Tag Archive: καλλωπιστικά


Δύο άνθη στο δικό μου φυτό: το ένα αριστερά έχει ανοίξει, ενώ το άλλο δεξιά ήταν σχεδόν ανοιχτό. Τώρα που γράφω το άρθρο έχει ανοίξει κι εκείνο, και παραμένουν δύο μπουμπούκια ακόμα για να τελειώσει η ανθοφορία.

Κάθε εποχή στα ανθοπωλεία θα δούμε να έχουν συγκεκριμένα προβλέψιμα είδη σε μεγάλη ποικιλία και ποσότητα. Έτσι από το τέλος του φθινοπώρου, όλο το χειμώνα και ίσως στην αρχή της άνοιξης έχουμε υπομονές, καλαγχόες, αλεξανδρινά και κυκλάμινα, την άνοιξη κυρίως αζαλέες και βιγόνιες, το καλοκαίρι δεν έχουμε κάποιος συγκεκριμένο είδος, αλλά μπορούμε να πούμε τα
γεράνια
ή τα γαρύφαλλα, ενώ το φθινόπωρο τα χρυσάνθεμα πλημμυρίζουν τον τόπο. Αυτά τα είδη τα λέω “εμπορικά”. Καλλιεργούνται σε τεράστια κλίμακα, έχουν πλέον παραχθεί πάμπολλες βελτιωμένες ποικιλίες με καλύτερα χαρακτηριστικά π.χ. περισσότερα και μεγαλύτερα άνθη, μεγαλύτερη διάρκεια ανθοφορίας κ.ά., κι έχουν καταλήξει να γίνουν σύμβολα για την κάθε εποχή. Αυτά συνήθως θα πάρει κανείς για να κάνει δώρο σε κάποιον, και συνήθως θα προκαλέσουν καλή εντύπωση. Όλα τα παραπάνω φυσικά εις βάρος των λιγότερο γνωστών, αλλά κατά πολύ πολυαριθμότερων, άλλων ειδών.

Το κυκλάμινο λοιπόν είναι ένα απ’αυτά τα “εμπορικά” είδη. Δε θα το είχα στη συλλογή μου αν δεν τό’παιρνε η γιαγιά μου ως δώρο για τη γιορτή της μάνας μου στις 25 Νοεμβρίου. Δε θα το είχα γιατί το βλέπω παντού και πλέον δε μου φαίνεται τόσο ιδιαίτερο. Ίσως προτιμούσα, αν έπαιρνα ποτέ , κάποιο άλλο, σπανιότερο άγριο είδος ή καμία διαφορετική ποικιλία.

Το γένος των κυκλαμίνων (Cyclamen) περιέχει 20 περίπου είδη, ιθαγενή της λεκάνης της Μεσογείου ως το Ιράν, ενώ ένα είδος, το C. somalense, απαντά στη Σωμαλία. Τ’όνομά τους το πήραν από το κυκλικό σχήμα του κονδύλου τους. Είναι δικοτυλήδωνα φυτά της οικογένειας των μυρσινιδών, της τάξης των ερεικωδών. Παλαιότερα ταξινομούνταν στους ηρανθίδες (ήρανθος (το άνθος της Ήρας) είναι η πρίμουλα, η οικογένεια της πρίμουλας, ενώ δίανθος (άνθος του Δία) είναι το
γαρύφαλλο).
Από τα 20 περίπου είδη στην Ελλάδα θα συναντήσουμε περισσότερο το ελληνικό ή γραικό κυκλάμινο (Cyclamen graecum), ενώ σε μεγαλύτερα υψόμετρα το κισσόφυλλο κυκλάμινο (C. hederifolium). Υπάρχουν επίσης ενδημικά σε συγκεκριμένες περιοχές όπως το κρητικό (C. creticum), το Κώο (C. coum), το ροδιακό (C. rhodium), και στην Κύπρο το κυπριακό (C. cyprium). Στην Περσία ή Ιράν απαντά το περσικό κυκλάμινο (C. persicum), από το οποίο προήλθαν σχεδόν όλες οι καλιεργημένες ποικιλίες.

Τα κυκλάμινα μπορούν να βρεθούν σε δάση ή σε πιο ανοιχτές περιοχές. Συνήθως φύονται ανάμεσα σε άλλα φυτά ή κάτω από τη σκιά μεγαλύτερων δέντρων, πλατύφυλλων και κωνοφόρων. Μερικά είδη είναι δασόβια, όπως το C. coum, ενώ άλλα μπορούν να βρεθούν και σε βραχώδεις περιοχές, όπως το C. graecum, το οποίο όμως προτιμά πάλι τα πιο πυκνά μέρη.

Ως δικοτυλήδονα, τα κυκλάμινα εξ ορισμού δε γίνεται να έχουν βολβό, ούτε και κορμό. Το υπόγειο αποταμιευτικό μέρος τους είναι ένας κόνδυλος. Ο κόνδυλος είναι κυκλικός και κάπως πεπλατυσμένος, ποικίλης διαμέτρου ανάλογα με το είδος, με αυτούς των μεγαλύτερων ειδών να φτάνουν έως και 25 εκ., ενώ αυτούς των μικρότερων μόνο 5, προερχόμενος κατά την πρώιμη ανάπτυξη από διόγκωση του υποκοτύλου, του βλαστού του σποροφύτου που στηρίζει τις κοτυληδόνες. Οι ρίζες βγαίνουν από διάφορες επιφάνειες του κονδύλου ανάλογα με το είδος, π.χ. το περσικό βγάζει από κάτω, το κισσόφυλλο από πάνω και απ’τις πλευρές. Τα κυκλάμινα δεν έχουν ισχυρό ριζικό σύστημα, με εξαίρεση το ελληνικό, του οποίου οι ρίζες είναι σκληρές και ανθεκτικές και μάλιστα μπορούν να τραβήξουν τον κόνδυλο βαθύτερα αν χρειαστεί (συσταλτές). Αυτό το φαινόμενο δεν περιορίζεται μόνο σ’αυτο το είδος, αλλ’είναι γνώρισμα πολλών κονδυλωδών ή κοντόκορμων ειδών συνήθως ξηρών περιβαλλόντων.
Από σημεία ανάπτυξης στην επάνω επιφάνεια του κονδύλου εκφύονται τα φύλλα και τα άνθη. Τα σημεία αυτά μπορεί να επιμηκύνονται με τα χρόνια. Τα φυλλα έχουν ψηλό μίσχο και είναι πλατιά, καρδιοειδή όπως στο περσικό ή γωνιώδη με λοβούς σαν του κισσού όπως στο κισσόφυλλο. Σ’όλα τα είδη τα φύλλα φέρουν γραμμώσεις ανοιχτότερου γκριζωπού συνήθως χρώματος με διάφορα σχέδια. Τα άνθη στέκονται κι αυτά σε ψηλούς ποδίσκους, οι οποίοι στρέφονται σ’όλα τα είδη 150-180 μοίρες προς τα κάτω στην κορυφή τους, ώστε το κέντρο του άνθους να κοιτάει κάτω. Τα άνθη έχουν 5 σέπαλα και 5 πλατιά πέταλα συνενωμένα στη βάση και γυρισμένα προς τα πίσω και πάνω με διαφορετικό σχήμα ανάλογα με το είδος, π.χ. στο C. repandum τα πέταλα είναι πολύ μακριά, στο C. coum σχεδόν στρογγυλά, ενώ στο κισσόφυλλο C. hederifolium κάπου στη μέση. Το χρώμα των πετάλων κυμαίνεται από λευκό έως ιώδες, με μια σκουρότερη κηλίδα ποικίλου σχήματος ανάλογα με το είδος στη βάση. Στη φύση υπάρχει συνήθως μια λευκή και μια ρόδινη μορφή για το κάθε είδος, αλλά το κυκλάμινο των Βαλεαρίδων Νήσων (C. balearicum) είναι μόνο λευκό. Το περσικό από την άλλη έχει πλέον όλη τη διακύμανση. Ο στύλος του υπέρου μόλις εξέχει από το κέντρο κατά λίγα χιλιοστά, ενώ οι στήμονες είναι χωμένοι στο κύπελο που δημιουργούν οι συνενωμένες βάσεις των πετάλων, με εξαίρεση το C. rohflsianum, του οποίου οι στήμονες εξέχουν.
Διάφορα είδη ανθίζουν σε διαφορετικές εποχές του έτους, για παράδειγμα το κισσόφυλλο και το ιώδες κυκλάμινο (C. perpurascens) ανθίζουν καλοκαίρι-φθινόπωρο, το περσικό και το κώο το χειμώνα, ενώ το C. repandum την άνοιξη. Μετά την ανθοφορία σχηματίζουνται οι καρποί, σφαιρικές κάψουλες με τους σπόρους. Κατά το σχηματισμό των καρπών οι ποδίσκοι λυγίζουν και συστρέφονται, και αυτό γίνεται διαφορετικά ανάλογα με το είδος. Στο περσικό για παράδειγμα ο βλαστός απλά λυγίζει χωρίς να συστρέφεται, ενώ στο ελληνικό συστρέφεται και από την κορυφή και από τη βάση. Στα υπόλοιπα είτε συστρέφεται από την κορυφή είτε από τη βάση. Οι σπόροι στη φύση διασπείρονται από τα μυρρμήγκια τα οποία τρέφονται με την ελαιώδη κάλυψή τους και τους σκορπίζουν.

Όλα τα είδη καλλιεργούνται κατά παρόμοιο τρόπο με προσαρμογές ανάλογα με τον ετήσιο κύκλο και το ιδιαίτερο περιβάλλον του καθενός, π.χ. ένα δασόβιο ειδος όπως το κώο θα χρειαστεί περισσότερη σκιά και υγρασία, ενώ το ελληνικό είναι ανεκτικό σε ξηρότερες και ανοιχτές συνθήκες. Εδώ όμως θα χρησιμοποιώ ως παράδειγμα το περσικό είδος, μιας κι αυτό είναι το ποιο κοινό σε καλλιέργεια. Το κυκλάμινο αυτό συνήθως θα το αγοράσουμε ή θα μας το φέρουν την περίοδο του φθινοπώρου ή του χειμώνα. Για να μη μπερδευτεί το βιολογικό του ρολόι και νομίζει πως η θερμοκρασία αυξάνεται και πρέπει ν’αδρανοποιηθει θα πρέπει να διατηρείται σε δροσερές θερμοκρασίες, το ιδανικό 20 βαθμοί τη μέρα και 6,5-15 τη νύχτα, επομένως το σπίτι δεν είναι η καλύτερη θέση. Από την άλλη το περσικό είδος αντέχει μόνο ελαφριές παγωνιές και θα καταστραφεί στο παρατεταμένο πολικό ψύχος, σε αντίθεση με πιο ανθεκτικά είδη όπως το κισσόφυλλο, το ιώδες ή το κώο που αντέχουν έως και -20 βαθμούς. Το ελληνικό αντέχει στους -4. Ωστόσο η παγωνιά δεν αποτελεί σοβαρό πρόβλημα στις περισσότερες πεδινές περιοχές της Ελλάδας όπου το κυκλάμινο μπορεί να μείνει έξω σε κάποια προστατευμένη θέση από βροχή, χιόνι και αέρα. Όλο το χειμώνα θα φαίνεται σχεδόν στάσιμο, με την έλευση όμως της άνοιξης και των ιδανικών συνθηκών η ανθοφορία θα προχωρήσει γρήγορα. Το φυτό ευδοκιμεί σε πολύ φως, ή το πολύ με λίγο πρωινού ή απογευματινού ήλιου, αλλ’όχι στον απεθείας μεσημεριανό ήλιο. Θα πρέπει να ποτίζεται όταν στεγνώνει η επιφάνεια του χώματος. Κάποιοι βουτούν τις γλάστρες σε νερό για να ποτίσουν τα φυτά ώστε να μη βρέχουν το φύλλωμα και τ’άνθη για φόβο ανάπτυξης μυκήτων, αλλά και το κανονικό πότισμα, αν γίνεται με προσοχή, δεν προκαλεί κανένα πρόβλημα. Το νερό στο πιατάκι θα πρέπει πάντοτε ν’αδειάζεται μιας κι αυτά τα φυτά σαπίζουν εύκολα με τη μόνιμη υψηλή υγρασία στο χώμα.
Κατά την ανθοφορία το φυτό θα ανθίζει ανοίγοντας λίγα-λίγα τα μπουμπούκια που έχει στο κέντρο του ρόδακα των φύλλων του. Τα απανθισμένα άνθη μπορούν να κοπούν ώστε η ενέργεια που θα πήγαινε προς θρέψη των σπόρων να διοχετευθεί στον κόνδυλο. Εγώ τα κόβω. Μετά την ανθοφορία το φυτό θα πρέπει να ποτιζεται λιγότερο ως προετοιμασία για τη θερινή αδρανοποίηση. Τα φύλλα του θα αραιώνουν και θα πέφτουν, ενώ αν έχει καρπούς θα ωριμάσουν και στο τέλος θα πέσουν κι αυτοί. Το καλοκαίρι το φυτό δε χρειάζεται να ποτίζεται, απλώς να παραμένει σε σκιερή θέση. Προς τέλος καλοκαιριού και αρχές φθινοπώρου, οπότε είναι η καλύτερη εποχή για μεταφύτευση, θ’αρχίσει πρώτα η ανάπτυξη των ριζών και έπειτα θα εμφανιστούν τα φύλλα. Τότε είναι και η καταλληλότερη εποχή για λίπανση. Προσοχή όμως το λίπασμα να μην είναι πολύ πλούσιο σε άζωτο, διότι τότε θα ενισχυθεί πολύ το φύλλωμα εις βάρος των ανθέων. Το πότισμα σιγά-σιγά θα πρέπει να επανέλθει στο κανονικό πρόγραμμα. Το φυτό μπορεί να λιπαίνεται αραιά και κατά την περίοδο ανάπτυξης και ανθοφορίας.

