Latest Entries »

Τα αμφισβαίνια είναι μια πολύ ιδιαίτερη ομάδα σαυρών. Έχουν πλήρως προσαρμοστεί για την υπόγεια ζωή, έχοντας το σχήμα του γεωσκώληκα. Λίγα είναι γνωστά για την ανατομία τους, τη ζωή τους στη φύση, και σχεδόν ποτέ δεν έχουν διατηρηθεί στην αιχμαλωσία σε τερράρια. Ψάχνοντας γι’αυτό, βρήκα ένα άρθρο, το οποίο ίσως είναι το μόνο άρθρο τέτοιου περιεχομένου στο Διαδίκτυο. Το βρήκα στο Cyberlizard, και το παραθέτω εδώ. Ορισμένα πράγματα έχουν αλλάξει από τότε που γράφτηκε, τα οποία γράφω στο τέλος.

Μετάφραση: Bolko

Προστέθηκε το 1998; Τελευταία ενημέρωση στις 1 Φεβρουαρίου του 2003: ενημερώθηκε το κειμενο και προστέθηκαν σύνδεσμοι προς τις σελίδες για τις οικογένειες Amphisbaenidae, Trogonophidae και bipedidae.

Η διατήρηση και συντήρηση των αμβισβαινίων

Τα αμφισβαίνια είναι ίσως τα λιγότερο γνωστά των ερπετών, ακόμα πιο κρυφά και από το τουατάρα. Είναι επίσης γνωστά ως σκουληκόσαυρες, κι αποτελούν μια δική τους υπόταξη μέσα στην τάξη των φολιδωτών (οι σαύρες και τα φίδια), αλλά σε εμφάνιση και δομή στην πραγματικότητα δεν έχουν κοντινή συγγένεια με τις σαύρες. Τα αμφισβαίνια φτάνουν συνήθως το πολύ τα 60 εκατοστά και μοιάζουν με γιγάντιους γεωσκώληκες, με την προφανή διαφορά ότι ως σπονδυλωτά έχουν οστέινη δομή. Σ’αυτό το χαρακτηριστικό μοιάζουν με τα άποδα αμφίβια, τα αντίστοιχά τους στην ομοταξία των αμφιβίων. Ισχύει ότι υπάρχουν άποδες σαύρες, αλλά τα αμφισβαίνια επίσης διαφέρουνς το ότι έχουν αρκετά ατροφικό δεξιό πνεύμονα, πολύ μεγαλύτερο βαθμό οστού στο κρανίο πους παρά χόνδρο, ο οποίος είναι πιο διαδεδομένος στα κρανία των σαυρών, και φολίδες που είναι οργανωμένες σε δακτυλίους (annuli) γύρω από το σώμα (εξού και η εμφάνιση γεωσκώληκα). Όπως και με πολλά σκαπτικά ζώα, τα μάτια έχουν απλοποιηθεί σε υπολειμματικό στάδιο.
Υπάρχουν 130 είδη αμβισβαινίων, χωρισμένα σε τρεις οικογένειες: τους διποδίδες (Bipedidae), τους τρυγονοφίδες (Trogonophidae), και τους αμφισβαινίδες (Amphisbaenidae). Μία τέταρτη οικογένεια, οι ρινουρίδες (Rhinuridae), η οποία περιλαμβάνει ένα είδος, τη Rhinura, γενικώς τώρα θεωρείται μέρος των αμφισβενιδών. Τα τρία είδη της οικογένειας Bipedidae έχουν ένα ζεύγος αρκετά ανεπτυγμένων χεριών στο τέλος κοντών μπροστινών ποδιών κοντά στο κεφάλι, αλλά κατά τ’άλλα τα αμφισβαίνια δεν έχουν ορατά εξωτερικά άκρα. Το όνομα αμφισβαίνια, σε ελεύθερη μετάφραση, σημαίνει κίνηση προς και τις δύο κατευθύνσεις, αναφορά στο γεγονός ότι κάποια από αυτά τα πλάσματα μπορούν στην πραγματικότητα να κινηθούν προς τα πίσω κι επίσης στη δυσκολία προσδιορισμού του μπροστινού μέρους του ζώου με την πρώτη ματιά.
Τα αμφισβαίνια σπάνια κυκλοφορούν στο εμπόριο των κατοικιδίων, ακόμα και μεταξύ των εξωτικών. Στην πραγματικότητα δεν έχω δει κανένα να προσφέρεται προς πώληση, είτε σε κατάστημα κατοικιδίων είτε σε έκθεση. Σκεφτείτε το αυτό, δε θυμάμαι ούτε και να έχω δει κανένα στο Ζωολογικο Κήπο του Λονδίνου ή σε κάποιο άλλο τέτοιο ίδρυμα. Εν μέρει αυτό ίσως να ισχύει εξαιτίας της χαμηλής επιδεικτικής τους αξίας. Στο κάτω κάτω, ένα πλάσμα που περνά όλο το χρόνο του κρυμμένο στο υπόστρωμα (σκάβοντας κυριολεκτικά, σε αντίθεση με το λίγο σκάψιμο μερικών σαυρών) δεν είναι πιθανό ν’αποτελέσει το κέντρο της συζήτησης. Τα αμφισβαίνια επίσης δεν είναι και τόσο κοινά στη φύση. Περιορισμένα σε τροπικές και υποτροπικές περιοχές της Αμερικής και της Αφρικής, συν των νοτίων της Ισπανίας και της Πορτογαλίας, ο τρόπος ζωής τους τις κα΄νει δυσεύρετες, πόσο μάλλον να πιαστεί ικανός αριθμός για το εμπόριο κατοικιδίων. Αλλά όπως και στην περίπτωση των άπόδων αμφιβίων, κάποιος μπορεί να το θεωρήσει λυπηρό κατά κάποιον τρόπο. Η μεγάλη έλλειψη πληροφορίών που έχουμε γι’αυτά τα παράξενα ερπετά ίσως να ωθήσει κάποια άτομα να κάνουν περαιτέρω μελέτες.
Σύμφωνα με τον Mattison, η φροντίδα των αιχμάλωτων αμφισβαινίων είναι στην πραγματικότητα αρκετά εύκολη. Η κύρια απαίτηση είναι ένα υπόστρωμα βάθους αρκετών εκατοστών από άμμο, αμμώδες χώμα ή πεσμένα φύλλα, ανάλογα με την περιοχή προέλευσης του ζώου. Μια θερμαντική πλάκα τοποθετείτε στη μία μεριά του τερραρίου για να επιτρέπει περιορισμένη θερμορρύθμιση. Σε κάποιες περιπτώσεις παρέχεται επίσης ένας πλατύς βράχος με μια υγρή περιοχή από κάτω. Η τροφή θα είναι στη μορ΄φη κανονικών ασπονδύλων – γρύλλοι, αλευροσκούληκα, κηροσκούληκα και γεωσκώληκες – που θα ρίχνονται μέσα στο τερράριο. Αυτά μπορούν ν’αφεθούν να τριγυρνούν ελεύθερα, αφού το αμφισβαίνιο θα τα φάει κάτω από την επιφάνεια. Για αυτόν τον λόγο, ο Mattison προειδοποιεί επίσης ότι κανένα άλλο ερπετό δε θα πρέπει να διατηρείται σ’ένα χώρο με ένα αμφισβαίνιο, αφού τα μεγαλύτερα αμφισβαίνια σίγουρα είναι σαρκοφάγα και θα καταναλώσουν νεκρά τρωκτικά ή τροφή κατοικιδίων. Ο Rundquist προτείνει να προσφέρονται κάθε δεύτερη εβδομάδα νεογέννητα ή γουνοφόρα ποντίκια και να συμπληρώνονται μία ή δύο φορές το μήνα με υγρή πολυβιταμίνη στη δόση του 0,1 cc βιταμίνες ανά 440 γραμμάρια ζώου. Επίσης το άπαχο κρέας βοδινού ή αλόγου είναι προφανώς αποδεκτό. Προειδοποιεί επίσης κατά του ταΐσματος κατεψυγμένων ψαριών στα αμφισβαίνια, μια τάση που σημείωσε.
Οι πληροφορίες για μεμονωμένα είδη είναι ελάχιστες. Σε μια προσπάθεια να εξισορροπήσουμε τα πράγματα, και για να κάνουμε τα αμφισβαίνια πιο προσβάσιμα στους ερπετόφιλους και στο ευρύ κοινό, προσφέρουμε ό,τι δεδομε΄να μπορούμε να βρούμε για τις βασικές οικογένειες και γένη αυτής της υπόταξης. Εντούτοις, αυτό θα πάρει κάποιον χρόνο για να ολοκληρωθεί. Εκτός από τη χρήση της ανεκτίμητης βάσης δεδομένων embl για να ελέγξουμε τα ονόματα των ειδών και την προέλευσή τους, Όλα τα υπόλοιπα δεδομένα προέρχονται από οδηγούς υπαίθρου προς ορισμένες περιοχές (έως τώρα, μόνο για την Αφρική και την Ευρώπη).
Για περισσότερες πληροφορίες για τα είδη των αμφισβαινίων, παρακαλούμε πατήστε έναν από τους υνδέσμους των οικογενειών παρακάτω.

Κάποια΄πράγματα έχουν αλλάξει από τη χρονολογία δημοσίευσης του άρθρου. Τα αναγνωρισμένα είδη των αμφισβαινίων πλέον ανέρχονται στα 180, και οι οικογένειες είναι 6: Bipedidae, Amphisbaenidae, Trogonophidae, Rhinuridae, Cadeidae, και Blanidae. Αν και στην εποχή δημοσίευσης του άρθρου η θέση των αμφισβαινίων δεν είχε εξακριβωθεί, μοριακές μέθοδοι έχουν τοποθετήσει τα αμφισβαίνια δίπλα στην οικογένεια των τυπικών σαυρών (Lacertidae), με την οποία είτε μοιράζονται κοινό πρόγονο είτε κάποια εξαφανισμένα μέλη της είναι οι πρόγονοί τους. Οι σαύρες αυτές έχουν εξάπλωση στην Ευρασία και στην Αφρική, και είναι οι κοινές σαύρες που γνωρίζουμε, με το λεπτό σώμα, τη μακριά ουρά και την τεράστια ταχύτητά τους. Φαινομενικά δε μοιάζουν καθόλου με τις σκωληκόμορφες αμφίσβαινες, αλλά σε ορισμένα στοιχεία της ανατομίας τους είναι παρόμοιες, π.χ. στη δομή της γλώσσας. Η σχέση αυτή επιβεβαιώθηκε με ένα απολιθωματικό εύρημα ενδιάμεσου τύπου του Παλαιόκαινου, που ήταν μία σκαπτική σαύρα με μεγάλο, πλατύ και φτιαρόμορφο κεφάλι σαν αμφίσβαινα, αλλά με ατροφικά άκρα. Οι αμφίσβαινες έχουν ιστορία από το Κρητιδικό, πριν 99 εκατομμύρια χρόνια.
Και στην Ελλάδα έχουμε μια αμφίσβαινα, το είδος Blanus strauchi. Το είδος περιβάλλεται με πολλή μυστικοπάθεια και ελάχιστα μπορούν να βρεθούν γι’αυτό στο Διαδίκτυο. Είναι κυρίως μικρασιατικό είδος που στην Ελλάδα φτάνει σε λίγα ανατολικά νησιά (Σάμος, Φούρνοι, Λέρος, Κως, Σύμη, Ρόδος Καστελόριζο. Σκάβει τρύπες σε μαλακό έδαφος, ή κρύβεται σε τρύπες ασπονδύλων ή κάτω από πέτρες. Τρέφεται με ασπόνδυλα και το θηλυκό γεννά 1-2 αυγά. Συνήθως δεν ξεπερνά τα 20 εκατοστά. Επειδή ζει σχεδόν αποκλειστικά υπογείως, πολύ σπάνια παρατηρείται στην επιφάνεια.

Από:
εδώ.

ΜΩΣΑΪΚΟΣ ΝΟΜΟΣ

ΕΝΟΤΗΤΑ 7- ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΚΑΘΑΡΟΤΗΤΟΣ

ΖΩΑ ΚΑΘΑΡΑ ΚΑΙ ΑΚΑΘΑΡΤΑ

ΤΑ ΚΑΘΑΡΑ ΚΑΙ ΑΚΑΘΑΡΤΑ ΖΩΑ

(Έξοδος 22,30. Λευιτικόν 11,1-47. 17,15-16. Δευτερονόμιο 14,3-21)

– Ο Κύριος είπε στο Μωυσή και στον Ααρών να πουν στους Ισραηλίτες: Εγώ είμαι ο Κύριος ο Θεός που σας έβγαλα από την Αίγυπτο. Επειδή εγώ είμαι άγιος, πρέπει λοιπόν και σεις να είστε άγιοι. Να μη γίνεστε ακάθαρτοι εξαιτίας κανενός ζώου. Αυτός είναι ο νόμος σχετικά με τα ζώα, τα πουλιά και τα ζωντανά που κινούνται μέσα στα νερά και με τα ζωντανά που σέρνονται στο έδαφος. Πρέπει να διακρίνετε το ακάθαρτο από το καθαρό, τα ζώα που τρώγονται από εκείνα που δεν τρώγονται (Λευιτικόν 11,44-47). Έτσι λοιπόν:

– Οι Ισραηλίτες μπορούσαν να φάνε απ’ όλα τα τετράποδα ζώα της γης, που έχουν σχισμένη την οπλή, εντελώς χωρισμένη σε δύο νύχια, και είναι μηρυκαστικά. Τα ζώα που είναι καθαρά και επιτρέπεται να φαγωθούνε είναι το βόδι, το πρόβατο, το κατσίκι, το ελάφι, το ζαρκάδι, τον πύγαργο (είδος ζαρκαδιού), τον όρυγα (είδος αιγάγρου), το αγριοκάτσικο, την αντιλόπη, τη γαζέλα και την καμηλοπάρδαλη.

Απ’ αυτά όμως, θεωρούνται ακάθαρτα και δεν επιτρεπόταν να φάνε είναι η καμήλα, η οποία είναι μεν μηρυκαστικό αλλά δεν έχει διχαλωτή οπλή. Ακάθαρτα ζώα θεωρούνται ακόμη το κουνέλι, ο λαγός και ο σκαντζόχοιρος, τα οποία δεν είναι μηρυκαστικά και δεν έχουν διχαλωτή οπλή. Επίσης θεωρείται ακάθαρτο το γουρούνι, που έχει διχαλωτή οπλή, αλλά δεν είναι μηρυκαστικό. Κάθε ζώο που έχει διχαλωτή οπλή, αλλά δεν είναι μηρυκαστικό θεωρείται ακάθαρτο. Από αυτά τα ζώα δεν επιτρεπόταν να φάνε το κρέας τους, ούτε να αγγίξουν το πτώμα τους. Όποιος άγγιζε το πτώμα τους, θεωρούνταν ακάθαρτος ως το βράδυ.

– Από τα υδρόβια ζώα θεωρούνται καθαρά και επιτρεπόταν να φάνε, όλα όσα έχουν πτερύγια και λέπια και ζουν είτε στη θάλασσα είτε στα ποτάμια. Απ’ αυτά όμως, όσα δεν έχουν πτερύγια και λέπια, θεωρούνται ακάθαρτα και βδελυρά. Από αυτά τα ζώα δεν επιτρεπόταν να φάνε το κρέας τους, ούτε να αγγίξουν το πτώμα τους.

– Από τα πτηνά θεωρούνται ακάθαρτα και βδελυρά και δεν επιτρεπόταν να φαγωθούνε ήταν ο αετός, ο γυπαετός, ο θαλασσαετός, ο γύπας, ο ικτίνος και όλα τα όμοια προς αυτόν, το γεράκι και όλα τα είδη του, η στρουθοκάμηλος, η κουκουβάγια, ο γκιώνης, ο γλάρος και όλα τα όμοια προς αυτόν, ο κόρακας και όλα τα είδη του, ο νυχτοκόρακας, ο φαλακροκόρακας (καταρράκτης), η Ίβι, ο πορφυρίωνας, ο πελαργός, ο πελεκάνος, ο κύκνος, ο ερωδιός, ο χαραδριός και τα όμοια προς αυτός, ο τσαλαπετεινός, η κίσσα και η νυχτερίδα.

– Όλα τα πτερωτά ζωύφια που βαδίζουν με τα τέσσερα θεωρούνται ακάθαρτα και βδελυρά και δεν επιτρεπόταν να φαγωθούνε, εκτός από εκείνα που έχουν πάνω απ’ τα πόδια τους σκέλη, για να πηδάνε πάνω στο έδαφος. Από αυτά θεωρούνται καθαρά και μπορούν να φαγωθούν τα εξής: όλα τα είδη της κοινής ακρίδας, της καταστρεπτικής ακρίδας, της ακρίδας που πετάει και της ακρίδας που πηδάει.

– Κάθε άγριο ζώο που βαδίζει με τα τέσσερα και χρησιμοποιεί τα μπροστινά του πόδια ως χέρια θεωρείται ακάθαρτο και όποιος άγγιζε το πτώμα τους, θεωρούνταν ακάθαρτος ως το βράδυ.

– Από τα ζώα που περπατούν στο έδαφος και θεωρούνται ακάθαρτα είναι η γάτα, ο ποντικός, ο αρουραίος, ο χερσαίος κροκόδειλος, ο χαμαιλέων, η σαύρα, η παρδαλή σαύρα, το σαμιαμίδι και ο τυφλοπόντικας. Αυτά θεωρούνται ακάθαρτα και όποιος άγγιζε το πτώμα τους, θεωρούνταν ακάθαρτος ως το βράδυ.

– Κάθε ερπετό, κάθε ζώο που σέρνεται στο έδαφος με την κοιλιά ή βαδίζει με τέσσερα ή περισσότερα πόδια, δεν επιτρεπόταν να φαγωθεί, γιατί θεωρούνταν βδελυρό και ακάθαρτο (Λευιτικόν 11,1-30. Δευτερονόμιο 14,3-20).

– Από τα ακάθαρτα ζώα δεν επιτρεπόταν να φαγωθεί το κρέας τους, ούτε ν’ αγγίξουν το πτώμα τους, γιατί μολύνεται ο άνθρωπος και γίνεται ακάθαρτος ενώπιον του Κυρίου. Όποιος άγγιζε το πτώμα τους, θεωρούνταν ακάθαρτος ως το βράδυ. Και όποιος βρισκόταν σε ανάγκη και μετέφερε το πτώμα από κάποιο ακάθαρτο ζώο, θα έπρεπε να πλύνει τα ρούχα του και θεωρούνταν ακάθαρτος ως το βράδυ.

– Κάθε πράγμα, είτε είναι ξύλινο, είτε ρούχο, είτε δέρμα, είτε σακί, το οποίο θα ερχόταν σε επαφή ή πάνω στο οποίο θα έπεφτε το πτώμα ενός από τα ακάθαρτα αυτά ζώα, θεωρούνταν ακάθαρτο. Τότε το πράγμα αυτό θα έπρεπε να πλυθεί με νερό και να παραμείνει ακάθαρτο ως το βράδυ, μετά θα είναι καθαρό. Εάν κάποιο απ’ αυτά τα πτώματα πέσει μέσα σε πήλινο δοχείο, το περιεχόμενο του δοχείου είναι ακάθαρτο και το δοχείο πρέπει να καταστραφεί. Κάθε τροφή που θα βραχεί με το νερό ενός τέτοιου δοχείου, θεωρείται ακάθαρτη. Το ίδιο και κάθε ποτό, που θα πέσει μέσα του νερό από ένα τέτοιο ακάθαρτο δοχείο.

– Κάθε αντικείμενο, το οποίο θα ερχόταν σε επαφή ή πάνω στο οποίο θα έπεφτε το πτώμα ενός από τα ακάθαρτα αυτά ζώα, θεωρείται επομένως ακάθαρτο. Εάν επρόκειτο για φούρνο είτε για χύτρα με πόδια, θα έπρεπε να γκρεμιστούν γιατί είναι ακάθαρτα.

– Εάν όμως σε πηγή, ή σε πηγάδι, ή σε δεξαμενή νερού, έπεφτε το πτώμα ενός ακάθαρτου ζώου, αυτά τα νερά θεωρούνταν καθαρά, αλλά οποιοσδήποτε όμως άγγιζε το πτώμα των ζώων αυτών που έπεσαν μέσα στα νερά, θεωρούνταν ακάθαρτος.

– Εάν το πτώμα κάποιου ακάθαρτου ζώου πέσει στο σπόρο που προορίζεται για σπορά, ο σπόρος αυτός θεωρείται καθαρός. Εάν όμως ο σπόρος έχει βραχεί με νερό και πέσει πάνω του το πτώμα ενός ακάθαρτου ζώου, ο σπόρος αυτός θεωρείται ακάθαρτος.

– Εάν ένα από τα καθαρά ζώα, το οποίο επιτρεπόταν να φαγωθεί, ψοφήσει, όποιος άγγιζε το πτώμα του θεωρούνταν ακάθαρτος ως το βράδυ. Όποιος έτρωγε το πτώμα ενός ζώου, έστω κι αν ήταν καθαρό, θα έπρεπε να πλύνει τα ρούχα του, να καθαριστεί ο ίδιος με νερό και θεωρούνταν ακάθαρτος ως το βράδυ (Λευιτικόν 11,31-43).

– Δεν έπρεπε οι Ισραηλίτες να τρώνε ζώο που βρέθηκε κατασπαραγμένο από θηρίο. Αυτό το κρέας θα έπρεπε να το ρίχνουν στα σκυλιά (Έξοδος 22,30).

– Εάν κάποιος έτρωγε ζώο σκοτωμένο ή κατασπαραγμένο από θηρίο, είτε αυτός είναι Ισραηλίτης είτε ξένος, ήταν ένοχος και θα έπρεπε να πλύνει τα ρούχα του, να καθαριστεί με νερό και θεωρούνταν ακάθαρτος ως το βράδυ κι έπειτα ήταν καθαρός. Εάν όμως δεν έπλυνε τα ρούχα του και δεν καθαριζόταν με νερό, θα έφερνε πάνω του το βάρος της ανομίας του και έπρεπε να τιμωρηθεί (Λευιτικόν 17,15-16).

– Τα ακάθαρτα ζώα μπορούσαν οι Ισραηλίτες να τα δώσουν στους ξένους που φιλοξενούσαν στις πόλεις τους για να φάνε ή να τα πουλήσουν γενικά σε ξένους (Δευτερονόμιο 14,21).

Η ΒΡΩΣΗ ΑΙΜΑΤΟΣ

Η ΒΡΩΣΗ ΤΟΥ ΑΙΜΑΤΟΣ ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ

(Λευιτικόν 17,10-14)

– Εάν κάποιος Ισραηλίτης ή ξένος που ζούσε ανάμεσα τους, έτρωγε το κρέας με το αίμα του ή έπινε το αίμα του ζώου, ο Κύριος στρεφόταν εναντίον του ανθρώπου αυτού και θα έπρεπε να εξοντωθεί και να τιμωρηθεί με θάνατο. Και αυτό γιατί στο αίμα βρίσκεται η ζωή κάθε ζωντανού πλάσματος. Γι’ αυτό ο Κύριος έδωσε εντολή το αίμα να χύνετε πάνω στο θυσιαστήριο, ώστε να χρησιμεύει για την εξιλέωση και τη συγχώρηση των αμαρτιών του ανθρώπου. Κι αυτός ήταν ο λόγος που ο Κύριος απαγόρευσε τη βρώση του αίματος.

– Εάν κάποιος Ισραηλίτης ή ξένος που ζούσε ανάμεσά τους, έπιανε στο κυνήγι ένα ζώο ή ένα πουλί, από εκείνα που επιτρεπόταν να τρώγονται, θα έπρεπε να χύσει το αίμα του στη γη και να το σκεπάσει με χώμα, διότι στο αίμα βρίσκεται η ζωή κάθε ζωντανού πλάσματος, και όποιος το έτρωγε θα έπρεπε να εξοντωθεί και να τιμωρηθεί με θάνατο(Λευιτικόν 17,10-14).

Η ΕΠΑΦΗ ΜΕ ΤΟ ΣΩΜΑ ΝΕΚΡΟΥ

Η ΣΤΑΧΤΗ ΤΟΥ ΚΟΚΚΙΝΟΥ ΔΑΜΑΛΙΟΥ

ΠΟΥ ΧΡΗΣΙΜΕΥΕ ΓΙΑ ΤΟ ΝΕΡΟ ΤΟΥ ΕΞΑΓΝΙΣΜΟΥ

(Αριθμοί 19,1-10)

Ο Κύριος έδωσε στο Μωυσή και στον Ααρών την περιγραφή του τυπικού που ακολουθεί: Οι Ισραηλίτες θα τους έφερναν ένα κόκκινο δαμάλι χωρίς κανένα σωματικό ελάττωμα και που δεν είχε ακόμη ζευτεί. Αυτό το δαμάλι θα το παραδώσουν στον Ελεάζαρ, τον ιερέα, και μερικού άντρες θα το οδηγούσαν έξω από το στρατόπεδο και θα το έσφαζαν μπροστά του. Ο Ελεάζαρ θα έπαιρνε από το αίμα του δαμαλιού με το δάχτυλό του και μ’ αυτό θα ράντιζε εφτά φορές το μπροστινό μέρος της Σκηνής του Μαρτυρίου. Μετά θα έκαιγαν όλο το δαμάλι μπροστά του, δηλαδή το δέρμα του, το κρέας του και το αίμα του, μαζί με την κοπριά του. Κατόπιν ο ιερέας έπαιρνε ένα ξύλο κέδρου, ένα κλωναράκι ύσσωπο και κόκκινη κλωστή και τα έριχνε μέσα στη φωτιά όπου καιγόταν το δαμάλι. Στο τέλος ο ιερέας έπλυνε τα ρούχα του, καθάριζε το σώμα του με νερό κι έπειτα έμπαινε στο στρατόπεδο και θεωρούνταν ακάθαρτος ως το βράδυ.

Παρόμοια κι εκείνος που είχε κάψει το δαμάλι. Έπλενε κι αυτός τα ρούχα του με νερό, καθάριζε το σώμα του με νερό και θεωρούνταν ακάθαρτος ως το βράδυ. Έπειτα κάποιος που ήταν καθαρός, μάζευε τη στάχτη από το δαμάλι και την πήγαινε έξω από το στρατόπεδο σε τόπο καθαρό. Η στάχτη θα φυλασσόταν εκεί από τον ισραηλιτική κοινότητα, για να ετοιμάσουν μ’ αυτήν το νερό του καθαρισμού και του εξαγνισμού. Ο άνθρωπος που θα μάζευε τη στάχτη, στο τέλος έπλενε κι αυτός τα ρούχα του, καθάριζε το σώμα του με νερό και θεωρούνταν ακάθαρτος ως το βράδυ.

Αυτό ήταν νόμος αιώνιος για τους Ισραηλίτες και για τους ξένους που κατοικούσαν ανάμεσά τους (Αριθμοί 19,1-10).

Η ΕΠΑΦΗ ΜΕ ΤΟ ΣΩΜΑ ΝΕΚΡΟΥ

(Αριθμοί 19,11-22)

– Όποιος άγγιζε νεκρό, θεωρούνταν ακάθαρτος για εφτά μέρες. Θα έπρεπε να καθαριστεί με το νερό του εξαγνισμού την τρίτη μέρα και την έβδομη, και τότε θεωρούνταν καθαρός. Αν όμως δεν καθαριζόταν την τρίτη μέρα και την έβδομη μέρα, παρέμενε ακάθαρτος. Όποιος άγγιζε το νεκρό σώμα οποιουδήποτε ανθρώπου και δεν καθαριζόταν, αυτός βεβήλωνε τη Σκηνή του Μαρτυρίου του Κυρίου. Αυτός θα έπρεπε να αποκόπτεται από την ισραηλιτική κοινότητα, διότι δεν καθαρίστηκε με το νερό του εξαγνισμού και ήταν ακάθαρτος.

– Εάν ένας άνθρωπος πεθάνει μέσα σ’ ένα σπίτι ή σε μια σκηνή, ο καθένας που θα έμπαινε ή που βρισκόταν μέσα σ’ αυτό θεωρούνταν ακάθαρτος για εφτά μέρες. Κάθε ανοιχτό δοχείο, που δεν ήταν σκεπασμένο με το κάλυμμά του θεωρούνταν ακάθαρτο.

– Όποιος άγγιζε στην ύπαιθρο έναν σκοτωμένο από κάποιον άλλο ή έναν πεθαμένο από φυσικό θάνατο ή άγγιζε ανθρώπινα κόκκαλα ή έναν τάφο, θεωρούνταν ακάθαρτος για εφτά μέρες.

– Καθετί που άγγιζε ο ακάθαρτος θεωρούνταν ακάθαρτο, και όποιος άγγιζε τον ακάθαρτο, θεωρούνταν κι αυτός ακάθαρτος ως το βράδυ.

– Για οποιοδήποτε ακάθαρτο άνθρωπο από επαφή με νεκρό, έπαιρναν από τη στάχτη του δαμαλιού που είχε καεί, και τη έβαζαν σ’ ένα δοχείο, που περιείχε πηγαίο νερό. Κάποιος που ήταν καθαρός έπαιρνε ένα κλαδάκι από ύσσωπο, το βουτούσε στο νερό και μ’ αυτό ράντιζε το σπίτι και όλα τα σκεύη, καθώς και όλους όσους υπήρχαν εκεί. Ακόμη ράντιζε κι εκείνον που άγγιξε τα κόκκαλα ή τον σκοτωμένο ή τον πεθαμένο ή τον τάφο. Κάποιος που ήταν καθαρός ράντιζε τον ακάθαρτο την τρίτη μέρα και την έβδομη μέρα. Την έβδομη μέρα ο ακάθαρτος έπλυνε τα ρούχα του, καθάριζε το σώμα του με νερό και θεωρούνταν ακάθαρτος ως το βράδυ.

– Και εκείνος ο οποίος ράντιζε τον ακάθαρτο με το νερό του εξαγνισμού, θα έπρεπε να πλύνει τα ρούχα του. Κι όποιος ερχόταν σε επαφή με το νερό του εξαγνισμού, θεωρούνταν ακάθαρτος ως το βράδυ.

– Ο άνθρωπος ο οποίος θα μολυνθεί από επαφή με νεκρό και δεν θα θελήσει να εξαγνιστεί, θα έπρεπε να εξολοθρευτεί, γιατί ήταν ακάθαρτος και δε ραντίστηκε με το νερό του εξαγνισμού, μολύνοντας μ’ αυτό τον τρόπο το άγιο κατοικητήριο του Θεού. Αυτός ήταν νόμος αιώνιος για όλες τις επερχόμενες γενιές

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΛΕΧΩΝΕΣ

Ο ΚΑΘΑΡΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΛΕΧΩΝΩΝ

(Λευιτικόν 12,1-8)

Ο Κύριος είπε στο Μωυσή, ποιες θα έπρεπε να είναι οι διατάξεις για τον καθαρισμό των λεχώνων.

– Εάν μια γυναίκα έμεινε έγκυος και γεννούσε αγόρι, θεωρούνταν ακάθαρτη για εφτά μέρες, όσες είναι και οι μέρες της περιόδου της. Την όγδοη μέρα γινόταν η περιτομή του παιδιού και αυτή παρέμεινε στο σπίτι της 33 ακόμη μέρες για τον καθαρισμό της από το αίμα. Δεν επιτρεπόταν ν’ αγγίξει τίποτε άγιο, ούτε να μπει στο ναό, ωσότου συμπληρωθούν οι μέρες του καθαρισμού της.

– Εάν γεννούσε κορίτσι, θεωρούνταν ακάθαρτη για δύο βδομάδες, όπως και κατά το χρόνο της περιόδου της, και παρέμεινε στο σπίτι 66 ακόμη μέρες για τον καθαρισμό της από το αίμα.

– Όταν συμπληρωνόταν ο χρόνος, που απαιτούνταν για τον καθαρισμό της, είτε πρόκειται για γιο είτε για κόρη, έπρεπε να προσφέρει στον ιερέα στην είσοδο της Σκηνής του Μαρτυρίου ή στο Ναό αργότερα, ως θυσία ολοκαυτώματος, ένα αρνί ενός έτους χωρίς κανένα ελάττωμα, και ένα νεοσσό περιστεριού (πιτσούνι) ή τρυγόνι ως θυσία εξιλέωσης από την αμαρτία. Ο ιερέας τα πρόσφερε αυτά ως θυσία ενώπιον του Κυρίου, για την εξιλέωση της γυναίκας και τον καθαρισμό από τη ροή του αίματός της.

Εάν δεν είχε τη δυνατότητα να προσφέρει αρνί, τότε έπρεπε να προσφέρει δύο τρυγόνια ή δύο νεοσσούς περιστεριών, το ένα για τη θυσία του ολοκαυτώματος και το άλλο για τη θυσία εξιλέωσης. Ο ιερέας θα έκανε κανονικά την τελετουργία του εξιλασμού γι’ αυτή και η γυναίκα θα καθαριζόταν (Λευιτικόν 12,1-8).

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΛΕΠΡΑ

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΤΗ ΛΕΠΡΑ

(Λευιτικόν 13,1-46)

Ο Κύριος είπε στο Μωυσή, ποιες θα έπρεπε να είναι οι διατάξεις που αφορούν τη λέπρα.

– Εάν κάποιος παρουσίαζε στο δέρμα του πληγή, εξάνθημα ή κηλίδα, που θα μπορούσε να εξελισσόταν σε προσβολή λέπρας, αυτός έπρεπε να οδηγηθεί στον ιερέα κι αυτός θα εξέταζε την πληγή στο δέρμα. Εάν οι τρίχες στο σημείο της πληγής ήταν λευκές και η επιφάνεια της πληγής ήταν βαθύτερη από την επιφάνεια του γύρω δέρματος, τότε πρόκειται για πληγή λέπρας και ο ιερέας θα έπρεπε να τον χαρακτηρίσει ακάθαρτο.

Εάν όμως οι τρίχες στο σημείο της πληγής παραμένουν μαύρες και η επιφάνεια της πληγής δεν ήταν βαθύτερη από την επιφάνεια του γύρω δέρματος, τότε ο ιερέας έπρεπε να απομονώσει τον άρρωστο για εφτά μέρες.

Την έβδομη μέρα θα τον εξέταζε ξανά κι εάν διαπίστωνε ότι η πληγή έμεινε στάσιμη και δεν απλώθηκε στο δέρμα, τότε έπρεπε να τον απομονώσει για άλλες εφτά μέρες. Την έβδομη μέρα, ο ιερέας θα τον εξέταζε για δεύτερη φορά κι εάν η πληγή ξεράθηκε και δεν απλώθηκε στο δέρμα, τότε θα τον κρίνει καθαρό, διότι τα σημεία πείθουν ότι δεν πρόκειται για λέπρα. Τότε αυτός όφειλε να πλύνει τα ρούχα του και θεωρούνταν καθαρός.

Εάν όμως η πληγή έχει απλωθεί πάνω στο δέρμα, τότε ο ασθενής θα επισκεφτεί τον ιερέα. Ο ιερέας θα τον εξέταζε και εάν διαπίστωνε ότι η πληγή είχε απλωθεί στο δέρμα, τότε έπρεπε να τον θεωρήσει ακάθαρτο, διότι πρόκειται για λέπρα.

– Εάν σε κάποιον άνθρωπο παρουσιαστεί πληγή λέπρας, αυτός θα έπρεπε να παρουσιαστεί στον ιερέα. Ο ιερέας θα έπρεπε να τον εξετάσει με προσοχή και εάν διαπίστωνε ότι η πληγή στο δέρμα είναι λευκή και έχει μεταβάλλει και τις τρίχες λευκές, και ότι υπάρχουν κάποια σημεία υγιής σάρκας στην πληγή, τότε η λέπρα είναι παλιά στο δέρμα του. Ο ιερέας τότε θα έπρεπε να τον κρίνει ακάθαρτο και να τον απομονώσει από το λαό.

