφιγκτήρες, αλά πιάνουν το θήραμα με τα σαγόνια τους και προσπαθούν να το κατευθύνουν προς τα πίσω. Όταν το φτάσουν εκεί, το καρφώνουν με τα ιοβόλα δόντια τους και μόλις ακινητοποιηθεί το καταπίνουν. Αυτή η κρυφή παρουσία δηλητηρίου έδωσε στο φίδι το όνομα του είδους του, fallax, δηλαδή απατηλός στα λατινικά. Όταν αυτό το φίδι απειληθεί, μπορεί να κάνει επίδειξη απειλλής ή να συρίξει, αλλά πολύ σπάνια θα δαγκώσει. Περισσότερα για αυτό το φίδι μπορείτε να διαβάσετε εδώ, εδώ και εδώ.

Και αυτό είναι ένα βίντεο με το φίδι στο φυσικό του περιβάλλον από το herpetofauna.gr.

Είναι επομένως ολοφάνερο ότι βρισκόμαστε αντιμέτωποι με ακόμα μια παράλογη θρησκευτική δοξασία με δυσοσμία απάτης από το παπαδαριό, όπως και με τα διάφορα άλλα θαύματα. Το φίδι, όχι μόνο δεν εμφανίζεται μόνο εκείνες τις μέρες, αλλά είναι ένα από τα κοινότερα φίδια της Ελλάδας κι άλλων περιοχών όπου ζει, αν και δυσεύρετο. Είναι ένας κοινός κολουβρίδης κι εκτός αυτού, είναι και δηλητηριώδες, αν και ακίνδυνο. Όσο για το σχήμα του σταυρού, παρειδωλία λέγεται η τάση του ανθρώπινου εγκεφάλου να δημιουργεί εικόνες με σημασία από ασαφή σχήματα, ιδίως σε αισθητηριακά δύσκολες συνθήκες, όπως στο ημίφως. Είναι πολύ εύκολο κάποιος πιστός υποσυνείδητα να δει στις γραμμές του κεφαλιού του φιδιού ένα σταυρό, ή μέσα στο ημίφως της εκκλησίας, με το συνεχές τρεμόπεγμα των κεριών, να δει τη διχαλωτή γλώσσα ως σταυρό. Και όσο για τη μη επιθετικότητα των φιδιών, αυτό δεν είναι κανένα θαύμα. Καταρχάς, τα φίδια δεν είναι εξορισμού επιθετικά. Πολλά είδη είναι αρκετά ήρεμα, ακόμα κι αν μόλις έχουν πιαστεί από το φυσικό τους περιβάλλον. Και σίγουρα το έντονο στρες της σύλληψης, της μεταφοράς, του πολύ κόσμου και του λιβανιού αναμφίβολα θα κάμπτουν κάθε προσπάθεια άμυνας.

Και τώρα, ας πάμε να αναλύσουμε την ιστορία. Πρώτα όμως θα πρέπει να εξηγήσουμε τα ονόματα. Η Παναγία του Μαρκόπουλου λέγεται και Λαγγουβάρα ή Λαγγουβάρδα, που αναμφίβολα προέρχεται από τους Λογγοβάρδους ή Λομβαρδούς, γερμανικό φύλο που εγκαταστάθηκε στην Ιταλία τον 6ο αι. μ.Χ. Το νησί της Κεφαλονιάς είχε επαφές με τους Λογγοβάρδους σε διάφορες φάσεις της ιστορίας του. Τον 7ο αι. τα Επτάνησα, μαζί με την Ιταλία ανήκαν στο 11 θέμα του Βυζαντινού κράτους που ονομαζόταν θέμα της Λογγοβαρδίας. Οι διοικητές του νησιού τότε είχαν τον τίτλο «Στρατηγός Κεφαλληνίας και Λογγοβαρδίας». Επίσης, στο τέλος του 8ου αι., οι Λογγοββάρδοι έκαναν επιδρομή στην Κεφαλονιά και την κατέκτησαν. Ο απόηχος της επιρροής των Λομβαρδών παραμένει έως σήμερα, αφού το επώνυμο Λοβέρδος, κοινό στο νησί, είναι παραφθορά του Λομβαρδός. Τέλος η τρίτη ερμηνεία είναι και η πλέον ευφάνταστη, προϊόν νεοελληνικού χωριατισμού και ανώριμου βαλκανικού εθνικισμού, ο οποίος υποδηλώνει σωρεία συμπλεγμάτων κατωτερότητας. Στο Καθαρτήριο του Δάντη, ο γνωστός περιηγητής Μάρκο Πόλο περιγράφεται ως Λομβαρδός. Ορισμένοι Μαρκοπουλιώτες πιστεύουν ότι το Μαρκόπουλο ήταν η πατρίδα του Μάρκο Πόλο! Φυσικά το Μαρκόπουλο δεν έχει καμία σχέση με τον εξερευνητή, αφού, εκτός των άλλων, συνοικίστηκε μόλις το 1450 από Αλβανούς στρατιώτες όπως και τα γειτονικά χωριά, και ίσως έχει σχέση με το Μαρκόπουλο της Αττικής, ενώ από την άλλη ο Μάρκο Πόλο γεννήθηκε περίπου το 1254 στη Βενετία και πέθανε στις 8 Ιανουαρίου του 1324 στην ίδια πόλη. Άλλοι ισχυρίζονται πως ο Μάρκο Πόλο ήταν πατρινός, με το επίθετο Μαρκόπουλος! Στην πραγματικότητα το «Πόλο» σημαίνει Παύλος στα ενετικά και ουδεμία σχέση έχει με την κατάληξη «-όπουλος». Επειδή απλώς υπάρχει μια μικρή ασάφεια σχετικά με το πότε και πού ακριβώς γεννήθηκε, άρχισαν να δημιουργούνται τέτοιες ιστορίες. Είναι σχεδόν σίγουρο ωστόσο ότι γεννήθηκε στη Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βενετίας. Θεωρώ την πρώτη ερμηνεία ως πιθανότερη, δηλαδή η περιοχή κι έπειτα η εκκλησία και η εικόνα να πήραν το όνομά τους από τότε που η Κεφαλονιά βρισκόταν στην ίδια διοικητική διαίρεση με τη Λομβαρδία κατά τους βυζαντινούς χρόνους.

Και τώρα ας πάμε στα καλύτερα, την ανάλυση του ίδιου του θαύματος. Όπως και σε πολλές θείες αποκαλύψεις, έτσι κι εδώ η φωτιά παίζει σημαίνοντα ρόλο. Από τότε που ο άνθρωπος ανακάλυψε τη φωτιά έως σήμερα, δε σταμάτησε να την φοβάται. Δεν ήξερε ότι είναι απλώς η χημική αντίδραση του οξυγόνου με τα εύφλεκτα υλικά. Η φωτιά φανερωνόταν από τα αποτελέσματά της (φως, θερμότητα, καπνός, στάχτη), και είχε την τρομακτική δύναμη να κατακάψει τα πάντα, η ουσία της όμως ήταν άπιαστη και μη κατανοητή. Δεν ήταν κάτι το υλικό, κάτι το στερεό, κάτι του γνωστού φυσικού κόσμου. Είχε κάτι το υπερκόσμιο. Έτσι το πιο λογικό ήταν οι θείες αποκαλύψεις να συνοδεύονται με την παρουσία της φωτιάς, και συχνά αφύσικης φωτιάς, που είτε δεν καίει είτε καίει επιλεκτικά, όπως για παράδειγμα η Φλεγόμενη Βάτος που συνάντησε ο Μωυσής στην έρημο, μέσα από την οποία αποκαλύφθηκε ο Θεός. Έτσι κι εδώ, ο Θεός ή η Παναγία αποκαλύπτονται με φωτιά σε ένα συγκεκριμένο σημείο. Το δεύτερο στοιχείο είναι κάτι το κοινότοπο στα θαύματα της Παναγίας σε εικονολατρικές εκδοχές του χριστιανισμού, άφησε την εικόνα της. Μια καινούργια, εντελώς άκαυτη εικόνα. Συνήθως όπου θέλει η Παναγία να της χτιστεί εκκλησία αφήνει και μια εικόνα, και δεν επιτρέπει αυτή να μετακινείται αλλού. Έτσι κι εδώ, μόλις πήγαν την εικόνα στο χωριό, αυτή μετέβη και πάλι στο σημείο που την βρήκαν. Και μόλις την κλείδωσαν, αυτή ξαναδιακτινιζόταν εκεί, άλλοι λένε για τρεις, άλλοι για… τρισεκατομμύρια φορές! Έπειτα, όπως συνήθως γίνεται, στο σημείο εκείνο χτίστηκε εκκλησία, και τοποθετήθηκε η εικόνα εκεί μέσα. Προφανώς η Παναγία θεώρησε την εκκλησία ασφαλέστερη και δε διαμαρτυρήθηκε για να ξαναπάει την εικόνα στο καμένο δέντρο. Έπειτα δίπλα χτίστηκε γυναικείο μοναστήρι, για το οποίο δεν υπάρχει κάποια απόδειξη ότι υπήρξε ποτέ. Όταν το απείλησαν οι πειρατές, οι μοναχές προσευχήθηκαν στην Παναγία κι αυτή, όπως πάντα, έκανε το θαύμα της, και έφερε φίδια να κυκλώσουν το μοναστήρι. Δεν είναι τυχαία η σύνδεση άγαμων γυναικών με φίδια, μιας και τα φίδια είναι το κατεξοχήν αρσενικό ή φαλλικό σύμβολο στις αβρααμικές θρησκείες. Μπορεί να συμβολίζουν τους καταπιεσμένους πόθους των γυναικών. Σύμφωνα όμως με μια άλλη, λιγότερο δημοφιλή εκδοχή, η Παναγία μεταμόρφωσε τις μοναχές σε φίδια για να τις σώσει, κι αυτές κρύφτηκαν στο καμπαναριό. Τα υπόλοιπα είναι γνωστά.

Το έθιμο ίσως όμως να έχει πολύ αρχαιότερες ρίζες, σε παλιά οφιολατρικά μυστήρια, και ύστερα μόνο να καλύφθηκε με στοιχεία χριστιανισμού. Είναι γνωστό ότι τα φίδια, εξαιτίας των μοναδικών χαρακτηριστικών και ιδιοτήτων τους, πρωτοστατούσαν σε πολλές αρχαίες τελετές. Οφιολατρική θεωρείται ότι ήταν η προελληνική θρησκεία, και η μεταγενέστερη ελληνική θρησκεία δανείστηκε κατά τόπους αρκετά τέτοια στοιχεία και έθιμα. Οφιολατρεία επίσης συναντούμε σε θρησκείες της Μέσης Ανατολής, σε αρχαίες Αιγυπτιακές τελετουργίες, σε ορισμένες γνωστικές σέχτες, στον ινδουισμό, στο βουδισμό, και σε σχεδόν όλο τον κόσμο. Τα φίδια, με το ασυνήθιστο για ζώο σώμα τους και τον σχεδόν απόκοσμο τρόπο κίνησής τους, συχνά εντάσσονταν σε τέτοιες λατρείες, όπου είτε βρίσκονταν στον έλεγχο του ιεροφάντη, είτε στα χέρια και στο σώμα των πιστών, ή περιφέρονταν στο χώρο. Πιθανότατα πρόκειται για κάποιο παλιότερο τοπικό έθιμο που αργότερα ενσωματώθηκε στο χριστιανισμό.

Σήμερα φυσικά ο κόσμος στην Κεφαλονιά δεν αντιμετωπίζει με τόση θρησκοληψία τα φίδια, τα οποία έχουν γίνει πια μεγάλος πόλος έλξης τουριστών. Παρόλα αυτά, πολλοί άνθρωποι ακόμα έχουν την λανθασμένη εντύπωση ότι τα φίδια αυτά σχεδόν θαυματουργά εμφανίζονται εκείνες τις μέρες και μετά εξαφανίζονται, και ότι είναι ασυνήθιστα ήμερα. Στην πραγματικότητα, είναι όλο το χρόνο εκεί, και αλλού. Απλώς μόνο τότε τα ψάχνουν.

Αυτά τα μικρά, πολύχρωμα γκέκο είναι οι πιο διαδεδομένες σαύρες στην αιχμαλωσία σήμερα. Το μικρό τους μέγεθος, η ήρεμη ιδιοσυγκρασία τους, οι διάφορες χρωματικές παραλλαγές που έχουν παραχθεί, αλλά και η ευκολία διατήρησης, ακόμα και αναπαραγωγής από οποιονδήποτε, ή μάλλον καλύτερα από σχεδόν οποιονδήποτε, τις έφεραν γρήγορα σ’αυτήν τη θέση. Μετά το λοφιοφόρο γκέκο, το γενειοφόρο δράκο, τον τερατοσκίγκο, ο οποίος όμως ήταν αποτυχία, τα κηλιδωτά γκέκο είναι η τέταρτη σαύρα στη συλλογή μου, ή μάλλον ή τέταρτη και η Πέμπτη, αφού έχω δύο σχεδόν πανομοιότυπα είδη, ένα Eublepharis macularius και ένα Eublepharis turcmenicus.

Φυσική ιστορία

Τα κηλιδωτά γκέκο ανήκουν στην οικογένεια των ευβλεφαριδών (Eublepharidae), στον κλάδο των γκεκωτών (Gekkota). Οι ευβλεφαρίδες διαθέτουν διάφορα αρχαϊκά χαρακτηριστικά σε σχέση με άλλα γκέκο, όπως την παρουσία κανονικών βλεφάρων, με τα οποία κλείνουν τα μάτια, σε αντίθεση με την ακίνητη μεμβράνη των υπόλοιπων γκέκο, που σχηματίζεται από τα συνενωμένα τους βλέφαρα, και την αναπαραγωγή με μαλακά αυγά, όπως οι περισσότερες σαύρες αλλά όχι όπως τα περισσότερα γκέκο. Στο παρελθόν η απουσία αναρριχητικών επιφανειών στα δάχτυλά τους θεωρήθηκε αρχαϊκό χαρακτηριστικό, αλλά στην πορεία βρέθηκε ότι διάφοροι κλάδοι γκέκο τις απέκτησαν και τις έχασαν ανεξάρτητα, ενώ ακόμα παλαιότερες εξαφανισμένες οικογένειες γκέκο τις είχαν, οπότε απλώς μπορεί οι σημερινοί ευβλεφαρίδες να τις έχασαν στη συνέχεια. Σύμφωνα με τη μορφολογική ανάλυση, οι ευβλεφαρίδες τοποθετούνταν στη βάση του δέντρου των γκεκωτών ως τα πιο αρχαία γκέκο, οι μοριακές όμως αναλύσεις τα τοποθετούν στη βάση του κλάδου που περιλαμβάνει τα μεταγενέστερα πιο εξελιγμένα γκεκονοειδή γκέκο με τα σκληρά αυγά, αφήνοντας ως αρχαιότερα τα αυστραλιανά διπλοδακτυλοειδή γκέκο, στα οποία ανήκει και το λοφιοφόρο γκέκο. Εάν έτσι έγινε η εξέλιξη, τότε τα διπλοδακτυλοειδή και τα γκεκονοειδή εξέλιξαν τη μεμβράνη του ματιού ανεξάρτητα. Οι ευβλεφαρίδες σήμερα έχουν διασπασμένη και υπολειμματική εξάπλωση σε Ασία, Βόρνεο και γύρω νησιά, Αφρική και Βόρεια και Κεντρική Αμερική, και περιέχουν 30 είδη σε 6 γένη. Αν και λίγα σε σχέση με τα συνολικά περίπου 1.500 είδη των γκέκο, αυτό δε σημαίνει ότι είναι αποτυχημένα. Το γένος Eublepharis, στο οποίο ανήκει το κηλιδωτό γκέκο περιλαμβάνει 5 είδη: Eublepharis angramainu του Ιράκ και της ανατολικής Τουρκίας, E. fuscus της δυτικής Ινδίας, E. hardwikii της ανατολικής Ινδίας, E. macularius του Πακιστάν, του Αφγανιστάν με οριακή εξάπλωση στο Ιράν και στην Ινδία, με 5 αναγνωρισμένα υποείδη (Eublepharis macularius afganicus, E. m. fasciolatus, E. m. macularius, E. m. Montanus, E. m. smithi), και E. turcmenicus του νότιου Τουρκμενιστάν και του βόρειου Ιράν. Τα παραπάνω υποείδη του E. macularius αμφισβητούνται από μερικούς ερευνητές, οι οποίοι τα αντιμετωπίζουν ως τοπικές παραλλαγές ελάσσονος ταξινομικής σημασίας. Το είδος E. macularius πρωτοπεριγράφηκε από τον Edward Blyth το 1854, ενώ το E. turcmenicus από τον Ilia Darevski το 1977.

Τα τρία κοινότερα είδη στην αιχμαλωσία είναι η νοτιοδυτική ομάδα που περιλαμβάνει E. angramainu, E. Turcmenicus και E. macularius. Ο E. angramainu, γνωστό ως μεσοποταμιακό κηλιδωτό γκέκο, φτάνει τα 25 εκατοστά και είναι αρκετά περιζήτητο και σπάνιο, αφού ωριμάζει αναπαραγωγικά σε 3-4 χρόνια. Έχει λεία υποδακτύλια ελάσματα. Από τα δύο τελευταία, ο E. macularius είναι μακράν το κοινότερο στην αιχμαλωσία. Είναι σχεδόν όμοια, με τον E. turcmenicus συνήθως να είναι μικρότερος στο μέγεθος, με μικρότερες φολίδες στο σαγόνι, ελαφρώς τροπιδωτές φολίδες στα υποδακτύλια ελάσματα, και κάτω από 8 προπρωκτικούς πόρους, ενώ το κοινό είδος έχει εντονότερα τροπιδωτές φολίδες και πάνω από 8 προπρωκτικούς πόρους. Τα είδη του γένους Eublepharis, παρά τις διαφορές τους, είναι κοντινοί συγγενείς και μπορούν να υβριδιστούν δίνοντας γόνιμους απογόνους.