Ο πολλαπλασιασμός των κυκλαμίνων είναι κάπως δυσκολότερος από αυτόν άλων κονδυλωδών φυτών, κι αυτό γιατί ο κόνδυλος είναι μονειρης, χωρίς να παράγει νέους θυγατρικούς. Για να πολλαπλασιαστεί βλαστητικά επιτυχώς το κυκλάμινο, θα πρέπει να κοπεί ένα κομμάτι κονδύλου με τουλάχιστον ένα σημείο ανάπτυξης και μέρος της σωστής ριζωτικής επιφάνειας ανάλογα με το είδος, προτιμότερα προς το τέλος της αδρανούς περιόδου. Τα κομμένα μέρη θα πρέπει να προστατευθούν από μυκητική σήψη παραμένοντας για λίγες μέρες ξηρά.
Αλλιώς ο πολλαπλασιασμός γίνεται με σπόρο. Οι σπόροι συλλέγονται μόλις ωριμάσουν οι καρποί κι έπειτα για σιγουρότερη βλάστηση τοποθετούνται για 24 ώρες σε νερό με απορρυπαντικό πιάτων για να διαλυθεί το ελαιώδες κάλυμμά τους, το οποίο προφανώς αναστέλλει τη βλάστηση. Έπειτα σπέρνονται σε μικρές γλάστρες κάποιου βάθους για τον κόνδυλο με ελαφρύ χώμα. Το φως επίσης αναστέλλει τη βλάστηση, γι’αυτό οι σπόροι θα πρέπει να είναι οπωσδήποτε ελαφρώς θαμμένοι. Θα πρέπει να διατηρούνται πάντοτε υγροί, όχι όμως κορεσμένοι. Θα βλαστήσουν συνήθως την εποχή ανθοφορίας του κάθε είδους, για παράδειγμα αν ο σπόρος σπαρεί το φθινόπωρο και το συγκεκριμένο είδος ανθίζει την άνοιξη, θα φυτρώσει την άνοιξη. Ωστόσο ορισμένα ειδη αργούν υπερβολικά να φυτρώσουν, όπως το ιώδες κυκλάμινο, του οποίου οι καρποί ωριμάζουν ένα χρόνο μετά την ανθοφορία το επόμενο καλοκαίρι, και ο σπόρος κάνει ακόμα ένα χρόνο να φυτρώσει. Αν σε οποιοδήποτε είδος δε φυτρώσει τίποτα για ένα χρόνο, δε θα πρέπει να χαθούν οι ελπίδες, αφού φυτά μπορούν να εμφανιστούν και 2 και 3 χρόνια μετά. Αυτό συνήθως γίνεται αν ο σπόρος είχε αποθηκευθεί σε ξηρό περιβάλλον ή ήταν πολύ παλιός.

Από παλιά το κυκλάμινο είχε εκτιμηθεί για την ομορφιά του. Αναφέρεται
σε μερικά δημοτικά τραγούδια,
όπως για παράδειγμα στο “Κυκλάμινο” που έχει ως εξής: “Κυκλάμινο κυκλάμινο στου βράχου τη σχισμάδα…”, ή στο “Μικρό πουλί τριανταφυλλί”, που ξεκινάει έτσι: “Μικρό πουλί τριανταφυλλί, δεμένο με κλωστίτσα…”, και σ’άλλα. Ωστόσο παραδοσιακά είχε και μια περιορισμένη φαρμακευτική χρήση.
Ο Αρχαίος Έλληνας στρατιωτικός γιατρός και βοτανολόγος Διοσκουρίδης του πρώτου αιώνα μ.Χ. αναφέρει ότι το κυκλάμινο έχει δράση κατά των δηλητηρίων, ως αλοιφή είναι αποτελεσματικό ενάντια στα δαγκώματα των φιδιών, ο χυμός μαζί με μέλη στα μάτια θεραπεύει τον καταρράκτη και την ασθενή όραση, ο χυμός της ρίζας από τη μύτη καθαρίζει το κεφάλι, ενώ ο βρασμένος και πυγμένος πολτός της ρίζας είναι κατάλληλος για δερματικές παθήσεις, κι ως κάλυμα θεραπεύει τα εγκαύματα. Επίσης ο χυμός μαζί με κρασί ή μέλι με κρασί ρυθμίζει την υπερβολική χολή (τότε οι ασθένειες θεωρούταν ότι προέρχονταν από ανισορροπίες των τεσσάρων υγρών στο σώμα, του αίματος, του φλέγματος, της κίτρινης χολης και της μέλαινας χολής). Μαζί με κρασί όμως θα κάνει τον άνθρωπο να μεθύσει εύκολα. Ακόμα αν το φορούν οι ετοιμόγεννες γυναίκες θα επισπευθεί η γέννα, ενώ αν μια έγκυος περάσει πάνω από ένα τέτοιο φυτό θ’αποβάλλει. Είναι τέλος και αφροδισιακό.
Αργότερα στη Μεσιωναική Ευρώπη το φυτό συνέχιζε να χρησιμοποιείται. Στα βουνά της Ουαλίας για παράδειγμα οι κόνδυλοι ψήνονταν και γίνονταν κάτι σαν ψωμάκι, το οποίο δινόταν σε κάποιον ως ισχυρό ερωτικό φίλτρο. Γενικότερα στην Ευρώπη θεωρούταν ότι η αλοιφή του κυκλάμινου, αν τοποθετηθεί στην κοιλιά πάνω απ’τα έντερα θα έχει καθαρτική δράση, πρακτική που συνεχίζεται και σήμερα στην άκρως μη επιστημονική
ομοιοπαθητική,
ενώ πάνω από την ουροδοόχο κύστη θα είναι διουρητική. Θεωρείται επίσης οτι ανεβάζει τη διάθεση και την αυτοεκτίμηση. Επιστημονικά το φυτό δεν έχει μελετηθεί ακόμα για πιθανή φαρμακευτική δράση.

Σπάνια μπορεί άνθρωποι να παρουσιάσουν αλλεργική αντίδραση στο χυμό του φυτού, ίσως γι’αυτό το κυκλάμινο να κατατάσσεται σε καταλόγους τοξικών φυτών για παιδιά και ζώα. Στην πραγματικότητα όμως η τοξικότητά του είναι πιθανότατα πολύ χαμηλή έως ανύπαρκτη. Από προσωπική εμπειρία έχω να πω ότι τα κουνέλια όχι μόνο το τρώνε, αλλά το κατασπαράζουν ολοκληρωτικά. Η κουνέλα του πατέρα μου έφαγε σύρριζα ολόκληρα δύο κυκλάμινα που του είχαν φέρει ως δώρο, όταν έβγαινε για λίγες ώρες να τρέξει έξω στο μπαλκόνι με τα φυτά. Από τότε ο πατέρας μου, όπως κι εγώ νωρίτερα, πήραμε μέτρα να μη βγάζουμε τα κουνέλια μας έξω μαζι με φυτά, επειδή είναι πραγματικοί καταστροφείς. Δείτε
εδώ
και
εδώ
τα αποτελέσματα των όχι αμελητέων καταστροφών τους! Στα
δικά μου κουνέλια
έχω δώσει κυκλάμινο πειραματικά. Αρχικά το έψαξαν και το μύρισαν διστακτικά, μετά όμως και τα δύο το έφαγαν κανονικά.

Όσον αφορά το δικό μου φυτό, δεν ξέρω ακριβώς τι να κάνω τώρα που τελειώνει η ανθοφορία. Μπορεί να το κρατήσω, μάλλον πόμως θα το δώσω στον πατέ΄ρα μου ως αντικαταστάτη των απωλειών του, αφού εγώ δεν είχα προγραματίσει εξ αρχής να το έχω.

Πηγές και ιστοσελίδες:
άρθρο της Βικιπαίδειας για το κυκλάμινο
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για το κυκλάμινο
καλλιέργεια του κοινού κυκλάμινου στο valentine.gr
Η κοινότητα για το κυκλάμινο.
Η παραπάνω σελίδα είναι της κοινότητας για το κυκλάμινο (Cyclamen society), μιας κοινότητας καλλιεργητών κι ερευνητών με σκοπό την προώθηση της καλλιέργειας και της προστασίας των ειδών του γένους, καθώς και τη διάδοση πληροφοριών σχετικά με το γένος, τα είδη και τις ποικιλίες. Στην κοινότητα αυτή γίνονται διάφορες συζητήσεις, αλλά και διάφορες δραστηριότητες όπως ανταλλαγές σπόρων και φυτών, εκδρομές σε φυσικά περιβάλλοντα ειδών κυκλαμίνων, μετρήσεις, καταγραφές εξάπλωσης, καταγραφές νέων ποικιλιών, κ.ά. Η κοινότητα ιδρύθηκε στην Αγγλία τον Ιανουάριο του 1977 και σήμερα αριθμεί περί τα 1600 μέλη παγκοσμίως.

Πρώτη φορά μπήκε φωτογραφία κανονικά στο άρθρο εδώ και λίγους μήνες από μόνη της με τη λειτουργία του ιστολογίου χωρίς να το κάνω χειροκίνητα! Πώς έγινε; Έγινε καμία αλλαγή;

Τέλος πάντων το παραπάνω είδος είναι πολύ κοινός θάμνος που όμως δεν ξέρω το όνομά του. Στη φωτογραφία έχω δύο κλαδάκια: το ένα αριστερά σε ανάπτυξη και το άλλο δεξιά με τους καρπούς. Το θάμνο αυτό το φυτεύουν παντού, και δεν ξεπερνά τα δύο μέτρα συνήθως. Έχει πολύ άναρχη ανάπτυξη με λεπτά, δύσκαμπτα και στρεβλά κλαδιά προς διάφορες κατευθύνσεις. Τα φύλλα είναι αειθαλή, δερματώδη γυαλιστερά από πάνω ωοειδή με οξεία άκρη περίπου στα 2-4 εκ., συγκεντρωμένα περισσότερο στις κορυφές των πολλών μικρότερων βλαστών. Επίσης το φυτό φέρει αγκάθια από τροποποιημένους βλαστούς, είναι δηλαδή βλαστοί σκληροί με ακανθώδη κορυφή, μπορεί και με λίγα μικρά φύλλα, σαν τα αγκάθια των εσπεριδοειδών κι όχι σαν αυτά της τριανταφυλλιάς για παράδειγμα που εμφανίζονται στην επιφάνεια του βλαστού ως επιδερμικές προεξοχές. Την άνθιση δεν την έχω προσέξει. Από το φθινόπωρο πάντως σχηματίζει καρπούς, μπιλίτσες που το χειμώνα γίνονται πορτοκαλί και φτάνουν μέγεθος μπιζελιού, σε ταξικαρπίες σαν σκιάδια, με πολλούς ποδίσκους καρπών από ένα σημείο, όπως στη φωτογραφία. Οι καρποί πέφτουν νωρίς την άνοιξη, με ελάχιστους τώρα, οπότε γίνεται η ανάπτυξη, κι όλο το φυτό έχει γεμίσει φρέσκα φύλλα στις κορυφές των βλαστών. Υπάρχουν και λεπτοί βλαστοί έως και 10-12 εκ. με πολύ αραιά μικρά φήυλλα και στενή άκρη, οι οποίοι μάλλον πρόκειται να γίνουν αγκάθια. Αλλά και τα παλαιότερα αγκάθια συνεχίζουν την ανάπτυξη. Τι θάμνος να είναι; Νομίζω πυράκανθος, αλλά δεν είμαι σίγουρος. Παρακαλώ όποιος έχει την καλοσύνη να μου τον αναγνωρίσει.

Επίσης
φωτογραφίστηκε τελικά το υδρόβιο φυτό.
Η φωτογραφία βρίσκεται στο τέλος του άρθρου. Όποιος λοιπόν το ξέρει ή βρίσκεται πάνω-κάτω στη σωστή αναγνώριση μπορεί να κάνει σχόλιο είτε σ’εκείνο το άθρορ είτε εδώ.

Οι μπανανιές

η μπανανιά μου ακόμα μικρή 30/8/2011

Η παραπάνω φωτογραφία είναι απ’το φυτό μου στις 3 Σεπτεμβρίου. Από τότε οι μικρότεροι βλαστοί έχουν κοπεί, κι ο ψηλότερος έβαλε πέντε ακόμα μεγάλα φύλλα ως το χειμώνα. Τώρα βρίσκεται σε φάση αναμονής στη σκάλατης πολυκατοικίας ώσπου να το ξαναβγάλω μαζι με τ’άλλα ευπαθή φυτά την επόμενη εβδομάδα.

Αυτή η ποικιλία μπανανιάς είναι μια νάνα με τελικό ύψος περίπου κοντά στα δύο μέτρα, με μεγάλα, ωοειδή φύλλα που έχουν μια τεράστια κόκκινη κηλίδα με ακανόνιστα όρια στο μεγαλύτερο μέρος της επάνω επιφάνειάς τους. Τα φύλλα των νεαρών παραφυάδων ή αυτά που βγαίνουν σε λίγο φως είναι πράσινα. Αναπτύσσεται ταχύτατα, και παράγει παραφυάδες συνεχώς. Έως τώρα δεν έχω δει άνθη ή μπανάνες σ’αυτήν την ποικιλία, αλλ’αναμένεται να βγουν πιστεύω σε 1-2 χρόνια με καλή φροντίδα.