– Εάν όμως η λέπρα είναι απλωμένη πάνω σ’ όλη την επιφάνεια του δέρματος απ’ το κεφάλι ως τα πόδια, και ο ιερέας διαπίστωνε ότι η λέπρα κάλυψε όλο του το σώμα, θα έπρεπε τον κρίνει καθαρό, γιατί είχε γίνει πια ολόκληρος άσπρος και πρόκειται για λευκοπλασία. Την ημέρα όμως που θα εμφανιστεί στο λευκό του δέρμα, υγιής σάρκα όμοια με το προηγούμενο φυσικό της χρώμα, τότε ο άνθρωπος αυτός θεωρούνταν ακάθαρτος και ο ιερέας αφού εξέταζε την πληγή, τον έκρινε ακάθαρτο, διότι πρόκειται για λέπρα.

Εάν όμως το υγιές μέρος του δέρματος ξαναγινόταν λευκό, τότε ο ασθενής έπρεπε να πάει πάλι στον ιερέα. Εκείνος θα τον εξέταζε και εάν διαπίστωνε ότι η πληγή έγινε πάλι λευκή, τότε έκρινε τον άρρωστο καθαρό.

– Εάν κάποιος άνθρωπος είχε στο δέρμα του ένα έλκος, το οποίο θεραπεύτηκε και έπειτα στην περιοχή του έλκους παρουσιαζόταν λευκή πληγή ή ασπροκόκκινη ή ξανθή, τότε αυτός θα έπρεπε να παρουσιαστεί στον ιερέα. Εκείνος θα τον εξέταζε και εάν διαπίστωνε ότι η επιφάνεια της πληγής είναι βαθύτερη από το άλλο δέρμα και ότι οι τρίχες έγιναν λευκές, τότε αυτός θεωρούνταν ακάθαρτος, διότι πρόκειται για λέπρα, που εκδηλώθηκε στην ουλή του έλκους.

Εάν όμως ο ιερέας διαπίστωνε ότι οι τρίχες στο σημείο του έλκους παραμένουν μαύρες και η επιφάνεια της πληγής δεν ήταν βαθύτερη από την επιφάνεια του γύρω δέρματος, τότε ο ιερέας έπρεπε να τον απομονώσει για εφτά μέρες.

Εάν όμως η πληγή απλώθηκε πολύ πάνω στο δέρμα, τότε ο ιερέας τον έκρινε ακάθαρτο, διότι πρόκειται για λέπρα η οποία βγήκε από το έλκος. Εάν όμως η πληγή παρέμεινε στάσιμη και δεν απλωνόταν, τότε είναι έλκος και ο ιερέας τον έκρινε καθαρό.

– Εάν κάποιος άνθρωπος είχε στο δέρμα του έγκαυμα από φωτιά, το έγκαυμα θεραπευτεί και πάνω στο θεραπευμένο έγκαυμα παρουσιαζόταν γυαλιστερό λευκό σημείο ή ασπροκόκκινο, θα έπρεπε να πάει στον ιερέα να τον εξετάσει. Εάν ο ιερέας διαπίστωνε ότι οι τρίχες στο σημείο αυτό έγιναν λευκές και ότι η επιφάνεια της πληγής ήταν βαθύτερη από την επιφάνεια του γύρω δέρματος, τότε πρόκειται για λέπρα που εκδηλώθηκε στο έγκαυμα. Τότε ο ιερέας έκρινε τον ασθενή ακάθαρτο, διότι πρόκειται για λέπρα.

Εάν όμως ο ιερέας διαπίστωνε ότι στο σημείο της πληγής δεν υπάρχουν λευκές τρίχες και ότι η επιφάνεια της πληγής δεν ήταν βαθύτερη από την επιφάνεια του γύρω δέρματος, και το χρώμα ήταν θαμπό, τότε έπρεπε να τον απομονώσει για εφτά μέρες.

Την έβδομη μέρα θα τον εξέταζε ξανά κι εάν διαπίστωνε ότι η πληγή απλώθηκε και στο άλλο δέρμα, τότε τον έκρινε ακάθαρτο, διότι πρόκειται για λέπρα. Εάν όμως η πληγή παρέμεινε στάσιμη και δεν είχε απλωθεί στο δέρμα, αλλά το χρώμα της ήταν θαμπό, τότε η πληγή αυτή ήταν από το έγκαυμα και ο ιερέας τον έκρινε καθαρό.

– Εάν κάποιος άντρας ή μια γυναίκα παρουσιάσει κάποια πληγή στο κεφάλι ή στο σαγόνι, ο ιερέας θα έπρεπε να εξετάσει την πληγή. Εάν διαπίστωνε ότι ή επιφάνεια της πληγής είναι βαθύτερη από το γύρω δέρμα και ότι έχει ξανθές και λεπτές τρίχες, τότε έκρινε τον άρρωστο ακάθαρτο, διότι πρόκειται για λέπρα στο κεφάλι ή στο σαγόνι.

Εάν ο ιερέας διαπίστωνε ότι η επιφάνεια της πληγής δεν ήταν βαθύτερη από το γύρω δέρμα και δεν υπάρχουν ξανθές τρίχες σ’ αυτή, θα έπρεπε να απομονώσει τον ασθενή για εφτά μέρες.

Την έβδομη μέρα θα εξέταζε πάλι τον ασθενή και διαπίστωνε ότι η πληγή δεν είχε εξαπλωθεί και δεν υπάρχουν σ’ αυτή ξανθές τρίχες και η επιφάνεια της δεν ήταν βαθύτερη από το γύρω δέρμα, τότε ο ιερέας έδινε εντολή να ξυριστεί το υγιές δέρμα, χωρίς όμως να ξυριστεί το σημείο που ήταν η πληγή, και ο ιερέας έπρεπε να τον απομονώσει για άλλες εφτά μέρες.

Την έβδομη μέρα ο ιερέας θα εξέταζε εκ νέου την πληγή και εάν διαπίστωνε ότι δεν είχε απλωθεί πάνω στο δέρμα μετά το ξύρισμα και δεν ήταν βαθύτερη από το γύρω δέρμα, τότε τον έκρινε καθαρό. Ο άρρωστος θα έπρεπε να πλύνει τα ρούχα του και κατόπιν ήταν καθαρός.

Εάν όμως η πληγή απλωθεί πάνω στο δέρμα, αφού κρίθηκε καθαρός, ο ιερέας διαπίστωνε ότι αυτή απλώθηκε πάνω στο δέρμα, τότε δεν χρειαζόταν να ψάξει για ξανθές τρίχες, διότι ο ασθενής ήταν λεπρός και ακάθαρτος. Εάν όμως διαπίστωνε ότι η πληγή παρέμεινε στάσιμη και ότι βγαίνουν σ’ αυτή τρίχες μαύρες, τότε η ασθένεια θεραπεύτηκε και ο άνθρωπος θεωρούνταν καθαρός.

– Εάν κάποιος άντρας ή μια γυναίκα παρουσίαζε φανερά νοσηρά συμπτώματα στο δέρμα του, γυαλιστερά και υπόλευκα, τότε ο ιερέας θα έπρεπε να εξετάσει την πληγή. Εάν διαπίστωνε ότι υπήρχαν στο δέρμα του γυαλιστερά και υπόλευκα συμπτώματα, και ο ασθενής ήταν υπόλευκος, τότε πρόκειται για λευκή, μη μεταδοτική λέπρα, που εκδηλώθηκε στο δέρμα, και ο ασθενής ήταν καθαρός.

– Εάν κάποιος άνθρωπος χάσει τα μαλλιά του, πρόκειται για φαλάκρα και ήταν καθαρός. Ακόμη και εάν πέσουν τα μαλλιά του στο μπροστινό μέρος του κεφαλιού, πρόκειται για φαλάκρα στο σημείο εκείνο και ήταν καθαρός.

Εάν όμως στη φαλάκρα του μπροστινού ή του πίσω μέρους του κεφαλιού παρουσιαζόταν λευκή ή ασπροκόκκινη πληγή, πρόκειται για λέπρα, που εκδηλώθηκε στο πίσω ή στο μπροστινό φαλακρό μέρος του κεφαλιού. Ο ιερέας θα έπρεπε να εξετάσει την πληγή κι αν διαπίστωνε ότι υπήρχε λευκή ή ασπροκόκκινη πληγή στο πίσω ή στο μπροστινό φαλακρό μέρος του κεφαλιού, που έμοιαζε με τη λέπρα του δέρματος, τότε ο άνθρωπος αυτός ήταν λεπρός και ο ιερέας τον έκρινε ακάθαρτο, που η λέπρα εκδηλώθηκε στο κεφάλι.

– Κάθε λεπρός έπρεπε να φοράει σχισμένα ρούχα, να μην έχει κάλυμμα στο κεφάλι, να είχε λυμένα τα μαλλιά του, να σκέπαζε το κάτω μέρος του προσώπου του γύρω από το στόμα, για να αναγνωρίζεται και έπρεπε να φωνάζει «ακάθαρτος, ακάθαρτος!» Για όλο το διάστημα που διαρκούσε η αρρώστια του, θεωρούνταν ακάθαρτος και ζούσε απομονωμένος από τους άλλους ή έξω από το στρατόπεδο (Λευιτικόν 13,1-46).

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΑΘΑΡΙΣΜΟ ΤΟΥ ΛΕΠΡΟΥ

(Λευιτικόν 14,1-32)

Ο Κύριος είπε στο Μωυσή, ποιες θα έπρεπε να είναι οι διατάξεις για τους λεπρούς, οι οποίοι θεραπεύτηκαν από τη λέπρα.

– Την ημέρα που κάποιος λεπρός είχε θεραπευτεί από τη λέπρα, αυτός έπρεπε να οδηγηθεί μπροστά στον ιερέα, ο οποίος έβγαινε έξω από το στρατόπεδο ή έξω από την πόλη για να τον εξετάσει. Ο ιερέας τον εξέταζε και εάν ο ασθενής είχε θεραπευτεί από τη λέπρα, τότε ο ιερέας έδινε εντολή να φέρουν γι’ αυτόν δύο μικρά ζωντανά και καθαρά πουλιά, ένα ξύλο από κέδρο, κόκκινη κλωστή και ένα κλωναράκι από ύσσωπο.

Έπειτα ο ιερέας έδινε εντολή να σφάξουν το ένα πουλί πάνω σ’ ένα πήλινο δοχείο που περιέχει νερό πηγής. Μετά έπαιρνε το ζωντανό πουλί, το ξύλο του κέδρου, την κόκκινη κλωστή και τον ύσσωπο, και τα βουτούσε μαζί με το ζωντανό πουλί στο αίμα του πουλιού που σφάχτηκε πάνω από το νερό της πηγής. Μ’ αυτό ράντιζε το θεραπευθέντα λεπρό εφτά φορές και τότε αυτός θεωρούνταν καθαρός. Κατόπιν ο ιερέας άφηνε ελεύθερο το ζωντανό πουλί να πετάξει στους αγρούς.

Ο θεραπευμένος λεπρός θα έπρεπε να πλύνει τα ρούχα του, να ξυρίσει όλες τις τρίχες του σώματός του και να πλυθεί με νερό. Κατόπιν μπορούσε να μπει στο στρατόπεδο, αλλά έπρεπε να μείνει για εφτά μέρες έξω από το σπίτι του. Την έβδομη μέρα θα έπρεπε πάλι να ξυρίσει το κεφάλι του, τα γένια του, τα φρύδια του και όλες τις τρίχες του σώματός του, να πλύνει τα ρούχα του, να καθαρίσει το σώμα του με νερό και τότε θεωρούνταν καθαρός ενώπιον όλων με το δικαίωμα της ελεύθερης πλέον επικοινωνίας.

Την όγδοη μέρα ο θεραπευμένος λεπρός θα έπρεπε να πάρει δύο αρσενικά αρνιά ενός έτους χωρίς ελάττωμα, μία προβατίνα ενός έτους χωρίς ελάττωμα και τρία δέκατα του εφά (περίπου 6 κιλά) σιμιγδάλι ζυμωμένο με λάδι, ως αναίμακτη προσφορά, και μία κοτύλη (περίπου 280 γραμμάρια) λάδι. Ο ιερέας, που έκανε τον νομικό καθαρισμό, θα έπρεπε να οδηγήσει τον άνθρωπο αυτό και τις προσφορές του ενώπιον του Κυρίου στην είσοδο της Σκηνής του Μαρτυρίου.

Ο ιερέας θα έπρεπε να πάρει το ένα αρνί και να το προσφέρει μαζί με τη μια κοτύλη με το λάδι ως θυσία επανόρθωσης για την εξάλειψη της αμαρτίας και τα πρόσφερε ενώπιον του Κυρίου. Έπειτα έσφαζαν το αρνί στον τόπο όπου σφάζονταν όλα τα προς θυσία ζώα. Ότι απόμεινε από τη θυσία, ανήκε στον ιερέα. Έπειτα ο ιερέας θα έπρεπε να πάρει λίγο από το αίμα του ζώου της θυσίας επανόρθωσης και ν’ αλείψει το λοβό του δεξιού αυτιού του καθαριζόμενου, το δεξιό του αντίχειρα και το μεγάλο δάκτυλο του δεξιού του ποδιού. Μετά έπαιρνε με τη χούφτα του αριστερού του χεριού από το λάδι της κοτύλης και βουτούσε με το δεξί του δάχτυλο στο λάδι και ράντιζε εφτά φορές ενώπιον του Κυρίου. Με το υπόλοιπο λάδι που βρίσκεται στη χούφτα του, θ’ αλείψει το λοβό του δεξιού αυτιού εκείνου που καθαρίζεται, το δεξιό του αντίχειρα και το μεγάλο δάχτυλο του δεξιού του ποδιού, πάνω από το σημείο που είχε αλείψει με το αίμα του ζώου. Το υπόλοιπο λάδι που είχε μείνει στη χούφτα του, ο ιερέας θα το έχυνε στο κεφάλι του ανθρώπου που καθαριζόταν και έτσι τον εξιλέωνε ενώπιον του Κυρίου.

Έπειτα ο ιερέας έπρεπε να προσφέρει τη θυσία εξιλέωσης για τις αμαρτίες του καθαριζόμενου. Κατόπιν έσφαζαν το ζώο που προοριζόταν για τη θυσία του ολοκαυτώματος και ο ιερέας πρόσφερε το ολοκαύτωμα πάνω στο θυσιαστήριο κι έτσι ολοκληρωνόταν γι’ αυτόν τον άνθρωπο η εξιλέωση από τις αμαρτίες του.

– Εάν όμως αυτός ο άνθρωπος ήταν φτωχός και δεν μπορούσε να προσφέρει τόσα πολλά, θα έπαιρνε μόνο ένα αρνί και θα το θυσίαζε ενώπιον του Κυρίου, έτσι ώστε να εξιλεωθεί από τις αμαρτίες του. Ακόμη θα έπρεπε να προσφέρει κι ένα δέκατο του εφά (περίπου 4 χιλιόγραμμα) σιμιγδάλι ζυμωμένο με λάδι ως αναίμακτη προσφορά και επιπλέον μία κοτύλη (περίπου 280 γραμμάρια) λάδι. Μαζί μ’ αυτά θα έπρεπε να προσφέρει και δύο τρυγόνια ή δύο νεοσσούς περιστεριών (πιτσούνια), ανάλογα με την οικονομική του δυνατότητα, το ένα για θυσία εξιλέωσης και το άλλο για θυσία ολοκαυτώματος.

Την όγδοη μέρα τα έφερνε αυτά για τον καθαρισμό του στον ιερέα, στην είσοδο της Σκηνής του Μαρτυρίου, ενώπιον του Κυρίου. Ο ιερέας θα έπαιρνε το αρνί, που προσφερόταν ως θυσία επανόρθωσης, και την κοτύλη με το λάδι και τα πρόσφερε με ειδική τελετουργική κίνηση, που λεγόταν επίθεμα ενώπιον του Κυρίου. Μετά έσφαζαν το αρνί της θυσίας επανόρθωσης, και ο ιερέας έπαιρνε από το αίμα του ζώου και μ’ αυτό άλειφε το λοβό του δεξιού αυτιού του ανθρώπου που καθαριζόταν, το δεξιό του αντίχειρα και το μεγάλο δάχτυλο του δεξιού του ποδιού. Έπειτα ο ιερέας έπαιρνε με τη χούφτα του αριστερού του χεριού από το λάδι και βουτούσε με το δεξί του δάχτυλο στο λάδι και ράντιζε εφτά φορές ενώπιον του Κυρίου. Με το υπόλοιπο λάδι που βρίσκεται στη χούφτα του, άλειφε το λοβό του δεξιού αυτιού εκείνου που καθαριζόταν, το δεξιό του αντίχειρα και το μεγάλο δάχτυλο του δεξιού του ποδιού, πάνω από το σημείο που είχε αλείψει με το αίμα του ζώου. Το υπόλοιπο λάδι που είχε μείνει στη χούφτα του, ο ιερέας θα το έχυνε στο κεφάλι του ανθρώπου που καθαριζόταν και έτσι τον εξιλέωνε ενώπιον του Κυρίου.

Κατόπιν αυτός που καθαριζόταν θα έπρεπε να προσφέρει το ένα από τα τρυγόνια ή το ένα από τα περιστέρια, κατά την οικονομική του δυνατότητα. Το ένα προσφερόταν ως θυσία εξιλέωσης από την αμαρτία του και το άλλο ως θυσία ολοκαυτώματος μαζί με την αναίμακτη προσφορά, κι έτσι ο ιερέας τον εξιλέωνε ενώπιον του Κυρίου (Λευιτικόν 14,1-32).

ΑΛΛΗ ΔΙΑΤΑΞΗ ΓΙΑ ΤΗ ΛΕΠΡΑ

(Δευτερονόμιο 24,8-9)

Οι Ισραηλίτες θα έπρεπε να προσέχουν τις πληγές της λέπρας και να φροντίζουν να τηρούν με σχολαστικότητα όλες τις οδηγίες που είχε δώσει ο Κύριος στους ιερείς Λευίτες (Δευτερονόμιο 24,8-9).

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΜΟΥΧΛΑ

ΟΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΜΟΥΧΛΑ

ΣΤΑ ΕΝΔΥΜΑΤΑ ΚΑΙ ΣΤΑ ΥΦΑΣΜΑΤΑ

(Λευιτικόν 13,47-59)

Ο Κύριος είπε στο Μωυσή, ποιες θα έπρεπε να είναι οι διατάξεις που αφορούν τη μούχλα στα ενδύματα ή στα υφάσματα ή στους τοίχους. Σύμφωνα με το κείμενο της Παλαιάς Διαθήκης η μούχλα που εμφανίζεται στα ρούχα, στα υφάσματα ή στα σπίτια, χαρακτηρίζεται ως λέπρα που εμφανίζεται στα ρούχα ή στα σπίτια.

– Εάν εμφανιζόταν κηλίδα μούχλας σ’ ένα ρούχο, μάλλινο ή λινό, ή σ’ ένα ύφασμα λινό ή μάλλινο, υφαντό ή πλεχτό, ή σε δέρμα ακατέργαστο ή κατεργασμένο, το οποίο χρησιμοποιείται ως ένδυμα, και η κηλίδα ήταν πρασινωπή ή κοκκινωπή, πρόκειται για κηλίδα μούχλας και έπρεπε να τη δει ο ιερέας. Εκείνος θα εξέταζε την κηλίδα και θα απομόνωνε το ρούχο ή το ύφασμα ή το δέρμα που είχε προσβληθεί από αυτήν για εφτά μέρες.

Την έβδομη μέρα θα εξέταζε πάλι την κηλίδα και εάν αυτή είχε απλωθεί πάνω στο το ρούχο ή το ύφασμα ή το δέρμα, τότε πρόκειται για χρόνια μούχλα. Το αντικείμενο θεωρούνταν ακάθαρτο και έπρεπε να καεί στη φωτιά.

Εάν όμως ο ιερέας διαπίστωνε ότι η κηλίδα δεν απλώθηκε πάνω το ρούχο ή το ύφασμα ή το δέρμα, τότε έδινε εντολή να πλύνουν το αντικείμενο που είχε προσβληθεί και το απομόνωνε άλλες εφτά μέρες.

Κατόπιν ο ιερέας εξέταζε πάλι την κηλίδα μετά το πλύσιμο και εάν αυτή δεν βελτιωνόταν και άλλαζε προς το καλύτερο, έστω κι αν δεν είχε επεκταθεί, τότε το αντικείμενο θεωρούνταν ακάθαρτο και έπρεπε να καεί στη φωτιά, γιατί η κηλίδα πάνω στο αντικείμενο είναι μόνιμη.

Εάν όμως ο ιερέας διαπίστωνε ότι η κηλίδα μετά το πλύσιμο, πήρε σκούρο χρώμα, τότε έδινε εντολή ν’ αποκοπεί το κομμάτι αυτό από το ρούχο ή από το δέρμα, από το υφαντό ή από το πλεκτό.

Εάν όμως η μούχλα εμφανιζόταν ξανά στο ίδιο το ρούχο ή το ύφασμα ή το δέρμα, τότε πρόκειται για μούχλα που αναπτύσσεται και το αντικείμενο που προσβλήθηκε, έπρεπε να καεί στη φωτιά.

Το ρούχο ή το υφαντό ή το πλεκτό ή το δέρμα, το οποίο πλύθηκε και μετά το πλύσιμο η κηλίδα εξαφανίστηκε, αυτό έπρεπε να ξαναπλυθεί και δεύτερη φορά και τότε θεωρούνταν καθαρό (Λευιτικόν 13,47-59).

ΟΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΜΟΥΧΛΑ ΣΤΟΥΣ ΤΟΙΧΟΥΣ

(Λευιτικόν 14,33-57)

Ο Κύριος είπε στο Μωυσή και στον Ααρών, ποιες θα έπρεπε να είναι οι διατάξεις που αφορούν τη μούχλα στους τοίχους, όταν αυτοί θα έμπαιναν στη Χαναάν.

– Όταν θα εμφανιζόταν κηλίδα μούχλας σε κάποιο σπίτι, θα έπρεπε ο ιδιοκτήτης του να πάει στον ιερέα και να του πει, ότι παρουσιάστηκε κάποια κηλίδα μούχλας στο σπίτι του. Τότε ο ιερέας έδινε εντολή, ν’ αδειάσουν το σπίτι απ’ όλα τα σκεύη και τα έπιπλα, προτού πάει να εξετάσει την κηλίδα, για να μη μολυνθούν τα αντικείμενα που βρίσκονται στο σπίτι. Έπειτα έμπαινε και εξέταζε το σπίτι και εάν διαπίστωνε ότι τα συμπτώματα στους τοίχους, ήταν πρασινοκίτρινα ή κοκκινωπά, και ότι η επιφάνεια τους ήταν πιο βαθιά από την επιφάνεια του υπόλοιπου τοίχου, τότε έβγαινε από το σπίτι και το απομόνωνε για εφτά μέρες. Την έβδομη μέρα ο ιερέας το εξέταζε και πάλι και εάν η κηλίδα είχε απλωθεί στους τοίχους του σπιτιού, τότε έδινε εντολή να βγάλουν τις πέτρες που είχαν προσβληθεί από τη μούχλα και τις πετούσαν σε τόπο ακάθαρτο, έξω από την πόλη.

Έπειτα έδινε εντολή να ξύσουν το εσωτερικό του σπιτιού ολόγυρα από το προσβληθέν μέρος, και τα χώματα από τα ξυσίματα τα έριχναν σε τόπο ακάθαρτο, έξω από την πόλη. Κατόπιν έβαζαν άλλες πέτρες στη θέση που ήταν οι προηγούμενες και άλλη λάσπη και σοβάτιζαν το σπίτι.

Εάν ξαναπαρουσιαζόταν η κηλίδα της μούχλας στο σπίτι, αφού είχαν βάλει τις καινούριες πέτρες και το είχαν ξανασοβατίσει, τότε πήγαινε πάλι ο ιερέας και το εξέταζε. Και εάν διαπίστωνε ότι η κηλίδα είχε απλωθεί στο σπίτι, τότε πρόκειται για χρόνια μούχλα στο σπίτι, και αυτό θεωρούνταν ακάθαρτο. Τότε έδινε εντολή να γκρεμίσουν το σπίτι και να μεταφέρουν τις πέτρες του, τα ξύλα του και τους σοβάδες του, όλα έξω από την πόλη σε τόπο ακάθαρτο.

Εκείνος που θα έμπαινε στο σπίτι κατά το διάστημα που αυτό ήταν κλειστό και απομονωμένο, θεωρούνταν ακάθαρτος ως το βράδυ. Εκείνος που θα έτρωγε ή θα κοιμόταν στο σπίτι, θα έπρεπε να πλύνει τα ρούχα του και θεωρούνταν ακάθαρτος ως το βράδυ.

Εάν όμως ο ιερέας πήγαινε και διαπίστωνε ότι η κηλίδα δεν απλώθηκε στο σπίτι μετά το σοβάτισμα, χαρακτήριζε το σπίτι καθαρό, γιατί η μούχλα είχε εξαφανιστεί. Κατόπιν για τον εξαγνισμό του σπιτιού, ο ιερέας έπαιρνε δύο πουλιά καθαρά, ένα ξύλο κέδρου, κόκκινη κλωστή και ένα κλωναράκι ύσσωπο. Το ένα πουλί το έσφαζε σε πήλινο δοχείο που περιείχε νερό πηγής. Έπειτα έπαιρνε το ξύλο του κέδρου, τον ύσσωπο, την κόκκινη κλωστή και το άλλο πουλί, το ζωντανό, και τα βουτούσε στο αίμα του σφαγμένου πουλιού και στο νερό της πηγής, και ράντιζε το σπίτι εφτά φορές. Έτσι το σπίτι εξαγνιζόταν και μετά άφηνε το ζωντανό πουλί να πετάξει έξω από την πόλη, στους αγρούς. Το σπίτι εξιλεωνόταν και θεωρούνταν πλέον καθαρό (Λευιτικόν 14,33-57).

Η ΚΑΘΑΡΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΟΥ

Η ΚΑΘΑΡΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΟΥ

(Δευτερονόμιο 23,10-15)

Επειδή ο Κύριος πηγαινοέρχεται μέσα στο στρατόπεδο, γι’ αυτό πρέπει το στρατόπεδο να ήταν τόπος καθαρός για να μη βλέπει ο Κύριος τις ακαθαρσίες των Ισραηλιτών.

– Όταν οι Ισραηλίτες βρισκόντουσαν σε εκστρατεία εναντίον των εχθρών τους και μένανε σε στρατόπεδο, θα έπρεπε να φυλάγονται από οτιδήποτε μπορούσε να τους καταστήσει ακάθαρτους. Εάν υπήρχε ανάμεσά τους κάποιος που δεν ήταν καθαρός, επειδή έπαθε ονείρωξη, αυτός θα έπρεπε να βγει έξω από το στρατόπεδο και δεν θα έμπαινε μέσα για όλη την ημέρα. Το δειλινό, θα έπρεπε να πλυθεί με νερό και με τη δύση του ήλιου τότε έμπαινε στο στρατόπεδο.

– Ακόμη θα έπρεπε να ορίζουν έναν τόπο έξω από το στρατόπεδο, όπου εκεί θα πηγαίνανε για τις φυσικές τους ανάγκες. Καθένας θα έπρεπε να έχει μαζί με τον εξοπλισμό του ένα τσαπί και όταν πήγαινε στον τόπο εκείνο, έσκαβε μ’ αυτό και μετά σκέπαζε τα κόπρανά του (Δευτερονόμιο 23,10-15).

Βλέπουμε ότι οι θεόδοτες διατάξεις περί καθαρού και ακάθαρτου αφορούν ως επί το πλείστον προϊόντα, λειτουργίες και εκκρίσεις βιολογικής προέλευσης. Πιθανότατα ήταν ένας πρωτόγονος τρόπος ελέγχου και πρόληψης ασθενειών, αναμεμιγμένος με αρχέγονους ανθρώπινους φόβους, διάφορες μαγικές δοξασίες, και ανθρωπομορφικές αντιλήψεις περί του Θεού. Ο Θεός ήταν τέλειος, οπότε τα ζώα που θυσιάζονταν σ’αυτόν θά’πρεπε να είναι τέλεια, χωρίς κανένα ψεγάδι. Το ίδιο ίσχυε και για τους ανθρώπους, δηλαδή όσοι εισέρχονταν στο ναό και έδιναν τις προσφορές τους στο Θεό/ιερείς, αλλά και οι ιερείς, θά’πρεπε να είναι σωματικά τέλειοι, χωρίς κανένα ψεγάδι. Έτσι ο Ιεχωβάς απέκλειε τους λεπρούς, τους ευνούχους ή τους άντρες με τραύμα στα γεννητικά όργανα και τα άτομα με αναπηρία από τη βασιλεία του. Παρόλα αυτά, όποιος έμπαινε στο ναό έπρεπε να είναι περιτετμημένος, για να ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα έθνη ως Εβραίος ενώπιον του Θεού. Δηλαδή ο θεός από΄το πέος ξεχώριζε τους ανθρώπους;
Ο διαχωρισμός μεταξύ καθαρού και ακάθαρτου γινόταν με βάση συναισθηματικές κρίσεις από αισθητηριακές εντυπώσεις. Ό,τι δηλαδή φαινόταν όμορφο, υγειές, μη απειλητικό και μύριζε ωραία ήταν καθαρό – ως οσμή ευωδίας στον κύριο περιγράφεται η οσμή του ψημένου κρέατος των θυσιών, την οποία μύριζε ο Θεός και ευφραινόταν -, ενώ ό,τι ήταν άσχημο, τουλάχιστον κατά τους νομοθέτες της Τορά, άρρωστο, λιγότερο απ’ό,τι θα μπορούσε να είναι, δύσοσμο, υγρό, κολλώδες κλπ ήταν ακάθαρτο. Έτσι καθαρά ήταν τα ζώα τα οποία έτρωγαν χόρτο και εξέτρεφαν παραδοσιακά οι Ισραηλίτες, οπότε τα γνώριζαν καλά, όπως τα γιδοπρόβατα, ενώ ακάθαρτα ήταν αυτά τα οποία δεν μπορούσαν να ταξινομήσουν εύκολα – μυρηκαστικά χωρίς δίχηλο οπλή ή το αντίστροφο -, τα σαρκοφάγα, τα αρπακτικά πουλιά και τα θαλασσοπούλια, όσα ζούσαν κοντά στο έδαφος, ψάρια χωρίς λέπια και πτερύγια, που συχνά είχαν περίεργη εμφάνιση κλπ. Από την ταξινόμηση αυτήν απουσιάζουν εμφανώς οι τροφές φυτικής προέλευσης, οπότε δεν πρόκειται απλώς για σύστημα πρόληψης ασθενειών, αφού και φυτικά τρόφιμα μπορούν κι αυτά να μολυνθούν με μικρόβια, ενώ πολλά φυτά και μανιτάρια μπορεί να έχουν πανίσχυρες και θανατηφόρες τοξίνες, και όμως κανένα δηλητηριώδες είδος δεν έγινε ακάθαρτο. Ο λόγος ήταν μαγικός. Εκτός του ότι τα ζώα φανέρωναν περισσότερο τη ζωή τους, αφού κινούνταν, είχαν το αίμα.
Το αίμα διαδραμάτιζε κεντρικό ρόλο στην πρωτόγονη εβραϊκή θρησκεία. Άλλες φορές μόλυνε, άλλες καθαγίαζε. Πιστευόταν ότι περιείχε την ψυχή, γι’αυτό ήταν ταμπού η κατανάλωσή του. Ήταν η μόνη τροφή, για την οποία η κατανάλωση από Εβραίο ή και ξένο που ζούσε στο Αρχαίο Ισραήλ επιφύλασσε τη θανατική καταδίκη. Το αίμα έρεε σε περίπτωση τραυματισμού ή ασθένειας, σε περιπτώσεις δηλαδή που έφερναν τον άνθρωπο ή το ζώο προς την πλέον ακάθαρτη κατάσταση, προς το θάνατο. Ο θάνατος ήταν ακάθαρτος, οπότε ό,τι τον πλησιάζε ήταν ακάθαρτο. Μόνο ορισμένα ζώα σφαγιασμένα με συγκεκριμένο τρόπο ήταν καθαρά, ό,τι άλλο νεκρό ήταν ακάθαρτο, και πιο ακάθαρτο απ’όλα ο νεκρός άνθρωπος. Αυτός ο φόβος του πτώματος και της επακόλουθης αποσύνθεσης απαντάται σε πολλούς πρωτόγονους και αρχαίους πολιτισμούς, από την Αρχαία Ελλάδα μέχρι τη Νέα Γουινέα. Πιθανότατα είναι ένα μίγμα της φυσικής αποστροφής του ανθρώπου για το αποσυντιθέμενο κρέας, το οποίο μπορεί να τον δηλητηριάσει, σε συνδυασμό με το φόβο του θανάτου και του απόκοσμου της αποσύνθεσης. Οι άνθρωποι δεν άντεχαν να βλέπουν αγαπημένα τους πρόσωπα να σαπίζουν και να χάνονται, έπρεπε κάπως να το κρύψουν αυτό για να μην το σκέφτονται. Είτε με ταφή, είτε με καύση, είτε με αποφυγή του νεκρού, με διάφορους τρόπους. Ούτε εδώ η πρόληψη ασθενειών παίζει πολύ μεγάλο ρόλο. Το σαπισμένο κρέας μπορεί να δηλητηριάσει τον άνθρωπο, αλά μο΄νο αν φαγωθεί, και συνήθως ο άνθρωπος δεν έτρωγε κρέας συνανθρώπων του. Επίσης, οι κίνδυνοι ασθενειών από πτώματα έχουν υπερεκτιμηθεί, και στις περισσότερες περιπτώσεις ένα πτώμα που σαπίζει έξω στα χόρτα δεν απειλεί κανέναν, αναστατώνει όμως σίγουρα συναισθηματικά τους ανθρώπους. Αυτός ο φόβος της αποσύνθεσης έχει οδηγήσει σε περίεργα ταμπού και τελετουργίες ανά τον κόσμο, όπως στην έκθεση των πτωμάτων σε μέρη ψηλά, επειδή μπορούν να μολύνουν το νερό, το χώμα και τη φωτιά, αλλά όχι τον αέρα στο ζωροαστρισμό, ή το παράλογο και μαγικό τελετουργικό του κόκκινου δαμαλίου στην περίπτωσή μας.
Υπάρχει όμως και μία συγκεκριμένη περίπτωση, όπου το αίμα δε σχετίζεται ούτε με αρρώστια ούτε και με θάνατο. Όλες οι γυναίκες γόνιμης ηλικίας αιμορραγούν κάθε μήνα, χωρίς να αρρωσταίνουν. Αυτό σίγουρα ενόχλησε πολύ τους ήδη μισογύνεις νομοθέτες της Τορά, οι οποίοι δεν παρέλειψαν να κάνουν την περίοδο ακάθαρτη. Μία γυναίκα είναι ακάθαρτη για το διάστημα της περιόδου της και για επτά μέρες μετά, οπότε στο τέλος βαπτίζεται σε τελετουργικό λουτρό και καθαρίζεται. Στο διάστημα από την έναρξη της περιόδου μέχρι το βάπτισμα, θεωρείται ακάθαρτη (νιντά) και μολύνει ότι κι όποιον αγγίζει. Η σεξουαλική επαφή άντρα με τέτοια γυναίκα αποτελεί βαρύ αμάρτημα, κι αν γίνεται εν γνω΄σει του τιμωρείται με θάνατο. Το ταμπού της περιόδου παρατηρείται επίσης σε πολλούς πρωτόγονους πολιτισμούς, κυρίως της Αφρικής και της Ασίας. Επίσης οι Εβραίοι δεν παρέλειψαν να κάνουν βρώμικη τη διαδικασία του τοκετού, και μάλιστα η περίοδος ακαθαρσίας ήταν διπλή σε περίπτωση γέννησης κοριτσιού, σαν να τιμωρούσαν τη γυναίκα, η οποία υποτίθεται οδήγηησε στην πτώση του Αδάμ. Σκεφτείτε πόση ντροπή και κατωτερότητα ένιωθε εκίνη η γυναίκα, που έπρεπε να απομονώνεται συνεχώς, νιώθοντας έτσι διαφορετική απ’τους άλλους, και εκ΄τος αυτού, στο πέρας της περιόδου ακαθαρσίας από τη γέννα, έπρεπε να πληρώσει και τον ιερέα! Γιατί τα ζώα που θυσιάζονταν, εκτός απ’αυτά πουκαίγονταν ολόκληρα ως ολοκαυτώματα, κατέληγαν στο στομάχι του ιερέα και της οικογένειάς του. Αλλά και από αυτά που σφάζονταν για κατανάλωση από το λαό σε όλο το Ισραήλ, ο ιερέας έπρεπε πάλι να λάβει το μερίδιό του, συνήθως ένα μάγουλο, ένα μπροστινό πόδι και το στομάχι. Για να μην αναφέρουμε το νο΄μο της δεκάτης, όπου το δέκατο της σοδειάς έπρεπε να δοθεί στην ιερατική κάστα, αφού οι ιερείς δεν είχαν γη, και ο λαός έπρεπε να τους συντηρεί.
Οι διακρίσεις που απέρεαν από τις διατάξεις αυτές είχαν ανυπολόγιστες συνέπειες προς ανθρώπους με δερματικές παθήσεις και άλλες δυσμορφίες ή αναπηρίες, τους οποίους υποβίβαζαν σε βδελυρούς υπανθρώπους που θα πρέπει ν’αποφεύγονται. Οι λεπροί ήταν μιάσματα, τα οποία δε θα έπρεπε να έχουν καμία επαφή με την υπόλοιπη εβραϊκή κοινωνία, και όχι μο΄νο αυτό, αλλά θά’πρεπε να ξεχωρίζουν από τους άλλους φορώντας σχισμένα ρούχα και διακοινώνοντας ότι είναι ακάθαρτη. Δε μπορούμε να αντιληφθούμε σήμερα το μέγεθος της ενοχής που ένιωθαν αυτοί οι δύστυχοι άνθρωποι, οι οποίοι έπρεπε να νιώθουν καταραμένοι για κάτι που δεν έφταιγαν. Η λέπρα της Παλαιάς Διαθήκης πιθανότατα ήταν μια ομάδα δερματικών παθήσεων, μολυσματικών και μη, τις οποίες οι Εβραίοι θεωρούσαν αποκρουστικές, τρομακτικές, και ίσως απειλητικές προς τη συνοχή της κοινωνίας. Εκτός από τους λεπρούς, παρόμοια αντιμετώπιση βρήκα ότι είχαν και οι γονορροϊκοί, οι οποίοι πιθανόν έπασχαν από κάποιας μορφής σεξουαλικώς μεταδιδόμενου νοσήματος. Οπότε η ενοχή που βάραινε αυτούς τους ανθρώπους ήταν διπλή, και για την κατώτερη θέση τους και για τον τρόπο με τον οποίον έφτασαν σ’αυτήν.
Όσο για τα άτομα με άλλες αναπηρίες, η κατάσταση δεν ήταν καλύτερη. Μπορεί να μην χρειαζόταν ν’απομονωθούν όπως οι λεπροί, πάραυτα παρέμεναν στιγματισμένοι και δακτυλοδεικτούμενοι για όλη τη ζωή τους, γιατί κάθε Εβραίος υποχρεούταν να παρουσιαστεί στο Ναό και να προσφέρει θυσία μερικές φορές το χρόνο τουλάχιστον, όμως σ’αυτούς δεν επιτρεπόταν. Αυτή είναι η ανώτατη ηθική της Τορά. Μια ηθική που βασίζεται στη σιχασιά, στο μισογυνισμό, στο φόβο του διαφορετικού, της αρρώστιας και της μόλυνσης, μια ηθική εν τέλει πρωτόγονη και τοτεμική, όπως ακριβώς και η θρησκεία που την γέννησε.

