Tag Archive: καλλιέργεια


Μεγάλο κυπαρίσσι, από Βικιπαίδεια.

Το δικό μου μικρό ακόμα φυτό. Από πίσω φαίνεται η κρεμασμένη ζαρντινιέρα με τη μικρή
φραουλιά,
τους
πανσέδες,
κι ένα μικρό
νάρκισσο
που δε θ’ανθίσει φέτος.

Έως τώρα έχω γράψει άρθρο για το κάθε φυτό της συλλογής μου, αλλά μού’μεινε το κυπαρίσσι, ίσως επειδή είναι πολύ κοινό είδος, για το οποίο θ’αναφέρω εδώ.

Όταν λέω για κυπαρίσσι χωρίς προσδιοριστικό θα εννοώ το κοινό μεσογειακό είδος (Cupressus sempervirens (κυπάρισσος ο αειθαλής)), το δέντρο που μας έρχεται στο μυαλό μόλις ακούμε για κυπαρίσσι. Το γένος ωστόσο αυτών των κωνοφόρων δέντρων της οικογένειας των κυπαρισσιδών περιλαμβάνει άλλα 15 περίπου είδη, όπως το λεμονοκυπάρισσο (Cupressus macrocarpa), το κυπαρίσσι της Αριζόνας (Cupressus arizonensis), το υβρίδιο λέιλαντ που βρίσκεται παντού κ.ά., για τα οποία όμως θα κάνω άλλη δημοσίευση στο μέλλον.

Το μεσογειακό κυπαρίσσι ήταν αρχικά ιθαγενές των χωρών της ανατολικής Μεσογείου, συμπεριλαμβανομένης και της χώρας μας, μ’έναν απομονωμένο πληθυσμό στο Ιράν. Ήδη όμως από τους ρωμαϊκούς χρόνους εξαπλώθηκε με την καλλιέργεια και στην υπόλοιπη Μεσόγειο, και τώρα έχει εγκλιματιστεί σ’όλη τη λεκάνη της Μεσογείου. Στην Ελλάδα θα βρεθεί συχνότερα αυτοφυές στις νότιες περιοχές, στην Κρήτη και στη Ρόδο. είναι δέντρο μεγάλο ύψους 20-25 μέτρων πυραμιδοειδούς μορφής, με τα κλαδιά να ξεκινούν από αρκετά χαμηλά. Ο φλοιός είναι λεπτός ινώδης τεφροκόκκινου χρώματος. Οι μικρότερες διακλαδώσεις των κλαδιών του φυτού είναι λεπτές και πυκνές με κάπως πτεροειδές σχήμα, πάνω στις οποίες βρίσκονται τα μικροσκοπικά λεπιοειδή φύλλα. Με κοντινή παρατήρηση φαίνεται ότι διατάσσονται ανά ζεύγη αντίθετα στο βλαστό. Μέσα στο χειμώνα ή νωρίς την άνοιξη βγαίνουν οι κώνοι. Οι αρσενικοί είναι αφανής, ωοειδείς 2-3 χιλιοστών μήκους, με 2-6 γυρεόσακους ανά μικροσποριόφυλλο. Οι θηλυκοί βγαίνουν κατά μήκος των μεγαλύτερων βλαστών των φυλλοφόρων λεπτών κλαδιών, και κατά την ωριμότητα αποκτούν διάμετρο τα 2-3 εκατοστά. Είναι σφαιρικοί ξυλώδεις με την τυπική μορφολογία των κώνων αυτής της οικογένειας – τα λέπια τους είναι ασπιδοειδή με ποδίσκο που τα ενώνει με τον άξονα του κώνου στο κέντρο και με πλατιά κορυφή, αντίθετης διάταξης στον κεντρικό άξονα του κώνου, με το βράκτιο πλήρως συνενωμένο με το λέπι, αφήνοντας μόνο απομεινάρι ένα μικρό φύμα, όλα συμπαγώς ενωμένα. Στο μέσα μέρος κάθε λεπιού βρίσκονται πολυάριθμοι μικροί σπόροι. Οι κώνοι ωριμάζουν το δεύτερο φθινόπωρο μετά την εμφάνισή τους ανοίγοντας και απελευθερώνοντας τους σπόρους, και μετά πέφτουν. Όταν οι κώνοι δεν έχουν ακόμα ωριμάσει, είναι αανοιχτοπράσινοι, σκληροί και ρητινώδεις. Γενικότερα το δέντρο ως κωνοφόρο είναι ρητινώδες και το ρετσίνι του είναι αρωματικό.

Το ξύλο του κυπαρισσιού είναι κόκκινο κι εύκολο στην κατεργασία. Λόγω της μεγάλης του ανθεκτικότητας στη σήψη, είναι παραδοσιακό ναυπηγικό ξύλο είδη από τους αρχαίους χρόνους. Χρησιμοποιείται επίσης στην οικοδομική, στην επιπλοποιία, στην κατασκευή μικρών ξύλινω αντικειμένων, και στην ξυλογλυπτική.

Η άγρια μορφή του φυτού είναι το λεγόμενο οριζοντιόκλαδο ή θηλυκό κυπαρίσσι (var. horizontalis), με οριζόντιο άπλωμα των κλαδιών και επομένως ανοιχτότερη και αραιότερη εμφάνιση. Η άλλη ποικιλία είναι το ορθόκλαδο ή αρσενικό (var. pyramidalis), με τα κλαδιά πιο όρθια, αποκτώντας έτσι συμπαγή, στενή κι αδιαπέραστη μορφή, όχι τόσο πυραμιδοειδή παρά στηλωειδή. Τα κοινά ονόματα των δύο αυτών βασικών ποικιλιών δεν έχουν να κάνουν με το φύλο του κάθε δέντρου, μιας και το είδος είναι μόνοικο με αρσενικούς και θηλυκούς κώνους στο ίδιο άτομο.

Το κυπαρίσσι μπορούμε να το βρούμε παντού – σε αυλές, σε πάρκα, στους δρόμους, σε μεγάλες γλάστρες και ζαρντινιέρες, στις αυλές εκκλησιών και οπωσδήποτε στα νεκροταφεία, μιας και από αρχαιοτάτων χρόνων είχε συνδεθεί με το θάνατο. Μπορεί ακόμα να κλαδευτεί και ως
μπονσάι.

Το δέντρο ευδοκιμεί καλύτερα σε κλίματα με ζεστό καλοκαίρι, έντονο ήλιο και ξηρά εδάφη. Φυτρώνει σε οποιονδήποτε τύπο εδάφους, αρκεί να μην κατακρατείται υπερβολική υγρασία. |Αντέχει στον άνεμο, στην ξηρασία, στην αλατότητα και στο κρύο. Μπορεί ακόμα να προσαρμοστεί και σε πιο βροχερά κλίματα με δροσερότερα καλοκαίρια και ψυχρότερους χειμώνες απ’τους μεσογειακούς. Δεν προσβάλλεται τόσο εύκολα από μύκητες όπως το λεμονοκυπάρισσο, ωστόσο πάλι μπορεί να προσβληθεί, και σ’εκείνη την περίπτωση συχνά πολλά κλαδιά ξεραίνονται. Επειδή όμως οι αιτίες της ξήρανσης είναι πολλές, καλύτερα να κόψετε ένα άρρωστο κλαδί και να το πάτε στο γεωπόνο για διάγνωση. Μπορεί επίσης να προσβληθεί από αφίδες, οι οποίες δημιουργούν ένα παχύρευστο κολλώδες μελίτωμα που καλύπτει το φύλλωμα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση το φυτό μπορεί να ψεκαστεί με κάποιο εντομοκτόνο, ή μ’ένα αυτοσχέδιο φάρμακο με νερό, οινόπνευμα και σαπούνι. Αυτή τη συνταγή τη διαβάσαμε πριν χρόνια κάπου στο Διαδίκτυο κι από τότε εγώ κι ο πατέρας μου έτσι θεραπεύουμε τα προσβεβλημένα φυτά. Για ένα λίτρο αναμειγνύετε 3 μέρη νερό προς ένα οινόπνευμα, κατά προτίμηση καθαρό,, προσθέτετε 1-2 κουταλιές της σούπας απορρυπαντικό πιάτων, ανακινείτε στο ψεκαστήρι, και ψεκάζετε. Μπορεί εδώ να χρησιμοποιηθεί και λιωμένο στερεό σαπούνι, όμως το υγρό είναι βολικότερο. Το οινόπνευμα θα καίει, ενώ το σαπούνι θα λύει τις κυτταρικές μεμβράνες των εντόμων. Έπειτα ξαναψεκάζετε σε περίπου 10 μέρες αν δε βρέξει. Συνήθως το πρόβλημα εξαφανίζεται με δύο ψεκασμούς, όμως μπορεί να παραμείνουν ίχνη ξερής κόλλας η οποία θα πρέπει ν’απομακρυνθεί με το λάστιχο. Αν το πρόβλημα ωστόσο είναι πολύ εκτενές, πιο γρήγορη λύση θα ήταν ένα ισχυρότερο φάρμακο, όπως το μαλάθειο.

Ο πολλαπλασιασμός του κυπαρισσιού και σχεδόν κάθε κωνοφόρου είναι δύσκολος και χρονοβόρος, γι’αυτό καλύτερα ν’αγοράσετε ένα φυτό από κάποιο φυτώριο, ανθοπωλείο, ή ανθοέκθεση. Ακόμα και στη λαΪκή πουλάνε μερικές φορές. Συνήθως είναι υγειή και φουντωτά, με έναν ή και περισσότερους κεντρικούς κορμούς. Ο μαζικός τρόπος πολλαπλασιασμού είναι με μοσχεύματα (κλαδιά), τα οποία χρειάζονται ελεγχόμενο περιβάλλον με αμμώδες έδαφος και κατάλληλη θερμοκρασία για να ριζώσουν, και πολύ χρόνο από τη ριζοβολία ως τη συνέχιση της ανάπτυξης. Γι’αυτό θα δείτε δεντράκια μικρά, αλλά πυκνά και ίσως με κώνους, ή κι αν δεν έχουν, θα τους κάνουν σύντομα. Εάν ήταν από σπόρο, θα έπαιρναν μερικά χρόνια μέχρι να πάρουν αυτό το σχήμα και αρκετά ακόμα μέχρι να κάνουν κώνους, κι επίσης αρχικά τα φύλλα τους θά’ταν λεπτά βελονοειδήή κι όχι λεπιοειδή, αταβιστικό στοιχείο των προγονικών μορφών.

Πέρα από φύτευση ως μοναχικό ή ορόσημο δέντρο, μπορεί να φυτευθεί σε σειρές για να κάνει ανεμοφράκτη, ή σε μικρές ομάδες σαν δάσος. Σε δοχεία τα πάει εξίσου καλά. Τα δύο πανύψηλα κυπαρίσσια του πατέρα μου που βρίσκονται σε τεράστιες γλάστρες έχουν ξεπεράσει τα δύο και κάτι μέτρα και παράγουν μεγάλες ποσότητες κώνων. Το ένα απ’τα δύο μεγάλα ήταν εκεί πριν αγοραστεί το σπίτι από τον προηγούμενο κάτοχο, πριν 12 χρόνια, και σίγουρα το δέντρο θα προϋπήρχε εκεί ήδη για κάποια χρόνια. Πλέον το φυτό αυτό έχει αποκτήσει στο μυαλό μας συμβολική αξία. Περιμένω κι εγώ το δικό μου κάποτε να φτάσει σε τέτοιο ύψος.

Το δικό μου φυτό το πρόσθεσα στη συλλογή μου πέρσι το φθινόπωρο, αντί ενός γιούκα. Από γιούκα έχω πολλά και σκοπεύο στο τέλος ν’αφήσω μόνο ένα, αντικαθιστώντας τα υπόλοιπα με διάφορα άλλα φυτά. Είναι πολύ αργά στην ανάπτυξη και όλα τους ομοιόμορφα. Ήταν από τον πατέρα μου, ο οποίος εκτός από τα δύο μεγάλα έχει κι άλλα τέσσερα μικρότερα. Το φυτό είναι φουντωτό, πλέον υγειές, με τρεις κεντρικούς κορμούς, με το μεγαλύτερο στη μέση διαμέτρου περίπου 3 εκατοστών, και τους άλλους δύο λεπτότερους. Για τον πρώτο μήνα ήταν καλά με λίγη ανάπτυξη, μετά όμως άρχισε να ρίχνει λεπτά κλαδάκια από το εσωτερικό του πιθανόν λόγο στρες μεταφύτευσης. Γρήγορα Εμφανίστηκε και το κολλώδες μελίτωμα από τις αφίδες που μάλλον έφερε από πριν αλά λόγω στρες υπερπολλαπλασιάστηκαν, κι έπρεπε να χρησιμοποιώ συνέχεια το αυτοσχέδιο φάρμακο. Προςτο τέλος του χειμώνα η κόλλα εκμηδενίστηκε. Παρατήρησα όμως νωρίς το Μάρτιο λίγη κόλλα κοντά στους κεντρικούς κορμούς, και ψέκασα άλλες δύο φορές. Τώρα δεν έμεινε τίποτα. Όλες οι κορυφές του φυτού άρχισαν δυνατή ανάπτυξη με πολλούς λεπτούς βλαστούς. Το πιο εκπληκτικό όμως ήταν ότι φέτος έβγαλε για πρώτη φορά κώνους! Είναι φυτό περίπου 3-4 χρονών, και φέτος είναι η πρώτη του φορά, γι’αυτό και είναι λίγοι, διάσπαρτοι, κι όχι σ’όλα τα κλαδιά. Τους πρωτοπαρατήρησα στα μέσα του Μαρτίου, και ήδη τώρα έχουν μεγαλώσει. Το δέντρο πάει καλά.

Όπως είπα πιο πάνω, το δέντρο αυτό έχει συνδεθει με το θάνατο από τα αρχαία χρόνια. Σύμφωνα με τη μυθολογία ο Κυπάρισσος από την Κω, αγαπημένος του Απόλλωνα, σκότωσε κάποτε κατά λάθος το αγαπημένο του ελάφι κι άρχισε να θρηνεί τόσο πολύ, ώστε ο Απόλλωνας τον μεταμόρφωσε στο ομώνυμο δέντρο που θα θρηνεί αιώνια, με τα δάκρυά του το ρετσίνι που στάζει. Θεωρείται επίσης ότι το επιβλητικό του σχήμα, το βαθυπράσινο χρώμα του και η ανικανότητα αναγέννησης αν κοπεί πολύ οδήγησαν σ’αυτήν τη σύνδεση. Στην Αρχαία Αθήνα ήταν το μόνο φυτό που μπορούσε να γίνει στεφάνι στα αγάλματα του Πλούτονα. Επίσης με τα κλαδιά του στολίζονταν σπίτια σε πένθος, ενώ καιγόταν ως καθαρτήριο στις καύσεις των νεκρών. Τέλος τα φέρετρα των πρώτων πεσόντων κάθε πολέμου κατασκευάζονταν από το ξύλο του, όπως μας λέει ο Θουκυδίδης στον Επιτάφιο του Περικλέους “λάρνακας κυπαρισσίνας”.

Πηγές και ιστοσελίδες:
άρθρο της Βικιπαίδειας
άρθρο της αγγλικής Wikipedia
το κυπαρίσσι ως μπονσάι

Δύο άνθη στο δικό μου φυτό: το ένα αριστερά έχει ανοίξει, ενώ το άλλο δεξιά ήταν σχεδόν ανοιχτό. Τώρα που γράφω το άρθρο έχει ανοίξει κι εκείνο, και παραμένουν δύο μπουμπούκια ακόμα για να τελειώσει η ανθοφορία.

Κάθε εποχή στα ανθοπωλεία θα δούμε να έχουν συγκεκριμένα προβλέψιμα είδη σε μεγάλη ποικιλία και ποσότητα. Έτσι από το τέλος του φθινοπώρου, όλο το χειμώνα και ίσως στην αρχή της άνοιξης έχουμε υπομονές, καλαγχόες, αλεξανδρινά και κυκλάμινα, την άνοιξη κυρίως αζαλέες και βιγόνιες, το καλοκαίρι δεν έχουμε κάποιος συγκεκριμένο είδος, αλλά μπορούμε να πούμε τα
γεράνια
ή τα γαρύφαλλα, ενώ το φθινόπωρο τα χρυσάνθεμα πλημμυρίζουν τον τόπο. Αυτά τα είδη τα λέω “εμπορικά”. Καλλιεργούνται σε τεράστια κλίμακα, έχουν πλέον παραχθεί πάμπολλες βελτιωμένες ποικιλίες με καλύτερα χαρακτηριστικά π.χ. περισσότερα και μεγαλύτερα άνθη, μεγαλύτερη διάρκεια ανθοφορίας κ.ά., κι έχουν καταλήξει να γίνουν σύμβολα για την κάθε εποχή. Αυτά συνήθως θα πάρει κανείς για να κάνει δώρο σε κάποιον, και συνήθως θα προκαλέσουν καλή εντύπωση. Όλα τα παραπάνω φυσικά εις βάρος των λιγότερο γνωστών, αλλά κατά πολύ πολυαριθμότερων, άλλων ειδών.

Το κυκλάμινο λοιπόν είναι ένα απ’αυτά τα “εμπορικά” είδη. Δε θα το είχα στη συλλογή μου αν δεν τό’παιρνε η γιαγιά μου ως δώρο για τη γιορτή της μάνας μου στις 25 Νοεμβρίου. Δε θα το είχα γιατί το βλέπω παντού και πλέον δε μου φαίνεται τόσο ιδιαίτερο. Ίσως προτιμούσα, αν έπαιρνα ποτέ , κάποιο άλλο, σπανιότερο άγριο είδος ή καμία διαφορετική ποικιλία.

Το γένος των κυκλαμίνων (Cyclamen) περιέχει 20 περίπου είδη, ιθαγενή της λεκάνης της Μεσογείου ως το Ιράν, ενώ ένα είδος, το C. somalense, απαντά στη Σωμαλία. Τ’όνομά τους το πήραν από το κυκλικό σχήμα του κονδύλου τους. Είναι δικοτυλήδωνα φυτά της οικογένειας των μυρσινιδών, της τάξης των ερεικωδών. Παλαιότερα ταξινομούνταν στους ηρανθίδες (ήρανθος (το άνθος της Ήρας) είναι η πρίμουλα, η οικογένεια της πρίμουλας, ενώ δίανθος (άνθος του Δία) είναι το
γαρύφαλλο).
Από τα 20 περίπου είδη στην Ελλάδα θα συναντήσουμε περισσότερο το ελληνικό ή γραικό κυκλάμινο (Cyclamen graecum), ενώ σε μεγαλύτερα υψόμετρα το κισσόφυλλο κυκλάμινο (C. hederifolium). Υπάρχουν επίσης ενδημικά σε συγκεκριμένες περιοχές όπως το κρητικό (C. creticum), το Κώο (C. coum), το ροδιακό (C. rhodium), και στην Κύπρο το κυπριακό (C. cyprium). Στην Περσία ή Ιράν απαντά το περσικό κυκλάμινο (C. persicum), από το οποίο προήλθαν σχεδόν όλες οι καλιεργημένες ποικιλίες.