Το είδος έχει λάβει πολλές κοινές ονομασίες, όπως γκέκο λεοπάρδαλη (Leopard gecko), ή λεοπαρδαλογκέκο, ασιατικό παχύουρο γκέκο (Asian fat-tailed gecko), σαμιαμίδι λεοπάρδαλη, παρδαλό γκέκο, κηλιδωτό γκέκο κλπ. Στο άρθρο αυτό θα χρησιμοποιώ την ονομασία «κηλιδωτό γκέκο» ως πιο εύχρηστη και πιο ακριβή μετάφραση της επιστημονικής του ονομασίας. Γενικώς όταν μιλάω για το κηλιδωτό γκέκο, θα εννοώ το κοινό E. macularius, με αναφορές σε άλλα είδη, κυρίως στον E. turcmenicus, μόνο εάν υπάρχει κάποια ουσιαστική διαφορά από τον E. macularius.

Τα γκέκο αυτά είναι αρκετά μεγαλόσωμα και στιβαρά, με χαρακτηριστική παχιά ουρά, η οποία είναι μικρότερη του σώματος. Από τα 41 είδη γκέκο του Πακιστάν, ο E. macularius είναι το μεγαλύτερο. Το μήκος τους κυμαίνεται συνήθως μεταξύ 20-25 εκατοστών, με μήκος σώματος 12-16 εκ. και μήκος ουράς 8-9 εκατοστά, ενώ το βάρος τους κυμαίνεται στα 40-80 γραμμάρια, ανάλογα με το μέγεθός τους. Το κεφάλι τους είναι πλατύ, με κατηφορικό ρύγχος και μεγάλα μάτια με βλέφαρα και κάθετες κόρες, όπως τα περισσότερα νυικτόβια κυνηγετικά ζώα. Πίσω από τα μάτια βρίσκονται οι ακουστικοί πόροι, όπου το κρανίο είναι διαμπερές, δηλαδή αν τοποθετήσετε το γκέκο μπροστά από μια έντονη πηγή φωτός, θα παρατηρήσετε ότι το φως περνά μέσα από το αυτί του. Στο άκρο του ρύγχους βρίσκονται τα ρουθούνια, και από κάτω είναι το στόμα, το οποίο φέρει περίπου 100 δόντια, τα οποία αντικαθίστανται κάθε 3-4 μήνες. Κάθε δόντι μοιάζει με καρφάκι με δύο κορυφές, όπως και στα περισσότερα γκέκο, και όπως όλα τα γκέκο, δεν έχει δόντια στον ουρανίσκο. Η γλώσσα είναι πλατιά, όπως σε όλα τα γκέκο, η οποία χρησιμεύει στην κατάποση, στην πόση, στην όσφρηση με το ινιδορινικό όργανο και στον καθαρισμό του προσώπου και των ματιών. Ο λαιμός είναι σχετικά μακρύς, κοντότερος όμως απ’το κεφάλι, και το σώμα είναι υποκυλινδρικό και αρκετά γεροδεμένο. Τα τέσσερα άκρα είναι λεπτά, σχετικά κοντά και με 5 κοντά δάχτυλα, τα οποία φέρουν μικρά, αγκιστρωτά νύχια. Η αρχική ουρά είναι Παχιά με μια περίσφιξη στη βάση και λεπτή άκρη, και το δέρμα της σχηματίζει δακτυλίους, ενώ αν κοπεί και αναγεννηθεί είναι κοντότερη, χωρίς στενή βάση ή δακτυλίους και με στρογγυλεμένη άκρη. Όπως και με όλες τις σαύρες, η αναγεννημένη ουρά δεν έχει σπονδυλική στήλη, αλλά μία χόνδρινη ράβδο, η οποία μπορεί να οστεοποιηθεί μερικώς στην αρχή της, και μέσα της φέρει τον μερικώς αναγεννημένο νωτιαίο μυελό. Η παχιά ουρά χρησιμεύει ως αποθήκη λίπους. Η φολίδωση του είδους χαρακτηρίζεται από κοκκώδεις φολίδες στη ράχη, με διάσπαρτα μεγαλύτερα φύματα ανάμεσά τους όπως και στους δακτυλίους της ουράς, τα οποία του δίνουν τη χαρακτηριστική τραχιά υφή του, ενώ στην κοιλιά οι φολίδες είναι λείες. Ο συνήθης φυσικός χρωματισμός του είδους είναι αποχρώσεις του κίτρινου ή του ανοιχτού καφέ με διάσπαρτες καφέ ή μαύρες κηλίδες. Το κεφάλι είναι συνήθως σκουρότερο καφέ, η ουρά λευκή με μαύρες κηλίδες, ενώ η κάτω πλευρά είναι λευκή και σχεδόν διάφανη. Τα αρσενικά ξεχωρίζουν από τα θηλυκά από το μεγαλύτερό τους μέγεθος, το μεγαλύτερο και πλατύτερο κεφάλι, τα ημιπεΪκά φουσκώματα στη βάση της ουράς πίσω από την αμάρα και τους έντονους προπρωκτικούς πόρους. Οι προπρωκτικοί ή προμηριαίοι πόροι, που είναι συνήθως 9-13 στο συγκεκριμένο είδος, σχηματίζουν τόξο μπροστά από την αμάρα και μπορεί να διακόπτονται στο μέσο από μία ή δύο φολίδες. Χρησιμεύουν στη σήμανση της περιοχής, αφού αποθέτουν κηρώδες οσμητικό υλικό στο περιβάλλον. Στα αρσενικά είναι βαθείς, έντονοι και συχνά με ίχνη κηρώδουςς ουσίας, ενώ στα θηλυκά είναι απλώς μικρά βαθουλώματα στις φολίδες.

Το γκέκο αυτό λανθασμένα χαρακτηρίζεται ερημόβιο, αφού στην πραγματικότητα σπανίζει στην έρημο, με μεγαλύτερους πληθυσμούς σε μέρη με υψηλότερες βροχοπτώσεις, σε ξηρά ή μέτριων βροχοπτώσεων κλίματα. Στο Πακιστάν, όπου η εξάπλωση και η βιολογία του έχουν μελετηθεί περισσότερο, μπορεί να βρεθεί σε όλη τη χώρα, από τις πεδιάδες μέχρι τους υποϊμαλάιους λόφους, έως το υψόμετρο των 2.500 μέτρων. Ο E. turcmenicus έχει τη βορειότερη εξάπλωση του γένους, φτάνοντας μέχρι και τον 38ο παράλληλο. Τα γκέκο αυτά συνήθως ζουν σε πετρώδεις περιοχές, όπως πετρώδεις λοφοπλαγιές με χαλικώδες υπόστρωμα, όπου κρύβονται κάτω από πέτρες ή σε σχισμές βράχων. Σε πιο δασωμένα μέρη κατοικούν κάτω από το φλοιό των δέντρων, οπότε μπορούν να θεωρηθούν ημιδενδρόβια. Μπορούν επίσης να βρεθούν συχνά και σε πετρότοιχους που οριοθετούν σπίτια και χωράφια. Οι πετρότοιχοι αυτοί στο Πακιστάν είναι κατασκευασμένοι από μεγάλες πέτρες, οι οποίες τσιμεντώνονται με λάσπη και μικρότερες πέτρες. Όταν η βροχή διαβρώνει τους αρμούς και ανοίγει διόδους, τα γκέκο εισβάλλουν εκεί. Το είδος μπορεί να βρεθεί επίσης μέσα σε πόλεις, όπου φωλιάζει κάτω από πλάκες, γέφυρες σιδηροδρομικών γραμμών, σε τοίχους και σε υπόγειους σωλήνες, όπου οι διαρροές του παρέχουν υγρασία και τα κενά στη μόνωση κατοικία. Το μικροκλίμα των κρυψωνών αυτών είναι πιο σταθερό και πιο υγρό από τον σκληρό κόσμο της επιφάνειας. Για παράδειγμα, στο οροπέδιο του Ποτοχάρ στο βόρειο Παντζάμπ του Πακιστάν, οι μέσες θερμοκρασίες το Μάρτιο, όταν τα ζώα εξέρχονται από τη νάρκη, κυμαίνονται στους 22-24 βαθμούς, και τον Ιούνιο-Ιούλιο ανεβαίνουν έως τους 40-45 βαθμούς, με υγρασία μεταξύ 30% 40%, ενώ μέσα στις κρυψώνες η υγρασία κυμαίνεται μεταξύ 40-56%. Με την έλευση των Μουσώνων όμως, η θερμοκρασία πέφτει στους 28-33 βαθμούς και η υγρασία ανεβαίνει στο 70%-80%, και τα γκέκο δραστηριοποιούνται περισσότερο. Γενικώς ο ψυχρός, ξηρός και ανεμώδεις καιρός αναστέλλει τη δραστηριότητά τους, ενώ ο υγρός και θερμός καιρός την εντείνει. Οι ζεστές και υγρές νύχτες είναι ο καιρός που τα γκέκο αυτά γίνονται πιο δραστήρια, όπως άλλωστε και η τροφή τους. Το χειμώνα πέφτουν σε χειμερία νάρκη, που διαρκεί από το Σεπτέμβριο έως το Μάρτιο στο βόρειο Πακιστάν, αλλά από το Δεκέμβριο έως το Μάρτιο στο νότο, όπου τα γκέκο μπορεί να αδρανοποιούνται διακεκομμένα ή και καθόλου. Όπως και πολλά μικρόσωμα ερπετά σε θερμά εύκρατα και υποτροπικά κλίματα, συχνά διακόπτουν τη νάρκη όταν η θερμοκρασίες γίνονται ευνοϊκές, όπως ακριβώς με πολλά είδη στη νότια Ελλάδα και στην Κρήτη.

Λανθασμένα επίσης το γκέκο αυτό χαρακτηρίζεται εδαφόβιο. Στην πραγματικότητα καλύτερα θα το περιέγραφε ο όρος ημιαναρριχητικό, αφού συχνά σκαρφαλώνει με ευκολία τραχιές επιφάνειες. Συχνά η είσοδος στην κατοικία του βρίσκεται αρκετές δεκάδες εκατοστά από το έδαφος, ενώ όταν βρίσκεται μέσα, μπορεί είτε να κοιμάται γαντζωμένο σε κάποια επιφάνεια είτε κάτω. Λανθασμένα επίσης χαρακτηρίζεται μοναχικό, αφού συνήθως ζει σε αποικίες, οι οποίες μπορεί να φτάνουν έως και τα 15 άτομα. Αν και μπορούν να σκάψουν, π.χ. κάτω από μία πέτρα για να βολευτούν καλύτερα, γενικά δεν τροποποιούν το περιβάλλον τους, παρά βρίσκουν έτοιμες κρυψώνες και αξιοποιούν τους θαλάμους και τα περάσματα που σχηματίζουν τα κενά ανάμεσα στις πέτρες ή τις δομές. Μία αποικία μπορεί να χρησιμοποιεί έναν τόπο διαμονής για πολλά χρόνια. Η αποικία χρησιμοποιεί ένα κοινό σημείο αφόδευσης, συνήθεια που διατηρείται και στην αιχμαλωσία. Είναι εσπερόβια και νυκτόβια ζώα. Μόλις σουρουπώνει, όλα τα γκέκο βγαίνουν έξω και σκορπίζονται στη γύρω περιοχή προς εύρεση τροφής. Τρέφονται με έντομα όπως ακρίδες, γρύλλους, κατσαρίδες, σκαθάρια, κάμπιες, αλά και πιο επικίνδυνα θηράματα, όπως αράχνες, σαρανταποδαρούσες και σκορπιούς, με τους τελευταίους αγαπημένη τροφή. Τα ενήλικα γκέκο είναι και ευκαιριακή κυνηγοί μικρών σπονδυλωτών όπως μικρότερων σαυρών και γκέκο, συμπεριλαμβανομένων και νεοσσών του είδους τους μερικές φορές, σκουληκόφιδων, και νεογέννητων τρωκτικών και νεοσών πουλιών μέσα απ’τις φωλιές. Όπως και τα άλλα ευβλεφαροειδή γκέκο, είναι περισσότερο κυνηγοί αναζήτησης παρά κυνηγοί ενέδρας, ψάχνοντας ενεργητικά στο περιβάλλον για την τροφή τους, την οποία εντοπίζουν με την όραση, αν και μπορεί να οδηγηθούν σ’αυτήν με οσφρητικά ίχνη. Όταν κυνηγούν, κινούνται αργά προς τη λεία τους, συχνά δονώντας την άκρη της ουράς σαν γάτες, εξού και το άλλο τους όνομα, γατογκέκο. Έπειτα τρέχουν γρήγορα προς το θήραμα και το εξουδετερώνουν αφού το δαγκώσουν δυνατά και το κρατήσουν στο στόμα τους. Το μασούν δαγκώνοντάς το λίγες ακόμα φορές, κι έπειτα το καταπίνουν ολόκληρο. Θεωρούνται αργοκίνητα γκέκο που κινούνται αρκετά αργά αν δεν ενοχλούνται, αν και μπορούν να τρέξουν για σύντομο χρόνο όταν κυνηγούν, μαλώνουν ή απειλούνται. Κανονικά κινούνται με αργό, προσεκτικό βήμα, με το σώμα αρκετά ανασηκωμένο από το έδαφος, παρατηρώντας προσεκτικά το περιβάλλον τους, μυρίζοντας και βγάζοντας περιοδικά τη γλώσσα τους για να ανιχνεύσουν με το ινιδορινικό όργανο ή όργανο του Γιάκομπσον τις οσμές. Όταν σκαρφαλώνουν, χρησιμοποιούν βοηθητικά και την ουρά τους, ενώ μπορούν να πηδήξουν σε μικρή απόσταση. Κινούνται με ευκολία σε στενούς χώρους και τρύπες, αφού μπορούν να πάνε προς τα πίσω ή να διπλώσουν το σώμα τους και να κάνουν μεταβολή αν υπάρχει αδιέξοδο. Αυτές οι ικανότητες τους χρειάζονται επίσης για την αποφυγή των εχθρών τους.

Εχθροί τους είναι πολλά ζώα, όπως τσακάλια, αλεπούδες, κουκουβάγιες, γεράκια, βαράνοι, σαύρες δράκοι, και διάφορα φίδια όπως ο δρομέας (Ptyas mucosus), το διαδηματόφιδο (Spalarosophis diadema) και η κοινή κόμπρα (Naja naja). Αποφεύγουν τους εχθρούς τους χάρη στην κρυπτική συμπεριφορά τους, στο καμουφλάζ τους, στις οξυμένες αισθήσεις τους και στις άμυνές τους. Εάν αντιμετωπίσουν εχθρό συχνά τρέχουν μακριά, αλά μπορεί επίσης να αποπειραθούν να τον τρομάξουν με μια επίδειξη απειλής, που σκοπό έχει να κάνει το ζώο να φαίνεται μεγαλύτερο και τρομακτικότερο. Στην επίδειξη αυτή, σηκώνουν το σώμα ψηλά, καμπυλώνουν τη ράχη τους, ανοίγουν το στόμα τους και βγάζουν ήχους, και σηκώνουν την ουρά τους ψηλά και την κουνούν δεξιά κι αριστερά. Έχουν την ικανότητα να αναγνωρίζουν συγκεκριμένους εχθρούς, για παράδειγμα έχει βρεθεί σε μελέτη ότι τα γκέκο αυτά μπορούν να αναγνωρίζουν τα φίδια και να αντιδρούν σ’αυτά, γι’αυτό και στην αιχμαλωσία μπορεί να τρομάξουν π.χ. από ένα καλώδιο που κάνει στροφές και κινείται. Εκτός από τους παραπάνω εχθρούς, το γκέκο αυτό έχει ν’αντιμετωπίσει και τον άνθρωπο, ο οποίος τα καταδιώκει. Αν και εντελώς άκακο ζώο, στο Πακιστάν λανθασμένα πιστεύεται πως είναι δηλητηριώδες, ίσως και πιο επικίνδυνο από την κόμπρα, αφού πιστεύεται ότι ένα δάγκωμά του σκοτώνει το θύμα του σε λίγα λεπτά, υγροποιώντας το. Στο Πακιστάν το είδος αποκαλείται κχαν-κχάιν, κορ κίρλι ή μπις κόμπρα, δηλαδή μικρή κόμπρα. Γι’αυτό συχνά οι ντόπιοι το σκοτώνουν όποτε το βρίσκουν, κι έπειτα πετάνε το ξύλο με το οποίο το σκότωσαν μακριά, γιατί πιστεύουν πως το δηλητήριο περνά στο ξύλο. Όπως αναφέρει και ο ερευνητής Muhammad S. Khan, ο οποίος έχει συγκεντρώσει πολλά χρήσιμα στοιχεία για τη φυσική ιστορία του είδους που χρησιμοποίησα εδώ, η πεποίθηση αυτή είναι τόσο ισχυρή, αφού όταν μάζευε κηλιδωτά γκέκο για μια μελέτη το 1996 στην αλατούχο πεδιάδα του Παντζάμπ, ένας ντόπιος φοβήθηκε και δε μπορούσε να τον αγγίξει για λίγες μέρες. Όταν κατάλαβε ότι δεν έπαθε τίποτα, εντυπωσιάστηκε και του ζητούσε επανειλημμένα το μαγικό ξόρκι χάρη στο οποίο δεν τον επηρέαζε το δηλητήριό τους. Όπως συνεχίζει ο ίδιος, τα ερπετά και τα αμφίβια γενικά αντιμετωπίζονται με απέχθεια στον ινδοπακιστανικό πολιτισμό, και πέρα από κάποιους ναούς που ζουν κάποια ιερά ερπετά, αντιμετωπίζονται με φόβο, ακόμα και αβλαβή είδη. Για παράδειγμα στο Πακιστάν πιστεύεται ότι τα σαμιαμίδια, τα διάφορα μικρά γκέκο που ζουν μέσα στα σπίτια, είναι δηλητηριώδη, όποιος τα αγγίξει παθαίνει σοβαρά δερματικά προβλήματα και δηλητηριάζουν το φαγητό και το ποτό αν πέσουν μέσα του. Τα παιδιά μαθαίνουν να φοβούνται αυτά τα ζώα και ο φαύλος κύκλος συνεχίζεται. Πολλοί από τους μύθους αυτούς διαδίδονται από τους φιδοπιάστες ή γκάργκα στο Πακιστάν, παραδοσιακά μέλη Σανιασίνων ή κατώτερων καστών, που όμως αντιμετωπίζονται με σεβασμό για τις υποτιθέμενες μαγικές τους δυνάμεις, οι οποίοι, για να προστατεύσουν το επάγγελμά τους, τρομοκρατούν τον αμόρφωτο κόσμο με τέτοιες ιστορίες. Αυτοί συχνά γίνονται γητευτές φιδιών και συλλέγουν τα δηλητηριώδη φίδια και άλλα ερπετά όπως τα κηλιδωτά γκέκο για να τα εμπορευτούν, με πολλά να εξάγονται στη Δύση. Παρά τις πιέσεις, το είδος δεν απειλείται και διατηρεί υψηλούς πληθυσμούς ακόμα και σε κατοικημένες περιοχές. Είναι κρυπτικό και δύσκολο να βρεθεί αν κάποιος δεν ψάχνει γι’αυτό. Αν λοιπόν πιαστεί από κάποιο ζώο ή άνθρωπο, θα προσπαθήσει να ξεφύγει στριφογυρίζοντας, βγάζοντας ήχους, δαγκώνοντας και αδειάζοντας το περιεχόμενο του εντέρου του. Το δάγκωμά του είναι σχετικά αδύναμο και συνήθως δεν πονάει καθόλου και δε σχίζει το δέρμα. Αν πιαστεί από την ουρά, μπορεί να την ρίξει, όπως και πολλές σαύρες. Η αυτοτομή της ουράς γίνεται στο καταγματικό πεδίο στη μη οστεοποιημένη μέση ενός σπονδύλου. Μόλις η ουρά αποκοπεί, τα αιμοφόρα αγγεία συσπώνται αμέσως για να μην υπάρξει αιμορραγία, και το ζώο ξεφεύγει, αφήνοντας πίσω του την ουρά, που εξακολουθεί να κινείται, μπρος στο σαστισμένο εχθρό. Έχει βρεθεί ότι η κίνηση της κομμένης ουράς δεν είναι τυχαία, αλλά η ουρά κάνει συνδυασμό μεγάλων και μικρότερων κινήσεων με εντολές από το νωτιαίο μυελό, μέχρι φυσικά να τελειώσουν τα αποθέματα ενέργειάς της και να εξαντληθεί από τον αναερόβιο μεταβολισμό. Ένα γκέκο χωρίς την ουρά του μπορεί να έχει σωθεί, αλλά αυτή η απώλεια κοστίζει. Έχει μόλις χάσει μια μεγάλη αποθήκη λίπους, και η αναγέννηση της νέας, η οποία θα πάρει λίγες εβδομάδες, θα απαιτήσει πολλή ενέργεια. Και φυσικά στο διάστημα της αναγέννησης δε θα μπορεί να κινηθεί τόσο καλά ούτε να ξαναχρησιμοποιήσει τηναυτοτομή ως άμυνα. Η ουρά είναι αρκετά σημαντική, αφού τα νεαρά γκέκο που την χάνουν, προσωρινά διοχετεύουν την ενέργειά τους στην αναγέννησή της, παρά στην ανάπτυξη.