Αν νομίζετε ότι όλα αυτά είναι περασμένα και ξεχασμένα, κάνετε μεγάλο λάθος. Ο ιουδαϊσμός ακόμα και σήμερα θεωρεί την Τορά θεόπνευστη, και τις διατάξεις της θείες εντολές. Αν και κάποια πράγματα άλαξαν, επειδή ο Ναός πλέον δεν υπάρχει, η τελετή του κόκκινου δαμαλίου δε μπορέι να γίνει, και οι Εβραίοι δε ζουν υπό την απολιταρχική εξουσία που προτείνει η θρησκεία τους, οι διατάξεις για το καθαρό και το ακάθαρτο τηρούνται σχεδόν στην ολότητά τους από τα πιο ορθόδοξα ρεύματα του ιουδαϊσμού. Ορισμένοι προσπάθησαν να τις δικαιολογήσουν ώστε να συμφωνούν με τη σημερινή εποχή, με αστείες δικαιολογήσεις όπως ότι αποσκοπούν στην πρόληψη ασθενειών, προωθούν το σεβασμό προς τη γυναίκα στην περίπτωση του ταμπού της περιόδου, προστατεύουν τη λεχώνα στην περίπτωση των διατάξεων για τη λεχώνα, κλπ. Φυσικά, η σκληρή γλώσσα των πρωτοτύπων κειμένων δεν αφήνει περιθώρια για ερμηνεία. Η Τορά θεωρείται επίσης θεόπνευστη από το χριστιανισμό, αλλά υποτίθεται ότι η θυσία του Χριστού κατέστησε το Μωσαϊκό νόμο άχρηστο. Ο ίδιος ο Χριστός ωστόσο μέσα από τα ευαγγέλια καθαρά έλεγε ότι δεν ήρθε για να καταργήσει το νόμο, αλλά για να τον συμπληρώσει, αφήνοντας πολύ χώρο για διαφορετικές ερμηνείες κατά το δοκούν. Άλλοτε οι νόμοι θεωρούνταν απαρχαιωμένοι και δε λαμβάνονταν υπόψη, όπως στην περίπτωση της τροφής ή των νόμων για τους νεκρούς, άλλοτε όμως χρησιμοποιήθηκαν ορισμένοι για να δικαιολογήσουν τη δολοφονική στάση της Εκκλησίας προς τους ειδωλολάτρες, τους αιρετικούς, τους ομοφυλόφιλους κλπ.

Αλλά θα πείτε πως δε μας νοιάζει αν λίγοι υπερορθόδοξοι Εβραίοι τα πιστεύουν αυτά και μαστιγώνονται ή λιθοβολούνται μεταξύ τους για μια κηλίδα αίματος στο κιλοτάκι μιας γυναίκας. Άλλωστε όλοι είναι καλοβολεμένοι σε δημοκρατικές και πλούσιες χώρες, κι αν αυτό τόσο τους ενοχλεί, μπορούν να φύγουν από την κοινότητα. Κάνετε μεγάλο λάθος. Τα μολυσματικά κατάλειπα αυτών των διατάξεων δηλητιριάζουν τη σκέψη όλων μας έως σήμερα, και θα σας δώσω ορισμένα παραδείγματα τέτοιων καταλείπων:

Ο στιγματισμός των λειτουργιών του γυναικείου γεννητικού συστήματος. Μέχρι και σήμερα, η λειτουργία του γυναικείου αναπαραγωγικού συστήματος περιβάλλεται με περισσότερη ντροπή από την αντρική. Πολλές γυναίκες ντρέπονται για την περίοδό τους. Στο παρελθόν στις περισσότερες χριστιανικές περιοχές η εμμηνόρροια θεωρούταν επίσης ακάθαρτη, αν κι όχι στο βαθμό που την θεωρούσαν οι Εβραίοι. Ακόμα και σήμερα, πολλέ ςγυναίκες δεν ανάβουν καντήλια όταν έχουν περίοδο.
Ο στιγματισμός των ατόμων με αναπηρίες, χρόνιες παραμορφωτικές ασθένειες, σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα, κλπ, ακόμα και στη σύγχρονη κοινωνία. Ακόμα και σήμερα, πολλοί κατά τα’άλλα λογικοί άνθρωποι τρέφουν αρνητικα συναισθήματα προς τέτοια άτομα, ή και δεν τα θεωρούν πλήρεις ανθρώπους σε ορισμένες ακραίες περιπτώσεις. Επίσης μέχρι αρκετά πρόσφατα, η μεταχείρηση των Λεπρών δε διέφερε πολύ απ’αυτήν στο Αρχαίο Ισραήλ (βλ. Σπιναλόνγκα στην Ελλάδα) , αν και στην πραγματικότητα η μετάδοση της νόσου είναι δύσκολη και οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν φυσική ανθεκτικότητα.
Η μη κατανάλωση αίματος, ιδίως εδώ στην Ελλάδα και στη Μεσόγειο. Ανέκαθεν το αίμα αναγνωριζόταν ως θρεπτικό και μαγειρεύονταν σε διάφορα φαγητά. Ακόμα και σήμερα,βορειότερα στην Ευρώπη, όπου ο χριστιανισμός δεν αλλοίωσε σημαντικα τα παραδοσιακά ήθη και έθιμα, το αίμα καταναλώνεται σε πολλά φαγητά και αλαντικά. Η αποστροφή εμάς των Νοτιών για το αίμα δεν είναι έμφυτη, αλλά πολιτισμικό κατασκεύασμα, το οποίο ίσως προέρχεται από αρχαίους ιουδαΪκούς νόμους που μας επηρέασαν με την εξάπλωση του χριστιανισμού. Σιγά-σιγά η κατανάλωση αίματος συνδέθηκε με τον πρωτογονισμό, ή με υπερφυσικά κακόβουλα τέρατα, όπως οι βρυκόλακες. Εντωμεταξύ, η άρνηση κατανάλωση σώματος και αίματος του Χριστού καθιστούσε αίρεση, και συχνά τιμωρούταν με θάνατο.
Η μη κατανάλωση μη χορτοφάγων ζώων, ασπονδύλων, ερπετών, μικρών θηλαστικών κλπ, ιδίως στους Μεσογειακούς και ευρωπαϊκούς πολιτισμούς. Ακόμα κι όταν αυτά καταναλώνονται, συνήθως τέτοια τρόφιμα θεωρούνται ειδικά τρόφιμα (οστρακοειδή, βατραχοπόδαρα κλπ) ή αντιμετωπίζονται με αμφιθυμία (οστρακοειδή, ψάρια χωρίς λέπια ή πτερύγια κλπ). Το χοιρινό είναι εξαίρεση. Επίσης, τα ζώα που θεωρούνται ακάθαρτα από τον ιουδαϊσμό, ακόμα κι όταν δεν αντιμετωπίζονται με έκδηλη αηδία, θεωρούνται κάπως πιο ύποπτα από τα εγκεκριμένα ζώα.
Ο στιγματισμός επαγγελμάτων που σχετίζονται με το θάνατο – εργολάβος κηδειών, φερετροποιός, νεκροθάφτης -, αλλά κι αυτών που σχετίζονται με την κατεργασία νεκρών ζώων – σφαγέας, χασάπης, βυρσοδέψης -, ως βρώμικων. Πολλοί θεωρούν τέτοια επαγγέλματα βρώμικα και αηδιαστικά, και τους εμπλεκόμενους σ’αυτά, ιδίως τους εργολάβους κηδειών, υποκινούμενους μόνο από το χρήμα, αναγνωρίζοντας παράλληλα την ανάγκη ύπαρξης τέτοιων επαγγελμάτων. Ας τις κάνουν οι ίδιοι που παραπονιούνται αυτές τις δουλειές, προτείνω εγώ. Παλαιότερα η κατάσταση ήταν ωστόσο ακόμα χειρότερη, οπότε συχνά άνθρωποι που ασχολούνταν με τέτοια επαγγέλματα ορίζονταν να κατοικούν σε συγκεκριμένες συνοικίες, μακριά από το κέντρο της πόλης ή του χωριού.

Σίγουρα οι τοξικές επιδράσεις αυτών των αρχαίων τοτεμικών νόμων θα επενεργούν και σε πολλούς άλλους τομείς της ζωής μας. Καιρός ήρθε όμως να αποτινάξουμε όλον αυτόν τον εβραιοχριστιανικό παραλογισμό.

Τσιγγάνικες βρισιές

Συνήθως τα νέα μου θέματα δεν καθορίζονται από τα αιτήματα των αναζητητών. Κάποιες φορές όμως συγκεκριμένες αναζητήσεις είναι τόσο συχνές, που ενδίδω και κκάνω ένα θέμα για να τους απαντήσω το ερώτημα. Όταν λέω για αιτήματα, συνήθως δεν εννοώ αιτήματα προς εμένα συγκεκριμένα, αλλά αιτήματα προς το Ίντερνετ γενικότερα με τη μορφή των λέξεων κλειδιών των αναζητήσεων. Το Ίντερνετ λοιπόν πρόκειται να σας λύσει την απορία κι αυτήν τη φορά. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, λαμβάνω σχεδόν διαχρονικά, δηλαδή από τότε που γράφτηκε η λέξη «Τσιγγάνοι» στο Ιστολόγιο κι έκτοτε, αναζητήσεις για τσιγγάνικες βρισιές. Επειδή ξέρω λίγα τσιγγάνικα, μπορώ να βοηθήσω σ’αυτό. Αν και ατελής, πιστεύω πως θα είναι ο μόνος κατάλογος του είδους του στο ελληνικό Διαδίκτυο. Παρακάτω έχω βάλει όσες βρισιές θυμάμαι. Πρώτα έχω τις λέξεις, και στη συνέχεια ακολουθούν οι φράσεις. Δεν τα έχω τοποθετήσει σε αλφαβητική ή κάποια άλλη σειρά. Πρώτα Η μετάφραση χωρίζεται από τη λέξη με ένα =, και μετά μπορεί να επιπροσθέτω και κάποιο σχόλιο αν χρειάζεται.

Καρ = πέος, πούτσος Δεν υπάρχει διαφορά, επειδή τα τσιγγάνικα, ως μη επίσημη και γραπτή γλώσσα, δεν κάνουν διακρίσεις ανάμεσα στο αισχρό και το επιστημονικό. Κατά κάποιον τρόπο είναι πιο ηλικρινής έτσι. Από εδώ προέρχεται και το αλβανικό «κάρι», όπως λέμε «βάρι κάρι,» κρέμασ’το στον πούτσο σου, γράψ’το στα τέτοια σου δηλαδή.
Μιντς = μουνί
Ζαριά ή πελέ = αρχίδια
Μπουλ = κώλος
Μπουλιάκος = πούστης Η λέξη αυτή μου φαίνεται ελληνοποιημένη. Σίγουρα θα υπάρχουν και συνώνυμα που δε γνωρίζω.
Λουμνί = πουτάνα, αν και δε χρησιμοποιείται σε όλες τις διαλέκτους
Πιραντί = περπατημένη, πάλι πουτάνα Το π προφέρεται με έντονη εκβολή αέρα, όπως το αρχαίο ελληνικό φ.
Μπουλέ = γαμήσι
Ρατ = αίμα, όταν χρησιμοποιείται ως βρισιά το αίμα της περιόδου
Τσουτσά ή πιτέ = βυζιά Όπως λέει και στο τραγούδι νάς Μπαλαμό, τα κορίτσια όταν χορεύουν κουνάνε τα πιτέ τους.
Κουλά = σκατά Το κ προφέρεται με έντονη εκβολή αέρα, όπως το αρχαίο ελληνικό χ.
Τσοραϊπέ = χύσι, ως βρισιά χρησιμοποιείται κε με την έννοια του στραβοχυμένου
Ρουμνό = πούστης, ρουφιάνος, μπαγαπόντης Όπως λέει και το τραγούδι Νας Μπαλαμό, «και το ρουμνό το αφεντικό». Βρίζει τους Μπαλαμούς ουσιαστικά, αλλά επειδή κανείς δεν το ξέρει, κανείς δε δίνει σημασία.
Τσορνό = κλέφτης

Παράφ = σκίζω, ξεσκίζω
Χαφ = τρώω
Νταφ μπουλέ = γαμώ, κυριολεκτικά δίνω γαμήσι
Μερέσα = να πεθάνεις Όπως λεέι και στο γνωστό τραγούδι Σοκερντέ, «μαγκάφ του και μεράφ τούκε», δηλαδή σε θέλω και πεθαίνω για σένα.
Νταφ τουτ μπουλέ ή ντάφτου μπουλέ = σε γαμώ, αλλά χρησιμοποιείται και σαν το άντε γαμήσου
Κα νταφ του μπουλέ = θα σε γαμήσω
Κα νταφ τουμέν μπουλέ σαριλέν = θα σας γαμήσω όλους
Κα παραβάφ τουτ κε μιντς/μπουλ = θα σου σκίσω το μουνί/κώλο
Ντάφτου μπουλέ μωρή λουμνί = άι γαμήσου μωρή πουτάνα
Τσοραβάφ τουτ κε μιντς//μπουλ = σου χύνω το μουνί/κώλο
Χάς μο καρ ή χα μο καρ = φάε τον πούτσο μου
Χάς με ζαριά ή χας με πελέ = φάε τα αρχίδια μου
Χας μι ριλιά = φάε την κλανιά μου
Χας μο ρατ = φάε την περίοδό μου Βαριά βρισιά από γυναίκες.
Τε χας πελέ κο πιγκουίνο = να φας τα αρχίδια του πιγκουίνου Δεν νομίζω να χρησιμοποιείται, αλλά το έχω ακούσει να το λένε για πλάκα.
Ο καρ μο στελ = ο πούτσος μου σηκώνεται
Το καρ στέλα; = σηκώνεται ο πούτσος σου;
Καρ μαγκέσα; = πούτσα θέλεις; Κυριολεκτικά θα ήθελες; Είναι και ευγενικοί.
Μιντς μαγκέ; = μουνί θέλεις;
Θερέν εκ μιντς τε ντέν κε μπουλέ; = έχει κανένα μουνί να γαμήσουμε;
Μαγκάφ τε νταφ μπουλέ = θέλω να γαμήσω
Μαγκάφ τε νταφ τουτ μπουλέ = θέλω να σε γαμήσω
Νταφ μπουλέ το κορό το γιακ = γαμώ το τυφλό το μάτι σου
Νταφ μπουλέ τι μουλένκε γιακά = γαμώ τα μάτια του πεθαμένου σου Πολλές βρισιές έχουν να κάνουν με πεθαμένους.
Νταφ μπουλέ τι μουλένκε μπουλ = γαμώ τον κώλο του πεθαμένου σου

Η ιατροδικαστική επιστήμη έχει προχωρήσει πολύ τις τελευταίες δεκαετίες. Πλέον χρησιμοποιούνται όλες οι πιθανές αποδείξεις από τον τόπο του εγκλήματος, ενώ για την εξιχνίαση του εγκλήματος ή του θανάτου επιστρατεύονται όλα τα τελευταία επιτεύγματα της τεχνολογίας, ώστε ορισμένες μέθοδοι να μην απέχουν πολύ από την επιστημονική φαντασία, π.χ. η ικανότητα ανάκτησης dna από απειροελάχιστο βιολογικό υλικό, ή η λουμινόλη, ουσία που μπορεί να φανερώσει ίχνη αίματος ακόμα και μετά από χρόνια σε φαινομενικά καθαρισμένα υλικά. Η ιατροδικαστική εντομολογία είναι κλάδος της ιατροδικαστικής επιστήμης που ασχολείται με τη μελέτη των εντόμων που βρίσκονται στον τόπο του εγκλήματος ή του θανάτου για την εύρεση απαντήσεων. Ένα πτώμα είναι ουσιαστικά ένα τεράστιο σακί κρέας εκτεθημένο στο περιβάλλον, δηλαδή μια πολύ συγκεντρωμένη ποσότητα θρεπτικής τροφής, που δεν πρόκειται να μείνει ανεκμετάλλευτη για καιρό. Οι μύγες (τάξη δίπτερα) είναι από τα πλέον γνωστά και πλατιά χρησιμοποιούμενα έντομα στην ιατροδικαστική, αλλά κι άλλα έντομα, όπως σκαθάρια (κολεόπτερα), ακάρεα κι άλλα αρθρόποδα, μπορεί ν’αποικήσουν ένα πτώμα. Διάφορα έντομα αποικίζουν το πτώμα σε διαφορετικές φάσεις της αποσύνθεσης, και με τη μελέτη των ειδών που βρίσκονται, καθώς και του σταδίου ανάπτυξής τους, η οποία είναι γνωστή και ποικίλει προβλέψιμα ανάλογα με τη θερμοκρασία, μπορεί να υπολογιστεί ο χρόνος που πέρασε μετά το θάνατο, αλλά όχι μόνο. Αν και τα έντομα χρησιμοποιούνται κυρίως για τον υπολογισμό του χρόνου του θανάτου, μπορούν ν’αποκαλύψουν κι άλλες λεπτομέρειες, όπως τον τόπο του θανάτου, το αν μεταφέρθηκε το πτώμα, πιθανές παθήσεις πριν πεθάνει, την παρουσία αλκοόλ ή ναρκωτικών στο πτώμα σε περίπτωση που έχει αποσυντεθεί υπερβολικά κλπ. Οι παρακάτω περιπτώσεις, που δημοσιεύθηκαν στο Περιοδικό Ιατροδικαστικών Επιστημών το 1998, καταδεικνύουν τους πολλούς τρόπους με τους οποίους μπορούν να βοηθήσουν τα έντομα τους ιατροδικαστές. Οι περιπτώσεις δημοσιεύθηκαν από τον Mark Beneck, ιατροδικαστικό εντομολόγο που εργαζόταν στο Ινστιτού Ιατροδικαστικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο στην Κολονία της Γερμανίας. Οι αναλύσεις γίνονταν στο εργαστήριο του ινστιτούτου, ενώ τα καιρικά δεδομένα δίνονταν από γειτονικό μεταιωρολογικό σταθμό που ενημερωνόταν κάθε 30 λεπτά. Διάβαζα το άρθρο αργά το βράδυ, μόνος, σε απόλυτο σκοτάδι και χωρίς κανένα θόρυβο.

Περίπτωση 1. Το μυστήριο των σκουληκιών και των μυγών στα διαμερίσματα

Στις 6 Νοεμβρίου του 1995, σε ένα διαμέρισμα στον τρίτο όροφο μιας πολυκατοικίας στην Κολονία, βρέθηκε το πτώμα μιας ηλικιωμένης γυναίκας. Το πτώμα ήταν δισχρωμιωμένο και το δέρμα είχε αποκολληθεί εν μέρει από τη σήψη. Οι αστυνομικοί παρατήρησαν ότι υπήρχαν πολλές ενήλικες μύγες, αλλά δεν παρατήρησαν πολλές προνύμφες. Δύο μέρες μετά, το διαμέρισμα ψεκάστηκε με πύρεθρο (εντομοκτόνο), το σπίτι ανακαινίστηκε, οι τοίχοι ξαναβάφτηκαν και όλες οι μοκέτες αφαιρέθηκαν. Μετά το σπίτι έμεινε άδειο. Στο τέλος του Φλεβάρη του 1996, μια κάτοικος της πολυκατοικίας ανέφερε ότοι στο διαμέρισμά της, αλλά και σε ένα γειτονικό, εμφανίζονταν προνύμφες μύγας για τους τελευταίους τρεις μήνες. Ανέφερε ότι οι προνύμφες χώνονταν κάτω από μια γυψοσανίδα που χώριζε το μπάνιο, και μαζεύονταν σ’ένα χαλάκι κοντά στο μπαλκόνι. Επίσης, αυτός που φρόντιζε την ηλικιωμένη μάζευε περίπου 10 νεκρές πράσινες μύγες κα΄θε βδομάδα από το διαμέρισμα. Στις 22 Φεβρουαρίου του 1996, τα διαμερίσματα διερευνήθηκαν. Ήταν σε καλή κατάσταση καθαριότητας, αλλά στο διαμέρισμα κάτω απ’το άδειο με το πτώμα βρέθηκαν κάτω απ’το χαλί δίπλα στο μπαλκόνι 5 κουκούλια κι 6 μαυρισμένες προνύμφες που σταμάτησαν να τρέφονται κι ετοιμαζόταν να μεταμορφωθούν της πρασινόμυγας Callifora vomitoria. Στο διαμέρισμα όπου βρέθηκε το πτώμα, βρέθηκαν στο υπνοδωμάτιο και στο μπάνιο τρεις νεκρές και μία αδύναμη μεταλλική πράσινη πρασινόμυγα Lucilia Caesar 7 χιλιοστών, 4 κουκούλια Callifora spec. πίσω από μη μετακινούμενα σοβατεπί, και 4 αδύναμες ενήλικες Lucilia Caesar σε ρογμές του τσιμέντου στο μπαλκόνι. Νεκρές ενήλικες μύγες, αλά όχι άλλα αρθρόποδα, βρίσκονταν αραιά μέχρι τα τέλη του Ιουνίου του 1996.
Η ύπαρξη ενήλικων μυγών παρά την απολύμανση εξηγείται από την απότομη πτώση της θερμοκρασίας 6 μέρες πριν, η οποία κορυφώθηκε τη μέρα πριν την εύρεση του πτώματος. Οι ενήλικες μύγες ίσως άρχισαν να γεννούν αυγά το Σεπτέμβριο, αλλά λίγες προνύμφες αναπτύχθηκαν, εξαιτίας της πτώσεις των θερμοκρασιών. Με την απότομη ψύξη, οι υπόλοιπες προνύμφες άρχισαν να φεύγουν απ’το πτώμα, ψάχνοντας σημείο για να πέσουν σε χειμερινή διάπαυση, έτσι το φάρμακο δε σκότωσε τις κρυμμένες και αδρανοποιημένες προνύμφες. Μετά την ανακαίνηση εκείνος που φρόντιζε το πτώμα διατηρούσε τη θερμοκρασία του διαμερίσματος στους 14 βαθμούς Κελσίου, θερμοκρασία που επιτρέπει τη μεταμόρφωση, αλλά όχι την κανονική πτήση. Οι μύγες που μεταφέρθηκαν στο εργαστήριο στους 22 βαθμούς πέταξαν κανονικά. Είναι σίγουρο ότι οι μύγες προήλθαν από το πτώμα, επειδή δε βρέθηκε κανένα άλλο πτώμα ή σκελετός κοντά, ούτε στις υδρορροές, κι επίσης οι μύγες βρέθηκαν στη βορεινή πλευρά, εκεί που πέθανε η γυναίκα, κι όχι στη νότια, που ήταν και πιο ζεστή και ηλιόλουστη. Οι μύγες αναπτύχθηκαν κανονικά μέχρι την ενηλικίωση, αλλά χωρίς καθόλου τροφή, σε διάστημα 6 ή 8 μηνών, γι’αυτό τα ενήλικα άτομα είχαν ζαρωμένη κοιλιά και μόνο το 60% του κανονικού τους μήκους. Αν είχαν τροφή, θα είχαν μεγαλύτερο μέγεθος, ακόμα και σε χαμηλές θερμοκρασίες.

Περίπτωση 2. Μύγες του τυριού σε ηρωινομανή

Μια 38χρονη γνωστή ηρωινομανής αυτοκτόνησε στα τέλη του Νοεμβρίου του 1995 βάζοντας το λαιμό της κάτω απ’τους τροχούς ενός κινούμενου τρένου. Το πτώμα βρέθηκε κάτω από φυλλώματα σε θάμνους δίπλα στις σιδηροδρομικές γραμμές που περνούσαν μέσα από την πόλη. Τα μαλακά μέρη είχαν μετατραπεί σε λιπώδη πολτό, και τα όργανα της κοιλιακής χώρας και του στήθους είχαν αποδομηθεί εντελώς. Λίγος αποσυντεθημένος ιστός βρέθηκε κολλημένος στη λεκάνη και στα άκρα. Δίπλα στο σκελετοποιημένο κρανίο βρέθηκε ένα κομμάτι μαλλιά 35χ20 εκατοστών. Το πτώμα φορούσε τζιν που ήταν σε καλή κατάσταση. Αρχικά υπολογίστηκε ότι πέθανε πριν 2-3 μήνες.
Στο χώρο της νεκροψίας, μέσα στον αποσυντεθημένο πολτό, αλλά και πάνω στα οστά, βρέθηκαν μάζες κίτρινων προνυμφών πυοφιλοειδούς μύγας 8 χιλ. οι οποίες πηδούσαν ως και 50 εκ. σε ύψος και 10 εκ. οριζοντίως για πάνω από 5 ώρες στους 17 βαθμούς. Πάνω σε αποξηραμένα με΄ρη δέρματος, βρέθηκε μια στρώση κίτρινων αυγών, τα ίδια αυγά βρέθηκαν και στα μαλλιά. Επειδή το δωμάτιο αναπαραγωγής δηλητηριάστηκε στο διάστημα που εξέτρεφαν τις μύγες, η ταυτοποίηση του είδους έγινε από τα μέρη μιας ενήλικης μύγας, και το είδος ήταν η Pyophila casei. Η P. casei είναι κοινός αποικιστής εκτεθημένων πτωμάτων 3-6 μήνες μετά το θάνατο, δηλαδή στην Τρίτη από τις 8 φάσεις διαδοχής εντόμων. Επειδή κάθε θηλυκή P. casei γεννά 200 αυγά, συμπεράστηκε ότι στο πτώμα εκολάφθηκαν μια ή και δύο γενιές. Υπό καλές συνθήκες, τα αυγά της πυόφιλης μύγας φτάνουν στην ενηλικίωση στις 11-19 ημέρες, κι έτσι μαζί με τα μεταιωρολογικά δεδομένα, υπολογίστηκε το μεταθανάτιο διάστημα κατά την έναρξη της τρίτης διαδοχής στις 90 ημέρες. Σ’αυτό προστέθηκαν κι άλλες 22-38 ημέρες για το διάστημα πριν, δηλαδή είχαν περάσει 112-128 ημέρες μετά το θάνατό της. Αργότερα βρέθηκε ότι η γυναίκα είχε χαθεί πριν 4 μήνες. Στην περίπτωση αυτή, τα θραύσματα ενός μόνο εντόμου, μαζί με τα μεταιωρολογικά δεδομένα, αποκάλυψαν αξιόπιστα το χρόνο θανάτου. Η περίπτωση αυτή δείχνει επίσης ότι ο κύκλος της P. casei δεν επιταχύνεται με την ηρωίνη, όπως έχει βρεθεί σε άλλα αρθρόποδα, αλλά τα επίπεδα της ηρωίνης δε μπορούσαν να εξακριβωθούν, εξαιτίας του επιπέδου της αποσύνθεσης.
Επίσης κάτω από τα μαλλιά και στα ρούχα του πτώματος βρέθηκαν αρκετά σκαθάρια, τα οποία ωστόσο δεν είναι συγκεκριμένα για κάποια φάση της αποσύνθεσης. Βρέθηκαν δύο ενήλικα σκαθάρια της οικογένειας Staphylinidae. Ένας Oxytelops tetracarinatus, ο οποίος συχνά βρίσκεται σε περιττώματα και σαπισμένη φυτική ύλη και ένας Philonthus spec. ο οποίος δε βοηθά τον υπολογισμό του μεταθανάτιου χρόνου, αφού μπορεί να βρεθει΄οποτεδήποτε στο πτώμα, ακόμα και δυο χρόνια μετά την ταφή.
Επιπλέον βρέθηκαν τρία ενήλικα άτομα του γένους Atheta, το οποίο ζει σε ξερά πτώματα, αλλά και σε μύκητες και σάπια φύλλα, και προνύμφες και δύο ενήλικα του σκαθαριού τις οικογένειας Cleridae Necrobia rufipes. Μία από τις προνύμφες της νεκρόβιας θάφτηκε αμέσως σ’ένα κομμάτι γάζας, έγινε κουκούλι στους 17 βαθμούς, που είναι ένας βαθμός χαμηλότερα από το υποτιθέμενο κατώτατο όριο ανάπτυξης, και εκολάφθηκε μετά από 54 ημέρες. Το κοκκινοπόδαρο σκαθάρι του ζαμπόν (Necrobia rufipes) είναι γνωστός όψιμος αποικιστής των πτωμάτων και τρέφεται με αποξηραμένα πτώματα, επίσης με μούμιες, ζαμπόν, και πιθανόν και με προνύμφες άλλων αρθροπόδων. Βρέθηκε επίσης μια νεκρή μύγα του γένους Fannia, αλλά κανένα σκαθάρι της οικογένειας Sylphidae. Αυτά δεν έχουνε διαγνωστική αξία, αλλα αναφέρθηκαν για χάρη της πληρότητας.

Η μύγα Pyophila casei, η πυόφιλος του τυριού, λέγεται έτσι, διότι συχνά αποικίζει τυριά. Αν και θα πιστεύαμε ότι κανείς δε θα έτρωγε το τυρί αν είχε γεμίσει σκουλήκια, στην πραγματικότητα υπάρχουν άνθρωποι που τρώνε τέτοιο σάπιο τυρί και το θεωρούν μεγάλη νοστιμιά. Το σαρδινιακό Casu Marsu (σάπιο τυρί), όπως και κάποιες παραδοσιακές αιγυπτιακές συνταγές χαλουμιού, είναι ουσιαστικά σάπια τυριά που περιέχουν τέτοιες προνύμφες που εκτινάσσονται προς όλες τις κατευθύνσεις.

Περίπτωση 3. Μέσα στο άδειο κεφάλι της υπήρχε μόνο μια μύγα

Στη σύλληψή του στις 8 Μαΐου του 1996, ένας άντρας είπε στην αστυνομία ότι η γυναίκα του ήταν νεκρή στο διαμέρισμά τους για 29 μέρες. Όταν τον ρώτησαν γιατί, απάντησε ότι δεν ανέφερε το θάνατο, γιατί φοβόταν μη χάσει το διαμέρισμα. Οι αστυνομικοί βρήκαν το πτώμα με μεγάλο πληθυσμό μυγών και προνυμφών και με σημάδια μουμιοποίησης. Το πτώμα ήταν σκεπασμένο με δύο κουβέρτες. Επειδή η μέση εξωτερική θερμοκρασία υπολογίστηκε στους 10,9 βαθμούς εκείνο το διάστημα, πιθανότατα η θέρμανση στο σπίτι ήταν αναμμένη, και οι θερμοκρασία του πτώματος υπολογίστηκε ότι ήταν σταθερά πα΄νω από 20 βαθμούς, από τη θερμογένεση των πολλών εντόμων και από το γεγονός ότι ήταν καλυμμένο με κουβέρτες. Κατά τη νεκροψία, βρέθηκαν πάνω στο πτώμα μάζες προνυμφών μύγας, περισσότερο στον κολπικό σωλήνα και τα μαλλιά, και αρκετές ακόμα βρέθηκαν στην ουροδόχο κύστη. Η ομάδα της νεκροψίας ωστόσο ξέπλυνε όλες τις προνύμφες προτού ειδοποιηθεί ο ιατροδικαστικός εντομολόγος. Το κεφάλι του πτώματος είχε μερικώς μουμιοποιηθεί, το δέρμα του προσώπου, οι μαλακοί ιστοί της κάτω γνάθου, τα μάτια, τα αυτιά και η γλώσσα έλειπαν, το στόμα ήταν εντελώς ανοιχτό, και το κρανίο ήταν άθικτο. Αφού αφαιρέθηκε το επάνω μέρος του κρανίου, βρέθηκε μία ενήλικη μύγα Protoformia terranovae μέσα στο κρανίο. Ο εγκέφαλος δεν υπήρχε. Βρέθηκαν επίσης μέσα στο κρανίο και προνύμφες. Είναι γνωστό ότι η Protoformia φτάνει στην ενηλικίωση από το αυγό σε 19-23 ημέρες στους 22 βαθμούς. Στην Κολονία, η P. terranovae θεωρείται το κοινότερο συνανθρωπικό είδος (σχετιζόμενο με ανθρώπους και ανθρώπινες δραστηριότητες), μετά την κοινή οικιακή μύγα (Musca domestica) και την κοινή πρασινόμυγα (Lucilia sericata).
Παρόλα αυτά, η θέση της μύγας ήταν παράδοξη, επιδή αφενός η P. terranovae κάνει το κουκούλι της πάνω στο υλικό όπου τρέφεται, εκτός κι αν είναι πολύ υγρό ή εκτίθεται σε έντονο φως, αν και υπάρχει η πιθανότητα η συγκεκριμένη μύγα να παγιδεύτηκε και να συνέχιζε την ανάπτυξή της εκεί, κι αφετέρου η μύγα αυτή επισκέπτεται τα πτώματα συνήθως ένα μήνα μετά το θάνατο, κι αυτή ήταν η πρώτη εύρεση P. terranovae σε πτώμα στην Κολονία από το συγκεκριμένο ινστιτούτο.