Το παραπάνω φυτό έχει πολύπλοκη ιστορία. Προέρχεται απ’το χωριό μου, τους Πύργους Κοζάνης, από ένα σπίτι παππούδων των φίλων μου οι οποίοι το είχαν για 2 χρόνια περίπου, αγορασμένο από τη Νάουσα. Το χειμώνα το έφερναν μέσα στη σκάλα, και την άνοιξη το ξανάβγαζαν στην αυλή. Ζούσε σε μια μικρή γλάστρα με αργιλώδες χώμα και μηδενική αποστράγκιση εκτός από ένα μικρό ράγισμα κάτω, και με τα συνεχή βαριά ποτίσματα που του δίνανε κατέληξε να βρίσκεται σε μια κατάσταση κατάπτωσης. Αρχικά φαινόταν υγειές με πολλά φύλλα και γεμάτο μικρές νέες παραφυάδες, αλλ’όταν ποτιζόταν συχνά τα περισσότερα φύλλα μαραίνονταν και προφανώς πολλές ρίζες θα σάπιζαν. Το χρώμα της ποικιλίας μ’άρεσε πολύ, κι αν και δεν είχα σκοπό να βάλω μπανανιά στη συλλογή μου, τελικά πέρσι τουν Ιούλιο έκοψα με το μαχαίρι ένα κομμάτι υπόγειου κορμού μαζί με λίγες ρίζες και μια μικρή παραφυάδα. Τον έφερα εδώ στη Θεσσαλονίκη αφού τον είχα τυλίξει σε υγρό χαρτί και η παραφυάδα με πολλές ρίζες είχαν σπάσει στο δρόμο. Εδώ τον φύτεψα σε μια γλάστρα με πλούσιο χώμα και χάρη στο
αυτόματο πότισμα
φύτρωσε κι αναπτύχθηκε ενώ εγώ έλειπα. Όταν επέστρεψα για λίγο σε μια βδομάδα, είχε βγάλει δύο επιφανειακά βλασταράκια. Έπειτα από δύο εβδομάδες είχε μεγαλώσει περισσότερο με μικρά πλατιά φύλλα. Ύστερα συνέχισε την ανάπτυξη κανονικά, και στα τέσσερα μεγάλα φύλλα έκανε και το πρώτο κόκκινο. Το Σεπτέμβριο έκοψα τις δύο παραφυάδες για πολλαπλασιασμό στον πατέρα μου, εκ των οποίων η μία έπιασε. Ο πατέρας μου επίσης πήρε και μια μεγάλη, κανονική μπανανιά. Η μπανανιά μου λοιπόν συνέχισε την ανάπτυξη μέχρι τα πρώτα κρύα των μέσων του Οκτωβρίου οπότε άνοιγε σιγά-σιγά το τελευταίο περσινό της φύλλο, πιο ανοιχτόχρωμο απ’τα προηγούμενα. Είχε εντωμεταξύ κάνει και μια μικρή παραφυάδα στη βάση του κορμού. Τέλη νοεμβρίου-αρχές Δεκεμβρίου την έφερα στην προστατευμένη χειμερινή θέση για τα ευπαθή ειδη, κι έκοψα πολλά απ’τα φύλλα της τα οποία έδωσα στα
κουνέλια.
Τα κουνέλια πρόσεξα ότι τιμούν ιδιαιτερα τα φύλλα της μπανανιάς, όχι όμως τη μπανανόφλουδα. Ο χυμός του φυτού μυρίζει σαν μπανανόφλουδα. Όλο το διάστημα του χειμώνα το φυτό έχει κάνει μόνο ένα φύλλο το οποίο άνοιξε μόλις τώρα, πολύ μικρότερο και ανοιχτοπράσινο απ’το λίγο φως και τη χαμηλή θερμοκρασία.

Η μπανανιά δε χρειάζεται ιδιαίτερες συνθήκες για ν’αναπτυχθεί, απλώς ήλιο, ζέστη, πλούσιο έδαφος με κανονική αποστράγκιση, και έντονο πότισμα και λίπανση. Τον αριθμό παραφυάδων που πρέπει να μείνουν το κανονίζει ο καθένας. Εγώ για παράδειγμα θέλω να κρατήσω 3-4. Στις εντατικές καλλιέργειες για φαγητό κρατούν συνήθως δύο, τη μία που θα δώσει τον καρπό της τωρινής χρονιάς και μια άλλη μικρότερη για την επόμενη σοδειά, κι όταν μεγαλώσει και αφού τελειώσει η πρώτη μεγάλη, κρατάν πάλι την επόμενη δεύτερη. Οι μπανανιές επίσης δε θέλουν πολύ αέρα ούτε έντονη δραστηριότητα, διότι τα φύλλα τους είναι λεπτά και σχίζονται εύκολα. Αν για παράδειγμα βάλετε μια μπανανιά εκει που παιδιά παίζουν μπάλα πιθανότατα θα γίνει ταινίες. Από ασθένειες δεν έχω αντιμετωπίσει ακόμα καμία, αλά προφανώς θα προσβάλλεται από τα περισσότερα κοινά έντομα των φυτών, τα οποία αντιμετωπίζονται με το κατάλληλο σκεύασμα.

Η μπανανιά δεν είναι δέντρο, είναι ένα μεγάλο χόρτο. Είναι το μεγαλύτερο ποώδες ανθοφόρο φυτό, εάν εξαιρέσουμε τα εξαπλούμενα ριζωματώδη που μπορούν να καλύψουν τεράστιες εκτάσεις. Είναι μονοκοτυλήδωνο της οικογένειας των μουσιδών και της τάξης των ζιγγιβερωδών, μαζί με τα τζίντζερ, τα πουλιά του Παραδείσου κι άλλα μεγάλα μονοκοτυλήδωνα. Σχεδόν όλες ανήκουν στο γένος Musa (μούσα), από το γιατρό του Ρωμαίου αυτοκράτορα Αυγούστου Αντώνιο Μούσα, ή αραβικό “μαούζ”, όχι από τις γνωστές μούσες. Η λέξη “μπανάνα” προέρχεται είτε από το αραβικό “μπανάν”, το δάχτυλο, είτε από το αφρικανικό ουολόφ “μπανάανα”.

Ο πατέρας της σύγχρονης βιολογικής ταξινόμησης Κάρολος Λινναίος ταξινόμησε τις μπανάνες σε δυο κύρια ειδη ανάλογα με τη χρήση τους, δίνοντας τα ποιητικά ονόματα Musa sapientium (μούσα των σοφών) για τις γλυκές φαγώσιμες μπανάνες, και Musa paradisiaka (μούσα η παραδεισιακή) για τις αμυλούχες μαγειρευτές. Αν κι εμείς γνωρίζουμε κυρίως τις φαγώσιμες, στις τροπικές χώρες υπάρχουν και πολλές ποικιλίες με σκληρότερους, περισσότερο αμυλώδεις καρπούς που μαγειρεύονται. Αργότερα το σύστημα του Λινναίου απορρίφθηκε με την αναγνώριση ότι όλες οι ήμερες ποικιλίες της μπανάνας προέρχονται από τα δύο άγρια ασιατικά είδη Musa acuminata (μούσα η οξύληκτη) και Musa balbisiana (μούσα η βαλβισιανή). Έτσι έχουμε μια νέα ταξινόμηση με τρεις υποομάδες: στη μία οι ποικιλίες που φέρνουν περισσότερο στο πρώτο είδος, στη δεύτερη αυτές που φέρνουν στο δεύτερο, και στην τρίτη αυτές με στοιχεία και απ’τα δύο. Η καλλιέργεια του φυτού χρονολογείται πριν περίπου 5000 χρόνια στην Νοτιοανατολική Ασία. Γρήγορα εξαπλώθηκε στην Αφρική, και με την έλευση των Ισπανών και στη Λατινική Αμερική. Ανεξάρτητα είχε εξημερωθεί και στη Νέα Γουινέα πριν 5000-8000 χρόνια.

Ο κορμός της μπανανιάς είναι στην πραγματικότητα ένα ψευδοστέλεχος σχηματισμένο από τις σφιχτές βάσεις των φύλλων. Ο πραγματικός βλαστός είναι υπόγειος, πεπλατυσμένος και κονδυλώδεις, και λέγεται κορμός. Ο κορμός αναπτύσσεται περισσότερο κατά πλάτος βγάζοντας νέα μάτια και μακριές, σαρκώδεις ρίζες. Το ψευδοστέλεχος μιας κανονικής μπανανιάς παραγωγής μπορεί να φτάσει τα 6-7,5 μ. σε ύψος με 20 εκ. διάμετρο, ενώ τα φύλλα της μπορεί να γίνουν έως και 2 μ. μακριά και 60 εκ. πλατιά. Σε 8 περίπου μήνες στην τροπική ζώνη (24 μήνες χωρίς παγωνιά στην εύκρατη), το ψευδοστέλεχος θα πετάξει απ’τη μέση συνήθως μία τεράστια ταξιανθία (καρφί) με πολλά βράκτια φύλλα. Τα αρσενικά άνθη βρίσκονται προς τα κάτω, ενώ τα θηλυκά στην κορυφή. Μετά τη γονιμοποίηση και την ανάπτυξη των καρπών, παράγεται ένα τεράστιο τσαμπί 30-50 κιλών που χωρίζεται σε 3-20 τμήματα (χέρια), το καθένα έως και με 20 καρπούς. Τα τσαμπιά που αγοράζουμε είναι υποδιαιρεμένα τέτοια “χέρια”. Οι καρποί των άγριων μπανανών, όπως άλλωστε όλων των σπερματοφύτων, είναι γεμάτοι σπόρια, αλλά στις ήμερες ποικιλίες το χαρακτηριστικό αυτό έχει χαθεί από παλιά (παρθενοκαρπία) με την επιλεκτική αναπαραγωγή. Αυτό από τη μία είναι καλό κάνοντας το φάγωμα ευκολότερο, από την άλλη όμως η χαμηλή γενετική ποικιλότητα χωρίς ανασυνδιασμό και εξέλιξη προδιαθέτει σε μικρή ανθεκτικότητα σε νέες ασθένειες, κι επίσης η δημιουργία νέων ποικιλιών είναι δύσκολη. Για να δημιουργηθεί μια νέα ποικιλία, θα πρέπει να επιλεγούν άτομα με τα επιθυμητά χαρακτηριστικά από την κοντινότερη σπερματοφόρο ποικιλία, να γίνει η επιλεκτική αναπαραγωγή και μετά πάλι να επιλεγούν τα παρθενόκαρπα άτομα. Οι περισσότερες καλλωπιστικές και λίγες φαγώσιμες ποικιλίες διατηρούν τους σπόρους τους. Μετά την καρποφορία το ψευδοστέλεχος ξεραίνεται, και συνεχίζουν τα επόμενα μικρότερα.

Η μπανάνα είναι φρούτο πλούσιο σε θερμίδες και κάλιο. Προσωπικά είναι ένα απ’τα αγαπημένα μου, μαζί με τη
φράουλα
και λίγα ακόμα. Κόβεται άγουρη στις χώρες παραγωγής και ωριμάζει έπειτα στις χώρες προορισμού. Η
τεχνητή της ωρίμανση
είναι ιδιαίτερα εύκολη.

Η κύρια ποικιλία μπανάνας που καλλιεργείται για ευρεία κατανάλωση είναι η Cavendish. Chiquita είναι μια μεγάλη αμερικανική εταιρεία που τις εμπορεύεται, όχι τ’όνομα της ποικιλίας. Δυστυχώς όμως αυτή η ποικιλία λόγω χαμηλής γενετικής ποικιλότητας απειλείται από ένα θανατηφόρο μήκυτα που ήδη έχει καταστρέψει πολλές καλλιέργειες της Αφρικής και της Αυστραλίας. Αν φτάσει στη Λατινική Αμερική, όπου παράγεται το 99% της παγκόσμιας παραγωγής, θα προκληθεί σοβαρότατη καταστροφή. Πέρα από τη ζημιά στο εμπόριο της μπανάνας παγκοσμίως, 500000 φτωχοί καλλιεργητές υπολογίζεται ότι θα μείνουν άποροι λόγω της απώλειας της καλλιέργειας. Οι επιστήμονες προσπαθούν ήδη να δημιουργήσουν ανθεκτικότερη ποικιλία, χωρίς έως τώρα αποτέλεσμα. Για τη δική μου μπανανιά δεν ξέρω ούτε είδος ούτε ποικιλία και θά’ταν καλό κάποιος να μου την αναγνώριζε.

Είναι γνωστό ότι καλλιεγούνται μπανάνες στα νότια ευνοϊκά κλίματα της χώρας μας, όπως στην Κρήτη και στη Ρόδο. Η καρποφορία τους όμως γίνεται και πιο ψηλά. Έχω δει πολές μπανανιές για παράδειγμα στο Πολύχρονο Χαλκιδικής με τις άγουρες μπανάνες τους. Το πρόβλημα μ’εκείνες τις περιοχές είναι ότι το κρύο έρχεται πριν ωριμάσουν πλήρως οι καρποί κι έτσι χάνονται. Λύση σ’αυτό το πρόβλημα είνια η κάλυψη των φυτών με καλό πλαστικό. Σε ακόμα πιο κρύες περιοχές, για να καρποφορήσει η μπανανιά θα ππρέπει να βρίσκεται είτε σε θερμοκήπιο είτε να μετακινείται εκεί το χειμώνα, κάτι δύσκολο λόγω και των τεράστιων διαστάσεων του φυτού, εκτός κι αν είναι νάνα ποικιλία.

Μολονότι τα περισσότερα είδη μπανανιάς δε θ’αντέξουν σε θερμοκρασίες υπό του μηδενός, υπάρχουν κι εδώ εξαιρέσεις. Από τα ανθεκτικότερα είδη είναι η μπανανιά των Ιμαλαΐων (Musa sikkimensis), ένα φυτό που μπορεί να φτάσει και τα τρία μέτρα σ’ένα χρόνο, ενώ το χειμώνα το υπέργειο μέρος παγώνει αφήνοντας μόνο τα υπόγεια που μπορούν ν’αντέξουν έως και -5 βαθμούς.