Τα κυκλάμινα μπορούν να βρεθούν σε δάση ή σε πιο ανοιχτές περιοχές. Συνήθως φύονται ανάμεσα σε άλλα φυτά ή κάτω από τη σκιά μεγαλύτερων δέντρων, πλατύφυλλων και κωνοφόρων. Μερικά είδη είναι δασόβια, όπως το C. coum, ενώ άλλα μπορούν να βρεθούν και σε βραχώδεις περιοχές, όπως το C. graecum, το οποίο όμως προτιμά πάλι τα πιο πυκνά μέρη.

Ως δικοτυλήδονα, τα κυκλάμινα εξ ορισμού δε γίνεται να έχουν βολβό, ούτε και κορμό. Το υπόγειο αποταμιευτικό μέρος τους είναι ένας κόνδυλος. Ο κόνδυλος είναι κυκλικός και κάπως πεπλατυσμένος, ποικίλης διαμέτρου ανάλογα με το είδος, με αυτούς των μεγαλύτερων ειδών να φτάνουν έως και 25 εκ., ενώ αυτούς των μικρότερων μόνο 5, προερχόμενος κατά την πρώιμη ανάπτυξη από διόγκωση του υποκοτύλου, του βλαστού του σποροφύτου που στηρίζει τις κοτυληδόνες. Οι ρίζες βγαίνουν από διάφορες επιφάνειες του κονδύλου ανάλογα με το είδος, π.χ. το περσικό βγάζει από κάτω, το κισσόφυλλο από πάνω και απ’τις πλευρές. Τα κυκλάμινα δεν έχουν ισχυρό ριζικό σύστημα, με εξαίρεση το ελληνικό, του οποίου οι ρίζες είναι σκληρές και ανθεκτικές και μάλιστα μπορούν να τραβήξουν τον κόνδυλο βαθύτερα αν χρειαστεί (συσταλτές). Αυτό το φαινόμενο δεν περιορίζεται μόνο σ’αυτο το είδος, αλλ’είναι γνώρισμα πολλών κονδυλωδών ή κοντόκορμων ειδών συνήθως ξηρών περιβαλλόντων.
Από σημεία ανάπτυξης στην επάνω επιφάνεια του κονδύλου εκφύονται τα φύλλα και τα άνθη. Τα σημεία αυτά μπορεί να επιμηκύνονται με τα χρόνια. Τα φυλλα έχουν ψηλό μίσχο και είναι πλατιά, καρδιοειδή όπως στο περσικό ή γωνιώδη με λοβούς σαν του κισσού όπως στο κισσόφυλλο. Σ’όλα τα είδη τα φύλλα φέρουν γραμμώσεις ανοιχτότερου γκριζωπού συνήθως χρώματος με διάφορα σχέδια. Τα άνθη στέκονται κι αυτά σε ψηλούς ποδίσκους, οι οποίοι στρέφονται σ’όλα τα είδη 150-180 μοίρες προς τα κάτω στην κορυφή τους, ώστε το κέντρο του άνθους να κοιτάει κάτω. Τα άνθη έχουν 5 σέπαλα και 5 πλατιά πέταλα συνενωμένα στη βάση και γυρισμένα προς τα πίσω και πάνω με διαφορετικό σχήμα ανάλογα με το είδος, π.χ. στο C. repandum τα πέταλα είναι πολύ μακριά, στο C. coum σχεδόν στρογγυλά, ενώ στο κισσόφυλλο C. hederifolium κάπου στη μέση. Το χρώμα των πετάλων κυμαίνεται από λευκό έως ιώδες, με μια σκουρότερη κηλίδα ποικίλου σχήματος ανάλογα με το είδος στη βάση. Στη φύση υπάρχει συνήθως μια λευκή και μια ρόδινη μορφή για το κάθε είδος, αλλά το κυκλάμινο των Βαλεαρίδων Νήσων (C. balearicum) είναι μόνο λευκό. Το περσικό από την άλλη έχει πλέον όλη τη διακύμανση. Ο στύλος του υπέρου μόλις εξέχει από το κέντρο κατά λίγα χιλιοστά, ενώ οι στήμονες είναι χωμένοι στο κύπελο που δημιουργούν οι συνενωμένες βάσεις των πετάλων, με εξαίρεση το C. rohflsianum, του οποίου οι στήμονες εξέχουν.
Διάφορα είδη ανθίζουν σε διαφορετικές εποχές του έτους, για παράδειγμα το κισσόφυλλο και το ιώδες κυκλάμινο (C. perpurascens) ανθίζουν καλοκαίρι-φθινόπωρο, το περσικό και το κώο το χειμώνα, ενώ το C. repandum την άνοιξη. Μετά την ανθοφορία σχηματίζουνται οι καρποί, σφαιρικές κάψουλες με τους σπόρους. Κατά το σχηματισμό των καρπών οι ποδίσκοι λυγίζουν και συστρέφονται, και αυτό γίνεται διαφορετικά ανάλογα με το είδος. Στο περσικό για παράδειγμα ο βλαστός απλά λυγίζει χωρίς να συστρέφεται, ενώ στο ελληνικό συστρέφεται και από την κορυφή και από τη βάση. Στα υπόλοιπα είτε συστρέφεται από την κορυφή είτε από τη βάση. Οι σπόροι στη φύση διασπείρονται από τα μυρρμήγκια τα οποία τρέφονται με την ελαιώδη κάλυψή τους και τους σκορπίζουν.

Όλα τα είδη καλλιεργούνται κατά παρόμοιο τρόπο με προσαρμογές ανάλογα με τον ετήσιο κύκλο και το ιδιαίτερο περιβάλλον του καθενός, π.χ. ένα δασόβιο ειδος όπως το κώο θα χρειαστεί περισσότερη σκιά και υγρασία, ενώ το ελληνικό είναι ανεκτικό σε ξηρότερες και ανοιχτές συνθήκες. Εδώ όμως θα χρησιμοποιώ ως παράδειγμα το περσικό είδος, μιας κι αυτό είναι το ποιο κοινό σε καλλιέργεια. Το κυκλάμινο αυτό συνήθως θα το αγοράσουμε ή θα μας το φέρουν την περίοδο του φθινοπώρου ή του χειμώνα. Για να μη μπερδευτεί το βιολογικό του ρολόι και νομίζει πως η θερμοκρασία αυξάνεται και πρέπει ν’αδρανοποιηθει θα πρέπει να διατηρείται σε δροσερές θερμοκρασίες, το ιδανικό 20 βαθμοί τη μέρα και 6,5-15 τη νύχτα, επομένως το σπίτι δεν είναι η καλύτερη θέση. Από την άλλη το περσικό είδος αντέχει μόνο ελαφριές παγωνιές και θα καταστραφεί στο παρατεταμένο πολικό ψύχος, σε αντίθεση με πιο ανθεκτικά είδη όπως το κισσόφυλλο, το ιώδες ή το κώο που αντέχουν έως και -20 βαθμούς. Το ελληνικό αντέχει στους -4. Ωστόσο η παγωνιά δεν αποτελεί σοβαρό πρόβλημα στις περισσότερες πεδινές περιοχές της Ελλάδας όπου το κυκλάμινο μπορεί να μείνει έξω σε κάποια προστατευμένη θέση από βροχή, χιόνι και αέρα. Όλο το χειμώνα θα φαίνεται σχεδόν στάσιμο, με την έλευση όμως της άνοιξης και των ιδανικών συνθηκών η ανθοφορία θα προχωρήσει γρήγορα. Το φυτό ευδοκιμεί σε πολύ φως, ή το πολύ με λίγο πρωινού ή απογευματινού ήλιου, αλλ’όχι στον απεθείας μεσημεριανό ήλιο. Θα πρέπει να ποτίζεται όταν στεγνώνει η επιφάνεια του χώματος. Κάποιοι βουτούν τις γλάστρες σε νερό για να ποτίσουν τα φυτά ώστε να μη βρέχουν το φύλλωμα και τ’άνθη για φόβο ανάπτυξης μυκήτων, αλλά και το κανονικό πότισμα, αν γίνεται με προσοχή, δεν προκαλεί κανένα πρόβλημα. Το νερό στο πιατάκι θα πρέπει πάντοτε ν’αδειάζεται μιας κι αυτά τα φυτά σαπίζουν εύκολα με τη μόνιμη υψηλή υγρασία στο χώμα.
Κατά την ανθοφορία το φυτό θα ανθίζει ανοίγοντας λίγα-λίγα τα μπουμπούκια που έχει στο κέντρο του ρόδακα των φύλλων του. Τα απανθισμένα άνθη μπορούν να κοπούν ώστε η ενέργεια που θα πήγαινε προς θρέψη των σπόρων να διοχετευθεί στον κόνδυλο. Εγώ τα κόβω. Μετά την ανθοφορία το φυτό θα πρέπει να ποτιζεται λιγότερο ως προετοιμασία για τη θερινή αδρανοποίηση. Τα φύλλα του θα αραιώνουν και θα πέφτουν, ενώ αν έχει καρπούς θα ωριμάσουν και στο τέλος θα πέσουν κι αυτοί. Το καλοκαίρι το φυτό δε χρειάζεται να ποτίζεται, απλώς να παραμένει σε σκιερή θέση. Προς τέλος καλοκαιριού και αρχές φθινοπώρου, οπότε είναι η καλύτερη εποχή για μεταφύτευση, θ’αρχίσει πρώτα η ανάπτυξη των ριζών και έπειτα θα εμφανιστούν τα φύλλα. Τότε είναι και η καταλληλότερη εποχή για λίπανση. Προσοχή όμως το λίπασμα να μην είναι πολύ πλούσιο σε άζωτο, διότι τότε θα ενισχυθεί πολύ το φύλλωμα εις βάρος των ανθέων. Το πότισμα σιγά-σιγά θα πρέπει να επανέλθει στο κανονικό πρόγραμμα. Το φυτό μπορεί να λιπαίνεται αραιά και κατά την περίοδο ανάπτυξης και ανθοφορίας.

Ο πολλαπλασιασμός των κυκλαμίνων είναι κάπως δυσκολότερος από αυτόν άλων κονδυλωδών φυτών, κι αυτό γιατί ο κόνδυλος είναι μονειρης, χωρίς να παράγει νέους θυγατρικούς. Για να πολλαπλασιαστεί βλαστητικά επιτυχώς το κυκλάμινο, θα πρέπει να κοπεί ένα κομμάτι κονδύλου με τουλάχιστον ένα σημείο ανάπτυξης και μέρος της σωστής ριζωτικής επιφάνειας ανάλογα με το είδος, προτιμότερα προς το τέλος της αδρανούς περιόδου. Τα κομμένα μέρη θα πρέπει να προστατευθούν από μυκητική σήψη παραμένοντας για λίγες μέρες ξηρά.
Αλλιώς ο πολλαπλασιασμός γίνεται με σπόρο. Οι σπόροι συλλέγονται μόλις ωριμάσουν οι καρποί κι έπειτα για σιγουρότερη βλάστηση τοποθετούνται για 24 ώρες σε νερό με απορρυπαντικό πιάτων για να διαλυθεί το ελαιώδες κάλυμμά τους, το οποίο προφανώς αναστέλλει τη βλάστηση. Έπειτα σπέρνονται σε μικρές γλάστρες κάποιου βάθους για τον κόνδυλο με ελαφρύ χώμα. Το φως επίσης αναστέλλει τη βλάστηση, γι’αυτό οι σπόροι θα πρέπει να είναι οπωσδήποτε ελαφρώς θαμμένοι. Θα πρέπει να διατηρούνται πάντοτε υγροί, όχι όμως κορεσμένοι. Θα βλαστήσουν συνήθως την εποχή ανθοφορίας του κάθε είδους, για παράδειγμα αν ο σπόρος σπαρεί το φθινόπωρο και το συγκεκριμένο είδος ανθίζει την άνοιξη, θα φυτρώσει την άνοιξη. Ωστόσο ορισμένα ειδη αργούν υπερβολικά να φυτρώσουν, όπως το ιώδες κυκλάμινο, του οποίου οι καρποί ωριμάζουν ένα χρόνο μετά την ανθοφορία το επόμενο καλοκαίρι, και ο σπόρος κάνει ακόμα ένα χρόνο να φυτρώσει. Αν σε οποιοδήποτε είδος δε φυτρώσει τίποτα για ένα χρόνο, δε θα πρέπει να χαθούν οι ελπίδες, αφού φυτά μπορούν να εμφανιστούν και 2 και 3 χρόνια μετά. Αυτό συνήθως γίνεται αν ο σπόρος είχε αποθηκευθεί σε ξηρό περιβάλλον ή ήταν πολύ παλιός.

Από παλιά το κυκλάμινο είχε εκτιμηθεί για την ομορφιά του. Αναφέρεται
σε μερικά δημοτικά τραγούδια,
όπως για παράδειγμα στο “Κυκλάμινο” που έχει ως εξής: “Κυκλάμινο κυκλάμινο στου βράχου τη σχισμάδα…”, ή στο “Μικρό πουλί τριανταφυλλί”, που ξεκινάει έτσι: “Μικρό πουλί τριανταφυλλί, δεμένο με κλωστίτσα…”, και σ’άλλα. Ωστόσο παραδοσιακά είχε και μια περιορισμένη φαρμακευτική χρήση.
Ο Αρχαίος Έλληνας στρατιωτικός γιατρός και βοτανολόγος Διοσκουρίδης του πρώτου αιώνα μ.Χ. αναφέρει ότι το κυκλάμινο έχει δράση κατά των δηλητηρίων, ως αλοιφή είναι αποτελεσματικό ενάντια στα δαγκώματα των φιδιών, ο χυμός μαζί με μέλη στα μάτια θεραπεύει τον καταρράκτη και την ασθενή όραση, ο χυμός της ρίζας από τη μύτη καθαρίζει το κεφάλι, ενώ ο βρασμένος και πυγμένος πολτός της ρίζας είναι κατάλληλος για δερματικές παθήσεις, κι ως κάλυμα θεραπεύει τα εγκαύματα. Επίσης ο χυμός μαζί με κρασί ή μέλι με κρασί ρυθμίζει την υπερβολική χολή (τότε οι ασθένειες θεωρούταν ότι προέρχονταν από ανισορροπίες των τεσσάρων υγρών στο σώμα, του αίματος, του φλέγματος, της κίτρινης χολης και της μέλαινας χολής). Μαζί με κρασί όμως θα κάνει τον άνθρωπο να μεθύσει εύκολα. Ακόμα αν το φορούν οι ετοιμόγεννες γυναίκες θα επισπευθεί η γέννα, ενώ αν μια έγκυος περάσει πάνω από ένα τέτοιο φυτό θ’αποβάλλει. Είναι τέλος και αφροδισιακό.
Αργότερα στη Μεσιωναική Ευρώπη το φυτό συνέχιζε να χρησιμοποιείται. Στα βουνά της Ουαλίας για παράδειγμα οι κόνδυλοι ψήνονταν και γίνονταν κάτι σαν ψωμάκι, το οποίο δινόταν σε κάποιον ως ισχυρό ερωτικό φίλτρο. Γενικότερα στην Ευρώπη θεωρούταν ότι η αλοιφή του κυκλάμινου, αν τοποθετηθεί στην κοιλιά πάνω απ’τα έντερα θα έχει καθαρτική δράση, πρακτική που συνεχίζεται και σήμερα στην άκρως μη επιστημονική
ομοιοπαθητική,
ενώ πάνω από την ουροδοόχο κύστη θα είναι διουρητική. Θεωρείται επίσης οτι ανεβάζει τη διάθεση και την αυτοεκτίμηση. Επιστημονικά το φυτό δεν έχει μελετηθεί ακόμα για πιθανή φαρμακευτική δράση.

Σπάνια μπορεί άνθρωποι να παρουσιάσουν αλλεργική αντίδραση στο χυμό του φυτού, ίσως γι’αυτό το κυκλάμινο να κατατάσσεται σε καταλόγους τοξικών φυτών για παιδιά και ζώα. Στην πραγματικότητα όμως η τοξικότητά του είναι πιθανότατα πολύ χαμηλή έως ανύπαρκτη. Από προσωπική εμπειρία έχω να πω ότι τα κουνέλια όχι μόνο το τρώνε, αλλά το κατασπαράζουν ολοκληρωτικά. Η κουνέλα του πατέρα μου έφαγε σύρριζα ολόκληρα δύο κυκλάμινα που του είχαν φέρει ως δώρο, όταν έβγαινε για λίγες ώρες να τρέξει έξω στο μπαλκόνι με τα φυτά. Από τότε ο πατέρας μου, όπως κι εγώ νωρίτερα, πήραμε μέτρα να μη βγάζουμε τα κουνέλια μας έξω μαζι με φυτά, επειδή είναι πραγματικοί καταστροφείς. Δείτε
εδώ
και
εδώ
τα αποτελέσματα των όχι αμελητέων καταστροφών τους! Στα
δικά μου κουνέλια
έχω δώσει κυκλάμινο πειραματικά. Αρχικά το έψαξαν και το μύρισαν διστακτικά, μετά όμως και τα δύο το έφαγαν κανονικά.

Όσον αφορά το δικό μου φυτό, δεν ξέρω ακριβώς τι να κάνω τώρα που τελειώνει η ανθοφορία. Μπορεί να το κρατήσω, μάλλον πόμως θα το δώσω στον πατέ΄ρα μου ως αντικαταστάτη των απωλειών του, αφού εγώ δεν είχα προγραματίσει εξ αρχής να το έχω.