Περίπτωση 4. Η περίπτωση του σηψαιμικού αλκοολικού

Στις 14 Αυγούστου του 1996, ένας 46χρονος γνωστός αλκοολικός (80,5 κιλά) βρέθηκε νεκρός στο υπνοδωμάτιό του. Ήταν νεκρός για 5 μέρες. Η συγκέντρωση αλκοόλ στο αίμα υπολογίστηκε στα 1,6 μέρη στα 1.000. Ο άντρας είχε ιστορικό υπέρτασης. Το πτώμα βρισκόταν σε τυμπανιαία κατάσταση. Μάζες αυγών βρέθηκαν στα γένια του και στις τρίχες του εφηβαίου. Βρέθηκαν επίσης μικρές προνύμφες 2-3 χιλ κυρίως κάτω από κύστεις δέρματος που προκλήθηκαν από τα έρια της σήψης. Επειδή τα θηλυκά του είδους Lucilia Caesar ωοαπέθεταν στο χώρο της νεκροψίας, η εντομολογική ανάλυση επικεντρώθηκε σε δύο σκούρα κόκκινα κουκούλια 6 χιλ, που βρέθηκαν προσκολλημένα στην κοιλιά του πτώματος.
Οι προνύμφες επωάστηκαν στους 17-20 βαθμούς, και 14 μέρες μετά, στις 28/8/1996, εμφανίστηκαν δύο ενήλικες μύγες του είδους Muscina stabulans, μήκους 9 χιλ. Η M. stabulans ενηλικιώνεται σε 28 μέρες σε θερμοκρασία 16 βαθμών, οπότε θεωρήθηκε ότι ίσως έτρωγαν τον άνθρωπο όσο ήταν ζωντανός ή σε κωματώδη κατάσταση. Αν επρόκειτο όμως για μυίαση, θα αναμενόταν γρηγορότερη ανάπτυξη από τη θερμοκρασία του σώματος στους 37 βαθμούς κι από τη δραστηριότητα των μαζών των προνυμφών. Για να βρεθεί αν ο άντρας αρρώστησε βαριά πριν πεθάνει, οι προνύμφες συνθλίφθηκαν και διερευνήθηκαν για βακτήρια.
Το ερυθρό χρώμα των κουκουλιών, καθώς και τα ερυθρά στίγματα που άφησαν στο υγρό χαρτί που τοποθετήθηκαν, υποδήλωναν την παρουσία του βακτηρίου Serratia marcescens της οικογένειας Enterobacteriaceae. Αυτό το πανταχού παρόν βακτήριο, που παλαιότερα πιστευόταν ότι δεν είναι παθογόνο, είναι γνωστό ότι προκαλεί μολύνσεις σε πληγές και σηψαιμία σε άτομα με αδύναμο ανοσοποιητικό σύστημα, και είναι ανθεκτικό σε πολλά αντιβιωτικά. Για παράδειγμα στη Βρετανία μεταξύ του 1986 και του 1987, πέθαναν περίπου 93 άνθρωποι από S. marcescens. Πιθανολογείται έτσι ότι ο αλκοολικός έπαθε μια λοίμωξη από S. marscescens κι έπειτα έπεσε σε κώμα, γι’αυτό και κάποιες μύγες ήρθαν πριν το θάνατό του.

Περίπτωση 5. Ο τοξικομανής που τον πέταξαν οι φίλοι του έξω για να μην τους πιάσουν

Στις 21/8/1996, στις 7:05 πμ, κοντά σε δάσος μέσα στην Κολονία, βρέθηκε το πτώμα γνωστού 28χρονου τοξικομανούς. Είχε ύψος 1,72 μ, βάρος 69,1 κιλά, αίμα: όχι αλκοόλ, καφεΐνη 0,85 mg/l, διαζεπάμη 0,12 mg/l, νορδιαζεπάμη 0,03 mg/l, και ούρα: μορφίνη 4/8 mg/l, κωδεΐνη 0,16 mg/l. Η τοξικολογική ανάλυση υποδήλωσε ότι ο θάνατος επήλθε 3 ώρες μετά τη λήψη ηρωίνης. Το ντυμένο πτώμα κοιτόταν εκτεθημένο σ’ένα σημείο με γρασίδι, και η αστυνομία ανέφερε ότι δεν το είδε εκεί στις 10 μμ το προηγούμενο βράδυ. Η μέση εξωτερική θερμοκρασία ήταν 23,1 βαθμοί στις 20/8/96, και 20,3 βαθμούς στις 21/8/96. Στα βλέφαρα βρέθηκαν μάζες αυγών, τα οποία εκολάφθηκαν. Από τα στοματικά μόρια, τους πρόσθιους αναπνευστικούς πόρους και τα πίσω μέρη των προνυμφών του τρίτου σταδίου, το είδος της μύγας ταυτοποιήθηκε ως Lucilia ampulacea, ένα από τα είδη του γένους Lucilia που σπάνια σχετίζεται και με ζωντανούς ανθρώπους στην Κολονία.
Η περίπτωση αυτή θεωρήθηκε ενδιαφέρουσα από τους ερευνητές για τρεις λόγους. Πρώτον, στην περίπτωση του φόνου ενός παιδιού της Βαϊμάρης, μίας από τις γνωστότερες μηνύσεις στη Γερμανία, ο συγγραφέας ρωτήθηκε αν τα δεδομένα από τα αρθρόποδα θα μπορούσαν να καταδείξουν αν δύο πτώματα τοποθετήθηκαν έξω δίπλα στο δάσος τη μέρα ή τη νύχτα. Η ιδέα ήταν ν’αναλυθούν οι αναπτυξιακές φάσεις των γενών Lucilia και Callifora, και αφού οι περισσότεροι ερευνητές αναφέρουν ότι η Callifora δεν ωοαποθέτει τη νύχτα, αυτό θα μπορούσε να υπολογιστεί συγκρίνοντας τα οψιμότερα στάδια της Lucilia με τα πρωιμότερα της Callifora. Ο ιατροδικαστικός εντομολόγος ωστόσο δε μπόρεσε να απαντήσει, επειδή οι προνύμφες είχαν απομακρυνθεί από το πτώμα, αποξηρανθεί σε χαρτοσακούλα και έπειτα πεταχτεί. Δεύτερον, η επίδραση των ναρκωτικών στα πτώματα και στα έντομα τώρα αρχίζει να διερευνάται και λίγα είναι ως τώρα γνωστά, οπότε η περίπτωση αυτή απλώς καταδεικνύει ότι η L. ampulacea δεν απωθείται από την ηρωίνη, η οποία σίγουρα υπήρχε στο πτώμα, αλλά ο υπολογισμός της ήταν αδύνατος. Τρίτον, η παρουσία μόνο πρώιμων σταδίων της μύγας, μαζί με δύο υποστατικές κηλίδες στο πτώμα (το αίμα στα πτώματα λιμνάζει στο χαμηλότερο σημείο, και μετά από ένα διάστημα μένει ΄μόνιμα εκεί, δηλώνοντας την αρχική θέση που βρέθηκε/τοποθετήθηκε, η εύρεσή του δίπλα σε μονοπάτι, και το γεγονός ότι την προηγούμενη μέρα δεν ήταν εκεί, υποδηλώνουν ότι ο άνθρωπος πέθανε μέσα σε σπίτι και αργότερα μεταφέρθηκε έξω. Δεν είναι σπάνιο ένας τοξικομανής να πεθάνει στην παρέα των φίλων του, οι οποίοι απλώς νομίζουν ότι κοιμάται ή είναι μαστουρωμένος, και μόλις διαπιστώσουν το θάνατο να πετάξουν το πτώμα κάπου έξω για ν’αποφύγουν τις πολλές ερωτήσεις και τις έρευνες.
Στο πτώμα βρέθηκαν επίσης 10 ισόποδα του είδους Porcellio scaber, ενός κοινού είδους στην Κολονία. Αν κι αυτό δεν έχει κάποια διαγνωστική σημασία, ο συγγραφέας το αναφέρει επειδή τα αρθρόποδα αυτά ζουν σε εξωτερικούς χώρους, οπότε αν τύχει ποτέ να βρεθεί πτώμα με τέτοια ισόποδα σε διαμέρισμα, αυτό θα δηλώνει ότι ο άνθρωπος πέθανε έξω και μεταφέρθηκε αργότερα.

Περίπτωση 6. Ο νεκρός που έμεινε στο μπαλκόνι για σχεδόν ένα μήνα

Στις 25 Σεπτεμβρίου του 1996, βρέθηκε το πτώμα ενός 66χρονου άντρα στο μπαλκόνι του σπιτιού του στον 8ο όροφο μιας πολυκατοικίας στην Κολονία. Όταν βρέθηκε, το ύψος του μετρήθηκε στο 1,59 μ και το βάρος του στα 46,5 κιλά, και τα επίπεδα αλκοόλ υπολογίστηκαν στα 1,07 μέρη στα 1.000 την ώρα του θανάτου του. Το πτώμα πιστευόταν ότι βρισκόταν εκέι για 25 μέρες, από τις 31 Αυγούστου του 1996, έως τις 25 Σεπτεμβρίου, οπότε βρέθηκε. Ο μαλακός ιστός του προσώπου, ο λαιμός και το δεξιό αυτί είχαν καταστραφεί από τις προνύμφες των μυγών, το δέρμα ήταν λιπαρό και χρώματος πρασινοκαφέ, και η κοιλιά ήταν πρησμένη. Πάνω στο πτώμα βρέθηκαν μάζες προνυμφών μύγας.
Μία μύγα που εκτράφηκε μέχρι την ενηλικίωση ταυτοποιήθηκε ως Parasarcophaga argyrostoma, γνωστή και με το συνώνυμο Sarcophaga argyrostoma. Στην Κολονία, το είδος είναι σπάνιο, ευρισκόμενο συνήθως σε σωρούς λάσπης, σε δοχεία τροφής στο ζωολογικό κήπο κλπ. Έως τώρα, δεν είχε βρεθεί σε πτώματα μέσα σε διαμερίσματα. Έως τώρα, δεν είχε αναγνωριστεί κάποια σχέση με το ύψος του διαμερίσματος και τον αποικισμό των πτωμάτων από διαφορετικά είδη μύγας. Γι’αυτό η P. argyrostama μπορεί να θεωρηθεί είδος που φανερώνει αν ένα πτώμα που βρίσκεται σε λιγο ή πολύ κλειστο περιβάλλον βρισκόταν προηγουμένως έξω, όπως σ’αυτήν την περίπτωση που βρέθηκε στο μπαλκόνι, δίπλα δηλαδή στο διαμέρισμα. Για μια πόλη σαν την Κολονία, με περιορισμένο αριθ΄μό ειδών, αυτές οι λεπτομέρειες παίζουν μεγάλο ρόλο.

Σας έφτιαξα τη διάθεση; Σας εύχομαι καλή συνέχεια στη μέρα σας.

Υγ. Η αρχική δημοσίευση είχε και φωτογραφίες των ευρημάτων. Αποθηκεύτηκε όμως στη wiki αυτήν χωρίς αυτές. Για παρόμοιες φωτογραφίες όμως, μπορείτε να επισκεφθείτε ιστοσελίδες όπως το liveleak ή το bestgore, όπου μπορείτε να δείτε φωτογραφίες και βίντεο από πτώματα σε διάφορες φάσεις αποσύνθεσεις και σε διάφορες περιβαλλοντικές συνθήκες.

Η έρευνα για την προέλευση ενός ονόματος ανέκαθεν μου άρεζε. Γιατί να λέμε κάτι όπως το λέμε και γιατί όχι αλλιώς, και τι πορεία ακολούθησε μια λέξη για να φτάσει στην παρούσα χρήση της; Γρήγορα όμως Κατάλαβα ότι ο κόσμος δεν ενδιαφέρεται για το τι σημαίνουν τα πράγματα, αρκεί να είναι αυτό που είναι. Σύμφωνα με την αμερικάνικου τύπου αυτήν νοοτροπία, η ετυμολογία δεν παίζει κανένα ρόλο. Ίσως να σχετίζεται με τη σημερινή νοοτροπία που λέει ότι το παρελθόν δεν έχει καμία σημασία, αλλά ίσως να υπερβάλω.

Έτσι το όνομα του Μεγάρου Μαξίμου μου ήταν για καιρό ανεξήγητο. Πώς γίνεται η πρωθυπουργική έδρα της χώρας μας να έχει λατινικό όνομα; Maximus είναι ο μέγιστος στα λατινικά. Γιατί δεν το λέγανε «Μέγαρο Μεγίστου»; Συμβολίζει την ξενοκρατία; Ή μήπως το έβαλαν οι Έλληνες που τους έδερνε το σύμπλεγμα κατωτερότητας για να φανούν Ευρωπαίοι; Αλλά, ακόμα κι αν ήθελαν να δείξουν Ευρωπαίοι, θα έφταναν σε τέτοιο σημείο οι καθαρευουσιάνοι, που τόσο πολύ επιμελούνταν την ελληνική γλώσσα; Βρήκα τελικα σήμερα ότι έκανα δύο μεγάλ αλάθη: Το Μέγαρο Μαξίμου δεν είχε χτιστεί για κυβερνητικούς σκοπούς, και το όνομά του είναι ανθρώπινο επώνυμο, το οποίο σίγουρα έχει κάποια σχέση με τα λατινικά.

Η Βικιπαίδεια έχει τη λεπτομερή ιστορία του κτιρίου. Το μέγαρο έγινε πρωθυπουργική έδρα μόλις το 1982, έπειτα από πρωτοβουλία του υπουργού προεδρίας – υπήρχε και τέτοια θέση τότε – Μένιου Κουτσογιώργου, με πρώτο πρωθυπουργό στο γραφείο τον Ανδρέα Παπανδρέου. Χτίστηκε το 1912. Αρχικά, το 1856, ήταν μια ακατοίκητη περιοχή με χωράφια. Γειτνίαζε με τα Ανάκτορα, τα οποία έγιναν η Βουλή αργότερα, και ανήκε στους αδελφούς Άγγελο και Αργύρη Καραγιάννη. Το κτίριο χτίστηκε στη θέση εκείνη το 1912, η οποία πλέον βρισκόταν στην οδό Ηρόδου Αττικού 19 για λογαριασμό του εφοπλιστή Αλέξανδρου Μιχαλινού, και σχεδιαστής ήταν ο αρχιτέκτων Αναστάσιος Χέλμης. Το 1916 η χήρα του Μιχαλινού Ειρήνη, το γένος Μανούση, η οποία εντωμεταξύ είχε παντρευτεί τον Δημήτριο Μάξιμο – δεν πρόλαβε καν να το χαρεί το μέγαρο ο μακαρίτης, πέθανε/τον έφαγε αυτή κι αμέσως πήρε άλλον -, πούλησε την οικία στο Λεονίδα Εμπειρίκο. Το 1921 ξαναγόρασε το ημιτελές μέγαρο – ούτε να το ολοκληρώσει πρόλαβε ο εφοπλιστής. Στη συνέχεια, αφού ολοκληρώθηκαν οι εργασίες, η οικογένεια Μαξίμου εγκαταστάθηκε σ’αυτό. Κατά την Κατοχή, οι Γερμανικές αρχές χρησιμοποιήσαν το κτίριο ως οικεία του Γερμανού ναυάρχου του Αιγαίου, και για μικρό διάστημα μετά την απελευθέρωση έμεινε εκεί ο πρέσβης τον ΗΠΑ. Δε μας πληροφόρησε για το πού έμενε ο Μάξιμος εκείνη την εποχή. Ο Μάξιμος διετέλεσε πρωθυπουργός σε πολυκομματική κυβέρνηση συνασπισμού από τον Ιανουάριο του 1947 έως τον Αύγουστο του ίδιου έτους. Ήταν τραπεζίτης στο επάγγελμα και φιλότεχνος. Είχε στολίσει τους τοίχους του μεγάρου με πολύτιμους ζωγραφικούς πίνακες. Το 1952 το Ελληνικό Δημόσιο αγόρασε το μέγαρο από το Μάξιμο στην τιμή των 5,5 δισεκατομμυρίων δραχμών. Αν και κυβερνητική επιτροπή το ίχε εκτιμήσει στα 11 δισεκατομμύρια, ο ιδιοκτήτης του το προσέφερε με τη μισή τιμή, μαζι με την επίπλωση και τους ακριβούς πίνακες. Η κυβέρνηση, ως ένδειξη τιμής, διατήρησε το όνομα του προκατόχου του, και γι’αυτό λέγεται Μέγαρο Μαξίμου.
Στην περίοδο της Χούντας, στο μέγαρο έμενε ο αντιβασιλέας, Γεώργιος Ζωιτάκης, ο οποίος είχε οριστεί να μένει εκέι από τον Παπαδοπουλο μετά το αποτυχημένο βασιλικό αντιπραξικόπημα – δεν το γνώριζα αυτό καν. Έμενε με τη χωριατοπούλα όπως την λένε σύζυγό του Παγόνα, η οποία ωστόσο παραπονιόταν για την κεντρική θέση της κατοικίας. «Τι τα θέλαμε τα μέγαρα; Δεν επιτρέπεται ούτε κοτέτσι να φτιάξεις».

Και τελικά το 1982 έγινε η πρωθυπουργική έδρα. Προηγούμένως ο πρωθυπουργός είχε το γραφείοτ ου στο Κοινοβούλιο, όπου υπάρχει ακόμα. Οπότε ούτε με συμπλέγματα κατωτερότητας ούτε με ξενοκρατία σχέση έχει το όνομα του Μεγάρου Μαξίμου.

Από:
medicalland.gr

Σώμα-λάστιχο: Γυναίκα κάνει λίμπο κάτω από αυτοκίνητο
2015/06/21 3:38 μμ

Η 22χρονη Shemika Charles μπορεί και δικαιούται να λέει ότι έχει σώμα-λάστιχο. Η νεαρή το 2010 κατέκτησε το παγκόσμιο Ρεκόρ Γκίνες κάνοντας λίμπο σε απόσταση τόση όση είναι το ύψος ενός μπουκαλιού μπίρας και τώρα έσπασε το δικό της ρεκόρ, κάνοντας λίμπο κάτω από ένα αυτοκίνητο. «Το κενό είναι περίπου 23 εκατοστά, αλλά ορισμένα σημεία του αυτοκινήτου είναι πιο χαμηλά από άλλα και χρειάζονται πολλή αυτοσυγκέντρωση και έλεγχος της αναπνοής», εξήγησε η ίδια, τονίζοντας πως θέλει να το ξανακάνει.

Η κοπέλα προπονείται από τα 14 της, ακολουθώντας τα βήματα της μητέρας της, η οποία ήταν χορεύτρια λίμπο για 16 χρόνια. «Διαπίστωσα πως είχα ταλέντο», λέει. Συνέχισε να εξελίσσεται μεγαλώνοντας με προπόνηση περίπου 6 ωρών την ημέρα τα τελευταία 4 χρόνια.

Οι περισσότεροι άνθρωποι που τη βλέπουν εντυπωσιάζονται, αλλά περισσότερο απ” όλους έχει μείνει άφωνος ο χειροπρακτικός της, τον οποίο επισκέπτεται μία φορά την εβδομάδα για να της ευθυγραμμίσει το σώμα.

«Είναι καταπληκτική, σαν τέρας της φύσης!», δηλώνει ο δρ John Przybylak, ο οποίος ταυτόχρονα προειδοποιεί πως είναι αναγκαίο να ακολουθεί το αυστηρό προπονητικό της πρόγραμμα, αλλιώς κινδυνεύει με σοβαρό τραυματισμό.

Τα ερπετά, καθώς και πολλά άλα μικκρά, μη θηλαστικά ζώα, αλλά και μερικά μικρά θηλαστικά, έχουν αντιμετωπιστεί με φόβο, μίσος, απέχθεια και σιχασιά από πολλούς ανθρώπινους πολιτισμούς, σίγουρα όμως όχι απ’όλους. Συνδέονται με το κακό, τους αποδίδονται δυνάμεις που δεν έχουν ή όσες έχουν υπερεκτιμώνται. Με ενδιαφέρει πολύ αυτό το φαινόμενο, αφού είναι πολύ παράδοξο και εν τέλει γελοίο ότι ο άνθρωπος μπορεί να φοβάται ακίνδυνα ζώα λίγων μόνο γραμμαρίων. Κανένα άλλο ζώο στο βάρος του ανθρώπου δεν έχει τέτοια συμπεριφορά, και εξελικτικά σίγουρα μια τέτοια υπερεπαγρύπνηση για κινδύνους θα ήταν καταστροφική. Η αναζήτησή μου ωστόσο δε μου έχει δώσει ικανοποιητικές απαντήσεις. Υπάρχει για παράδειγμα η θεωρία ότι οι άνθρωποι μαθαίνουν πολύ ευκολότερα να φοβούνται τα φίδια από άλλα ερεθίσματα, ικανότητα που κληρονόμησαν από τους πρωτεύοντες προγόνους τους των οποίων τα φίδια ήταν σημαντικός εχθρός. Εξηγεί όμως αυτό τη γενική αποστροφή του ανθρώπου για όλη αυτήν την ομα΄δα ζώων; Δε νομίζω. Απ’ό,τι έχω καταλάβει απ’όσα έχω ψάξει, τέτοιες αρνητικές αντιλήψεις γι’αυτά τα ζώα αναπτύσσονται κυρίως αφού ο άνθρωπος ασχοληθεί με τη γεωργία, κι έτσι παύει να ασχολείται τόσο πολύ με την παρατήρηση της φύσης, εφόσον πλέον δεν εξαρτάται απ’αυτό για να τραφεί. Επίσης όπου τα ζώα αυτά εξακολουθούν να τρώγονται, υπάρχουν πολύ λιγότερες τέτοιες αντιλήψεις. Οι Αβορίγινες της Αυστραλίας για παράδειγμα ως κυνηγοί και τροφοσυλλέκτες, και οι Κινέζοι και γενικώς οι Απωανατολίτες που έτρωγαν τέτοια ζώα, δεν τα αντιμετώπιζαν με το μίσος που τα αντιμετωπίζουν οι Μεσανατολίτες.

Η ζώνη με τη μεγαλύτερη συγκέντρωση τέτοιων πεποιθήσεων είναι η Μεσόγειος, η Μέση Ανατολή και η περιοχή της Ασίας μέχρι την Ινδία περίπου. Η Μέση Ανατολή αποτελεί προπύργιο διάδοσης τέτοιων αντιλήψεων. Εκεί τα φίδια, και σπανιότερα μεγάλες σαύρες και κροκόδειλοι, παίζουν συνήθως το ρόλο του κακού στις περισσότερες θρησκειες και μυθολογίες, υπάρχουν διατάξεις στις περισσότερες θρησκείες που απαγορεύουν την κατανάλωση τέτοιων ζώων ως ακάθαρτων, και σε πολλές λαϊκές παροιμίες συνήθως συμβολίζουν το κακό. Η Μέση Ανατολή μας έφερε κι άλλα κακά επίσης, όπως την πατριαρχία – συγκρίνετε τη θέση της γυναίκας στην Αρχαία Ελλάδα και στα γερμανικά φύλα του Βορρά, διαφορά που έχει αφήσει τα ίχνη της ως σήμερα. Είναι αναμενόμενο αυτό, αφού στη Μέση Ανατολή ανατπύχθηκε πρώτα η γεωργία και η κτηνοτροφία, οι πρώτες μεγάλες πόλεις και οι πρώτοι μεγάλοι πολιτισμοί, τουλάχιστον για τη Μεσόγειο. Έτσι όλα τα ύπόλοιπα έθνη πήραν τα φώτα τους από κάτι δογματικούς ερπετόφοβους μισογύνεις.

Λίγες εθνογραφικέςμελέτες έχουν γίνει πάνω στις λαϊκές αντιλήψεις διάφορων λαών για τα ερπετά, κι ακόμα λιγότερες έχω βρει. Όσες όμως βρίσκω τις βάζω εδώ στο Ιστολόγιο, επειδή είναι πολύ ενδιαφέρουσες. Έχω μαζέψει αρκετές ως τώρα,ώστε σκέφτομαι ν’ανοίξω ξεχωριστή υποκατηγορία με τίτλο εθνοερπετολογία. Ή μπορώ απλώς να χρησιμοποιήσω την λέξη σαν ετικέτα στα άρθρα, χωρίς να χρειάζεται να μετακινώ άρθρα. Θα δω. Η παρούσα μελέτη έγινε σε μια φυλή Βεδουίνων της Ανατολικής Ερήμου της Αιγύπτου. Εκτός του ότι καταμετρήθηκαν τα είδη ερπετών που ζουν στον τόπο αυτόν, ερωτήθηκαν επίσης οι Βεδουίνοι για τις γνώσεις τους και τις αντιλήψεις τους όσον αφορά αυτά τα ζώα. Αν και οι επιστήμονες δεν προσπαθούν να εξηγήσουν τα ευρήματα, αυτά είναι πολύ χρήσιμα, αφού μπορούν να συγκριθούν με αυτά άλλων μελετών σ’άλλες περιοχές και ίσως να εξηγηθούν από τέτοιες συγκριτικές μελέτες. Επίσης οι οικολογικές γνώσεις των Βεδουίνων προσθέτουν επιπλέον πληροφορίες για τον τρόπο ζωής ορισμένων ερπετών που ενδεχομένως να μην έχουν καταγραφεί σε επιστημονικές εργασίες.

Η μελέτη, με τίτλο Η Κατανομή και η εθνοζωολογία των ερπετών του βόρειου τμήματος της Ανατολικής Αιγυπτιακής Ερήμου, έγινε από τον Steven M. Goodman του Μουσείου Πεδίου Φυσικής Ιστορίας στο Σικάγο του Ιλινόις, και τον Joseph J. Hobbs του Τμήματος Γεωγραφίας του Πανεπιστημίου του Μιζούρι στην Κολομβία του Μιζούρι.

Οι ερευνητές αρχικά καταμέτρησαν τα είδη ερπετών απ’το βόρειο μόνο τμήμα της Ανατολικής Αιγυπτιακής ερήμου, βασιζόμενοι τόσο σε δικές τους καταγραφές όσο και σε έρευνες άλλων επιστημόνων. Η περιοχή αυτή ξεκινά από την Κοιλάδα του Νείλου στα δυτικά και τελειώνει στον Κόλπο του Σουέζ και στην Ερυθρά Θάλασσα στα ανατολικά, και οριοθετείται από το δρόμο Καΐρου-Σουέζ στα βόρεια και το δρόμο Ίντφου_Μέρσα-ελ_Αλάμ στα νότια. Από την περιοχή αυτήν, είναι γνωστά 30 είδη ερπετών, εκ των οποίων τα 17 είναι σαύρες και τα 13 φίδια. Η ταξινόμηση λίγων ειδών έχει αλλάξει από τον καιρό δημοσίευσης της μελέτης.

Όλα τα γκέκο ανήκουν στην οικογένια Gekkonidae και είναι: Hemidactylus turcicus, Ptyodactylus hasselquisti, Stenodactylus stenodactylus, και Tropiocolotes steudneri. Οι αγαμίδες ή δράκοι (οικογένεια Agamidae) είναι: Agama agama υποείδος spinosa, Trapelus mutabilis, T. savignyi, Pseudotrapelus sinaita, Uromastix aegyptius, και U. ocellatus. Οι τυπικές σαύρες ή απλώς σαύρες (οικογένεια Lacertidae) είναι: Acanthodactylus boskianus, Mesalina guttulata, M. rubropunctata, και Ophisops elegans. Το μόνο είδος βαράνου (οικογένεια Varanidae) είναι ο βαράνος της ερήμου (Varanus griseus). Οι σκίγκοι (οικογένεια sincidae) είναι δύο: Chalcides ocellatus και C. sepsoides. Τα φίδια στην οικογένεια των κολουβριδών (Colubridae) περιλαμβάνουν: Coluber florulentus, C. rhodorhachis, C. rogersi, Lytorhynchus diadema, Malpolon moilensis, Psammophis schokari, P. aegyptius, ίσως και ο Spalerosophis diadema. Το μόνο είδος ελαπίδη (οικογένεια Elapidae, όπου ανήκουν και οι κόμπρες) είναι η Walterinnesia aegyptia. Οι οχιές (οικογένεια viperidae) είναι: Cerastes cerastes, C. vipera, Echis pyramidum, E. coloratus.

Από τότε που δημοσιεύθηκε η έρευνα, έχουν γίνει καποιες αναταξινομήσεις. Το μεγάλο γένος Coluber για παράδειγμα διασπάστηκε σε πολλά περισσότερα, και πλέον τα παραπάνω φίδια του γένους αυτού βρίσκονται σε άλλα γένη. Υπάρχει διαφωνία αν ο C. aegyptius είναι υποείδος του C. schocari ή πλήρες είδος. Επίσης η τερατώδης οικογένεια των κολουβριδών έχει διασπαστεί σε περισσότερες, με αναβίβαση πολλων υποοικογενειών σε οικογένειες. Έτσι τα λεπτά και γρήγορα φίδια κυρίως αφρικανικής προέλευσης της υποοικογένειας Psammophiinae, έχουν πλέον δική τους οικογένεια, την Psammophiidae. Τα ψαμμόφιδα, ο σαπίτης (Malpolon insignitus), η σαΐτα (Platyceps najadum) κι άλλα παρόμοια φίδια ανήκουν στους ψαμμοφιίδες. Από τα παραπάνω είδη, το σαμιαμίδι (Hemidactylus turcicus), το λιακόνι (Chalcides ocellatus) και ο οφίδοπας (Ophisops elegans) απαντώνται και στην Ελλάδα, το πρώτο με μεγάλη εξάπλωση σ’όλη την Ελλάδα και σε πολλές άλλες περιοχές, τα άλλα δύο μόνο στα νότια. Μοιραζόμαστε επίσης το γένος Malpolon με το βόρειο τμήμα της Ανατολικής Αιγυπτιακής Ερήμου, στο οποίο ανήκει ο σαπίτης (M. insignitus). Άλλα γένη πλησιάζουν τη χώρα μας, αλλά δεν έχουν είδη εντός των ορίων της επικράτειας. Κανένα ειδος δεν είναι ενδημικό στην έρημο αυτήν, και τα περισσότερα έχουν πολύ μεγαλύτερες εξαπλώσεις. Άλλα είδη είναι πολύ κοινά, άλλα περιορίζονται σε συγκεκριμένες τοποθεσίες ή εδάφη, ενώ άλλα έχουν καταγραφεί ελάχιστες φορές στην έρημο αυτήν. Παρά το μικρό της μέγεθος, η έρημος έχει πάρα πολλα είδη. Αν προσέξατε, απουσιάζουν οι χαμαιλέοντες, οι βόες της άμμου, οι χελώνες, και πολλά φίδια είναι ιοβόλα.

Η φυλή Βεδουίνων με την οποία ασχολήθηκε η μελέτη είναι οι Χους-μάν Μαάζα, ένα σόι της φυλής Μαάζα. Από τα περίπου 250 νοικοκυριά, οι μισοί περίπου κατοικούν στην έρημο αυτήν. Η παραδοσιακή τους επικράτεια είναι μεταξύ του δρόμου Κιφτ Κουσέιρ στο νότο και το δρόμο ελ Κοριαμάτ-Ζαφαράνα στο βορρά, περιοχή μικρότερη απ’την επικράτεια απ’όπου οι επιστήμονες έκαναν τον απολογισμό των ερπετών. Είναι αραβόφωνοι και μετανάστευσαν από τη βορειοδυτική Αραβία πριν περίπου 200 χρόνια. Είναι νομάδες ποιμένες, ασχολούμενη κυρίως με την κτηνοτροφία καμηλών και αιγοπροβάτων, ενώ επίσης είναι κυνηγοί και τροφοσυλλέκτες σε μικρό βαθμό, κυνηγώντας διάφορα άγρια μηρυκαστικά και συλλέγοντας πολλά φυτικά προϊόντα. Συγκεκριμένα φυτικά προϊόντα όπως τα φύλλα της αψιθιάς ή τους σπόρους της μορίνγκας τα εμπορεύονται στους κατοίκους της κοιλάδας του Νείλου, απ’όπου παίρνουν τρόφιμα και ενδύματα που χρειάζονται. Όπως και πολλοί άλλοι νομαδικοί λαοί της Βόρειας Αφρικής, γνωρίζουν πολύ καλά το φυσικό περιβάλλον – σίγουρα πολύ καλύτερα από τους αγροτικούς γείτονές τους-, αφού βρίσκονται σε άμεση επαφή μαζί του καθημερινά και το παρατηρούν. Έχουν πλήθος γνώσεων για τα ερπετά του περιβάλλοντός τους κι έχουν δημιουργήσει πολλές παραδοσιακές ιστορίες σχετικά μ’αυτά. Παρόλα αυτά, ακόμα κι αυτοί οι άνθρωποι έχουν λανθασμένες πεποιθήσεις όσον αφορα πολλά μέλη αυτής της ομάδας. Γενικώς ταξινομούν τα ερπετά στα ντουούντ, κυριολεκτικά σκουλήκια, μια ομάδα που περιλαμβάνει όλα τα χερσαία ζώα που δεν είναι θηλαστικά, και πιστεύεται πως όλα γεννούν αυγά. Στην πραγματικότητα δε γεννούν όλα τα ερπετά της επικράτειάς τους αυγά, αλλά επειδή η γέννησή τους δύσκολα παρατηρείται, ίσως δεν το γνωρίζουν. Οι ουρομάστιγες και οι λίγο γνωστές θαλάσσιες χελώνες αποτελούν εξαιρέσεις, αφού οι μεν ταξινομούνται συχνά με τα μηρυκαστικά ζώα, και οι δε με τα ψάρια.

Τα ιοβόλα φίδια είναι συχνά στην περιοχή τους, και πολλοί άνθρωποι δαγκώνονται. Η θεραπεία είναι περισσότερο μαγική παρά ιατρική, με το θεραπευτή ένα σαμάνο, τον χάουι ή χαουίγια αν είναι γυναίκα, που μόνη του δύναμη είναι η θεραπεία δηγμάτων και τσιμπημάτων φιδιών, αραχνών και σκορπιών. Χάουι ή χαουίγια μπορούν να γίνουν λίγοι άνθρωποι, και το χάρισμα θα πρέπει να μεταδοθεί από τη βρεφική ηλικία. Το υποψήφιο βρέφος επισκέπτεται νωρίς το πρωί για τρεις μέρες συνεχόμενα ένας σαμάνος, ο οποίος του δίνει ένα ειδικό ρόφημα και του μεταβιβάζει τις δυνάμεις του. Ο σαμάνος αυτός δε δίνει φάρμακα στα θύματα, απλώς φυσάει πάνω στο δήγμα ή και βάζει λίγο σάλιο, και απαγγέλει συγκεκριμένες προσευχές. Μετά από 6 ή 7 ημέρες, ο ασθενής υποτίθεται ότι γίνεται καλά. Εκτός από τη θεραπεία του χάουι, προσφέρονται και πρώτες βοήθειες στο θύμα, όπως το κόψιμο της σάρκας γύρω απ’το δάγκωμα με μαχαίρι, ο καυτηριασμός της πληγής με πυρωμένο καρφί, ή η αφαίμαξη της πληγής μετά από τομή, αφού το αίμα έχει εξαναγκαστεί ν’ανέβει στην επιφάνεια με τη βοήθεια μιας άδειας κούπας, στην οποία έχουν ανάψει σπίρτο. Ένας γέρος Βεδουίνος πληροφόρησε τους επιστήμονες ότι ένα κομμάτι κρέατος του αιγυπτιακού γύπα ή ραχαάν (Neophron percnopterus) πάνω στην πληγή την θεραπεύει. Προφανώς η προμήθεια του υλικού θα ήταν πολύ δύσκολη, και με την πάροδο του χρόνου σταμάτησαν να την εφαρμόζουν.

Οι επιστήμονες κατέγραψαν τις οικολογικές γνώσεις, τις λαϊκές αντιλήψεις και τις τυχόν χρήσεις για όλες τις ομάδες ερπετών της επικράτειας, και στη συνέχεια αντιπαρέβαλαν τα δεδομένα αυτά με τη γνώση της δυτικής επιστήμης.