Η περίοδος αναπαραγωγής για το είδος ξεκινά την άνοιξη, σύντομα μετά τη νάρκη, και τελειώνει περίπου στα μέσα του καλοκαιριού. Τα γκέκο αυτά αναγνωρίζουν το φύλο των ομοειδών τους με οσφρητικά ίχνη, τα οποία βρίσκονται πάνω στο σώμα τους και σε επιφάνειες απ’όπου έχουν περάσει. Ενώ προηγουμένως η αποικία ήταν μια μικτή ομάδα, στην περίοδο αυτήν το πιο κυρίαρχο αρσενικό καθαρίζει την επικράτειά του από τους αντιπάλους του. Το αρσενικό χρησιμοποιεί το έκκριμα των πόρων του για να σημάνει την περιοχή του, σύροντας το πίσω μέρος του στο έδαφος και σε επιφάνειες. Όταν συναντά αντίπαλο αρσενικό, σύρει τους πόρους στο έδαφος, κι επίσης γλείφει την περιοχή και απλώνει τη μυρωδιά πάνω του. Έπειτα μπορεί να κάνει μια επίδειξη απειλής, ώστε να τρομάξει ο αντίπαλος. Αν δε φύγει, τότε τρέχει προς το μέρος του, τον δαγκώνει και τον χτυπά με την ουρά. Κατά τη μάχη, και τα δύο ζώα χάνουν κομμάτια της επιδερμίδας τους. Στο τέλος ο ηττημένος φεύγει, έχοντας αφήσει πίσω του αρκετά κομμάτια δέρματος και συνήθως και την ουρά του, τα οποία μπορεί να φάει ο νικητής. Τα γκέκο αυτά είναι προσαρμοσμένα σε τέτοιου είδους τραυματισμούς και αναγεννούν την επιδερμίδα χωρίς καμία ουλή. Έπειτα ο νικητής έχει πρόσβαση σ’όλα τα θηλυκά της επικράτειάς του. Κατά το ζευγάρωμα, το αρσενικό πλησιάζει το θηλυκό δονώντας την ουρά του. Αν αυτό είναι δεκτικό, που συνήθως είναι, πηγαίνει σε μία γωνία και μετά το αρσενικό το δαγκώνει από την ουρά, ανεβαίνοντας σιγά-σιγά προς το λαιμό, απ’όπου το πιάνει. Έπειτα ανεβαίνει πάνω του, το θηλυκό σηκώνει την ουρά του και το αρσενι΄κό τοποθετεί ένα από τα δύο ημιπέη του στην αμάρα του θηλυκού. Ένα τρεμούλιασμα του θηλυκού υποδηλώνει επιτυχές ζευγάρωμα. Αν από την άλλη το θηλυκό δεν είναι δεκτικό, θα προσπαθήσει να φύγει ή θα κάνει επίδειξη απειλής και μπορεί να επιτεθεί στο αρσενικό. Η εγκυμοσύνη διαρκεί 10-20 μέρες ή και παραπάνω, κι έπειτα το θηλυκό γεννά μία δυάδα λευκών, ωοειδών αυγών μήκους συνήθως 31-35 χιλιοστών και πλάτους 13-16 χιλιοστών. Τα αυγά αυτά έχουν μαλακό κέλυφος και αφυδατώνονται στην ατμόσφαιρα, γι’αυτό το θηλυκό τα αποθέτει σε σκοτεινά και υγρά μέρη που δεν

πιάνει η βροχή, όπως στα βάθυ σχισμών ή κάτω από πέτρες. Ένα θηλυκό, ή όλα τα θηλυκά μιας αποικίας, μπορεί να χρησιμοποιούν ένα ασφαλές σημείο ωοτοκίας για χρόνια. Όπως όλα τα γκέκο, μπορεί να γεννήσουν και ένα μόνο αυγό εάν είναι μικρά, εξαντλημένα κλπ, αλλά κανονικά ποτέ πάνω από δύο. Γέννες με τρία αυγά είναι εξαιρετικά σπάνιες στα γκέκο, και ένα είδος που έχει καταγραφεί με τρία αυγά είναι και το κηλιδωτό γκέκο. Στη φύση το θηλυκό μπορεί να γεννήσει 3-4 φορές το χρόνο, σπάνια περισσότερο, ενώ στην αιχμαλωσία γεννά συνήθως περισσότερες στα παραγωγικά του χρόνια, σπάνια ως και 10. Το διάστημα μεταξύ των γεννών κυμαίνεται στις 10-35 ημέρες, και είναι δυνατό το θηλυκό να απορροφήσει κάποια αυγά εάν οι συνθήκες δεν είναι καλές. Το κηλιδωτό γκέκο παρουσιάζει θερμοεξαρτώμενο καθορισμό φύλου, δηλαδή το φύλο των απογόνων δεν καθορίζεται από τη γενετική, αλλά από τη θερμοκρασία στις πρώτες 22 ημέρες της επώασης. Επίσης η θερμοκρασία επώασης επηρεάζει το μέγεθος των μικρών, το χρωματισμό, ακόμα και τη συμπεριφορά. Η επίδραση της θερμοκρασίας επώασης στα παραπάνω έχει μελετηθεί εκτενώς σ’αυτό το είδος. Θερμοκρασίες μεταξύ 26-28 βαθμών παράγουν σχεδόν αποκλειστικά θηλυκά, στους 30 βαθμούς παράγεται περίπου ίσο ποσοστό αρσενικών και θηλυκών, ενώ σε θερμοκρασίες μεταξύ 31-32 βαθμών παράγονται κυρίως αρσενικά. Σε θερμοκρασίες 34-35 βαθμών παράγονται τα λεγόμενα ζεστά θηλυκά (hot females), τα οποία όμως είναι ανεπιθύμητα γιατί έχουν συμπεριφορά αρσενικού – προσπαθούν να ζευγαρώσουν με άλλα θηλυκά και μαλώνουν με τα αρσενικά -, έτσι δύσκολα πείθονται να γονιμοποιηθούν. Οι απόγονοί τους ωστόσο είναι υγιείς και γόνιμοι σύμφωνα με μελέτες, παρά τους ισχυρισμούς ότι αυτά τα θηλυκά είναι στείρα ή δε βγάζουν καλούς απογόνους. Ανεξάρτητα με τη θερμοκρασία που επωάστηκαν, όλα τα θηλυκά του είδους φέρουν ίχνη ημιπεών. Ο χρόνος επώασης εξαρτάται από τη θερμοκρασία, με συντομότερο χρόνο σε υψηλότερες θερμοκρασίες. Σε θερμοκρασίες που βγάζουν κυρίως θηλυκά η επώαση μπορεί να διαρκέσει 55-65 ημέρες, ενώ σε θερμοκρασίες που βγάζουν κυρίως αρσενικά μπορεί να διαρκέσει 35-45 ημέρες. Κάποιες φορές μπορεί να κάνουν ακόμα και λιγότερο, ενώ σε χαμηλότερες θερμοκρασίες μπορεί να διαρκέσει περισσότερο. Ο χρωματισμός και το μέγεθος των νεοσσών επίσης επηρεάζονται από τη θερμοκρασία, με πιο ζωηρόχρωμα αλλά μικρότερα μικρά σε υψηλότερες θερμοκρασίες. Σε χαμηλότερες θερμοκρασίες, το έμβρυο αξιοποιεί καλύτερα τα θρεπτικά συστατικά του κρόκου, γι’αυτό γεννιέται μεγαλύτερο και πιο εύρωστο. Αντίθετα σε υψηλές θερμοκρασίες, αν και το έμβρυο αναπτύσσεται ταχύτερα, μεταβολίζει έτσι κι αλλιώς υψηλότερα για να συντηρηθεί, έτσι καίει περισσότερη ενέργεια και γεννιέται μικρότερο. Οι πεπειραμένοι και ευσυνείδητοι εκτροφείς κάνουν περίπλοκους χειρισμούς με τη θερμοκρασία για να επηρεάσουν το φύλο και το χρωματισμό των γκέκο, φροντίζοντας παράλληλα και για την υγεία τους. Ένα μυστικό για παράδειγμα είναι η επώαση των θηλυκών σε χαμηλές θερμοκρασίες, και η μετακίνησή τους μετά το παράθυρο του φυλοκαθορισμού σε υψηλότερες, για να επιταχυνθεί η διαδικασία και να έχουν εντονότερα χρώματα. Αν ψάξετε για αποτελέσματα μελετών πάνω στην αναπαραγωγή του κηλιδωτού γκέκο, θα βρείτε πολλά ενδιαφέροντα ευρήματα. Για παράδειγμα, τα θηλυκά έχουν έναν τρόπο ενδυνάμωσης των μικρών, ακόμα κι αν τα αυγά τους είναι μικρότερα. Όσο περνά το καλοκαίρι, τα θηλυκά εξαντλούνται από τις απανωτές γέννες και γεννούν μικρότερα αυγά, τα οποία δίνουν μικρότερα μικρά. Έτσι, για να αυξήσουν την ανταγωνιστικότητα αυτών των μικρών, εφοδιάζουν τον κρόκο του αυγού με επιπλέον στεροειδή, ώστε τα μικρά να είναι ανταγωνιστικότερα και επιθετικότερα σε σχέση με τα σωματικά μεγαλύτερ απαλιότερα αδέρφια τους. Έναάλλο ενδιαφέρον εύρημα είναι η ανακάλυψη ότι το προγεννητικό περιβάλλον επηρεάζει τη συμπεριφορά των νεοσσών του κηλιδωτού γκέκο. Όλοι έχουμε ακούσει ιστορίες για το πόσο πολύ το αγέννητο παιδί επηρεάζεται από το περιβάλλον της μητέρας του. Αν ακούει κλασική μουσική θα είναι ήρεμο, αν η μάνα δεν τρώει σωστά θα είναι παλιοχαρακτήρας κλπ. Στη μελέτη αυτήν λοιπόν, αυγά κηλιδωτών γκέκο χωρίστηκαν σε τρεις ομάδες, η μία επωάστηκε σε απόλυτο σκοτάδι, η άλλη σε λίγο φως και η άλλη σε φως με σχήματα. Όταν γεννήθηκαν, για τις πρώτες μέρες αυτά που επωάστηκαν κάτω από σχήματα προτίμησαν το ίδιο περιβάλλον. Οπότε ο μύθος της σπουδαιότητας της προγεννητικής επίδρασης καταρρίπτεται, αν ακόμα και μια σαύρα, που δε φροντίζει τα μικρά της, παρουσιάζει το ίδιο χαρακτηριστικό.

Στο τέλος της επώασης λοιπόν, το αυγό καταρρέει και σύντομα ο νεοσσός εκκολάπτεται. ΟΙ νεοσσοί έχουν μήκος 6-8 εκ. και βάρος 3-5 γραμμάρια. Αλλάζουν το πρώτο τους δέρμα σε 2-3 μέρες και μετά αρχίζουν να τρώνε. Στα χρώματα και στη συμπεριφορά διαφέρουν πολύ από τα ενήλικα άτομα του είδους τους• έχουν μαύρο ή σκούρο καφέ χρώμα, με δύο ή τρεις κίτρινες ζώνες στο σώμα, μια λευκοκίτρινη στον αυχένα που φτάνει ως τα χείλη και πολλές μικρότερες στην ουρά. Ο χρωματισμός τους είναι μιμητικός δηλητηριωδών αρθροπόδων στην περιοχή τους, κι όταν αντιμετωπίζουν εχθρό δε διστάζουν να του αντιπαρατεθούν. Σε περίπτωση απειλής. Σηκώνουν την ουρά τους ψηλά, σαν σκορπιοί, ανοίγουν το στόμα τους και βγάζουν μια έντονη για το μέγεθός τους κραυγή, ενώ μπορεί επίσης να πεταχτούν προς την απειλή και να δαγκώσουν. Αν και το δάγκωμά τους είναι ασήμαντο, το ζώο μπορεί να νομίζει ότι τσιμπήθηκε από κάτι επικίνδυνο και να το αφήσει. Οι άνθρωποι που ζούσαν σε συμπατ΄ρια με το γκέκο ίσως να τρόμαζαν επίσης από την υπερβολική αντίδραση ενός τόσο μικρού ζώου, κι έτσι να το θεώρησαν λανθασμένα επικίνδυνο. Τα μικρά περνούν από μια οντογενετική χρωματική αλλαγή στους τρεις μήνες της ζωής τους, οπότε οι σκούρες περιοχές σπάνε σε κηλίδες και το ζώο αποκτά τον γνωστό χρωματισμό παραλλαγής. Έκτοτε, είναι πιθανότερο να τρέξουν μακριά από κάποια απειλή παρά να της αντιπαρατεθούν. Είναι από τις λίγες περιπτώσεις όπου το μικρό είναι πιο τσαμπουκάς από τον ενήλικα. Στο διάστημα αυτό των τριών μηνών είναι επίσης δυνατή η διάγνωση του φύλου από κάποιο προσεκτικό μάτι, αλλιώς μπορεί να γίνει με μεγαλύτερη ασφάλεια στους 5-6 μήνες. Πολύ πεπειραμένοι εκτροφείς μπορούν ωστόσο να διαγνώσουν το φύλο στις 2-3 βδομάδες. Τα γκέκο αυτά ωριμάζουν γεννητικά στους 9-12 μήνες, και στη φύση φτάνουν συνήθως στο πλήρες τους μέγεθος τον επόμενο χρόνο από τη γέννησή τους. Τα θηλυκά αρχίζουν να γεράζουν αναπαραγωγικά υπό συνθήκες χαλαρής αναπαραγωγής στα 10-12 χρόνια, ενώ τα αρσενικά διατηρούνται ακμαία πρακτικά για όλη τους τη ζωή. Αντίθετα, σε συνθήκες εντατικής αναπαραγωγής, όπως εφαρμόζουν μερικοί εκτροφείς, όπου τα θηλυκά αναπαράγονται από το Φεβρουάριο έως τον Οκτώβριο και γεννούν πάνω από 10 φορές, τα θηλυκά παύουν να είναι γόνιμα μετά τα 4 χρόνια και συνήθως πεθαίνουν στα 7-10 χρόνια. Η κανονική διάρκεια ζωής του είδους κυμαίνεται στα 15-20 χρόνια, με τα αρσενικά να ζουν περισσότερο από τα θηλυκά λόγω λιγότερης καταπόνησης κατά την αναπαραγωγή, τα οποία κατέχουν και το ρεκόρ, με ένα αρσενικό στο Ζωολογικό Κήπο Woodland Park του Σιάτλ με καταγεγραμμένη διάρκεια ζωής τα 28,5 χρόνια.