Πηγές και ιστοσελίδες:
άρθρο της αγγλικής wikipedia
καλλιέργεια μπανανιάς για καρποφορία
καλλωπιστικές ποικιλίες μπανανιάς
η αεπιλή προς τη μπανάν και οι συνέπειες της εξαφάνισης της σημαντικότερης ποικιλίας

Τα παρακάτω τρία είδη τα συναντώ στη Θεσσαλονίκη, την πόλη όπου μένω, και παρόλο που είναι πολύ γνωστά και διαδεδομένα, τα δύο πρώτα τουλάχιστον, δεν ξέρω ακόμα το όνομά τους. Ξεκινάω λιπόν.


Το πρώτο είναι ένας πολύ πυκνός θάμνος που χρησιμοποιείται κυρίως για φράκτες, όπου κλαδεύεται συνήθως κοντότερος από το ύψος ενός ανθρώπου, αν κι έχω δει μερικούς που ξεπερνούν τα δύο μέτρα. Το συγκεκριμένο κλαδί προέρχεται από μια τέτοια σειρά στην παιδική χαρά της Σχολής Τυφλών, που φαίνεται όταν περνάτε έξω από το δρόμο. Έχει αντίθετα φύλλα, γυαλιστερά με οξεία άκρη και ομαλό περιθώριο. Αναπτύσσεται κυρίως την άνοιξη, οπότε τον κλαδεύουν. Τέτοιους θάμνους φυτεύουν και στο χωριό μου υψομέτρου 800 μέτρων. Αντέχουν το κρύο και αρκετό χιόνι πάνω τους παραμένοντας κανονικότατα πράσινοι. Δεν έχω παρατηρήσει ούτε άνθη ούτε καρπούς, τουλάχιστον ακόμα.


Το δεύτερο είδος είναι ένα αναρρηχητικό που βρίσκω φυτεμένο παντού. Το συγκεκριμένο κλαδί προέρχεται από κάποιο αρκετά μεγάλο τέτοιο φηυτό πίσω απ’την πιλοτή της πολυκατοικίας μου. Τέτοια μπορούν να βρεθούν σε διάφορες αυλές, φυτεμένα σε ζαρντινιέρες έξω από μαγαζιά στο δρόμο σε άσχημη κατάσταση ή σε γλάστρες. Στο 6ο γυμνάσιο όπου φοιτούσα υπήρχαν πολλά τέτοια. Οι βλαστοί παραμένουν ποώδεις και σαρκώδεις για μεγάλο μέρος του μήκους τους, τα φύλλα είναι κάπως καρδιοειδή, λεία και πολύ γυαλιστερά σαν μεταλλικά με ανώμαλο περιθώριο, όπως άλλωστε φαίνεται κι απ’την εικόνα, σκουρότερα από πάνω κι λίγο ανοικτότερα από κάτω, εναλλάξ. Το φυτό, αν δεν στηρίζεταια πό κάπου, κρέμεται, κι όταν στηρίζεται δε χρησιμοποιεί κάποιον συγκεκριμένο τρόπο αναρρήχησης π.χ. έλικες ή έντονα περιελισσόμενους βλαστούς. Είναι εύθραυστο κι ο χυμός του μυρίζει κάπως σαν μέταλλο, σαν αροειδές και ίσως κάπως σαν κισσός, και συμπεραίνω ότι θα είναι δηλητηριώδες για τα φυτοφάγα. Αντέχει κανονικά το κρύο εδώ στη Θεσσαλονίκη και είναι αειθαλές, ρίχνοντας συνεχόμενα τα παλιά του φύλλα, τα οποία πρώτα χάνουν νερό, ξεραίνονται και ύστερα αποκολλώνται αμέσως. Η τρυφερή ανάπτυξη υπάρχει σχεδόν όλο το χρόνο στις κορυφές ή σε παλαιότερα μέρη του βλαστού που αντιστοιχούν στις μασχάλες, ωστόσο δε μου φαίνεται φυτό γρήγορης ανάπτυξης. Δεν έχω παρατηρήσει ακόμα άνθη ή καρπούς. Θα ήθελα επίσης να μάθω για το συγκεκριμένο είδος αν πολλαπλασιάζεται με μοσχεύματα γιατί μ’αρέσει πολύ και θέλω να το προσθέσω στη συλλογή μου.


Επικεντρώνομαι περισσότερο στο άνθος πα΄ρα στο φύλλο.

Το τρίτο τέλος είδος δεν είναι και τόσο γνωστό. Για την ακρίβεια το ξέρω μόνο από τη γωνία της πιλοτής της πολυκατοικίας μου που τό’χουν φυτέψει. Είναι ένας θάμνος σχεδόν στα δύο μέτρα, με κεντρικό κορμό και πολλά κλαδιά, το καθένα με πολλά πλευρικά και μερικά να ξεφεύγουν περισσότερο απ’το σχήμα. Αυτήν την εποχή δεν έχει σχεδόν καθόλου φύλλα. Τα φύλλα φύονται αντίθετα, είναι ωοειδή με οξεία άκρη, λεπτά οδοντωτά, με αδρές τρίχες και στις δύο επιφάνειες, με κοντό μίσχο και μυρίζουν κάπως σαν ευκάλυπτος-τσάι-λεμόνι αν τριφτούν. Αυτήν την εποχή τα κλαδιά είναι γεμάτα με μικρά σφαιρικά μάτια που θα σκάσουν την άνοιξη, και, αρκετά παράξενο, τα άνθη ανοίγουν τώρα. Είναι μικρά, τα περισσότερα προς την κορυφή, κι ανοιχτόχρωμα με δισκοειδές σχήμα και ανασηκωμένο κέντρο όπου βρίσκονται οι στήμονες και ο ύπερος. Δυσκολεύτηκα να ξεχωρίσω τα πέταλα απ’τα σέπαλα και να τα μετρήσω, μιας και είναι τόσο μικρά. Μυρίζουν σαν αγιόκλιμα-μανόλια-γιασεμί. Τι να είναι; Δοκίμασα να ψάξω αν είναι κάποιο είδος μανόλιας ή Hamamelis, αλλ’οι περιγραφές δεν ταιριάζουν.

Περισσότερο επείγον είναι όμως η αναγνώριση των δύο πρώτων ειδών. Όποιος ξέρει τουλάχιστον ένα είδος από τα παραπάνω, ας μου δημοσιεύσει εγκαίρως ένα σχόλιο. Ευχαριστώ πολύ για την πράξη.

φούξια ποικιλία


δίχρωμη ποικιλία πορτοκαλί και ροζ

Τα βλέπουμε παντού – μικρά φουντωτά φυτά με πάρα πολλά άνθη που ανοίγουν το απόγευμα και γεμίζουν τον τόπο με το άρωμά τους. Είναι τα φυτά που συνήθως αποκαλούνται δειλινά μ’επιστημονική ονομασία (Mirabilis jalapa). Πανέμορφα αλλά και πολύ επιτυχημένα, μπορούν να επιβιώσουν ακόμα και σε εγκαταλελειμμένες περιοχές.

Τα δειλινά κατάγονται από τις Άνδεις της Νότιας Αμερικής. Μολονότι θεωρούνται από πολλούς ως μονοετή, στην πραγματικότητα είναι πολυετή κονδυλώδη φυτά που επανέρχονται κάθε άνοιξη από τους υπόγειους κονδύλους τους. Είναι το γνωστότερο είδος του γένους Mirabilis της οικογένειας των νυκταγινιδών (nyctaginaceae). Mirabilis στα λατινικά σημαίνει θαυμάσιο, ενώ Jalapa (Χαλάπα) είναι μια πόλη του Μεξικού, αν και στην πραγματικότητα το φυτό δεν είναι ενδημικό εκεί. Ωστόσο το φυτό διαδόθηκε γρήγορα μετά την ανακάλυψή του, η οποία φέρεται ότι έγινε το 1540. Συνηθίζουμε να το λέμε “δειλινό”, αφού τα άνθη του ανοίγουν το απόγευμα, ενώ αποκαλείται και “νυχτολούλουδο”, αν κι αυτό το όνομα αναφέρεται συνήθως στο φυτό κέστρο, και καλύτερα να χρησιμοποιείται μόνο γι’αυτό το είδος, αφού η ευρεία χρήση του προκαλεί σύγχυση. Σ’άλλες γλώσσες το δειλινό έχει διάφορες παρόμοιες οομασίες. Σε πολλές ινδικές γλώσσες έχει το ίδιο όνομα με το δικό μας, ενώ στα κινέζικα λέγεται “άνθος του μπάνιου” ή “άνθος του βρασίματος του ρυζιού”, γιατί αυτές οι δραστηριότητες γίνονται κατά την ώρα που ανοίγουν τα άνθη του. Στα αγγλικά λέγεται “four o’clock (τέσσερις η ώρα)”, επειδή σε μεγαλύτερα γεωγραφικά πλάτυ με περισσότερες βραχύτερες και συννεφιασμένες μέρες ανοίγει νωρίτερα.

Το φυτό είναι ποώδες και κονδυλώδες φτάνοντας σε ύψος συνήθως τα 60 εκ. με ένα μέτρο, συχνά κοντότερο και σπανιότερα ψηλότερο, ανάλογα με τις εξωτερικές συνθήκες και τα γενετικά χαρακτηριστικά του κάθε φυτού. Έχει λείους βλαστούς κι αντίθετα πλατιά κι επίμηκη φύλλα. Το φυτό έχει πυκνή και θαμνώδη κατασκευή. Υπογείως δημιουργεί κωνικούς κονδύλους. Τα άνθη του εμφανίζονται κατά ομάδες με κοινή ανθοδόχη στις κορυφές των βλαστών και είναι μικρά, χωανοειδή με 5 πεταλοειδή στοιχεία – στην πραγματικότητα τροποποιημένα σέπαλα – έντονου χρώματος. Το χρώμα μπορεί να ποικίλει από λευκό, κόκκινο, ρόδινο, φουξ, κίτρινο μέχρι και δίχρωμο π.χ. πορτοκαλί με κίτρινο, ενώ σε κάποια φυτά τα άνθη μπορεί ν’αλλάξουν χρώμα ανάλογα με την ηλικία τους ή την ηλικία του φυτού. Τα άνθη αναδίδουν ένα γλυκό άρωμα από το σούρουπο οπότε ανοίγουν. Κάθε άνθος διαρκεί μόνο για μια νύχτα αλλά το φυτό παράγει μεγάλο αριθμό για όλη τη διάρκεια των τελών της άνοιξης, του καλοκαιριού και των αρχών-μέσων του φθινοπώρου. Το άρωμα προσελκύει ρυγχωτές νυχτοπεταλούδες. Μετά την επικονίαση σχηματίζεται ένας μονόσπερμος καρπός, πράσινος, μαλακός και κούφιος αρχικά, αλλά μαύρος, τραχύς και σκληρός όταν ωριμάσει.

Το φυτό αυτό αναπτύσσεται ταχύτατα, είναι πολύ ανθεκτικό, επομένως η καλλιέργειά του είναι πολύ εύκολη. Πολλαπλασιάζεται κυρίως με σπόρο. Οι σπόροι συλλέγονται όταν έχουν ωριμάσςει είτε απευθείας απ’το φυτό, είτε με τίνγαμά του, ή αφού έχουν πέσει κάτω, προτιμότερα στα τέλη του καλοκαιριού-αρχές φθινοπώρου οπότε θά’χουν σχηματιστεί πολλοί. Έπειτα σπέρνονται την άνοιξη σε πλούσιο έδαφος σε μικρό βάθος. Θα βλαστήσουν σε 7-14 μέρες, και η ανάπτυξη των φυτών θα είναι πολύ γρήγορη ήδη από την αρχή. Τα φυτά ευδοκιμούν καλύτερα σε ηλιόλουστες ή ημισκιερές θέσεις σε σχεδόν οποιοδήποτε έδαφος, ακόμα και σε φτωχό και αργιλώδες ή και σε παραθαλάσσιες περιοχές. Για τη βέλτιστη ανάπτυξη και ανθοφορία χρειάζονται τακτικό πότισμα και μηνιαία λίπανση, αν κι όπως είπα μπορούν ν’αναπτυχθούν και σε συνθήκες σχεδον πλήρους παραμέλησης. Εξαιτίας της μεγάλης ποσότητας σπόρου που παράγουν και της εύκολης βλάστησής τους, μπορεί να συμπεριφερθούν ως αγριόχορτα, γι’αυτό ίσως χρειαστούν έλεγχο σε περιοχές όπου δεν είναι επιθυμητά. Σε περίπτωση που σπάσουν κατά την περίοδο ανάπτυξης, θα ξαναπετάξουν από τη βάση του βλαστού τους. Σε τροπικές και υποτροπικές περιοχές μπορεί να παραμένουν πράσινα όλο το χρόνο, ενώ στις θερμές εύκρατες χώρες όπως στα περισσότερα μέρη της Ελλάδας το υπέργειο τμήμα τους παγώνει κάθε χειμώνα, αλλά ξαναναπτύσσονται από τους κονδύλους. Σε ψυχρότερες περιοχές μπορούν να καλλιεργηθούν είτε ως μονοετή, με ετήσια σπορά, είτε οι κόνδυλοι να ξεθαφτούν και ν’αποθηκευθούν σε δροσερό, ξηρό και αεριζόμενο μέρος π.χ. τυλιγμένοι σε χαρτιά, ώστε να ξαναφυτευθούν την άνοιξη. Η νεαρή ανάπτυξη μπορεί να προσβληθεί από αφίδες.