Πηγές και ιστοσελίδες:
άρθρο της Βικιπαίδειας για το κυκλάμινο
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για το κυκλάμινο
καλλιέργεια του κοινού κυκλάμινου στο valentine.gr
Η κοινότητα για το κυκλάμινο.
Η παραπάνω σελίδα είναι της κοινότητας για το κυκλάμινο (Cyclamen society), μιας κοινότητας καλλιεργητών κι ερευνητών με σκοπό την προώθηση της καλλιέργειας και της προστασίας των ειδών του γένους, καθώς και τη διάδοση πληροφοριών σχετικά με το γένος, τα είδη και τις ποικιλίες. Στην κοινότητα αυτή γίνονται διάφορες συζητήσεις, αλλά και διάφορες δραστηριότητες όπως ανταλλαγές σπόρων και φυτών, εκδρομές σε φυσικά περιβάλλοντα ειδών κυκλαμίνων, μετρήσεις, καταγραφές εξάπλωσης, καταγραφές νέων ποικιλιών, κ.ά. Η κοινότητα ιδρύθηκε στην Αγγλία τον Ιανουάριο του 1977 και σήμερα αριθμεί περί τα 1600 μέλη παγκοσμίως.

φραουλιά


νεαρό φυτό από στολώνιο


φράουλα από τα φυτά των φωτογραφιών


εξασθενημένο φυτό στη σκιά, το φτεροειδές φύλλο από πάνω του είναι από βρωμοκαρυδιά, ένα πολύ επικίνδυνο ζιζάνιο


νεαρά φυτά από στολώνια

Η κόκκινη και γλυκιά φραουλίτσα είναι ένα από τα αγαπημένα μου φρούτα και αγαππημένο πολλών. Εκτός του ότι είναι πολύ νόστιμη και αρωματική, είναι και ιδιαίτερα θρεπτική με μικρή θερμιδική αξία και πληθώρα μετάλλων, βιταμινών κι αντιοξειδωτικών φλαβονοειδών. Είναι από τα φρούτα με τη μεγαλύτερη περιεκτικότητα σε βιταμίνη c, ενώ από μέταλλα περιέχει σχετικά μεγάλο ποσοστό καλίου. Ευτυχώς η καλλιέργειά της είναι πανεύκολη και μπορεί να καλλιεργηθεί από τον οποιονδήποτε. Η ελληνική λέξη για τη φράουλα είναι “χαμαικέρασος” το “φράουλα” έχει λατινική προέλευση.

Οι φράουλες ανήκουν στην οικογένεια των ροδιδών (rosaceae) μαζί μ’άλλα φυτά όπως οι τριανταφυλλιές και οι βατομουριές, καθώς και καρποφόρα δέντρα όπως οι μηλιές, οι αχλαδιές, οι ροδακινιές κ.ά. Οι φραουλιές αναγνωρίζονται εύκολα από τα τριπλά οδοντωτά σύνθετα φύλλα τους με τον ψηλό μίσχο (συνήθως 20-30 εκ.) και την τάση τους να παράγουν στολώνια. Τα στολώνια ή δρομείς είναι λεπτοί έρποντες βλαστοί που παράγει το φυτό από τις μασχάλες των φύλλων για αγενή αναπαραγωγή. Σε αραιά διαστήματα και στο τέλος τους δημιουργούν ομάδες φύλλων, κι αν αυτά τα μέρη έρθουν σ’επαφή με το έδαφος ριζώνουν δημιουργώντας νέα φυτά σχηματίζοντας με τον καιρό αποικίες. Ο βλαστός του φυτού είναι κοντός και συμπαγής και ενίοτε διαιρείται σε παλαιότερα φυτά έχοντας παραπάνω από ένα σημεία ανάπτυξης. Τα φύλλα μόλις βγαίνουν είναι τριχωτά, όσο μεγαλώνουν όμως οι τρίχες αραιώνουν. Τα άνθη της φράουλας εμφανίζονται στις μασχάλες των φύλλων μονά ή σε μικρές ομάδες σε λεπτούς βλαστούς και είναι λευκά με ξεχωριστές ωοθήκες. Ο καρπός που προκύπτει είναι στην πραγματικότητα ένας ψευδοκαρπός αποτελούμενος κυρίως από την ανθοδόχη (το μέρος του βλαστού απ’όπου προέρχονται τα μέρη του άνθους), ενώ οι πραγματικοί καρποί είναι αχένια (ξηροί καρποί μ’ένα σπέρμα ο καθένας), τα οποία είναι τα κοκκίδια στην επιφάνεια της φράουλας.

Η σημερινή φράουλα (Fragaria x ananassa) είναι ένα υβριδικό είδος προερχόμενο από τη βιργινιανή φράουλα (Fragaria virginiana) της ανατολικής Βόρειας Αμερικής αξιοσημείωτη για την καλή της γεύση και από τη φράουλα της Χιλής (Fragaria chiloensis) από τη Χιλή και την Αργεντινή με το μεγάλο της μέγεθος. Το είδος αυτό αποδείχθηκε περισσότερο ανθεκτικό από την παραδοσιακή φράουλα των δασών (Fragaria vesca) κι εξαπλώθηκε γρήγορα με πολλές ποικιλίες στην Ευρώπη από τη Βρετάνη της Γαλλίας όπου πρωτοδημιουργήθηκε το 1740, εκτοπίζοντάς τη δεύτερη. Καλλιεργημένες ποικιλίες της δεύτερης σήμερα είναι σπανιότερες και αποκαλούνται συχνά αλπικές φράουλες (alpine strawberries).

Η φραουλιά είναι ένα πολύ προσαρμοστικό φυτό και καλλιεργείται με πάμπολλες μεθόδους. Εμπορικά συνήθως γίνεται εντατική καλλιέργεια με χρήση φαρμάκων και ισχυρών λιπασμάτων για μεγάλη παραγωγή. Αντιμετωπίζονται είτε ως μονοετή με φύτευση νέων κάθε χρόνο είτε σπανιότερα ως πολυετή. Η μεγαλύτερη παραγωγός χώρα είναι οι ΗΠΑ, ενώ στην Ευρώπη η Ισπανία, η Ιταλία, η Γαλλία, το Βέλγιο και η Ολλανδία παράγουν μεγάλες ποσότητες, εώ στην Ελλάδα οι βασικές περιοχές παραγωγής είναι η Ηλεία, η Αιτολοακαρνανία, η Λάρισα, η Πιερία, η Ημαθία, η Φλώρινα και η Πέλλα.
Η φράουλα καλλιεργείται επίσης ευρέως σε κήπους, θερμοκήπια, δοχεία, κρεμαστά καλάθιακαι υδροπονοικά, συνήθως σ’εξωτερικό αλλά και σ’εσωτερικό χώρο. Εγώ κυρίως θα περιγράψω την καλλιέργειά της στο έδαφος ή σε δοχεία, τον εφικτότερο τρόπο για τους περισσοτέρους μας.

Οι φράουλες μπορούν να καλλιεργηθούν στο έδαφος είτε συγκεντρωμένες σε τετράγωνα είτε σε σειρές με μεταξύ τους απόσταση περίπου 30 εκ. Τα στολώνια μπορούν είτε ν’αφήνονται ανεξέλεγκτα, είτε να αφαιρούνται εντελώς, ή να εξαπλώνονται ελεγχόμενα. Τα δοχεία για της φράουλες ιδανικά θα πρέπει νά’ναι 25-30 εκ. βάθος, αν κι έχω χρησιμοποιήσει ρηχότερα χωρίς πρόβλημα. Η προτιμώμενή μου μέθοδος καλλιέργειας είναι να φυτεύω ένα ή λίγα φυτά σε μια μακρόστενη ρηχή ζαρντινιέρα και μετά να τ’αφήνω να εξαπλωθούν σ’όλη την έκτασή της ελεγχόμενα με στολώνια. Εντωμεταξύ στον κενό ακόμα χώρο φυτεύω βολβούς ή μονοετή.
Τα φυτά ευδοκιμούν σε ελαφρύ καλά αποστραγκιζόμενο έδαφος που όμως να μπορεί να κρατήσει υγρασία με ιδανικό ph 5,8-6,2. Επειδή έχουν ρηχό ριζικό σύστημα θα πρέπει να ποτίζονται τακτικά. Αυτό είναι ιδιαίτερης σημασίας γι’αυτές που ζουν σε δοχεία όπου το νερό στεγνώνει γρήγορα λόγω του μικρού όγκου χώματος. Μπορούν να λιπαίνονται με ανάμειξη κάποιου οργανικού λιπάσματος όπως κομπόστ ή κοπριάς στο έδαφος. Οι φράουλες χρειάζονται ήλιο τουλάχιστον 6-8 ώρες για βέλτιστη ανάπτυξη και παραγωγή. Φυτά σε συνθήκες στρες όπως έλλειψη νβερού ή πολλές ώρες σκιάς κάνουν μικρά φύλλα και λίγους καρπούς, αλλά με τη διόρθωση των συνθηκών επανέρχονται, όχι όμως και πολύ γρήγορα όπως έχω παρατηρήσει. Στις υψηλές θερμοκρασίες του καλοκαιριού η παραγωγικότητά τους μειώνεται, με ιδανικό εύρος θερμοκρασιών για τη φράουλα τους 18-30 βαθμούς Κελσίου. Το χειμώνα δεν έχουν πρόβλημα στις περισσότερες περιοχές, ίσως όμως χρειαστούν κάλυψη σε πολύ ψυχρά κλίματα με άχυρα ή πεσμένα φύλλα για μόνωση. Ανάλογα με την ένταση των παγωνιών, μπορούν να χάσουν μέρος ή ολόκληρο το φύλλωμά τους. Το στρώσιμο με υλικκά κάλυψης κατά την περίοδο ανάπτυξης για να μη σαπίσει ο καρπός δεν είναι αναγκαίο εκτός από τα πιο βροχερά κλίματα, αφού αν συλλεχθεί εγκαίρως είναι σχεδόν πάντα καλός.
Τα φυτά αναπαράγονται εύκολα με τα στολώνια. Αν ένα τμήμα με φύλλα αγγίξει το έδαφος και ριζώσει, μπορεί ν’αφαιρεθεί από το μητρικό φυτό ύστερα από λίγη ανάπτυξη και να φυτευθεί κάπου αλλού. Επίσης ο κορμός ενός φυτού αν έχει διαιρεθεί μπορεί να διαχωριστεί και τα μέρη του να φυτευθούν μαζί με λίγη ρίζα το καθένα ως νέα. Σύμφωνα με την εμπειρία μου γρηγορότερα πιάνουν όσα φυτά συγκρατούν χώμα μαζί με τις ρίζες τους, ενώ τα γυμνόριζα χρειάζονται περισσότερη φροντίδα στη φύτευση. Οι ρίζες θα πρέπει ν’απλωθούν ακτινωτά προς τα κάτω και το φυτό να ποτιστεί καλά μετά. Τις επόμενες εβδομάδες τα φυτά από βλαστητική αναπαραγωγή χρειάζονται τακτικό και προσεκτικό πότισμα και μέτριες συνθήκες για να προσαρμοστούν. Ίσως φαίνονται κάπως ταλαιπορημένα, αλλά σύντομα θα βγάλουν τα πρώτα τους φύλλα. Έτσι βλαστητικά τα φυτά διατηρούν αναλλοίωτες τις ιδιότητες του γονέα τους. Επίσης φράουλες μπορούν ν’αναπαραχθούν με σπόρο, ο οποίος όμως θα πρέπει να καταψυχθεί για 4 εβδομάδες (προσομοίωση του χειμώνα) πριν τη σπορά. Αυτός είνια ίσως και ο μόνος τρόποςαναπαραγωγής σπάνιων ποικιλιών. Φυσικά αν ξεκινάτε με φράουλες και δε μπορείτε να βρείτε αλλιώς μπορείτε ν’αγοράσετε έτοιμα φυτά. Ιδανικές εποχές για πολλαπλασιασμό και φύτεμα είναι το φθινόπωρο και η άνοιξη, οπότε επικρατούν μέτριες συνθήκες. Φυτά που φυτεύονται το φθινόπωρο έχουν χρόνο να προσαρμοστούν για το χειμώνα και η παραγωγή τους την επόμενη άνοιξη είναι κανονική, ενώ αυτά που φυτεύονται την άνοιξη πάλι προσαρμόζονται καλά μέχρι το καλοκαίρι αλλά παράγουν πολύ λιγότερο εκείνη τη χρονιά.
Η φραουλιά προσβάλλεται από μεγάλη ποικιλία εντόμων, άλλων ασπονδύλων, μηκύτων, παθογόνων βακτηρίων και ιών. Κάθε ασθένεια θεραπεύεται με το ανάλογο σκεύασμα. Σε περίπτωση που η μόλυνση είναι ανίατη και καταστροφική, όπως στην περίπτωση των ιών, τα προσβεβλημένα φυτά θα πρέπει ν’απομακρύνονται και να καταστρέφονται. Επειδή η φράουλα έχει πολλές κοινές ασθένεις με τα σολανοειδή όπως πατάτες, ντομάτες, πιπεριές και μελιτζάνες, δε θα πρέπει να φυτεύεται δίπλα τους ή σε μέρη όπου είχαν καλλιεργηθεί αυτά προηγούμένως. Ευτυχώς προς το παρόν δεν έχω καμία εμπειρία με ασθένειες. Έχω παρόλα αυτά παρατηρήσει ότι τα κουνέλια και τα αιγοπρόβατα τρώνε φραουλιές. Επιπλέον σύμφωνα με την εμπειρία μου σοβαρός και ύπουλος εχθρός για τους ώριμους καρπούς είναι τα μικρά παιδάκια, τα οποία τις βρίσκουν και τις τρώνε πριν τις βρείτε!

Με τα χρόνια το φυτό της φραουλιάς μπορεί να εξασθενήσει παράγοντας λιγότερο. Σ’αυτήν την περίπτωση μπορεί να διαιρεθεί ή ν’αντικατασταθεί με κάποιον απόγονό του από στολώνιο. Σε συστήματα όπου τα φυτά αφήνονται να αναπαράγονται βλαστητικά αυτό δεν είναι μεγάλο πρόβλημα.

Τρεις είναι οι κύριες κατηγοριοποιήσεις των ποικιλιών της φράουλας: αυτές που καρποφορούν τον Ιούνιο, αυτές που παράγουν συνεχώς και οι ουδέτερες ως προς μέρα. Αυτές που παράγουν τον Ιούνιο (June bearing) ανθίζουν πριν την εαρινή ισημερία και καρποφορούν μαζικά άνοιξη-αρχές καλοκαιριού. Αυτές που παράγουν συνεχώς (ever bearing) ανθίζουν συνήθως μετά την εαρινή ισημερία και παράγουν τρεις κύριες σοδειές: μία την άνοιξη, μία αργότερα το καλοκαίρι και μία το φθινόπωρο. Τέλος οι ουδέτερες ως προς μέρα (day neutral) δεν επηρεάζονται από τη φωτοπερίοδο και παράγουν όλο το χρόνο, αν και σε μικρότερες ποσότητες. Κάθε κατηγορία περιέχει πολλές ποικιλίες με διαφορετικά χαρακτηριστικά, κι επίσσης γίνεται κατηγοριοποίηση ποικιλιών με βάση τα χαρακτηριστικά τους. Για παράδειγμα υπάρχουν μεγαλόκαρπες και μικρόκαρπες ποικιλίες, ή ακόμα κι άσπρες φράουλες που δεν κοκινίζουν κατά την ωρίμανση. Οι τελευταίες είναι κατάλληλες για τους αλλεργικούς στη φράουλα, μιας και δεν παράγουν την αλλεργιογόνο πρωτεΐνη της ωρίμανση fra a1.

Γνωρίζω δύο ποικιλίες: αυτήν που καλλιεργώ εδώ στη Θεσσαλονίκη και την άλλη που είναι στο χωριό μου (Πύργοι Κοζάνης). Η πρώτη είναι συμπαγής, παράγει πολύ προς το τέλος της άνοιξης, στις αρχές του καλοκαιριού και αραιότερα το φθινόπωρο, ενώ τον υπόλοιπο χρόνο κάνει λίγους καρπούς. Οι φράουλές της είναι συνήθως μονές (σπάνια σε ομάδες), μεσαίες, στρουμπουλές και λείες, και λίγο σφιχτές. Αν κοπούν λίγο πιο άγουρες μπορεί να είναι ξινές, αλιώς ώριμες είναι σαν καραμελίτσες και πολύ αρωματικές. Δε σαπίζουν τόσο εύκολα όσο άλλες ποικιλίες. Η οψιμότερη φράουλα που έκανε ήταν το Δεκέμβριο και η πρωιμότερη το Φεβρουάριο. Έχει μέτρια παραγωγή στολωνίων. Η δεύτερη ποικιλία αναπτύσσεται πιο ανοργάνωτα παράγει πολλά στολώνια κι έχει κι αυτή συνεχή παραγωγή, με τους καρπούς όμως σε ομάδες. Οι φράουλες τις ίδιας ομάδας μπορεί να βρίσκονται σε διαφορετικά στάδια ανάπτυξης. Ίσως είναι λίγο γλυκύτερες, αλλά είναι πολύ μαλακότερες άρα καταστρέφονται πολύ ευκολότερα. Σαπίζουν γρήγορα αν δεν κοπούν. Η πρώτη ποικιλία υπερέχει σαφώς έναντι της δεύτερης.

Η φράουλα συμπερασματικά είναι από τα πιο εύκολα φρούτα στην καλλιέργεια και μπορεί να καλλιεργηθεί σχεδόν παντού και απ’όλους, αανεξάρτητα από το βαθμό ενασχόλησής τους με τα φυτά. Είναι ένα φυτό που αξίζει όλοι να το καλλιεργήσετε για να απολαύσετε τους θρεπτικούς καρπούς τους. Είναι αναπόσπαστο μέρος της φυτικής συλλογής μου, και τη θεωρώ τόσο σημαντικό είδος, ώστε να λέω ότι δε νοείτε σπίτι ή κήπος χωρίς φράουλες. Ξεκινήστε τις φράουλες λοιπόν.

Καλή επιτυχία.

Σημείωση: Οι φωτογραφίες είναι από φυτά του πατέρα μου της ίδιας ποικιλίας μ’αυτήν που καλλιεργώ κι εγώ.