Τα γκέκο είναι διαδεδομένα στην έρημο με κοινότερο τον πτυοδάκτυλο (Ptyodactylus hasselquisti), ένα μικρό, κίτρινο γκέκο με πεπλατυσμένα δάχτυλα και κολλητική ικανότητα. Το σαμιαμίδι και ο πτυοδάκτυλος κολλούν, ενώ τα άλλα δύο όχι. Παρόλα αυτά, οι Βεδουίνοι δεν ξεχωρίζουν τα είδη, και τα θεωρούν όλα δηλητηριώδη. Πιστεύουν ότι πολλοί άνθρωποι έχουν πεθάνει όταν ήρθαν σε επαφή μ’αυτά τα ζώα. Το δηλητήριο επίσης βρίσκεται στο σάλιο (ριίγκ), και μεταδίδεται με τη γλώσσα, όχι με δάγκωμα. Πιστεύουν ότι τα γκέκο επισκέπτονται τους καταυλισμούς το βράδυ, κι έτσι αφήνουν δηλητήριο. Μολύνουν τα σκεύη των τροφίμων και τα αγγεία όπου φυλάσσονται υγρά, κι όποιος δηλητηριαστεί αρρωσταίνει βαριά για μια εβδομάδα, στο οποίο διάστημα δε διψάει καθόλου και κάνει εμετό ό,τι πίνει. Τα γκέκο τρέφονται με το λάσαφ, τον καρπό της κάππαρης (Capparis cartilaginea), και εχθρός τους είναι το φίδι ας-σίου αλ-άργκατ. Στην πραγματικόττητα δεν υπάρχουν δηλητηριώδη γκέκο, αλλά παρόμοιες δοξασίες έχουν οι κάτοικοι της Κοιλάδας του Νείλου στην Αίγυπτο και στο Σουδάν, αλλά και σε πολλά μέρη της Μεσογειου, της Μέσης Ανατολής και της Νότιας Ασίας. Ακόμα και στην Ελλάδα κυκλοφορεί ο μύθος ότι το γκέκο είναι δηλητηριώδες, φτύνει δηλητήριο στα τρόφιμα κλπ. Η άποψη ότι επισκέπτεται ανθρώπινες κατοικίες έχει βάση στην πραγματικότητα, γιατί πολλά είδη γκέκο αποικίζουν εύκολα σπίτια. Εκτός από τροφή, χρειάζονται στέρεες επιφάνειες για να κινηθούν και ν’αναπαραχθούν, οπότε τα κτίρια είναι καλό υποκατάστατο του αρχικού βραχώδους ενδιαιτήματός τους. Οι Βεδουίνοι ωστόσο παραδοσιακά δεν έχτιζαν μόνιμες κατοικίες, οπότε δεν υπήρχε λόγος τα γκέκο να τους επισκεφθούν. Πιθανότατα πρόκειται για δοξασία που υιοθέτησαν από τους εδραίους γείτονές τους. Ίσως να είναι αλήθεια όμως ότι τα γκέκο τρώνε τους καρπούς της κάππαρης. Το κινέζικο ερημόβιο είδος Teratoscincus roborowskii για παράδειγμα, αν και κυρίως εντομοφάγο, τρώει τους καρπούς της Capparis spinosa. Πολλές εντομοφάγες σαύρες τρώνε φυτική τροφή σε μικροποσότητες.

Όσον αφορά τους αγαμίδες, οι Βεδουίνοι δεν έχουν ιδιαίτερες δοξασίες. Πιθανότατα τους είναι σαύρες που δεν ενοχλούν κανέναν, ζώντας πάνω σε βράχια και περιμένοντας τα έντομα να περάσουν – είναι κυνηγοί ενέδρας. Τις αποκαλούν χιμπάνα, αλλά ένα είδος, το αρσενικό της Agama agama spinosa, ξεχωρίζει για το μπλε χρωματισμό του και αποκαλείται αμπού σάιχα, δηλαδή πατέρας του μπλε. Η σαύρα αυτή, σύμφωνα με τους Βεδουίνους, ζει σε γρανιτικές περιοχές και σε μεγάλα υψόμετρα, μέχρι και στην κορυφή του Γκέμπελ Σάιμπ στα 2.187 μέτρα. Το φθινόπωρο το αρσενικό έχει κόκκινα πόδια, σαν να φοράει παντελόνι, όπως και το θηλυκό, αλλά το θηλυκό δεν έχει τα αγκάθια στο κεφάλι. Γεννάει 6-7 αυγά, μαλακά σαν το ακροδάχτυλο ενός, σε σχισμές βράχων. Τρέφεται κι αυτό με τους καρπούς της κάππαρης, και το χειμώνα πέφτει σε χειμερία νάρκη, οπότε δεν κινείται αν το σηκώσεις. Οι υπόλοιποι αγαμίδες μπορούν να βρεθούν σε βραχώδεις πλαγιές και σε ξεροπόταμα (ουάντι) με άμμο και βράχια. Κοινότερο είδος είναι ο σιναϊτικός τράπελος (Trapelus sinaita), ενώ ο T. savignyi περιορίζεται στα βόρεια. Τις κυνηγάει το φίδι ας-σίου αλ-άργκατ.

Μία ιδιαίτερη ωστόσο ομάδα αγαμιδών, οι ουρομάστιγες, έχουν εξέχουσα θέση στον πολιτισμό των Βεδουίνων. Οι μεγάλες αυτές χορτοφάγες σαύρες της ερήμου, με εξάπλωση σ’όλη τη Βόρεια Αφρική, τη Μέση Ανατολή και ως τη Νότια Ασία, ανήκουν στην υποοικογένεια των λειολεπιδινών (Liolepidinae), και κατά κάποιους ερευνητές ταξινομούνται σε δική τους οικογένεια, τους ουρομαστιγίδες (Uromasticidae). Συχνά τρώγονταν από τους Άραβες, κι επειδή στη θρησκεία τους τα ερπετά δεν πρέπει να τρώγονται, τις έχουν ταξινομήσει όπως τους συμφέρει – ως μηρυκαστικά ζώα, ως ψάρια της ερήμου γιατί έχουν λέπια κλπ. Οι Βεδουίνοι Χους-μάαν τις αποκαλούν νταμπ και τις κατατάσσουν μαζί με τα υπόλοιπα μηρυκαστικά (χαϊουαάν) , αν και υπάρχει διαφωνία γιατί γεννούν αυγά σαν τα υπόλοιπα ερπετά, πιστεύουν ωστόσο ότι μηρυκάζουν την τροφή τους. Δύο είδη υπάρχουν στην έρημο αυτήν, η μεγάλη αιγυπτιακή (Uromastix aegyptia) στα βόρεια μέχρι το Ουάντι Κένα, ενώ νοτιότερα υπάρχει η μικρότερη οματιδιωτή (U. ocellata). Οι Βεδουίνη αποκαλούν τη μία μεγάλο και την άλλη μικ΄ρο νταμπ. Το μεγάλο νταμπ ζει σε αποικείες σε αμμώδη ή χαλικώδη μέρη με λίγη βλάστηση, όπου σκάβουν τρύπες, ενώ το μικρο΄ζει σε μεγαλύτερα υψόμετρα, σε μέρη με πυκνή βλάστηση και κρύβεται κάτω από πέτρες, όχι σε δικές του τρύπες. Οι Βεδουίνοι διαφωνούν αν αυτό το είδος πρέπει να τρώγεται ή όχι. Κάποιοι πιστεύουν ότι τρώγεται, ενώ άλλοι το θεωρούν χαράμ, δηλαδή αμαρτία. Το κρέας του πιστεύεται ότι σπαρταράει όταν μπαίνει στη φωτιά, ενώ επίσης θεωρείται ότι μοιάζει με τον άνθρωπο, γι’αυτό΄δεν πρέπει να τρώγεται. Μια ιστορία λέει ότι όταν μια φορά ένας Βεδουίνος έριξε μια πέτρα στο κεφάλι μιας ουρομάστιγας, εκείνη έβαλε τα μπροστινά πόδια στο κεφάλι σαν να έπιανε ένας άνθρωπος το κεφάλι που πονάει με τα χέρια του. Η ουρομάστιγα, μαζί με την καμήλα (μπιλ), την γαζέλα (ντάμπι) και τον αίγαγρο, (μπάνταν) είναι τα μόνα ζώα που δραστηριοποιούνται μέσα στο καταμεσήμερο. Πιστεύεται ότι το χειμώνα κρύβεται στη φωλιά της για 40 ημέρες, οπότε τρώει τα περιττώματά της για να επιβιώσει. Αυτό μπορεί να έχει μια δώση αλήθειας, αφού πολλά χορτοφάγα ερπετά που πέφτουν σε χειμερία νάρκη, όπως η βορειοαμερικανική χελώνα της ερήμου (Gopherus agassizii), τρώνε περιττώματα που αφήνουν στη φωλιά πριν ξυπνήσουν για ν’ανακτήσουν τη χλωρίδα του εντέρου.Αν επίσης κυνηγήσεις την ουρομάστιγα και την διώξεις στην τρύπα της, ακινητοποιείται και την πιάνεις εύκολα. Εχθροί της είναι η αλεπούδες (αμπούλ-χουσάιν), οι αετοί (ουγκαάμπ) και τα γεράκια (σαγκρ).
Οι Βεδουίνοι επίσης γνωρίζουν λεπτομερώς τα φυτά που τρώνε οι ουρομάστιγες. Παραθέτω τη λίστα των φυτών εδώ, η οποία είναι χρήσιμη για τον εμπλουτισμό της διατροφής των ουρομαστίγων στην αιχμαλωσία με τα συγκεκριμένα φυτά, ή τουλάχιστον με μέλη του ίδιου γένους που μπορούν να βρεθούν ευκολότερα. Οι μικροί ουρομάστιγες τρώνε τα άνθη και τα φασολάκια του μαρχ (Leptadenia pyrotechnica), της ακακίας σαγιαάλ (Acacia raddiana), κιμπαάθ (Launia spinosa), άουσιζ (Lycium shawii), χερμπίθ (Lotononis platycarpa), χιμαάτ (Rumex vesicarius), και νταραγκράγκ (Trigonella stellata). Επίσης τρώνε το γιαχμιίμ νταμπαάνι (Trichodesma Africana), το οποίο γι’αυτό λέγεται τροφή της ουρομάστιγας, ενώ ένα άλλο φυτό, το ντανάμπα ή φυτό της ουρομάστιγας (Blepharis ciliaris), λέγεται έτσι εξαιτίας της ομοιότητάς του με την ουρά της σαύρας αυτής.
Η ουρομάστιγα συχνά αντιμετωπίζεται με σεβασμό, γιατί σύμφωνα με τη λαϊκή αφήγηση έσωσε τον Προφήτη. Όταν μια φορά ένας εχθρός του Προφήτη Μωάμεθ τον κυνήγησε για να τον σκοτώσει, ο προφύτης έτρεξε και κρύφτηκε σε μια σπηλιά. Μετά, μία ουρομάστιγα έσβησε τα χνάρια του στην άμμο με την αγκαθωτή ουρά της, κι έτσι δε μπόρεσαν να τον βρουν.

Όσον αφορά τις τυπικές σαύρες, αυτές θεωρούνται αγαθές υπάρξεις που δεν πρέπει να βλάπτονται. Αν ένα μικρό αγόρι για παράδειγμα τις κυνηγάει για να τις πιάσει, του λε΄νε να τις αφήσει ήσυχες, γιατί κατέχουν τα κλειδιά του Παραδείσου. Αποκαλούνται αραμπουούνα, και οι Βεδουίνοι δεν ξεχωρίζουν τα είδη. Ζουν σε αμμώδεις πυθμένες ουάντι με λίγη ή και καθόλου βλάστηση (οι σαύρες του γένους Mesalina είναι γνωστό ότι ζουν στα πιο ξερά με΄ρη του κόσμου, χωρίς καθόλου βλάστηση, όπου τρέφονται με μικροσκοπικά έντομα που βρίσκουν), πίνουν σαν σκύλοι (καλμπ) με τη γλώσσα τους, όχι όπως άλλα ζώα, και εχθροί τους είναι το φίδι ας-σίου αλ-άργκατ, ο άσπρος πελαργός ή ράαχου (Ciconia ciconia), το μεταναστευτικό είδος που έρχεται και στην Ελλάδα, και το κοράκι με τον καφέ λαιμό ή γκουραάμπ (Corvus ruficollis).

Ο βαράνος είναι σπάνιος, αλλά μπορει να βρεθεί παντού στην έρημο αυτήν. Οι Βεδουίνοι τον αποκαλούν ουαράν ή ουαράλ, και θεωρούν ότι είναι δηλητηριώδης. Είναι αδίστακτος κυνηγος φιδιών, αναισθητοποιεί τα θηράματά του χτυπώντας τα με την ουρά, και το μεσημέρι κοιμάται κάτω απ’τα δέντρα, αλλά αν δεν υπάρχει σκιά θα κρυφτεί σε τρύπες άλλων ζώων, όπου μπορεί να βρει καμία οχιά χανάς και να την σκοτώσει. Δε σκάβει δικές του τρύπες. Στην πραγματικότητα σκάβει και δικές του τρύπες, αλλά μπορεί να χρησιμοποιήσει και τρύπες άλλων ζώων. Πράγματι χρησιμοποιεί τη δυνατή ουρά του για ν’αναισθητοποιήσει τα θηράματά του, και τρώει φίδια, ακόμα και ιοβόλα. Αν και πιστευόταν ότι δεν έχει δηλητήριο όπως οι περισσότερες σαύρες, έχει πρόσφατα βρεθεί ότι οι βαράνοι έχουν ελαφρύ δηλητήριο, με το οποίο αποδυναμώνουν τα θηράματά τους αν τους ξεφύγουν. Τα συμπτώματα στον άνθρωπο είναι ήπια και τοπικά, και οι περισσότερες παραδόσεις υπερβάλλουν για την τοξικότητά του. Το δάγκωμά του ωστόσο είναι πολύ δυνατό και οδυνηρό, γιατί έχει κοφτερά δόντια.
Σύμφωνα με τους Βεδουίνους, ο βαράνος οδήγησε στην ανακάλυψη ενός φαρμακευτικού φυτού κατά του δηλητηρίου των φιδιών, το μούλιι (Reaumuria hirtella). Κάποτε παλιά, ένας άνθρωπος συνάντησε ένα βαράνο να πολεμά με ένα αάφ, πιθανότατα μια κόμπρα. Ο βαράνος, κάθε φορά που δαγκωνόταν και καταβαλόταν από το δηλητήριο, έτρεχε και τριβόταν σ’ένα θάμνο, και έτσι ανακτούσε τις δυνάμεις του. Μετά ο άνθρωπος ξερίζωσε το φυτό αυτό, με αποτέλεσμα ο βαράνος να μην το βρει και να πεθάνει από το δηλητήριο.

Οι σκίγκοι, ή μαλάγια, είναι μια άλλη ομάδα περίεργων σαυρών με αρκετή παράδοση γύρω τους. Είναι κυλινδρικές χερσαίες ή ημιυπογειόβιες σαύρες με ατροφικά άκρα, λείες φολίδες και οστεέινες πλάκες για προστασία. Η σιγμοειδής τους κίνηση όταν τρέχουν να κρυφτούν θυμίζει φίδι, γι’αυτό΄έχουν συχνά συγχυστεί με φίδια και θεωρήθηκαν δηλητηριώδεις. Στην έρημο και τα δύο είδη είναι πολύ σπάνια, και πολλοί Βεδουίνοι ανέφεραν στους ερευνητές ότι δεν τους έχουν δει ποτέ. Δε γνωρίζουμε αν ξεχωρίζουν τα δύο είδη, ίσως όμως η σαύρα λουκαάζ που ανέφεραν να είναι ο Chalcides sepsoides, και το μαλάγια ο C. Ocellatus, που είναι κοινότερος. Κάποιοι σκίγκοι ίσως έφτασαν εκεί από ανθρώπινη μεταφορά, αφού χρησιμοποιούνται στην ιατρική και συχνά τους εμπορεύονται στα παζάρια. Οι Βεδουίνοι πιστεύουν ότι τα ζώα αυτά είναι δηλητηριώδη, κι ότι έχουν σκοτώσει πολλούς, ιδίως ηλικιωμένους. Όπως και τα γκέκο, μεταδίδουν το δηλητήριο με τη γλώσσα τους όταν δαγκώνουν κι όχι με αιχμηρά δόντια. Αν κάποιος δαγκωθεί και πάει στον ήλιο θα πεθάνει αμέσως, ενώ ακόμα κι αν μείνει στη σκιά έχει μεγάλη πιθανότητα θανάτου. Θάβεται με εκπληκτική ταχύτητα στο γκουφ, το στρώμα πεσμένων φύλλων του γιάσαρ ή μορίνγκας, κι επίσης στην άμμο. Δε θα πρέπει να ταξιδέψετε μακριά για να βρείτε παρόμοιες πεποιθήσεις για τους σκίγκους, αφού ακομα κι εδώ στην Ελλάδα πιστεύεται λανθασμένα ότι το λιακόνι είναι δηλητηριώδες, και στην Κρήτη μάλιστα θεωρείται ισοδύναμο με την οχιά, η οποία απουσιάζει από το νησί. Επίσης μύθοι που συνδέουν τη δράση του δηλητηρίου με τον ήλιο ή την ώρα της ημέρας υπάρχουν κι αλλού, για παράδειγμα εδώ στην Ελλάδα κυκλοφορέι ο μύθος ότι υπάρχει δηλητηριώδες φίδι που σε δαγκώνει και πεθαίνεις μετά τη δύση του ηλίου.

Τα φίδια είναι τα ερπετά που περιβάλλονται με τον περισσότερο φόβο και μυθολογία, και δεν είναι διόλου παράξενο ότι οι Βεδουίνοι έχουν αναπτύξει πλούσια παράδοση όσον αφο΄ρα αυτά τα ζώα. Από τα φίδια του γένους Coluber, πιο κοινό στην έρημο είναι το C. rhodorhachis, το οποιο αποκαλείται ας-σίου αλ-άργκατ. Πιστεύεται ότι είναι δηλητηριώδες, και μολονότι όχι θανατηφόρο, ο δηχθής μπορεί ν’αρρωστήσει σοβαρά από το δηλητήριο. Ένα κατάπλασμα από μούλιι θεραπεύει το δάγκωμα. Παρόλα αυτά το φίδι αυτό είναι σπάνιο. Ξεχωρίζει εύκολα απ’την οχιά, γιατι΄κινείται σε σχήμα ς, ενώ οι οχιές κινούνται με πλάγιες εκτινάξεις. Τρώει γκέκο, μικρά χιμπάνα, μικρά αραμπουούνα, και μικρά τρωκτικά αμπού σάουκ (Acomys cahirinus). Περιγράφουν επίσης ένα παρόμοιο φίδι μισού μέτρου με μαύρο χρωματισμό και γκριζωπή ουρά ως αάφ (κόμπρα), το οποίο ίσως είναι κάποιο άλλο μέλος του γένους. Στην πραγματικότητα δεν είναι δηλητηριώδες, αλλά μπορεί να δαγκώσει αν πιαστεί, και ως τοξικοφόρο οι πρόγονοί του είχαν δηλητήριο, και διατηρεί υπολειμματικές τοξίνες, οι οποίες ίσως προκαλέσουν ελαφρά τοπικά συμπτώματα σε ορισμένα άτομα.

Τα ψαμμόφιδα (Psammophis) αποκαλούνται σιλ. Ζουν κάτω από θάμνους οπως την τροφή της ουρομάστιγας (Trichodesma Africana), το νατάς (Crotalaria aegyptia) και το μαρχ, όπου στήνουν ενέδρα σε πουλιά όπως στο μελισσοφάγο ή χάιλ (Merops apiaster), τα φισάισι ή τσιροβάκοι (οικογένεια silviidae), και τις σιταρίθρες ή τα σλαιγκάου (γένος Oenanthe). Είναι επιθετικό αν πιαστεί και δαγκώνει, αλλά δε θεωρείται δηλητηριώδες.

Οι κόμπρες έχουν μυθική υπόσταση στις ιστορίες των Βεδουίνων, αφού δεν ενδημούν στην έρημο, άρα όσοι τις έχουν δει έχουν ταξιδέψει μακριά. Συνήθως τις περιγράφουν πολύ μεγαλύτερες και τρομακτικότερες απ’ό,τι είναι. Υπάρχει ένα ελαποειδές στην έρημο αυτήν, η Walterinnesia aegyptia, ένα μικρό μαύρο ιοβόλο φίδι, το οποίο ωστόσο είναι πολύ σπάνιο. Ίσως ορισμένες αναφορές γιαμαύρες κόμπρες ν’αναφέρονται σ’αυτό΄το είδος. Οι Βεδουίνοι πληροφόρησαν τους ερευνητές ότι ζει σε υψόμετρα μεταξύ 300 και 600 μέτρων.

Μακράν όμως η πιο φοβερή ομάδα φιδιών στην έρημο είναι οι οχιές, οι οποίες μπορούν να βρεθούν παντού και δαγκώνουν αρκετά άτομα. Πιστεύεται επίσης ότι έχουν θεραπευτικές ιδιότητες.

Το πιο δεινο΄φίδι της ερήμου είναι η κερασφόρος οχιά της ερήμου ή η οχιά κεραστής (Cerastes cerastes), την οποία οι Βεδουίνοι αποκαλούν χανάς. Σύμφωνα με τους Βεδουίνους, ζουν σε αμμώδη ουάντι με λίγη βλάστηση. Μία περιοχή δυτικα του ουάντι Κένα αποκαλείται Ουμ Ντουούντ, δηλαδή Μάνα των Ερπετών, εξαιτίας της μεγάλης πυκνότητάς τους εκεί. Είναι το μόνο ζώο που σκοτώνουν πάντοτε οποτε το βρίσκουν, συνήθως με απευθείας χτυπήματα. Αν το ζώο κρυφτει σε θάμνο, βάζουν το θάμνο φωτιά. Θάβουν τις σκοτωμένες οχιές στο έδαφος, για να μην πατήσει κανένας άνθρωπος ή οικόσιτο ζώο τα κόκκαλά τους και δηλητηριαστεί. Πιστεύεται ότι όλο το σώμα τους έχει δηλητήριο, και κάποιος μπορεί να δηλητηριαστεί έμμεσα, για παράδειγμα από ένα μυρμήγκι που πέρασε πάνω από σκεύη τροφίμων, το οποίο πριν έτρωγε το πτώμα μιας οχιάς. Η οχιά αυτή υπάρχει σε πολλές χρωματικές παραλλαγές, άλλες έχουν κέρατα κι άλλες όχι. Κινείται με πλευρικές εκτινάξεις του σώματος – ενεργειακά σχετικά ανέξοδος τρόπος μετακίνησης φιδιών σε αμμώδη εδάφη. Ορισμένοι Βεδουίνοι πιστεύουν ότι μονο τα αρσενικά έχουν κέρατα, ενώ υπολογίζουν την αναλογία ακέρατων με κερασφόραάτομα στα περίπου 6-7 προς ένα, σύμφωνα με ανεκδοτολογικές παρατηρήσεις που έχουν κάνει, π.χ. μια φωλιά με μικρά μπορει να είχε 7 χωρίς κέρατα κι 1 με κέρατα. Στην πραγματικότητα τα κέρατα, που είναι διογκωμένες φολίδες πάνω απ’τα μάτια για να σπάνε το περίγραμμα του ζώου κι όχι για επίθεση ή άμυνα όπως σε άλλα κερασφόρα ζώα, δε σχετίζονται με το φύλο, και δεν έχει γίνει καμια μελέτη για να γνωρίζουμε το ποσοστό κερασφόρων κι ακέρατων ατόμων σ’εκείνον τον πληθυσμό. Οι Βεδουίνοι διαφωνούν κατά πόσο η αλεπού τρώει οχιές, ενώ αναγνωρίζουν ότι ο σκύλος τις τρώει χωρίς πρόβλημα. Ο βαράνος επίσης τις τρώει, χτυπώντας τες με την ουρά του μέσα σε μία τρύπα ζώου όπου μπορέι να κρύβονται, ώστε να σηκώσουν το σώμα τους, ετοιμαζόμενες για επίθεση, και τότε ο βαράνος τις δαγκώνει το κεφάλι και το κόβει. Πιστεύουν ότι πάντα ο βαράνος νικάει στη μάχη. Οι οχιές τρώνε τσιροβάκους και σιταρίθρες, τα οποία κυνηγάνε από το έδαφος ή χαμηλά κλαδιά. Όταν η σιταρίθρα Oenanthe lugens εντοπίσει μια οχιά, πετά από πα΄νω της βγάζοντας προειδοποιητική κραυγή, και έτσι μερικές φορές η οχιά την πιάνει. Απ’αυτό οι Βεδουίνοι συχνά βρίσκουν το φίδι. Οι οχιές είναι πολλες το καλοκαίρι, ιδίως μετά από βροχές, όταν ο πληθυσμός των τρωκτικών είναι μεγάλος. Συχνά κρύβονται κάτω από τη μορίνγκα και το καλοκαίρι ιδίως κάτω από το μαρχ. Το χειμώνα πέφτουν σε χειμερία νάρκη σε τρύπες, και τρέφονται με άμμο για να επιβιώσουν, και δεν πίνουν ποτέ νερό. Κρύβονται συχνά κάτω απ’το φυτό μάστα ή τη δροσερόφυλλο κλεόμη (Cleome droserifolia), το οποίο πιστεύεται ότι διώχνει άλλα επιζήμια ζώα, όπως τα τσιμπούρια. Θάβουν τα αυγά τους διόμισι πόντους περίπου μέσα στην άμμο. Και τα μικρά και τα μεγάλα φίδια κοιμούνται σε θέσεις κάτω από την άμμο, αφήνοντας ένα χαρακτηριστικό ίχνος που οι Βεδουίνοι λένε μαναάμ αλ-χανάς, κι από εκεί τις βρίσκουν. Στην πραγματικότητα συχνά στήνουν ενέδρα σε μικρά θηλαστικά κάτω από την άμμο. Δηλαδή αυτή η οχιά δεν ξεφεύγει απ’το Βεδουίνο όσο κι αν κρυφτεί. Οι Βεδουίνοι της μελέτης θυμούνταν άτομα που είχαν δαγκωθεί. Το δηλητήριο συνήθως δεν είναι θανατηφόρο, αν και μπορεί παιδιά ή ηλικιωμένοι να πεθάνουν. Οι περισσότεροι πεθαίνουν τρεις μέρες μετα το δάγκωμα, αφού δείχνουν να γίνονται καλά, ενώ μερικοι πεθαίνουν αμέσως. Κάποιοι άλλοι, αν κι έχουν δαγκωθεί πολλές φορές, δεν έπαθαν τίποτα. Πολλές καμήλες έχουν πεθάνει επίσης από δαγκώματα στη μύτη και στο στόμα. Η ενδεδειγμένη θεραπεία είναι αμφιλεγόμενη, με άλλους να υποστηρίζουν ότι το κατάπλασμα σκόρδου είναι το κατάλληλο, και άλλους ότι το κατάπλασμα μούλιι είναι το καλύτερο. Όποια και να είναι η θεραπεία όμως, η μεσολάβηση του σαμάνου θεωρείται ωφέλιμη. Στην πραγματικότητα η τοξικότητα του συγκεκριμένου φιδιού, αν κι όχι χαμηλή, είναι χαμηλότερη απ’αυτήν μερικών οχιών της Ελλάδας, με υπολογισμένη θνησιμότητα στο 4%. Όπως και με πολλα ιστοτοξικά δηλητήρια, κάποιος μπορεί να πεθάνει ώρες ή και μέρες μετά το δάγκωμα από νεφρική ανεπάρκεια, όταν τα νεφρά δε μπορούν να διαχειριστούν πλέον τα προϊόντα των λυμένων ιστών στο αίμα. Ο ακαριαίος θάνατος είναι αδύνατος. Επίσης, συχνά οι οχιές δαγκώνουν χωρίς να εγχύσουν δηλητήριο (στεγνό δάγκωμα), δημιουργώντας την ψευδή εντύπωση της ανοσίας στο δηλητήριο. Το δηλητήριο είναι πολύτιμο, κι ένα φίδι προσπαθεί να περιορίζει τη χρήση του για τη θανάτωση της τροφής.

Οι άλλες οχιές, αν κι αντιμετωπίζονται με φόβο, δεν εγείρουν το μίσος του χανάς. Η σάιντα (Cerastes vipera) είναι μια μικρότερη κερασφόρος οχιά, η οποία είναι σπάνια και ζει σε αμμώδη ουάντι ή αμμόλοφους. Περιγράφεται ως μικρό και μαύρο φίδι που θάβεται στην άμμο. Πιστεύεται ότι μπορεί να κάνει κάποιον δυνατο και να θεραπεύσει τον πόνο στην πλάτη. Για την Παρασκευή του φαρμάκου, η οχιά γδέρνεται, και τοποθετείτε ανάμεσα σε πλατιές πέτρες για να στεγνώσει. Έπειτα κονιορτοποιείται, αναμιγνύεται με γάλα και δίνεται στον ασθενή. Κατά άλλους, το χιντχίφ έχει αυτήν την ιδιότητα.

Το χιντχίφ (Echis coloratus) ζει σε βραχώδεις περιοχές και ανάμεσα σε πέτρες, ακομα και σε μεγάλα υψόμετρα, μέχρι την κορυφή του Γκέμπελ Σαγίμπ ελ-Μπανάτ. Το είδος E. pyramidum, γνωστό περισσότερο με το συνώνυμο E. carinatus, έχει συλλεγεί σπάνια από τα σύνορ ατης περιοχής. Το δάγκωμα του χιντχίφ θεωρείται ισοδύναμο μ’αυτό΄του χανάς. Ολόκληρο το ζώο – το δέρμα, το κρέας και το σάλιο – θεωρείται δηλητηριώδες. Ορισμένοι άνθρωποι έχουν ανοσία, για παράδειγμα το φίδι δάγκωσε έναν Βεδουίνο και μόνο το δάχτυλό του παραμορφώθηκε λίγο. Κι αυτή η οχιά χρησιμοποιείται στην ιατρική. Η σκόνη του αποξηραμένου φιδιού αναμεμιγμένη με γάλα κάνει κάποιον δυνατό και ικανό να περπατά μεγάλες αποστάσεις, ενώ το ίδιο παρασκεύασμα χωρίς το κεφάλι θεραπεύει τον πόνο της πλάτης.

Παράδοξο φάνηκε στους επιστήμονες ότι οι Βεδουίνοι αυτοί ταξινομούν όλα τα ερπετά στην κατηγορία ντουούντ, διότι οι περισσότεροι Άραβες ξεχωρίζουν τα φίδια, μακρόστενα δηλαδή ζώα χωρίς εμφανή άκρα, και τα ουγκ (σκουλήκια), όπου ανήκουν όλα τα υπόλοιπα μη θηλαστικά χερσαία ζώα. Συνήθως κάτοικοι βορειότερων γεωγραφικών πλατών κατατάσσουν όλα αυτά τα ζώα σε μία κατηγορία, γιατί εκεί ζουν λίγα και συνήθως είναι μικρά και δυσεύρετα. Στη χώρα τω Βεδουίνων ωστόσο, τα ερπετά είναι και ποικίλα, και πολυάριθμα και εμφανή. Οι Βεδουίνοι αναγνωρίζουν αξιόπιστα τα είδη στο επίπεδο του γένους στις περισσότερες περιπτώσεις, όχι όμως πάντα στο επίπεδο του είδους όπως και στις περισσότερες λαϊκές ταξινομήσεις, ιδίως αν οι ειδοποιοί λεπτομέρειες είναι μικρές. Στον πολιτισμό των Χους-μαάν, διάφορα ερπετά αντιμετωπίζονται με διάφορους τρόπους. Οι ουρομάστιγες αντιμετωπίζονται με σεβασμό, επιδή έσωσαν τη ζωή του Προφήτη, και υπάρχει διχογνωμία αν είναι ερπετά ή μηρυκαστικά κι αν τρώγονται. Άλλοι τις θεωρούν φαγώσιμες, ενώ άλλοι παρόμοιες με τον άνθρωπο. Οι σαύρες κατέχουν μυστικά, ενώ ο βαράνος βοήθησε την ανθρωπότητα στην εύρεση της θεραπείας για τα δηλητήρια των φιδιών. Άλλα ερπετά αντιμετωπίζονται με φόβο, για παράδειγμα οι οχιές θανατώνονται, και τα γκέκο θα πρέπει ν’αποφεύγονται όσο γίνεται. Όπως και στις περισσότερες εθνογραφικές μελέτες, οι απαντήσεις που λαμβάνουν οι ερευνητές επηρεάζονται από την ηλικία, το φύλο και λιπά χαρακτηριστικά των ερωτηθέντων. Εντούτοις όλοι οι Χους-μάαν ομοφωνούν ότι οι οχιές είναι τοξικές, ακάθαρτες και ακατάλληλες για κατανάλωση. Παρόλα αυτά κι εδώ υπάρχει μια εξαίρεση, αφού με την κατάλληλη προετοιμασία πιστεύουν πως έχουν φαρμακευτικές ιδιότητες.

Οι επιστήμονες, όπως κι εγώ, εκφράζουν την απορία τους για το γεγονός ότι, παρά τις εκτεταμένες γνώσεις τους για τον φυσικό κόσμο γύρω τους, θεωρούν πολλά ερπετά δηλητηριώδη ενώ δεν είναι, και εκτός αυτού θεωρούν όλο το σώμα δηλητηριωδών ειδών τοξικό. Παρόμοιες αντιλήψεις υπάρχουν και σε άλλες περιοχές. Πιστεύω ότι από το φόβο τους οι άνθρωποι έμεναν ανέκαθεν μακριά απ’αυτά τα ζώα, κι έτσι δεν εξέτασαν ποτέ τις πεποιθήσεις τους.

Η μελέτη τελειώνει με διπλωματικά του τύπου μπορεί κι εμείς να είμαστε λάθος, δεν τα έχει ανακαλύψει όλα η δυτική επιστήμη, δε μπορούμε να κατανοήσουμε τον τρόπο σκέψης των Βεδουίνων γιατι΄δεν έχουμε περάσει αρκετό χρόνο μαζί τους, γιατι ν’αναγνωρίζουμε ως σωστή την ικανότητα των Βεδουίνων να εντοπίζουν κρυμμένες οχιές στην άμμο κι όχι τη γνώση ότι η οχιά τρώει άμμο ή είναι ολόκληρη δηλητηριώδης, κλπ. Δε χρειαζόταν να τα βάλουν αυτά τα φαιδρά. Πιστεύω ότι τα έβαλαν καθαρά επειδή θα τα διάβαζαν και Βεδουίνοι, και θέλησαν να δείξουν λιγότερο συγκαταβατικοί προς τις δεισιδαιμονίες τους.

Ολόκληρη τη μελέτη σε pdf μπορείτε να την διαβάσετε εδώ.