Το φυτό είχε ή έχει λίγες φαρμακευτικές χρήσεις, κυρίως ως καθαρτικό, διουρητικό και αφροδισιακό. Επίσης τα φύλλα του μπορούν να βραστούν και να φαγωθούν σε περιπτώσεις ανάγκης. Γενικά όμως το φυτό και οι σπόροι του είναι τοξικά. Οι σπόροι χρησιμποιούνται απ’τα παιδιά ως σφαίρες στα φυσοκάλαμα.

Έχω συναντήσει το φυτό αυτό σχεδόν παντού κι επίσης τό’χω καλλιεργήσει, και γι’αυτό έχω ν’αναφέρω κάποιες παρατηρήσεις. Το φυτό αυτό είναι πολύ προσαρμοστικό. Τό’χω βρει σε ξερά μέρη με πετρώδες χώμα, σε παραμελημένα δημόσια παρτέρια, ακόμα και άγριο κοντά σε περιοχές με ανθρώπινη δραστηριότητα. Υπάρχουν διάφορες ποικιλίες αυτού του φυτού, για παράδειγμα μια φουξ με ασθενές άρωμα αι μια άλλη πορτοκαλί ή κίτρινο με πορτοκαλί με πολύ έντονο και ωραίο άρωμα. Μαζεύοντας σπόρους από την τελευταί όμως έβγαλα τελικά φουθξ φυτά, λόγω υβριδοποίησης με κοντινές ποικιλίες. Για την καλλιέργεια έχω να πω ότι είναι πολύ εύκολο. Έχω παρατηρήσει ότι οι σπόροι που σπέρονται πολύ ρηχά δε στηρίζιονται καλά γέρνοντας, το οποίο πρόβλοημα μπορεί να λυθεί με λίγο επιπλέον χώμα γύρω από τη βάση του φυτού. Τέλος ο χυμός του φυτού μυρίζει έντονα πικρά, πιθανόν λόγω της τοξικότητάς του. Τα κουνέλια το αποφεύγουν. Το δειλινό είναι ένα από τα αγαπημένα μου φυτά.

Πηγές:
Ελληνικά
δειλινό (καλλιέργεια) στο valentine.gr
φυτοσυμβουλές – δειλινό καλλιέργεια
δειλινό – θέμα συζήτησης σε φόρουμ
Αγγλικά
άρθρο της αγγλικής wikipedia
δειλινό – πληροφορίες και σχόλια στο Davesgarden.com
δειλινό – πληροφορίες και καλλιέργεια στο floridata.com
καλλιεργητικές πληροφορίες
δειλινό – πληροφορίες, καλλιέργεια και χρήσεις

νεαρό φυτό


μικρά σπορόφυτα δίπλα στο νεαρό φυτό


Brugmansia aurea (χρυσή μπρουγκμάνσια)

Οι πρώτες δύο φωτογραφίες προέρχονται από δικά μου φυτά, τα οποία είναι ακόμα μικρά, ενώ η τελευταία είναι ενός μεγάλου φυτο΄΄υ (Brugmansia aurea) με άνθος από την αγγλική wikipedia.

Οι μπρουγκμάνσιες, συχνά αποκαλούμενες και ως δενδρώδεις ντατούρες ή σάλιπγγες των αγγέλων, είναι μεγάλα θαμνώδη φυτά εύκολα αναγνωρίσιμα από τα τεράστια, χωανοειδή κι έντονα αρωματικά άνθη τους, τους συχνά αγκαθωτούς καρπούς και το δύσοσμο φύλλωμά τους. Φυτεύονται ως καλλωπιστικά, αλλ’επειδή δεν αντέχουν την παγωνιά σπάνια μπορούμε να τα δούμε στην Ελλάδα φυτεμένα στο έδαφος.
Παλαιότερα το γένος της μπρουγκμάνσιας περιλαμβανόταν στο γένος της
ντατούρας,
αλλά έπειτα διαχωρίστηκε εξαιτίας μερικών σημαντικών διαφοροποιητικών στοιχείων, από τα οποία τα κύρια είναι: 1 τα άνθη της μπρουγκμάνσιας κρέμονται προς τα κάτω, ενώ αυτά της ντατούρας στέκονται προς τα πάνω, 2 οι καρποί της μπρουγκμάνσιες συνήθως δεν είναι τόσο αγκαθωτοί ή και καθόλου σε μερικά είδη, ενώ αυτοί της ντατούρας είναι πάντοτε, και 3 οι μπρουγκμάνσιες είναι ξυλώδεις και πολυετείς, ενώ οι ντατούρες είναι ποώδεις και πολλά είδη μονοετή. Παρόλα αυτά, τα δύο αυτά γένη είναι ως προς τη χημεία τους όμοια μιας και ανήκουν στη φυλή των ντατουροειδών της οικογένειας των σολανιδών. Όπως οι ντατούρες, έτσι και οι μπρουγκμάνσιες παράγουν τοξικά τροπανικά αλκαλοειδή (ατροπίνη και σκοπολαμίνη), που έχουν έντονα παραισθησιογόνο ή τοξική δράση ανάλογα με τη δόση.

Το γένος της μπρουγκμάνσιας (Brugmansia) κατάγεται από την περιοχή της Νότιας Αμερικής κατά μήκος των Άνδεων από τη Βολιβία έως τη βόρεια Χιλή κι επίσης στη νοτιοανατολική Βραζιλία. Τα περισσότερα είδη ευδοκιμούν σε υποτροπικά κλίματα που μπορεί να έχουν χαμηλές θερμοκρασίες όχι όμως υπό του μηδενός. Ανάλογα με το κλίμα που προτιμούν και βάσει μικρών διαφορών, το γένος χωρίζεται σε δυο τμήματα. Στο τμήμα Bragmansia που αναπτύσσεται σε θερμές συνθήκες, όπου ανήκουν τα είδη B. aurea, B. insignis, B. sauveolens και B. versicolor, και στο τμήμα Sphaerocarpium (σφαιροκάρπιο), που προτιμά πιο δροσερές θερμοκρασίες, όπου ανήκουν τα είδη B. arborea, B. sanguinea και B. vulcanicola.

Οι μπρουγκμάνσιες είναι ψηλοί θάμνοι ή μικρά δ΄νετρα (ύψους 3-11 μ. ανάλογα με το είδος, συνηθέστερα όμως 4-6 μ.) με πυκνή ανάπτυξη και ξυλώδη με ανοιχτό καφέ ελαφρώς τραχύ φλοιό. Οι νεαροί βλαστοί παραμένουν πράσινοι σε αρκετό του μήκους τους. Τα φύλλα φύονται εναλλάξ και είναι μεγάλα μήκους 10-30 εκ. και πλάτους 4-18 εκ., και μπορεί να καλύπτονται από λεπτό χνούδι. Οι βλαστοί και τα φύλλα αναδίδουν μια πολύ έντονη και πικρή μυρωδιά αν τριφτούν, προειδοποιώντας για την τοξικότητα του φυτού. Τα άνθη βγαίνουν μονά, είναι μεγάλα, χωανοειδή (εξού και σάλπιγγα του αγγέλου), με λεπτά πέταλα, μήκους 14-50 εκ. και πλάτους 10-35 εκ. Το χρώμα τους ποικίλει ανάλογα με το είδος και την ποικιλία με λευκά στα περισσότερα είδη αλλά μπορεί να είναι πορτοκαλί ή κόκκινα (φυσιολογικό στην αιματόχρου μπρουγκμάνσια B. sanguinea). Στα κοινότερο καλλιεργούμενα είδη όπως η D. aurea, τα άνθη αναδίδουν ένα γλυκό άρωμα με στοιχεία λεμονιού κυρίως το σούρουπο, ενώ σ’άλλα είδη, όπως η B. sanguinea δε μυρίζουν καθόλου, εώ σ’άλλα όπως η B. arborea έχουν μοσχώδη μυρωδιά. Τέλος έχουν δημιουργηθεί και διπλές ποικιλίες. Ο καρπός είναι επίμηκης, σε μερικά είδη καλυμμένος με ψιλά αγκαθάκια, ο οποίος όταν ωριμάζει ξεραίνεται κι ανοίγει απελευθερώνοντας τους πολλούς μικρούς σπόρους.

Η καλλιέργεια των φυτών αυτών είναι πολύ εύκολη. Χρειάζονται πλούσιο, υγρό και καλά αποστραγκιζόμενο έδαφος και μια ηλιόλουστη ή τουλάχιστον ημισκιερή θέση για να ευδοκιμήσουν. Τα κοινότερο καλλιεργούμενα είδη αναπτύσσονται καλύτερα στη θερμή περίοδο του έτους, ενώ τα ψυχρά είδη απαιτούν πτώση της θερμοκρασίας τη νύχτα και δε θ’ανθίσουν στη ζέστη του καλοκαιριού. Εάν οι συνθήκες καλλιέργειας είναι οι κατάλληλες, τα φυτά αναπτύσσονται ταχύτατα κι ανθίζουν άφθονα. Δεν ανθίζουν συνεχόμενα, αλλά κατά κύματα, περιόδους δηλαδή μεγάλης ανθοφορίας εναλλασσόμενες με περιόδους ανάπτυξης.
Τα φυτά αυτά δεν αντέχουν θερμοκρασίες κάτω από το 0, επομένως στις περισσότερες περιοχές της Ελλάδας δεν επιβιώνουν το χειμώνα στο έδαφος. Γι’αυτό θα πρέπει να φυτεύονται σε μεσαίου μεγέθους-μεγάλα δοχεία, που να μπορούν να μετακινηθούν εύκολα σε ασφαλέστερη θέση το χειμώνα. Το διάστημα του χειμώνα τα φυτά βρίσκονται σε νάρκη και μπορεί νά’χουν χάσει όλο το φύλλωμά τους, άρα δε χρειάζονται φωτιεινή θέση. Την περίοδο αυτή θα πρέπει να βρίσκονται σ’ένα δροσερό μέρος και να ποτίζονται πολύ αραιά. Η εποχή αυτή είναι επίσης κατάλληλη για το κλάδεμα. Τυχόν νεκροί ή αδύναμοι βλαστοί θα πρέπει ν’αφαιρεθούν, ενώ και τα υπόλοιπα κλαδιά του φυτού μπορούν να κοπούν κοντά στο μισό του μήκους τους για να ενισχυθεί η θαμνώδης ανάπτυξη. Την άνοιξη, όταν ο κίνδυνος παγωνιάς έχει περάσει οριστικά, τα φυτά μπορούν και πάλι να μετακινηθούν έξω στον ήλιο, το πότισμα και η λίπναση να ξαναρχίσουν κανονικά, κι έτσι θα επανέλθουν πολύ γρήγορα.
Οι μπρουγκμάνσιες πολλαπλασιάζονται είτε με σπόρο είτε με μοσχεύματα. Οι σπόροι θα πρέπει να συλλεχθούν από τους ξηρούς ώριμους καρπούς και να σπαρούν σε μικρό βάθος σε υγρό έδαφος την άνοιξη ή το καλοκαίρι. Σε μερικές εβδομάδες θα πρέπει νά’χουν φυτρώσει. Ο πολλαπλασιασμός με μοσχεύματα είναι ευκολότερος. Ένα κλαδί μήκους περίπου 20 εκ. αφαιρείται από το φυτό και τοποθετείται στο νερό μέχρι να ριζώσει ή φυτεύεται απευθείας σε υγρο χώμα, αφού τού’χουν αφαιρεθεί τα περισσότερα μεγάλα φύλλα για να μη χάνει νερό με αποτέλεσμα να μαραθεί. Εάν το κλαδί έχει διακλάδωση προς τό τέλος του, θά’χει μεγαλύτερη πιθανότητα επιτυχίας. Τα νεαρά φυτά μπορεί να μην ανθίσουν από τον πρώτο χρόνο, μολονότι στη δική μου περίπτωση άνθισαν στους 3 μήνες.
Αν και τα φυτά αυτά έχουν εξελίξει τοξικότητα για ν’αποτρέπουν τα φυτοφάγα ζώα, αυτό δε σημαίνει ότι είναι απρόσβλητα απ’όλες τις ασθένειες. Κάμπιες, γυμνοσάλιαγκες, αφίδες (μελίγκρες) και μύκητες μπορούν να προσβάλλουν τα φυτά, αλλά μπορούν να καταπολεμηθούν με τ’ανάλογα σκευάσματα.

Πέρα από τη χρήση τους ως καλλωπιστικά, τα φυτά αυτά είχαν ιστορικά κι έχουν ακόμα κάποιες άλλες χρήσεις. Εξαιτίας των αλκαλοειδών τους, έχουν χρησιμοποιηθεί ή ακόμα χρησιμοποιούνται από κάποιες φυλές της Νοτίου Αμερικής, κυρίως της περιοχής του Αμαζονίου, ως μέσα πρόσβασης στον κόσμο των πνευμάτων από σαμάνους για μαντικούς κυρίως σκοπούς.