Πηγές και ιστοσελίδες:
Ελληνικά:
καλλιέργεια φράουλας πληροφορίες και συμβουλές στο kalliergo.gr
άρθρο της Καθημερινής με πληροφορίες για τις φράουλες και την καλλιέργειά τους
άρθρο της βικιπαίδειας για τη φράουλα
άρθρο για τη φράουλα στο Ανθάνασσα
Αγγλικά:
άρθρο της αγγλικής wikipedia για την καλλιεργούμενη φράουλα
άρθρο για την καλλιέργεια της φράουλας στο BBC

φτέρη Nephrolepis exaltata


μέρος φύλλου

Το φυτό των φωτογραφιών προστέθηκε σήμερα στη συλλογή μου. Το αγόρασα σήμερα από το ανθοπωλείο μαζί με κάποιες γλάστρες που χρειαζόμουν για μεταφυτεύσεις. Τον τελευταίο καιρό έψαχνα για φτέρες, και σήμερα βρήκα μία τελικά. Είναι το κοινότερο καλλιεργούμενο είδος καλλωπιστικής φτέρης, η νεφρολεπίς φτέρη (Nephrolepis exaltata). Ως εκ τούτου θά’πρεπε να κάνω έτσι κι αλλιώς ένα θέμα στο Ιστολόγιο, αφού λάμβανα συνεχώς αναζητήσεις για την καλλιέργεια αυτού του φυτού, αλά το παραμέλησα μέχρι που το απέκτησα κι εγώ.

Το επιστημονικό της όνομα είναι “νεφρολεπίς η εξοχότατη (Nephrolepis exaltata)”, αλλ’επειδή είναι το γνωστότερο είδος του γένους της νεφρολεπίδος, αναφέρεται συνήθως ως νεφρολεπίς φτέρη. Είναι είδος που ευδοκιμεί σε τροπικά και υποτροπικά κλίματα και μπορεί να βρεθεί να φύεται σε υγρά δάση και βάλτους στη Φλόριντα των Η.Π.Α., στο Μεξικό, στην Κεντρική Αμερική, στα νησιά της Καραϊβικής, στη βόρεια Νότια Αμερική, στα νησιά του Ειρηνικού και στην τροπική Αφρική. Το γένος ανήκει στην οικογένεια τον λομαριοψιδών, αν και κατ’άλλες πηγές ταξινομείται στους πολυποδιίδες ή και σε δική της οικογένεια, τους νεφρολεπίδες, και στην τάξη των πολυποδιωδών, μια μεγάλη τάξη φτερών. Η τάξη αυτή μαζί μ’αρκετές άλλες ανήκει με τη σειρά της στην ομοταξία ή υποδιαίρεση των πτεριδόψιδων ή των λεπτοσποριαγγειακών φτερών, τη δεύτερη πιο επιτυχημένη ομάδα φυτών μετά τα αγγειόσπερμα (ανθοφόρα) με 10000 είδη.
Το φυτό είναι ριζωματώδες, με ομάδες σύνθετων φύλλων, όπως άλλωστε και οι περισσότερες φτέρες. Τα φύλλα είναι μεγάλα, μήκους 50-250 εκ. και πλάτους 6-15 εκ., και σύνθετα πτεροειδή αποτελούμενα από έναν κεντρικό άξονα (ράχη) με μικρότερα τριγωνικά, ελαφρώς οδοντωτά και κυμματιστά, τουλάχιστον στη δική μου ποικιλία, φυλλάρια (φτερά), εναλλάξ πάνω στον άξονα. Τα νεαρά φύλλα είναι μαλακότερα και πιο ανοιχτόχρωμα και ξετυλίγονται από το έδαφος, όπως γίνεται σ’όλες τις φτέρες. Τα σποριαγγειά είναι οργανωμένα κατά σορούς κοντά στο περιθώριο των φυλλαρίων.
Ο φυσικός τύπος του φυτού έχει όρθια φύλλα, αλλά έχουν δημιουργηθεί διάφορες ποικιλίες με διαφορετικά χαρακτηριστικά φυλλώματος, όπως πολυσύνθετα φύλλα ή, η πιο κοινή καλλιεργούμενη ποικιλία, κρεμαστά ή σχεδόν κρεμαστά. Αυτή συναντάται ευκολότερα και αυτήν πιθανότατα έχω κι εγώ. Λέγεται και φτέρη της Βοστόνης (Boston fern), επίστ. ονομασία Nephrolepis exaltata var. bostoniensis διότι η μετάλλαξη αυτή ανακαλύφθηκε σε μία αποστολή φυτών αυτού του είδους από τη Φιλαδέλφια στη Βοστόνη το 1894.

Είναι από τις ευκολότερες φτέρες στην καλλιέργεια. Καλλιεργείται και ως φυτό εξωτερικού και ως εσωτερικού χώρου. Εξαιτίας των κρεμαστών φύλλων της βοστονιανής ποικιλίας, είναι κατάλληλο και για κρεμαστά καλάθια. Το φυτό για να ευδοκιμήσει χρειάζεται πλούσιο υγρό χώμα, και ημισκιερή ή σκιερή θέση, ενώ σ’εσωτερικό χώρο αναπτύσσεται καλύτερα σε φωτεινή θέση, όχι όμως στον ήλιο. Η υγρασία γύρω από το φυτό θα πρέπει να είναι υψηλή, κι αυτό επιτυγχάνεται τοποθετώντας τη γλάστρα σ’ένα πιατάκι με βρεγμένο χαλίκι ή βότσαλα ή ψεκάζοντας το φυτό με νερό. Το χώμα δε θα πρέπει ποτέ ν’αφεθεί να στεγνώσει εντελώς και το φυτό θα πρέπει να λιπαίνεται μηνιαία με ελαφρύ διάλυμα ισορροπημένου υγρού λιπάσματος. Το χειμώνα το φυτό χρειάζεται προστασία από την παγωνιά σε μια δροσερή και φωτεινή θέση. Μπορεί να χάσει μέρος του φυλλώματός του, αλλά την άνοιξη θα επανέλθει. Αν ωστόσο δεν προλάβεται να το προστατεύσεται και περάσει μια ελαφριά παγωνιά έως τους -1 βαθμούς, το φύλλωμα θα καταστραφεί ολοκληρωτικά, αλλά το φυτό θα επανέλθει και πάλι την άνοιξη.
Ο πολλαπλασιασμός γίνεται με διαίρεση του ριζώματος αφαιρώντας ένα τμήμα ριζώματος με καλές ρίζες και λίγα φύλλα και φυτεύοντάς το σε παρόμοιο έδαφος και συνθήκες ώστε να δώσει ένα νέο φυτό. Ο πολλαπλασιασμός με σπόρια είναι δύσκολος και μπορεί οι απόγονοι να μην έχουν τα ίδια χαρακτηριστικά με τη συγκεκριμένη καλλιεργούμενη ποικιλία ή και η συγκεκριμένη ποικιλία που πρόκειται να πολλαπλασιαστεί κατ’αυτόν τον τρόπο να είναι στείρα.
Εγώ δεν έχω κανένα πρόβλημα με τις ανάγκες αυτού του φυτού, αφού το καλοκαίρι χρησιμοποιώ
σύστημα αυτόματου ποτίσματος
ενώ για το χειμώνα έχω ένα φωτεινό και δροσερό μέρος όπου βάζω τα ευπαθή φυτά.

Με τον καιρό και σ’ένα μεγάλο δοχείο η φτέρη αυτή μπορεί ν’αποκτήσει μεγάλες διαστάσεις με το πυκνό, σχεδόν αδιαπέραστο φύλλωμά της να κρέμεται προς όλες τις κατευθύνσεις. Ιδιαίτερα όμορφη εικόνα είναι όταν ο ήλιος χτυπάει στο βρεγμένο φύλλωμα της φτέρης με τις αμέτρητες σταλίτσες να λάμπουν παντού.

Η ιστορία της καλλιέργειας του φυτού είναι αρκετά μεγάλη. Ιδιαίτερα δημοφιλές ήταν στη Βρετανία στη βικτοριανή εποχή οπότε καλλιεργούταν ως φυτό εσωτερικού χώρου. Εκείνη την εποχή επίσης άρχισαν να δημιουργούνται μερικές από τις ποικιλίες της. Σήμερα έχει γίνει η κοινότερη καλλιεργούμενη φτέρη παγκοσμίως.

Πηγές και ιστοσελίδες:
άρθρο της αγγλικής wikipedia
Nephrolepis exaltata καλλιέργεια

Φυτεύονται παντού, σε παρτέρια, περιφράξεις, κήπους και δοχεία για να δώσουν χρώμα την άνοιξη, το καλοκαίρι και το φθινόπωρο. Ήταν, είναι και μάλλον θα είναι τα πιο δημοφιλή ανθοφόρα καλλωπιστικά φυτά. Η ανάπτυξή τους είναι γρήγορη, η αθοφορία τους σίγουρη κι η διαιώνισή τους εύκολη. Όπως πολλά φυτά έχουν εξελιχθεί να περνούν τη δύσκολη περίοδο του έτους κάπως, αυτά τα φυτά έχουν εξελιχθεί να ζουν μόνο για μια χρονιά (ετήσια ή μονοετή) και ν’αφήνουν μόνο τους σπόρους τους για την επόμενη. Γι’αυτό το λόγο είναι και πολύ εύκολα. Παρακάτω θα παρουσιάσω μερικά από τα πιο κοινά είδη.

Πετούνιες

λευκή πετούνια


ανοιχτή μοβ πετούνια


σκούρη μοβ-φουξ πετούνια


φουξ πετούνια


δίχρωμη πετούνια


Οι πετούνιες (γένους petunia) είναι από τα πλέον κοινώς καλλιεργούμενα ετήσια φυτά. Είναι ποώδη φυτά της οικογένειας των σολανιδών (οικογένεια της ντομάτας, της πιπεριάς, της ντατούρας κι άλλων φυτών) και κατάγονται από την τροπική Αμερική. Στην πραγματικότητα δεν είναι μονοετή, αλλά στο δικό μας εύκρατο κλίμα χωρίς προστασία συνήθως παγώνουν το χειμώνα και γι’αυτό καλλιεργούνται ως μονοετή. Έχουν χνουδωτούς και κολλώδεις βλαστούς και φύλλα κι άνθη σε διάφορα χρώματα όπως λευκό, κόκκινο, ρόδινο, μοβ ή δίχρωμο, και σε διάφορες αποχρώσεις. Υπάρχουν ποικιλίες με μεγάλα άνθη, ποικιλίες με μεσαία (οι πιο κοινές) κι άλλες με μικρά. Άλλες ποικιλίες είναι όρθιες ενώ άλλες έρπουσες ή κρεμαστές. Οι σουρφίνιες είναι μια ποικιλία έρπουσας ή κρεμαστής πετούνιας. Οι περισσότερες καλλιεργούμενες είναι του είδους petunia x hybrida, δηλαδή υβρίδια μερικών αρχικών άγριων ειδών.
Οι πετούνιες πρέπει να σπαρούν στα τέλη του χειμώνα-αρχές άνοιξης σε μέρος φωτεινό και προστατευμένο από τις παγωνιές. Οι σπόροι θα πρέπει να απλωθούν στην επιφάνεια του χώματος. Χρειάζονται φως για να βλαστήσουν. Όταν μεγαλώσουν λίγο κι ο κίνδυνος παγωνιάς έχει περάσει, μεταφυτεύστε τις στην οριστική τους θέσει. Έχω παρατηρήσει ότι η μεταφύτευση είναι πιο επιτυχής σε συνεφιασμένο και κρύο καιρό, αλλά σχεδόν πάντα το φυτό θα χρειαστεί λίγο χρόνο να προσαρμοστεί μέχρι ν’αρχίσει και πάλι την ανάπτυξη. Γι’αυτό ίσως καλό είναι να τις σπείρετε λίγο πιο αργά στην οριστική τους θέση και μετά να τις αραιώσετε. Οι έρπουσες ποικιλίες μπορεί να χρειαστούν έως και 60 εκατοστά απόσταση μεταξύ τους. Οι πετούνιες χρειάζονται πλούσιο χώμα, συχνό πότισμα και λίπανση και ήλιο. Κλαδέψτε τις στο μέσον της καλλιεργητικής περιόδου για να πυκνώσουν περισσότερο και έτσι ναπαραγάγουν περισσότερα άνθη. Οι καρποί τους είναι μικρές ωοειδείς ξηρές κάψες που περιέχουν τους σπόρους. Μαζέψτε τους το φθινόπωρο και φυλάξτε τους σε ξηρό μέρος μέχρι να τους ξαναφυτέψετε. Οι πετούνιες ρίχνουν συχνά σπόρο και ξαναβγαίνουν στο ίδιο μέρος την επόμενη χρονιά. Αν υπάρχουν διάφορες ποικιλίες πετούνιας στο ίδιο μέρος, τα φυτά της επόμενςη γενιάς ενδέχεται να υβριδοποιηθούν. Σ’αυτήν την περίπτωση έχω παρατηρήσει τα περισσότερα να έχουν λευκά ή ανοιχτορόδινα άνθη. Οι πετούνιες προσβάλλονται εύκολα από αφίδες.

Άλυσσο

άλυσσο


Το άλυσσο (λobularia maritima παλαιότερα alyssum maritimum) είναι ένα από τα πιο ανθεκτικά ετήσια φυτά. Μπορεί να είναι είτε ετήσιο είτε βραχύβιο πολυετές σπανιότερα. Φύεται άγριο στις μεσογειακές περιοχές συμπεριλαμβανομένης και της χώρας μας. Τ’όνομά του “άλυσσο”, προέρχεται από την πεποίθηση των αρχαίων ότι θεράπευε τη λύσσα. Είναι ένα χαμηλό φυτό, ύψους συνήθως 20 εκ., με μικροσκοπικά οδοντωτά φύλλα και πάρα πολλά, συνήθως λευκά, σπανιότερα μοβ, άνθη που μοσχοβολούν σαν μέλι. Σε πλήρη ανθοφορία το λευκό άλυσσο μοιάζει μ’ένα πυκνό χαλί από χόρτο καλυμμένο με χιόνι που μυρίζει σαν μέλι.
Το φυτό αυτό καλλιεργείται πολύ εύκολα. Συνήθως ρίχνει σπόρο στην περιοχή που βρίσκεται και αν φυτευθεί μια φορά, δε θα χρειάζεται συχνά σπορά. Οι σπόροι σπένρονται την άνοιξη. Τα φυτά μεγαλώνουν πολύ γρήγορα κι ανθίζουν συνεχόμενα το μεγαλύτερο μέρος της ζεστής περιόδου του έτους. Αντέχουν στην ξηρασία, στον έντονο ήλιο και τη ζέστη του καλοκαιριού και στην αλατότητα του εδάφους στις παραθαλάσσιες περιοχές. Αν και προσαρμόζονται σε φτωχότερα εδάφη, θα ωφεληθούν από την οργανική ύλη στο έδαφος και την τακτική λίπανση. Είναι ανθεκτικά στις περισσότερες ασθένειες.

Βιολέτες

βιολέτα δικό μου φυτό 30/4/2011


το ίδιο φυτό 12/5/2011


το ίδιο φυτό στη δεύτερη ανθοφορία μετά το κόψιμο των πρώτων βλαστών 13/6/2011


Αυτό το φυτό το ξέρω σαν βιολέτα, αν και πιθανότατα δεν έχει σχέση με το γένος
Viola,
το γένος των πανσέδων και των πραγματικών βιολετών, αλλά μοιάζει περισσότερο
μ’αυτό το φυτό.
Όποιος γνωρίζει για το είδος να μου κάνει ένα σχόλιο. Δεν ξέρω τίποτα για τον τόπο προέλευσής του ή τη φυσική του ιστορία, αλλά έχω πολύ εμπειρία στην καλλιέργεία του. Όλα μου τα φυτά προέρχονται από ένα μόνο σπόρο, τον οποίον πήρα πριν 3 χρόνια από ένα σπίτι στο χωριό μου, Πύργοι Κοζάνης. Αυτό δε θα μπορούσε να θεωρηθεί κλοπή, πρώτον γιατί ο σπόρος θεωρείται δυνητικά ξεχωριστό φυτό από το γονέα του, άρα ουσιαστικά δεν έκανα τίποτα στο γονέα, και δεύτερον γιατί ένας σπόρος θα μπορούσε να μεταφερθεί πολύ εύκολα με τον αέρα και να φυτρώσει έξω από την ιδιόκτητη έκταση των συγκεκριμένων.
Έχω κάνει εκτεταμένες παρατηρήσεις πάνω σ’αυτό το φυτό. Έχω παρατηρήσει ότι αν οι σπόροι σπαρούν το φθινόπωρο (Σεπτέμβριο-Οκτώβριο), τα φυτά την επόμενη χρονιά σίγουρα θ’ανθίσουν. Μια φορά που είχα δοκιμάσει να σπείρω το Μάρτιο, παρατήρησα ότι τα φυτά αναπτύχθηκαν, αλλά δεν άνθισαν. Μπορεί να ήταν τυχαίο γεγονός ή μπορει τα φυτά να πρέπει πρώτα να περάσουν από μια κρύα περίοδο. Σπέρνω τους σπόρους σκορπίζοντάς τους στην επιφάνεια του χώματος και σκεπάζοντάς τους μετά ελαφρά με λίγο χώμα. Μετά ποτίζω μαλακά. Καλύτερα να σπείρετε στην οριστική θέση, γιατί η μεταφύτευση στρεσσάρει τα φυτά και καθυστερεί την ανάπτυξή τους. Τα φυτά θα πρέπει ν’αραιωθούν σε απόσταση τουλάχιστον 20 εκατοστών μεταξύ τους. Παρά το μικρό τους ύψος, έχουν πολύ βαθύ κι εκτεταμένο ριζικό σύστημα με πολύ σκληρές, διεισδυτικές ρίζες. Σε ψηλές γλάστρες ή στο έδαφος οι ρίζες θα κατεβούν κάτω, ενώ σε μικρές, μακρόστενες και ρηχές ζαρντινιέρες θ’απλωθούν κατά μήκος εμποδίζοντας άλλα φυτά ν’αναπτυχθούν. Μετά μια εβδομάδα από τη σπορά φυτρώνουν και σιγά-σιγά δημιουργούν ένα ρόδακα από μακρόστενα χνουδωτά φύλλα. Σύμφωνα με την εμπειρία μου, τα φυτά δεν έχουν πρόβλημα στα χιόνια και το κρύο του χειμώνα (λίγο χιόνι στην περίπτωσή μου). Την άνοιξη αναπτύσσονται περισσότερο και στα τέλη του Μαρτίου εμφανίζονται από την κορυφή κι από τις μασχάλες των φύλλων οι ανθοφόροι βλαστοί. Οι βλαστοί αυτοί γρήγορα ψηλώνουν και η ανθοφορία διαρκεί από τα μέσα Απριλίου έως τις αρχές Μαΐου. Τα άνθη είναι συνήθως ιώδη, σε ταξιανθίες βότρεις και μοσχοβολούν έντονα έως και σε κάποια απόσταση, κυρίως το σούρουπο και τη νύχτα. Προς το τέλος της ανθοφορίας μπορείτε να παρατηρήσετε μερικά ανοιχτά άνθη, μερικά ξερά, λίγους σχηματισμένους καρπούς και πολύ λίγα ακόμα μπουμπουκάκια. Το φυτό αυτεπικονιάζεται. Μπορείτε να κόψετε τ’ανθοφόρα στελέχη στο τέλος της ανθοφορίας για να αναγκάσετε το φυτό να παραγάγει νεα, αλλά τα επόμενα άνθη θα είναι λιγοστά, πολύ μικρά, λίγα κι αδύναμα, και πιθανότατα δε θα κάνουν πολύ σπόρο. Οι καρποί του φυτού είναι επιμήκεις κάψες σαν φασολάκια μ’ένα διάφραγμα στο εσωτερικό κατά μήκος τους, στο οποίο βρίσκονται οι σπόροι. Αναπτύσσονται γρήγορα μετά το σχηματισμό τους, αλλά ωριμάζουν και ξεραίνονται αργότερα, περίπου τον Ιούλιο. Μόνο τότε μπορείτε να τους συλλέξετε και ν’αποθηκεύσετε το σπόρο σε ξηρό μέρος μέχρι την επόμενη σπορά. Μετά μπορείτε να ξεριζόσετε τα φυτά. Τα φυτά αυτά είναι ανθεκτικά στην ξηρασία, αλλά προσβάλλονται πολύ εύκολα από αφίδες. Πέρσι έχασα φυτό από αφίδες. Έχω βρει επίσης μεμονωμένα κάμπιες σ’αυτά τα φυτά.
Ενημέρωση 30/10/2011: Ίσως τελικά είναι μονοετής φλόγα (Phlox drummondii).