Υποτίθεται ότι τα ερπετά δε μπορούν ν’ανταγωνιστούν με τα θηλαστικά. Υποτίθεται ότι μετά την εξαφάνιση των δεινοσαύρων πριν από 65 εκατομμύρια χρόνια, ο κόσμος παραδόθηκε στα θηλαστικά, τα οποία γρήγορα εξελίχθηκαν σε πολλά και διάφορα είδη με πολύ εξελιγμένες προσαρμογές για το περιβάλλον τους. Ο μεγάλος τους εγκέφαλος, η ικανότητά τους να φροντίζουν τα μικρά τους, η κοινωνική τους συμπεριφορά, η ενδοθερμία τους ή ό,τι άλλο τα έκανε τα ανώτερα ζώα του πλανήτη. Μέσα απ’αυτά τα ανώτερα ζώα, προήλθαμε κάποτε κι εμείς. Τα πουλιά έχουν κι αυτά μια παράπλευρη θέση στο ανελικτικό, κι όχι εξελικτικό, αυτό έπος. Φούμαρα. Εκτός του ότι η ιστορία αυτή έχει ως κέντρο του κόσμου τα αμνιωτά τετράποδα σπονδυλωτά ζώα, γιατί εκεί ανήκουμε κι εμίς και θεωρεί τους δεινοσαύρους σαν τα σημερινά εκτόθερμα ερπετά, που δεν ήταν, παρουσιάζει εντελώς λανθασμένα την πορεία των θηλαστικών. Για το μεγαλ΄΄υτερο μέρος της εξελικτικής τους πορείας, τα θηλαστικά ήταν μικρά, και δεν είχαν και τόσο μεγάλο εγκέφαλο και εξαιρετικές ικανότητες, και μεγάλη πλειονότητά τους ακόμα έτσι είναι σήμερα. Τα σημερινού τύπου, ας πούμε εξελιγμένα θηλαστικά, που μπορούν να επιβιώσουν σε πολλά περιβάλλοντα, έχουν μεγάλο εγκέφαλο και ανταγωνίζονται σχεδόν οτιδήποτε του με΄γεθους τους άρχιζαν να εξελίσσονται μόνο κατά τη σταδιακή ψύχρανση του πλανήτη και τις επακόλουθες δύσκολες κι ευμετάβλητες συνθήκες, περίπου πριν 30 εκατομμύρια χρόνια, αλλά περισσότερο πριν 20 εκατομμύρια χρόνια. Προτύτερα, οι θώκοι των μεγάλων ζώων στο οικοσύστημα μοιράζονταν σχεδόν εξίσου σε μεγάλα θηλαστικά, μεγάλα ερπετά και μεγάλα πουλιά (ουσιαστικά υποομάδα των ερπετών), αν και σε βορειότερα γεωγραφικά πλάτη τα εκτόθερμα ερπετά έφθιναν, αφού είχαν πρόβλημα διατήρησης σταθερής θερμοκρασίας. Σε θερμότερες όμως περιοχές, όπου τα ερπετά μπορούν να διατηρούν σχετικά σταθερή θερμοκρασία για μεγάλο μέρος της ημέρας, η παρουσιά τους ήταν έντονη. Το ίδιο συνεχίστηκε και σε περιοχές απομονωμένες μέχρι πρόσφατα , όπως η Αυστραλία ή η Νότια Αμερική, όπου επικρατούσαν γιγάντια πουλιά κι ερπετά. Με την έλευση ανταγωνιστικότερων βόρειων θηλαστικών ή του ανθρώπου όμως, πολλά από τα ζώα αυτά εξαφανίζονταν. Στα απομονωμένα νησία επίσης με λίγα ή και καθόλου θηλαστικά, ερπετά, πουλιά ή και αρθρόποδα έπαιρναν τη θέση τους. Στις περισσότερες περιπτώσεις, όταν αυτά τα νησιά τα επισκεπτόταν ο άνθρωπος και πιο ανταγωνιστικά θηλαστικά, πολλά απ’αυτά τα νησιωτικά ζώα εξαφανίζονταν, όχι λόγω ταξινομικής θέσης, αλλ’επειδή είχαν εξελιχθεί σε περιβάλλον χωρίς πολλούς εχθρούς, οπότε και οι άμυνές τους είχαν ατονήσει.
Δηλαδή αυτό σημαίνει ότι στις περισσότερες περιοχές του κόσμου επικρατεί σκληροπυρηνική τυραννία θηλαστικών, που μυρίζουν τα κρυμμε΄να μικρά μέσα από τις τρύπες τους, τις ανοίγουν και τα τρώνε; Όχι, φυσικά. Τα ερπετά διατηρούσαν ισχυρή παρουσία σ’όλες τις θερμές περιοχές από τότε που εμφανίστηκαν. Απλώς εμείς δεν το αντιλαμβανόμαστε αυτό, επειδή ζούμε στην εύκρατη ζώνη, η οποία εξαιτίας της ψύχρανσης του πλανήτη στην εποχή που ζούμε είναι πολύ μεγάλη, και τα εκτόθερμα εδώ είναι αρκετά μικρά. Στην τροπική ζώνη ωστόσο, όπως και σε ορισμένες θερμές εύκρατες περιοχές, τα εκτόθερμα έχουν περισσότερο χρόνο δραστηριότητας, μπορούν να διατηρούν ευκολότερα υψηλές θερμοκρασίες, κι έτσι να φτάνουν ευκολότερα σε μεγαλύτερο μέγεθος. Τα μεγάλα ερπετά δεν έλειψαν ποτέ από τις τροπικέςπεριοχές. Τα κροκοδείλια ήταν ανέκαθεν οι θηρευτές των γλυκών νερών και των όχθεων, και στην ξηρά μεγάλοι συσφυγκτήρες αποτελούσαν από παλιά υπολογίσιμη δύναμη. Μεγάλες παμφάγες και σαρκοφάγες σαύρες ήταν και είναι κυρίαρχο μέρος της πανίδας, και μέχρι πρότινος, σε όλες τις ηπείρους υπήρχαν γιγάντιες χερσαίες χορτοφάγες χελώνες, οι οποίες δεν είχαν πολλούς εχθρούς στην ενήλικη ζωή τους, όμως η εξαφάνισή τους συμπίπτει με την έλευση του ανθρώπου, και σήμερα επιβιώνουν λιγα είδη είτε σε άγονα είτε σε απομονωμένα μέρη, όπου δηλαδή ο άνθρωπος δεν έφτασε για να τις φάει όλες. Από τα σαρκοφάγα, οι βαράνοι είναι η πιο εξέχουσα περίπτωση. Είναι σαύρες μεγάλου μεγέθους, με προσαρμογές παρόμοιες μ’αυτές των θηλαστικών για υψηλό μεταβολισμό. Είναι πολύ δραστήριοι, με οξυμένες αισθήσεις και ψάχνουν τροφή με διάφορους τρόπους και σε διάφορα περιβάλλοντα, π.χ. μπορούν εύκολα να ξετρυπώνουν τροφή σαν το παράδειγμα των θηλαστικών παραπάνω. Η νοημοσύνη τους ξεπερνά αυτή των περισσότερων μικρών θηλαστικών, και ίσως κι αρκετών μεγαλύτερων. Είναι πολύ επιτυχημένοι και υπάρχουν παντού όπου ζουν. Μ’αυτούς ασχολήθηκε η παρακάτω μελέτη που βρήκα, η οποία εξετάζει τη βιογεωγραφία τους και προτείνει μια εξήγηση για την απουσία μικρών βαράνων εκτός της αυστραλιανής βιογεωγραφικής περιοχής.

Η μελέτη αυτή, με τίτλο Βαράνοι, θηλαστικά και η Γραμμή του Ουάλας, που έγινε από τους SAMUEL S. SWEET & ERIC R. PIANKA ΔΙΕΡΕΥΝΑ ΤΗΝ ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ, ΤΗΝ ΕΞΑΠΛΩΣΗ ΤΩΝ ΒΑΡΑΝΩΝ, ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΠΟΥΣΙΑ ΜΙΚΡΩΝ ΒΑΡΑΝΩΝ ΕΚ΄ΤΟΣ ΤΗΣ ΑΥΣΤΡΑΛΙΑΝΗΣ ΒΙΟΓΕΩΓΡΑΦΙΚΗΣ ΠΕΡΙΟΧΗΣ, Η ΟΠΟΙΑ ΑΠΟΔΙΔΕΤΑΙ ΣΤΟ ΚΥΝΗΓΙ ΤΟΥΣ ΑΠΟ ΜΙΚΡΟΥ ΜΕΓΕΘΟΥΣ ΣΑΡΚΟΦΑΓΑ ΠΛΑΚΟΥΝΤΟΦΟΡΑ ΘΗΛΑΣΤΙΚΑ, ΠΑΡΑ ΣΤΟΝ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟ Μ’ΑΥΤΑ. ΠΑΡΟΛΑ ΑΥΤΑ, ΟΙ ΒΑΡΑΝΟΙ ΣΥΝΥΠΑΡΧΟΥΝ ΜΕ ΣΑΡΚΟΦΑΓΑ ΜΑΡΣΥΠΟΦΟΡΑ ΣΤΗΝ ΑΥΣΤΡΑΛΙΑ. ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΙΔΙΟΥΣ:

ΠΕΡΙΛΗΨΗ
ΑΝ ΚΑΙ ΟΙ ΒΑΡΑΝΟΙ ΕΧΟΥΝ ΚΑΤΑΚΤΗΣΕΙ ΤΗΝ ΙΣΟΤΗΤΑ ΜΕ ΤΑ ΘΗΛΑΣΤΙΚΑ ΣΕ ΠΟΛΛΑ ΜΕΡΗ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ, ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΟΝΤΑΙ ΠΟΛΥ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΕΣ ΜΕΤΑΒΟΛΙΚΕΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΕΣ ΚΑΙ ΑΙΣΘΗΤΗΡΙΟΥΣ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΥΣ, ΚΑΙ ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΘΕΩΡΗΘΟΥΝ ΩΣ ΣΥΓΚΛΙΝΟΝΤΕΣ ΜΕ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΖΩΗΣ ΜΙΚΡΩΝ ΣΑΡΚΟΦΑΓΩΝ ΘΗΛΑΣΤΙΚΩΝ. ΣΕ ΜΕΡΗ ΤΗΣ ΝΗΣΙΩΤΙΚΗΣ ΝΟΤΙΟΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΑΥΣΤΡΑΛΙΑ, ΜΙΚΡΟΙ ΒΑΡΑΝΟΙ ΦΑΙΝΕΤΑΙ ΝΑ ΚΑΤΕΧΟΥΝ ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΟΥΣ ΘΩΚΟΥΣ ΠΟΥΣΕ ΑΛΛΑ ΜΕΡΗ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΚΑΤΕΧΟΥΝ ΟΙ ΓΑΤΕΣ, ΤΑ ΚΟΥΝΑΒΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΣΙΒΕΤΕΣ. Η ΠΟΙΚΙΛΟΤΗΤΑ ΜΕΓΑΛΩΝ ΕΙΔΩΝ ΒΑΡΑΝΩΝ (>1,3 Μ ΟΛΙΚΟ ΜΗΚΟΣ) ΔΕΝ ΑΛΛΑΖΕΙ ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΗ ΓΡΑΜΜΗ ΤΟΥ ΟΥΑΛΑΣ, Η ΟΠΟΙΑ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΤΟ ΟΡΙΟ ΤΗΣ ΕΞΑΠΛΩΣΗΣ ΣΧΕΔΟΝ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΜΙΚΡΩΝ, ΣΑΡΚΟΦΑΓΩΝ ΠΛΑΚΟΥΝΤΟΦΟΡΩΝ ΘΗΛΑΣΤΙΚΩΝ, ΑΛΛΑ Η ΠΟΙΚΙΛΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΜΙΚΡΩΝ ΕΙΔΩΝ ΒΑΡΑΝΩΝ (<1,2 Μ ΟΜ) ΑΥΞΑΝΕΤΑΙ ΑΠΟΤΟΜΑ ΑΝΑΤΟΛΙΚΑ ΤΗΣ ΓΡΑΜΜΗΣ ΑΥΤΗΣ. ΤΑ ΜΙΚΡΑ ΕΙΔΗ ΒΑΡΑΝΩΝ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΣΥΝΥΠΑΡΞΟΥΝ ΜΕ ΤΑ ΔΑΣΙΟΥΡΟΕΙΔΗ ΜΑΡΣΥΠΟΦΟΡΑ ΣΑΡΚΟΦΑΓΑ, ΑΛΛΑ ΠΡΟΦΑΝΩΣ ΟΧΙ ΜΕ ΤΑ ΠΛΑΚΟΥΝΤΟΦΟΡΑ ΣΑΡΚΟΦΑΓΑ (ΑΥΤΟ ΤΩΡΑ ΔΟΚΙΜΑΖΕΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΕΓΚΑΘΙΔΡΥΣΗ ΤΩΝ ΗΜΙΑΓΡΙΩΝ ΓΑΤΩΝ ΣΤΗΝ ΑΥΣΤΡΑΛΙΑ). ΕΠΕΙΔΗ ΤΑ ΝΕΑΡΑ ΑΤΟΜΑ ΤΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ ΕΙΔΩΝ ΒΑΡΑΝΩΝ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΣΥΝΥΠΑΡΞΟΥΝ ΣΕ ΚΟΙΝΟΤΗΤΕΣ ΜΕ ΠΛΑΚΟΥΝΤΟΦΟΡΑ ΣΑΡΚΟΦΑΓΑ ΔΥΤΙΚΑ ΤΗΣ ΓΡΑΜΜΗΣ ΤΟΥ ΟΥΑΛΑΣ, ΥΠΟΘΕΤΟΥΜΕ ΟΤΙ ΤΟ ΚΥΝΗΓΙ ΠΑΡΑ Ο ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΟΡΟΥΣ ΕΧΕΙ ΕΠΗΡΕΑΣΕΙ ΤΟ ΠΑΡΑΤΗΡΟΥΜΕΝΟ ΣΧΗΜΑ. ΕΙΔΗ ΜΕΓΑΛΩΝ ΒΑΡΑΝΩΝ ΚΑΝΟΥΝ ΜΕΓΑΛΕΣ ΓΕΝΝΕΣ ΚΑΙ ΤΑ ΜΙΚΡΑ ΤΟΥΣ ΣΥΝΤΟΜΑ ΜΕΓΑΛΩΝΟΥΝ ΚΑΙ ΞΕΠΕΡΝΟΥΝ ΤΗ ΖΩΝΗ ΤΟΥ ΕΥΑΛΩΤΟΥ ΜΕΓΕΘΟΥΣ, ΕΝΩ ΤΑ ΜΙΚΡΑ ΕΙΔΗ ΒΑΡΑΝΩΝ, ΠΑΡΟΤΙ ΕΙΝΑΙ ΠΙΟ ΓΟΝΙΜΑ, ΟΤΑΝ ΥΠΟΛΟΓΙΖΕΤΑΙ ΤΟ ΣΩΜΑΤΙΚΟ ΜΕΓΕΘΟΣ, ΠΑΡΑΓΟΥΝ ΛΙΓΟΤΕΡΑ ΑΥΓΑ, ΥΦΙΣΤΑΝΤΑΙ ΤΟ ΚΥΝΗΓΙ ΤΩΝ ΘΗΛΑΣΤΙΚΩΝ ΓΙΑ ΟΛΗ ΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟΥΣ, ΚΑΙ ΙΣΩΣ ΔΕ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΣΥΝΥΠΑΡΞΟΥΝ ΣΤΟΝ ΕΞΕΛΙΚΤΙΚΟ ΧΡΟΝΟ ΜΕ ΤΑ ΠΛΑΚΟΥΝΤΟΦΟΡΑ ΣΑΡΚΟΦΑΓΑ.

ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ:

Abstract
Although varanid lizards have achieved parity with mammals in many parts of the world, they exploit very different metabolic strategies and sensory mechanisms, and are properly regarded as convergent on the lifestyle of small predatory mammals. In parts of island southeast Asia and in Australia small monitors appear to fill ecological niches occupied by cats, mustelids and viverrids in other parts of the world. Species diversity of large monitor species (>i.3 m TL) does not change across Wallace’s Line, which is the distributional boundary for nearly all small, carnivorous pla¬cental mammals, but the diversity of small monitor species (<i.2 m TL) increases abruptly from this line east. Small monitor species can coexist with dasyurid marsupial carnivores, but appar¬ently not with placental carnivores (this is being tested now with the establishment of feral cats in Australia). Because juveniles of large monitor species can survive in communities with placental carnivores to the west of Wallace's Line, we speculate that predation rather than resource compe¬tition has influenced the observed pattern. Large monitors produce large clutches and their ju¬veniles soon grow out of the vulnerable size range, whereas small monitor species (despite being more fecund, when body size is factored out) produce fewer eggs, are always subject to mamma¬lian predation, and may not be able to coexist over evolutionary time with placental carnivores.

Στην εισαγωγή τους, οι επιστήμονες κάνουν λόγο για τη συνεξέλιξη και των αγώνα δρόμου μεταξύ θηρευτών και θηραμάτων. Οι θηρευτές, τρώγοντας τα λιγότερο ικανά θηράματα, επιλέγουν εμμέσως για ζώα τα οποία μπορούν να τους αντιλαμβάνονται γρηγορότερα και να ξεφεύγουν αποτελεσματικότερα. Μετά οι θηρευτές εξελίσσονται να προλαβαίνουν τα θηράματά τους, και γι’αυτό είναι συνήθως εξυπνότεροι από τα θηράματα, αν κι αυτό μπορεί να ποικίλει ανάλογα με τις αισθήσεις που χρησιμοποιούν, τον τρόπο κυνηγιού – αν είναι κυνηγοί ενέδρας ή μετακινούμενοι -, το αν κυνηγούν ομαδικα ή όχι, κλπ, δίνοντας ως οικείο παράδειγμα τους σκύλους και τις γάτες – οι σκύλοι σίγουρα είναι πιο έξυπνοι από τις γάτες, ακόμα κι αν πολλοί γατόφιλοι διαφωνούν. Έπειτα διερωτώνται αν θα μπορούσαν μικροί σαρκοφάγοι δεινόσαυροι να συνυπάρξουν με σημερινά θηλαστικά, ή γενικώς αν σαρκοφάγα μη θηλαστικά θα μπορούσαν να συνυπάρξουν με σαρκοφάγα θηλαστικά χωρίς πρόβλημα.
Η απάντηση είναι ναι, αφού οι βαράνοι συνυπάρχουν με σαρκοφάγα θηλαστικά. Αν και θεωρούνται κοινώς παρόμοιοι με τα θηλαστικά, οι επιστήμονες τονίζουν ότι οι ικανότητές τους εξελίχθηκαν ανεξάρτητα, και ότι ο κοινός τους πρόγονος σίγουρα δεν τις είχε. Είναι ημερόβιοι, δραστήριοι και ευκίνητοι κυνηγοί, με καρδιοαναπνευστικές προσαρμογές για υψηλό μεταβολισμό, καλή όραση και όσφρηση. Έχουν ωστόσο ορισμένες διαφορές από τα θηλαστικά, για παράδειγμα η όσφρησή τους είναι ινιδορινική, όπως αυτή των φιδιών, ενώ στα θηλαστικα είναι ρινική κυρίως, με το ινιδορινικό όργανο, σε όσα είδη υπάρχει, κυρίως υπεύθυνο για την ανίχνευση φερομονών. Ένα μεγάλο πλεονέκτημα που έχουν οι βαράνοι έναντι των θηλαστικων είναι ότι είναι ποικιλόθερμοι, οπότε δε χρειάζεται να δαπανούν σχεδόν όλη τους την ενέργεια για τη διατήρηση σταθερής θερμοκρασίας. Στα κλίματα όπου ζουν η ποικιλοθερμία δεν είναι άλλωστε πρόβλημα, αφού στις ώρες δραστηριότητάς τους διατηρούν θερμοκρασίες όμοιες ή υψηλότερες απ’αυτές των θηλαστικών. Ίσως σε περιόδους ασυνήθιστα χαμηλών θερμοκρασιών να έχουν προβλήματα, αλλά αυτά είναι σπάνια γεγονότα στην τροπική ζώνη, κι ακόμα και τότε οι βαράνοι έχουν πλεονέκτημα, αφού μπορούν απλώς να κατεβάσουν το μεταβολισμό τους και να περιμένουν για καλύτερες συνθήκες. Ένα θηλαστικό δε θα μπορούσε να επιβιώσει σε τόσο μακροχρόνια στέρηση τροφής. Χάρη σ’αυτές τις προσαρμογές, οι βαράνοι έχουν γίνει αντάξιοι ανταγωνιστές των θηλαστικών. Οι πρόγονοί τους ίσως ανταγωνίζονταν επιτυχώς σαρκοφάγα θηλαστικά από το μέσο Κρητιδικό.

Στη συνέχεια οι επιστήμονες μελετούν τη βιογεωγραφία των βαράνων. Έχουν εξάπλωση σε όλα τα μέρη χαμηλού γεωγραφικού πλάτους του Παλαιού Κόσμου, και μολονότι συνυπάρχουν με τα σαρκοφάγα θηλαστικά, ο αριθμός των ειδών είναι μικρός στις μεγάλες ηπείρους. Όταν γράφτηκε η εργασία αυτή, αναγνωρίζονταν 60 είδη βαράνων, σήμερα όμως αναγνωρίζονται 78, και οι ίδιοι επιστήμονες υπέθεταν ότι πολλά νέα είδη πρόκειται να περιγραφούν στην αυστραλιανή περιοχή, αφού οι πληθυσμοί εκεί δεν ήταν τόσο γνωστοί, και πράγματι σχεδόν όλα τα νέα είδη περιγράφηκαν από εκεί, και αναμένεται η ανακάλυψη νέων. Έτσι,έχουμε 5 είδη στην Αφρική, με το βαράνο της ερήμου (Varanus griseus) να φτάνει ως την κεντρική Ασία, 7 είδη στη νότια ασιατική ενδοχώρα, 15 είδη στη νησιωτική ΝΑ Ασία, συμπεριλαμβανομένων των Φιλιππινών και των Ανατολικών Ινδιών, εκ των οποίων 4 είδη είναι κοινά με την ασιατική ενδοχώρα, 15 είδη στη Νέα Γουινέα, στο Αρχιπέλαγος Μπίσμαρκ και στα νησιά του Σολομώντα, και 29 είδη στην Αυστραλία, με 5 κοινά με τη Ν. Γουινέα. Τα μισά περίπου από τα αυστραλιανά είδη είναι μικρόσωμα, κι έχουν μεγάλη πυκνότητα. Στη βόρεια Αυστραλία για παράδειγμα, μπορεί να υπάρχουν συμπατρικά 8-9 είδη βαράνων, σε εξαιρετικές περιπτώσεις 10-11, διαφορετικού μεγέθους, μικροπεριβάλλοντος και συνηθειών.

Μεταξύ ασιατικής και αυστραλιανής βιογεωγραφικής περιοχής, υπάρχει η διαχωριστική Γραμμή του Ουάλας. Η γραμμή αυτή, που πήρε το όνομά της από το γνωστό βιογεωγράφο και σύγχρονο του Δαρβίνου Άλφρεντ Ράσελ Ουάλας, ο οποίος επίσης ανέπτυξε εξελικτική θεωρία παρόμοια μ’αυτήν του Δαρβίνου, δεν είναι εντελώς νοητή. Είναι μια ζώνη βαθέος νερού, η οποία βρίσκεται στο μεταίχμιο της ασιατικής πλάκας ανατολικά, και της αυστραλιανής και ειρηνικής πλάκας δυτικά. Το σημείο αυτό ποτέ δε γεφυρώθηκε με στεριά, οπότε δρα ως όριο της εξάπλωσης πολλών χερσαίων αρθροπόδων και σπονδυλωτών, διαχωρίζοντας τις κοινότητες της ασίας με βόρεια λαυρασιατικ΄προέλευση απ’αυτές της Αυστραλίας με νότια γκοντβανική προέλευση, και είναι γεωλογικά ενεργή. Μικρά θραύσματα φλοιού και λιθοσφαιρικών πλακών μετακινύνται, στρέφονται και υπάγονται το ένα κάτω απ’το άλλο ή κάτω από τις μεγαλύτερες πλάκες, δημιουργώντας ένα ασταθές γεωλογικό περιβάλλον με δημιουργία κι εξαφάνιση νησιών, αυξομειώσεις της έκτασης ξηράς, ανυψώσεις θαλάσσιου πυθμένα κλπ. Η γεωλογική δραστηριότητα άρχισε πριν από 50 και η δημιουργία νησιών πριν από 30 εκατομμύρια χρόνια, οπότε πολλά συμπυκνώθηκαν και δημιουργηθηκε η βόρεια Νέα Γουινέα, ενώ επίσης περίπου εκείνη την εποχή ανυψώθηκε η κεντρική οροσειρά της, και με δυτική μετατόπιση θραυσμάτων πλακών της Αυστραλίας, σχηματίστηκε η Χαλμαχέρα, το Όμπι, το Αρχιπέλαγος Σούλα και το ανατολικό άκρος του Σουλαουέσι. Τα νησιά της περιοχής προέρχονται είτε από ηπειρωτικά θραύσματα, είτε αππό ανυψώσεις βυθού είτε από ηφαιστειακά νησιωτικά τόξα. Οι βαράνοι μπορεί να μετακινήθηκαν με οποιονδήποτε τρόπο σ’αυτό΄το περιβάλλον, είτε με μετακίνηση διά ξηράς, είτε με άλματα μεταξύ νησιών, ή και με βικαριανισμό (διαχωρισμός πληθυσμών σε διαφορετικά είδη αφού έχει διασπαστεί ένα ενιαίο τμήμα ξηράς). Για τα μικρά σαρκοφάγα πλακουντοφόρα θηλαστικά, η διάβαση της ζώνης ήταν πιο δύσκολη, αλλά έχει γίνει. Η ζώνη αυτή ωστόσο δεν είναι απόλυτος φραγμός, αφού πολλές φορές έχουν περάσει είδη και προς τις δύο κατευθύνσεις.

Οι βαράνοι, και γενικώς τα βαρανόμορφα, έχουν λαυρασιατική προέλευση, οι πρόγονοί τους δηλαδή ζούσαν στη μεσοζωική βόρεια υπερήπειρο Λαυρασία, η οποία περιελάμβανε την Ευρασία και τη Βόρεια Αμερική. Τα πρώτα βαρανόμορφα χρονολογούνται από το ιουρασσικό της Ασίας, ενώ τα πρώτα απολιθώματα μελών του γένους Varanus χρονολογούνται στα 45 εκατομμύρια χρόνια πριν και προέρχονται από την κεντρικη Ασία. Τα απολιθώματα των συγγενών των βαράνων, των ηλοδερμάτων ή τεράτων του Τζίλα, έχουν επίσης λαυρασιατική κατανομή, ενώ το μόνο απολίθωμα λανθανωτοειδούς είναι από το Κρητιδικό της Ασίας. Σύμφωνα με την επικρατέστερη φυλογενετική θεωρία για τους σημερινούς βαράνους, η ομάδα προήλθε απ’την Ασία, κι έπειτα διασπάστηκε στους σημερινούς κλάδους. Ο ένας είναι αυτός που περιλαμβάνει όλα τα αφρικανικά είδη, μαζί με τον V. griseus που φτάνει μέχρι την κεντρική Ασία. Οι επόμενοι είναι αυστραλασιατικοί, με τον πρώτο να περιέχει τα είδη της ασιατικής ενδοχώρας, καθώς κι αυτά των νησιών Σούντα, αν και ο V. salvator πέρασε τη Γραμμή δύο φορές, και αυτά των Φιλιππινών, και το δεύτερο να περιέχει άλλους δύο: Ο ένας περιλαμβάνει το φιλιππινέζικο είδος V. olivaceus και τον κλάδο Euprepiosaurus (ευπρεπιόσαυρος), ο οποίος περιλαμβάνει τα συμπλέγματα των ειδών V. indicus και V. prasinus ενώ ο άλλος αποτελείται από τη μία από τα μεγάλα είδη V. salvadorii, V. komodoensis, V. varius και τον κλάδο Odatria των μικρόσωμων αυστραλιανών ειδών, κι από την άλλη από τα μεγαλύτερα αυστραλιανά είδη βαράνου. Οι βαράνοι δε θα είχαν περάσει τη γραμμή πριν από 50 εκάτ. Χρόνια, αφού τότε η Αυστραλία ήταν πολύ νοτιότερα της Ασίας και δεν υπήρχε ξηρά ανά μεταξύ τους. Πριν 50 εκάτ. Χρόνια, η Αυστραλιανή πλάκα συνάντησε τη ΝΑ Ασία στην περιοχή των σημερινών Φιλιππινών, και δημιουργήθηκε η γεωλογικά ενεργή γραμμή του Ουάλας. Ίσως είχαν δημιουργηθεί νησιωτικά τόξα τότε, τα οποία όμως έπειτα εξαφανίστηκαν ή αφομοιώθηκαν με μεταγενέστερα. Τα σημερινά νησιωτικά συμπλέγματ άρχισαν να σχηματίζονται πριν από 30 εκάτ. Χρόνια, και πιθανόν τότε άρχισαν οι βαράνοι να μετακινούνται προς την Αυστραλία, αφού τα πρώτα απολιθώματα βαράνων στην Αυστραλία χρονολογούνται μεταξύ Ολιγόκαινου και Μειόκαινου, πριν από 24 εκατομμύρια χρόνια. Μέσα σ’αυτά τα 24 εκατομμύρια χρόνια δηλαδή, οι βαρανοί εξελίχθηκαν σε μεγάλη κλίμακα μεγεθών, φτάνοντας στα ακραία μεγέθη του γένους, με ακραίο μικρότερο το V. sparnus στα 20 εκ και ακραίο μεγαλύτερο τον εξαφανισμένο πια (ίσως ευθύνεται και ο άνθρωπος) V. priscus στα 5 μ, και ίσως να υπήρχαν άτομα των 7 μ. Έτσι από τις Φιλιππίνες πρώτα πέρασε ο κλάδος ο οποίος εξελίχθηκε στο δράκο του Κόμοντο στα Σούντα – αυτό πλέον έχει αποδειχθεί λάθος, αφού ο δράκος του Κόμοντο προήλθε από την Αυστραλία και στους μικρόσωμους βαράνους οδάτρια και στους μεγαλόσωμους της Αυστραλίας, κι αργότερα οι ευπρεπιόσαυροι από τις Φιλιππίνες. Υποείδη του V. salvator πέρασαν πολύ πιο πρόσφατα. Το είδος αυτό΄είναι καλός κολυμβητής, και ίσως πέρασε μέσο θαλάσσης. Μια εναλλακτική θεωρία, ότι δηλαδή οι αυστραλιανοί βαράνοι, καθώς και οι δράκοι (αγαμίδες) προϋπήρχαν στη Γκοντβάνα και είχαν ήδη διασπαστεί από τους ασιατικούς από το Μεσοζωικό, την οποία υποστηρίζει ένας μόνο ερευνητής, χρησιμοποιώντας πιθανόν λανθασμένες μεθόδους μοριακού ρολογιού στο μιτοχονδριακό dna, δεν υποστηρίζεται από τα απολιθωματικα και τα μοριακά δεδομένα. Αν άλλωστε οι βαράνοι προϋπήρχαν στη νότια υπερείπηρο, θά’πρεπε να βρίσκονται και στη Νότια Αμερική, η οποία ήταν κι αυτή μέρος της, απ’όπου απουσιάζουν εντελως ως απολιθώματα. Σήμερα εκεί οι σαυρες τεγκού αντικαθιστούν οικολογικά τους βαράνους.

Ανατολικά λοιπόν της Γραμμής του Ουάλας, υπάρχουν αρκετοί μικροί βαράνοι, ενώ δυτικά σχεδόν κανένας, και οι επιστήμονες κάνουν διάφορες υποθέσεις γι’αυτό το φαινόμενο, τις οποίες μία-μία τις αποκλείουν. Ίσως οι μικροί βαράνοι να μη μπόρεσαν να περάσουν εξαιτίας μειωμένων ικανοτήτων εξάπλωσης, ίσως λόγω αλληλεπίδρασης με τα θηλαστικά. Αν και δε γίνεται ν’αποκλειστεί εντελώς το πρώτο ενδεχόμενο, οι μικρόσωμοι βαράνοι πολλάκις έχουν περάσει από την Αυστραλία σε απομακρυσμένα νησιά, οπότε ίσως να μην είναι και τόσο δύσκολη η μεταφορά τους μακριά. Πιθανόν η αλληλεπίδραση με τα θηλαστικά να περιόρισε την εξάπλωσή τους. Ο ανταγωνισμός με τα μικρά σαρκοφάγα θηλαστικα είναι απίθανος, αφού οι μικροί βαράνοι τρέφονται κυρίως με έντομα και μικρές σαύρες, τροφές που υπάρχουν παντού στο περιβάλλον και σε τεράστιους αριθμούς. Η ύπαρξη πολλών ειδών σαυρών στην Αυστραλία ίσως να είναι ένας ακόμα λόγος που εξελίχθηκαν τόσο πολλοί μικροί βαράνοι εκεί. Από την άλλη, ίσως το κυνήγι των μικρών βαράνων από τα μικρά σαρκοφάγα πλακουντοφόρα θηλαστικά να εξηγεί την απώλεια μικρών βαράνων δυτικά της γραμμής Ουάλας, ή και ανατολικά όπου υπάρχουν μικρά σαρκοφάγα θηλαστικά. Στο Σουλαουέσι για παράδειγμα, όπου έφτασε ένα είδος σιβέτας, δεν υπάρχει κανένας μικρός βαράνος. Η υπόθεση αυτή δοκιμάζεται με την ανθρώπινη εισαγωγή μικρών σαρκοφάγων πλακουντοφόρων θηλαστικών στην Αυστραλία και σε πολλά γειτονικά νησιά, για τα οποία ωστόσο δεν είναι γνωστό κατά πόσο τρώνε βαράνους. Στις εύκρατες κι ερημικές περιοχές της Αυστραλίας για παράδειγμα οι γάτες και οι αλεπούδες προτιμούν τα πουλιά και τα θηλαστικά για τροφή, ενώ σε τροπικές περιοχές ίσως οι γάτες να τρέφονται και με μικρούς βαράνους. Σε μία πρόσφατη μελέτη ραδιοϊχνηλάτησης 54 μικρών βαράνων στα βόρεια τροπικά δάση της Αυστραλίας, οι 13 είχαν φαγωθεί από εχθρούς, εκ των οποίων οι 4 πιάστηκαν από ιθαγενή σαρκοφάγα και οι υπόλοιποι 9 από μία μόνο γάτα. Οι γάτες στήνουν ενέδρα στους μικρούς βαράνους όταν κατεβαίνουν από τα δέντρα ακόμα και την ημέρα, ενώ τα ιθαγενή κουόλ, μαρσυποφόρα σαρκοφάγα παρόμοια με τη γάτα, είναι νυκτόβια και δε στήνουν ενέδρες.

Μετά οι επιστήμονες εξηγούν για ποιον λόγο οι μικρότεροι βαράνοι να είναι πιο ευάλωτοι στο κυνήγι από θηλαστικά. Οι μεγάλοι βαράνοι γεννούν πολλά αυγά, τα οποία επωάζονται για περισσότερο χρόνο και πιθανότατα ζουν περισσότερο τα είδη αυτά απ’τους μικρούς, αφήνοντας έτσι πολύ περισσότερους απογόνους για ν’αντισταθμήσουν τις απώλειες. Αντίθετα, οι μικρότεροι βαράνοι γεννούν λιγότερα αυγά, τα οποία εκολάπτονται σε μικρότερους νεοσσούς, οι οποίοι αναλογικα με το σώμα τους όμως είναι μεγαλύτεροι σε σχέση μ’αυτούς των μεγαλύτερων ειδών. Δηλαδή οι μικροί βαράνοι επενδύουν περισσότεροι ενέργεια σε σχετικα λιγότερα μικρά. Τέτοιες στρατηγικές ακολουθούν συνήθως ζώα σε περιβάλλοντα με λίγους εχθρούς. Υπάρχουν επίσης αυστραλιανά είδη μεγάλων βαράνων με λιγότερα αυγά και μεγαλύτερα μικρά από το σύνηθες, αλλά τα μικρά τους μπορεί να έχουν το μέγεθος ενός ενήλικου μικρόσωμου βαράνου, οπότε δε μπορεί να γίνει σωστή σύγκριση. Έτσι οι μικροί βαράνοι αναγκαστικά γεννούν μικρότερους απογόνους, οπότε δε θα μπορούν να διατηρήσουν τον πληθυσμό τους σταθερό στο ενδεχόμενο μεγάλης πίεσης από σαρκοφάγα πλακουντοφόρα θηλαστικά. Τα μικρά των μεγάλων βαράνων επιβιώνουν χάρη στους μεγάλους αριθμούς τους, στη γρήγορη ανάπτυξή τους και στην κρυπτική συμπεριφορά τους. Όπως παραστατικά μας λένε οι επιστήμονες, συμπεριφέρονται περισσότερο σαν κρυπτικοί σκίγκοι,παρά σαν βαράνοι. Τα μικρά των περισσότερων ειδών ζουν κρυμμένα σε πολύ πυκνή βλάστηση, και σε πολλά μεγάλα είδη διαφέρουν μορφολογικά και συμπεριφορικα από τα ενήλικα άτομα – παρομοίως διαφέρουν και πολλά μικρά μεγάλων ειδών ερπετών, καθώς και πολλοί δεινόσαυροι. Για παράδειγμα, οι νεαροί δράκοι του Κόμοντο είναι δενδρόβιοι και εντομοφάγοι, μοιάζοντας έτσι με πολλά άλλα δενδρόβια είδη, πιθανότατα για ν’αποφύγουν τους κανιβαλιστικούς ενήλικες. Γι’αυτόν το λόγο η εύρεση μικρών βαράνων στη φύση είναι πολύ δύσκολη. Οι δύο επιστήμονες της εργασίας αυτής για παράδειγμα, κάνοντας απολογισμούς σαυρών στην έρημο Βικτόρια της βόρειας Αυστραλίας για πολλούς μήνες, μόνο μια φορά βρήκε ο καθένας νεογέννητο V. tristis.