Η χρήση του φυτού ως παραισθησιογόνο είναι σπάνια, εξαιτίας των δυσάρεστων σωματικών συμπτωμάτων και εμπειριών που προκαλεί. Όλα τα μέρη του φυτού περιέχουν τις ενεργές ουσίες, με τη μεγαλύτερη συγκέντρωση στους σπόρους. Το φυτό μπορεί να καπνιστεί, να γίνει τσάι ή και να καταναλωθεί ως έχει. Τα αποτελέσματα εμφανίζονται μερικά λεπτά ή και ώρες μετά τη λήψη της δόσης. Στην αρχή μπορεί να υπάρχει ναυτεία, πονοκέφαλος, έντονη ξηροστομία, διαστολή της κόρης των ματιών (αποτέλεσμα της ατροπίνης, γι’αυτό η ουσία αυτή χρησιμοποιείται και φαρμακευτικά γι’αυτό το σκοπό), δυσκολία εστίασης, αύξηση της θερμοκρασίας του σώματος κ.ά. Μετά ο χρήστης περιέρχεται σε κατάσταση παραλειρήματος, κατά την οποία αποσυνδέεται σχεδόν πλήρως από την πραγματικότητα. Μπορεί για παράδειγμα να βλέπει πράγματα που δεν υπάρχουν, να βρίσκεται σε φανταστικούς χώρους, να συνομιλεί με ανθρώπους που δε βρίσκονται εκεί, να κάνει διάφορες φανταστικές πράξεις, να έχει ασυνάρτητη σκέψη και λόγο, να συγχύζεται, ή και να κοιμάται διαλειπτόμενα. Τη μέρα μετά τη χρήση μπορεί να έχει συμπτώματα hangover. Συνήθως ο χρήστης έχει αμνησία των περισσότερων γενγονότων κατά τη διάρκεια της εμπειρίας και του τη λένε άλλοι. Ακόμα χειρότερο είναι το γεγονός ότι η εμπειρία δεν περιορίζεται μέσα στο μυαλό του, αλλά εκδειλώνεται. Για παράδειγμα ο χρήστης, όταν συνομιλει μ’έναν φανταστικό άνθρωπο, μπορεί να μιλάει φωναχτά, μπορεί για παράδειγμα επίσης να ξύνει και να τραβάει το δέρμα του νομίζοντας ότι ξεντύνεται, να πιάνει ένα φανταστικό τσιγάρο κ.ά. Κάποτε αυτό μπορεί να οδηγήσει σε τραγικές συνέπειες, που μπορεί να φέρουν το χρήστη στο νοσοκομείο, στο κρατητήριο ή και ν’αποβούν μοιραίες, π.χ. μπορεί να τρέχει στο δρόμο πιστεύοντας ότι τον κυνηγάει κάποιος ή να εξσφενδονίζει αντικείμενα πιστεύοντας ότι πολεμάει με κάποιον, ή να ξεντύνεται δημοσίως πιστεύοντας ότι βρίσκεται στο δωμάτιό του.
Η διάρκεια της εμπειρίας είναι συνήθως αρκετές ώρες, ενώ μεγάλες δόσεις μπορεί να διαρκέσουν για 3 μέρες. Πολύ μεγαλύτερες δόσεις μπορούν να επιφέρουν σοβαρά προβλήματα ή ακόμα και το θάνατο.
Εξαιτίας λοιπόν των παραπάνω αρνητικών χαρακτηριστικών, αυτό το παραισθησιογόνο χρησιμοποιείται σπάνια κι όσοι τό’χουν χρησιμοποιήσει δε θά’θελαν να το ξανακάνουν. Είναι δηλαδή περισσότερο δηλητήριο παρά παραισθησιογόνο.
Λόγω πάλι της σπάνιας χρήσης του, το φυτό αυτό είναι νόμιμο και μπορεί να βρεθεί παντού. Τα αλκαλοειδή του χρησιμοποιούνται φαρμακευτικά, π.χ. η ατροπίνη για τη διαστολή της κόρης του ματιού όπως προανέφρα.

Η εμπειρία μου μ’αυτό το φυτό (καλλιέργεια φυσικά, όχι χρήση!) ξεκίνησε πριν 6 χρόνια περίπου, οπότε διαβάζοντας γι’αυτό το φυτό και τις ιδιότητές του πήρα ένα από ένα φυτώριο. Θυμάμαι ότι ο υπάλληλος μου υπενθύμισε ότι είναι δηλητηριώδες. Επειδή όμως τότε δεν ήξερα ακόμα καλά απο φυτά κιαι γιατί μου είπαν ότι είναι φυλλοβόλο, το άφησε έξω το χειμώνα και πάγωσε. Τα φετινά φυτά προέρχονται από σπόρο που πήρα από το χωριό μου (Πύργοι Κοζάνης). Πέρσι είχα εντοπίσει στα κάγκελα της αυλής ενος τφυτού αυτό το φυτό, τεράστιο με πολλά λευκά μοσχοβολιστά άνθη. Σύμφωνα με τις περιγραφές νομίζω ότι είναι B. aurea. Και τότε θυμάμαι κάποιον που μας έλεγε ότι είναι δηλητηριώδες, όταν εγώ με τους φίλους μου πηγαίναμε να το περιεργαστούμε από κοντά. Επειδή όμως ήταν φυτεμένο στο χώμα πάγωσε, και φέτος που ξαναπήγα εκεί το βρήκα ξερό αλλά μ’αρκετούς ανοιχτούς αγκαθωτούς καρπούς. Μάζεψα το σπόροαπό δυο καρπούς και τον έσπειρα σε γλάστρες τον Ιούλιο. Όσο έλειπα το καλοκαίρι φρόντιζε το
αυτόματο σύστημα ποτίσματος.
Επιστρέφοντας για λίγος πίσω σε πέερίπου 3 εβδομάδες , είδα ότι μερικά μικρά φηυτά είχαν βγει. Γενικά το ποσοστό φυτρωτικότητας αυτών των σπόρων ήταν πολύ χαμηλό, αλλά τα περισσότερα από τα φυτά βγήκα ήταν υγειή. Εγώ κράτησα το μεγαλύτερο φυτό των πρώτων 2 φωτογραφιών. Από τότε που το φωτογράφισα, έχει μεγαλώσει αρκετά. Έχει βγάλει νέα μεγάλα φύλλα, ο βλαστός του κοντά στη βάση άρχισε να ξυλοποιείται, έκανε δυο μικρές διακλαδώσεις στην κορυφή, κι έχει βγάλει ένα μπουμπούκι, το οποίο αυτές τις μέρες μεγάλωνε σιγά-σιγά και μάλλον σύντομα θ’ανοίξει.
Η μυρωδιά αυτού του φυτού απωθεί τα φυτοφάγα. Επειδή όμως φοβήθηκα μήπως κατά λάθος
το κουνέλι μου
το φάει και δηλητηριαστεί, έκανα το εξής πείραμα για να το αποδείξω: Έβαλα ένα φύλλο αυτού του φυτού μπροστά στο κουνέλι. Το κουνέλι το μύρισε, και μετά έφυγε. Πιθανόν από ένστικτο αποφεύγει φυτά που μυρίζουν έντονα, όπως έχει κάνει και με μυρωδικά φυτά όπως φασκόμηλο και θυμάρι.

Πηγές και ιστοσελίδες:
άρθρο της αγγλικής wikipedia
και
ενότητα για τη μπρουγκμάνσια στο erowid.org
Με ταξινομικές πληροφορίες, πληροφορίες ειδών, καλλιέργειας, ενεργών ουσιών κ.ά., καθώς κι εμπειρίες από ανθρώπους που πήραν αυτό το φυτό ως παραισθησιογόνο. Οι συνέπειες συχνά είναι τραγικές.

Ενημέρωση 28/9/2011: Σιγά-σιγά το μπουμπούκι μεγάλωνε, ώσπου χθες άνθισε. Ήταν ένα τεράστιο, μοσχοβολιστό άσπρο άνθος του οποίου η μυρωδιά γέμιζε όλο το μπαλκόνι. Σήμερα τη μέρα έκλεισε λίγο. Όμως μετά το έκοψα για να διοχετεύσει το φυτό περισσότερο την ενέργειά του στις ρίζες, τους βλαστούς και τα φύλλα ώστε να μεγαλώσει λίγο παραπάνω πριν το πιάσει ο χειμώνας. Συνήθως οι μπρουγκμάνσιες ανθίζουν στον πρώτο χρόνο κι όταν έχουν μεγαλώσει αρκετά, αλλά σπανιότερα μπορεί ν’ανθίσουν και πολύ νεότερες.

κοινό λευκό νούφαρο (Nymphaea alba)


μπλε νούφαρο (N. caerulia)


αιγυπτιακό λευκό νούφαρο (N. lotus)

Από:
εδώ

Μετάφραση: Bolko

Συγγραφέας: Dr Gareth Evans – Ενημερώθηκε: 26 October 2010 |

Με την πυκνή τους επιπλέουσα βλάστηση και τα κομψά εμφανή τους άνθη, τα νούφαρα είναι πιθανόν τα πιο γνωστά και αμέσως αναγνωρίσιμα από τα υδρόβια φυτά και συμβάλλουν πολύ στη γενική εμφάνιση κάθε νερόκηπου. Διαθέσιμα σε μια μεγάλη ποικιλία μεγεθών, με άνθη από ανοιχτά και αστεροειδή έως κλειστά σαν κύπελα και σε χρώματα από λευκά έως χτυπητές αποχρώσεις του κίτρινου, κόκκινου και μοβ, μεγάλη ή μικρή η λίμνη, υπάρχει μια ποικιλία που θα ταιριάξει. Είτε επιλέγεται απλές ιθαγεννείς μορφές είτε κάποιες από τις πιο εξωτικές καλλιεργημένες ποικιλίες, η καλλιέργεια των νούφαρο ανάγεται στην κατανόηση των αναγκών τους και στην παροχή λίγης φροντίδας και προσοχής – την οποία θα ανταποδώσουν πανέμορφα!

Γενικά, τα νούφαρα χρειάζονται αρκετές ώρες απευθείας ήλιου κάθε μέρα για ν’ανθίζουν σωστά, αν και το ακριβές ποσό ποικίλει σημαντικά ανάμεσα στα διάφορα είδη, έτσι αν η λίμνη δε βρίσκεται σε παχιά σκιά, θα είναι δυνατό να βρείτε ένα που θα τα πάει καλά. Τείνουν επίσης να τα πηγαίνουν καλύτερα σε ατάραχο νερό, έτσι αν είναι δυνατό, θα πρέπει να φυτευθούν μακριά από συντριβάνια και καταράκτες. Στην επιλογή της ποικιλίας θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το τοπικό κλίμα – τα τροπικά είδη τείνου ν’αναπτύσσονται ταχύτερα, αλλά χρειάζονται προστασία από την παγωνιά και ζεστό νερό για να ευδοκιμήσουν, κάνοντάς τα υποψήφια για λίμνες θερμοκηπίων, ή θερμότερα μέρη της χώρας. Για παράδειγμα ποικιλίες που ανθίζουν το απόγευμα, όπως η “Missoyri” και η “Red Flare”, δίνουν μία εκπληκτική και ασυνήθιστη εντύπωση όταν οι συνθήκες επιτρέπουν, ιδίως αν τονίζονται με λίγο καλαίσθητο φωτισμό. Σε αμ’ίθεση, για ψυχρότερα ή πιο εκτεθημένα μέρη, το ιθαγεννές λευκό νούφαρο (Nymphaea albA) Ή ΤΟ ΚΊΤΡΙΝΟ (nuphar lutea) χαρίζουν όλη τη μαγεία ΤΩΝ μεγαλύτερων, πιο επιδεικτικών συγγενών τους, ενώ οι νάνες μορφές Εδίνουν τη δυνατότητα ακόμα και σε μικρότερη των λιμνών να φιλοξενήσει ΈΝΑ ΝΟΎΦΦΑΡΟ. Επιλέγοντας σοφά τα νούφαρά σας για να αρμόζουν στις δικές σας ιδιαίτερες ανάγκες είναι ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες για τη σίγουρη επιτυχία.

Φύτεμα

Τα νούφαρα θα πρέπει να φυτεύονται έξω άνοιξη-καλοκαίρι, έτσι ώστε να μπορούν να προσαρμοστούν πριν την έναρξη του χειμώνα. Οι τροπικές μορφές δε θα πρέπει να φυτευθούν μέχρι ο κίνδυνος παγωνιάς έχει περάσει, και, ανάλογα με την ευπάθειά τους, μπορεί να χρειαστεί να μετακινηθούν και να προστατευτούν από το χειρότερο κρύο – αποθηκεύοντάς τα σε υγρή άμμο σε θερμοκρασία περίπου 4-7 βαθμών Κελσίου. Τα φυτά θα πρέπει να προετοιμαστούν κόβοντας όποιες μακριές ρίζες και αφαιρώντας πολύ μεγάλους μίσχους ή παλιό φύλλωμα για να ενθαρρύνεται νέα ανάπτυξη πριν τα βάλετε σε καλάθια από πλαστική σίτα για λίμνες του κατάλληλου μεγέθους. Αρχικά, θα πρέπει να υποστηρίζονται ώστε να μην είναι περισσότερο από 15 εκατοστά από την επιφάνεια – ένας στύλος από τούβλα είναι ιδανικός – και μετά βαθμιαία να κατεβαίνουν όσο αναπτύσσονται μέχρι τελικά το δοχείο να μπορεί να κάτσει στον πυθμένα της λίμνης.

Φροντίδα και διατήρηση

Αν και τα άνθη τους είναι όμορφα, ζουν λίγο, τυπικά 3 ή 4 μέρες και κάποιες από τις εξωτικές μορφές ακόμα λιγότερο απ’αυτό. Μόλις αρχίζουν να δείχνουν σημάδια ότι μαραίνονται, θα πρέπει ν’αφαιρεθούν μαζί με τυχόν παλιά φύλλα και να πεταχτούν πριν χαλάσει το χρώμα τους και αρχίσουν να σαπίζουν.

Μία από τις ειρωνίες των νούφαρων είναι ότι όσο τους καλύπτεται τις ανάγκες, τόσο γρήγορα θα καταλήγουν ν’αυξάνονται υπερβολικά, έτσι περιοδικά για να διατηρήσετε υγειή ανάπτυξη, θα είναι απαραίτητο να διαιρέσετε τα φυτά. Για να κρατήσετε το νούφαρο δυνατό, κόψτε τμήματα του κορμού, αφού βεβαιωθείτε ότι επιλέγετε δυνατούς, νεαρούς βλαστούς με καλό κόνδυλο 15 εκ. πάνω τους.