Στην αιχμαλωσία

Το κηλιδωτό γκέκο του είδους Eublepharis macularius είναι από τις κοινότερες, αν όχι η κοινότερη, σαύρα στην αιχμαλωσία παγκοσμίως. Έχει μεγάλο ιστορικό εκτροφείς και μπορεί να θεωρηθεί η πρώτη εξημερωμένη σαύρα. Εάν ο βασικός ορισμός της εξημέρωσης είναι η γενετική τροποποίηση ενός οργανισμού από τον άνθρωπο, αυτό το είδος τον πληροί. Δεν είναι εξημερωμένο όπως ένας σκύλος ή κάποιο άλλο μεγάλο ζώο που συνεργάζεται με τον άνθρωπο, αλλά όπως τα χρυσόψαρα, μικρά πουλιά κλπ, που κυρίως έχουν επιλεγεί για την εμφάνισή τους. Ακόμα και ο χρωματισμός άγριου τύπου (normal) του γκέκο αυτού δεν αντιστοιχεί πλήρως σε κάποια φυσική μορφή του, μιας και τα διάφορα υποείδη και οι τοπικές παραλλαγές συγχωνεύτηκαν στα πρώτα χρόνια της αναπαραγωγής του στην αιχμαλωσία. Εκείνη την εποχή, οι εκτροφείς ενδιαφέρονταν περισσότερο να κρατήσουν ένα είδος ζωντανό και να βγάλουν απογόνους, παρά να διατηρήσουν καθαρές τις γραμμές. Έτσι το σημερινό αιχμάλωτο είδος αποτελεί σύμφυρση όλων των υποειδών, με μεγαλύτερη συμβολή αυτών του Πακιστάν. Πέρα από κατοικίδιο, το κηλιδωτό γκέκο έχει γίνει χάρη στην εύκολη συντήρηση και αναπαραγωγή του χρήσιμος οργανισμός μοντέλο στα εργαστήρια, στο οποίο μελετώνται πράγματα όπως η επίδραση των συνθηκών επώασης στο φύλο και στο φαινότυπο των μικρών, όπως προανέφερα, η αναγέννηση της ουράς και του δέρματος, η αντικατάσταση των δοντιών, η εμβρυική ανάπτυξη, η θερμορρύθμιση κλπ. Είναι ένα από τα πλέον μελετημένα ερπετά, και γι’αυτό έχουμε πολλές επιστημονικές πληροφορίες όσον αφορά αυτό το είδος.
Η εκτροφή του γκέκο αυτού στην αιχμαλωσία ξεκίνησε ήδη από τη δεκαετία του 1970. Εκείνη την εποχή κατέφθαναν σε Ευρώπη και ΗΠΑ χιλιάδες πιασμένα άτομα κυρίως από το Πακιστάν, αλλά και από γειτονικές χώρες. Μέσα σ’όλες αυτές τις χιλιάδες κιτρινόμαυρων σαυρών, τύχαινε να υπάρχουν μερικές με αποκλίνοντα χρωματισμό, οι οποίες έγιναν η βάσεις για τα σημερινά μορφικά. Άλλα μορφικά προέρχονταν από τυχαίες μεταλλάξεις στην αιχμαλωσία. Τα μορφικά ήταν αυτό που απογείωσε την εκτροφή του κηλιδωτού γκέκο, και το έβαλε στη θέση που είναι σήμερα. Παρόλο που οι τεχνικές διατήρησης και αναπαραγωγής είχαν τελειοποιηθεί σε μεγάλο βαθμό στα τέλη της δεκαετίας του 1980, ακόμα και τότε συνέχισαν οι εισαγωγές γκέκο, επειδή ήταν φθηνότερα, άρα ο κόσμος εξακολουθούσε να τα αγοράζει, κι επίσης οι εκτροφείς περίμεναν να βρουν αυτό το μοναδικό ζώο που έψαχναν. Τελικά το Πακιστάν έκλεισε τις εξαγωγές γκέκο το 1990, κι έκτοτε οι τεχνικές εκτροφής του τελειοποιήθηκαν, ώστε σήμερα να έχουμε σχεδόν υπερπληθυσμό αυτών των ζώων και προσιτές, αν όχι εξευτελιστικές τιμές για normal και απλά μορφικά. Έτσι γίνεται δυστυχώς, δε βάζει ο κόσμος μυαλό εκτός κι αν υπάρχει ένας μπαμπούλας πάνω απ’το κεφάλι του με τη μορφή νέων νομοθεσιών και απαγορεύσεων στις εξαγωγές. Ο κόσμος συνέχιζε ν’αγοράζει πιασμένα ζώα, μόνο και μόνο επειδή ήταν φθηνότερα, άσχετα αν ήταν χειρότερα στην υγεία τους ή αυτό επηρέαζε τους άγριους πληθυσμούς. Απευθύνω την έκκλησή μου σ’όλους τους αναγνώστες μου, να αγοράζετε όσο γίνεται μόνο ζώα από αναπαραγωγές στην αιχμαλωσία (cb). Σήμερα λοιπόν όλα τα γκέκο που κυκλοφορούν στο εμπόριο προέρχονται αποκλειστικά από αναπαραγωγή στην αιχμαλωσία. Αυτό δε σημαίνει ωστόσο ότι όλοι οι εκτροφείς είναι ευσυνείδητοι και όλα τα καταστήματα σωστά.
Προσπαθήστε ν’αγοράζετε κηλιδωτά γκέκο από χομπίστες εκτροφείς που αγαπούν τα ζώα τους και κάνουν το καλύτερο γι’αυτά, ή από εξειδικευμένα καταστήματα στα ερπετά. Εκτός από τον άγριο τύπο ή normal υπάρχουν και δεκάδες μορφισμών, τους οποίους δε μπορώ να συζητήσω σ’αυτό το άρθρο γιατί είναι πάρα πολλοί. Βασικά τα μορφικά είναι ζώα που έχουν υποστεί επιλεκτική αναπαραγωγή για το χρωματισμό τους, ο οποίος διαφέρει από τον φυσικό. Υπάρχουν ελαφριά μορφικά όπως τα tangerine με πορτοκαλίζον χρώμα και τα high yellow με εντονότερα κίτρινα, hypo με λιγότερη μελανίνη, κλπ, αλλά υπάρχουν και πιο αποκλίνοντα όπως τα patternless χωρίς σχέδια, τα Mac snow, με ασπρόμαυρα χρώματα, τρεις τύποι αλφικών (Albino), κλπ. Οι μορφισμοί μπορεί να οφείλονται είτε σε υπολειπόμενα γονίδια, είτε σε συνυπερέχοντα γονίδια, ή σε πολυγονιδιακά φαινόμενα. Εκτός από το χρωματισμό, ορισμένα μορφικά έχουν επιλεγεί για το μέγεθός τους, όπως για παράδειγμα οι γίγαντες Τρέμπερ (Tremper giants), οι οποίοι φτάνουν τα 30 εκατοστά σε μήκος και τα 140 γραμμάρια σε βάρος. Ο Ron Tremper είναι μεγάλο και παλιό όνομα στην εκτροφή αυτού του είδους, πρωτοπόρος σε πολλές τεχνικές και δημιουργός πολλών πετυχημένων μορφικών. Τα μορφικά δε διαφέρουν σε κάτι σημαντικό πέρα από το χρώμα ή και το μέγεθος από τα «κανονικά» κηλιδωτά γκέκο, και φυσικά μπορούν να συνδυαστούν για να δώσουν είτε ετερόζυγα νορμάλ είτε άλλα μορφικά, ανάλογα με το γενετικό συνδυασμό. Υπάρχουν ωστόσο και λίγες εξαιρέσεις, όπως τα enigma, σημαντικό ποσοστό των οποίων παρουσιάζει σοβαρά νευρολογικά προβλήματα, και γι’αυτό η δημοτικότητά τους έχει πέσει. Επίσης τα αλφικά ζώα δεν ανέχονται τον υψηλό φωτισμό, αλλά πέρα απ’αυτό, δεν έχουν κάποιο άλλο πρόβλημα. Παράλληλα με την αγορά των μορφικών, υπάρχουν και εκτροφείς που διατηρούν καθαρές γραμμές του άγριου τύπου ή συγγενικών ειδών. Τα ζώα αυτά, επειδή έχουν μεγαλύτερη γενετική ποικιλομορφία, χρησιμοποιούνται για την ενδυνάμωση κλειστών γραμμών μορφικών. Υπάρχει ωστόσο πιθανότητα οι περισσότερες απ’αυτές τις γραμμές να έχουν μικρό ποσοστό επιμιξίας με E. Macularius, για παράδειγμα αυτό λέγεται συχνά για τους E. Turcmenicus, αν και μόνο μία εξέταση dna θα μπορούσε να λύσει το φλέγον ζήτημα.

Όπως προανέφερα, τα γκέκο αυτά είναι πολύ εύκολα στη φροντίδα. Αν και θα μπορούσαν να ζήσουν σ’ένα χώρο 40χ25 με δύο κρυψώνες, μία στη ζεστή και μία στη δροσερή μεριά και μια υγρή κρυψώνα, χαρτί κουζίνας για υπόστρωμα και ένα μπολ τροφής και νερού, καλό είναι να τους δίνεται κάτι περισσότερο. Το παραπάνω είναι το ελάχιστο που προτείνεται για ένα γκέκο, αν και στην πραγματικότητα είναι αρκετά λίγο. Εφόσον το γκέκο αυτό σκαρφαλώνει στη φύση, θα χρειαστεί περισσότερα αντικείμενα αναρρίχησης ώστε να ασκείται. Ένας χώρος 45χ30 είναι ιδανικός για ένα, οριακός για δύο συμβατά γκέκο, ενώ ένας χώρος 60χ45 είναι ιδανικός για δύο ή και τρία. Για κάθε νέο ζώο, ο χώρος θα πρέπει να αυξάνεται περίπου κατά 50%. Το ύψος δεν έχει τόση σημασία, αν και καλό είναι να έχουν λίγα εκατοστά να σκαρφαλώνουν, για παράδειγμα 20-30 εκατοστά. Τα γκέκο αυτά ζουν άνετα σε ομάδες, αρκεί να θυμάστε ότι δύο αρσενικά στην πορεία σίγουρα θα μαλώσουν, ίσως μέχρι θανάτου επειδή ο ηττημένος δε θα μπορεί να ξεφύγει, ένα αρσενικό με ένα ή περισσότερα θηλυκά θα οδηγήσει σίγουρα σε αναπαραγωγή, κάτι που μπορεί να επιδιώκετε ή όχι, ενώ ένα αρσενικό με ένα μόνο θηλυκό είναι πιθανό να στρεσάρει το θηλυκό επειδή θα δέχεται συνεχή παρενόχληση από το αρσενικό, και μπορεί επίσης το αρσενικό να τραυματιστεί από το μη δεκτικό θηλυκό. Οπότε καλύτερο σχήμα είναι είτε πάνω από ένα θηλυκό είτε ένα αρσενικό με δύο ή περισσότερα θηλυκά, χωρίς να σημαίνει αυτό ότι τα ζευγάρια έχουν πάντοτε προβλήματα. Εάν παρατηρείτε ότι μαλώνουν και κάποιο στρεσάρεται τόσο ώστε να μην τρέφεται σωστά ή δείχνει τραυματισμένο, καλύτερα να το απομονώσετε και ν’αναζητήσετε την αιτία του προβλήματος, π.χ. ανεπαρκής χώρος, αλλιώς ίσως χρειαστεί να το έχετε χωριστά μόνιμα. Το τερράριο εσωτερικά θα πρέπει να περιέχει επιφάνειες για σκαρφάλωμα και κρυψώνες. Προτείνεται, σε περίπτωση που στεγάζεται πάνω από ένα γκέκο στον ίδιο χώρο, να υπάρχουν ξεχωριστές κρυψώνες για το καθένα, αν και στην πραγματικότητα συνήθως όλα χρησιμοποιούν την ίδια. Αντικείμενα όπως πέτρες, χοντρά κλαδιά, κομμάτια φλοιού, σπασμένες γλάστρες, ή κομμένες καρύδες, μισά κούτσουρα και κορμοί και κομμάτια από φελλό που πωλούνται στα ειδικά καταστήματα είναι κατάλληλα για τη διακόσμηση του τερραρίου. Χρειάζεται μόνο προσοχή με τις πέτρες και παρόμοια βαριά αντικείμενα, τα οποία θα πρέπει να είναι καλά στερεωμένα για να μην πέσουν και καταπλακώσουν τα γκέκο. Θα πρέπει να υπάρχει δυνατότητα κρυψήματος και στη θερμή και στη δροσερή πλευρά, ώστε το ζώό να μην αναγκάζεται να θυσιάζει τη θερμορρύθμισή του για την ασφάλεια. Καλύτερο είναι να μπορεί να κινείται από τη μία πλευρά στην άλη κρυμμένο, οπότε μια μακρόστενη κρυψώνα όπως ένα κομμάτι φλοιού ή φελλού είναι ιδανική. Μία υγρή κρυψώνα στη ζεστή πλευρά είναι επίσης απαραίτητη. Στη φύση αυτά τα γκέκο ζουν σε υγρά μικροκλίματα, και μια τέτοια κρυψώνα θα τα βοηθήσει να διατηρούν την ενυδάτωσή τους και να αλάζουν το δέρμα τους χωρίς προβλήματα. Στην πιο απλή της μορφή, η υγρή κρυψώνα είναι ένα κουτί όπως ένα ταπεράκι γεμισμένο με υγρά χαρτιά, τύρφη, βρύα ή χώμα, το οποίο έχει μια τρύπα στο πλάι για να μπαινοβγαίνει το γκέκο. Η κρυψώνα αυτή λειτουργεί επίσης ως χώρος εναπόθεσης των αυγών σε περίπτωση αναπαραγωγής. Επειδή συχνά τα γκέκο περνούν πολύ χρόνο εκεί, γίνεται να την συγχωνεύσεται με τη ζεστή κρυψώνα, π.χ. μια μεγάλη ζεστή κρυψώνα με το μισό της υγρό. Το υπόστρωμα θα πρέπει να είναι κάτι εύκολο στο καθάρισμα και ασφαλές. Η άμμος είναι εντελώς ακατάλληλη, γιατί απλώς το ζώο αυτό δεν είναι προσαρμοσμένο να ζει και να βαδίζει στην άμμο. Οι σαύρες που βαδίζουν στην άμμο, όπως ο τερατοσκίγκος, έχουν κροσσωτές φολίδες στα δάχτυλά τους. Το γκέκο αυτό δεν έχει. Η άμμος, εκτός του ότι είναι βαριά και δύσκολη στο καθάρισμα επειδή απορροφά υγρά και μικροσωματίδια, παράγει πολλή σκόνη, ενδέχεται να προκαλέσει ενσφήνωση αν το ζώο την καταπίνει συχνά, και μπορεί να εισχωρήσει σε ευαίσθητες περιοχές όπως μέσα στα μάτια, ανάμεσα στα χείλη και στα δόντια, στα ρουθούνια, στα αυτιά, στην αμάρα κλπ, προκαλώντας ερεθισμούς και μολύνσεις. Γι’αυτό καλύτερα να την αποφύγετε. Εάν θέλετε οπωσδήποτε ένα φυσικό υπόστρωμα, μπορείτε να φτιάξετε ένα σκληρό μείγμα από αργιλώδες χώμα, χαλίκια και πετραδάκια, το οποίο θα πρέπει να συμπιέσετε καλά. Αλλιώς μπορείτε να χρησιμοποιήσετε την ευκολότερη λύση, χαρτί. Χαρτί κουζίνας για τα μικρότερα ή και για τα ενήλικα, και εφημερίδα ή άλλα σκληρότερα χαρτιά για τα ενήλικα. Οποιοδήποτε χαρτί που δε γλιστρά πολύ κάνει. Τα κηλιδωτά γκέκο επιλέγουν μία γωνία του χώρου τους όπου αφοδεύουν αυστηρά εκεί, οπότε το καθάρισμά τους είναι πολύ εύκολο. Τα νεαρά ωστόσο άτομα, που ακόμα δεν έχουν εγκαθιδρύσει κάποια επικράτεια, μπορεί για τους πρώτους μήνες να αφοδεύουν οπουδήποτε.

Όπως όλα τα ερπετά, έτσι και τα κηλιδωτά γκέκο θα πρέπει να θερμορρυθμίζονται. Το τερράριο θα πρέπει να έχει από κάτω μια θερμαντική πλάκα, η οποία θα θερμαίνει το 1/3 του πυθμένα του χώρου στους 32-34 βαθμούς, ενώ το υπόλοιπο θα μένει αθέρμαστο. Έτσι το ζώό θα μπορεί να κινείται από τη ζεστή στη δροσερή πλευρά όποτε το χρειάζεται. Η θέρμανση επιτυγχάνεται και με λάμπα, αλλά για το συγκεκριμένο είδος, η ζέστη από κάτω είναι πολύ αποτελεσματική. Ίσως ωστόσο σε μεγαλύτερα και ψηλότερα τερράρια με παχύτερο πυθμένα να χρειαστεί και μία λάμπα, η οποία θα θερμαίνει επίσης τον αέρα και τις επιφάνειες. Εάν χρησιμοποιείται λάμπα, θα πρέπει να σβήνει το βράδυ, εκτός κι αν είναι κεραμική και δεν εκπέμπει φως. Αλλιώς η θερμαντική πλάκα μπορεί είτε να μένει αναμμένη όλο το εικοσιτετράωρο είτε να σβήνει το βράδυ. Τα γκέκο αυτά δεν ενοχλούνται με τη μόνιμη παροχή θερμότητας. Εάν ωστόσο θέλετε να την ρίξετε το βράδυ, η θερμοκρασία δε θα πρέπει να πέσει κάτω από τους 22-26 βαθμούς. Αν και γίνεται να πέσει ως τους 18 χωρίς άμεσο πρόβλημα, ο μεταβολισμός τους θα πέσει και δε θα αποδίδουν όσο θα μπορούσαν. Το καλοκαίρι, εάν η περιβαλλοντική θερμοκρασία φτάνει τους 30-32 βαθμούς ή και παραπάνω κάθε μέρα, δε θα χρειαστεί θερμαντικός εξοπλισμός. Θυμηθείτε ωστόσο να τον ανάψετε αμέσως μόλις η θερμοκρασία πέσει κάτω απ’αυτά τα επίπεδα. Μια ευκολότερη λύση είναι να τον έχετε συνδεδεμένο σε θερμοστάτη ή ροοστάτη, ο οποίος αυτόματα θα τον ανάβει όποτε η θερμοκρασία πέφτει σε σχέση με το σημείο που ρυθμίσατε. Όπως και τα περισσότερα γκέκο και οι νυκτόβιες σαύρες, το κηλιδωτό γκέκο δεν είναι ακριβής θερμορρυθμιστής όπως τα ημερόβια είδη που λιάζονται, γι’αυτό δε χρειάζεται μια συγκεκριμένη θερμοκρασία για να λειτουργεί σωστά. Λειτουργεί σε μια ευρύτερη ζώνη θερμοκρασιών, με προτιμότερες αυτές μεταξύ 30-33 βαθμούς. Η λάμπα υπεριώδους ακτινοβολίας (uvb), με την οποία τα ερπετά και άλλα ζώα συνθέτουν τη βιταμίνη d3 για το μεταβολισμό του ασβεστίου δεν είναι απαραίτητη για το συγκεκριμένο είδος, αφού είναι νυκτόβιο και μπορεί να λαμβάνει τη βιταμίνη μέσω της διατροφής, εντούτοις ακόμα και τα νυκτόβια εκτίθενται στον ήλιο, γι’αυτό μερικοί πιστεύουν ότι μια λάμπα uvb χαμηλής απόδοσης γύρω στο 2% ωφελεί, αν και δεν έχει γίνει σχετική μελέτη γι’αυτό.
Θα μπορούσατε να την εντάξετε σε κάποιο μεγάλο τερράριο εάν επιθυμείτε.