Σκυλάκια

μοβ σκυλάκι


Τα σκυλάκια (είδους anterinum majus) είναι κι αυτά από τα πιο δημοφιλή “ετήσια” φυτά. Απαντούν αυτοφυή στις μεσογειακές χώρες, συμπεριλαμβανομένης και της χώρας μας. Βάζω το “ετήσια” σε εισαγωγικά γιατί στην πραγματικότητα είναι πολυετή φυτά. Σε ορεινές όμως ή πιο βόρειες περιοχές παγώνουν το χειμώνα. Για παράδειγμα, στη Θεσσαλονίκη (η πόλη όπου μένω) είναι πολυετή, ενώ στους Πύργους Κοζάνης (το χωριό μου), με μέσο υψόμετρο τα 800 μέτρα, παγώνουν.
Αποτελούνται από ψηλούς κι άκαμπτους βλαστούς οι οποίοι καλύπτονται από πολλά μαλακά λογχοειδή φύλλα. Τα άνθη τους βγαίνουν κατά στάχεις και μπορεί να είναι μοβ, ρόδινα, λευκά, κίτρινα ή πορτοκαλί και τα πέταλά τους σχηματίζουν δύο χείλη. Οι καρποί είναι ωοειδής κάψες. Τ’όνομά τους, σκυλάκι, οφείλεται στο ότι αν ο λαιμός του άνθους πιεστεί, τα χείλη του ανοίγουν σαν στόμα.
Τα φυτά αυτά είναι πολύ ανθεκτικά στην ξηρασία, στο φτωχό έδαφος και στις ασθένειες, και στη φύση μπορούν να βρεθούν να φυτρώνουν σε΄σκληρά και πετρώδη εδάφη, ακόμα κι ανάμεσα σε χαλάσματα και τοίχους. Παρόλα αυτά ωφελούνται απο ένα πλούσιο και υγρό χώμα. Σπέρνονται νωρίς την άνοιξη έξω. Ευδοκιμούν σε ηλιόλουστη θέση. Οι σπόροι συλλέγονται από τους καρπούς στο τέλος του καλοκαιριού ή το φθινόπωρο και φυλάγονται σε ξηρό μέρος.

Πανσέδες

πανσές

Επίσης πολύ δημοφιλή διακοσμητικά φυτά, με τη μεγάλη ποικιλία χρωμάτων τους όπως κίτρινο, κόκκινο, μοβ, λευκό και συνδυασμούς, συχνά και με κηλίδες που θυμίζουν πρόσωπο. Όλες αυτές οι ποικιλίες προήλθαν από την άγρια τρίχρωμη βιολέτα (Viola tricolor) με επιλεκτική αναπαραγωγή και υβριδοποιήσεις με συγγενικά είδη.
Τα φυτά είναι κοντά έως 20 εκ. και κανονικά διετή. Τον πρώτο χρόνο αναπτύσσονται κυρίως βλαστητικά ενώ το δεύτερο ανθίζουν και παράγουν σπόρους, αν κι έχουν δημιουργηθεί ποικιλίες που ανθίζουν απ’τον πρώτο χρόνο. Αναπτύσσονται καλύτερα κυρίως σε δροσερό καιρό, το φθινόπωρο και την άνοιξη, ενώ το χειμώνα το χιόνι και η παγωνιά δεν προκαλούν μεγάλα προβλήματα. Ωστόσο το καλοκαίρι η ανάπτυξη κι ανθοφορία τους σταματά, και σε συνθήκες ζέστης και υγρασίας μπορούν να ασθενήσουν εύκολα και να πεθάνουν.
Προτιμούν ηλιόλουστή ή φωτεινή θέση, πλούσιο έδαφος και συχνό πότισμα και λίπανση για να ευδοκιμήσουν. Αναπαράγονται εύκολα από σπόρο. Το τακτικό κόψιμο των παλιών και ξεών ανθέων θα παρατείνει τη διάρκεια ζωής τους. Προσβάλλονται εύκολα από αφίδες (μελίγκρες), μύκητες, σαλιγκάρια και γυμνοσάλιαγκες.

τα μεγαλύτερα απ'τα φυτά μου

το μεγαλύτερο

το μικρότερο

τα 2 μεγαλύτερα με έμφαση στο μεσαίο

κορμοί του μεγαλύτερου των φυτών μου

εσωτερικό του κορμού

Τα γιούκα (γένος yucca) είναι ευραίως καλλιεργούμενα φυτά στη χώρα μας και σε μεγάλο μέρος του κόσμου. Εξαιτίας της εξωτικής τους εμφάνισης και των χαμηλών απαιτήσεών τους, έχουν γίνει πολύ δημοφιλή. Μπορούν να φυτευθούν σε γλάστρες, κυρίως ως φυτά εξωτερικου χώρου ή, αν το κλίμα της περιοχής επιτρέπει, στο έδαφος.
Είναι μονοκοτυλήδονα φυτά της οικογένειας των αγαυιδών (agavaceae) και της τάξης των ασπαραγωδών (asparagales). Είναι συγγενικά με τις αγαύες (αθάνατοι) και παλαιότερα ήταν ταξινομημένα στους λειριίδες, μαζί με τους κρίνους, τις τουλίπες κ.ά.
Κατάγονται από τις θερμές εύκρατες και τροπικές περιοχές των ΗΠΑ, του Μεξικού, της Γουατεμάλας και της Καραϊβικής. Εκεί ζουν σε διάφορα ξηρά περιβάλλοντα, όπως ερήμους, ημιερήμους, ξηρά λιβάδια, ανοιχτά ξηρά δάση, ορεινές περιοχές και παραθαλάσσιες αμμοθήνες.
Στις πρώτες αναφορές για τα φυτά αυτά, τα φυτά αυτά συγχέονταν με τη μανιόκα (manihot esculenta), ένα άσχετο φυτό, της οποίας το όνομα στη γλώσσα των Ινδιάνων Καρίμπ είναι γιούκα, απ’όπου κι ο Κάρολος Λινναίος πήρε τ’όνομα για το γένος αυτό κι έτσι το λάθος έμεινε στην ιστορία. Το όνομα του γένους “γιούκα” είναι θηλυκό, γι’αυτό και το σωστότερο είναι να λέμε “η γιούκα” και όχι “ΤΟ ΓΙΟΎΚΑ”, αλλά και αυτός ο τύπος μπορεί να χρησιμοποιηθεί.
Διακρίνονται εύκολα από τη χαρακτηριστική μορφή τους. Τα περισσότερα είδη αποτελούνται από ένα μέτριο ή ψηλό, παχύ κορμό με τραχύ φλοιό και με μερικές διακλαδώσεις, ο οποίος καλύπτεται σε μεγάλο μέρος από ρόδακες σκληρών, αιχμηρών, συνήθως κρεμαστών, ινωδών φύλλων, που μπορεί να έχουν λεία, πριονωτή ή ινώδη περιφέρεια. Ωστόσο υπάρχουν και είδη με πολύ κοντό ή καθόλου εμφανή κορμό. Τα φυτά στηρίζονται μ’ένα εκτεταμένο ριζικό σύστημα αποτελούμενο από βαθιές, πολύ σκληρές ρίζες. Αν και είναι μονοκοτυλήδονα, έχουν την ικανότητα, όπως και μερικά άλλα, π.χ. οι αγαύες, οι αλόες, οι δράκαινες κ.ά., να αυξάνουν κατά πάχος τους βλαστούς τους. Ο βλαστός εξωτερικά περιβάλλεται από σκληρό, τραχύ φλοιό κι εσωτερικά είναι συμπαγής, ινώδης και αποθηκεύει νερό.
Τα άνθη τους είναι οργανωμένα κατά φόβες σε βλαστούς στην κορυφή των φυτών. Είναι κωδωνόσχημα και συνήθως λευκά. Οι καρποί είναι συνήθως ξηροί και μπορεί να είναι είτε ρηκτοί είτε άρρηκτοι. Μετά από την ανθοφορία, η ανάπτυξη ξεκινά με νέο βλαστό δίπλα από την κορυφή. Λίγα είδη, όπως το yucca peninsularis, είναι μονόκαρπα, δηλαδή πεθαίνουν μετά την ανθοφορία και την καρποφορία. Άνθη συνήθως δεν παρατηρούνται σε συνθήκες καλλιέργειας γιατί τα φυτά θα πρέπει να φτάσουν σε μεγάλη ηλικία για ν’ανθίσουν και πάλι αυτό δε γίνεται πάντα. Σε κλίματα παρόμοια με το φυσικό τους είναι πιο πιθανό ν’ανθίσουν.
Το σύστημα επικονίασης αυτών των φυτών είναι πολύ ειδικευμένο. Πεταλούδες της οικογένειας των προδοξιδών (prodoxidae) μεταφέρουν τη γύρη από τους στήμονες ενός άνθους στο στίγμα ενός άλλου και συγχρόνως γεννούν ένα αβγό. Η προνύμφη τρέφεται από τους σπόρους, αλλά πάντα μένουν αρκετοί για τη διαιώνιση του είδους. Γι’αυτό το λόγο, έξω από τη φυσική τους εξάπλωση η παραγωγή σπόρων είναι δύσκολη, αλλά ο πολλαπλασιασμός πάλι είναι δυνατός.

Τα φυτά αυτά έχουν πολύ λίγες απαιτήσεις όσον αφορά την καλλιέργειά τους. Ευδοκιμούν σε θέση μ’έντονο ήλιο, όσο το δυνατόν περισσότερες ώρες την ημέρα και καλοκαιρινή ζέστη, αν και μπορούν ν’αναπτυχθούν και σ’ελαφριά ημισκιά. Προτιμούν αμμώδες χώμα με ph από 6,1 (ελαφρώς όξινο) έως 8,5 (αλκαλικό), αν και έχω δει γιούκα ν’αναπτύσσονται αρκετά καλά και σε αργιλώδες χώμα. το πότισμα θα πρέπει να γίνεται μόνο αν το χώμα έχει στεγνώσει καλά από το προηγούμενο. Τα γιούκα είναι πολύ ανθεκτικά στην ξηρασία. Κατά την περίοδο ανάπτυξης, τα φυτά αυτά θα πρέπει να λιπαίνονται με λίπασμα βραδείας αποδέσμευσης ή περιοδικά με υγρό λίπασμα. Αν το κλίμα της περιοχής σας είναι ξηρό και ζεστό το καλοκαίρι με σχετικά ελαφρύ χειμώνα, μπορείτε να φυτέψετε γιούκα και στο έδαφος. Δεν έχουν πρόβλημα με τον αέρα. Τα περισσότερα καλλιεργούμενα είδη αντέχουν ελαφρυές παγωνιές για μικρό χρονικό διάστημα, με θερμοκρασίες ανάμεσα στους -4 – -12 βαθμούς, ανάλογα με το είδος. Αν πρόκειται να κάνει παρατεταμένο κρύο, θα πρέπει να μεταφέρετε τα φυτά σε πιο προστατευμένη θέση ή να τα καλύψετε με κάτι. Μερικά είδη αντέχουν σε πολύ χαμηλότερες θερμοκρασίες, π.χ. το yucca glauca μπορεί ν’αντέξει θερμοκρασίες κάτω από τους -20 βαθμούς Κελσίου. Εγώ τη μόνη “καταστροφή” που είχα από παγωνιά ήταν πριν μερικά χρόνια η καταστροφή του μισού φύλλου της κορυφής σ’ένα φυτό.
Επειδή τα φύλλα των φυτών αυτών είναι πλατιά, πάνω τους επικάθεται πολύ σκόνη, γι’αυτό είναι καλό πού και πού να τα βρέχετε ώστε να καθαριστούν. Επίσης, όσο το φυτό αναπτύσσεται, μερικά απ’τα κατώτερα φύλλα μπορεί να ξεραθούν. Εγώ τα κόβω ολόκληρα. Άλλοι τα κόβουν με ψαλίδι από τη βάση τους, ενώ άλλοι τ’αφήνουν ως έχουν. Θα πρέπει ακόμα να προσέχετε πολύ όταν περιποιείστε αυτό το φυτό, γιατί τα φύλλα του είναι ιδιαίτερα αιχμηρά και μπορεί να σας τραυματίσουν. Μερικοί κόβουν τις αιχμηρές άκρες με ψαλίδι, αλλά έτσι καταστρέφεται η φυσική εμφάνιση του φυτού.
Τα γιούκα συχνά καλλιεργούνται και σ’εσωτερικό χώρο, αλλά τότε αποκτούν πιο ασθενική εμφάνιση, ο κορμός τους γίνεται λεπτός και λείος, έχουν μαλακά φύλλα και η ανάπτυξή τους είναι αρκετά αργή. Σε τέτοιες συνθήκες, χρειάζονται ένα πολύ φωτεινό μέρος για να επιβιώσουν.

Εγώ έχω τρία τέτοια υγειή φυτά. Ο κομμένος κορμός της φωτογραφίίς προέρχεται από ένα άλλο, το οποίο ήταν πολύ μικρό και αναπτυσσόταν πολύ αργά. Επειδή είχε μείνει μερικά χρόνια μικρό, έκοψα τα κλαδιά του για να τα δώσω σ’άλους ως φυτά, κι από τότε δεν έβγαλε άλλα ή εγώ ήμουν πολύ ανυπόμονος και το ξεριζωσα. Σκοπεύω στη θέση του να βάλω ένα κωνοφόρο. Απ’ό,τι έψαξα, ανήκουν πιθανότατα στο είδος yucca aloifolia (αλοΐφυλλη γιούκα). Είναι από τα πιο κοινά είδη στην Ελλάδα. Το ύψος του κειμαινεται από 1,5-6 μέτρα μεδιάμετρο κορμού 12 εκ με λίγα κλαδιά. Από τη βάση του φυτού βγαίνουν παρακλάδια. Τα φύλλα του είναι σκληρά, αιχμηρά, πριονωτά, μήκους 60 εκ. Αυτά που βρίσκονται γύρω απ’την κορυφή είναι όρθια, ενώ τα υπόλοιπα κρέμονται. Τα κατώτερα φύλλα ξεραίνονται όσο το φυτό αναπτύσσεται και παραμένουν πάνω του. Έχει λευκά άνθη. Η ιδιαιτερότητα αυτού του είδους είναι ότι όταν ένα φυτό γίνει πολύ ψηλό, μπορεί να λυγίσει κάτω και μόλις η κορυφή έρθει σ’επαφή με το έδαφος, ριζώνει και συνεχίζει ν’αναπτύσσεται προς τα πάνω. Άλλα καλλιεργούμενα είδη είναι τα:
Yucca gloriosa (ένδοξη γιούκα): Μοιάζει πολύ με το y. aloifolia, αλλά είναι κοντότερο, έχει λεία αντί πριονωτά φύλλα, τα οποία έχουν γαλαζοπράσινο χρώμα.
Y. rostrata (ραμφωτή γιούκα): Ένα ερημικό είδος με λεπτά, σκληρά φύλλα στις κορυφές των βλαστών που αντέχει πολύ στο κρύο.
Y. guatemalensiσ (γουατεμαλιανή γιούκα): Μπορεί να γίνει έως κι 9 μέτρα. Έχει μαλακές άκρες στα φύλλα του. Ευδοκιμεί σε υγρότερα κλίματα από άλλα είδη, αν κι αυτό αντέχει την ξηρασία. Το καταλληλότερο είδος για εσωτερικό χώρο, αν και καλύτερα αναπτύσσεται έξω.
Y. filamentosa (νηματώδης γιούκα): Ένα είδος χωρίς εμφανή κορμό, με σκληρά φύλλα με νηματώδες περιθώριο. Ανθεκτικόο στο κρύο.
Y. baccata (γιούκα μπανάνα): Ένα είδος με κοντό κορμό και πολύ μακριά, μυτερά φύλλα.
Y. recurvifolia (κρεμόφυλλη γιούκα): Ένα ανθεκτικό είδος με ψηλό κορμό και αραιά, κρεμαστά φύλλα.
Y. glauca (γλαυκή γιούκα): Ένα άλλο γιούκα χωρίς εμφανή κορμό και γαλαζοπράσινα, σκληρά φύλλα, έχει τη βορειότερη εξάπλωση ως την Αλμπέρτα του Καναδά. Πάρα πολύ ανθεκτικό στο κρύο.
Υπάρχουν πολλά άλλα είδη. Από τα παραπάνω, μόνο τα 4 πρώτα είναι αρκετά διαθέσιμα στη χώρα μας. Εκτός από τις φυσικές μορφές τους, έχουν δημιουργηθεί επίσης ανοιχτοχρωμες ή ποικιλίες. Ένα από τα μεγαλύτερα είδη γιούκα είναι η y. brevifolia (βραχύφυλλη γιούκα) των ΗΠΑ, η οποία είναι ένα δέντρο ύψους 15 μέτρων. Μπορεί να σχηματίσει αραιά δάση σ’ερημικές περιοχές. Το μικρότερο είδος είναι το νάνο γιούκα, y. nana, με ύψος μόλις τα 20 εκ.
Τα γιούκα πολαπλασιάζονται με σπόρο ή μοσχεύματα. Σπόρος είναι δύσκολο να παραχθεί έξω από τις περιοχές όπου ενδημεί η συγκεκριμένη οικογένεια πεταλουδών, αν και μπορεί να γίνει με τεχνητ΄΄η επικονίαση. Οι σπόροι θα πρέπει να φυτευθούν σε αμμώδες χώμα σε θρμές συνθήκες και σχεδόν σ’ένα μήνα θα βλαστήσουν. Το πλεονέκτημα αυτής της μεθόδου είναι ότι δίνει γρήγορα φυτά και τα μειονεκτήματα ότι ο σπόρος είναι δυσέβρετος και τα φυτά παίρνουν λίγα χρόνια για να φτάσουν σ’ένα καλό μέγεθος. Τα γιούκα είναι φυτά αργής ανάτπυξης. Η δεύτερη μέθοδος είναι με μοσχεύματα. Ένα μεγάλο μόσχευμα κορυφής κόβεται από ένα φυτό, αφαιρούνται τα περισσότερα φύλλα και αφήνεται να στεγνώσει για λίγες μέρες. Μετά, μπορεί να φυτευθεί σε ελαφρύ αμμώδες χώμα και σε λίγους μήνες θ’αρχίσει να δημιουργεί ένα καλό ριζικό σύστημα και θ’αρχίζει να δείχνει σημάδια ανάπτυξης. Το πλεονέκτημα αυτής της μεθόδου είναι ότι γίνεται εύκολα και δίνει φυτά μεγαλύτερου μεγέθους, αλλά το μειονέκτημα είναι ότι παίρνει πολύ χρόνο. Πολλαπλασιασμός γίνεται πιο δύσκολα επίσης και με τμήματα κορμού, τα οποία φυτευονται όπως τα μοσχεύματα κορυφής. Γι’αυτο τα περισσότερα γιούκα των φυτωρίων φαίνεται να έχουν κομμένο “κεντρικό” κορμό και λίγα κλαδιά γύρω του. Δοκίμασα ένα καλοκαίρι πριν λίγα χρόνια εντελώς πειραματικά να πολλαπλασιάσω γιούκα. Έκοψα ένα μικρό κλαδάκι από ένα φυτό, το φύτεψα στην ίδια γλάστρα με το γονικό φυτό, το πότισα και μετά έφυγα για περίπου 2 εβδομάδες. Όταν γύρισα και το έβγαλα, είχε κάνει λίγες ριζούλες.
Τα γιούκα σπάνια προσβάλλονται από έντομοα ή ασθένειες. Εγώ δεν είχα ποτέ τέτοιο πρόβλημα, ούτε έχω ως τώρα δει προσβεβλημένο γιούκα. Ωστόσο, μπορεί να προσβληθούν από κοκκοειδή, τα οποία όμως καταπολεμούνται εύκολα. Μύκητες μπορούν ν’αναπτυχθούν σε υγρές συνθήκες, αλλά αυτό είναι σπάνιο.

