Tag Archive: Αυστραλία


Huperzia selago: χερσαίο ευρωπαϊκό είδος.

Lycopodium clavatum: είδος του βόρειου ημισφαιρίου με ευρεία εξάπλωση.

Lycopodiella cernua: παντροπικό είδος που συναντάται και στην Αυστραλία.

Huperzia phlegmaria: επιφυτικό είδος με εξάπλωση από την Αφρική και τη Μαδαγασκάρη έως τα νησιά του Ινδικού και του Ειρηνικού, τροπικές αλλά κι εύκρατες περιοχές της Ασίας ως την Κίνα, την Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία.

Όλες οι φωτογραφίες προέρχονται από τ’αντίστοιχα άρθρα της αγγλικής Wikipedia.

Συνεχίζοντας λοιπόν με τα άρθρα που αφορούν τα φυτά, φτάνω τώρα σε μια πανάρχαια και ενδιαφέρουσα ομάδα, τα λυκόφυτα. Είναι πιστεύω από τις πιο άγνωστες ομάδες φυτών, και σίγουρο είναι ότι μερικοί αναγνώστες πρώτοι φορά διαβάζουν αυτή τη λέξη. Για τους συγκεκριμένους, έχω να πω ότι τα λυκόφυτα δεν έχουν καμία σχέση με το παρασιτικό φυτό λύκος. Ο λόγος για τον οποίο υπέπεσαν στην αφάνεια είναι προφανής: παντού και πάντοτε τα είδη ανταγωνίζονταν το ένα τ’άλλο και νικούσαν τα καλύτερα προσαρμοσμένα. Έτσι σήμερα έχουμε σ’όλο τον κόσμο εξαπλωμένα τα σχετικά πρόσφατα, ποικιλόμορφα, ευμετάβλητα και ταχέως εξελισσόμενα αγγειόσπερμα ή ανθοφόρα φυτά, ενώ οι περισσότερες των πρότερων ομάδων πάλι επιββίωσαν, άλλες ακμαίες αλλά κάπως πιο περιορισμένες, όπως τα κωνοφόρα, άλλες φθίνουσες σε κατάπτωση, όπως το
γίνκγο,
κι άλλες εκτοπισμένες σε εξειδικευμένα περιβάλλοντα κι επιτυχημένες εκεί, όπως οι φτέρες. Οι τελευταίες, μαζί με περισσότερο ή πολύ λιγότερο συγγενικά φυτά, ανήκουν στην ανεπίσημη ομάδα των κρυπτόγαμων, φυτά με αφανή αναπαραγωγικά όργανα σε ανεξάρτητα γαμετόφυτα που χρειάζονται νερό για τη γονιμοποίηση, που λόγω αυτού του χαρακτηριστικού όλα μπαίνουν σ’ένα τσουβάλι, στις φτέρες και τους συγγενείς τους, όμως το πράγμα δεν είναι έτσι. Το χαρακτηριστικό αυτό είναι προγονικό για όλα τα φυτά, και δεν τό’χει μόνο ια ομάδα των πτεριδοφύτων. Τέτοια φυτά είναι σήμερα περιορισμένα κυρίως σε υγρές και πολλές φορές σκιερές τοποθεσίες, όπου παραμένουν επιτυχημένα, ενώ όσα λιγα ζουν σε συνήθεις περιοχές μαζί με τα “κανονικά” φυτά είναι ανθεκτικότατα και πολύ ανταγωνιστικά.

Τα λυκόφυτα είναι μια τέτοια ομάδα που δε μπορούμε να την πούμε αποτυχημένη, αφού έχει μεγάλο αριθμό ειδών (περίπου 1200) και παγκόσμια εξάπλωση, από τις αρκτικές περιοχές έως την τροπική ζώνη. Τα περισσότερα ζουν σε υγρές και σκιερές τοποθεσίες δασών ή επιφυτικά πάνω σ’άλλα δέντρα, άλλα όμως ζουν σε ψηλά βουνά και απροσπέλαστες βραχώδεις περιοχές. Η ομάδα είναι πανάρχαια με τα πρώτα απολιθώματα στο Σιλούριο πριν περίπου 428 εκατομμύρια χρόνια, και θεωρείται ότι είναι αδερφική ομάδα προς όλα τα υπόλοιπα αγγειώδη φυτά, δηλαδή τα λυκόφυτα και οι πρώτοι πρόγονοι των υπολοίπων μοιράζονται έναν άμεσο προηγούμενο κοινό πρόγονο. Χαρακτηρίζω τα λυκόφυτα ενδιαφέροντα, αφού έχουν εξελίξει, πέρα από τους βλαστούς και τα σποριαγγεία που ειχαν κληρονομήσει απ’τον ίδιο κοινό πρόγονο, όλα τ’άλλα μέρη ανεξάρτητα από τα υπόλοιπα αγγειώδη φυτά, όπως τις ρίζες ή τους κώνους. Μάλιστα στη λιθανθρακοφόρο κάποιες ομάδες τους έφτασαν στο σημείο να έχουν εξελίξει κάτι πολύ κοντά στο σπόρο, κάτι που αν τελειοποιούταν θα επέτρεπε την εξάπλλωσή τους και σε πιο ξηρά μέρη, όμως τελικά απέτυχαν και παρέμειναν στις θέσεις που ζουν και σήμερα.

Εδώ όμως έχω να παραθέσω ένα άρθρο για την καλλιέργειά τους, ένα πραγματικό διαδικτυακό θησαυρό, μιας και πουθενά αλλού δεν έχω βρει τόσο μεγάλο κι ολοκληρωμένο άρθρο για την καλλιέργεια αυτών των φυτών. Κι αυτό επειδή τα φυτά αυτά είναι εξαιρετικά σπάνια σε καλλιέργεια, με πιο κοινά ας πούμε λίγα τροπικά είδη του γένους Selaginella, που πάλι όμως προσπαθώντας να βρω κανένα αντιπροσωπευτικό είδος για τη συλλογή μου βρήκα μόνο άτομα να μου λένε ότι είναι πολύ δυσεύρετα. Το άρθρο αυτό όμως δεν πραγματεύεται τις σελαγινέλες, αλλά τα πιο αρχαία λυκοποδιοειδή λυκόφυτα. Αφορά Αυστραλιανά είδη, όμως τα ίδια θα ίσχυαν και γι’αυτά του Βορείου Ημισφαιρίου, εκτός του ότι τα δικά μας είδη είναι πολύ ανθεκτικότερα στο κρύο, κάτι όμως που δεν τα κάνει καθόλου ευκολότερα στην καλλιέργεια. Μερικά από τα βόρεια είδη που δε θ’αναφερθούν στο άρθρο είναι το ας πούμε κάπως κοινότερο στη χώρα μας Lycopodium Clavatum, το L. obscurum, το L. anotinum, η Huperzia selago, η H. lucidula της Αμερικής, η Lycopodiella innundata, κ.ά. Η πηγή του
προτότυπου άρθρου
είναι η σελίδα των Αυστραλιανών Εθνικών Βοτανικών Κήπων, χρησιμότατη με πληροφορίες καλλιέργειας πολλών αυστραλιανών ειδών, όπου θα βρείτε πολλά ιδιαίτερα κι ενδιαφέροντα φυτά.

Μετάφραση: Bolko

Χουπέρζιες και λυκοπόδια

Του Joe McAuliffe

Οι χουπέρζιες (αγγλικά θυσσανώδεις φτέρες (tassel ferns)) και τα λυκοπόδια (αγγλικά ροπαλωτά βρύα (clubmosses)) είναι μια ομάδα συγγενών της φτέρης, τα οποία, μέσω απολιθωμάτων χρονολογούνται πίσω στη Λιθανθρακοφόρο περίοδο. Ανήκουν στην οικογένεια των λυκοποδιδών (lycopodiaceae) η οποία είναι διαιρεμένη σε τέσσερα γένη.