Τα γκέκο αυτά είναι σχεδόν αποκλειστικά εντομοφάγα. Μπορούν να φάνε διάφορα έντομα που εκτρέφονται για εντομοφάγα ζώα, όπως γρύλλους (Acheta domestica), ακρίδες (Locusta migratoria), κατσαρίδες Αργεντινής (Blaptica dubia), κατσαρίδες κόκκινους δρομείς (Shellfordella tartara), αλευροσκούληκα (Tenebrio molitor), προνύμφες και σκαθάρια, βασιλικά αλευροσκούληκα (Zophobas morio), κηροσκούληκα ή μελοσκούληκα (Galleria melonella), και προνύμφες και πεταλούδες, προνύμφες μαύρης στρατιωτόμυγας ή phoenix worms (Hermetia illucens), προνύμφες χρυσού σκαραβαίου (Pachnoda marginata) κλπ. Τα παραπάνω έντομα θα τα βρείτε σε εξειδικευμένα καταστήματα για ερπετά ή μπορείτε να τα παραγγείλετε, ενώ ορισμένα, όπως τα αλευροσκούληκα και τις κατσαρίδες της Αργεντινής, μπορείτε εύκολα να τα εκθρέψετε και μόνοι σας. Δεν προτείνεται να δίνετε στα γκέκο σας έντομα πιασμένα απ’τη φύση, γιατί μπορεί να περιέχουν τοξικά χημικά ή επικίνδυνους μικροοργανισμούς. Εάν θέλετε να τα δώσετε, καλύτερα να πιάσετε σχετικά ασφαλή έντομα όπως γρύλλους, ακρίδες, πράσινες μη τριχωτές κάμπιες από μη τοξικά φυτά, νυχτοπεταλούδες κλπ, και να αποφύγετε έντομα με κακή γεύση ή τοξίνες όπως πασχαλίτσες, πυγολαμπίδες, βρωμούσες, τριχωτές κάμπιες κλπ, αλά και έντομα που είναι πιθανότερο να φέρουν παθογόνους μικροοργανισμούς όπως μύγες, κοπροφάγους σκαραβαίους και κατσαρίδες από το σπίτι σας. Ένα ενήλικο γκέκο μπορεί να φάει 3-6 έντομα, ανάλογα με το μέγεθός τους. Μπορούν να φάνε χωρίς πρόβλημα έντομα όσο και το 90% του κεφαλιού. Εάν συστεγάζετε γκέκο, κανονίστε την ποσότητα ανάλογα. Εάν την άλλη μέρα όλα τα έντομα λείπουν, τοποθετήστε λίγα περισσότερα για να βεβαιωθείτε ότι δεν πεινάει κανείς. Τα έντομα που δεν πηδούν και τείνουν να κρύβονται μπορούν να τοποθετηθούν σ’ένα μπολ, απ’όπου δε θα μπορούν να ξεφύγουν και τα γκέκο θα τα πιάνουν εύκολα. Έντομα που πηδάνε όπως οι γρύλλοι και οι ακρίδες μπορούν ν’αφεθούν ελεύθερα στο χώρο, και τα γκέκο θα τα κυνηγήσουν. Τα ενήλικα γκέκο θα πρέπει να τρώνε κάθε 2-3 μέρες, ενώ τα αναπτυσσόμενα καθημερινά. Κοντά περίπου στο χρόνο, τα ίδια τα γκέκο θα μειώσουν την πρόσληψη τροφής τους καθώς σταματά η ανάπτυξή τους, ειδοποιώντας σας για την αλλαγή στο πρόγραμμα ταΐσματος. Παρόλα αυτά μπορείτε να έχετε μόνιμα το μπολ γεμάτο, και το γκέκο να τρώει όποτε θέλει. Αυτό εφαρμόζουν οι περισσότεροι εκτροφείς, ωστόσο έχει δεχτεί κριτική γιατί μπορεί να οδηγήσει σε παχυσαρκία. Το παραπάνω δεν ισχύει για τα αναπαραγόμενα θηλυκά, τα οποία έχουν υψηλότερες ανάγκες σε θρεπτική τροφή. Χάρη στις μεγάλες αποθήκες λίπους αυτού του είδουςς, μπορεί να επιβιώσει για αρκετό διάστημα χωρίς τροφή. Η βασική τροφή που χρησιμοποιούν οι εκτροφείς είναι τα αλευροσκούληκα, μια θρεπτική αλλά παχυντική τροφή. Συχνά λόγω αυτού τα γκέκο εθίζονται στα αλευροσκούληκα, με αποτέλεσμα να χάνουν γρήγορα βάρος όταν αυτά ελαττώνονται στη διατροφή τους μέχρι να προσαρμοστούν. Η ποικιλία είναι σημαντική για τη διατροφή κάθε ζώου. Φροντίστε να παρέχετε στα γκέκο μια ποικίλη διατροφή, ή τουλάχιστον δύο βασικά είδη, π.χ. αλευροσκούληκο και γρύλλο ή αλευροσκούληκο και κατσαρίδα Αργεντινής, τα οποία θα συμπληρώνετε με διάφορα άλλα είδη περιστασιακά. Τα μελοσκούληκα δε θα πρέπει να δίνονται ως βασική τροφή, γιατί είναι υπερβολικά παχυντικά (40% λίπος) και εθιστικά. Επίσης τα γκέκο μπορεί να μην φάνε όλα τα είδη που προανέφερα, για παράδειγμα πολλά δε δέχονται τις σκληρές, αν και θρεπτικές προνύμφες μύγας και τις νυχτοπεταλούδες. Επειδή τα περισσότερα έντομα υπολείπονται σε ασβέστιο, θα πρέπει να συμπληρώνονται μ’αυτό το στοιχείο με την ειδική σκόνη, σε κάθε τάισμα για τα μικρά και τα αναπαραγόμενα θηλυκά και σε κάθε λίγα ταΐσματα για τα ενήλικα. Πολλοί εκτροφείς τοποθετούν ένα μπολ με σκόνη ασβεστίου μόνιμα στο τερράριο των γκέκο, ιδίως όταν τα θηλυκά αναπαράγονται, και αυτό είναι μια καλή ιδέα για μια τέτοια περίπτωση. Επίσης θα χρειαστεί συμπλήρωση και με βιταμίνη d3, κάθε εβδομάδα για τα μικρά και αραιότερα για τα ενήλικα, ενώ οι πολυβιταμίνες θα πρέπει να δίνονται κάθε 2 βδομάδες για τα μικρά και κάθε μήνα για τα ενήλικα. Αν ωστόσο τα θηράματα των γκέκο τρέφονται με πλούσιες τροφές, οι πολυβιταμίνες μπορεί να μη χρειάζονται τόσο πολύ. Είναι κοινή πρακτική τα θηράματα, ιδίως αν δε βγήκαν πρόσφατα από την αποικία, να ταΐζονται για λίγες μέρες με θρεπτική τροφή όπως φρούτα, λαχανικά και πίτουρο για να τα αφομοιώσουν στο σώμα τους και να γίνουν θρεπτικότερη τροφή τα ίδια. Πέρα από έντομα, τα ενήλικα κηλιδωτά γκέκο μπορούν να τρώνε περιστασιακά ένα νεογέννητο ποντικάκι (pinky), το οποίο, αν και δεν είναι υποχρεωτικό, μπορεί να βοηθήσει στη γρήγορη πρόσκτηση βάρους και την επαναφορά εξαντλημένων θηλυκών. Θα πρέπει να δίνονται με μέτρο εντούτοις, π.χ. μια φορά το μήνα, γιατί είναι ιδιαίτερα παχυντικά. Εκτός από κρέας, τα γκέκο αυτά μπορούν να φάνε και πολτοποιημένα φρούτα, όπως ροδάκινο, αχλάδι ή λαχανικά όπως καρότο. Αν κι αυτό έχει δεχτεί κριτική επειδή υποτίθεται στη φύση δεν τρώνε, στην πραγματικότητα δε γνωρίζουμε αν τρώνε και το γεγονός ότι τα τρώνε στην αιχμαλωσία υποδηλώνει ότι τα τρώνε και στη φύση. Τα περισσότερα γκέκο άλλωστε, ακόμα και ερημόβια είδη, τρέφονται και με καρπούς ή άλλα γλυκά μέρη φυτών, οπότε δεν είναι κάτι το ασυνήθιστο. Μπορείτε να τα δίνετε κάποιο μαλακό φρούτο 1-2 φορές το μήνα εάν θέλετε, αλλά και χωρίς αυτό μπορούν να ζήσουν κανονικά. Δε θα φάνε όλα τα γκέκο το φρουτοπολτό. Τα γκέκο αυτά κατάγονται από ξηρά μέρη, οπότε σπάνια βρίσκουν νερό. Αν και προτείνεται ο χώρος τους να έχει ένα μπολ νερού, απ’όπου πίνουν, δεν είναι απαραίτητο, αφού οι ανάγκες τους μπορούν να καλυφθούν εύκολα από την τροφή τους, την υγρή κρυψώνα και ένα ελαφρύ ψέκασμα που μπορείτε να κάνετε 1-2 φορές την εβδομάδα στο χώρο τους, ώστε να πιουν τα σταγονίδια. Ψεκάστε μόνο συγκεκριμένες περιοχές που χρησιμοποιούν πολύ και όχι υπερβολικά, μιας και σκοπός σας δεν είναι να ανεβάσετε υπερβολικά την υγρασία.

Η αναπαραγωγή αυτού του γκέκο είναι αρκετά εύκολη υπόθεση. Δε χρειάζεται εξειδικευμένες γνώσεις και εξοπλισμό, αλά, όπως με όλα τα πράγματα, η εμπειρία θα σας κάνει καλύτερους. Τις περισσότερες πληροφορίες για την αναπαραγωγή, όπως για το ζευγάρωμα, την ωοτοκία, την θερμοκρασία και το χρόνο επώασης, τον καθορισμό του φύλου κλπ τις παρέθεσα παραπάνω, αλά δεν αρκούν μόνο αυτά. Τα ζώα χρειάζονται προετοιμασία. Καταρχάς θα πρέπει να βρίσκονται σε ώριμη ηλικία, τουλάχιστον 9 μήνες για τα αρσενικά και 12 για τα θηλυκά, και φυσικά αν είναι λίγο μεγαλύτερα, ιδίως τα θηλυκά, είναι ακόμα καλύτερο, ώστε να ανταπεξέλθουν καλύτερα στο στρες της διαδικασίας. Αφού λοιπόν είστε βέβαιοι ότι έχετε αρσενικό και θηλυκό κατάλληλης ηλικίας και σε καλή υγεία, θα πρέπει να τα περάσετε από χειμερία νάρκη, το οποίο προσομοιώνει τις συνθήκες στο φυσικό τους περιβάλλον. Ο E. macularius αναπαράγεται και χωρίς να πέσει σε νάρκη, αλλά τα αποτελέσματα είναι αμφίβολα. Για βορειότερα είδη, όπως ο E. turcmenicus, η νάρκη είναι υποχρεωτική, και σύμφωνα με παρατηρήσεις που έγιναν στο Ζωολογικό Κήπο της Μόσχας σε συνεργασία με το Ζωολογικό Ινστιτούτο της Ρωσικής Ακαδημίας Επιστημών, θα πρέπει να διαρκεί τρεις μήνες σε θερμοκρασία 13-14 βαθμών Κελσίου. Το ίδιο πρόγραμμα μπορεί να εφαρμοστεί και για τον E. macularius, αλλά στο συγκεκριμένο είδος και 6 μόνο εβδομάδες στους 15 βαθμούς είναι αρκετές. Η προετοιμασία για τη νάρκη δεν είναι δύσκολη. Αν τα ζώα είναι σε καλή υγεία και με αρκετό λίπος στο σώμα και στην ουρά, κατά το Νοέμβριο ή το Δεκέμβριο, αφού τα έχετε ταΐσει καλά, διακόπτετε το τάισμα για δέκα μέρες-δύο εβδομάδες, ώστε να αδειάσει πλήρως το πεπτικό τους σύστημα, κι έπειτα κατεβάζετε τις θερμοκρασίες, ώστε σε λίγες μέρες να φτάσουν εκεί που πρέπει. Στην κρυψώνα θα πρέπει να υπάρχει λίγη υγρασία. Στο διάστημα αυτό τα γκέκο δε θα κινούνται πολύ. Το Φεβρουάριο-Μάρτιο μπορείτε να επαναφέρετε τη θερμοκρασία ανάβοντας το θερμαντικό εξοπλισμό. Σύντομα τα γκέκο θα ξυπνήσουν και θα ξεκινήσουν να τρώνε, οπότε θα πρέπει να τα ταΐζετε καλά για να αναπληρώσουν όσο λίγο βάρος έχασαν το χειμώνα και να βάλουν ακόμα λίγο. Η χειμερία νάρκη, αν κι όχι υποχρεωτική για το συγκεκριμένο είδος, είναι ωφέλιμη και για τα ζώα που δεν αναπαράγονται, και ίσως να επιμηκύνει τη διάρκεια ζωής τους. Εάν το αρσενικό δε βρίσκεται μαζί με το θηλυκό, σύντομα μετά τη νάρκη θα πρέπει να βρεθούν. Τα ζευγαρώματα διαρκούν μέχρι και τα μέσα του καλοκαιριού, αν κι ένα θηλυκό μπορεί να γεννά για μια χρονιά με μία μόνο γονιμοποίηση. Στο διάστημα της ωοτοκίας θα πρέπει να προσέχετε ιδιαίτερα την πρόσληψη ασβεστίου από το θηλυκό, ειδάλλως θα απορροφά από τα οστά του, αδυνατίζοντάς τα. Η υγρή κρυψώνα είναι συνήθως το σημείο φωλιάσματος του θηλυκού, όπου θάβει τα αυγά, αλά μερικές φορές τυχαίνει απλώς να τα αφήσει σε άλλη επιφάνεια, κάτω στο υπόστρωμα, ή και μέσα στο μπολ νερού, αν υπάρχει. Σε τέτοιες περιπτώσεις είναι δυνατό να σώσετε τα αυγά αν τα προλάβετε, αλλά συνήθως θα είναι ήδη αργά όταν τα βρίσκετε. Συνήθως τα αυγά που σκορπίζουν τα θηλυκά είναι αγονιμοποίητα. Τα αγονιμοποίητα αυγά είναι ιδιαίτερα κοινό φαινόμενο σε θηλυκά που αναπαράγονται για πρώτη φορά, σε γέρικα θηλυκά, ή στην τύχη οποτεδήποτε. Μπορεί να είναι πιο εύπλαστα, μικρότερα ή ελαφρύτερα από το κανονικό. Για να βεβαιωθείτε για τη γονιμότητα των αυγών σας, μπορείτε, μετά από λίγες μέρες που θα τα βάλετε για επώαση, να τα βγάλετε και να τα τοποθετήσετε μπροστά από μια έντονη πηγή φωτός, όπως ένα φακό, σε ένα σκοτεινό δωμάτιο. Αν έχουν μια ερυθρή κηλίδα με ερυθρά αιμοφόρα αγγεία είναι σίγουρα γόνιμα, αφού το έμβρυο αναπτύσσεται. Αν είναι κίτρινα, πιθανότατα είναι αγονιμοποίητα. Τα αγονιμοποίητα αυγά αργότερα θα κιτρινίσουν από τον κρόκο, και στη συνέχεια θα μαλακώσουν και θα σαπίσουν. Τότε θα πρέπει να τα πάρετε από τα υπόλοιπα οπωσδήποτε. Σε ένα δοχείο επώασης μπορείτε να έχετε πολλά αυγά, ωστόσο καλό είναι να αλλάζετε το υπόστρωμα κάτω απ’όσα αυγά έχουν σκάσει ή χαλάσει, γιατί οι μικροοργανισμοί από τα παλιότερα αυγά μπορεί να επηρεάσουν τα επόμενα. Το μέσο επώασης έχει συζητηθεί πολύ. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί και κοινό νοτισμένο χώμα, αλλά είναι πιο πιθανό να βγάλει προβλήματα, π.χ. μούχλα, αν και τα υγιή αυγά με πλήρως ασβεστοποιημένο κέλυφος δύσκολα μουχλιάζουν. Πιο αποστειρωμένες λύσεις είναι ο περλίτης και ο βερμικουλίτης, τον οποίο αναμειγνύετε με νερό σε αναλογία 1 μέρος νερό προς 0,8 μέσο επώασης κατά βάρος. Θα χρειαστείτε ζυγαριά γι’αυτό, ενώ αργότερα με την εμπειρία σας θα μπορείτε να το πετυχαίνετε εύκολα. Ο περλίτης θεωρείται καλύτερος, αφού είναι βαρύτερος, έτσι αν ένα μικρό γεννηθεί και το υπόστρωμα έχει στεγνώσει λίγο, δε θα κουνήσει τα υπόλοιπα αυγά. Για εκκολαπτήρας μπορεί να χρησιμοποιηθεί είτε ένα πλαστικό κουτί, μέσα στο οποίο θα βρίσκονται τα μικρότερα κουτιά με τα αυγά, στο οποίο δημιουργείτε σταθερή θερμοκρασία με τη χρήση ενός θερμαντικού μέσου συνδεδεμένου με θερμοστάτη, είτε ένας έτοιμος από το εμπόριο. Το καλοκαίρι η επώαση μπορεί να γίνει και χωρίς κάποιον θερμαντικό εξοπλισμό αν μπορείτε να διασφαλίσετε κατάλληλες θερμοκρασίες. Είναι επίσης δυνατόν να επωάσετε λίγα αυγά μέσα στο τερράριο σε μέρος με την επιθυμητή θερμοκρασία, μέσα σε κάποιο κλειστό πλαστικό κουτί. Ακόμα, μία νέα μέθοδος επώασης που έχει δοκιμαστεί σε διάφορα είδη είναι η ξηρή επώαση, κατά την οποία τα αυγά βρίσκονται σε μια διάτρητη επιφάνεια ακριβώς πάνω από νερό στη σωστή θερμοκρασία, κι έτσι ελαχιστοποιείται ο κίνδυνος μουχλιάσματος από το μέσο επώασης. Η μέθοδος αυτή είναι επιτυχής και με τα αυγά του E. macularius. Τέλος, έχει τύχει μερικές φορές να ξεχάσει κάποιος τα αυγά μέσα στο τερράριο και μετά από δύο μήνες περίπου να έχουν γεννηθεί μικρά. Οι περιπτώσεις εντούτοις που τα μικρά γεννιούνται στο τερράριο των γονέων είναι από τύχη, και κανονικά δε θα πρέπει τα μικρά να βρίσκονται στο χώρο με τα ενήλικα, γιατί μπορεί να κανιβαλιστούν. Αν και μερικοί ερευνητές και εκτροφείς έχουν δημιουργήσει αποικίες κηλιδωτών γκέκο σε μεγάλα τερράρια, ο κίνδυνος είναι πάντοτε υπαρκτός. Τα μικρά έχουν παρόμοιες ανάγκες με τα ενήλικα, αλλά είναι πολύ πιο ευαίσθητα. Πολλά πράγματα που είναι εύκολα για τα ενήλικα είναι δύσκολα για τα μικρά. Για παράδειγμα αν το μπολ της τροφής είναι ψηλό και δε βλέπουν τα έντομα μέσα, δε θα μπορούν να τα φάνε. Έτσι θα πρέπει να χρησιμοποιήσετε ένα ρηχό σκεύος και να το τοποθετήσετε κοντά σε μια κρυψώνα ή σε κάποιο άλλο ψηλό μέρος, έτσι ώστε όταν ανεβαίνουν εκεί να βλέπουν το εσωτερικό του. Επίσης στην κρυψώνα θα πρέπει να υπάρχει πάντοτε μέρος με υγρασία, γιατί τα μικρά αφυδατώνονται εύκολα κι επίσης θα έχουν προβληματικές εκδύσεις, που σ’αυτήν τη φάση μπορεί να τους κοστίσουν ακόμα και τη ζωή. Οι θερμοκρασίες θα πρέπει να μένουν όσο το δυνατόν σταθερές στη ζεστή πλευρά. Μερικά μικρά γεννιούνται με το λεκηθικό σάκο, αλλά αυτός αποβάλλετε στη συνέχεια. Μπορούν να φάνε αφού αλλάξουν το πρώτο τους δέρμα, ενώ μερικά μπορεί να μη φάνε καθόλου στην πρώτη εβδομάδα. Επειδή έχουν μεγάλο κεφάλι, ήδη από το μέγεθος που βρίσκονται μπορούν να φάνε έντομα ως κι ένα εκατοστό, όπως μικρούς γρύλλους, μικρές κατσαρίδες, μικρά αλευροσκούληκα και μικρά μελοσκούληκα. Όπως και με όλα τα ζώα που γεννούν πολλά μικρά, πάντοτε υπάρχει πιθανότητα προβλημάτων στην αναπαραγωγή. Κάποιο αυγό μπορεί να χαλάσει ακόμα και στη μέση της επώασης, ενώ κάποιο μικρό μπορεί να γεννηθεί με κάποιο πρόβλημα είτε ορατό είτε εσωτερικό και να πεθάνει, είτε χωρίς να φάει τίποτα είτε μετά από λίγο καιρό.