Τα γιούκα, αν και δεν είναι από τα πιο αγαπημε΄να μου φυτά, τα θεωρώ πάλι ως αρκετά καλά, πολύ εύκολα κι ανθεκτικά. Τα δύο κύρια μειονεκτήματά τους είναι η αργή τους ανάπτυξη και τα αιχμηρά τους φύλλα, αλλά το μεγαλύτερο πλεονέκτημά τους είναι η ανθεκτικότητά τους και οι λίγες τους απαιτήσεις. Τα προτείνω για όσους θέλουν ένα μεγάλο φυτό χωρίς πολλή φροντίδα. Μπορείτε να το παραμελήσετε κι αυτό θα επιβιώσει.

Εκτός από τη χρήση του ως καλωπιστικό, τό φυτό αυτό έχει κι άλλες χρήσεις. Μερικά είδη χρησιμοποιούνται για την παραγωγή ινών. Τα άνθη και οι ανθοφόροι βλαστοί μερικών ειδών, σπανιότερα άλλα μέρη τους, τρώγονται. Επειδή το ξηρό υλικό αυτού του φυτού έχει πολύ χαμηλή θερμοκρασία ανάφλεξης, μπορεί να χρησιμοποιηθεί για άναμμα φωτιάς με τριβή. Επίσης, έχει και φαρμακευτική χρήση. Πολλά είδη περιέχουν σαπωνίνες, ουσίες που έχουν πικρή γεύση, αφρίζουν στο νερο και λειτουργούν ως φυσικά σαπούνια. Οι σαπωνίνες έχουν αντιπρωτοζωικη και αντιαρθριτική δράση και κατεβάζουν τη χολιστερίνη. Μεγαλύτερη περιεκτικότητα σε σαπωνίνες έχουν οι ρίζες. Το yucca schidigera περιέχει αρκετά μεγάλες ποσότητες. Οι πολυφαινόλες που υπάρχουν επίσης στο φυτό έχουν αντιοξειδωτική δράση.
Σελίδες:
καλλιέργεια του γιούκα
μερικά είδη γιούκα
άρθρο της αγγλικης wikipedia
δανική σελίδα για γιούκα (αγγλική έκδοση)
εισαγωγή στα γιούκα
yucca aloifolia
φαρμακευτικές ιδιότητες του γιούκα

άνθος νεραγκούλας από δικό μου φυτό

Οι νεραγκούλες (ranunculus asiaticus) είναι φυτά της οικογένειας των βατραχιδιιδών (ranunculaceae), η οποία περιλαμβάνει μερικά άλλα γνωστά λουλούδια όπως οι ανεμόνες και οι παπαρούνες. Η οικογένεια πήρε τ’όνομά της όχι από το σχήμα κάποιου μέλους της, αλλά από το ότι πολλά είδη της συναντώνται δίπλα ή μέσα στο νερό, σαν τους βατράχους. Το γένος ranunculus (βατραχάκι) περιλαμβάνει 400-600 είδη με τεράστια εξάπλωση σε μεγάλο μέρος του κόσμου.
Η νεραγκούλα είναι αυτοφυής της χώρας μας. Γενικότερα μπορεί να βρεθεί στην ευρύτερη περιοχή της ανατολικής Μεσογείου, δηλαδή και σ’άλλα μέρη της νοτιοανατολικής Ευρώπης, στη νοτιοδυτική Ασία και στη βορειοδυτική Αφρική.Καλλιεργείται ευρέως ως καλλωπιστικό.
Το φυτό δημιουργεί υπογείους κονδύλους για να περάσει τις αντίξοες συνθήκες του θερμού και ξηρού μεσογειακού καλοκαιριού. Με την έλευση των πρώτων βροχών του φθινοπώρου το φυτό ενεργοποιείται και πάλι. Η περίοδος ανάπτυξής του συνεχίζεται έως το χειμώνα και κορυφώνεται την άνοιξη, οπότε ανθίζει. Προς το τέλος της άνοιξης ξεραίνεται για να περιέλθει και πάλι στην καλοκαιρινή κατάσταση νάρκης.
Το φυτό αυτό καλλιεργείται πολύ εύκολα. Οι κόνδυλοι, που έχουν σχήμα χταποδιού, φυτεύονται το φθινόπωρο με τα “πόδια” προς τα κάτω, σε απόσταση τουλάχιστον 10 εκ. μεταξύ τους, αφού το χώμα έχει πρώτα σκαφτεί και λιπανθεί. Από την κορυφή θ’αναπτυχθεί ο βλαστός και από κάτω οι ρίζες. Επειδή οι κόνδυλοι στη φάση νάρκης είναι αφυδατωμένοι, για να μη σπάσουν, μπορείτε να τους μουλιάσετε πριν τους φυτέψετε γι’αρκετές ώρες σε κρύο νερό ή να τους φυτέψετε απευθείας στο χώμα με προσοχή. Έπειτα ποτίζεται καλά. Σε αντίθεση με τους
βολβούς,
οι κόνδυλοι της νεραγκούλας πρέπει να φυτευθούν πολύ ρηχότερα, 1-2 εκ. κάτω από την επιφάνεια του εδάφους.
Λίγες εβδομάδες μετά τη φύτευση, θ’αρχίσουν να βγαίνουν από το έδαφος τα πρώτα φύλλα. Τα πρώτα φύλλα είναι πλατιά, οδοντωτά κι ελαφρά διαιρεμένα σε 3 μέρη, και όσο το φυτό αναπτύσσεται, τα επόμενα φύλλα θα είναι συνήθως διαιρεμένα δια 3 σε περισσότερα τμήματα. Αυτό το έχω παρατηρήσει και σ’άλλα φυτά με σύνθετα φύλλα. Τα φύλλα κοντύτερα στη βάση του βλαστού είναι λιγότερο διαιρεμένα απ’ό,τι αυτά πιο μπροστά. Σ’αυτό το διάστημα το φυτό περιορίζεται στη δημιουργία βασικών φύλλων. Το χειμώνα η ανάπτυξή του μειώνεται λόγω της χαμηλής θερμοκρασίας. Αν και αντέχει το λίγο χιόνι και τις ελαφριές παγονιές, καταστρέφεται κάτω από τους -10 βαθμούς Κελσίου. Επειδή τα φύλλα του έχουν μακριούς και αρκετά άκαμπτους μίσχους, μπορεί να λυγίσουν από τον αέρα. Αυτό δεν είναι ακόμα μεγάλο πρόβλημα, αλλά όσο το φυτό ψηλώνει ίσως χρειαστεί στήριξη.
Προς τα τέλη του Φεβρουαρίου από τη μέση του φυτού εμφανίζεται ένας πολύ κοντός βλαστός με πυκνά φύλλα και σύντομα μετά απ’αυτό, το πρώτο μπουμπουκάκι. Έπειτα την άνοιξη το φυτό αναπτύσσεται με γρήγορο ρυθμό. Ο βλαστός αυτός επιμηκύνεται και αναπτύσσεται περισσότερο, δημιουργούνται λίγες παραφυάδες, διακλαδώσεις και αρκετά μπουμπούκια. Το φυτό φτάνει σε ύψος τα 20-45 εκ. Οι βλαστοί του φυτού είναι σκληροί, ελαφρώς χνουδωτοί και άκαμπτοι, γι’αυτό κινδυνεύουν να λυγήσουν από τον αέρα. Μπορείτε να τους δέσετε σε μικρά στηρίγματα ή, καλύτερα, να έχετε φυτέψει τους κονδύλους από πριν σε μέρος προστατευμένο από τον άνεμο.
Η ανθοφορία αρχίζει περίπου από τα τέλη του Μαρτίου και τελειώνει περίπου στα μέσα του Μαΐου, οπότε και το φυτό ξεραίνεται. Στο διάστημα αυτό παράγονται πολλά άνθη. Για να επιταχύνετε το άνοιγμα των υπόλοιπων μπουμπουκιών, κόβετε τακτικά τα μαραμένα άνθη. Τα άνθη του φυτού βρίσκονται μονά σε ψηλούς, σχεδόν ή εντελώς άφυλλους βλαστούς, με διάμετρο 3-5 εκ. και με ποικιλία χρωμάτων, όπως λευκά, κίτρινα, πορτοκαλί, κόκκινα ή ρόδινα. Υπάρχουν ημίδιπλες και διπλές ποικιλίες. Τα μέρη τους που μοιάζουν με πέταλα, στην πραγματικότητα είναι τροποποιημένα σέπαλα. Φυτά αυτής της οικογένειας έχουν ατροφικά ή και καθόλου πέταλα. Μπορεί ν’αναδίδουν ένα ελαφρύ άρωμα σε μικρή απόσταση από αυτά. Έχω παρατηρήσει ότι σε έντονο φως τ’άνθη ανοίγουν, ενώ σε χαμηλότερο φωτισμό ή τη νύχτα συστέλλονται.
Οι νεραγκούλες ευδοκιμούν σε ηλιόλουστες ή ημισκιερές θέσεις με ελαφρύ, υγρό και πλούσιο έδαφος. Χρειάζονται περιοδική λίπανση κατά την περίοδο ανάπτυξης, και μία τελευταία φορά πριν ξεραθεί για ενδυνάμωση των κονδύλων.
Περίπου προς τα τέλη της άνοιξης, με την αύξηση της θερμοκρασίας, το φυτό θ’αρχίσει να κιτρινίζει και να ξεραίνεται. Όταν έχει ξεραθεί, ξεριζώστε το, κόψτε τις ρίζες και τους υπέργειους βλαστούς και στεγνώστε για λίγες μέρες τους κονδύλους. Μετά απ’αυτό, αποθηκεύστε τους σε δροσερό και ξηρό μέρος μέχρι το επόμενο φθινόπωρο. Να θυμάστε ότι οι κόνδυλοι αυτου του φυτού φυτεύονται σε πολύ μικρό βάθος και με τα ελεύθερα άκρα προς τα κάτω.
Πολλαπλασιάζεται πιο εύκολα με κονδύλους. Κάθε κόνδυλος θα έχει συνήθως παραγάγει στο τέλος της περιόδου ανάπτυξης μερικούς ακόμα. Με σπόρο γίνεται πολλαπλασιασμός συνήθως για τη δημιουργία νέων ποικιλιών.
Το φυτό αυτό΄μπορεί να προσβληθεί από αφίδες/μελίγκρες και άλλα επιζήμια έντομα, τα οποία καταπολεμώνται με χημικά ή βιολογικά μέσα. Επίσης, οι υγρές συνθήκες με έλλειψη αερισμού μπορεί να προκαλέσουν προβλήματα με μύκητες.
Το φυτό αυτό, όπως και τα υπόλοιπα μέλη του γένους του, είναι τοξικό και για τα φυτοφάγα ζώα και για τους ανθρώπους, αν και αν υπάρχει ποικιλία φυτών, είναι σχεδόν απίθανο να καταναλωθεί από κάποιο ζώο. Προκαλεί φουσκάλες και ερεθισμό στους βλενογονους.
Νεραγκούλες άρχισα να καλλιεργώ κι εγώ τα τελευταία δύο χρόνια. Είναι πολύ όμορφα κι εύκολα φυτά, αλλά έχουν το προαναφερθέν πρόβλημα με τον αέρα. Έως τώρα, δεν είχα κάποιο πρόβλημα με έντομα ή ασθένειες.
Σελίδες:
πληροφορίες στο valentine.gr
πληροφορίες στο phyto.gr
άρθρο της αγγλικής wikipedia

γλάστρα με φρέσκα κρεμμύδια 16/4/2011


Το μέγεθος από το οποίο αρχίζω να μαζεύω. 7/4/2011


κρεμμύδια που βγαίνουν στην επιφάνεια 11/3/2011


κοκκάρια 24/2/2011

Το κρεμμύδι είναι το λαχανικό που καλλιεργώ περισσότερο και σε μεγαλύτερες ποσότητες. Επειδή όμως τα μαζεύω πάντα φρέσκα και δεν τ’αφήνω να γίνουν ξερά, ούτε έχω μαζέψει σπόρο από κανένα κρεμμύδι, έχω βρει ένα άρθρο για την ολοκληρωμένη καλλιέργεια του κρεμμυδιού. Τις προσωπικές μου εμπειρίες συν κάποιες επιπλέον πληροφορίες τις παραθέτω στο τέλος.

Πηγή:
Valentine

Λαχανόκηπος – Το κρεμμύδι (Από τον Γιώργο Κωνσταντακόπουλο)

Μπορείτε να φανταστείτε την μαγειρίτσα χωρίς φρέσκο κρεμμυδάκι; Ή την σαλάτα μαρουλιού; Για δοκιμάστε να κάνετε μία νόστιμη και «δεμένη» σάλτσα χωρίς ξερό κρεμμύδι; Παρατηρείστε ότι, μόνο για το κρεμμύδι χρησιμοποιείται το υποκοριστικό του -κρεμμυδάκι- για να περιγραφεί μία άλλη όψη και χρήση του ιδίου φυτού. Οι αρχαίοι μας Έλληνες τιμούσαν αρκούντως το κρεμμύδι, μιας και, εκτός των άλλων χρήσεων, αποτελούσε σταθερό συστατικό του πρωινού τους (ακράτισμα).

Ο αρχαίος κόσμος, καλλιεργούσε το κρεμμύδι, όχι μόνο για την άρτυση των φαγητών αλλά και για τις φαρμακευτικές του ιδιότητες, που οφείλονται μάλλον στην μεγάλη περιεκτικότητά του σε ιώδιο και θειάφι.

Το κρεμμύδι, μπορεί να καταναλωθεί με πολλούς τρόπους. Ως φρέσκο κρεμμυδάκι, αποτελεί ιδανικό συστατικό για τα διάφορα φρικασέ και τις ωμές σαλάτες, ενώ ως ξερό κρεμμύδι, αποτελεί βασικό συστατικό για πάμπολλες συνταγές μαγειρικής.

Το ξερό κρεμμύδι, μπορεί ακόμα να ψηθεί ολόκληρο και να αποτελέσει μία εξαίρετη σαλάτα με λίγο ξύδι και λάδι.

Ας δούμε λοιπόν πώς μπορείτε να έχετε κρεμμυδάκια και κρεμμύδια όλον τον χρόνο.

1. Παραγωγή σπόρων και κοκκαριού: Κατά κανόνα, η παραγωγή του κρεμμυδιού γίνεται φυτεύοντας μικρούς βολβούς (κοκκάρι), οι οποίοι στη συνέχεια βλαστάνουν και παράγουν το μεγάλο κρεμμύδι που όλοι γνωρίζουμε. Εμείς εδώ, θα δούμε πώς μπορείτε να παράγετε μόνοι σας τον σπόρο για την εν συνεχεία παραγωγή του κοκκαριού. Θα πρέπει να γνωρίζετε ότι, τα μεγάλα ξερά κρεμμύδια, αν τα φυτέψετε, θα βλαστήσουν και θα αναπτύξουν παράλληλα με τα κρεμμυδόφυλλα, έναν κεντρικό σκληρό κορμό στην κορυφή του οποίου θα αναπτυχθεί ένα στρογγυλό άνθος. Όταν ωριμάσει και ξεραθεί, μπορείτε να συλλέξετε τον κρεμμυδόσπορο, το λεγόμενο μπαρούτι από την ομοιότητά του με αυτήν. Αυτόν τον σπόρο, μπορείτε να τον σπείρετε κατά τον Φεβρουάριο-Μάρτιο. Το κοκκάρι σας (μικροί κρεμμυδοβολβοί), θα είναι έτοιμο κατά τον Ιούλιο-Αύγουστο. Η σπορά του μπαρουτιού, γίνεται σε βάθος το πολύ μέχρι 1 εκατοστό από την επιφάνεια του εδάφους. Τρία έως τέσσερα γραμμάρια σπόρου, αρκούν για 1 τετραγωνικό μέτρο. Συνεπώς, αν δεν θέλετε να σπείρετε τον θεσσαλικό κάμπο, αρκούν 5-6 μεγάλα ξερά κρεμμύδια για να παράγετε το μπαρούτι και το αντίστοιχο κοκκάρι που απαιτείται για έναν οικογενειακό λαχανόκηπο. Ο τρόπος συλλογής και φύλαξης του κοκκαριού μέχρι την φύτευσή του, είναι ίδιος με τους αντίστοιχους του ξερού κρεμμυδιού που αναφέρονται στη συνέχεια.