Οπότε οι ερευνητές καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι ούτε η αδυναμια εξάπλωσης ούτε ο ανταγωνισμός με τα θηλαστικά εξηγούν επαρκώς την απουσία μικρόσωμων βαράνων δυτικά της Γραμμής του Ουάλας. Το πιο πιθανό είναι ότι τα μικρά σαρκοφάγα πλακουντοφόρα θηλαστικά πιέζουν έντονα τους πληθυσμούς των μικρόσωμων ειδών, τα οποία εκ φύσεως δε μπορούν να γεννήσουν πολλά μικρά και τελικα εξαφανίζονται. Επίσης η ύπαρξη μεγάλης ποικιλίας μικρών σαυρών στην Αυστραλία ίσως οδήγησε στην ιδιαίτερα μεγάλη ποικιλία μικρών βαράνων στην ήπειρο αυτήν.

Ολόκληρη τη μελέτη μπορείτε να την βρείτε σε pdf εδώ.

Δεν πιστεύω ότι όλοι οι μικρόσωμοι βαράνοι κινδυνεύουν από τα σαρκοφάγα πλακουντοφόρα θηλαστικά. Σύμφωνα με τα δεδομένα, τα σαρκοφάγα πλακουντοφόρα θηλαστικά σπάνια κυνηγούν βαράνους στις εύκρατες και ερημικές περιοχές της Αυστραλίας, οπότε στα μέρη αυτά η αλληλεπιδράσεις βαράνων και θηλαστικών είναι σπάνιες. Για τις τροπικες περιοχές δεν έχουμε πολλά δεδομένα, αλλά ούτε εκεί πιστέυω τα σαρκοφάγα θηλαστικά να τρέφονται σε μεγάλο βαθμό με βαράνους σ’όλες τις περιπτώσεις. Μπορεί να τους τρώνε συχνά, και σε εξελικτικό χρόνο κάποια είδη ίσως να εξαφανιστούν, αλά σίγουρα όχι όλα. Μετά τα εναπομείναντα ίσως αναπτύξουν αποτελεσματικότερες άμυνες κατά των θηλαστικών. Επίσης, μέσα στην καρδιά της εξάπλωσης των μικρών σαρκοφάγων πλακουντοφόρων θηλαστικών υπάρχει ένας μικρόσωμος βαράνος, που επιβιώνει κανονικότατα. Στην κεντρική Αφρική βρίσκεται ο βαράνος της σαβάνας (V. exanthematicus), ο οποίος συνήθως γίνεται μόνο 80 εκ, τρέφεται με ασπόνδυλα και μικρα σπονδυλωτά, και ζει σ’ένα περιβάλλον γεμάτο με μικρά, δραστήρια σαρκοφάγα θηλαστικά με άγριες διαθέσεις. Αλλά και ο V. griseus δεν είναι μεγαλύτερος, φτάνοντας τα 1,2 μέτρα συνήθως, στο όριο δηλαδή μεταξύ των λεγόμενων μικρόσωμων και μεγαλόσωμων βαράνων, και όχι μόνο δεν επηρεάστηκε αρνητικά από τα θηλαστικά, αλλά έφτασε μέχρι τα ψυχρότερα μέρη της εύκρατης ζώνης στο Καζακστάν, όπου κανένας άλλος βαράνος δεν έχει φτάσει. Αντίθετα ο άνθρωπος τον απειλεί σοβαρά.

Ασιατικός βαράνος του νερού (Varanus salvator salvator), από Wikipedia.

Οι βαράνοι ή βαρανοί αποκαλούνται συχνά οι βασιλιάδες των σαυρών. Είναι συνήθως μεγαλόσωμες, σαρκοφάγες σαύρες με μεγάλη εξάπλωση στην Αφρική, στην Ασία, στα νησιά του Ινδικού και στην Αυστραλία. Τα 78 είδη τους αποτελούν το γένος Varanus της μονοτυπικής οικογένειας Varanidae, αλλά ο αριθμός των ειδών συνεχώς αυξάνεται από τη διάσπαση πληθυσμών σε νεά είδη ή και την ανακάλυψη νέων. Η οικογένεια των βαρανιδών έχει ιστορία από το ύστερο Κρητιδικό, και στο παρελθόν είχε περισσότερα γένη, αν και σήμερα μόνο οι βαράνοι απομένουν, οι οποίοι είναι πολύ επιτυχημένοι. Συγγενείς και ίσως πρόγονοί τους είναι οι νεκρόσαυροι, και λίγο μακρινότεροι οι θαλάσσιοι μοσάσαυροι του Κρητιδικού. Ακόμα μακρινότεροι συγγενείς είναι οι άωτοι βαράνοι (οικογένεια Lanthanotidae), τα τέρατα του Τζίλα (οικογένεια Helodermatidae), τα αγκουοειδή όπως το κονάκι (οικογένεια Anguidae), και τα φίδια. Το γένος είναι μοναδικό στο ότι, παρά τις τεράστιες διαφορές στο μέγεθος (από 20 εκ [πρόσφατα ανακαλυμμένος V. sparnus της Αυστραλίας] μέχρι 3 μ [ο δράκος του Κόμοντο V. Comodoensis], αν κι ακόμα μεγαλύτερος ήταν ο εξαφανισμένος αυστραλιανός V. priscus στα 5 ή και 7 μ), τα είδη δε διαφέρουν σημαντικά στη μορφολογία. Γενικώς είναι σαύρες μακρόστενες αλλά γεροδεμένες, με μακρύ λαιμό, μικρό κεφάλι, αρκετά ανεπτυγμένα άκρα και δυνατή, μη αυτοτομήσιμη ουρά. Η γλώσσα τους είναι λεπτή και διχαλωτή όπως αυτή των φιδιών, και χρησιμεύει μόνο στην όσφρηση, όπως και στα φίδια. Όταν δεν την χρησιμοποιούν, παραμένει προστατευμένη μέσα σ’ένα κάλυμμα ιστού. Τα δόντια τους είναι μεγάλα, κωνικά και αιχμηρά, και το κρανίο τους ελαφρώς κινητικό για να μπορούν να καταπίνουν μεγάλα θηράματα, αν και σε περίπτωση που είναι πολύ μεγάλα, συχνά τα τεμαχίζουν με το κεφάλι και τα μπροστινά τους άκρα. Έχουν το τρίτο μάτι (βρεγματικός οφθαλμός) στην κορυφή του κεφαλιού, όπως οι περισσότερες ημερόβιες σαύρες, και στις φολίδες τους φέρουν αισθητήρια βοθρία για την αφή. Στην κοιλιά τους έχουν σκωληκόμορφες οστέινες πλάκες.
Είναι δραστήρια ζώα, που συχνά καλύπτουν μεγάλες αποστάσεις για εξεύρεση τροφής, και πολλές φορές καταδιώκουν ενεργά τα θηράματά τους. Αυτό απαιτεί υψηλό μεταβολισμό, και σύμφωνα με τις μελέτες που το διερεύνησαν αυτό, οι βαράνοι είναι τα σημερινά ερπετά με τον υψηλότερο μεταβολισμό και αερόβια ικανότητα. Η καρδιά τους είναι λειτουργικά τετράχωρη κατά τη συστολή, διαχωρίζοντας έτσι πλήρως τη συστημική από την πνευμονική κυκλοφορία, ώστε να μπορούν να έχουν υψηλή συστημική πίεση για να καλύπτουν τις ανάγκες τους σε οξυγόνο χωρίς αυτό να βλάπτει τους πνεύμονες, όμοια με τα πτηνά και τα θηλαστικά. Ο αέρας στους πνεύμονές τους κινείται μονόδρομα, ένα σύστημα που έχει εξελιχθεί ανεξάρτητα και στους αρχόσαυρους (κροκοδείλια, πουλιά και εξαφανισμένοι συγγενείς), και είναι αποτελεσματικότερο απ’αυτό των θηλαστικών. Διατηρούν επίσης υψηλές θερμοκρασίες την ημέρα, όμοιες ή υψηλότερες απ’αυτές των θηλαστικών. Τα χαρακτηριστικά αυτά τους έχουν κάνει αντάξιους ανταγωνιστές των σαρκοφάγων θηλαστικών μεσαίου μεγέθους στις περιοχές όπου ζουν. Σε μικρότερα μεγέθη κινδυνεύουν να φαγωθούν από μικρά σαρκοφάγα θηλαστικά, γι’αυτό ελάχιστοι μικροί Βαρανοί υπάρχουν στην Αφρική και την Ασία, αν και στην Αυστραλία, ελλείψει πολλών σαρκοφάγων πλακουντοφόρων θηλαστικών, πολλοί βαράνοι έχουν εξελίξει μικρότερο μέγεθος και τα αντικαθιστούν οικολογικά. Σχεδόν όλα τα μέλη του γένους είναι σαρκοφάγα, τρώγοντας εύρος τροφών από αυγά, έντομα και σκουλήκια μέχρι ψάρια, τρωκτικά, άλλα ερπετά, μεγάλα ζώα όσο κι ένα βουβάλι και πτώματα. Κάποια δενδρόβια είδη μπορεί να τρώνε και φρούτα συμπληρωματικά, ενώ 3 ασιατικά είδη είναι φρουτοφάγα. Η όρασή τους είναι καλή, αλλά ακόμα καλύτερη είναι η όσφρησή τους, χάρη στην οποία εύκολα βρίσκουν κρυμμένη ή θαμμένη τροφή. Τα περισσότερα είδη κινούνται στο περιβάλλον όπου εξελίχθηκαν, αλλά μπορεί να κυνηγήσουν και σε διαφορετικά περιβάλλοντα, π.χ. πολλά χερσαία είδη μπορεί να ψάξουν τροφή στο νερό. Είναι ημερόβιοι, αλλά μπορούν να δραστηριοποιηθούν και τη νύχτα κάποιες φορές.
Είναι από τα εξυπνότερα ερπετά, με νοημοσύνη που ξεπερνά αυτήν πολλών θηλαστικών. Διάφορα είδη έχουν βρεθεί ότι λύνουν περίπλοκα προβλήματα για να φτάσουν στην τροφή, έχουν υποτυπώδεις αριθμητικές ικανότητες, παίζουν με αντικείμενα όπως πολλά θηλαστικά κλπ. Ορισμένα είδη εξαπατούν τους γονείς για να κλέψουν τα αυγά τους, όπως ο Varanus albigularis στην Αφρική, όπου ο ένας διώχνει τον κροκόδειλο απ’τη φωλιά κι ο άλλος τρώει τα αυγά, και μετά επιστρέφει και ο πρώτος για να φάει – από τα λίγα ερπετά που κυνηγούν συνεργατικά. Πολλοί δενδρόβιοι βαράνοι χρησιμοποιούν τα μπροστινά τους άκρα για να βγάλουν έντομα από τρύπες, συμπεριφορά σπάνια στις σαύρες. Παρόλα αυτά, οι περισσότεροι βαράνοι είναι μοναχικοί, αποφεύγοντας την επαφή με άλλα μέλη του είδους τους. Εκτός από το συγκεκριμένο Αφρικανικό είδος, κυνηγούν μόνοι τους, αν και μπορεί να συγκεντρωθούν σε περίπτωση πολλής τροφής, π.χ. αν υπάρχει μεγάλο πτώμα, οπότε τρώνε ανάλογα με το μέγεθός τους, με τους μεγαλύτερους πρώτους. Σε τέτοιες περιπτώσεις, μεγαλόσωμοι βαράνοι μπορεί να μαλώσουν, όπως επίσης μαλώνουν αρσενικά κατά την περίοδο αναπαραγωγής για τις περιοχές τους. Όταν μαλώνουν σηκώνονται στα δύο πόδια και σπρώχνονται. Τα θηλυκά σε πολλά είδη σκάβουν περίπλοκες φωλιές, τις οποίες φυλάγουν από εχθρούς, αλλά τα μικρά είναι ανεξάρτητα μόλις γεννηθούν, μένοντας κρυμμένα για τον περισσότερο καιρό μέχρι να μεγαλώσουν, για΄τι έχουν πολλούς εχθρούς, συμπεριλαμβανομένων και μεγαλύτερων μελών του είδους τους. Παρομοίως σηκώνονται στα δύο πόδια και την ουρά για να παρακολουθήσουν το περιβάλλον τους, δίνοντάς τους το αγγλικό όνομα “monitor lizards (σαύρες που παρακολουθούν)». Το όνομα «βαράνος» προέρχεται από το αραβικό «ουαράν» ή «ουαράλ», που προέρχεται από τη σημιτική ρίζα “wrl” αναφερόμενοι σε μεγάλη σαύρα ή δράκο.

Δεν είναι λοιπόν απορίας άξιο ότι τέτοια ζώα συγκέντρωσαν αρκετό μύθο και παράδοση γύρω τους σε διάφορους πολιτισμούς. Εξαιτίας των μοναδικών χαρακτηριστικών τους, οι άνθρωποι από αρχαιοτάτων χρόνων τους ξεχώριζαν από όλες τις υπόλοιπες σαύρες, αντιμετωπίζοντάς τους περισσότερο ως μυθικούς δράκους παρά ως σαύρες. Αλλού σκοτώνονταν ως επικίνδυνα ζώα, αλλού θεωρούνταν κακά πνεύματα και φορείς κακοτυχίας, αλλού λατρεύονταν ή θεοποιούνταν, αλλού ήταν ανεκτοί, χρησιμοποιούνταν στην ιατρική, στη μαγεία και κυνηγούνταν για το κρέας τους. Σήμερα πολλά είδη απειλούνται από την απώλεια του ενδιαιτήματός τους εξαιτίας της ανθρώπινης ανάπτυξης, αλλά κι από την ανθρώπινη εκμετάλλευση, κυρίως για το δέρμα τους. Άλλα είδη ωστόσο εξακολουθούν ν’ακμάζουν παρά τις πιέσεις, αποδεικνύοντας πόσο επιτυχημένα είναι. Όπως και τα περισσότερα ερπετά, οι μύθοι που τους περιβάλλουν τους συνδέουν κυρίως με το κακό, καθιστώντας/όντας έτσι σοβαρά εμπόδια για τις προσπάθειες προστασίας τους. Το παρακάτω κείμενο είναι απόσπασμα βιβλίου, το οποίο βρήκα στη σελίδα του Mampam, ενός περιβαλλοντικού ιδρύματος που ασχολείται με την προστασία λιγότερο γνωστών ζώων, όπως είναι οι βαράνοι, αλλά και με την υποστήριξη παραμελημένων κοινοτήτων. Αρχικά ήταν σπασμένο σε πρώτο και δεύτερο μέρος, αλλά εγώ τα συνένωσα.

Μετάφραση: Bolko

Βαράνοι και ανθρωπότητα

Σελίδα 1 από 2

Απόσπασμα από το Ένα Μικρό Βιβλίο για τους Βαράνους © D. Bennett 1995. Viper Press, UK

Η σχέση μας με τους βαράνους φτάνει μέχρι 90.000.000 χρόνια πριν. Για σχεδόν όλο αυτό το διάστημα, αυτοί ήταν οι θηρευτές κι εμείς τα θηράματα. Οι πρώτες καταγεγραμμένες περιπτώσεις θήρευσης βαράνων από τον άνθρωπο χρονολογούνται περίπου στα 40.000 χρόνια πριν (King 1962). Σήμερα η σχέση της ανθρωπότητας με τους βαράνους είναι περίπλοκη. Είναι αναμφίβολα οι σημαντικότερες από τις σαύρες για την ανθρώπινη φυλή.

Ο βαράνος στην παράδοση και την τέχνη

Οι βαράνοι συχνά λέγεται ότι έδωσαν την έμπνευση για τους μυθικούς δράκους, αλλά πολλά άλλα ζώα διεκδικούν εξίσου την ίδια θέση. Η περιγραφή των μεγάλων όφεων του Καραζάν από το Μάρκο Πόλο εύκολα θα μπορούσε ν’αναφέρεται σε ένα δράκο του Κόμοντο:

«Εδώ υπάρχουν τεράστια φίδια δέκα βήματα σε μήκος και 10 πιθαμές στο πλάτος του σώματος. Στο μπροστινό μέρος δίπλα στο κεφάλι έχουν δύο κοντά πόδια, το καθένα με τρία νύχια σαν αυτά μίας τίγρεως, με μάτια μεγαλύτερα από ένα καρβέλι τεσσάρων πεννών και πολύ λαμπερά. Τα σαγόνια είναι αρκετά πλατιά ώστε να καταπιούν έναν άνθρωπο, τα δόντια είναι μεγάλα και αιχμηρά και η όλη τους εμφάνιση είναι τόσο φοβερή που ούτε άνθρωπος ούτε κανένα άλλο ζώο δε μπορεί να τα πλησιάσει χωρίς τρόμο.»

Οι πρώτες γνωστές απεικονίσεις βαράνων προέρχονται από σπηλαιογραφίες κοντά στο Μπόπαλ που έγιναν πριν από περίπου 10.000 χρόνια (Das 1989). Συχνά εμφανίζονται στην αρχαία και στη σύγχρονη αυστραλιανή τέχνη, αλλά απουσιάζουν εμφανώς από την τέχνη των αρχαίων αιγυπτιακών πολιτισμών. Σύμφωνα με τον Rose (1962) οι βαράνοι συχνά απεικονίζονταν και ταριχεύονταν από τους Αρχαίους Αιγυπτίους. Πάραυτα οι Αιγύπτιοι δεν άρχισαν να ταριχεύουν ερπετά μέχρι τις μεταγενέστερες δυναστείες (πριν περίπου 4.000 χρόνια), όταν σχετίστηκαν με τον ηλιακό θεό Ατούμ, και μια έρευνα για τα μουμιοποιημε΄να ερπετά στο Βρετανικό Μουσειο και σ’αυτό του Καΐρου δεν έχει αποκαλύψει ούτε ένα δείγμα βαράνου (Bennett & Akonnor ms). Ο πιθανότατος λόγος για τον οποίον οι βαρανίδες αποκλείονταν από τη μεταθάνατον ζωή είναι ότι τρώνε τα αυγά και τα μικρά των κροκοδείλων, οι οποίοι, αν και περιφρονούνταν, θεωρούνταν πολύ ιεροί από τους Αρχαίους Αιγυπτίους.

Η παράδοση βρίθει από δεισιδαιμονίες και ανέκδοτα που αφορούν τους βαράνους. Σε κάποια μέρη αντιμετωπίζονται με περιφρόνηση ή και με φόβο, αλλά πολλοί πολιτισμοί εκτιμούν τις σαύρες και ορισμένοι τις αντιμετωπίζουν με υψηλή ευλάβεια.

Ιστορίες ότι οι βαράνοι είναι ιοβόλοι ή και δηλητηριώδεις αφθονούν στην πρώιμη βιβλιογραφία. Το σάλιο τους θεωρείται δηλητηριώδες στη Βεγγάλη και σε μέρη του Βόρνεο πάντοτε μαγειρεύονται με πιπερόριζα ως προληπτικό μέτρο, διότι αν έχει επιλεγεί για την κατσαρόλα ένα δηλητηριώδες άτομο, το μίγμα θα μαυρίσει (Saha 1983; Auffenberg 1982). Οι Mason & Theobald (στο Gaddow 1901) έχουν ισχυριστεί ότι οι Βυρμανέζοι Καρέν έτρωγαν βαράνους, αλλά πετούσαν τα κεφάλια επειδή τα θεωρούσαν δηλητηριώδη. Ο κρυπτικός τραχύλαιμος βαράνος πιστευόταν ότι είχε τόσο δυνατό δηλητήριο, που μπορούσε να σκοτώσει έναν ελέφαντα (Lekagul 1969). Στη Σρι Λάνκα οι βαράνοι του νερού συνήθως θεωρούνται άνοστοι, ενώ οι βαράνοι της Βεγγάλης τρώγονται με ευχαρίστηση (Deraniyagala 1953). Εντούτοις αν πατήσεις τα περιττώματα των σαυρών μπορεί να βγάλεις εξανθήματα με έλκη στα πόδια σου (de Silva, προσ.επικ.). Η ικανότητα των σαυρών να τρώνε ιοβόλα φίδια αναγνωρίζεται σε πολλούς πολιτισμούς και στην Αυστραλία, στην Αίγυπτο και στην Αλγερία η ανοσία τους συχνά αποδίδεται στη συνήθειά τους να αναζητούν φαρμακευτικά φυτά μόλις δαγκωθούν (Reed 1987, Anderson 1898, Mamir, προς. επικ.).

Οι βαράνοι μπορούν να φέρουν κακή τύχη στους ανθρώπους με διάφορους τρόπους. Στο Βόρνεο μερικές φορές απεικονίζονται στις ασπίδες των πολεμιστών για να σκορπίσουν τον τρόμο στις καρδίες των αντιπάλων τους. Εάν ένας βαράνος περάσει μπροστά από έναν προελαύνοντα στρατό, μπορεί να επέλθει ανταρσία, εκτός κι αν η μάχη αναβληθεί. Εάν ένας ειδωθεί σ’ένα γάμο, η ένωση θεωρείται αποτυχημένη από την αρχή (Auffenberg 1982). Σε μέρη του Πακιστάν θεωρούταν απαραίτητο να κρατήσεις το στόμα σου καλά κλειστό μπροστά σ’ένα βαράνο· με μια φευγαλέα ματιά των δοντιών σου θα μπορούσε το πνεύμα του ερπετού να μολύνει την ψυχή σου (Minton 1966). Εάν ένας βαράνος έτρεχε ανάμεσα στα πόδια σου στο Καζακστάν, η πιθανότητά σου να κάνεις παιδιά στο μέλλον θεωρούταν μηδενική (Nickolskii 1915). Σε κάποια μέρη της Ταϊλάνδης κάποιοι άνθρωποι δεν τολμούν καν να προφέρουν το όνομα του βαράνου, ενώ άλλοι το χρησιμοποιούν ως προσβολή (Nutphand undated). Στα νοτιότερα, όταν το φεγγάρι είναι γεμάτο, κάποιοι δύστυχοι άνθρωποι βγάζουν λέπια και βγάζουν μια μακριά, διχαλωτή γλώσσα. Αυτοί οι «βαρανάνθρωποι» περιπλανώνται ψάχνοντας όχι για κάμπιες και σκαθάρια, αλλά για ζεστή ανθρώπινη σάρκα (Auffenberg 1982).

Πολλοί πολιτισμοί ξεχωρίζουν σαφώς τους καλούς από τους κακούς βαράνους. Γύρω από τους λόφους Γκάρο στην Ινδία, οι βαράνοι του νερού με νεφελώδη σημάδια θεωρούνταν κακά πλάσματα που τραβούσαν τους ανθρώπους κάτω απ’το νερό και τους έπιναν το αίμα. Αυτοί με φωτεινά σχέδια (γνωστοί ως Αρίνγκα) υποτίθεται ότι ήταν φιλικοί και απεικονίζονταν στις θύρες των σπιτιών των εργένηδων των φυλών Άτονγκ και Γκάντσινγκ. Ένα άλλο σόι του Γκάρο, οι Ντάουα, έχουν την ακόλουθη ιστορία για τον ιδρυτή τους.

Όταν κάποτε ο Ντάουα ήταν νεαρός, συνάντησε ένα μωρό αρίνγκα που έτρωγε φύλλα πεπονιάς σ’ένα από τα χωράφια του χωριού. Το έπιασε και το έβαλε σ’ένα κλουβί, ταΐζοντάς το με φρούτα. Κάθε μέρα οι γονείς του βαράνου έρχονταν και επισκέπτονταν το φυλακισμένο παιδί τους, κι όταν ο Ντάουα είδε τα τεράστια αρίνγκα τρομοκρατήθηκε σε περίπτωση που αποφάσιζαν να τον εκδικηθούν αυτόν ή τους ανθρώπους του όταν περνούσαν το ποτάμι. Έτσι έντυσε το νεαρό βαρανό μ’ένα κίτρινο πανωφόρι, έβαλε σκουλαρίκια στα αυτιά του, τον απελευθέρωσε και υποσχέθηκε στους γονείς του ότι δε θα ξαναπιάσει βαράνους ποτέ, και τους ζήτησε ως αντάλλαγμα να μη φάνε κανέναν από το σόι του αν διαβεβαίωναν την ταυτότητά τους πριν μπουν στο νερό. Το νεαρό αρίνγκα έγινε ο φίλος του Ντάουα, κι όταν μεγάλωσε συνήθιζε να τον περνάει απέναντι απ’το ποτάμι στην πλάτη του. Μέχρι σήμερα οι Γκάρο ποτέ δε σκοτώνουν αρίνγκα, και πάντοτε φωνάζουν «Είμαι γιος του Ντάουα» πριν μπουν στο ποτάμι. Εάν κάποιος πιαστεί κατά λάθος, του δίνονται λίγα σκουλαρίκια ως απολογία κι απελευθερώνεται (Parry 1932).

Σύμφωνα με το θρύλο, τα κανό από φλοιό πρωτοεφευρέθηκαν από τους βαράνους του Μέρτενς, οι οποίοι έπρεπε να μάθουν πώς να σκαρφαλώνουν για να προμηθεύονται τις πρώτες ύλες για τις τέχνες τους (McConnel 1957). Οι εργατικοί και εφευρετικοί βαράνοι έγιναν τεμπέληδες όταν έφτασαν στη νότια Αυστραλία. Εγκατέλειψαν τη γεωργία και επιδόθηκαν στο κυνήγι μικρών κι ανυπεράσπιστων ζώων, καταλήγοντας τελικά να κλέβουν τροφή από τους ακανθόχοιρους αφού τους νάρκωναν με μέλι (Reed 1987).

Στη Μαλάγια πιστευόταν ότι οι βαράνοι του νερού εκολάπτονταν από αυγά κροκοδείλου, αλλά έμεναν στην ξηρά, ενώ κάποια απ’τα αδέρφια τους έτρεχαν αμέσως στο νερό κι έτσι γίνονταν γνήσιοι κροκόδειλοι (Ridley 1899). Παραδόξως μια παρόμοια πίστη επικρατούσε στην Αίγυπτο, όπου ο βαράνος του Νείλου πιστευόταν ότι ήταν το πρώτο στάδιο στη ζωή ενός κροκοδείλου, και ο Ηρόδοτος (περίπου στο 450 π.Χ. στον Anderson 1898) περιέγραψε τους βαράνους της ερήμου που είδε στη Λιβύη ως χερσαίους κροκοδείλους.

Χρήσεις των βαράνων από τον άνθρωπο

Η ανθρωπότητα χρησιμοποιεί τους βαράνους με διάφορους τρόπους· για τροφή, ως εξολοθρευτές επιζήμιων ζώων και για την Παρασκευή φαρμάκων και κατεργασμένου δέρματος. Σε κάποια μέρη του κόσμου είναι τεράστιας οικονομικής σημασίας, αλλά σε λίγα μέρη θεωρούνται μάστιγα και γίνονται προσπάθειες αφανισμού τους.

Οι διατροφή πολλών βαράνων τους κάνει ιδανικούς εξολοθρευτές επιζήμιων ζώων, και η χρήση τους γι’αυτό είναι αναμφίβολα η πιο πολύτιμη ιδιότητά τους. Τρώνε αυγά κροκοδείλου και δηλητηριώδη φίδια, όπως επίσης και τεράστιες ποσότητες επιζήμιων για τις καλλιέργειες καβουριών, σαλιγκαριών, σκαθαριών και ορθόπτερων. Σε πολλά μέρη της Αφρικής και της Ασίας ενθαρρύνονται να κατοικήσουν σε ορυζώνες, άλση κοκοφοινίκων κι άλλες αγροτικές εκτάσεις για να μειώσουν τις βλάβες στη σοδειά (π.χ. Deraniyagala 1931). Ο βαράνος του Ρόζενμπεργκ ίσως να έχει εισαχθεί σε πολλά νησιά της νότιας Αυστραλίας για να μειώσει τον αριθμό των ιοβόλων φιδιών (Κεφάλαιο 5) και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας εξέταζε την εισαγωγή του βαράνου των μαγκροβίων σε νησιά του Ειρηνικού γεμάτα με αρουραίους, μέχρι που έγινε προφανής η βέβαιή του προτίμηση για τα καβούρια (Uchida 1967). Οι λίγες μελέτες που διεξήχθησαν σε βαράνους που ζούσαν σε αγροτικές περιοχές έχουν όλες καταδείξει ότι η διατροφή τους αποτελείται ως επί το πλήστον από ζώα που είναι επιζήμια για τις καλλιέργειες (Auffenberg και αλ 1991, Traeholt 1993, Bennett & Akonnor 1995) και σε πολλές περιοχές η συνήθειά τους να καταναλώνουν πτώματα επιδοκιμάζεται. Όπου οι βαράνοι δεν καταδιώκονται, ζουν κοντά ή και μέσα σε κατοικημένες περιοχές, ψάχνοντας τροφή γύρω από σκουπιδότοπους και τρώγοντας κάθε είδους σκουπίδι. Είναι κοινό θέαμα σε κάποιες από τις μεγαλύτερες πόλεις της Αφρικής, της Ασίας και της Αυστραλίας και πιθανόν είναι ανεκτοί επειδή βοηθούν στη μείωση της τροφής των αρουραίων, των μυγών και άλλων αστικών παρασίτων.

Η χυμώδης σάρκα των βαράνων έχει εκτιμηθεί εδώ και πολύ καιρό. Είναι πλούσια σε λίπος και μπορεί να ψηθεί στο φούρνο, στη σχάρα, να καπνιστεί και να γίνει σούπα, να μαγειρευτεί σε κάρι ή να τηγανιστεί. Εάν μαγειρευτεί προσεκτικά, είναι τρυφερή και ούτε στο ελάχιστο ινώδης ή σκληρή. Τα καλύτερα κομμάτια είναι το συκώτι, η βάση της ουράς και τα αυγά. Ο Cochran (1930) αναφέρει ότι τα αυγά των βαράνων του νερού θεωρούνταν κατάλληλα για προσφορά στο βασιλιά της Ταϊλάνδης. Οι ακόλουθοι του ισλάμ στην Ασία δεν τρώνε βαράνους, αλλά πολλοί ευσεβείς μουσουλμάνοι στη Δυτική Αφρική τους θεωρούν μεγάλη νοστιμιά. Σε κάποια μέρη των νησιών των Φιλιππίνων, οι βαράνοι είναι σημαντικό στοιχείο της διατροφής και σε πολλά μέρη του κόσμου χρησιμοποιούνται για να επαυξήσουν αξιολύπητα χαμηλά σε πρωτεΐνη γεύματα. Η χρήση τους ως τροφή στην Αφρική, στην Ασία και στην Αυστραλία φαίνεται να είναι πλατιά διαδεδομένη (π.χ. Irvine 1969). Ο βαράνος των μαγκροβίωνέχει εισαχθεί σε πολλά νησιά του Ειρηνικού πολύ πρόσφατα, πιθανόν ως πηγή τροφής (Κεφάλαιο 6).

Μια εκπληκτική σειρά τονωτικών, φαρμάκων και φίλτρων φτιάχνονται από διάφορα μέρη του σώματος του βαράνου (π.χ. Gaddow 1901, Auffenberg 1982, Das 1989 και οι παραπομπές που αναφέρονται εκεί). Το λίπος χρησιμοποιείται για τη θεραπεία της επιδεινούμενης όρασης και για ποικιλία άλλων παθήσεων (ιδίως της αρθρίτιδας, των ρευματισμών, των αιμορροΐδων και των μυικών πόνων). Χρησιμοποιείται επίσης ως σεξουαλικό λιπαντικό (Saxena 1993). Οι αποξηραμένες χοληδόχοι κύστεις είναι ιδιαίτερα θεραπευτικές, αφού θεραπεύουν τα καρδιακά προβλήματα, την ανικανότητα και την ηπατική ανεπάρκεια, όπως επίσης και πλήθος σοβαρότερων παθήσεων. Στη Βόρεια Αφρική, αποξηραμένα κεφάλια βαράνων πωλούνται για να κονιορτοποιηθούν και να χρησιμοποιηθούν για τη θεραπεία πλήθους εξωτερικών και εσωτερικών βασάνων (Linley, προσ.επικ.). Οι αμνησιακοί στη Σρι Λάνκα κάποιες φορές παρασκευάζουν ένα γεύμα από γλώσσες βαράνων, το οποίο λέγεται ότι επαναφέρει τη μνήμη στην πλήρη της ισχύ (de Silva, προσ.επικ.). Ο Krishnan (1992) αναφέρει ότι ένας άντρας που υπέστη μια σοβαρή πληγή στο μηρό ως αποτέλεσμα της αναμέτρησής του μ’έναν αγριόχοιρο γιατροπορεύτηκε απ’τους φίλους του με τον ακόλουθο τρόπο: Λεπτές φέτες φρέσκιας σάρκας βαράνου της Βεγγάλης τοποθετήθηκαν μέσα στη βαθιά πληγή, η οποία έπειτα δέθηκε με επιδέσμους. Ο άντρας ισχυρίστηκε αργότερα ότι η πληγή είχε επουλωθεί εντελώς σε δέκα μέρες κι άφησε μόνο μια εκπληκτικά μικρή ουλή. Απ’ό,τι γνωρίζω, καμία από τις θεραπευτικές ιδιότητες των βαρανών δεν έχει τεθεί ακόμα υπό σοβαρή επιστημονική εξέταση. Στη Σρι Λάνκα επίσης πιστευόταν ότι ένα μίγμα λίπους και σάρκας του βαράνου του νερού και ανθρώπινου αίματος και τριχών γίνεται πολύ ισχυρό δηλητήριο αν βραστεί, κι ότι μια σταγόνα είναι αρκετή για να σκοτώσει αμέσως έναν εχθρό (Auffenberg 1982). Οι βαράνοι του νερού λεγόταν επίσης ότι συντελούσαν στην Παρασκευή του πλέον προτιμώμενου δηλητηρίου των Σινγκαλέζων ασασίνων, το καμπάρα-τελ. Τα υλικά (φρέσκο δηλητήριο φιδιού, αρσενικό και διάφορα βότανα) ανακατεύονταν με νερό σ’ένα ανθρώπινο κρανίο και τοποθετούνταν σε μια φωτιά, σε τρεις γωνίες της οποίας δεμένοι βαράνοι του νερού τοποθετούνταν στρατηγικά και χτυπούνταν, ώστε οι συριγμοί τους να επιταχύνουν τη διαδικασία του βρασμού και να επαυξήσουν τη δύναμη του αφεψήματος. Ο αφρός από τα χείλη των σαυρών προστιθέταν στο τελευταίο λεπτό, κι όταν στην επιφάνεια εμφανιζόταν ένα ελαιώδες απόβρασμα, το τρομερό φίλτρο ήταν έτοιμο (Morris στο Gaddow 1901).

Σελίδα 2 από 2

Σύμφωνα με τον Das (1988), η φόνευση βαράνων με τσουγκράνες είναι μια μορφή αθλήματος σε μέρη της βορειοανατολικής Ινδίας. Παρομοίως, τα παιδιά σε μέρη της ερήμου Κάρα-Χουμ αντλούν μεγάλη χαρά κυνηγώντας τους βαράνους της Κασπίας και χτυπώντας τους μέχρι θανάτου με τα ρόπαλα. Επειδή οι σαύρες πιστεύεται ότι είναι δηλητηριώδεις, η συμμετοχή και η επιτυχία σ’αυτό το άθλημα θεωρείται πράξη μεγάλης γενναιότητας (προσ. επικ.).

Ο πολυμήχανος και ξακουστός Μαράθι πολεμιστής Κάρνα Σινγκ πέρασε τα τείχη του Φρουρίου του Κέλνα δένοντας ένα σχοινί σ’ένα βαράνο, αφήνοντάς τον να σκαρφαλώσει το τείχος κι ακολουθώντας τον μέχρι πάνω όταν είχε ασφαλιστεί σε μια στενή σχισμή. Από τότε η φυλή του ήταν γνωστή ως Γκορπάντε (από το μαράθι όνομα του βαράνου της Βεγγάλης, γκορπάντ), και κάθε στρατιώτης στο στρατό εκπαιδευόταν στη χρήση τους (Ramakrishna 1983). Λιγότερο ηρωικα άτομα χρησιμοποιούσαν τις σαύρες για να σκαρφαλώσουν τους τοίχους σπιτιών που διαρρήγνυαν (Robinson στο Gaddow 1901).