Λυκοπόδιο (Lycopodium) – χερσαία, έρποντα στην επιφάνεια ή αναρρηχόμενα φυτά. Ένα γένος 40 ειδών ευραίως εξαπλωμένο σε εύκρατες και τροπικές περιοχές. 4 είδη (L. scariosum, L. fastigatum, L. volubile, και L. deuterodensum) συναντώνται στην Αυστραλία.
Λυκοποδιίδιο (Lycopodiella) – χερσαία, έρποντα φυτά. Ένα γένος περίπου 40 ειδών ευραίως εξαπλωμένο σε υγρές εύκρατες και τροπικές περιοχές του κόσμου, αλλ’ιδιαίτερα ποικίλο στη Αμερική. 5 είδη (l. cernua, L. limosa, L. serpentina, L. diffusa, και L. lateralis) συναντώνται στην Αυστραλία.
Φυλλόγλωσσο (Phylloglossum) – μικρά χερσαία φυτά με υπόγειο κόνδυλο. Ένα μονοτυπικό γένος ενδημικό της Νότιας Αυστραλίας και της Νέας Ζηλανδίας. 1 είδος (F. drummondii) συναντάται στην Αυστραλία.
Χουπέρζια (Huperzia) – λιθοφυτικά ή επιφυτικά φυτά. Ένα γένος περισσότερων των 200 ειδών που συναντώνται από τους τροπικούς έως τις αρκτικές και υποανταρκτικές ζώνες, και από το επίπεδο της θάλασσας έως αλπικά περιβάλλοντα. 12 είδη (H. filiformis, H. cerrata, H. australiana, H. dalhousina, H. squarosa, H. marsupiformis, H. varia, H. phlegmaria, H. phlegmarioides, H. lockyeri, H. carinata, και H. prolifera) συναντώνται στην Αυστραλία.

Η οικογένεια των λυκοποδιδών αποτελείται από χερσαία ειδη και από μια μοναδική ομάδα επιφύτων που κοινώς λέγονται θυσσανώδεις φτέρες. Η χερσαία ομάδα αναπτύσσεται σε ποικιλία καταστάσεων περιλαμβανομένων υγρών άγονων εδαφών μέσα και γύρω από βάλτους και βαθουλώματα. Μερικά δημιουργούν έρπουσες αποικίες σε χωμάτινες όχθες κι άλλα βρίσκονται σε αλπικά και υποαλπικά περιβάλλοντα.

Η επιφυτική ομάδα συνήθως συναντάται να φύεται σε φυτά (επίφυτα), βράχους (λιθόφυτα), και περιστασιακά βρίσκονται να φύονται σε χερσαία περιβάλλοντα. Συνήθως βρίσκονται να φύονται σε υγρά δάση και τροπικά δάση σε μεγάλα υψόμετρα μέσα και ανάμεσα σε βρύα και άλλα επίφυτα.

Καλλιέργεια της χερσαίας ομάδας
Γένη: Lycopodium, Lycopodiella, και Phylloglossum.
Τα περισσότερα από τα χερσαία είδη γενικά μισούν την ενόχληση στη ζώνη των ριζών. Συνήθως είναι αργά στον εγκλιματτισμό και αποδεικνύονται να είναι δύσκολα στη διατήρηση για οποιονδήποτε χρόνο σε καλλιέργεια. Κάποια από τα δύσκολα είδη περιλαμβάνουν το Lycopodium deuterodensum, το Lycopodium scariosum και τη Lycopodiella limosa. Αυτά τα φυτά αναπτύσσονται με μια μυκοριζική σχέση, η οποία είναι δύσκολο να προσομοιωθεί. Όντας τόσο ποικίλη ομάδα έχουν ποικιλία στις εδαφικές τους απαιτήσεις. Τα περισσότερα είδη τείνουν να προτιμούν καλά αποστραγκιζόμενα, ελαφρώς όξινα εδάφη. Αυτό μπορεί να προσαρμοστεί στα μέσα φύτευσης και μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε μέσα βασισμένα στο χώμα είτε όχι. Συνήθη συστατικά μέσων περιλαμβάνουν κομποστοποιημένο φλοιό πεύκου διαφόρων βαθμών κι επεξεργασιών, αμμώδεις πηλούς, τύρφη ή υποκατάστατα της τύρφης όπως κόιρ (ίνα καρύδας), τραχιά άμμο, χαλίκια διάφορων περιγραφών και μέσα πολλαπλασιασμού όπως περλίτης ή βερμικουλίτης όλα μπορούν να χρησιμοποιηθούν. Γενικά τα φυτά ανταποκρίνονται καλά στο φυσικό τους έδαφος ή ένα παρόμοιας δομής αν χρησιμοποιείται ως το μεγαλύτερο μέρος των μέσων. Παράγοντες ειδικοί ανάλογα με το είδος όπως η υγρασία του εδάφους ή τα επίπεδα βροχόπτωσης θα πρέπει να επηρεάσουν άλλα συστατικά του μέσου, για παράδειγμα είδη που ζουν σε όχθες βάλτων θα χρειαστούν ένα μέσο με μεγαλύτερη ικανότητα κατακράτησης νερού από αυτά που ζουν σε εποχιακά ξερό θαμνότοπο.
Τα φυτά γενικά χρειάζονται σταθερή παροχή νερού και πολλοί καλλιεργητές χρησιμοποιούν ρηχά σκεύη κάτω από τις γλάστρες για να προλάβουν την ξήρανση των φυτών. Χαμηλά επίπεδα θρεπτικών συστατικών είναι σύνηθες στο φυσικό τους περιβάλλον κι αυτό θα πρέπει ν’αντανακλάται στην επιλλογή μέσων φύτευσης και λιπασμάτων. Συνήθως δεν προστίθενται λιπάσματα στα μείγματα φύτευσης αλλά η χρήση καλά χωνεμένης κοπριάς αγελάδας είναι μερικές φορές ωφέλιμη. Τα φυτά θα ωφεληθούν από περιοδική λίπανση με ιχθυογαλάκτωμα ή εκχυλίσματα φυκών σε χαμηλά επίπεδα. Προτιμάται υψηλό προς μέτριο εππίπεδο φωτός. Τα φυτά μπορούν ν’αντέξουν τον καυτό ήλιο και τις ζεστές συνθήκες αν έχουν εγκλιματιστεί. Τα νεαρά φυτά ωστόσο θα πρέπει να περάσουν μία περίοδο προσαρμογής πριν εκτεθούν σε ακραίες συνθήκες. Τα αδύναμα φυτά συχνά προσβάλλονται από κοκκοειδή. Άλλα καταστροφικά ζώα περιλαμβάνουν σαλιγκάρια, γυμνοσάλιαγκες και ψαλίδες.
Τα χερσαία φυτά μπορούν συχνά να διαιρεθούν. Εντούτοις, τα φυτά γενικά μισούν την ενόχληση κι όταν εγκλιματιστούν δε θα πρέπει να ενοχλούνται. Καταβολάδες κορυφών και μοσχεύματα μπορούν ν’αναπαράγουν κάποια έρποντα είδη όπως τη Lycopodiella cernua.