Πολλαπλασιάζοντας νούφαρα

Υπάρχουν αρκετοί τρόποι πολλαπλασιασμού νούφαρων, ανάλογα με τον τύπο που καλλιεργείται. Τα περισσότερα νούφαρα έχουν παχείς κονδύλους και μπορούν να πολλαπλασιαστούν με μοσχεύματα ματιών, αν και κάποια είδη παράγουν μάτια σαν αυτά της πατάτας, τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την παραγωγή νέων φυτών. Η διαίρεση του ριζώματος συνήθως θα δουλέψει για ριζωματώδη νούφαρα, ενώ μερικά από τα τροπικά νούφαρα που ανθίζουν τη μέρα παράγουν φυτάρια που μπορούν να διαχωριστούν από το γονικό φυτό. Σε αντίθεση με τ’ανθεκτικά νούφαρα, πολλά ευπαθή η τροπικά νούφαρα παράγουν μεγάλη ποσότητα σπόρου, ο οποίος μπορεί να γίνει ένας ενδιαφέρων τρόπος για την παραγωγή νέων φυτών αν μπορεί να δημιουργηθεί ένα κατάλληλο περιβάλλον – χρειάζονται για να ευδοκιμήσουν μια σταθερή θερμοκρασία 15-18 βαθμών Κελσίου.

Τα νούφαρα είναι από τα πιο διακοσμητικά κι εντυπωσιακά από τα υδρόβια φυτά κι ακόμα ένας πολύ μικρός αριθμός αυτών είναι μια ευπρόσδεκτη προσθήκη σε μια λίμνη ενώ από πρακτικής πλευράς, τ’απλούμενα φύλλα τους σκιάζουν κι μειώνουν την ανάπτυξη της άλγης. Μάθετε τη φροντίδα και την καλλιέργειά τους σωστά και θά’χετε βέβαιο ένα θέαμα να είστε περήφανοι – όποια από τις πολλές τους ποικιλίες διαλέξετε.

Επιπλέον σημειώσεις

Εκτός από εξωτερικές λιμνούλες, μερικά τροπικά είδη όπως το N. lotus μπορούν να καλλιεργηθούν και σε ενυδρεία, τα οποία ωστόσο θα πρέπει να έχουν λίγο αέρα ανάμεσα στη στάθμη του νερού και το καπάκι για να βγαίνει το άνθος κανονικά.

Το λευκό νούφαρο
Nymphaea alba
που αναφέρεται στο άρθρο κι έχω βάλει ως πρώτη φωτογραφία είναι ένα πολύ κοινό είδος, εξαπλωμένο σε Ευρώπη, Δυτική Ασία και Βόρεια Αφρική. Έχει ελαφριές ηρεμιστικές ιδιότητες.

Το νούφαρο της δεύτερης φωτογραφίας είναι το
N. caerulia
ή μπλε λωτός, ένα υποτροπικό φυτό ιερό στην Αρχαία Αίγυπτο, από το οποίο σύμφωνα με το μύθο γεννήθηκε ο ηλιακός θεός Ατούμ ή Ρα, ανάλογα με την εκδοχή. Τα μπλε πέταλα συμβολίζουν τα αρχέγονα νερά ενώ το κίτρινο κέντρο τον αναδυόμενο ήλιο. Πιθανόν είχε ελαφρές ναρκωτικές ιδιότητες και πιθανόν χρησιμοποιούταν σε αρχαία αιγυπτιακά μυστήρια. Περισσότερα
εδώ.

Το νούφαρο
N. lotus
ή αιγυπτιακός λευκός λωτός της τρίτης φωτογραφίας είναι κι αυτό ένα υποτροπικό είδος που καλλιεργούταν ως καλλωπιστικό στην Αρχαία Αίγυπτο, όπου και πιστευόταν ότι έδινε δύναμη. Το αριθμητικό σύμβολο 1000 συμβολίζεται μ’αυτό το άνθος.

Η τάξη των νούφαρων, τα
νυμφαιώδη,
είναι μια ιδιαίτερα αρχαία ομάδα ανθοφόρων φυτών, με τα πρώτα της απολιθώματα να χρονολογούνται στο κάτω Κρητιδικό πριν 130000000 χρόνια.

λευκή ποικιλία


ανοιχτή μοβ ποικιλία

Ένας αρκετά διαδεδομένος καλλωπιστικός θάμνος, εύκολα αναγνωρίσιμός από τα μεγάλα, εντυπωσιακά άνθη του που καλύπτουν ολόκληρο το φυτό το καλοκαίρι. Αν και κοινότερος είναι ο υβίσκος κινέζικο ρόδο (Hybiscus rosa-sinensis), ένας αειθαλής θάμνος με παρόμοια άνθη αλλά με πολύ περισσότερες ποικιλίες, ο συριακός υβίσκος έχει το πλεονέκτημα ότι αντέχει τις χαμηλές θερμοκρασίες του χειμώνα, ενώ το κινέζικο ρόδο ευδοκιμεί έξω μόνο σε υποτροπικά κλίματα.
Στην πραγματικότητα το φυτό αυτό δε φύεται στη Συρία, παρά το όνομα που τού’δωσε ο Λινναίος. Είναι ιθαγεννές σε μεγάλο μέρος της Ασίας, και καλλιεργούταν από τους αρχαίους χρόνους στην Κορέα.
Είναι ψηλός θάμνους, ύψους 2-4 μέτρων, πυκνός, με σχήμα βάζου. Τα φύλλα του θάμνου φύονται εναλλάξ και είναι οδοντωτά επίμηκη και διαιρεμένα συνήθως σε τρεις λοβούς. Τα άνθη φύονται μονά στις μασχάλες των φύλλων, είναι αρκετά μεγάλα, άοσμα, με 5 πέταλα (αν και σ’ένα φυτό με λευκά άνθη μέτρησα 6, κάτι ασυνήθιστο για δικοτυλήδωνα), και στο κέντρο τους βρίσκονται οι συνενωμένοι στήμονες και στύλοι. Η χρωματική ποικιλία είναι μεγάλη, από λευκό έως βιολετί, μοβ, ροζ και κόκκινο. Κάθε άνθος διαρκεί μόνο για μια μέρα, αλλά το φυτό έχει πάρα πολλά μπουμπούκια κι έτσι παραμένει ανθισμένο όλο το καλοκαίρι ως το φθινόπωρο. Οι καρποί είναι ξηροί όταν ωριμάσουν, ωοειδής και χωρισμένοι σε 5 διαμερίσματα, το καθένα με λίγους σπόρους μεγέθους φακής. Μερικοί καρποί μπορεί να παραμείνουν έως το χειμώνα στο φυτό, αφού τα φύλλα έχουν πέσει.
Ο θάμνος αυτός είναι από τα φυτά που αργούν να βγάλουν φύλλα την άνοιξη, συνήθως βγάζει Απρίλιο ή και Μάιο σε μεγάλα υψόμετρα. Έως τότε φαίνεται σχεδόν ξερός με μικροσκοπικά μάτια. Έπειτα αναπτύσσεται με ταχείς ρυθμούς, μέχρι το καλοκαίριρι οπότε και αρχίζει η ανθοφορία, που διαρκεί ως και τα μέσα του φθινοπώρου, οπότε και θα ρίξει τα φύλλα του.
Το φυτό ευδοκιμεί σε κλίματα με θερμά καλοκαίρια και μέτριους έως ψυχρούς χειμώνες, δηλαδή σ’όλη την Ελλάδα. Μπορεί να φυτευθεί στο έδαφος ή σε μεγάλα δοχεία. Προσαρμόζεται σε διάφορους τύπους εδάφους. Γενικά δε χρειάζεται κλάδεμα, παραμόνο σε περίπτωση που κάποιο κλαδί ξεφεύγει πολύ απ’το σχήμα ή σε περίπτωση ξερών ή κατεστραμμένων κλαδιών. Όταν προτοήρθε στην Ευρώπη το 16ο αι. πιστευόταν ότι δεν αντέχει στο κρύο κι έπρεπε να περάσει περίπου ένας αιώνας μέχρι οι κηπουροί να καταλάβουν ότι ευδοκιμεί κανονικά στο εύκρατο κλίμα.
Πολλαπλασιασμός γίνεται είτε με σπόρο είτε με βλαστητικό τρόπο όπως καταβολάδες και μοσχεύματα. Ο βλαστιτικός τρόπος διατηρεί τα χαρακτηριστικά του γονικού φυτού, ενώ οι απόγονοι από σπόρο μπορεί να διαφέρουν. Έχω δοκιμάσει με σπόρο, και είναι πολύ εύκολο. Τα φυτά τα είχα επισκεφθεί το χειμώνα κι έκοψα λίγους από τους καρπούς που είχαν απομείνει. Θεωρητικά οποιαδήποτε εποχή αν υπάρχει κάποιος ξηρός καρπός μπορείτε να μαζέψετε σπόρο, απλά σ’εμεένα έτυχε να πάω το χειμώνα. Μετά την άνοιξη τους έσπειρα σε πλαστικά κουπάκια ένα εκατοστό περίπου μέσα στο χώμα το οποίο διατηρούσα υγρό. Σε περίπου 2 εβδομάδες φύτρωσαν βγάζοντας στην επιφάνεια τις δύο κοτυληδώνες. Σ’αυτήν τη φάση έχασα λίγα φυτά από μυκητική σήψη, αλλά τα εναπομείναντα αναπτύχθηκαν ταχύτατα και μέσα σ’ένα χρόνο είχαν ααποκτήσει σημαντικό ύψος. Για τα πρώτα λίγα χρόνια αναπτύσσεται κυρίως ο κεντρικός κορμός, ενώ αργότερα αρχίζουν ν’αποκτούν μεγάλο μέγεθος και οι βασικές διακλαδώσεις, οι οποίες δίνουν το γεμάτο σχήμα βάζου στο φυτό. Αφού έχει μεγαλώσει αρκετά και πάρει το σχήμα του, αρχίζει την ανθοφορία. Τώρα τα φυτά που είχα αναπαράγει με σπόρο βρίσκονται στον πατέρα μου.

Πέρα από τη χρήση του ως καλλωπιστικό, ο θάμνο αυτός έχει και λίγες άλλες μικρότερες χρήσεις. Από τα ξερά άνθη του γίνεται τσάι κυρίως στην Ασία, ενώ η νεαρή ανάπτυξη και τα άνθη μπορούν να καταναλωθούν. Πολλά φυτοφάγα ζώα επίσης μπορούν να το φάνε όπως κουνέλια, αν και τον προτιμούν λιγότερο από άλλα ξυλώδη όπως η μουριά ή το αμπέλι, όπως έχω παρατηρήσει. Επειδή έχει μεγάλη περιεκτικότητα σε ασβέστιο, είναι κατάλληλη τροφή για φυτοφάγα ερπετά όπως χερσαίες χελώνες και ιγκουάνες, που έχουν μεγάλη ανάγκη του συστατικού αυτού.
Το άνθος του συριακού υβίσκου είναι τέλος εθνικό σύμβολο της Νότιας Κορέας.

Κύρια πηγή πέρα απ’την προσωπικη μου εμπειρία:
άρθρο της αγγλικής wikipedia

ολάνθιστο φυτό


κεφάλι από κοντά

Οι μαργαρίτες είναι από τα κοινότερα και ευκολότερο αναγνωρίσιμα αγριολούλουδα της χώρας μας. Φυτρώνουν σχεδόν παντού και ανθίζουν για μεγάλο διάστημα του χρόνου.
Το ελληνικό τους όνομα είναι ανθεμίδες, ενώ οι μαργαρίτα έχει λατινογενή προέλευση. Ανήκουν στην τεράστια οικογένεια των σύνθετων (compositae) ή αστεριδών (asteraceae), χαρακτηριστικό της οποίας είναι η μορφολογία των ταξιανθιών των μελών της. Στην Ελλάδα πιο συχνά απαντάται το είδος Anthemis maritima (ανθεμίδα η θαλάσσια), που όπως δηλώνει και τ’όνομά της είναι μεσογειακό φυτό, ενώ στα υψηλότερα υψόμετρα αντικαθίσταται με συγγενικά της είδη. Τα φυτά είναι μονοετή και ποώδη, ύψους 20-60 εκ., με διαιρεμένα λεπτά φύλλα και ανθοφόρα κεφάλια στις κορυφές των βλαστών.
Από τα άγρια είδη έχουν δημιουργηθεί διάφορες καλλιεργημένες ποικιλίες με μεγαλύτερα άνθη. Το φυτό των φωτογραφιών αυτού του άρθρου είναι καλλιεργημένο. Για να ευδοκιμήσουν χρειάζονται ήλιο, έδαφος με καλή αποστράγκιση και κανονικό πότισμα, κι έτσι θ’ανθίζουν για το μεγαλύτερο διάστημα του καλοκαιριού.

έχω όμως ακόμα ένα πρόβλημα με την ακριβή ονομασία των ειδών. Ένα άλλο κοινό είδος μαργαρίτας είναι η Bellis perennis, ένα φυτό με παρόμοια κεφάλια αλλά διαφορετική κατασκευή. Το είδος αυτό είναι ιθαγεννές στη Δυτική Ευρώπη. Όμως πέρσι, που είχα πάει εκδρομή στη Βάλια Κάλντα των Γρεβενών, ο ξεναγός που μας έδειχνε και μας έλεγε για τους ζωντανούς οργανισμούς της περιοχής μας είπε τη μαργαρίτα ως B. perennis (για την ακρίβεια “μπέλις περενίς”, αν και τα λατινικά δεν τονίζονται ποτέ στο τέλος). Υπάρχει αυτό το είδος στην Ελλάδα; άν κάποιος ξέρει παρακαλώ να βοηθήσει.