Ορισμένοι πολιτισμοί λεγόταν ότι άφηναν τους βαράνους να φάνε τους νεκρούς συγγενείς τους κι έτσι κατήργησαν την ανάγκη αποκομιδής των πτωμάτων με ταφή ή καύση. Στο Αρχιπέλαγος Μέργκου, τα πτώματα αφήνονταν σε εκτεθημένες εξέδρες στο δάσος, ενώ στο Μπαλί τα σώματα καλύπτονταν με καλάθια λυγαριάς, τα οποία απέτρεπαν τους σκύλους και τα μαϊμούνια, αλλά άφηναν τους βαράνους να φάνε με την ησυχία τους (Anderson 1889, Auffenberg 1982). Τέτοια δωρεάν και θρεπτικά γεύματα προσέλκυαν μεγάλους αριθμούς βαράνων του νερού, ο Άντερσον αναφέρει ότι ως και 15 άτομα είχαν παρατηρηθεί «να επιδίδονται σ’ένα μακάβριο γεύμα τέτοιου είδους».

Μακράν η πλέον εξέχουσα χρήση των βαράνων είναι για το δέρμα τους. Τα δέρματα των βαράνων παραδοσιακά χρησιμοποιούνταν για την κατασκευή μεμβρανών τυμπάνων και ασπίδων, αλλά σήμερα έχουν μεγάλη ζήτηση στα πλουσιότερα μέρη του κόσμου για να γίνουν λουριά ρολογιών χειρός, παπούτσια, πορτοφόλια, τσάντες κι άλλα δερμάτινα αγαθά. Τα πανέμορφα σχέδια στις σαύρες σε συνδυασμό με την ανθεκτικότητα των τομαριών τους τις κάνουν την πλέον δημοφιλή οικογένεια σαυρών στην αγορά του δέρματος. Οι περισσότερες πιάνονται στις φτωχότερες χώρες της κεντρικής Αφρικής και της Νοτιοανατολικής Ασίας και πωλούνται στην Ευρώπη, τη Βόρεια Αμερική και την Ιαπωνία. Απ’όσο γνωρίζω δεν υπάρχει ζήτηση για κρέας βαράνου στην Ευρώπη, ούτε οι χοληδόχοι κύστεις πωλούνται ευρέως, έτσι η ζήτηση για τα ζώα προέρχεται μόνο από την αγορά της μόδας. Ο αριθμός των ζώων που εμπλέκονται στο εμπόριο είναι τεράστιος και οι αναφερόμενοι αριθμοί μπορεί να αντιπροσωπεύουν μόνο ένα μικρό ποσοστό του πραγματικού εμπορίου. Μέχρι το 1975, δεν υπήρχε κάποια διεθνής προσπάθεια για την παρακολούθηση του αριθμού των δερμάτων σαυρών που αποστέλλονταν από χώρα σε χώρα, αλλά δεν υπάρχει αμφιβολία ότι σε πολλές περιοχές μια ανθηρή εξαγωγική αγορά υπήρχε για σίγουρα πάνω από εκατό χρόνια. Ο Mertens (1942a) εισηγήθηκε ότι ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος ωφέλησε τους βαράνους, δίνοντάς τους λίγη ξεκούραση από την εντατική εκμετάλλευση.

Το 1973-74 η μπαγκλαντεσιανή κυβέρνηση εκτίμησε ότι οι εξαγωγές δερμάτων σαύρας άξιζαν πάνω από US$1.300.000 (Gilmour 1984). Το αναφερόμενο εμπόριο σε δέρματα σαύρας από την Ινδία μεταξύ του 1964 και του 1973 ήταν πάνω από 2,5 εκατομμύρια κιλά, υππολογιζόμενης αξίας σχεδόν 15 εκατομμυρίων ρουπιών (Anon 1978). Εντούτοις το εμπόριο που αναφέρθηκε στο CITES κατά το 1975 αντιστοιχούσε σε μόνο 51.239 δέρματα, εκ των οποίων τα 38.478 προέρχονταν από την ινδική υποήπειρο. Το ελάχιστο συνολικό εμπόριο σε δέρματα βαράνων μεταξύ 1975-199* καταδεικνύεται παρακάτω. Η μεγάλη αύξηση στους αριθμούς μεταξύ του τέλους της δεκαετίας του 1970 και της αρχής της δεκαετίας του 1980 αντανακλά πιθανότερα βελτιώσεις στην αποτελεσματικότητα του συστήματος αναφοράς παρά μια πραγματική ένδειξη αύξησης της ζήτησης.

Δεν κυνηγούνται όλοι οι βαράνοι για το δέρμα τους, στην πραγματικότητα το βάρος του εμπορίου πλήττει μόνο πέντε ή έξι είδη. Ο βαράνος του νερού (V. salvator) είναι το περισσότερο συλλεγόμενο είδος, με αναφορά εμπορίου σχεδόν 2,5 εκατομμυρίων δερμάτων μόνο το 1990. Οι μεγαλύτεροι εξαγωγείς δερμάτων βαράνων είναι η Ινδονησία, οι Φιλιππίνες και η ταϊλάνδη. Τα περισσότερα δέρματα αποστέλλονται μέσω της Σιγκαπούρης και βρίσκουν αγορές σ’όλη την υπόλοιπη ανατολική Ασία, την Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική. Στην Αφρική ο βαράνος του Νείλου είναι το βαρύτερα εκμεταλλευόμενο είδος με μέσο αναφερόμενο εμπόριο άνω των 400.000 δερμάτων μεταξύ 1980 και 1985. Τα περισσότερα δέρματα εξάγονται από τη Νιγηρία, το Σουδάν, το Μάλι και το Καμερούν και πωλούνται στη Γαλλία, στην Ιταλία και στης Η.Π.Α. Αναφέρεται επίσης εμπόριο μεγάλης κλίμακας του V. exanthematicus (δηλ. V.albigularis και V.exanthematicus) με μέσο όρο τα 88.000 δέρματα ν’αποστέλλονται ετησίως μεταξύ του 1980 και του 1985. Τα περισσότερα απ’αυτά τα ζώα προέρχονταν από τη Νιγηρία (V. exanthematicus) και, σε μικρότερο βαθμό, το Μάλι (V. exanthematicus), το Σουδάν (;) και τη Νότια Αφρική (V. albigularis). Η περισσότερη ζήτηση έρχεται από τη Γαλλία, άλλα ευρωπαϊκά κράτη και τις ΗΠΑ. Το εμπόριο σε δέρματα βαράνων της ερήμου, V. griseus, αναφέρεται συχνά, αλλά σύμφωνα με τον Auffenberg (1982) το δέρμα του είναι πολύ λεπτό για να γίνει καλό προϊόν και θεωρείται πολύ υποδεέστερο υποκατάστατο δερμάτων άλλων βαράνων. Τα περισσότερα δέρματα ζώων που πωλούνται ως V. griseus, πιθανόν ανήκουν στα δύο πλήρως προστατευόμενα είδη V. bengalensis και V. flavescens. Το εμπόριο σ’αυτά τα είδη έχει κηρυχθεί εκτός νόμου από το 1975, αλλά πολλές χώρες, ιδιαίτερα η Ιαπωνία, αγνόησαν την απαγόρευση και συνέχισαν να εισάγουν μεγάλες ποσότητες από τα δέρματά τους μέχρι πολύ πρόσφατα. Μεταξύ του 1983 και του 1986 πωλήθηκαν πάνω από ένα εκατομμύριο δέρματα V. bengalensis, κυρίως από την Ινδία, το Μπαγκλαντές και την ταϊλάνδη και σχεδόν όλα εξείχθησαν στην Ιαπωνία. Το εμπόριο σε δέρματα του V. flavescens αριθμούσε σε μέσο όρο σχεδόν 120.000 δέρματα ετησίως μεταξύ του 1983 και του 1986. Σχεδόν όλα τα δέρματα προέρχονταν από την Ινδία και το Μπαγκλαντές και πάλι η Ιαπωνία ήταν μακράν ο μεγαλύτερος καταναλωτής. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι όλοι οι αριθμοί που αναφέρθηκαν παραπάνω αφορούν μόνο ολόκληρα δέρματα, και δεν περιλαμβάνουν προϊόντα κατασκευασμένα από βαράνους ή συναλλαγές που αναφέρονται με το βάρος (που συχνά ανέρχονται στις χιλιάδες κιλά το χρόνο). Ούτε περιλαμβάνουν τα πάνω από 1,5 εκατομμύρια δέρματα που κατέγραψαν τα ιαπωνικά τελωνεία μεταξύ του 1983 και του 1987, αλλά δε δηλώθηκαν στο CITES. Επιπλέον τα δέρματα των βαράνων συχνά ταυτοποιούνται λανθασμένα στις επίσημες δηλώσεις, με ασιατικά είδη να εξάγονται από αφρικανικές χώρες και το αντίστροφο. Οι εξαγωγείς θα πρέπει να το βρίσκουν πολύ εύκολο να εξαπατούν τους υπαλλήλους των τελωνείων και του CITES. Κατά τις διερευνήσεις μου, αρκετά τελωνειακά γραφεία σε αρκετές χώρες ζητούσαν φωτογραφίες που απεικόνιζαν τα διάφορα είδη, παραδεχόμενα ότι δε μπορούσαν να τα ξεχωρίσουν. Η πιο πρόσφατη αναφορά του παγκοσμίου εμπορίου δερμάτων ερπετών (Jenkins & Broad 1994) περιλαμβάνει μια μόνο φωτογραφία του V. salvator, του συχνότερα απαντώμενου βαράνου στο εμπόριο δερμάτων, ο οποίος είναι σαφώς λάθος ταυτοποιημένος και θά’πρεπε να ταυτοποιηθεί ως V. dumerilii, ένα είδος για το οποίο το εμπόριο δέρματος είναι άγνωστο.

Η εκμετάλλευση των βαράνων έχει παραβλεφθεί σε μεγάλο βαθμό από τους Δυτικούς. Οι περισσότεροι άνθρωποι δε θεωρούν τους βαράνους χαδιάρικα ζώα, και ίσως είναι εξαιτίας της απουσίας γούνας που η σφαγή τους δεν προκαλεί τη συμπόνια που επεκτείνεται σε άλλα θύματα του εμπορίου δερμάτινων. Απ’ό,τι είναι γνωστό, ούτε ένας βαράνος δεν έχει εκτραφεί εμπορικά, κι έτσι το εμπόριο βασίζεται εξολοκλήρου σε ζώα πιασμένα από τη φύση. Αναλογιζόμενοι τους τεράστιους αριθμούς των εμπλεκόμενων ζώων και το γεγονός ότι μόνο τα δέρματα των ενηλίκων ή των ημιενηλικών ατόμων είναι κατάλληλα, μπορούμε να υποθέσουμε ότι το εμπόριο τελικα θα εξαντλήσει τους αριθμούς τους στο σημείο που θα εξαφανιστούν σε πολλές περιοχές. Πρόσφατες εξαφανίσεις μεγάλης κλίμακας έχουν πιθανολογηθεί για αρκετούς βαράνους στο Πακιστάν, την Ινδία και το Μπαγκλαντές, αλλά δεν είναι σαφές αν η εξαφάνισή τους οφείλεται περισσότερο στο άμεσο ανθρώπινο κυνήγι ή στην απώλεια του ενδιαιτήματός τους. Μελέτες σε βαρέως εκμεταλλευόμενους πληθυσμούς στη Σουμάτρα κατέδειξαν μία από τις υψηλότερες καταγεγραμμένες βιομάζες κάθε σαύρας στον κόσμο (Erdelen 1988, 1991) και δεν υπάρχουν σαφώς επιβεβαιωμένες περιπτώσεις πληθυσμών βαράνων που αποδεκατίστηκαν οπουδήποτε στην Νοτιοανατολική Ασία ή στην Αφρική από τις δραστηριότητες του εμπορίου δέρματος (π.χ. Buffrenil et al 1994, Shine et al. 1996). Η απώλεια του ενδιαιτήματος, από την άλλη, μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνη για μειώσεις στους αριθμούς των βαράνων σε κάθε χώρα όπου βρίσκονται. Είναι δύσκολο να σκεφτούμε το εμπόριο δέρματος χωρίς αποστροφή, αλλά η φτώχεια στην Αφρική και στη Νοτιοανατολική Ασία είναι πολύ πιο ανυπόφορη. Το ενδεχόμενο οι βαράνοι να γίνουν ένας πολύ προσοδοφόρος και βιώσιμος πόρος θα έχει περάσει απ’το μυαλό πολλών, αλλά δε φαίνεται να έχει γίνει καμία προσπάθεια εκτροφής τους σε εμπορική κλίμακα. Αυτό μπορεί να μη γίνεται εξαιτίας του γεγονότος ότι ακόμα αφθονούν σε πολλές περιοχές, αλλλά αν η ανθρωπότητα πρόκειται να συνεχίζει να ωφελείται από τους βαράνους στο μακροπρόθεσμο μέλλον, η αναπαραγωγή μεγάλης κλίμακας στην αιχμαλωσια θα είναι υποχρεωτική.

Πολλοί καλοπροαίρετοι αλλά παραπληροφορημένοι άνθρωποι καταδικάζουν την κατανάλωση των βαράνων όχι με γνώμονα τη γεύση, αλλά την ηθική. Θεωρούν ότι η χρήση τους για τροφή ή πράγματι για κάθε σκοπό συμβάλλει στην εξαφάνισή τους, αλλά αδυνατούν να καταλάβουν ότι σχεδόν όλες οι χώρες όπου υπάρχουν βαράνοι είναι αφάνταστα φτωχότερες από οπουδήποτε στη Βόρεια Αμερική ή στην Ευρώπη. Επειδή οι άνθρωποι έχουν πολύ λίγα χρήματα, έχουν πολύ υψηλή βρεφική θνησιμότητα και πολύ μικρό προσδόκιμο ζωής. Αυτό τους εξαναγκάζει να υιοθετούν μη βιώσιμες οικονομικές πρακτικές που οδηγούν στην καταστροφή των τοπικών οικοσυστημάτων, στην εξαφάνιση πολλών ζώων και φυτών και σε γη ακατάλληλη για τίποτα εκ΄τος από παραγκουπόλεις και στρατόπεδα προσφύγων. Απ’όλα τα άγρια ζώα, οι βαράνοι είναι μεταξύ των πλέον κατάλληλων για βιώσιμη χρήση. Αναπαράγονται κι αναπτύσσονται πολύ γρήγορα, και πολλοί είναι το ίδιο ευχαριστημένοι ζώντας σ’ένα παρθένο δάσος, σ’ένα χωράφι καλαμποκιού ή σ’ένα σκουπιδότοπο. Γρήγορα δημιουργούν μεγάλους πληθυσμούς οπουδήποτε υπάρχει επαρκής τροφή και δεν είναι εκλεκτικοί στη διατροφή τους. Το κρέας τους είναι πολύ θρεπτικό και το σημαντικότερο, το δέρμα τους είναι πολύ ακριβό. Η τιμή ενός ζευγαριού παπουτσιών βαράνου στην Ιταλία ή στην Ιαπωνία θα τάιζε μια οικογένεια για ένα χρόνο στα περισσότερα μέρη του κόσμου. Οι Δυτικοί που αντιλέγουν στη χρήση κάθε δέρματος ζώου εκτος από αγελάδες και πρόβατα συχνά αδυνατούν να καταλάβουν ότι το δικαίωμα στην ύπαρξη ζώων χωρίς οικονομική αξία είναι πιθανό να αμφισβητηθεί όλο και περισσότερο όσο οι πληθυσμοί των φτωχότερων χωρών αυξάνονται.

Χρήσεις του ανθρώπου από τους βαράνους

Η ανθρωπότητα προσφέρει τροφή και στέγη στους βαράνους. Λίγοι μεγάλοι βαράνοι θα φάνε ανθρώπους αν τους δοθεί η ευκαιρία, αλλά οι περισσότεροι πρέπει να αρκεστούν στα θαμμένα πτώματα που εντοπίζουν με την όσφρηση και τα ξεθάβουν. Σε πολλά μέρη του κόσμου είναι αναγκαίο τα νεκροταφεία να προστατεύονται καλά από τους βαράνους, με τη συμπίεση του εδάφους με άργιλο ή κοράλι, ή με την περιβολή της περιοχής με ισχυρό φράκτη (π.χ. Taylor 1963). Μόνο λίγοι, πολύ μεγάλοι δράκοι του Κόμοντο μπορούν να πιάσουν και να φάνε έναν υγειή ενήλικα, αλλά τα μικρά παιδιά δυνητικά θα μπορούσαν να γίνουν θήραμα αριθμού ειδών. Οι βαράνοι έχουν την κακή φήμη ότι κλέβουν ζώα (συνήθως νεαρά κοτόπουλα) από τον άνθρωπο στα περισσότερα μέρη του κόσμου και γι’αυτό συχνά θανατώνονται όταν συναντιούνται από τους αγρότες. Σε κάποιους πολιτισμούς, οι βαράνοι αντιμετωπίζονται περισσότερο με ανοχή παρά ενθαρρύνονται. Τοπικά έθιμα συχνά απαγορεύουν τη θανάτωση των βαράνων για οποιονδήποτε λόγο, αλά η αντικοινωνική τους συμπεριφορά δε μένει απαραίτητα ατιμώρητη. Ο Cisse (1971) θυμάται ότι ένας Σενεγαλέζος που βρήκε ένα βαράνο του Νείλου στο σπίτι του να γευματίζει από τα αυγά του πρωινού του δεν είχε τη δύναμη να σκοτώσει τον εισβολέα, αλλά εκτόνωσε το θυμό του δένοντας το ζώο και δίνοντάς του ένα καλό ξύλο με τη ζώνη πριν το απελευθερώσει, μελανιασμένο αλλά κατά τα’άλλα αβλαβές. Παρέμεινε στην περιοχή, αλά δεν ξαναμπήκε στο σπίτι του ποτέ.

Οι βαράνοι αγαπούν τους βρώμικους κατασκηνωτές και καθαρίζουν μεγάλο μέρος της βρωμιάς τους, όπως αποφάγια, περιττώματα, και, δυστυχώς, πλαστικές σακούλες και άλλα μη φαγώσιμα σκουπίδια που μυρίζουν φαγητό. Σε πολλές περιοχές, φαίνεται να γνωρίζουν τις συνήθειες των παραθεριστών, κι εμφανίζονται σταθερά λίγα λεπτά αφού έχει αναχωρήσει και το τελευταίο τουριστικό λεωφορείο. Λιγότερο ντροπαλά άτομα μπορεί να ζητούν φανερά τροφή από τους ανθρώπους και μπορεί ακόμα και να παρακαλούν για τροφή σαν σκυλιά.

Από τότε που γράφτηκαν τα παραπάνω, κάποια πράγματα έχουν αλλάξει. Η πιο σημαντική ανακάλυψη είναι ότι πράγματι οι βαράνοι έχουν δηλητήριο, ανακάλυψη που έγινε το 2004. Μαζί με τα δηλητηριώδη λανθανωτοειδή και τέρατα του Τζίλα, τα φίδια, τους ανγκουίδες και τα ιγκουάνια αποτελούν τον κλάδο των τοξικοφόρων, ο μεσοζωικός πρόγονος των οποίων είχε εξελίξει δηλητήριο, οι απόγονοι σχεδόν το έχασαν, και αργότερα κάποιοι κλάδοι το επανεξέλιξαν και το ισχυροποίησαν. Όπως και τα τέρατα του Τζίλα, οι βαράνοι έχουν τους δηλητηριώδεις αδένες στην κάτω γνάθο, και ο μηχανισμός έγχυσης είναι υποτυπώδης. Το δηλητήριό τους δεν είναι πολύ ισχυρό, αλά μπορεί να αποδυναμώσει ή και να σκοτώσει αργά μικρά ζώα που δαγκώθηκαν και ξέφυγαν, οπότε ο βαράνος μπορεί να τα βρει. Το δηλητήριο του δράκου του Κόμοντο μπορεί να σκοτώσει μέσα σε διάστημα ημερών μεγάλα ζώα όπως βουβάλια, οπότε ίσως είναι ισχυρότερο, ή απλώς εγχέεται μεγαλύτερη ποσότητα από το βαθύ δάγκωμα που κάνει. Δεν έχουν καταγραφεί ανθρώπινοι θάνατοι από δάγκωμα βαράνου, εκτός ίσως από μία μόνο περίπτωση που είχε πολλαπλά προβλήματα υγείας, και ίσως ο βαράνος να την εξασθένησε ακόμα περισσότερο. Το πιο πιθανό είναι να υπάρξει έντονος πόνος, αιμορραγία και φλεγμονή μετά από δάγκωμα βαρανού, κι όχι κάτι σοβαρότερο. Οπότε ίσως οι αναφορές ότι τα δαγκώματα του βαράνου πονάνε πολύ ή επουλώνονται δύσκολα ίσως τελικά να έχουν κάποια βάση στην πραγματικότητα, αλλά όλες οι άλλες πίστεις, ότι για παράδειγμα μπορεί να σκοτώσει άνθρωπο εύκολα ή και ελέφαντα, ότι το δηλητίριο παραμένει στο κρέας ή στο κεφάλι του ζώου κλπ είναι υπερβολές.

Επίσης ο βαράνος της ερήμου (Varanus griseus) σήμερα έχει ενταχθεί στον πίνακα i της Σύμβασης για το Διεθνές Εμπόριο Απειλούμενων Ειδών (CITES), οπότε το εμπόριό του απαγορεύεται εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις, π.χ. για επιστημονική έρευνα. Άλλοτε είδος που εκτεινόταν σ’όλη τη Βόρεια Αφρική, τη Μέση Ανατολή και στην κεντρική Ασία μέχρι το Καζακστάν, σήμερα η απώλεια του ενδιαιτήματος και το κυνήγι έχουν μειώσει και κατατμήσει τους πληθυσμούς του.
Ο V. exanthematicus συμψηφίζεται με τον V. albigularis στο άρθρο, γιατί την εποχή που γράφτηκε τα δύο είδη δεν αναγνωρίζονταν ως ξεχωριστά απ’όλη την επιστημονική κοινότητα. Σήμερα θεωρούνται δύο διαφορετικά είδη.

Ο ακανθόχοιρος που αναφέρεται στο άρθρο πιθανότατα είναι η αυστραλιανή έχιδνα (Tachyglossus aculeatus), ένα αγκαθωτό μικρό θηλαστικό της τάξης των μονοτρημάτων (ωοτόκα θηλαστικά) που έχει συγχυστεί με τον ακανθόχοιρο ή και με τον σκαντζόχοιρο από τους Ευρωπαίους. Τρέφεται με μυρμήγκια και τερμίτες.

Από τότε που ο άνθρωπος άρχισε να ενοχοποιεί ορισμένες βιολογικές του λειτουργίες, άρχισε να πιστεύει παράξενα πράγματα. Και, μαϊμούνι ων, έβλεπε πάντοτε οντότητες με ανθρώπινες φατσούλες και χέρια με αντίχειρες πίσω από κάθε φυσικό φαινόμενο, τύχη ή κακοτυχία, οι οποίες μάλιστα είχαν βούληση, στόχους και συναισθήματα όπως κι αυτός. Το ενδεχόμενο ότι πράγματα γίνονται είναι δεν είναι αυτός στον κόσμο δεν του πέρασε απ’το μυαλό, ή, όταν του πέρασε, του δημιούργησε τόσο μεγάλο υπαρξιακό άγχος, ώστε το απέκλεισε αμέσως κι έκανε αιώνες μέχρι να ξαναμιλήσει γι’αυτό. Τότε ο άνθρωπος είχε ανιμιστική σχέση με τον κόσμο του, η σχέση εγώ-εσύ, όπως έλεγε και η Ρέι Τάναχιλ. Και όταν λοιπόν κάτι κακό τύχαινε να συνδυαστεί με κάτι ενοχοποιημένο από τον ανθρώπινο πολιτισμό, όπώς μ’αυτές τις κακές βιολογικές λειτουργίες, τότε έπρεπε οπωσδήποτε να είναι το έργο ενός δαίμονα. Μάλλον κάπως έτσι γεννήθηκαν και οι δαίμονες της τουαλέτας, που απαντούν στα δαιμονολόγια πολλών πολιτισμών.

Ο Σουλάκ (Šulak) ήταν ο βαβυλωνιακός δαίμονας του αποχωρητηρίου. Ήταν δαίμονας που παραμόνευε στα αποχωρητήρια, ή όπου αλλού ένας άνθρωπος έκανε τις φυσικές του ανάγκες, οπότε εκεί, επειδή ήταν μόνος, ήταν ευάλωτος σε αιφνίδια επίθεσή του, η οποία ήταν ένα mišittu, δηλαδή αποπληξία, πιθανώς κάποιο εγκεφαλικό επεισόδιο, επιλειπτική κρίση, ανακοπή κλπ. Για το λόγο αυτόν, αποκαλείται και κτυπητής. Προφανώς αν τύχαινε κάποιος καρδιοπαθής να πάθει ανακοπή από το πολύ σφίξιμο – αυτό που λέμε ο γέρος πήγε από χέσιμο -, φαινόταν πολύ παράξενο, αν όχι τρομακτικό, στους τότε ανθρώπους και το απέδιδαν στο δαίμονα. Ο δαίμονας αυτός εμφανίζεται στην πλάκα 27 του βαβυλωνιακού διαγνωστικού εγχειριδίου, ιατρικού βιβλίου του πρώτου μισού της δεύτερης χιλιετίας π.Χ., στην οποία περιγράφονται πολλές άλλες νόσοι και οι θεοί, θεές και δαίμονες που τις προκαλούν. Ο δαίμονας αυτός ήταν γνωστός από παλαιότερα στην Εγγύς Ανατολή, αφού εμφανίζεται και σε χεταϊκά γραπτά, αν και το χεταϊκό όνομά του δεν το γνωρίζουμε.

Ο δαίμονας ξανακάνει την εμφάνισή του στο εβραϊκό Βαβυλωνιακό Ταλμούδ, ένα πολύτομο έργο που ολοκληρώθηκε γύρω στο 500 μ.Χ. στη Βαβυλώνα, στο οποίο εξηγείται ο νόμος της Τορά, και σήμερα αποτελεί το βασικότερο ιερό κείμενο των περισσότερων κλάδων του ιουδαϊσμού. Αν και η Τορά ήταν ο πρώτος γραπτός νόμος που παραδόθηκε στο Μωησή από το Θεό, υποτίθεται πως μαζί δόθηκε και μία σειρά προφορικών νόμων, καθώς και ο τρόπος ερμηνείας των γραπτών, τα οποία αποκαλύπτονταν στις επόμενες γενιές σοφών, μέχρις ότου να γραφτούν στο Ταλμούδ. Στην πραγματικότητα το Ταλμούδ ήταν η συλλογή των ερμηνειών και των δικαστικών αποφάσεων του πλέον πολυπλοκοποιημένου και τροποποιημένου αρχικού νόμου, ο οποίος άλλαξε με την πάροδο των αιώνων και των ιστορικών συγκυριών, αφού οι αρχικοί νόμοι ήταν πολύ άκαμπτοι και κατάλληλοι μόνο για μια πρωτόγονη κι απομονωμένη κοινωνία. Εδώ λοιπόν ο δαίμονας αναφέρεται ως ο «Δαίμονας του Αποχωρητηρίου (σεϊντ μπεϊτ χα-κισσέτ)». Σύμφωνα με τους ταλμουδικούς ραββίνους, ένας άντρας δε θα πρέπει να έλθει σε σεξουαλική επαφή επιστρέφοντας από το αποχωρητήριο, αν δεν έχει περάσει χρόνος όσος αν περπατούσε μισό μίλι, διότι ο Δαίμονας του Αποχωρητηρίου μένει μαζί του για εκείνο το διάστημα και τα παιδιά του θα γεννηθούν επιλειπτικά. Το Ταλμούδ βρίθει παρόμοιων παράλογων απαγορεύσεων στο σεξ, οι οποίες αποτρέπουν διάφορα προβλήματα στους απογόνους. Στην πραγματικότητα είναι επηρεασμένο βαθιά από τη βαβυλωνιακή ιατρική και μαγεία, και στις σελίδες του μπορεί να βρεθεί πλήθος ιατρικών συνταγών και μαγικών τελετουργιών για τη θεραπεία ασθενειών. Αν και πιστεύεται ότι ο ιουδαϊσμός απαγορεύει τη μαγεία, στην πραγματικότητα μόνο η μαγεία με επίκληση σε ξένες θεότητες απαγορεύεται ως ειδωλολατρεία, ηδάλλως, μέσα στα πλαίσια του μονοθεϊσμού, ή εάν πρόκειται να θεραπευτεί μια ασθένεια, δηλαδή για κάτι καλό, όλα επιτρέπονται. Οι μεταγενέστεροι ραββίνοι, αναγνωρίζοντας το μαγικό παραλογισμό του Ταλμούδ, αλλά και μην τολμώντας να το αμφισβητήσουν ανοιχτά, σιωπηρά άρχισαν να παραλείπουν τέτοιες περίεργες συμβουλές από τις πραγματείες τους πάνω στο Ταλμούδ, και οι Εβραίοι γιατροί σπάνια συμβουλεύονταν το Ταλμούδ ως πηγή ιατρικής γνώσης. Ο Μαϊμονίδης για παράδειγμα δε συμπεριέλαβε το νόμο του Δαίμονα του Αποχωρητηρίου στη Μισνέ Τορά, τη μεγάλη συλλογή εβραϊκών νόμων που συνέταξε μεταξύ 1170-1180. Ο δαίμονας αυτός εμφανίζεται στην ταλμουδική πραγματεία Σαμπάτ 67α και στην Μπεραχότ 62α με τη μορφή τράγου.

Ο Δαίμονας του Αποχωρητηρίου ξαναεμφανίζεται στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες, ως ένα ακάθαρτο πνεύμα που φέρνει πλοιάδα φυσικών και πνευματικών παθήσεων.

Τώρα μπορεί να μου πείτε πως αυτά είναι πράγματα περασμένα και ξεχασμένα, χωρίς καμία σημασία σήμερα, που μόνο λίγα ψαχτήρια σαν κι εμένα τα βρίσκουν και τα ανασύρουν στην επιφάνεια. Έτσι νομίζετε! Μπορεί οι θρησκεία της Βαβυλώνας να έσβησε για πάντα, όμως ο ιουδαϊσμός καλά κρατεί, και τα πιο ορθόδοξα ρεύματά του θεωρούν το Ταλμούδ θεόπνευστο κείμενο. Γι’αυτούς τα κομμάτια που λένε για μαγεία και δαίμονες είναι δύσκολο, γιατί πρέπει να τα ερμηνεύσουν με τέτοιον τρόπο, ώστε να μη φαίνονται γελοία για το σημερινό άνθρωπο. Ο νόμος για το Δαίμονα του αποχωρητηρίου έχει ερμηνευθεί ποικιλοτρόπως. Σύμφωνα με την επικρατούσα ερμηνεία, που κυριαρχεί σήμερα εξαιτίας της ισότητας των φύλων, ο Θεός απλός προτρέπει τον άντρα να είναι καθαρός όταν συνευρίσκεται με τη γυναίκα του, ως ένδειξη σεβασμού προς αυτήν. Ναι, ακριβώς αυτό! Αυτοί που υποβίβασαν τη γυναίκα σε επίπεδο περιουσιακού στοιχείου, τώρα αρχίζουν να αλλάζουν αυτά που είπαν για να μη φαίνονται πρωτόγονοι και κατά βάση όμοιοι με τα ισλαμικά αδέρφια τους! Αν όμως σκοπός ήταν μια απλή προτροπή, τότε γιατί τα παιδιά κάποιου να γεννηθούν επιλειπτικά αν δεν τηρήσει τη συμβουλή; Θέλει ο Θεός να τρομοκρατεί τους πιστούς του;

Υπάρχουν όμως και πολλοί, οι οποίοι παραδέχονται την ύπαρξη αυτού, καθώς κι άλλων δαιμόνων. Έχουν υπολογίσει το χρόνο του μισού μιλίου στα 30 λεπτά. Η πίστη σε διάφορους δαίμονες υπήρχε ανέκαθεν στον ιουδαϊσμό. Την εποχή που γράφτηκε το Ταλμούδ για παράδειγμα και νωρίτερα, οι Εβραίοι πίστευαν σε δαίμονες που μπορούσαν να προκαλέσουν οτιδήποτε. Αυτοί παραμόνευαν συνήθως σε εγκαταλελειμμένα ή ακατοίκητα με΄ρη, όπως σε ερήπια, νεκροταφεία ή ερήμους, και μπορούσαν να καταλάβουν την ψυχή ενός ευάλωτου ανθρώπου. Δεν ήταν τυχαίο που ο Χριστός συνάντησε το Διάβολο στην έρημο, ή ότι οι άγιοι πατέρες ασκήτευαν στην έρημο. Εκεί η πίστη τους δοκιμαζόταν από τους αναρίθμητους δαίμονες. Ε, με τόσες στερήσεις που περνούσαν, σίγουρα θα έβλεπαν τρομακτικά οράματα, κι αν έπαιρναν και κάτι, ακόμα περισσότερο. Για να αποτρέψουν λοιπόν τα δαιμόνια, οι Εβραίοι κατέφευγαν σε περίεργες μαγικές πρακτικές. Γι’αυτό και οι Ρωμαίοι τους χαρακτήριζαν ως έθνος προληπτικών και δεισιδαιμόνων. Για να το λένε αυτό οι Ρωμαίοι, που πίστευαν σε κάθε είδος οιωνού, σκεφτείτε πόσο προληπτικοί ήταν οι Ιουδαίοι. Η δεισιδαιμονία αυτή δε σταμάτησε μέχρι και τον εβραϊκό διαφωτισμό στην Ευρώπη κατά τον 18ο αιώνα τουλάχιστον, οπότε μέχρι τότε οι Εβραίοι ζούσαν σε απομονωμένες κοινότητες με το ραββίνο στη θέση επίγειου θεού κι είχαν αναπτύξει πολλά αλλόκοτα έθιμα. Παρόλα αυτά, ακόμα και σήμερα, ιδίως σε υπερορθόδοξους κύκλους, κυριαρχεί η δεισιδαιμονία. Δηλαδή υπάρχουν ακόμα σήμερα Εβραίοι που πιστεύουν στο Δαίμονα του Αποχωρητηρίου! Και το ακόμα χειρότερο είναι ότι εμείς οι σκεπτόμενοι άνθρωποι σήμερα καλούμαστε να σεβαστούμε αυτήν τη θρησκεία, και κάθε κριτική της μπορεί να εκληφθεί ως αντισημιτισμός. Ακριβώς αυτό, δηλαδή αν δεν προσποιείσαι ότι τουλάχιστον αναγνωρίζεις το δικαίωμα κάποιον ανθρώπων να πιστεύουν στο Δαίμονα του Αποχωρητηρίου ή στην ιδέα ότι το κόψιμο μικρού μέρους του πέους τους διαφοροποιεί από τα υπόλοιπα έθνη, κινδυνεύεις να εξισωθείς με αρνητή του Ολοκαυτώματος ή κάτι τέτοιο! Ευτυχώς δεν υπάρχουν πολλοί υπερορθόδοξοι Ιουδαίοι στη χώρα μας, και δεν έχουμε τέτοια προβλήματα προς το παρόν.

Ή λέτε τελικά ο δαίμονας αυτός να υπάρχει, κι εγώ να αμαρτάνω τώρα που τα γράφω αυτά; Μήπως όταν δυσκολευόμαστε να βγάλουμε το σκατό απ’τον κώλο φταίει ο δαίμονας, και θα έπρεπε να του προσφέρουμε λίγο χρησιμοποιημένο χαρτί υγείας για να τον κατευνάσουμε;

Follow

Ενημερωθείτε για κάθε νέα δημοσίευση στο email σας.

Μαζί με 39 ακόμα followers