Καλλιέργεια της επιφυτικής ομάδας
Γένος: Huperzia.
Οι χουπέρζιες είναι σχετικά εύκολες στην καλλιέργεια, γίνονται ελκυστικά φυτά και οι σκληρότερες ποικιλίες μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε μεγάλη ποικιλία καταστάσεων και συνθηκών καλλιέργειας.
Οι χουπέρζιες αναπτύσσονται καλά σε τραχύ μείγμα φύτευσης για επίφυτα. Θα πρέπει να είναι καλά αποστραγκιζόμενο, να παρέχει αρκετό αερισμό και να έχει καλή κατακρατητική ικανότητα σε υγρασία. Υλικάόπως τύρφη, κόιρ (ίνα καρύδας), οσμούντα (ίνα δενδρώδους φτέρης), φλοιός πεύκου, πριονίδι κόκκινου ευκαλύπτου, κάρβουνο, Oasis®, φελλός και σκορία μπορούν να συνδυαστούν κατά διαφορετικούς τρόπους ώστε να κάνουν ένα κατάλληλο μέσο καλλιέργειας. Συστατικά που είναι επιρρεπεί σε γρήγορη αποσύνθεση θα πρέπει να χρησιμοποιούνται λίγο. Παλιά μείγματα με συστατικά τύρφη και σφάγνο γίνονται υπερβολικά λεπτά και λασπώδη και θα χρειαστούν είτε τακτική ατικατάσταση είτε το χέρι ενός προσεκτικού ποτιστή. Θήλακες αέρος, που δημιουργούνται από τα μεγάλα, τραχιά σωματίδια του μείγματος έλκουν μεγάλη ριζική ανάπτυξη.
Πολλές χουπέρζιες καλλιεργούνται σε εκπληκτικές επιδείξεις σε κρεμαστά καλάθια. Πολλοί καλλιεργητές αναφέρουν βλάβη των βλαστών απ’το γαλβανισμένο σύρμα. Για να αποφευχθεί αυτό, μπορεί να χρησιμοποιηθεί σύρμα επενδεδυμένο με πλαστικό. Με το χρόνο, μερικά φυτά γίνονται μεγάλα και αρκετά βαριά, και η επιλογή υλικών και σημείων κρεμάσματος θα πρέπει να γίνεται με προσοχή.
Οι χουπέρζιες απολαμβάνουν αρκετό νερό. Σε ζεστές συνθήκες θα πρέπει να ποτίζονται καθημερινά. Σε εύκρατες περιοχές όπως στην Καμπέρα, συνήθως καλλιεργούνται σε θερμοκήπια, αλλά μπορούν να καλλιεργηθούν σε ποικιλία άλλων καταστάσεων. Οι Αυστραλιανοί Εθνικοί Βοτανικοί Κήποι μπόρεσαν να καλλιεργήσουν χουπέρζιες σε εξωτερικές συνθήκες όλο το χρόνο, αρκεί τα φυτά να έχουν επαρκή προστασία απ’την παγωνιά. Σε δροσερότερα κλίματα είναι σημαντικό να μειώσετε τη συχνότητα ποτίσματος κατά το χειμώνα. Αυτό θα βοηθήσει στην αποφυγή εμφάνισης σήψης των βλαστών ή των φύλλων. Η εφαρμογή ελαφριών διαλυμάτων λιπάσματος όπως ιχθυογαλάκτωμα ή εκχύλισμα φυκών ανά τακτά χρονικά διαστήματα είναι ιδιαίτερα χρήσιμη.
Οι χουπέρζιες χρειάζονται καλό φως για την ανάπτυξη, αλλά θα πρέπει να προστατευθούν από τον απευθείας ήλιο. Φυτά που καλλιεργούνται σε πολύ έντονο φως αποκτούν μια ξεθοριασμένη εμφάνιση, και επιπλέον σκιά θα πρέπει να παρασχεθεί σε φυτά που αποκτούν τέτοια εμφάνιση. Η υγρασία είναι σημαντική και τα φυτά θα πρέπει να τοποθετηθούν ανάλογα με τις ιδιαίτερες ανάγκες τους. Η ελεύθερη κι ανεμπόδιστη κίνηση του αέρος είναι ζωτική. Οι κλειστές συνθήκες γρήγορα αποβαίνουν μοιραίες για τις χουπέρζιες και συχνά σχετίζονται με επιθέσεις ζώων. Κοινές επιθέσεις ζώων είναι σχεδόν πάντοτε από κοκκοειδή, συγκεκριμένα του κοκκοειδούς της φτέρης. Οι προσβολές προκαλούν κιτρίνισμα των ιστών και μπορεί να οδηγήσουν στο θάνατο βλαστών ή ολόκληρου του φυτού. Τα σαλιγκάρια και οι γυμνοσάλιαγκες συχνά τρώνε τις άκρες των νέων βλαστών.
Μπορεί να χρησιμοποιηθεί ποικιλία πολλαπλασιαστικών μεθόδων περιλαμβανομένης της καλλιέργειας ιστού, της διαίρεσεις, της εναέριας ανάπτυξης, των καταβολάδων και του πολλαπλασιασμού με βλαστό που θα συζητηθεί παρακάτω.

Πολλαπλασιασμός με βλαστό
Κάποιες επιφυτικές χουπέρζιες και λίγα χερσαία είδη μπορούν να πολλαπλασιαστούν με μια τεχνική που λέγεται πολλαπλασιασμός με βλαστό. Είναι μια τροποποιημένη τεχνική καταβολάδας μοσχεύματος τεράστιας χρησιμότητας για τον πολλαπλασιασμό ενός αριθμού ειδών. Από το αρχικό φυτό αφαιρούνται κορυφαία τμήματα μήκους 5-15 εκατοστών και πλαγιάζονται οριζόντια πάνω σε τυπικά μέσα πολλαπλασιασμού. Και οι δύο άκρες του μοσχεύματος καλύπτονται με μέσο, αφήνοντας εκτεθημένη τη μέση του βλαστού. Αυτά διατηρούνται νοτισμένα, υγρά και ζεστά (και κάποιοι καλλιεργητές χρησιμοποιούν ενυδρεία ή τερράρια). Μετά από μια περίοδο 6-15 μηνών η ανάπτυξη της κορυφής βγαίνει από το μέσο πολλαπλασιασμού.
Τα νεαρά φυτά θα πρέπει να αφεθούν ανενόχλητα μέχρρι να μεγαλώσουν περίπου 5 εκατοστά ψηλά ή περισσότερο, πριν μεταφυτευθούν προσεκτικά σ’ένα κατάλληλο επιφυτικό μείγμα. Σύντομα μπορεί ν’ακολουθήσουν πολυάριθμοί βασικοί βλαστοί. Πρόσφατα φυτεμένα φυτά θα πρέπει ν’αφεθούν να εγκλιματιστούν πριν επιπλέον ενόχληση ή μετακίνηση από τις άριστες συνθήκες καλλιέργειας.
Ο χρόνος παραγωγής ποικίλει ανάλογα με το είδος, αλλά μικρά πωλήσιμα φυτά αποκτώνται 1-2 χρόνια μετά τον πολλαπλασιασμό. Η απόκτηση μεγαλύτερων ατόμων θα απαιτήσει αρκετά χρόνια φροντίδας, αλλ’αξίζει τον κόπο.

Αναφορές

Jones, D L, Encyclopaedia of ferns : an introduction to ferns, their structure, biology, economic importance, cultivation and propagation, Port Melbourne : Lothian, 1987.
Flora of Australia. Volume 48, Ferns, gymnosperms and allied groups.
Canberra : Australian Biological Resources Study, CSIRO Australia, 1998.

Αυστραλιανοί Εθνικοί Βοτανικοί Κήποι καλλλιεργώντας, μελετώντας και προωθώντας τη χλωρίδα της Αυστραλίας.

Τελευταία ενημέρωση Δευτέρα, 25 Ιουλίου, 2011

Μία παράξενη αλλά πραγματική είδηση που βρήκα
στο Βήμα
από την Τασμανία της Αυστραλίας.

Τασμανία: Κουνέλι προξένησε ζημιές εκατ. δολαρίων σε ιππόδρομο
Αλογα τραυματίστηκαν και αγώνες ακυρώθηκαν εξαιτίας λαγουμιών
ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: 19/01/2012, 11:58

Eνα «ζωηρό» κουνέλι φέρεται να είναι ο δράστης της ζημιάς εκατομμυρίων δολαρίων που προκλήθηκε στον ιππόδρομο Έλγουϊκ της Τασμανίας, με αποτέλεσμα να απειλούνται με ακύρωση οι θερινές ιπποδρομιακές κούρσες.

Περισσότερα από 30 εκατ. δολάρια διέθεσε η κυβέρνηση για την ανακαίνιση του ιππόδρομου, προκειμένου όλα να είναι στη εντέλεια για τις θερινές κούρσες. Δεν υπολόγισε, όμως, τον αστάθμητο παράγοντα.

Ξαφνικά άλογα άρχισαν να τραυματίζονται και ακυρώθηκαν πολλές ιπποδρομίες. Από τις έρευνες που έγιναν διαπιστώθηκε ότι ο ιππόδρομος… είχε τρύπες.

Τις απέδωσαν σε καθίζηση του εδάφους, λόγω βλάβης στο σύστημα αποστράγγισης. Τελικά όμως διαπιστώθηκε ότι οι τρύπες ήταν λαγούμια που είχε ανοίξει ένα κουνέλι!

Τώρα οι αρμόδιοι προσπαθούν να επισκευάσουν τις τρύπες προκειμένου να διεξαχθούν κανονικά οι ιπποδρομίες. Ήδη το κόστος από τη ζημιά που προκάλεσε το άτακτο κουνέλι ανέρχεται σε αρκετά εκατομμύρια δολάρια.

1+ για τα κουνέλια, αντί έως κοντά και 1000000000+ για τον άνθρωπο, ο οποίος με την ύπουλη τεχνολογία και το διεστραμμένο μυαλό του τα καταδιώκει. Καλά έκανε το κουνέλι ή τα κουνέλια, έπραξε αυτό που έπρεπε για να φτιάξει την οικία του. Θα μπορούσε το γεγονός ν’αποτραπεί εάν ο χώρος ήταν κατάλληλα περιφραγμένος. Ευτυχώς δε συλλήφθηκε ούτε φονεύθηκε κανένα απ’αυτά τα άκακα κι όμορφα ζωάκια με τα μαλακά μαλλάκια και τα μεγάλα αφτιά.

Κανονική πηγή:
New Scientist
Επειδή όμως δεν είμαι μέλος στο περιοδικό αυτό – ολόκληρα τ’άρθρα εμφανίζονται μόνο στα μέλη -, το βρήκα από
άλλη σελίδα,
μια σελίδα που ασχολείται με τα ερπετά αλλά επεκτείνεται και σ’άλλα θέματα, όπως οικολογικά φιλικοί τρόποι καταπολέμησης επιζήμιων οργανισμών.