2. Φύτευση κοκκαριού: Αν θέλετε να παράγετε χλωρά κρεμμύδια, θα πρέπει να φυτέψετε το κοκκάρι σας τον Οκτώβριο με Νοέμβριο. Τα χλωρά κρεμμυδάκια σας θα είναι έτοιμα την επόμενη άνοιξη. Αν αντίθετα θέλετε να παράγετε ξερά κρεμμύδια, θα φυτέψετε κατά το τέλος Ιανουαρίου με αρχές Φεβρουαρίου. Τα ξερά σας κρεμμύδια θα είναι έτοιμα για συγκομιδή κατά τον μήνα Αύγουστο. Σημειώστε ότι, μπορείτε να έχετε φρέσκα κρεμμυδάκια όλον τον χρόνο, αρκεί να φυτεύετε τμηματικά τον διαθέσιμο χώρο. Η φύτευση γίνεται σε βραγιές με απόσταση 20-30 εκατοστά μεταξύ τους και σε βάθος 3-4 εκατοστά. Μέσα στην ίδια βραγιά, η απόσταση των φυτών πρέπει να είναι 10-15 εκατοστά.

3. Τεχνική καλλιέργειας: Το κρεμμύδι, έχει ανάγκη από ελαφρύ χώμα πλούσιο σε οργανικές ουσίες και καλοδουλεμένο, για να μπορέσει να αναπτύξει συμμετρικούς βολβούς. Ακόμα, το κρεμμύδι δεν χρειάζεται λίπανση με κοπριά κατά τη σπορά γιατί δεν την αφομοιώνει εύκολα. Προτιμότερο είναι να έχετε λιπάνει από την προηγούμενη περίοδο, έτσι ώστε η κοπριά να έχει αφομοιωθεί σχεδόν πλήρως από το χώμα. Επίσης, το περίσσευμα υγρασίας στο χώμα, ταλαιπωρεί το κρεμμύδι, εμποδίζει την ανάπτυξή του και ευνοεί την ανάπτυξη ασθενειών, όπως την σήψη. Επομένως, φροντίστε το έδαφος να είναι στραγγερό και μην το ποτίζετε υπέρμετρα. Από την σύσταση του εδάφους, εξαρτάται η μικρότερη ή μεγαλύτερη καυστικότητα του κρεμμυδιού. Έδαφος πλούσιο σε θειάφι, παράγει καυστικά κρεμμύδια ενώ έδαφος πλούσιο σε άζωτο, τα γλυκαίνει.

4. Συγκομιδή: Είναι ευνόητο ότι μπορείτε να μαζεύετε τα κρεμμύδια σας οποιαδήποτε στιγμή το απαιτούν οι ανάγκες σας. Μόνο για τα ξερά κρεμμύδια, αυτά δηλαδή που θέλετε να φυλάξετε και να διατηρήσετε για τον χειμώνα, θα πρέπει να τα συλλέξετε σε συγκεκριμένο στάδιο της ωρίμανσής τους. Η κατάλληλη στιγμή είναι, όταν τα φύλλα αρχίσουν να κιτρινίζουν έντονα και γέρνουν προς το έδαφος. Σε αυτή την φάση, οι βολβοί έχουν αναπτυχθεί τελείως και είναι έτοιμοι για συγκομιδή και φύλαξη. Ξεριζώστε τους βολβούς, τραβώντας τους κάθετα προς τα πάνω με σταθερή δύναμη. Αν το έδαφος είναι πολύ συμπαγές, καλό είναι να κάνετε αυτή την εργασία, 1-2 ημέρες μετά από ένα καλό πότισμα.

5. Φύλαξη και διατήρηση: Για να μπορέστε να διατηρήσετε καλά τα ξερά κρεμμύδια και να μην μουχλιάσουν, είναι απαραίτητο να τα αφήσετε 2-3 ημέρες απλωμένα σε στεγασμένο μέρος για να στεγνώσουν. Μπορείτε να τα αφήσετε και στο σημείο που τα ξεριζώσατε, αν μπορέσετε να εξασφαλίσετε την Υψηλή διαβεβαίωση ότι δεν θα βρέξει. Φροντίστε όμως να τα σκεπάζετε τη νύχτα για να μην τα επηρεάζει η πρωινή δροσιά. Στην συνέχεια, καθαρίστε το χώμα και τις κατεστραμμένες φλούδες, κόψτε την ουρά στα 2-3 εκατοστά, τοποθετήστε τα σε ξύλινα ή χάρτινα τελάρα και φυλάξτε τα σε μέρος χωρίς υγρασία και με λίγο φως. Επειδή χρειάζονται αερισμό για να μην μουχλιάσουν, φροντίστε η ποσότητα σε κάθε τελάρο να είναι τέτοια που να μπορούν όλοι οι βολβοί να αερίζονται. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να τα τοποθετήσετε ένα-ένα, αλλά ούτε και σε σωρό που εμποδίζει τον αερισμό. Ωστόσο, ο πιο γνωστός -και κατά τη γνώμη μου περισσότερο αρεστός από άποψη αισθητικής- τρόπος διατήρησης είναι, σε πλεξούδες. Αν αποφασίσετε να τα διατηρήσετε σε πλεξούδες, μην κόψετε την ουρά τους γιατί θα σας χρειαστεί για το πλέξιμο. Πάρτε έναν σκοινί, και πλέξτε τις ουρές τους μαζί με το σκοινί, χρησιμοποιώντας την ίδια τεχνική που εφαρμόζουν οι γυναίκες στις πλεξούδες των μαλλιών τους. Κρεμάστε τις σε μέρος δροσερό και προφυλαγμένο. Τα κρεμμύδια εννοείται…

Το κρεμμύδι είναι ένα εύκολο φυτό στην καλλιέργειά του. Κι αν ακόμα δεν έχετε λαχανόκηπο, μια-δυο ζαρντινιέρες στη βεράντα, είναι αρκετές για να έχετε τουλάχιστον φρέσκο κρεμμυδάκι από τα ίδια σας τα χέρια. Ή τα χεράκια της….

Επιπλέον πληροφορίες από διάφορες διαδικτυακές πηγές:
Η επιστημονική ονομασία του κρεμμυδιού είναι allium cepa, όπου allium=σκόρδο (τ’όνομα του γένους) και cepa=κρεμμύδι στα λατινικά. Το κρεμμύδι ανήκει στο ίδιο γένος με το σκόρδο, όπως δηλώνει και το όνομα του γένους του. Ανήκει στην οικογένεια των σκορδιδών (alliaceae) και στην τάξη των ασπαραγωδών και είναι μονοκοτηλύδνωνο. Αυτό το είδος δεν υπάρχει άγριο στη φύση, ωστόσο συγγενικά ήδη ζουν στην κεντρική Ασία. Η καλλιέργειά του ξεκίνησε πριν 5000 χρόνια στη Μεσοποταμία, όπως δείχνουν ευρήματα. Καλλιεργούταν και στην αρχαία Αίγυπτο, όπου μάλιστα ήταν και ιερό φυτό. Συμβόλιζε με το στρογγυλό σχήματ του και τους ομόκεντρούς του κύκλους την αιώνια ζωή. Χρησιμοποιούταν και στην ταρίχευση. Οι Αρχαίοι Έλληνες αθλητές έτρωγαν πολύ κρεμμύδι επειδή πίστευαν ότι δίνει δύναμη.
Η καυστική και ερεθιστική ιδιότητα του κρεμμυδιού προέρχεται από θειικές ενώσεις. Όταν τα κύτταρα ρηγνύονται με το κόψιμο, δρουν ένζυμα τα οποία διασπούν αυτές τις ενώσεις σε ελαφρύτερες αέριες οι οποίες μπαίνουν στα μάτια μας ή στη μύτη μας. Αν κόβετε τα κρεμμύδια υποβρυχίως ή αφού τα έχετε ψύξει το πρόβλημα αυτό μειώνεται.

Προσωπική εμπειρία:
Τα κρεμμύδια ήταν τα πρώτα λαχανικά που καλλιέργησα και αυτά που συνεχίζω να καλλιεργώ σε μεγάλη σχετικά ποσότητα. Παρακάτω παραθέτω αναλυτικά τις εμπειρίες μου για τις καλύτερες συνθήκες ανάπτυξής τους:
Η προσωπική μου εμπειρία συμφωνεί με το άρθρο στο ότι τα κρεμμύδια έχουν την πιο καλή ανάπτυξη σε υγρό, ελαφρύ και πλούσιο σε οργανική ύλη έδαφος. Μπορούν ν’αναπτυχθούν αρκετά καλά και σε αργιλώδες έδαφος, αλλά εκεί χρειάζεται προσοχή με το πολύ πότισμα που μπορεί να τα σαπίσει λόγω έλλειψης αποστράγκισης. Σε χώματα πολύ στεγνά ή που στεγνώνουν πολύ γρήγορα, π.χ. στις περιφέρειες μεγάλω γλαστρών, ή εάν δεν ποτίζονται τακτικά, μπορεί ν’αναπτυχθούν λίγο και να μείνουν στάσιμα ή και καθόλου. Τέλος, σε συμπαγές χώμα δυσκολεύονται περισσότερο ν’αναπτυχθούν και γίνονται κοντά και χοντρά. Αυτό όμως δεν το έχω δοκιμάσει πολλές φορές, επειδή συνήθως αποφεύγω το χώμα μου να είναι συμπαγές και ίσως αυτή να μην είναι η αιτία, γιατί οι ρίζες των κρεμμυδιών σ’αυτό το χώμα ήταν πολύ βαθιές και η κοντή ανάπτυξη ίσως ήταν αποτέλεσμα του πολύ έντονου ήλιου και της καλοκαιρινής ζέστης.
Έχω παρατηρήσει ότι τα κρεμμύδια αναπτύσσονται καλύτερα και γίνονται μεγαλύτερα στον απευθείας ήλιο. Χρειάζονται τουλάχιστον λίγες ώρες ήλιου την ημέρα, ενώ την υπόλοιπη μέρα μπορούν να είναι σε έντονο φως ή ημισκιά. Τα κρεμμύδια που μεγαλώνουν στη σκιά τείνουν να είναι πιο λεπτά, πιο ανοιχτόχρωμα και φαίνονται ασθενικά. Αν βρίσκονται σε πολύ σκιερό περιβάλλον και η αποστράγκιση του εδάφους είναι κακή, υπάρχει κίνδυνος να σαπίσουν.
Πότισμα χρειάζονται κανονικό, όπως τα περισσότερα λαχανικά. Όταν το χώμα αρχίζει να στεγνώνει, ποτίστε το. Λιγότερο πότισμα θα χρειαστούν αυτά που βρίσκονται σε αργιλώδες χώμα ή αυτά που βρίσκονται σε σκιά, ενώ περισσότερο αυτά που βρίσκουνται σε πολύ ελαφρύ χώμα. Η συχνότητα ποτίσματος είναι βέβαια ανάλογη με τη θερμοκρασία και την εξάτμιση.
Ο ρυθμός ανάπτυξής τους είναι ανάλογος με τη θερμοκρασία, δηλαδή το χειμώνα ή τις πολύ κρύες μέρες αναπτύσσονται λίγο, ενώ τις θερμότερες περισσότερο. Το καλοκαίρι είναι μια φυσική εποχή ανάπαυσης οπότε ακόμα και αν θέλτε να παραγάγεται μόνο φρέσκα, δεν είναι η κατάλληλη εποχή για να φυτέψετε.
Φυτεύω τα κοκκάρια σε γλάστρες με καλοσκαμμένο χώμα σε πολύ κοντινή απόσταση μεταξύ τους, σχεδόν κολλητά. Έτσι εξοικονομείται χώρος και τα κρεμμύδια δεν έχουν κάποιο πρόβλημα. Εάν όμως φυτευθούν πολύ κοντά (κολλητά ή το ένα σχεδόν πάνω στο άλλο), τότε αρκετά από αυτά δε θα φτάσουν στο πλήρες μέγεθός τους. Ακόμα και αν αφαιρεθούν τα δυνατότερα, αυτά δε θα καταφέρουν ποτέ να μεγαλώσουν στο μέγιστό τους. Συνήθως τα φυτεύω μόνα τους σε γλάστρες, αν και μερικές φορές τα έχω μαζί με βολβούς ή μονοετή ή κάτω από τα γιούκα μου. Στην τελευταία περίπτωση τα κρεμμύδια αναπτύσσονται προς το φως έξω από τη γλάστρα και έτσι τα φύλλα τους γίνονται κρεμαστά. Λιπαίνω μόνο με οργανικό λίπασμα και κατά τη φύτευση και μετά κατά διαστήματα στην ανάπτυξή τους. Τα κοκκάρια φυτρώνουν πολύ γρήγορα, μέσα σε λίγες μέρες.
Μπορείτε να μαζέψετε φρέσκα κρεμμύδια όποτε θέλετε, δεν υπάρχει κάποια φάση στην οποία είναι “ώριμα”. ‘Εγώ αρχίζω να μαζεύω από περίπου λίγο μετά τον πρώτο μήνα έως πάνω-κάτω δύο μήνες μετά τη φύτευση ώσπου να τελειώσουν. Προτιμώ να τα μαζεύω όταν φτάνουν ή μόλις έχουν φτάσει το μέγιστο δυνατό μέγεθος, για να μην ξοδεύω πολλά μικρά κάθε φορά και τελειώσουν γρήγορα, αλλά όταν έχω πάρα πολλά, μαζεύω και νωρίτερα. Τα νεαρά κρεμμυδάκια έχουν ακόμα το κοκκάρι τους συμπαγές. Όσο μεγαλώνουν και χρησιμοποιούν την αποθηκευμένη ενέργειά του αδυνατίζει, και αν περάσει λίγο παραπάνω καιρός και αρχίσουν οι ζέστες, η βάση τους φουσκώνει ετοιμαζόμενα για το σχηματισμό βολβού. Δεν έχω αφήσει κανένα κρεμμύδι πέρα απ’αυτό το στάδιο. Εάν κόψετε ένα κρεμμύδι χωρίς να βγάλετε και τη ρίζα του, δεν πειράζει, θα ξαναβγάλει φύλλα αλλά λεπτότερα και πιο αδύναμα. Για να έχετε συνεχή παραγωγή, μπορείτε όσο μεγαλώνουν τα κρεμμύδια και μαζεύετε, να φυτεύετε άλα στη θέση τους. Εγώ ξεκινάω την άνοιξη από το Φεβρουάριο και τελειώνω το Μάιο, ενώ το φθινόπωρο από το Σεπτέμβριο και τελειώνω το Δεκέμβριο.
Δεν έχω δοκιμάσει ποτέ να παραγάγω σπόρους. Όλα τα κρεμμύδια μου προέρχονται από αγορασμένα κοκκάρια. Πρέπει παρόλα αυτά ν’ασχοληθώ με την παραγωγή σπόρων και πειραματικά με την παραγωγή ξερών κρεμμυδιών, γιατί κάποτε ίσως χρειαστεί. Αν και έχω φυτέψει ξερά κρεμμύδια για να δω αν ανθίσουν, συνήθως το κάνω βιαστικά μέχρι να βάλω κάποιο μονοετές στη θέση τους οπότε τα ξεριζώνω και τα τρώω.
Ακόμα κι αν δεν έχετε πολλές κηπουρικές γνώσεις, μπορείτε να καλλιεργήσετε μ’επιτυχία κρεμμύδια. Είναι πολύ εύκολα.

Ενημέρωση 19/7/2011: Φύτεψα μερικά πειραματικά το καλοκαίρι, προς τα τέλη του Ιουνίου. Βγήκαν και αναπτύχθηκαν πολύ γρήγορα. Τώρα έχουν γίνει τεράστια κι έχω αρχίσει να μαζεύω. Όσο λείπω αναλαμβάνει το αυτόματο πότισμα. Άρα τα κρεμμύδια, τουλάχιστον τα φρέσκα, μπορούν να καλλιεργηθούν οποιαδήποτε εποχή.

φύτρα από ραπανάκι

Πηγή:
Valentine

Καλλιεργήστε φύτρα (Από τον Μιχάλη Πολίτη)

Τα φύτρα είναι νεαροί βλαστοί που βγαίνουν από διάφορους καρπούς και σπόρους και εμπλουτίζουν τη διατροφή σας με πολλά θρεπτικά συστατικά σε επαρκείς ποσότητες. Είναι από τα πλέον ισορροπημένα και υγιεινά τρόφιμα της διατροφικής αλυσίδας. Αν και μπορείτε να τα προμηθευτείτε έτοιμα στο εμπόριο, είναι προτιμότερο να τα παρασκευάσετε μόνοι σας στο σπίτι. Έτσι εκτός από τα θρεπτικά τους οφέλη θα έχετε τη χαρά της δημιουργίας και της αυτάρκειας όταν θερίζετε τα αποτελέσματα της καλλιέργειάς σας!

Τι είναι τα φύτρα

Ο πολλαπλασιασμός των φυτών με σπόρο είναι ο πιο διαδεδομένος τρόπος πολλαπλασιασμού στην φύση αλλά και ο πιο δημοφιλής στους ανθρώπους γιατί εμπεριέχει πλήθος συμβολισμών σχετικά με την διαδικασία της εξέλιξης. Ένας σπόρος μπορεί να βρίσκεται σε λήθαργο για μήνες ή χρόνια περιμένοντας τις κατάλληλες συνθήκες για να βλαστήσει. Αλλά για όσο διάστημα βρίσκεται σε αναμονή κάποια μόρια, οι αναβολείς ενζύμων ελέγχουν τον μεταβολισμό του σπόρου, ώστε αυτός να μην αποσυντεθεί και χαλάσει. Μόλις όμως ο σπόρος έρθει σε επαφή με το νερό οι αναβολείς ενζύμων αδρανοποιούνται και τα ένζυμα αναλαμβάνουν τη δράση τους βοηθώντας την ανάπτυξη του φυτού. Φύτρο λοιπόν ονομάζεται η πρώιμη διαδικασία των πρώτων ωρών-ημερών ζωής ενός σπόρου που ξυπνάει από το λήθαργο (με τη βοήθεια του νερού) και πάει να γίνει φυτό, πετώντας ένας τρυφερό, άσπρο βλασταράκι.