Το χαρακτηριστικό λοιπόν της οικογένειας των μαργαριτών, όπως είπα, είναι η μορφολογία των ταξιανθιών τους. Τα “άνθη” τους δηλαδή δεν είναι πραγματικά άνθη, αλλά τροποποιημένες βοτρυοειδείς ταξιανθίες και λέγονται κεφάλια ή καλαθίδια. Μία βοτρυοειδής ταξιαθία είναι μία απλή δομή
αποτελούμενη από έναν κεντρικό βλαστό στον οποίον φύονται ποδίσκοι (μικροί βλαστοί) που φέρουν τ’άνθη. Το βασικό αυτό σχέδιο έχει και παραλλαγές, όπως ο στάχυς στον οποίο τα άνθη συνδέονται απευθείας στο βλαστό χωρίς ποδίσκο.
Το κεφάλιο είναι ακόμα μια παραλλαγή. Ο κεντρικός βλαστός της ταξιανθίας είναι συμπυκνωμένος σε μια πλακοειδή δομή, πάνω στον οποίο φύονται τα ανθίδια, το καθένα μ’όλα τα στοιχεία ενός άνθους. Υπάρχουν δύο ειδών ανθίδια: τα δισκοειδή και τα ακτινοειδή. Το πορτοκαλί-κίτρινο μέρος του κεφαλίου της μαργαρίτας καταλαμβάνεται από δισκοειδή, ενώ στην περιφέρεια τα λευκά πεταλοειδή στοιχεία είναι τ’ακτινοειδή. Κάθε λευκή ακτίνα, αν την παρατηρήσετε καλά, αποτελείται από τα συνενωμένα πέταλα ενός άνθους. Αν την κόψετε τραβόντας την, αφαιρείτε όλο το ανθίδιο. Οι καρποί αυτών των ταξιανθιών είναι αχένια, δηλαδή ξηροί μονόσπερμοι καρποί. Οι σπόροι του ηλιόσπορου με το τσόφλι για παράδειγμα είναι το καθένα ξεχωριστός καρπός. Συχνά αυτές οι ταξιανθίες μπορεί να έχουν στη βάση βράκτια φύλλα (έτσι λέγονται τα φύλλα των ταξιανθιών), τα οποία μπορούν να συγχυστούν με σεπαλα.
Τέλος κάποια φυτά μπορεί να μην έχουν καθόλου ακτινωτά ανθίδια, όπως μερικές μαργαρίτες και τα ραδίκια.
Εξαιτίας της ομοιότητας της ταξιανθίας αυτών των φυτών με άνθη, έχουν ονομαστεί και ψευδάνθια, ενώ η οικογένεια που περιέχει αυτά τα φυτά ονομάστηκε σύνθετα (σύνθετο άνθος). Ψευδάνθια ωστόσο δεν έχουν μόνο τα σύνθετα, αλλά σποραδικά εμφανιζονται και σ’άλλες οικογένειες, με διαφορετική όμως μορφή.
Μερικά μέλη αυτής της οικογένειας εκτός από τις μαργαρίτες είναι οι διμορφοθήκες, οι γκαζάνιες, οι αστέρες, τα χαμομήλια, τα γαϊδουράγκαθα, οι ηλιόσποροι, τα ραδίκια και τα χρυσάνθεμα.

Κύριες πηγές:
άρθρο της βικιπαίδεια για τη μαργαρίτα
και
άρθρο της αγγλικής wikipedia για την οικογένεια των συνθέτων

ανθισμένη γαρυφαλιά

Τα γαρύφαλλα είναι από τα πιο δημοφιλή λουλούδια.
Είναι μεγάλα, μ’έντονα χρώματα κι αρωματικά, και χρησιμοποιούνται συχνά σε διακοσμήσεις και συνθέσεις. Για κάποιον λόγο όμως, δεν καλλιεργούνται τόσο ευρέως όσο άλλα ανθοφόρα φυτά. Δεν ξέρω γιατί, πάντως δεν είναι δύσκολα στην καλλιέργεια. Εδώ θα γράψω για την καλλιέργεια αυτού του φυτού.
Η γαρυφαλλιά είναι ιθαγεννής των μεσογειακών χωρών. Είναι δικοτυλήδωνο, ανήκει στην οικογένεια των καρυοφυλλιδών και στην τάξη των καρυοφυλλωδών. Το επιστημονικό τις όνομα είναι Dianthus caryophyllus (δίανθος ο καρυόφυλλος). Δίανθος σημαίνει το άνθος του Δία. Το φυτό ήταν γνωστο από πολύ παλιά. Τ’όνομά του έχει μεγάλη ιστορία. Το αρχαίο ελληνικό του όνομα ήταν “καρυόφυλλον”, το οποίο πέρασε στα λατινικά ως “garofolum”, στα βενετικά έγινε “garofolo” και μας€ ξαναήρθε ως αντιδάνειο “γαρύφαλλο”. Το γαρύφαλλο επίσης είναι σύμβολο της Ισπανίας.
Είναι πολυετής αειθαλής θάμνος ύψους 45-80 εκ. Η κατασκευή του είναι αραιή, αν και διατηρεί ένα γενικό στρογγυλεμένο σχήμα. Έχουν επίσης δημιουργηθεί κοντότερες και συμπαγέστερες ποικιλίες. Στη βάση βγαίνουν παραφυάδες. Οι κορμοί και τα βασικά κλαδιά ξυλοποιούνται με την ηλικία, και μπορεί να φτάσουν σε αρκετά μεγάλες διαμέτρους μετά από μερικά χρόνια. Οι λεπτότεροι βλαστοί είναι ανοιχτοπράσινοι, λείοι κι ευλύγιστοι. Τα γόνατα (σημεία απ’όπου βγαίνουν τα φύλλα και οι διακλαδώσεις) είναι λίγο φουσκωμένα (κόμποι). Το φύλλωμα είναι γλαυκοπ΄ράσινο, με εναλλάξ, στενά, γραμμωειδή φύλλα. Τα άνθη εμφανίζονται στις κορυφές των βλαστών, από 1 έως 5, αλλά το συνηθέστερο είναι 3, 1 στην κορυφή και δύο πλευρικά. Έχουν διάμετρο 3-5 εκ., και το άρωμά τους μοιάζει με το ομώνυμο μπαχαρικό. Ο κάλυκάς τους είναι ψηλός και τα πέταλά τους πολύ πυκνά. Το χρώμα του άγριου τύπου ήταν ροζ-μοβ, αλλά έχουν δημιουργηθεί πολλές ποικιλίες, με συνηθέστερα χρώματα το κόκκινο και το ροζ σε διάφορες αποχρώσεις και το λευκό. Κάποιες λιγότερο γνωστές ποικιλίες έχουν κίτρινα, μοβ, δίχρωμα ή και πράσινα γαρύφαλλα. Οι γαρυφαλλιές ανθίζουν από την άνιξη έως τα πρώτα κρύα αργά το φθινόπωρο.
Η καλλιέργεια του φυτού είναι αρκετά εύκολη. Φυτεύεται σε κήπους, συνήθως σε γραμμές ως όρια με απόσταση 30-45 εκ. μεταξύ των φυτών, ή σε δοχεία. Χρειάζεται ήλιο και καλά αποστραγκιζόμενο, ουδέτερο ή ελαφρώς αλκαλικό έδαφος (ph 6,6-7,8 είναι το ιδανικό). Τοέδαφος θα πρέπει να στραγκίζει ανάμεσα στα ποτίσματα. Τα φυτά που βρίσκονται κάτω στο έδαφος θα πρέπει να φυτευθούν σε μέρος που στραγκίζει γρήγορα τα νερά, για να μην παραμένουν συνεχώς σε υγρό έδαφος σε βροχερό καιρό, ιδιώς το χειμώνα. Η αποστράγκιση του εδάφους μπορεί να βελτιωθεί με την προσθήκη άμμου. Συμπτώματα υπερβολικού ποτίσματος είναι κίτρινα φύλλα. Τα φυτά θα πρέπει να λιπαίνονται στην αρχή της περιόδου ανάπτυξης την άνοιξη με ισορροπημένο λίπασμα και κατά την ανθοφορία με λίπασμα χαμηλότερο σε άζωτο.
Τα μαραμένα άνθη θα πρέπει να κόβονται τακτικά για την ενίσχυση της παραγωγής νέων. Οι βλαστοί που ξεφεύγουν πολύ απ’το σχήμα και οι ξεροί πρέπει να κλαδεύονται. Για την ενίσχυση της ανθοφορίας, τα φυτά μπορούν να κλαδευτούν νωρίς την άνοιξη έως περίπου το μισό του μήκους των βλαστών τους, για να κάνουν περισσότερα κλαδιά κι έτσι να πυκνώσουν. Όσο πιο πολές κορυφές υπάρχουν τόσο πιο πολλά άνθη θα βγουν. Κάποιοι αφαιρούν όλα τα μπουμπούκια από ένα βλαστό εκτός από ένα για ενδυνάμωση ενός μόνο άνθους, με αποτέλεσμα το φυτό νά’χει μεγαλύτερα μεν πολύ λιγότερα δε άνθη. Αυτό συνηθίζεται στις εμπορικές καλλιέργειες, όπου προτιμάται ένα μόνο άνθος ανά βλαστό.
Το φυτό πολλαπλασιάζεται και με σπόρο (εγγενώς) και βλαστητικά (αγενώς). Ο σπόρος συλλέγεται από τους ξερούς κάλυκες των παλιών ανθέων και σπέρνεται σε υγρό έδαφος την άνοιξη ή το καλοκαίρι, και σε προστατευμένο περιβάλλον μπορεί να γίνει και λίγο νωρίτερα για πιο γρήγορη ανθοφορία. Σε 3 περίπου εβδομάδες τα φυτά θα βλαστήσουν και θα φτάσουν σε ηλικία ανθοφορίας στους 6-9 μήνες, μπορεί και σ’ένα χρόνο αν σπαρούν αργά. Βλαστητικά μπορεί να πολλαπλασιαστεί με καταβολάδες, μοσχεύματα ή διαίρεση. Με καταβολάδες έρος ενός χαμηλού βλαστού λυγίζεται στο χώμα και σταθεροποιείται εκεί. Σε μερικούς μήνες θα ριζώσει και μπορεί ν’αποκοπεί από το μητρικό φυτό. Επίσης, σε φυτά μεγάλης ηλικίας, μπορεί κάποιο χαμηλό κλαδί που ακούμπησε στο χώμα να έχει ριζώσει, μια φυσική καταβολάδα δηλαδή, κι αυτό μπορεί ν’αποκοπεί. Με μοσχεύματα είναι λίγο πιο δύσκολο. Το μόσχευμα θα πρέπει να κοπεί το φθινόπωρο, μετά την ανθοφορία από έναν ψηλό βλαστό. Θα πρέπει νά’χει τουλάχιστον 2 κόμπους, ο ένας, από τον οποίον θα βγουν οι ρίζες, θα πρέπει να βρίσκεται κάτω απο την επιφάνεια του εδάφους, κι ο άλλος πάνω. Το μόσχευμα θα πρέπει να φυτευθεί σε αμμώδες χώμα και την επόμενη άνοιξη θα δείξει σημάδια ανάπτυξης. Μοσχεύματα μπορούν επίσης να κοπούν νωρίς την άνοιξη, πριν βγούν τα μπουμπούκια και να φυτευθούν σε αμμώδες χώμα μέχρι να ριζώσου. Στη διαίρεση, μία παραφυάδα σκάβεται και χωρίζεται απ’το υπόλοιπο φυτό μ’ένα μαχαίρι μαζί με το ριζικό της σύστημα, ή ολόκληρο το φυτό ξεριζώνεται και μοιράζεται σε κομμάτια. Μετά τα κομμάτια αυτά φυτεύονται κανονικά, χωρίς ιδιαίτερη αρχικη φροντίδα.
Η γαρυφαλλιά είναι ανθεκτικό φυτό και σπάνια θα παρουσιάσει ασθένειες. Μύκητες ωστόσο μπορεί κάποιες φορές να την προσβάλλουν σε υγρές και κλειστές συνθήκες.
Η εμπειρία μου μ’αυτό το φυτό δεν ήταν πολύ μεγάλη. Ένα φθινόπωρο αρκετά παλιά αγόρασα από ένα φυτώριο μια μικρή ποικιλία με μικρά, δίχρωμα με ροζ και λευκό άνθη, που μου την είπαν (κινέζικο γαρύφαλλο). Το φυτό αυτό έζησε για λίγο, αλλά το χειμώνα ξεράθηκε. Αργότερα έμαθα ότι υπάρχουν και συγγενικά είδη που είναι μονοετή ή διετή, άρα μπορεί να τέλειωσε η φυσιολογική διάρκεια ζωής του, ή μπορεί και να πέθανε από άλλη αιτία. Αντίθετα μια γαρυφαλλιά κοινής ποικιλίας που έχει ο πατέρας μου είναι ανθεκτικότατη, έχει ζήσει για πολλά χρόνια κι ανθίζει συνεχώς. Η φωτογραφία του άρθρου προέρχεται από εκείνο το φυτό.

Πηγές και ιστοσελιδες:
γαρυφαλλιά πληροφορίες
γαρύφαλλο ετυμολογία
άρθρο της αγγλικής wikipedia
καλλιέργεια γαρυφαλλιάς 1
καλλιέργεια γαρυφαλλιάς 2
καλλιέργεια γαρυφαλλιάς 3
καλλιέργεια γαρυφαλλιάς 4

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.