Μετάφραση: Bolko

Της Stephanie Pain
Ιούλιος 2000

Δεν ήταν μόνο το χρώματος ροζ και γκρι σχέδιο. Ή ακόμα και τα βγαλμένα πλακάκια. Το πράγμα που μισούσε ο Martyn Robinson για το μπάνιο του ήταν η μούχλα. Σκούρες κυλίδες κυλίδωναν το grout και μια χνουδωτή, γκρίζα ταινία κολλούσε στην κουρτίνα του ντους. Μόλις το έξυνε, γρήγορα επανερχόταν. “Ήταν η πόλη της μούχλας,” λέει ο Robinson, ένας φυσιοδίφης στο αυστραλιανό μουσείο του Σύδνεϋ.

Σχεδόν εκπληκτικό, πραγματικά. Ο Robinson και η σύντροφός του Lynne McNairn είχαν επιλέξει να μένουν σ’ένα παλιό, διώροφο, χτισμένο με τούβλο και υαλοβάμβακα σπίτι στη Narraweena, ένα μουσκεμένο προάστιο στα βόρεια του Σύδνεϋ. Το βραχώδες υπόστρωμα είναι τόσο κοντά στην επιφάνεια ώστε όταν βρέχει, το νερό βγαίνει έξω απο το έδαφος και κάνει τον κήπο έλος. Η υγρασία έρχεται με την περιοχή, και σ’ένα κακώς αεριζόμενο μπάνιο, η μούχλα ήταν αναπόφευκτη. Ήταν μια διαρκείς μάχη εναντίον του χνουδωτού μύκητα μέχρι, μια μέρα, ο Robinson αποφάσισε να προσλάβει οικιακή βοήθεια. Ξεκίνησε μ’ένα, μετά με τρεις, και τελικά μ’έναν ολόκληρο στρατό καθαριστών. Ήταν μικροί, δεν κόστιζαν τίποτα, και δε χρησιμοποιούσαν άσχημα χημικά γύρω στο σπίτι. Ήταν γυμνοσάλιαγκες. Μια ποικιλόχρωμη ομάδα ριγωτών, κόκκινων και μεγάλων, χοντρών γκρίζων γυμνοσαλιάγκων.

Ως φυσιοδίφης, ο Robinson ενδιαφέρεται πολύ να πειραματίζεται με βιολογικούς ελέγχους όλων των ειδών. Από τότε που κατοίκησε στη Ναραουίνα, έχει προσφέρει στέγαση σ’ένα ολόκληρο θηριοτροφείο πλασμάτων ως αντάλλαγμα που κάνουν λίγες αγκαρίες. Ο τελικός του στόχος είναι να φτιάξει ένα προσωπικο ζώων χωρίς προβλήματα που μπορούν να αφεθούν μόνα τους να κάνουν τη δουλειά. Ήδη, έχει εμφανίσει προηγουμένως κρυμμένα ταλέντα σε κάποια ζώα της τοπικής πανίδας.

Οι γυμνοσάλιαγκες ήταν οι πρώτοι του εργαζόμενοι. Μερικοί γυμνοσάλιαγκες αγαπούν τη μούχ¨λα. “Ευδοκιμούν σ’αυτήν,” λέει ο Robinson. “Πρόσεξα ότι λίγοι είχαν μπει στο σπίτι και κατευθύνθηκαν προς το μπάνιο. Ένας φίλος μου έχει δει γυμνοσάλιαγκες να τρώνε μούχλα στο σπίτι του κι έτσι σκέφτηκα να το δοκίμαζα.” Ανησυχώντας ότι τα μαλάκια δε θα μπορούσαν να περάσουν από τη μεγάλη έκταση χαλιού που βρίσκεται ανάμεσα σ’αυτά και το μπάνιο, τα μάζεψε και τα μετέφερε στο νέο τους σπίτι. “Και τελικά, δούλεψε. Κράτησαν σε χαμηλά επίπεδα τη μούχλα. Δεν την εξαφάνισαν εντελώς αλλά εμείς έπρεπε μόνο να κάνουμε λίγη δουλειά. Είναι ιδιαίτερα καλοί να καθαρίζουν grout, στεγανή σιλικόνη κι άλλα δύσκολα στην πρόσβαση μέρη,” λέει.

Οι γυμνοσάλιαγκες έχουν ίσχυρό ένστικτό επιστροφής στις εστίες τους, ψάχνοντας για τροφή την υγρή νύχτα και ξοδεύοντας της θανατηφόρες αφυδατωτικές ώρες της μέρας σε μια δροσερή,΄υγρή κρυψώνα. Ο Robinson παρείχε στο νέο του πρωσοπικό με άνετες κρυψώνες σε μορφήμιας μικρής κεραμικής γλάστρας τρυπημένη με αστεράκια και ημισελήνους – αυτό που χρησιμοποιούσε περισσότερο για να ρίχνει αρωματικά έλαια γύρω στο χώρο. “Σύντομα έμαθαν ότι ήταν το σπίτι τους,” λέει. Κάθε νύχτα, οι γυμνοσάλιαγκες έβγαιναν έξω από τις ημισελήνους και τ’αστέρια και γλιστρούσαν προς τη μυκητική τους επιδρομή. Τη μέρα, σέρνονταν στο σπίτι τους όπου ήταν ασφαλείς από γυμνά πόδια και χειμάρους καυτού νερού. Κατά την περίοδο αναπαραγωγής, οι γυμνοσάλιαγκες έκαναν διάλειμμα απ’τη δουλειά, φεύγοντας από το σιφώνι και το σωλήνα για να βρουν ένα ταίρι στον κήπο. Μετά από ένα μικρό ρομαντικό διάλειμμα, κάποιοι έρχονταν πίσω, μη μπορώντας ν’αντισταθούν την αυξανόμενα χνουδωτή κουρτίνα του ντους του Robinson. Αυτοί που δε γύριζαν αντικαθίστανταν με νεοσύλλεκτους από τον κήπο.

Από τότε που πήρε τους πρώτους του γυμνοσάλιαγκες, ο Robinson έχει δοκιμάσει διάφορα είδη, ελπίζοντας να βρει την τέλεια οικιακή βοήθεια. Ο γυμνοσάλιαγκας λεοπάρδαλη είναι ένας καλός βοσκητής της μούχλας, αλλά τείνει να γλιστρά έξω απ’το μπάνιο τη νύχτα για να εξερευνήσει το σπίτι. “Μπορεί να τον πατήσεις στις νυχτερινές του περιπλανήσεις, έτσι δεν ήταν ιδανικός,” λέει ο Robinson. Ο μικρός ριγωτός γυμνοσάλιαγκας – όχι και τόσο μικρός στα 3 με 5 εκατοστά – ήταν καλύτερος. Έχει μια υγειή όρεξη για μούχλα και κάνει τη δουλειά τόσο ενεργητικά όσο ένας γυμνοσάλιαγκας μπορεί. Ο κόκκινος τριγωνικος γυμνοσάλιαγκας, ο οποίος μπορεί να μεγαλώσει έως τα 10 εκατοστά, ήταν λίγο πιο επιλεκτικός. “Θα φάει μούχλα αλλά δε θα πάει στο έδαφος. Είναι καλός για της κουρτίνες του ντους αλλά δε θα καθαρίσει τ’άλλα μέρητ ου μπάνιου.” Ο καλύτερος γυμνοσάλιαγκας για τη δουλειά βρέθηκε να είναι ο Limax flava, ο πολύ δυσφημισμένος γκρίζος γυμνοσάλιαγκας κοινός σ’ευρωπαΪκούς κήπους και εισαγόμενος στην Αυστραλία. Ο L. flava είναι μεγάλος, εύρωστος γυμνοσάλιαγκας, 9 εκατοστά τεντωμένος πλήρως, έτσι τρώει πολύ μούχλα. Αλλά είναι επίσης αρκετά τεμπέλης και δεν περιπλανάται μακριά το βράδυ, άρα υπάρχει μικρός κίνδυνος να βρεθεί κάποιος πατημένος στο χαλί το επόμενο πρωί.

Για ένα διάστημα, μεγάλοι γκρι, ριγωτοί κι ένας νεαρός κόκκινος τριγωνικός μοιράζοντνα τη δουλειά κι ο Robinson ήταν κάτι περισσότερο απο χαρούμενος για τη δουλειά τους. Ήταν αποτελεσματικοί και δε λέκιαζαν το χαλί όπως έκανε το καθάρισμα με χλωρίνη. Τελικά όμως, ήταν καιρός για ένα νέο μπάνιο. Αυτό το ροζ και το γκρι έπρεπε απλά να φύγει. με $Πρόσφατα εγκατεστημένα υδραυλικά και με όμορφα πράσινα και λευκά πλακάκια, το καινούργιο μπάνιο είναι ευάερο και φωτεινό. Η παλιά κουρτίνα του ντους έχει φύγει, αντικατεστημένη με μια γυαλιστερή, γυάλινή καμπίνα. “Έχουμε μια γραμμή σιλικόνης γύρω από το περιθόριο του ντους που είναι δύσκολο στο καθάρισμα και οι γυμνοσάλιαγκες το κάνουν τέλεια,” λέει ο Robinson.