Πού μας ωφελούν τα φύτρα

Τα φύτρα των σπόρων είναι εξαιρετικά πολύτιμη τροφή, ακόμη πιο πλούσια σε θρεπτικά συστατικά από τους ίδιους τους σπόρους. Η αιτία είναι το γεγονός ότι κατά τη διαδικασία του φυτρώματος βελτιώνεται η ποιότητα των πρωτεϊνών, αυξάνεται η ποσότητα των βιταμινών ενώ τα μεταλλικά άλατα γίνονται πιο αφομοιώσιμα από τον οργανισμό. Π.χ. Η βιταμίνη C στο σιτάρι που φυτρώνει αυξάνεται κατά 600% στην αρχή του φυτρώματος. Τα φύτρα είναι η καλύτερη “ζωντανή τροφή”, στην πραγματικότητα είναι τόσο ζωντανά που συνεχίζουν να αναπτύσσονται καθώς τα τρώμε. Επομένως, τα φύτρα είναι τροφή εξαιρετικής βιολογικής αξίας, που θα πρέπει να ενταχθεί δυναμικά στη διατροφή μας.

Τα φύτρα περιέχουν λίγες θερμίδες και λιπαρά, αλλά είναι έξοχη πηγή φυτικών ινών, αντιοξειδωτικών και βιταμινών, ειδικά το χειμώνα, που τα φρούτα και τα λαχανικά είναι περιορισμένα. Χάρη σε κάποια χημικά μόρια που περιέχουν, τροφοδοτούν τον οργανισμό με ενέργεια και μας αναζωογονούν. Βοηθούν στην ανανέωση των κυττάρων και καθυστερούν τη γήρανση.

Τα φύτρα είναι γνωστά για τη θρεπτική τους αξία αλλά και τις θεραπευτικές τους ιδιότητες πάνω από 5.000 χρόνια. Κινέζοι γιατροί τα σύστηναν για διάφορες θεραπείες, ενώ υπάρχουν αναφορές και για τη χρήση τους από τους Ινδιάνους. Στη Δύση κατά τα γραφόμενα χρησιμοποιήθηκαν από τον Άγγλο θαλασσοπόρο Τζέιμς Κούκ ο οποίος στην προσπάθεια του να σώσει το πλήρωμά του από το σκορβούτο επέβαλε την κατανάλωση φύτρων.

Άλλα από αυτά είναι τραγανά, άλλα μαλακά, άλλα έχουν ελαφριά γεύση και άλλα πιο πικάντικη. Τα μαλακά φύτρα ταιριάζουν περισσότερο σε σαλάτες και σάντουιτς, γιατί μπορούν να καταναλωθούν και ωμά, ενώ τα πιο σκληρά μπορούν να μαγειρευτούν και να δώσουν ξεχωριστή γεύση, ψιλοκομμένα μέσα σε σούπες, βραστά λαχανικά και λαδερά. Είναι μοναδική τροφή για υγιείς και αρρώστους, καθώς και για τα παιδιά.

Σπόροι για φύτρα μπορούν να φυτευτούν όλο το χρόνο. Μεγαλώνουν σε κάθε κλίμα και δεν χρειάζονται ούτε χώμα ούτε ήλιο. Το πιο σημαντικό είναι ότι τα φύτρα δεν περιέχουν χημικά, δεν παράγουν σκουπίδια, είναι πεντανόστιμα στις σαλάτες και όταν τρώγονται ωμά έχουν εξαιρετικά χαμηλές θερμίδες. Συν του ότι δίνουν τη χαρά της δημιουργίας και της αυτάρκειας όταν θερίζετε τα αποτελέσματα της καλλιέργειάς σας!

Σπόροι για δημιουργία φύτρων

Μπορείτε να δημιουργήσετε φύτρα χρησιμοποιώντας όλων των ειδών τους σπόρους: σιτάρι, πράσινη σόγια, κόκκινη σόγια, τριφύλλι, άλφα άλφα (βίκο), ρεβίθι, κάρδαμο, φακή, φασόλι, καλαματιανό φασολάκι (είναι ακριβώς αυτό που χρησιμοποιούν σαν φύτρα οι Κινέζοι: Mung Beans), σινάπι, ηλιόσπορο, σουσάμι, σέλινο, ραπανάκι, κ.λπ. Αποφύγετε την κατανάλωση φύτρων από σπόρους σολανίδων (ντομάτα, πατάτα), γιατί περιέχουν το αλκαλοειδές σολανίνη που είναι τοξική ουσία. Προμηθευτείτε σπόρους στην φυσική τους μορφή, δηλαδή όχι κατεργασμένους και όχι ροδισμένους. Επίσης αποφύγετε να χρησιμοποιήστε πολυκαιρισμένους σπόρους. Ακόμη, χρησιμοποιήστε σπόρους που προέρχονται από βιολογικές καλλιέργειες, στις οποίες δεν χρησιμοποιούνται χημικά λιπάσματα. Ο κάθε σπόρος θέλει το δικό του χρόνο στο μούσκεμα και στο φύτρωμα.

Πώς θα καλλιεργήσετε τα φύτρα

Πλύντε καλά τους καρπούς ή τους σπόρους που έχετε επιλέξει. Βάλτε σ’ ένα πιάτο την ποσότητα των σπόρων που θέλετε να χρησιμοποιήσετε (20-50 γραμμάρια). Ξεδιαλέξτε και αφαιρέστε τους σπασμένους ή όσους έχουν στίγματα. Στη συνέχεια, βάλτε τους σπόρους σ’ ένα σουρωτήρι και ξεβγάλτε τους με άφθονο χλιαρό νερό. Έπειτα, απλώστε τους στον πάτο ενός ευρύχωρου δοχείου ή σ’ ένα γυάλινο βάζο. Φροντίστε το σκεύος που θα χρησιμοποιήσετε να είναι αρκετά μεγάλο ώστε να γίνεται εύκολα η κυκλοφορία του αέρα και επιπλέον να υπάρχει αρκετός χώρος για να αναπτυχθούν τα φύτρα και να μπορείτε να τα βγάλετε με ευκολία.

Βάλτε το σκεύος κάτω από τη βρύση και αφήστε το νερό να τρέξει, χωρίς πίεση και να ξεχειλίσει το δοχείο για τουλάχιστον ένα λεπτό. Μ’ αυτό τον τρόπο οι υγιείς σπόροι θα μείνουν στον πάτο ενώ οι ακατάλληλοι θα αποβληθούν. Η ποσότητα νερού που θα απομείνει στο δοχείο πρέπει να είναι 4-5 δάχτυλα πάνω από το επίπεδο των σπόρων. Σκεπαστέ το δοχείο μ’ ένα άσπρο πανί αραιής ύφανσης (ή γάζα) και σταθεροποιήστε το μ’ ένα λάστιχο. Εναλλακτικά μπορείτε να χρησιμοποιήσετε βάζο με ειδικό καπάκι (με σίτα). Αφήστε τους σπόρους να μουλιάσουν στο νερό, σε σκοτεινό μέρος, με θερμοκρασία 15-25 βαθμούς Κελσίου για 6-12 ώρες.

O χρόνος που απαιτείται για να φυτρώσουν οι σπόροι είναι διαφορετικός. Έτσι, λοιπόν 6 ώρες είναι αρκετές για το σπόρο του σιταριού, της μηδικής, του μοσχοσίταρου κ.λπ., ενώ 10-12 ώρες χρειάζονται τα φασόλια, η σόγια, κ.λπ. Λαμβάνοντας υπόψη σας τις ειδικές αυτές περιπτώσεις, θα βρείτε ποιες είναι οι κατάλληλες συνθήκες για να βλαστήσουν οι σπόροι που έχει διαλέξει.

Κατά τη διάρκεια του μουλιάσματος των σπόρων αναποδογυρίστε το βάζο για να αδειάσει το νερό. Αμέσως ξεπλύντε τους σπόρους με χλιαρό νερό, ακολουθώντας την εξής διαδικασία: τοποθετήστε το στόμιο του βάζου κλεισμένο όπως είναι με τη γάζα στο τρεχούμενο νερό της βρύσης και στη συνέχεια αναποδογυρίστε το με προσοχή μέχρι ν’ αδειάσει όλο το νερό.

Οι σπόροι χρειάζονται ξέπλυμα 2 φορές την ημέρα για τις πρώτες 2-3 ημέρες, μετά 1 φορά την ημέρα είναι αρκετή, με μόνη εξαίρεση τους σπόρους της σόγιας και των ρεβιθιών που χρειάζονται ξέπλυμα 3 ή και περισσότερες φορές. Μετά από κάθε ξέπλυμα οι σπόροι πρέπει να φυλάσσονται σε μέρος σκοτεινό (σε ντουλάπι ή σε μπουφέ). Συνεχίστε να ξεπλένετε τους σπόρους για 3-5 ημέρες (ανάλογα με το σπόρο) μέχρι να φτάσουν τα φύτρα τους τα 3-4 εκ. μήκος. Όταν τα φύτρα μεγαλώσουν στο επιθυμητό ύψος τότε μπορείτε να τα χρησιμοποιήσετε. Mην τα αφήσετε πάνω από 7 μέρες, γιατί οι ρίζες τους θα μεγαλώσουν πολύ και θα αποκτήσουν πικρή γεύση.

Πώς θα τα συντηρήσετε

Για να επωφεληθείτε στο έπακρο από τα θρεπτικά τους συστατικά, το ιδανικό θα ήταν να τα καταναλώσετε αμέσως μόλις τα συγκεντρώσετε. Πριν καταναλώσετε τα φύτρα ακολουθήστε την παρακάτω διαδικασία για να τα εμπλουτίσετε με την πολύτιμη χλωροφύλλη. Αφήστε το βάζο εκτεθειμένο στο φυσικό φως, σε έμμεσο -πλάγιο φωτισμό για 6-7 ώρες. Με τη μέθοδο αυτή αναπτύσσονται μικρά φυλλαράκια. Αν δεν τα καταναλώσετε αμέσως, μπορείτε να τα διατηρήσετε στο ψυγείο για 1 εβδομάδα περίπου αφού πρώτα τα βγάλετε από το δοχείο και τα τοποθετήσετε σε ειδικό σακουλάκι ψυγείου.

Φύτρα δεν έχω καλλιεργήσει ποτέ συστηματικά, αλλά όταν αραιώνω το μαϊντανό ή τα ραπανάκια που σπέρνω, τα τρώω.

Το φυτό μου 30/3/2012 με ραγδαία ανάπτυξη που τη συνεχίζει έντονα.

άνθη απ'το δικό μου φυτό 19/7/2011


το δικό μου φυτό 16/4/2011 σε φάση ανάπτυξης


το δικό μου φυτό 20/2/2011 που επανέρχεται ύστερα από το χειμώνα


δυόσμος mentha spicata

Ένα πολύ κοινό μυρωδικό φυτό γνωστό σε όλους μας. Είναι ένα είδος μέντας με την επιστημονική ονομασία mentha spicata (σταχυωτή μέντα) που ανήκει στην οικογένεια των χηλανθών ή λαμιιδών, στην τάξη των λαμιωδών και είναι δικοτυλήδωνο. Φύεται άγριος στα περισσότερα μέρη της Ευρώπης και της Μέσης Ανατολής σε υγρά εδάφη, αν και η αρχική του εξάπλωση δεν είναι με βεβαιότητα γνωστή λόγω καλλιέργειας του φυτού από αρκετά παλιά. Η λέξη “δυόσμος” προέρχεται από το “ηδύοσμος” στ’αρχαία, δηλαδή αυτός που έχει γλυκιά οσμή.
Είναι ένα ποώδες, ριζωματώδες, πολυετές φυτό με τετραγωνικούς βλαστούς ύψους 30-100 εκ. και φύλλα αντίθετα, το κάθε ζευγάρι σε ορθή γωνία ως προς το αμέσως προηγούμενο και το αμέσως επόμενο, ωοειδή, οδοντωτά με μυτερή απόληξη, μήκους 3-5 εκ. και πλάτους 2-3 εκ., σπάνια μεγαλύτερα. Η νεαρή ανάπτυξη είναι πιο ανοιχτόχρωμη, πιο μαλακή και εύθραυστη και από τα γηρεότερα μέρη και καλύπτεται με τρίχες οι οποίες αρραιώνουν και στο τέλος συνήθως εξαφανίζονται εντελώς όσο ωριμάζει. Τα άνθη εμφανίζονται σε λεπτά στάχυα στην άκρη των βλαστών το καλοκαίρι. Έχουν χρώμα ροζ ή άσπρο και 2,5-3 χιλ. μήκος και πλάτος το καθένα. Οι υπέργειοι βλαστοί ξεραίνονται κάθε χειμώνα και επανεμφανίζονται την επόμενη άνοιξη.
Το φυτό καλλιεργείται πολύ εύκολα. Χρειάζεται υγρό χώμα πλούσιο σε οργανική ύλη και προτιμότερα ημισκιερή θέση, αν και μπορεί ν’αναπτυχθεί στο πλήρες ηλιακό φως ή σε περισσότερη σκιά. Επειδή αναπτύσσεται πολύ γρήγορα και το ρίζωμά του εξαπλώνεται αρκετά, συνήθως φυτεύεται σε δοχεία ή σ’ένα μεγάλο δοχείο βυθισμένο στο έδαφος, αλλά όχι απευθείας στο έδαφος. Συνήθως δεν προσβάλεται από έντομα, αν και το δικό μου φυτό είχε σε κάποιους βλαστούς λίγες μελίγκρες για λίγο χρονικό διάστημα οι οποίες όμως καταπολεμήθηκαν γρήγορα.
Κατά τη συγκομιδή, κόβονται τα 2/3-3/4 του μήκους των βλαστών και όχι πιο κάτω έτσι να ώστε να μείνουν λίγα φύλλα και νεαρά κλαδάκια στις μασχάλες τους τα οποία θα ενεργοποιηθούν μετά το κόψιμο της κορυφής και η ανάκαμψη θα είναι πιο γρήγορη. Το χρησιμοποιούμενο μέρος είναι τα φύλλα και οι τρυφερές κορυφούλες. Επειδή χάνουν αρκετή από τη μυρωδιά τους άρα και τις ουσίες και τις ιδιότητές τους, μαζεύονται πριν το φυτό ανθίσει ή μόλις έχει ανθίσει ή μπορεί να κοπεί κατά την ανθοφορία για να δημιουργήσει και πάλι νέα ανάπτυξη. Τα φύλλα και οι κορυφές μπορούν να χρησιμοποιηθούν φρέσκα, φρέσκα και ψιλοκομμένα, κατεψυγμένα, ξερά (ύστερα από αποξήρανση σε ζεστό και σκιερό μέρος) ή ξερά και κονιορτοποιημένα, διατηρημένα σε λάδι, σιρώπη ή αλκοόλ.
Ο δυόσμος έχει πάρα πολλές χρήσεις. Χρησιμοποιείται στη μαγειρική όπου μπορεί να χρησιμοποιηθει ωμός π.χ. σε σαλάτες ή ωμός ή αποξηραμένος σε διάφορες συνταγές, ως μυρωδικό σε τσίχλες, καραμέλες, οδονόκρεμες, σαπούνια κλπ., αλλά και ως φάρμακο. Το ρώφιμά του καταπραΰνει τους πόνους του στομάχου, διευκολύνει την έξοδο των αερίων, είναι αντισπασμωδικό και γι’αυτό καταπραΰνει το λόξιγγα. Για την παρασκευή του τσαγιού/εγχύματος ρίχνουμε λίγο βότανο σε μια κούπα βραστό νερό και τ’αφήνουμε για 5-10 λεπτά. Είναι επίσης αντιμυκητικό και αντιβακτηριακό και μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε γαργάρες για την πλήση του στόματος, αν και φαίνεται να είναι λιγότερο δυνατό από άλλα βότανα όπως η ρήγανη. Τέλος, σύμφωνα με μελέτες, το τσάι ή το αιθέριο έλαιο του φυτού κατεβάζει τα επίπεδα της τεστοστερόνης στο αίμα και μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη θεραπεία της υπερβολικής τριχοφυίας στις γυναίκες. Πάλι ο Ιπποκράτης έχει δίκιο, γιατί στο βιβλίο “Περί Διαίτης” έλεγε ότι αν οι άντρες τρώνε πολύ δυόσμο παθαίνουν αδυνάτισμα του σπέμρατος και στυτική δυσλειτουργία.
Αντίθετα, ο Αριστοτέλης συμβούλευε το Μ. Αλέξανδρο να απαγορεύει την κατανάλωση δυόσμου από τους στρατιώτες, γιατί είναι αφροδισιακό και αυτό θα δημιουργούσε προβλήματα. Πολύ αργότερα, ο Σαίξπηρ το ανέφερε ως αφροδισιακό για άντρες μέσης ηλικίας. Άλλοι αρχαίοι (Έλληνες και Ρωμαίοι) που έγραψαν για τις φαρμακευτικές ιδιότητες του δυόσμου ήταν ο Διοσκουρίδης και ο Πλίνιος.
Εκτός από τις καθαρά φαρμακευτικές, είχε και άλλες χρήσεις κατά την αρχαιότητα και τους νεότερους χρόνους. Οι Αρχαίοι Έλληνες έτριβαν το τραπέζι τους με δυόσμο πριν καθίσουν για φαγητό, ενώ οι άραβες έφτιαχναν τσάι από δυόσμο και ζάχαρη. Ήδη από τον 6ο αι. ξέρουμε για κρέμες καθαρισμού δοντιών που είχαν ως συστατικό το δυόσμο. Επιπλέον, χρησιμοποιούταν για τον αρρωματισμό του νερού του μπάνιου.
Πηγές και ιστοσελίδες:
άρθρο στη βικιπαίδεια;aρθρο στην αγγλική wikipedia
hubpages.comΣημείωση: Η παραπάνω σελίδα τον αναφέρει ως αντιανδρογόνο.
egeancuisine.gr>στην Ελευθεροτυπία
bionatural house
Σημείωση: Η παραπάνω σελίδα τον αναφέρει ως αφροδισιακό.

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.