Το γκέκο αυτό είναι γενικά ανθεκτικό ζώο που δύσκολα θα πάθει κάτι αν φροντίζετε σωστά. Μπορεί να πάθει όλα τα προβλήματα που ταλανίζουν τα ερπετά, όπως δερματικές μολύνσεις, αναπνευστικές λοιμώξεις, ενδοπαράσιτα, έλλειψη ασβεστίου, τραυματισμούς κλπ. Η δυσέκδυση είναι ένα ιδιαίτερα κοινό πρόβλημα στα κηλιδωτά γκέκο, ιδίως στα αναπτυσσόμενα άτομα. Όπως όλα τα γκέκο, αλλάζουν το δέρμα τους μια φορά, αλλά το σχίζουν σε κομμάτια και μετά το τρώνε όλο, ώστε να εξαφανίσουν τα ίχνη τους από πιθανούς εχθρούς. Τα ενήλικα το αλλάζουν περίπου κάθε μήνα, ενώ τα αναπτυσσόμενα μικρά συχνότερα. Η υγρασία βοηθά στο μαλάκωμα του δέρματος. Εάν όμως υγρασία δεν υπάρχει, γιατί δεν υπάρχει υγρή κρυψώνα, το δέρμα μπορεί να κολλήσει σε δύσκολα μέρη όπως στα βλέφαρα, στα δάχτυλα και στο άκρο της ουράς, οδηγώντας σε μολύνσεις του ματιού και πιθανόν νέκρωση και πτώση των μελών από έλλειψη κυκλοφορίας αντίστοιχα. Μία υγρή μπατονέτα ή ένα υγρό χαρτί βοηθά σε περιπτώσεις δισέκδυσης. Η παχυσαρκία είναι επίσης κοινή στο συγκεκριμένο είδος, ιδίως σε άτομα που τρέφονται μόνο με προνύμφες όπως αλευροσκούληκα. Θα πρέπει να ξεχωρίζετε ένα υγιές και λίγο στρουμπουλό γκέκο από ένα παθολογικά παχύσαρκο. Ένα παχύσαρκο γκέκο έχει υπερβολικά διογκωμένη ουρά, παχιά κοιλιά που μπορεί ν’αγγίζει το έδαφος όταν κινείται, και σε εξαιρετικές περιπτώσεις φούσκωμα κάτω από τις μασχάλες. Επειδή τα ερπετά δεν έχουν μεγάλη αερόβια ικανότητα, άρα δε μπορούν να κάψουν πολλές θερμίδες με τη γυμναστική, ο μόνος τρόπος να κάψουν το περιττό λίπος είναι με τη νηστεία, γι’αυτό, αν και φαίνεται σκληρό, θα πρέπει να μειώσετε τα ταΐσματα και σε ποσότητα και σε συχνότητα για ν’αδυνατίσει. Το μεγαλύτερο μολυσματικό πρόβλημα υγείας με αυτό το είδος είναι το κρυπτοσπορίδιο, γνωστό και ως κρύπτο. Η λέξη αυτή σπέρνει το φόβο και τον τρόμο στους απανταχού φίλους του κηλιδωτού γκέκο ανά τον κόσμο. Το κρυπτοσπορίδιο είναι το είδος Cryptosporidium varani, και προσβάλει διάφορες σαύρες. Δεν είναι το είδος που προσβάλει τα θηλαστικά. Είναι ανθεκτικό παράσιτο, με ανθεκτικές κύστεις που ζουν στο περιβάλλον για χρόνια, και δεν επηρεάζονται από τα περισσότερα απολυμαντικά. Μερικά γκέκο είναι φορείς χωρίς να έχουν συμπτώματα. Αν όμως για κάποιον λόγο το ανοσοποιητικό σύστημα ενός ζώου φορέα πέσει, π.χ. από στρες αλλαγών ή υπερπληθυσμού, υποσιτισμό, χειμερία νάρκη κλπ, τότε μπορεί να εμφανιστούν τα συμπτώματα, και άπαξ και εμφανιστούν, συνήθως δεν υπάρχει θεραπεία, και ο θάνατος θα επέλθει βασανιστικά μετά από μήνες ή και χρόνο. Το παράσιτο καταστρέφει την επιφάνεια του λεπτού εντέρου, δυσχεραίνοντας την απορρόφηση της τροφής. Το γκέκο σταματά να τρώει η τρώει πολύ λίγο και σπάνια, αδυνατίζει, κάνει πράσινη διάρροια, τείνει να κρύβεται στα ψυχρότερα σημεία του χώρου του, είναι ληθαργικό, και η άλλοτε στρουμπουλί ουρά του γίνεται λεπτή σαν ξύλο(stick tail). Σε τέτοια φάση, η μόνη λύση είναι η ευθανασία. Είναι δυνατό στα πρώτα στάδια το παράσιτο να περιοριστεί με φαρμακευτική αγωγή, αλά δεν είναι πάντοτε αποτελεσματική, και σε περίπτωση που το ζώο επανέλθει, θα την χρειάζεται για όλη του τη ζωή και καλύτερο είναι να ζει σε απομόνωση ή με άλλα θετικά σε κρύπτο ζώα, και να μην αναπαράγεται, γιατί δεν είναι ακόμα γνωστό αν το παράσιτο περνά στην επόμενη γενιά. Μετά από ένα περιστατικό κρύπτο σε μια συλλογή, όλα τα κλουβιά και οι εξοπλισμοί της συλλογής θα χρειαστεί απολύμανση με πυκνό διάλυμα αμμωνίας, η οποία είναι αποτελεσματική έναντι των κύστεων, και στενή παρακολούθηση όλων των ζώων. Η ανίχνευση του ίδιου του παρασίτου είναι δύσκολη, ακόμα και σε συμπτωματικά ζώα, αλλά πρόσφατα η διάγνωση έγινε ευκολότερη με τη μέθοδο pcr, η οποία εντοπίζει το dna του παρασίτου. Γι’αυτό τα νέα άτομα σε μια συλλογή θα πρέπει να τίθενται υπό καραντίνα για 30 μέρες τουλάχιστον, για παν ενδεχόμενο. Εάν αγοράσετε γκέκο από κάποιον χομπίστα εκτροφέα ή κατάστημα με λίγα ζώα έχετε πολύ μικρότερη πιθανότητα το ζώο σας να έχει κρύπτο. Αντίθετα, σε μεγάλα pet shop με γρήγορο ρυθμό αντικατάστασης ζώων τα οποία προέρχονται από πολλές πηγές, καθόλου καραντίνα και απολύμανση πριν την έλευση των νέων ζώων, η πιθανότητα είναι υψηλότερη.

Τα γκέκο αυτά είναι αρκετά έξυπνα και παρατηρητικά ζώα. Θα κοιτάζουν τις κινήσεις σας μέσα από το τεράριο, θα μάθουν ότι τα δίνετε τροφή και θα συνηθίσουν να τα σηκώνετε. Κάποια μπορούν να μάθουν να τρώνε από λαβίδα ή από το χέρι. Τα περισσότερα ενήλικα γκέκο είναι αρκετά ανεκτικά στο χειρισμό, και μπορείτε να τα βγάζετε έξω για λίγα λεπτά τη φορά. Για να το χειριστείτε, απλώς το σηκώνετε και το βάζετε πάνω στο χέρι σας, φροντίζοντας να μην κινδυνεύει να πέσει. Έπειτα αυτό μπορεί να καθίσει ακίνητο ή να κινείται από το ένα χέρι στο άλλο, ή ν’ανεβαίνει πάνω σας. Καλύτερο είναι να το αφήσετε να κινηθεί μόνο του παρά να το κρατάτε, γιατί τότε μπορεί να πανικοβληθεί και να προσπαθήσει να φύγει. Μπορείτε επίσης να το αφήσετε να περπατήσει σε μια επιφάνεια, απ’όπου μπορείτε να είστε απολύτως σίγουροι ότι θα μπορείτε να το ξαναπιάσετε και δε θα το χάσετε. Τα γκέκο αυτά πηδούν μόνο όταν είναι σίγουρα ότι δε θα πέσουν, οπότε δύσκολα θα σας φύγουν από το χέρι, αν και αν τρομάξουν γίνεται. Γνωρίζουν την περιοχή τους και πηγαίνουν μόνα τους μέσα όταν τα πάτε μπροστά στο τερράριό τους. Αντίθετα, τα νεαρότερα άτομα κι αυτά που δεν έχουν συνηθίσει το χειρισμό είναι πολύ γρήγορα και τρομάζουν εύκολα. Για να τα συνηθίσετε, απλώς προσπαθήστε να τα αφήνετε ν’ανεβαίνουν στο χέρι σας παρά να τα κρατάτε, και πάντα να τα χειρίζεστε αρχικά πάνω από μια λεκάνη ή μέσα στο τερράριό τους, για να μη σας φύγουν. Αν σας φύγουν θα τα βρείτε, αλλά θα πρέπει να ψάξετε αρκετά αν υπάρχουν πολλά πράγματα στο χώρο. Συνήθως κρύβονται πίσω ή κάτω από πράγματα ή σκαρφαλώνουν σε χαμηλό όμως ύψος. Όσο μεγαλώνουν συνηθίζουν στο χειρισμό. Κάθε γκέκο ωστόσο είναι διαφορετικό και έχει διαφορετική ανοχή στο χειρισμό, άλλα για παράδειγμα τρώνε αμέσως μόλις τα βάλετε πίσω στο τερράριο, και άλα θα προσπαθούν να σας ξεφύγουν συνεχώς. Θα διαπιστώσετε τις ανοχές του καθενός με την εμπειρία σας. Δε θα πρέπει ωστόσο να εμπιστεύεστε στο 100% ακόμα κι ένα πολύ ήσυχο γκέκο, αφού κι αυτό μπορεί να τρομάξει από κάτι και να προσπαθήσει να σας ξεφύγει. Ένας χειρισμός για 5-10 λεπτά λίγες φορές την εβδομάδα είναι αρκετός, και ίσως έβαλα και πολύ. Όπως και οι περισσότερες μικρές σαύρες, είναι περισσότερο ζώα παρατήρησηςς, που τα απολαμβάνουμε καθώς δραστηριοποιούνται μέσα στο τερράριό τους, παρά χειρισμού. Παρόλα αυτά, είναι από τις πιο ανεκτικές στο χειρισμό μικρές σαύρες.

Τα δικά μου γκέκο

Γνώριζα το είδος από τότε που άρχισα να διαβάζω για ερπετά, από το 2005 περίπου. Αργότερα, όταν άρχισα να συμμετέχω και στα φόρουμ, το είδος αυτό ήταν το κέντρο πολλών συζητήσεων, μιας και το είχαν πολλοί. Αρχικά το αντιμετώπιζα με κάποια περιφρόνηση, γιατί δήθεν ήταν πολύ κοινό είδος. Δεν είχα καταλάβει ακόμα ότι για να είναι ένα είδος κοινό, υπάρχει κάποιος σημαντικός λόγος, όπως ότι συγκεντρώνει πολλά θετικά χαρακτηριστικά σαν το συγκεκριμένο. Κηλιδωτό γκέκο συνάντησα για πρώτη φορά από κοντά και έπιασα στο feeders.gr, το κορυφαίο κατάστημα για ερπετά στην Ελλάδα, απ’όπου αγοράζω ό,τι χρειάζομαι όπως τροφές, εξοπλισμό κλπ και σας το συνιστώ ανεπιφύλακτα. Ήταν αρκετά στρουμπουλό και πολυθ φιλικό, κι επίσης υπήρχαν διάφορα ζώα με διάφορα χρώματα, συμπεριλαμβανομένων και πορτοκαλί που μ’αρέσουν, αν και δεν έχω, κι έτσι αποκαταστάθηκε η εικόνα του είδους στο μυαλό μου. Πάραυτα, ακόμα δεν ήθελα να αποκτήσω ένα. Ασχολούμουν με τις άλλες σαύρες που είχα και νόμιζα ότι θα τις έκανα αναπαραγωγή, αν και φυσικά αυτό δεν έγινε. Τον Οκτώβριο του 2015, πήρα έναν τερατοσκίγκο του Ρομπορόφσκι (Teratoscincus roborowskii), ο οποίος ήταν και θηλυκό. Δηλαδή, με ένα αρσενικό από τη Γερμανία την επόμενη χρονιά θα μπορούσα ν’αναπαραγάγω ένα σπάνιο είδος, Παρόλα αυτά τα πράγματα δεν πήγαν όπως νόμιζα, γιατί ο τερατοσκίγκος ήταν πιασμένος – το μόνο και τελευταίο πιασμένο ζώο που είχα -, ίσως να στρεσαρίστηκε με την αλλαγή περιβάλλοντος και απεβίωσε ένα μήνα αργότερα. Έτσι μου έμεινε μόνο το τερράριο, ένα φαουνάριουμ 46χ30χ17 εκατοστά, με τις διακοσμήσεις του. Το άφησα αρκετό καιρό στη θέση του, ώσπου αποφάσισα να το απολυμάνω εντελώς, μήπως και βάλω κάτι άλλο μέσα. Άδειασα όλη την άμμο και έριξα νερό με χλωρίνη σε αναλογία 10/1 κατ’όγκο, νοσοκομειακό μίγμα, στο τερράριο και στις διακοσμήσεις για να τα απολυμάνω όλα από κάτι δυνητικά επικίνδυνο για οποιονδήποτε επόμενο ένοικο. Έπειτα ξανάβαλα το τερράριο στη θέση του και το ξέχασα. Σκέφτηκα ωστόσο αργότερα να πάρω κάποιο είδος γκέκο σχετικά εδαφόβιου, ανθεκτικού και από περιοχή με ξηρό κλίμα, στο οποίο θα μπορούσα να κάνω αναπαραγωγή. Και στο μυαλό μου ήρθε πρώτο-πρώτο το κηλιδωτό γκέκο. Όχι όμως κάθε κηλιδωτό γκέκο. Το feeders.gr είχε φέρει από το Σεπτέμβριο του 2015 κηλιδωτά γκέκο του Τουρκμενιστάν, κι αυτά ήθελα να προλάβω, για΄τι είναι αρκετά σπάνια στις συλλογές. Μόλις ρώτησα όμως γι’αυτά, έμαθα ότι είχαν μείνει μόνο τέσσερα, και όλα θηλυκά. Λυπήθηκα τότε, αλλά ευχαριστώ την τύχη μου τώρα για λόγους που θα σας εξηγήσω παρακάτω.