Ακόμα κι έτσι, υπήρχε πολύς πλεονασμός. Ήταν καιρός να μειωθεί το προσωπικό. Το ιδανικό σπίτι για τους γυμνοσάλιαγκες έχει φύγει, και το μειωμένο εργατικό δυναμικό αποτελείται από τρεις μικρούς ριγωτούς γυμνοσάλιαγκες. “Είναι αρκετά μικροί για να χωρέσουν στο διάδρομο της πόρτας του ντους χωρίς να ζουλιχτούν,” λέει ο Robinson. “Κάποιες φορές βαριούνται και κατεβαίνουν από το σιφώνι, αλλά γενικά κάνουν καλή δουλειά”.

Ο Robinson έχει χτυπηθεί καλά από την ιδέα των γυμνοσαλιάγκων κι ελπίζει ότι κι άλλοι άνθρωποι θα τους δοκιμάσουν. “Είναι μια εναλλακτική γι’αυτούς που δε θέλουν να ξύνουν ή δε θέλουν χημικά,” λέει. “Δεν αφαιρούν όλη τη μούχλα, αλλά την κρατάνε σ’ένα αποδεκτό επίπεδο.” Γι’αυτούς που δεν τους αρέσει η θέα γκρίζων γυμνοσαλιάγκων στο μπάνιο, δουλεύει πάνω σε μια ποικιλία σχεδιασμένων γυμνοσάλιαγκων που ταιριάζουν με τα χρώματα των μπάνιων. Ο L. flava ποικιλει φυσικά από το γκρι έως το κίτρινο, κι επίσης υπάρχει και σε αλμπίνο. “Η κίτρινη μορφή είναι αρκετά ελκυστική,” λέει ο Robinson. “Και οι άσπροι μπορούν να χρωματιστούν ταΐζοντάς τους χρωστικές λαχανικών αν και θα πρέπει να το συνεχίζεις γιατί θα επιστρέψουν πάλι στο άσπρο.”

Εκτός από το ασύνηθες ασιμωπό μονοπάτι πάνω στον τοίχο του μπάνιου και λίγες ακαθαρσίες που ξεπλένονται κατά το πρωινό ντους, οι γυμνοσάλιαγκες δεν έχουν κάποιο πραγματικό μειονέκτημα – εκτός κι αν μαζεύεις κρασιά. “Τους αρέσουν οι μουχλιασμένες ετικέτες,” προειδοποιεί ο Robinson. “Τις τρώνε, και μετά δεν ξέρεις τι έχει μέσα το μπουκάλι.”

Με το ζεστό, υγρό κλίμα του Σύδνεϋ – ιδίως στο κομμάτι γης του Robinson – υπάρχει πολύ δουλειά για ένα μεγάλο προσωπικό του σπιτιού. Η μείωση του πληθυσμού των κατσαριδών, για παράδειγμα. Οι κατσαρίδες έρχονται σ’όλα τα μεγέθη, από τα είδη του γένους Periplanita με μέγεθος αντίχειρα έως τη μικρότερη αλλά πιο επίμονη Blattella germanica. “Είναι πρόβλημα – γι’άλλους ανθρώπους,” λέει ο Robinson. Το σπίτι του είνα τόσο καλά προστατευμένο, βλέπει περίπου μια κατσαρίδα το μήνα. Η πρώτη γραμμή άμυνας είναι μια ποικία φυλλόουρων γκέκο – σαύρες με αγκαθωτή εμφάνιση και πλατιές, σαν φύλλα ουρές. Τα συγκεκριμένα γκέκο δεν έχουν κολλητικά πόδια και μπορούν μόνο να γαντζωθούν με τα νύχια τους σε σκληρές επιφάνειες. Ζουν έξω στον τουβλότοιχο, όπου δραστηριοποιούνται τη νύχτα. “Δημιουργούν ένα είδος τάφρου από γκέκο που τα έντομα θα πρέπει να περάσουν πριν μπουν στο σπίτι,” λέει ο Robinson.

Όποια μπαίνουν διακινδυνεύουν μια αναμέτρηση με τις “σαύρες του καναπέ”, κρυφοί σκίγκοι που κρύβονται τη μέρα πίσω από έναν καναπέ. Οι σκίγκοι βγαίνουν το βράδυ για να κυνηγήσουν μια μεγάλη ποικιλία απρόσκλητων επισκεπτών, συμπεριλαμβανομένων κατσαριδών, αραχνών και ασιμόψαρων. “Σχεδόν δεν καταλαβαίνεις ότι είναι εκεί” Αλλά θα φάνε οτιδήποτε κινείται στο έδαφος,” λέει ο Robinson.

Οι κατσαρίδες μπορεί να είναι δυσάρεστες, αλλά οι τερμίτες είναι ο χειρότερος εφιάλτης ενός νοικοκύρη. Έχοντας και μισή ευκαιρία, θα φάνε το σπίτι αν κάτι δεν τους φάει πρώτα. Στη Ναραουίνα, οι τερμίτες έχουν ένα φυσικό εχθρό, το μικρό μαύρο μυρμήγκι. Αν τα μυρμήγκια συναντήσουν μια ομάδα τερμιτών εργατών, θα τους ακολουθήσουν ωσ τις τρύπες τους όπου θα φάνε τερμίτες σ’όλα τα στάδια της ανάπτυξής τους από αυγό έως ενήλικο. Στην επιφάνεια του εδάφους, όποιος βασιλιάς ή βασίλισσα τερμίτης ξεκινά να ιδρύσει μια νέα φωλιά είναι δίκαιο παιχνίδι. Αν προσγηωθούν δίπλα στα μυρμήγκια είναι τελειωμένοι – μια μικρότερη φωλιά για ανησυχία. Ο Robinson και η McNairn είναι χαρούμενοι που μοιράζονται το σπίτι τους με λίγα μαύρα μυρμήγκια με αντάλλαγμα ένα σπίτι ελεύηθερο τερμιτών, αν και τα μυρμήγκια τα ίδια μπορούν να γίνουν πρόβλημα. “Θα φάνε και το δικό μας φαγητό – από ζάχαρη έως δημιτριακά πρωινού – και πηγαίνουν παντού. Μπορεί να τους βρεις να βρίσκονται στην τσαγιέρα, για παράδειγμα. Αλλά τ’ανεχόμαστε. Περιπολούν τα μέρη όπου δεν μπορεί να φτάσει ένας ανθρώπινος καθαριστής,” λέει ο Robinson.

Τα περπατούμενα έντομα και τα στατικά αυγά είναι εύκολο ν’αντιμετωπιστούν, αλλά στην Αυστραλία είναι δύσκολο ν’αποφευχθούν τα ιπτάμενα έντομα, ιδιαίτερα τα κουνούπια. Οι περισσότεροι άνθρωποι τα κρατούν έξω με σηρμάτινες σίτες. Οι σίτες του Robinson είναι υφασμένες από ιστό και φτιάχνονται ακριβώς στις διαστάσεις από κυκλωτικές αράχνες. Ιστοί και στις δυο μεριές της ράμπας που οδηγεί στην είσοδο του πρώτου ορόφου δημιουργούν ένα διάδρομο κλεισμένο με σίτα για έντομα στο σπίτι. Οι χρυσές κυκλωτικές αράχνες είναι οι καλύτερες γι’αυτήν τη δουλειά. Χτίζουν αρκετά μόνιμους ιστούς, κι αν και δεν τους χτίζουν πάντοτε στο σωστό μέρος ή στη σωστή γωνία, οι ιστοί μπορούν να μετακινηθούν στην κατάλληλη θέση αποκολλώντας προσεκτικά τις υποστηρικτικές ίνες και δένοντάς τες σ’ένα κατάλληλο κλαδάκι ή βλαστό. Οι κυκλωτικές αράχνες του κήπου κάνουν τη δουλειά επίσης, αλλά έχουν ένα σοβαρό μειονέκτημα – χτίζουν ενά νέο ιστό κάθε νύχτα, τρώγοντας τον παλιό το επόμενο πρωί. Αυτό σημαίνει ότι μερικές φορές πέφτουμε σ’έναν ιστό τη νύχτα που δεν ήταν εκεί τη μέρα,” λέει ο Robinson.

Υπάρχει μια ποικιλία εναπομεινάντων ενοχλητικών ζώων που μπορούν να κρατήσουν μια μεγάλη ποικιλια άγριας ζωής ταϊσμένη, από τις λιβελούλες έως τις νυχτερίδες, ως τα ψάρια και τους βατράχους που ζουν στις λιμνούλες του κήπου, ακόμα και τις εντομοφάγες δροσερές και τα σαρκοφάγα φυτά, που ευδοκιμούν στο ελώδες έδαφος. Και περίπου αυτήν την εποχή του χρόνου, η αντικουνουπική δύναμη αυξάνεται από την άφιξη αρκετών ειδών τοξορυγχίτη – ασυνήθιστα μεγάλα κουνούπια με γυαλιστερά ιριδίζοντα σώματα και φτερά. Υπάρχουν ντουζίνες ειδών τοξορυγχίτη σ’όλον τον κόσμο και μοιράζονται μια καλή συνήθεια: ως προνύμφες έχουν μια τέραστια όρεξη για τις προνύμφες άλλων κουνουπιών. Τα ενήλικα έντομα ρουφούν χυμο φυτών και νέκταρ, οχι αίμα, και γεννούν τ’αυγά τους σε μικρές λιμνούλες, δοχεία γεμάτα βρόχινο νερό, κουφάλες δέντρων, ακόμα και σε πατιμασιές στο γκαζόν γεμισμένες με νερό. Οι απόγονοι άλλων κουνουπιών δεν έχουν και μεγάλη πιθανότητα επιβίωσης. Μια μόνο προνύμφη τοξορυγχίτη μπορεί να φάει 400 προνύμφες κουνουπιών πριν φτάσει στην ενηλικίωση. “Αν κι ακόμα έχουμε αρκετά κουνούπια, είναι λιγότερα απ’όσα θα μπορούσαν να είναι,” λέει ο Robinson.

Εκτός από το οπλοστάσιό τους από βιολογικούς ελέγχους, ο Robinson και η McNairn περιορίζουν τη μάχη τους εναντίον των επιζήμιων ζώων σε μηχανικά μέσα – συνθλίβουν τα σαλιγκάρια για παράδειγμα – ή, το περισσότερο, ρίχνοντας οικολογκά φιλικό σαπουνόνερο πάνω σε μεγάλες προσβολές από έντομα. Το αποτέλεσμα είναι ένας κήπος γεμάτος με ιθαγεννή είδη, από λασπόβιες αγκαθωτές καραβίδες έως επτά είδη εντομοφάγας σαύρας. Ιθαγεννείς μέλισσες, διασωσμένες από ένα πεσμένο δέντρο, κατοικούν σε δυο κυψέλες που έχει παράσχει ο Robinson, η καθεμία δίνοντάς τυ δυνητικά ένα λίτρο μελιού με λεμονώδη γεύση το χρόνο. Ιθαγεννείς σφήκες έχουν μετακινηθεί σ’άλλα μέρη φωλιάσματος και κρατούν χαμηλό τον αριθμό των επιβλαβών καμπιών. “Παρέχουμε ό,τι θέλουν τα ζώα, κι έρχονται,” λέει ο Robinson. Και όση περισσότερη ποικιλία υπάρχει, τοσο λιγότερο πιθανό είανι να έχουμε επιζήμια ζώα. Τα επιζήμια ζώα μπορεί να συνηθίσουν στα χημικά, αλλά ποτέ δε συνηθίζουν στο φάγωμα.

Και υπάρχει ένα δώρο. Υπάρχει πάντοτε μια έτοιμη προμήθεια νέων προσθηκών στο προσωπικό του σπιτιού. “Πιθανόν δε θά’χουμε ποτέ ένα σχολαστικά καθαρό και τακτοποιημένο σπίτι, αλλά έχουμε ένα που είναι άνετο, διασκεδαστικό και δε μας φορτώνει με πολλή δουλειά.

Για όποιον σκέφτεται ν’ακολουθήσει το παράδειγμα του Robinson, πιθανόν είναι καλό να επιβεβαιώσει ότι συμφωνούν τυχόν άλλοι άνθρωποι στο σπίτι. Ευτυχώς, η McNairn μοιράζεται τον ενθουσιασμότ ου Robinson. “Θέλω νά’χω τα πλάσματα εδώ γύρω,” λέει. “Κάνουν τη ζωή μας ενδια΄φερουσα, και συνήθως ούτε γνωρίζεις ότι είναι εκεί. Απλά δουλεύουν ήσυχα και κάθε τόσο βλέπεις ένα απότα γκε΄κο ή τους γυμνοσάλιαγκες και σκέφτεσαι, αυτό είναι καλό, είναι ακόμα εδώ.

Εκτός κι αν είναι αράχνες. “Υπήρχε λίγο πρόβλημα όταν μια μεγάλη ριγωτή αράχνη κυνηγός που εισήγαγα στον κήπο κατοίκησε σε μια ντουλάπα,” παραδέχεται ο Robinson. Όταν η Lynne πήγε να πάρει το αγαπημένο της γκρι πουλόβερ, μέρος της κινήθηκε κάτω από το χέρι της,” θυμάται. Το διαπεραστικό της ουρλιαχτό τον έπεισε να βάλει την αράχνη στο πιο μακρινό σημείο του κήπου. “Ποτέ δεν ξαναγύρισε,” λέει, “πιθανόν γιατί οι αισθητήρες ήχου της βουίζουν ακόμα.”

Σημείωση: Τερμίτες δεν υπάρχουν στην Ελλάδα, αλλά τοξορυγχίτες υπάρχουν.

Ελληνική λέξη για τη μυρωδιά της βροχης σε ξηρό έδαφος υπάρχει, είναι ο
πετριχώρ.
Είναι σύνθετη λέξη από τα συνθετικά πέτρα και ιχώρ. Η λέξη αυτή είναι νεολογισμός δύο Αυστραλών ερευνητών, του Bear και του Thomas, οι οποίοι τη χρησιμοποίησαν για ένα άρθρο τους στο περιοδικό Nature το 1964. Στο άρθρο αυτό περιέγραφαν πώς ένα έλαιο παραγόμενο από κάποια φυτά απορρωφάται από το αργιλώδες έδαφος και τα πετρώματα, και με τη βροχή απελευθερώνεται μαζί με μια άλλη ουσία, τη γεωσμίνη, δίνοντας τη χαρακτηριστική οσμή. Σε μια επόμενη μελέτη τους το 1965, οι ίδιοι επιστήμονες απέδειξαν ότι το έλαιο αυτό επιβραδύνει τη βλάστηση των σπόρων και την ανάπτυξη των νεαρών φυτών.

Σημείωση: Η γεωσμίνη είναι μια ουσία που παράγεται από μικροοργανισμούς του εδάφους και δίνει στο χώμα τη χαρακτηριστική του οσμή. Παράγεται επίσης στα παντζάρια, γι’αυτό κι έχουν οσμή και γεύση χώματος.