Το ταξίδι μου με τα γκέκο αυτά ξεκίνησε από τις 14 Μαΐου του 2016. Εκείνη τη μέρα πήγα στο κατάστημα με σκοπό να αγοράσω ένα E. turcmenicus. Αρχικά σκόπευα να πάρω το πιο μεγάλο, αλά τελικά προτίμησα το πιο χρωματιστό. Είχε έντονο χρυσοκίτρινο χρώμα με καφέ κηλίδες, πιο σκούρο κεφάλι και γκριζόλευκη ουρά. Ήταν γύρω στα 18 εκατοστά και αρκετά στρουμπουλό.
Eublepharis turcmenicus female

Όταν είχαν έρθει αυτά τα γκέκο πέρσι το Σεπτέμβριο, ήταν γύρω στα 12 εκατοστά, άρα θα είχαν γεννηθεί τον ίδιο χρόνο και τώρα αυτή θα είναι ενός έτους και λίγο παραπάνω. Την ίδια μέρα που πήρα αυτό το γκέκο, ένα μορφικό hypo E. Macularius, που συστεγαζόταν με ένα αρσενικό Tremper albino γέννησε δύο αυγά. Ο καταστηματάρχης δεν το περίμενε καν, κι έτσι δεν είχε βάλει φωλιά και τα αυγά έσπασαν. Έτσι, τα δώσαμε στο γενειοφόρο δράκο του μαγαζιού που τά’φαγε αμέσως. Επιστρέφοντας λοιπόν πίσω, έβαλα το γκέκο του Τουρκμενιστάν στο χώρο του. Μετά από δύο μέρες, έφαγε για πρώτη φορά, δύο μελοσκούληκα, ένα αλευροσκούληκο και ένα σκαθάρι από αλευροσκούληκο. Τελικά ισχύει ότι κυνηγάνε σαν γάτες, επειδή το είχα προσέξει να τρέμει την ουρά του και να σηκώνεται ψηλά στην προετοιμασία του να επιτεθεί. Στις 17 Μαΐου, πήγα στο κατάστημα με σκοπό να αγοράσω ακόμα ένα θηλυκό γκέκο. Εφόσον δεν είχε αρσενικά E. Turcmenicus, και ούτε φαινόταν ότι θα έρχονταν σύντομα, αποφάσισα ν’ασχοληθώ με μορφικά. Πήρα λοιπόν το ήδη γονιμοποιημένο hypo, για να δοκιμάσω τη διαδικασία της αναπαραγωγής. Αν και δεν κανόνισα εγώ για το ζευγάρωμα, θα έπρεπε να φροντίσω τα αυγά, να τα επωάσω, και να μεγαλώσω τα μικρά. Πήρα λοιπόν και το hypo E. macularius, ένα μεγαλύτερο ζώο, γύρω στα 20 εκατοστά, με πιο γκρίζα χρώματα και πολύ εντονότερες κηλίδες. Είχε αρκετά παχουλό σωματότυπο, αν και επειδή είχε γεννήσει πρόσφατα ήταν ακόμα αδύνατο. Η ουρά του ωστόσο ήταν πολύ παχιά, παχύτερη απ’αυτήν του E. Turcmenicus.
Eublepharis macularius hypo female

Και αυτός είναι ο πατέρας:
Eublepharis macularius Tremper albino male

Διαρρύθμισα το τερράριό τους όπως περίπου είναι και τώρα, και το έβαλα μέσα. Καθώς το έβαζα μέσα αυτό ενοχλήθηκε, στιρφογύριζε, με δάγκωσε λίγο και με έχεσε, αλλά μετά πήγε και κρύφτηκε στην τρύπα του.

Για ένα σύντομο χρονικό διάστημα μετά την απόκτηση των γκέκο, είχα διάφορα δυσάρεστα περιστατικά με την E. turcmenicus. Επειδή διάβαζα παντού για το πόσο αργά κινούνται και πόσο εύκολα είναι στο χειρισμό, είχα υποτιμήσει την ταχύτητά τους και τα γρήγορα αντανακλαστικά τους. Στις 17 Μαΐου λοιπόν, την ίδια μέρα που έφερα την E. macularius, έχασα το γκέκο του Τουρκμενιστάν. Μου έφυγε το βράδυ από μία πέτρα που χρησιμοποίησε σαν σκαλί κι έφυγε, γιατί είχα βγάλει εντελώς καπάκι. Το κυνήγησα στο γραφείο για να το πιάσω, αλά πήδηξε κάτω και χάθηκε. Μετά από λίγο το είχα βρει, αλλά πάλι μου ξέφυγε με τεράστια ταχύτητα. Την επόμενη μέρα πάλι μου ξέφυγε, αλά τελικά με μια μεθοδική αναζήτηση και προσεκτικές κινήσεις στις 19 Μαΐου το ξαναέπιασα. Αυτή ήταν και η μέρα που έφαγε για πρώτη φορά το hypo, τρία γιγάντια αλευροσκούληκα κι ένα μελοσκούληκο. Για λίγο όλα πήγαιναν καλά. Στις 25 Μαΐου, το hypo είχε γκριζωπή επιδερμίδα σαν χαρτί, σημάδι επικείμενης έκδυσης. Την επόμενη μέρα είχε αλλάξει το δέρμα του και ήταν ένα λαμπερό, ολοκαίνουργιο γκέκο. Στις 31 Μαΐου ξανάχασα το γκέκο του Τουρκμενιστάν, αλλά το ξαναέπιασα στην 1 Ιουνίου, και ήταν κι αυτό σε φάση έκδυσης. Την άλλη μέρα είχα ακόμα ένα λαμπερό και ολοκαίνουργιο γκέκο. Στις 4 Ιουνίου, ξανάχασα το γκέκο του Τουρκμενιστάν, το οποίο ξαναβρήκα αμέσως την ίδια μέρα. Επίσης το βράδυ η hypo άλλαξε ξανά δέρμα. Μετά λοιπόν απ’όλα αυτά, η μικρή E. turcmenicus πήρε το όνομα Αστραπή για το κίτρινο χρώμα και την υπερβολική ταχύτητά της, ενώ για τη μεγάλη hypo δεν έβρισκα ακόμα όνομα, αλλά τελικά την έβαλα Σταλίτσα. Έτσι λοιπόν έμαθα να μην εμπιστεύομαι και τόσο τα κηλιδωτά γκέκο, και δη αυτό του Τουρκμενιστάν. Αν και κινούνται αργά όταν δεν τα ενοχλεί κανείς, μπορούν να τρέξουν πολύ γρήγορα αν απειληθούν. Μπορεί να μην έχουν αντοχή για να τρέχουν συνεχόμενα, αλά στο μικρό διάστημα που τρέχουν προλαβαίνουν να κρυφτούν σε κάποιο δυσπρόσιτο σημείο. Εν ολίγοις το είδος αυτό δεν έχει καμία σχέση με το λοφιοφόρο γκέκο που συνήθησα, το οποίο, αν και μπορεί να τρέξει κι επίσης μπορεί να πηδήξει αρκετά μακριά, είναι συνήθως αρκετά αργό και πολύ χαζό, αφού στη Νέα Καληδονία απ’όπου κατάγεται έχει ελάχιστους εχθρούς. Τα συγκεκριμένα γκέκο δεν είχαν καμία σχέση, συνεχώς γυρίζουν το κεφαλάκι τους σε κάθε κίνηση, ήχο και περιβαλλοντική μεταβολή. Μοιάζουν περισσότερο με τον τερατοσκίγκο, αλλά εκείνος ήταν ακόμα πιο επιφυλακτικός και γρήγορος, και γι’αυτό τον είχα χάσει κι εκείνον μια φορά. Τώρα που γνωρίζω καλά τις αντιδράσεις τους, δεν πρόκειται να γίνει ξανά κάτι τέτοιο. Ξέρω ότι ακόμα κι αν ανοίξω το καπάκι στη μέση του χώρου τους μπορούν να πατήσουν πάνω στον κορμό και να φύγουν, γι’αυτό προσέχω.

Μέσα στον Ιούνιο, ολοκλήρωσα Τον εξοπλισμό του χώρου τους, αγοράζοντας κι ένα μπολ τροφής από το feeders.gr με χείλος προς τα μέσα για να μη φεύγουν τα έντομα, αν και πάλι οι μεγαλύτερες κατσαρίδες μπορεί να φύγουν αν τις σπρώξουν οι υπόλοιπες. Εκεί τοποθετώ λοιπόν τα έντομα, όπου φυλακισμένα περιμένουν τους ανηλεείς ουράνιους σφαγείς τους. Πριν απ’αυτό, έριχνα τα αλευροσκούληκα, τα μελοσκούληκα και τα σκαθάρια μέσα στην κρυψώνα, και έστηνα αυτί για να ακούσω αν τα έτρωγαν, που συνήθως τα έτρωγαν αμέσως. Τους γρύλλους τους αμολούσα μέσα στο τερράριο και τα γκέκο πετάγονταν από διάφορα μέρη για να τους πιάσουν. Τώρα με το μπολ, τα γκέκο ξέρουν πού είναι η τροφή, και πηγαίνουν και τρώνε όποτε θέλουν. Το διάστημα αυτό ταΐζω κυρίως με αλευροσκούληκα και κατσαρίδες Αργεντινής. Δείτε πώς το μεγάλο θηλυκό τρώει μια τέτοια κατσαρίδα:

Η διαρρύθμιση λοιπόν του χώρου είναι απλή. Το φαουνάριουμ, με διαστάσεις 46χ30χ17 όπως προανέφερα, το έχω τοποθετήσει με τη στενή πλευρά προς εμένα. Στο πίσω μέρος έχω βάλει μια πλατιά πέτρα όρθια για να κλείνει το φως, και μπροστά της έναν κορμό από φελλό μήκους περίπου 25 εκατοστών. Ο κορμός αυτός έχει δύο ανοίγματα στα πλάγια πίσω, απ’όπου μπορούν να εξέρχονται τα γκέκο, όπως και με το άνοιγμα μπροστά. Πίσω αριστερά έχω στηρίξει μια άλλη πλατιά πέτρα στον κορμό, η οποία σχηματίζει μια σπηλιά από κάτω, αν και σπάνια την χρησιμοποιούν. Στη μέση του κορμού αριστερά υπάρχει μια μικρή σφηνόμορφη πέτρα που τον κρατά στη θέση του, ενώ μπροστά από την αριστερή πλευρά έχω βάλει μια πέτρα που να κλείνει εν μέρει τη μπροστινή είσοδο, ώστε τα γκέκο να έχουν σκοτάδι τη μέρα και να νιώθουν πιο ασφαλή. Μπροστά αριστερά βρίσκεται η γωνία αφόδευσης, την οποία καθιέρωσαν από τις 17 Μαΐου, κι από τότε δεν αφόδευσαν πουθενά αλλού. Εκεί έχω τοποθετήσει ένα τετράγωνο κομμάτι χαρτί, το οποίο αλλάζω εύκολα όταν κουτσουλάνε και το αντικαθιστώ μ’ένα άλλο. Το υπόστρωμα είναι χαρτί μπρέιλ, εύκαμπτο σαν την εφημερίδα, αλ΄λα ανθεκτικό σαν το χαρτόνι. Τέλος στη γωνία μπροστά δεξιά βρίσκεται το μπολ τροφής τους. Μέσα στον κορμό στη μπροστινή πλευρά βρίσκεται ‘ενα μεγάλο κομμάτι βρεγμένου χαρτιού κουζίνας, το οποίο τα παρέχει υγρασία. Αυτό το χαρτί το υγραίνω κάθε 2-3 μέρες, και το αλλάζω εβδομαδιαία, ενώ κάθε 2-3 μέρες επίσης ψεκάζω λίγο το υπόστρωμα και τις επιφάνειες που χρησιμοποιούν περισσότερο. Η θερμαντική πλάκα βρίσκεται στο πίσω μέρος του χώρου, και θερμαίνει το πίσω μέρος του κορμού, όπου τα γκέκο συνηθίζουν να κοιμούνται. Έχω ρυθμίσει τη θερμαντική πλάκα να ζεσταίνει γύρω στους 33-34 βαθμούς, κι αν τα γκέκο επιθυμούν λιγότερη ζέστη μπορούν να μετακινηθούν πιο μπροστά στον κορμό. Το Μάιο χρησιμοποιούσα μια μικρή πλάκα 14χ14, αλλά αν αρχίζουν οι θερμοκρασίες να πέφτουν θα βάλω μια μεγαλύτερη, 28χ14 εγκάρσια στο τερράριο, για να μη ζεσταίνεται όλος ο κορμός. Τώρα το καλοκαίρι, με ημερήσιες θερμοκρασίες σταθερά γύρω στους 31-33 στο χώρο τους, δε χρησιμοποιώ κάποιο θερμαντικό μέσο.

Από τον Ιούνιο λοιπόν ξεκίνησε και το κεφάλαιο της αναπαραγωγής. Το μεγάλο θηλυκό είχε στρουμπουλέψει αρκετά, και αν το ψηλάφιζα προσεκτικά μπορούσα να διακρίνω δύο μεγάλα αυγά. Ήδη από τις 3 Ιουνίου δεν έτρωγε και τόσο πολύ. Στις 9 του μηνός ήταν λίγο ανήσυχη και έξω απ’τη φωλιά της, και στις 10 Ιουνίου το απόγευμα την βρήκα λεπτή και ξεφούσκωτη. Ψάχνοντας στο χώρο της, βρήκα δύο αυγά ελαφρώς αφυδατωμένα και κολλημένα πίσω δεξιά στο χαρτί, πάνω από τη θερμαντική πλάκα. Τα ξεκόλλησα προσεκτικά και τα τοποθέτησα σε ένα κουτί με υγρό χαρτί, για ν’απορροφήσουν υγρασία. Προσπάθησα να καθαρίσω όσο χαρτί υποστρώματος είχε κολλήσει από κάτω τους μήπως και τα έβλαπτε, αλλά με περιορισμένη επιτυχία. Με έπιασε κι εμένα απροετοίμαστο και δεν είχα κατάλληλο μέσο επώασης. Την ίδια μέρα το θηλυκό ξεκίνησε και πάλι να τρώει πολύ, για ν’αναπληρώσει το βάρος του. Γέννησε 27 μέρες μετά την προηγούμενη γέννα, αρκετά μεγάλο διάστημα. Ίσως λόγω του στρες της μεταφοράς και του νέου περιβάλλοντος να καθυστέρησε την ωοτοκία ή και να απορρόφησε ένα ζεύγος αυγών, δεν ξέρω. Την επομένη λοιπόν έβαλα περλίτη σ’ένα πλαστικό κουτί και τον ύγρανα αρκετά, ώστε να έχει υγρασία, αλλά να μην κολυμπάει στο νερό. Δεν είχα ζυγαριά ή κάποιον άλλο ηλεκτρονικό εξοπλισμό. Έβαλα λοιπόν με προσοχή τα δύο αυγά μέσα, αν και ήμουν σχεδόν σίγουρος ότι δε θα εκκολάπτονταν. Μέσα στις επόμενες μέρες τράβηξαν αρκετό νερό και ξαναπήραν το πλήρες τους σχήμα, αλλά τελικά απέτυχαν, είτε επειδή δεν ήταν γονιμοποιημένα είτε επειδή καταστράφηκαν από το ξηρό και θερμό περιβάλλον. Στις 15 του μηνός το μεγαλύτερο και πιο ξεφούσκωτο κιτρίνισε κι άρχισε να μυρίζει λίγο σαπισμένο, και τότε το έβγαλα, το έσπασα για καλό και για κακό και το πέταξα. Το ίδιο έκανα και με το άλλο στις 17 του μηνός.