καλλιστήμονας callistemon citrinus

Ο καλλιστήμονας είναι ένα φυτό εύκολα αναγνωρίσιμο από τις χαρακτηριστικές εντυπωσιακές του ταξιανθίες, αρκετά δημοφιλές σε πολλά μέρη του κόσμου. Μαζί με τον ευκάλυπτο, είναι από τα πιο ευραίως διαδεδομένα αυστραλιανά φυτά εκτός της αυστραλιανής ηπείρου.
Το γένος του καλλιστήμονα (callistemon) ανήκει στην οικογένεια των μυρτιδών (myrtaceae) και στην τάξη των μυρτωδών (myrtales). Περιλαμβάνει περίπου 36 είδη, όλα ενδημικά της Αυστραλίας. Είναι πολύ συγγενικό με το γένος των μελανονλευκών (melaleuca), στο οποίο έχουν μεταφερθεί μερικά είδη του γένους καλλιστήμων. Το κοινότερο καλλιεργούμενο είδος παγκοσμίως είναι ο καλλιστήμων ο κίτρινος (callistemon citrinus). Τ’όνομά του δεν το οφείλει στο χρώμα των ταξιανθιών του, αλλά στην κάπως σαν κίτρο (λεμόνι) μυρωδιά που έχουν τα σπασμένα φύλλα και λεπτά κλαδιά του.
Το φυτό αυτό μπορεί να βρεθεί στις πολιτείες της Κουινσλάνδης, της Νέας Νότιας Ουαλίας και της Βικτορίας της Αυστραλίας, συνήθως κοντά σε βραχώδη ρυάκια ή παράκτιους βάλτους. Είναι ξυλώδης, όρθιος θάμνος ύψους 1-3 μ. ή και ψηλότερος, με πυκνά γραμμωτά ή λογχοειδή φύλλα μήκους 3-7 εκ. και πλάτους 5-8 χιλ. Άλα είδη μπορούν να φτάσουν σε ύψος και τα 15 μ., ενώ άλλα έρπουν χαμηλά στο έδαφος.
Οι ταξιανθίες του φυτού αυτού είναι το χαρακτηριστικό του. Είναι σταχυοειδής, μήκους 6-10 εκ. και πλάτους 4-7 εκ., κι εμφανίζονται λίγο πριν την κορυφή του βλαστού, δίνοντας την εντύπωση, όταν τ’άνθη πέσουν, ότι ο βλαστός συνεχίζει ν’αναπτύσσεται από την κορυφή της ταξιανθίας. Τα πυκνά κόκκινα νήματα που τις περιβάλλουν είναι οι στήμονες των ανθέων, εξού και το όνομα καλλιστήμων (κάλλος + στήμων). Στις άκρες των στημόνων βρίσκονται οι μαύροι ανθήρες. Τα πέταλα είναι μικρά κι αφανή. Οι στήμονες μπορεί σπανιότερα να είναι και μοβ, αλλά οποιοδήποτε άλλο χρώμα όπως πορτοκαλί, ροζ ή λευκό, προέρχεται από υβρίδια ή άλλα είδη και είναι πολύ σπανιότερο εκτός Αυστραλίας. Εξαιτίας της ομοιότητας της ταξιανθίας με βούρτσα για μπουκάλια, στ’αγγλικά το φυτό αυτό ονομάζεται (bottlebrush). Το φυτό ανθίζει δύο φορές το χρόνο, μια αργά την άνοιξη και μία στα μέσα του φθινοπώρου, αν οι συνθήκες είναι καλές.
Μετά την ανθοφορία σχηματίζονται οι καρποί, οι οποίοι είναι μικρές στρογγυλεμένες τρίχωρες κάψες που περιβάλλουν το βλαστό και περιέχουν τους σπόρους. Παραμένουν γι’αρκετό χρόνο πάνω στο φυτό. Στη φύση στα περισσότερα είδη οι σπόροι απελευθερώνονται με κάποια πυρκαγιά – συχνό φυσικό φαινόμενο στην Αυστραλία – ή με το θάνατο του φυτού. Λίγα είδη ρίχνουν τους σπόρους τους σ’ετίσια βάση.

Το φυτό αυτό δεν έχει ιδιαίτερες καλλιεργητικές απαιτήσεις. Ευδοκιμεί στο έδαφος σε κλίματα με θερμό και ξηρό καλοκαίρι και ίπιο χειμώνα, όπως στις περισσότερες πεδινές περιοχές της Ελλάδας, κυρίως της νότιας, και των νησιών. Σε πιο κρύες περιοχές μπορεί να φυτευθεί σ’ένα μεγάλο δοχείο για τον έλεγχο των συνθηκών το χειμώνα.Προτιμά ηλιόλουστη θέση, μ’όσο το δυνατόν περισσότερες ώρες ήλιου την ημέρα, αν και μπορεί ν’ανεχθεί την ελαφριά ημισκιά. Το έδαφος θα πρέπει να έχει καλή αποστράγκιση, να είναι όξινο και να είναι πλούσιο σε οργανική ύλη. Ο καλλιστήμονας δε θ’αναπτυχθεί καλά σε αλκαλικά ή ασβεστούχα εδάφη. Αν και αντέχει λίγο ξηρασία, για τη βέλτιστη ανάπτυξη και ανθοφορία, θα πρέπει να ποτίζεται τακτικά. Το υπερβολικό νερό όμως μπορεί να σαπίσει τις ρίζες του. Μπορεί να φυτευθεί σε παραθαλάσσιες περιοχές, αφού αντέχει το αλάτι. Θα πρέπει να λιπαίνεται κανονικά κατά την περίοδο ανάπτυξης, με λίπασμα με υψηλότερα ποσοστά φωσφόρου και καλίου κατά την περίοδο ανθοφορίας. Αντίθετα με πολλά άλλα αυστραλιανά φυτά, τα οποία έχουν προσαρμοστεί στο φτωχό σε φώσφορο έδαφος της Αυστραλίας, το συγκεκριμένο είδος δεν έχει πρόβλημα με λίγο υψηλότερα ποσοστά του στοιχείου αυτού.
Πολλαπλασιάζεται με σπόρο ή μοσχεύματα κορυφής. Οι σπόροι σπέρνονται την άνοιξη σ’ελαφρύ χώμα όπου θα βλαστήσουν σε 14-30 μέρες. Τα φυτά θα φτάσουν σε ηλικία ανθοφορίας σε 6 χρόνια. Αν το φυτό βρίσκεται κοντά σ’άλλα είδη ή ποικιλίες καλλιστήμονα, υπάρχει περίπτωση οι απόγονοι από σπόρο να είναι υβρίδια με διαφορετικά χαρακτηριστικά από τους γονείς. Τα μοσχεύματα μπορούν να κοπούν την άνοιξη ή το καλοκαίρι και να φυτευθούν σε υγρό μείγμα τύρφης κι άμμου μέχρι να ριζώσουν. Ο πολλαπλασιασμός με μοσχεύματα διατηρεί τα χαρακτηριστικα΄του του συγκεκριμένου γονικού φυτού, αφού ο απόγονος έχει τον ίδιο γενετικό υλικό με το γονέα.
Μπορεί ν’αντέξει βραχείες περιόδους χαμηλών θερμοκρασιών, αλλά σε χειρότερες περιπτώσεις θα χρειαστεί προστασία, όπως κάλυψη ή μετακίνηση σε πιο προστατευμένη θέση.
Ο θάμνος αυτός δε χρειάζεται κλάδεμα, εκτός εάν έχει γίνει πολύ αραιός ή υπάρχουν κλαδιά που ξεφεύγουν απ’το σχήμα. Το κλάδεμα θα πρέπει να γίνεται μετά την ανοιξιάτικη ανθοφορία και σε περιοχές χωρ΄΄ις βαριές παγωνιές το χειμώνα, μπορεί να γίνει και μετά τη φθινοπωρινή. Τα ξερά κλαδιά θα πρέπεπι ν’αφαιρούνται.
Το φυτό αυτό είναι πολύ ανθεκτικό σε έντομα και ασθένειες, αν και κάποιες φορές μπορεί να προσβληθεί από τετράνυχο σε εξαιρετικά ξηρές και ζεστές συνθήκες ή από κοκκοειδή. Τα έντομα αυτά καταπολεμούνται εύκολα με το ανάλογο σκεύασμα.
Σε μέρη όπου ευδοκιμεί στο έδαφος, μπορεί να φυτευθεί σε συστάδες θάμνων, ως φράκτης, ανάμεσα σε γκαζόν ή σε άλλες θέσεις, ενώ σε πιο ψυχρές περιοχές μπορεί να μπει σε γλάστρα ή ζαρντινιέρα κοντά στο σπίτι ή στο μπαλκόνι. Κάποιοι τον καλλιεργούν και σ’εσωτερικό χώρο σ’έντονο φως, αλλά εκεί η ανάπτυξή του είναι πολύ μικρότερη απ’ό,τι έξω στον ήλιο.

Σελίδες:
καλλιέργεια καλλιστήμονα
καλλιστήμονας
άρθρο της αγγλικής wikipedia για τον c. citrinus
άρθρο της αγγλικής wikipedia για το γένος callistemon
καλλιέργεια c. citrinus
c. citrinus πληροφορίες και καλλιέργεια
καλλιέργεια καλλιστημόνων σε μεγάλα δοχεία
πολλαπλασιασμός καλλιστήμονα από σπόρο
γένος callistemon πληροφορίες και καλλιέργεια