Εντωμεταξύ τα γκέκο συνέχιζαν να ζουν τη ζωή τους στο τερράριο, το γόνιμο θηλυκό είχε πάλι ανακτήσει το βάρος του, και σιγά-σιγά διακρινόταν στην κοιλιά του αυγό, ώσπου στις 28 Ιουνίου γέννησε ένα μόνο αυγό, αυτήν τη φορά στο υγρό χαρτί, κι έτσι το έσωσα. Ήταν λίγο μικρότερο από το κανονικό, αλλά εγώ το έβαλα για επώαση. Αυτήν τη φορά δε χρησιμοποίησα περλίτη, αλλά το υλικό που ξέρω, κοινό χώμα. Το χώμα που φυτεύουμε τους σπόρους, το χώμα που θάβουμε τους νεκρούς, καταλάβατε τι εννοώ. Ανάμειξα χώμα με περλίτη, τα ύγρανα αρκετά κι έβαλα μέσα το αυγό οριζόντια, περίπου στη θέση που το βρήκα. Έπειτα μετέφερα το κουτί σε κάποιο πιο δροσερό μέρος που ήταν γύρω στους 27 βαθμούς, για να έχει πιο ομαλή ανάπτυξη. Οπότε μάλλον θα βγει θηλυκό. Με έκπληξη παρατηρούσα ότι όσο περνούσαν οι μέρες, το αυγό δε χαλούσε. Εντωμεταξύ το θηλυκό ξαναγέμισε και μετά τις 10 Ιουλίιου μπορούσα να ψηλαφίσω δύο αυγά, και στις 17 Ιουλίου, 19 μέρες μετά την προηγούμενη γέννα, γέννησε άλλα δύο αυγά, ευτυχώς στο σωστό σημείο. Το ένα ήταν μεγάλο, βαρύ και ολόλευκο, ενώ το άλλο ήταν αρκετά μικρό, λευκό, αλλά με ένα δακτύλιο αδυναμίας στο κέλυφός του. Τα έβαλα και τα δύο σ’ένα κουτάκι με χώμα και περλίτη, για να δω τι θα γίνει. Στις 21 Ιουλίου όλα πήγαιναν καλά, αλά αφαίρεσα το μικρό, γιατί φοβόμουν μη χαλάσει ή ανοίξει στη μέση της επώασης. Το έσπασα, κι από μέσα είχε ασπράδι και κρόκο κανονικά, σαν το αυγό της κότας, και μύριζε σαν κανονικό αυγό. Η θέση όπου βρίσκεται το δεύτερο αυγό έχει γύρω στους 31-32 βαθμούς μόνιμα, οπότε ίσως να βγει αρσενικό. Στις 10 Αυγούστου μετέφερα και το πρώτο αυγό κοντά στο δεύτερο, ώστε η υψηλότερη θερμοκρασία να του εντείνει τα χρώματα όπως λένε και να εκκολαφθεί συντομότερα. Τώρα και τα δύο αυγά βρίσκονται σε δύο πλαστικά κουτιά μέσα σ’ε΄να σκοτεινό ντουλάπι, και τα ελέγχω κάθε περίπου 4 μέρες. Εάν η υγρασία του χώματος πέσει, ψεκάζω λίγο νερό από πάνω, αλ΄λα όχι πάνω στο αυγό. Παραμένουν λευκά και υγιή κι έχουν διογκωθεί, καθώς απορροφούν νερό κατά την επώαση. Είναι σαν εξωγήινοι ζωικοί σπόροι που σε λίγο θα βγάλουν κάτι από μέσα τους. Μέσα στις επόμενες 10 μέρες, πιστεύω πως θά’χω την πρώτη μου εκκόλαψη και το πρώτο μου μικρό κηλιδωτό γκέκο! Ακόμα περιβάλλον για τα μικρά δεν έχω ετοιμάσει, αλλά σύντομα θα πρέπει να το κάνω. Το θηλυκό πάντως δε φαίνεται να ετοιμάζει νέα αυγά, και ίσως να τελείωσε η περίοδος αναπαραγωγής του για φέτος. Συνολικά γέννησε 7 αυγά σε 4 φορές.

Η ζωή των γκέκο είναι απλή και ειρηνική. Ξυπνούν γύρω στις 6-7 το απόγευμα, αν και μπορεί να βρω κανένα έξω από τις 5:30. Συνήθως πρώτα βγαίνει ένα μόνο έξω, αλά μπορεί να βγουν και τα δύο. Το βράδυ, που είναι και η κύρια περίοδος δραστηριότητάς τους, συνήθως είναι έξω και τα δύο, και αν δεν είναι, αυτό που είναι μέσα κοιτάζει με το κεφαλάκι του έξω και σύντομα βγαίνει κι αυτό. Αρχικά αυτό που κρυβόταν ήταν το του Τουρκμενιστάν, αλλά τώρα κρύβεται περισσότερο το μεγάλο. Όταν είναι έξω, μπορεί το ένα να είναι σε μία θέση και το άλλο αλλού. Συχνά ωστόσο τα βρίσκω μαζί, είτε πάνω στον κορμό είτε στις πέτρες. Τους αρέσει να σκαρφαλώνουν πάνω στα αντικείμενα του χώρου τους, όπως και να τρέχουν κάτω απ’αυτά. Συχνά όταν πηγαίνει κάπου ακολουθεί και το άλλο. Είναι παρατηρητικά και ξέρουν πότε τα πλησιάζω. Κοιτάζουν το κάθε τι μέσα από το τερράριό τους. Είναι ενθουσιώδη με την τροφή τους, και μόλις αντιληφθούν ότι υπάρχει στο μπολ τους, τρέχουν και την πιάνουν. Συνήθως όταν τρώει το ένα, αντιλαμβάνεται και το άλλο ότι υπάρχει τροφή και πλησιάζει κι αυτό. Αν τα βάλω τροφή τη μέρα, το αντιλαμβάνονται, ίσως με τη μυρωδιά, και μπορεί ένα απ’τα δύο να ξυπνήσει και να πάει να φάει λίγο. Αυτό το έκανε κυρίως το μεγάλο θηλυκό, γιατί είχε αυξημένες ανάγκες για να θρέψει τα αυγά του. Μπορούν επίσης να ξυπνήσουν στιγμιαία αν κάνω θόρυβο γύρω απ’το χώρο τους, και ξυπνούν πολύ πιο εύκολα από το λοφιοφόρο γκέκο. Ακόμα δεν τα έχω δώσει τόση ποικιλία εντόμων όση έχω δώσει στις υπόλοιπες σαύρες που τις έχω περισσότερο καιρό, αλά έχω προσέξει ότι τα αλευροσκούληκα, τα μελοσκούληκα και οι κατσαρίδες Αργεντινής είναι τα αγαπημένα τους. Και οι γρύλλοι είναι επίσης αγαπημένοι, επειδή είναι μαλακοί και απασχολούνται με το κυνήγι τους. Τα σκαθάρια από τα αλευροσκούληκα είναι τα επόμενα στη λίστα και τελευταίες είναι δυστυχώς οι προνύμφες της μύγας Hermetia illucens, από τις οποίες τρώνε ελάχιστες ή και καθόλου. Είναι μια πολύ θρεπτική τροφή και ασυνήθιστα για έντομο έχει πολύ ασβέστιο, αλλά επειδή ίσως είναι δύσθραυστές, δεν τις προτιμούν. Κάθε γκέκο τρώει 4 μεγάλα αλευροσκούληκα, ίσως και κάτι ακόμα μικρότερο μετά, ή 3-4 κατσαρίδες Αργεντινής 1,5-2 εκατοστών. Αν τα έντομα είναι μικρότερα, θα φάνε περισσότερα. Δεν έχω παρατηρήσει κάποια σαφή ιεραρχία στη συμπεριφορά τους. Ίσως το μεγαλύτερο θηλυκό να είναι πιο κυρίαρχο, γιατί όταν είναι και τα δύο έξω τρώει πρώτο, αλά αυτό δε σημαίνει ότι αποτρέπει το μικρότερο να φάει. Όταν είναι μέσα, το τουρκμενιστανικό τρώει πρώτο. Έως τώρα δεν υπήρξε καμία περίπτωση βίαιης αντιπαράθεσης μεταξύ τους. Η συμπεριφορά τους επίσης προς εμένα έχει αλλάξει αρκετά. Η Αστραπή του Τουρκμενιστάν έχει ηρεμήσει αρκετά, ώστε να μπορώ να την σηκώνω για λίγα δευτερόλεπτα χωρίς να φοβάμαι ότι θα μου φύγει. Προτιμά να κάθεται πάνω στο χέρι μου, και αν κάνω να την κρατήσω δυσανασχετεί. Όταν όμως την μετακινήσω γρήγορα μακριά απ’το χώρο της ή την επιστρέψω εκεί και νιώσει ότι δεν ελέγχει την κατάσταση επειδή το χέρι μου κινείται μαζί της, πανικοβάλεται κι αρχίζει να τρέχει. Τότε την πιάνω, αυτή συστρέφεται και βγάζει διάφορους ήχους, και την βάζω αμέσως μέσα. Δεν ανησυχεί ιδιαίτερα μετά απ’αυτό, αφού μπορεί να φάει αμέσως μόλις την επιστρέψω πίσω, ανησυχώ όμως εγώ γιατί φοβάμαι μην την ξαναχάσω. Από την άλλη, το μεγάλο θηλυκό είναι πολύ πιο ήσυχο και ανεκτικό. Ήδη από τις πρώτες μέρες που το είχα μπορούσε να φάει ακόμα κι όταν την έβγαζα έξω, π.χ. για να διορθώσω κάτι στο εσωτερικό του τερραρίου. Πλέον είναι πολύ ήσυχη, και κάθεται πάνω στο χέρι μου χωρίς πρόβλημα. Μπορώ να την κρατήσω για λίγο χωρίς να δυσανασχετεί. Αυτήν πλέον την εμπιστεύομαι αρκετά, αφού μπορώ να την βγάζω για λίγα λεπτά έξω χωρίς πρόβλημα. Κάθεται πάνω στο χέρι μου, σκαρφαλώνει πάνω στο χέρι μου ή πάνω μου, περνά από το ένα χέρις το άλλο και καμια φορά την αφήνω ναπερπατήσει πάνω στο γραφείο, πάντοτε υπό επιτήρηση. Όταν την επιστρέφω πίσω, είτε την αποθέτω προσεκτικά μέσα είτε την αφήνω να πηδήξει μόνη της μέσα. Αφού την βάλω μπροστά στην είσοδο, κινείται μπροστά, πιάνεται από το χέρι μου με τα πίσω πόδια της και την ουρά της, κι αφού εκτιμήσει το ύψος πηδάει μέσα στο γνώριμο χώρο της.

Το χειμώνα τα γκέκο θα περάσουν από χειμερία νάρκη, όπως κάθε άλλο εύκρατο ερπετό που έχω, και αυτό θα επαναλαμβάνεται κάθε χρόνο. Του χρόνου θ’ασχοληθώ πιο συστηματικά με την αναπαραγωγή τους, και θα γονιμοποιήσω και τις δύο θηλυκιές. Παρόλα αυτά δεν έχω αποφασίσει ακόμα αν πάρω αρσενικό, ή θα τα πηγαίνω σε άλλο αρσενικό για γονιμοποίηση. Αν πάρω αρσενικό, θα πρέπει να τα μεταφέρω σε μεγαλύτερο τερράριο. Στην περίπτωση αυτήν μπορεί να πάρω ακόμα ένα θηλυκό. Προς το παρόν, φροντίζω τα γκέκο μου να είναι υγιή και στρουμπουλά με αρκετή τροφή και περιμένω με ανυπομονησία την εκκόλαψη των αυγών.

Πηγές και σύνδεσμοι:
γένος Eublepharis – Wikipedia
Κηλιδωτό γκέκο, ένας αστέρας του χόμπι των ερπετών της Petra Spiess
leopardgecko.com
Αυτή είναι η σελίδα του εκτροφέα Ron Tremper.
άρθρο φροντίδας για το κηλιδωτό γκέκο στο Reptiles Magazine από τον Ron Tremper
οδηγός φροντίδας για κηλιδωτό γκέκο – Reptiles Greece
οδηγός φροντίδας για το κηλιδωτό γκ΄κεο – feeders.gr
μορφικά του κηλιδωτού γκέκο – feeders.gr
Η μορφολογία και η οικολογία του E. macularius από το Πακιστάν
Άρθρο του Muhammad Khan.
η αναπαραγωγή του E. turcmenicus στην αιχμαλωσία

Ενδεικτικές επιστημονικές μελέτες:
Ο μηχανισμός της οδοντικής αντικατάστασης στο κηλιδωτό γκέκο
Αντίδραση κατά των εθχρών στον E. macularius προς φίδια θηρευτές

Θερμοεξαρτώμενος φυλοκαθορισμός στο κηλιδωτό γκέκο

Αναπαραγωγικά ισοζύγια και στεροειδή της λεκήθου στο κηλιδωτό γκέκο
Οντογενετική μεταβολή στις στρατηγικές κατά των εχθρών στο κηλιδωτό γκέκο
Το ποσό του προγεννητικού οπτικού ερεθισμού επηρεάζει το χρόνο επώασης και τις μεταγεννητικές προτιμήσεις των κηλιδωτών γκέκο, Eublepharis macularius

Ενημερώσεις

Ενημέρωση 21/8/2016: Στο παρακάτω βίντεο, που τράβηξα στις 19 Αυγούστου, σας δείχνω το πλήρως εξοπλισμένο τερράριο των γκέκο και τα δύο γκέκο, τα οποία έβγαλα για λίγο έξω, γιατί μόλις είχα αλλάξει κάποια χαρτιά από το τερράριο, οπότε ήταν καλή ευκαιρία να σας τα δείξω σε φωτισμό ημέρας. Αφού κάνω μια σύντομη παρουσίαση των ειδών και τα επιστρέψω στο χώρο τους, σας δείχνω τα αυγά, κι εκεί είναι η έκπληξη! Γεννήθηκε το πρώτο μικρό. Είναι το αυγό που γεννήθηκε στις 28 Ιουνίου, αυτό που πιθανότατα είναι θηλυκό, το οποίο, ύστερα από 52 ημέρες επώασης, εκκολάφθηκε στις 19 Αυγούστου, 2016. Είναι ένα μικρό υγιές σαυράκι με μεγάλο κεφαλάκι και ζωνωτό χρωματισμό που τσιρίζει δυνατά για να τρομάξει τους εχθρούς του – άρχισε ήδη να τσιρίζει πριν το βγάλω από το κουτί της επώασης. Το βάζω σε ένα μικρότερο τερράριο. Ακόμα μάλλον δεν άλλαξε δέρμα, και δεν το τάισα. Περνά το χρόνο του στο κουτί επώασης, το οποίο έχω τροποποιήσει σε κρυψώνα. Το δεύτερο αυγό επίσης δείχνει σημάδια ότι θα σκάσει σύντομα.

Ενημέρωση 28/8/2016: Στις 23 Αυγούστου γεννήθηκε και το δεύτερο μικρό. Ήταν το Αυγό που γεννήθηκε στις 17 Ιουλίου, και ύστερα από 37 μέρες επώασης, εκκολάφθηκε. Είναι λίγο μικρότερο, αλλά πιο ζωηρόχρωμο από το πρώτο, αφού επωάστηκε σε γενικώς υψηλότερη θερμοκρασία. Αρχικά ανησύχησα γιατί μου φάνηκε νωχελικό και δεν τσίριζε, αλλά λίγα λεπτά αφού το έβαλα στο κουτί με το άλλο ξεκίνησε κι αυτό να τρέχει και να τσιρίζει, αν και λιγότερο από το πρώτο. Ίσως να το πρόλαβα πιο σύντομα αφότου γεννήθηκε. Την ίδια μέρα επίσης το πρώτο μικρό είχε αλλάξει το δέρμα του, αφού τα χρώματά του καθάρισαν και σύντομα αφόδευσε για πρώτη φορά. Από τότε άρχισα να τα ταΐζω. Αρχικά νόμιζα ότι η διαδικασία θα είναι πολύ δύσκολη, αφού φοβόμουν μήπως τα γκέκο δε θα μπορούν να ανεβούν στο μπολ, αλλά τελικά τρώνε χωρίς πρόβλημα. Βάζω στο ρηχό μπολάκι τους μερικά μικρά αλευροσκούληκα του ενός εκατοστού ή και λίγο παραπάνω και κατσαρίδες Αργεντινής μικρότερες του εκατοστού, συνήθως πασπαλισμένα με ασβέστιο, και την επόμενη μέρα τα περισσότερα λείπουν. Τρώνε καθημερινά, δύο αλευροσκούληκα ή τρεις κατσαρίδες το ένα, κι έχουν μεγαλύτερη προτίμηση στα αλευροσκούληκα. Τις τελευταίες μέρες άρχισε να τρώει και το μικρότερο. Το περιβάλλον τους είναι απλό, με το κουτί επώασης τροποποιημένο σε κρυψώνα και υγρό χώμα μέσα, ένα διαγώνιο κομμάτι φλοιού ευκαλύπτου ανάμεσα στην κρυψώνα και στο μπολ, ώστε να σκαρφαλώνουν εκεί και να βλέπουν το περιεχόμενο του μπολ, και χαρτί κουζίνας για υπόστρωμα. Εκτός από την υγρή κρυψώνα, αφήνω κι ένα κομμάτι υγρού χαρτιού κουζίνας και βρέχω μια γωνία. Έως τώρα οι θερμοκρασίες ήταν ευνοϊκές, αλλά επειδή τώρα λίγο έπεσαν, ξεκίνησα να χρησιμοποιώ τη θερμαντική πλάκα, η οποία είναι ρυθμισμένη στους 31 βαθμούς. Η πλάκα βρίσκεται στο πίσω μέρος του τερραρίου, και ζεσταίνει το μεγαλύτερο μέρος της κρυψώνας και τη γύρω περιοχή. Στο παρακάτω βίντεο θα δείτε τη μεταφορά του δεύτερου μικρού στο χώρο με το πρώτο.

Ενημέρωση 11/9/2016: Τα γκέκο συνεχίζουν να μεγαλώνουν. Δυστυχώς το δεύτερο το μικρότερο γεννήθηκε με στριμμένη ουρά κι αυτό δε διορθώθηκε. Ίσως να ήταν αποτέλεσμα των υψηλών θερμοκρασιών, γιατί οι υψηλές θερμοκρασίες μπορούν να προξενήσουν τέτοια προβλήματα. Και τα δύο γκέκο ωστόσο μεγαλώνουνγρήγορα, και ο ρυθμός κατανάλωσης τροφής τους είναι εντυπωσιακός. Τρώνε περίπου 4-5 μικρές κατσαρίδες Αργεντινής το καθένα καθημερινά. Για να διορθώσω την ουρά του μικρότερου, το εξανάγκασα στις 8 του μηνός να την ρίξει. Δεν την ρίχνουν τόσο εύκολα όπως τα σαμιαμίδια ή οι κοινές σαύρες. Τελικά την έριξε, αλλά δυστυχώς το στρίψιμο παραμένει λίγο και στην αρχή της ουράς. Για μια μέρα ήταν λίγο μαζεμένο, αλλά μετά πάλι άρχισε να τρώει και γενικά να μη διαφέρει με την κατάστασή του πριν. Μέσα σε δύο μέρες, άρχισε να αναγεννά την ουρά. Το παρακάτω βίντεο το τράβηξα στις 5 Σεπτεμβρίου για να δείτε πόσο μεγάλωσαν.

Και εδώ μπορείτε να ακούσετε την αμυντική κραυγή που κάνειένα μικρό γκέκο του είδους. Το ζώο είναι στο κατάστημα feeders.gr, και είναι μεγαλύτερο από τα δικά μου, οπότε κάνει και πιο δυνατό ήχο.

Ενημέρωση 16/9/2016: Το πρώτο γκέο έχει μεγαλώσει αρκετά. Πλέον είναι σε μέγεθος που μπορώ να το δώσω.
Eublepharis macularius 16/9/2016