διχαλωτό πλατυκέριο platycerium bifurcatum

Πηγή:

http://edis.ifas.ufl.edu/mg015

Μετάφραση: Bolko

Ελαφοκέρατες φτέρες ή πλατυκέρια:
Κάποτε πολύ σπάνιες, τα πλατυκέρια άρχισαν να γίνονται πιο διαδεδομένα. Μπορούν να αναπτυχθούν καλά στη νότια Ελλάδα, αρκεί κατά τις χαμηλές θερμοκρασίες να δέχονται κάποια προστασία, ενώ στις βορειότερες περιοχές θα πρέπει να προστατεύονται περισσότερο και στις πολύ κρύες ή ορεινές περιοχές θα πρέπι να διατηρουνται ως φυτά εσωτερικού χώρο για το ψυχρό μέρος του έτους.
Τα πλατυκέρια είναι μέλη της οικογένειας των πολυποδιιδών φτερών. Προς το παρόν αναγνωρίζονται 18 είδη μαζί με πολλές ποικιλίες και υβρίδια. Είναι τροπικά φυτά ιθαγεννή της Νοτιοανατολικής Ασίας, των Φιλιππινών, της Ινδονησίας, της Νέας Γουινέας, της Αυστραλίας, της Μαδαγασκάρης, της Αφρικής και της Αμερικής. Στο φυσικό τους περιβάλλον ζουν ως επίφυτα, συνήθως ευρισκόμενα να φύονται πάνω σε κορμούς δέντρων, κλαδιά ή βράχους. Οι τροπικές βροχές παρέχουν το απαραίτητο νερό και μεταφέρουν θρεπτικά συστατικά στην περιοχή των ριζών.
Οι φτέρες αυτές εκτιμώνται για τον αρκετά ποικίλο και ασυνήθιστο τρόπο ανάπτυξης. Το φυτό παράγει δύο διαφορετικούς τύπους φύλλων (ετεροφυλλία), στείρα ή βασικά και αναπαραγωγικά ή σποριόφυλλα. Τα βασικά φύλλα, συχνά αποκαλούμενα στείρα, είναι στρογγυλεμένα και παχυά φύλλα που αναπτύσσονται σ’επάλληλες στρώσεις και πιάνονται στην επιφάνεια όπου αναπτύσσεται το φυτό. Τα ανώτερα μέρη των στείρων φύλλων μπορεί να είναι διαιρεμένα σε λοβούς και στέκονται όρθια. Αυτή η όρθια μορφή συλλέγει αποτελεσματικά νερό, πεσμένα φύλλα και άλλη φυτική οργανική ύλη, η οποία αποσυντίθεται σιγά-σιγά, απελευθερώνοντας συστατικά απαραίτητα για την ανάπτυξη. Τα αναπαραγωγικά φύλλα, αποκαλούμενα επίσης γόνιμα φύλλα ή σποριόφυλλα, είναι ή όρθια ή κρεμαστά και μπορεί να διαιρούνται σε λοβούς ή ταινιοειδή τμήματα. Στην κάτω πλευρά τους φέρουν τα σποριαγγεία. Τα σποριαγγεία παράγουν τα σπόρια τα οποία, αν βλαστήσουν δημιουργούν (έμμεσα) νέα φυτά. Και τα στείρα και τα αναπαραγωγικά φύλλα καλύπτονται σε ποικίλους βαθμούς με μικρές αστεροειδείς τρίχες δίνοντάς τους μια ασιμωπή απόχρωση. Αυτές οι τρίχες παρέχουν κάποια προστασία από τα έντομα και διατηρούν υγρασία.
Επιλογη, φροντίδα και καλλιέργεια:
Ποικιλίες:
Τα περισσότερα είδη πλατυκερίου ανατπυσσονται σε μέτριες προς θερμές κλιματολογικές συνθήκες εντούτοις η γνώση των ειδικών αναγκών του κάθε είδους παίζει σημαντικό ρόλο στην επιτυχημένη καλλιέργεια. Οι αρχάριοι συμβουλεύονται να ξεκινήσουν με τα πιο εύκολα είδη, τα οποία ίσως είναι διαθέσιμα και σε τοπικά φυτώρια. Όσο αρχίζεται να μαθαίνετε καλύτερα τις καλλιεργητικές ανάγκες και τη μορφή ανάπτυξης, μπορείτε ν’αρχίσετε ν’αποκτάτε τα πιο δύσκολα και ακριβά είδη. Μία μερική λίστα ειδών παρέχετε παρακάτω με ειδικές καλλιεργητικές πληροφορίες για το κάθε είδος και σημειώσεις για την ευκολία ή δυσκολία καλλιέργειας.
Platycerium bifurcatum: Το πιο διαδεδομένο καλλιεργούμενο είδος και επίσης το πιο εύκολο στην καλλιέργεια. Παράγει μεγάλο αριθμό ‘παραφυάδων’, δημιουργώντας τελικά ένα πολύ μεγάλο φυτό. Σκούρο πράσινο χρώμα. Ανθεκτικό ως τον 1 βαθμό C για βραχείες χρονικές περιόδους. Πολλές ποικιλίες είναι διαθέσιμες. Ιθαγεννές της Αυστραλίας και της Νέας Γουινέας.
P. veitschii: Ένα κοινό και εύκολο στην καλλιέργεια είδος με όρθια, ασιμωπά σποριόφυλλα. Παράγει παραφυάδες. Ημιανθεκτικό σε θερμοκρασία 1 βαθμού C και ελαφριές παγωνιές. Ένα ημιερημικό είδος της Αυστραλίας που χρειάζεται πολύ φως.
P. alcicorne (p. vassei): Είδος εύκολο στην καλλιέργεια με όρθια σποριόφυλλα, σκουροπράσινο. Τα στείρα φύλλα καφετιάζουν φυσικά. Παράγει παραφυάδες. Ημιανθεκτικό στους 4 βαθμούς C. Ιθαγεννές της Μαδαγασκάρης και της ανατολικής Αφρικής.
P. hillii: Εύκολο στην καλλιέργεια με ημιόρθια σκουροπράσινα σποριόφυλλα. Παράγει παραφυάδες. Ημιανθεκτικό στους 4 βαθμούς C. Αρκετές ποικιλίες είναι διαθέσιμες. Ιθαγεννές της Αυστραλίας και της Νέας Γουινέας.
P. stemaria: Δύσκολο στην καλλιέργεια, χρειάζεται θερμοκρασίες 26 βαθμών C και όχι κάτω από 10 C. Χρειάζεται υψηλή υγρασία και συχνό πότισμα. Ημιόρθια, μεγάλα σποριόφυλλα με ένα ασιμωπό κάλυμμα τριχών όταν είναι μικρά. Παράγει παραφυάδες. Μεγάλο φυτό ιθαγεννές της τροπικής Αφρικής.
P. andinum: Μέτριας δυσκολίας. Αυτό το είδος των ξηρών δασών χρειάζεται καλό αερισμό, και το χώμα θα πρέπει να στεγνώνει ανάμεσα στα ποτίσματα. Τα φύλλα καλύπτονται με πυκνές ασιμωπές τρίχες. Παράγει παραφυάδες. Το μόνο είδος της Νότιας Αμερικής ειδικότερα των βουνών της Βολιβίας και του Περού. Θερμοκρασία 21-27 C, το ελάχιστο 15 C. Χρειάζεται λίγο φως.
P. elephantotis (p. angolense): Μέτρια δύσκολο. Ευδοκιμεί σε υψηλές θερμοκρασίες 26-32 βαθμούς C, ελάχιστο 15 βαθμοί C. Παράγει μεγάλα, αδιακλάδιστα σποριόφυλλα, σκουροπράσινο. Τα στείρα φύλλα καφετιάζουν το χειμώνα. Μεγάλη φτέρη ιθαγεννής της τροπικής Αφρικής.
P. grande: Δύσκολο στην καλλιέργεια. Αγαπά την υψηλή υγρασία, αλλά υπερποτίζεται εύκολα. Τα νεαρά φυτά παράγουν μόνο στείρα φύλλα. Τα σποριόφυλλα μισοπλαγιαστά, ανοιχτοπράσινου χρώματος. Δεν παράγει παραφυάδες. Ευαίσθητο υπό των 15 βαθμών. Μια μεγάλη φτέρη που εκτιμάται από τους συλλέκτες. Ιθαγεννής των Φιλιππίνών.
P. superbum: Δύσκολο στην καλλιέργεια. Παρόμοιο στην εμφάνιση με το P. grande όταν είναι νεαρό. Υπερποτίζεται εύκολα. Μεγάλα μισοπλαγιαστά σποριόφυλλα ανοιχτοπράσινου χρώματος. Δεν παράγει παραφυάδες. Ανθεκτικό στον 1 βαθμό C για βραχείες περιόδους, παρόλα αυτά δεν ανέχεται χαμηλές θερμοκρασίες για μεγάλο χρονικό διάστημα. Εκτιμάταια πό τους συλλέκτες. Ιθαγεννές της Αυστραλίας.
P. wandae: Δύσκολο στην καλλιέργεια είδος. Χρειάζεται υψηλή υγρασία, αλλά υπερποτίζεται εύκολα. Θερμοκρασίες 26-32 βαθμοί C, ελάχιστο 15 C. Πιθανόν το μεγαλύτερο πλατυκέριο. Ιθαγεννές της Νέας Γουινέας.

Τοποθέτηση:
Λόγω του σχετικά μεγάλου μεγέθους τους, τα πλατυκέρια σπάνια καλλιεργούνται σε γλάστρες εκτός όταν παράγονται ως μικρά φυτά προς πώληση σε φυτώρια. Η φυσική τους επιφυτική τάση ανάπτυξης τα κάνει κατάλληλα για δέσιμο σε πλάκες ξύλου, ίνες δενδρώδους φτέρης ή σηρμάτινα καλάθια. Για να τοποθετήσετε μια φτέρη σε μια πλάκα ξύλου ή ίνες δενδρώδους φτέρης, τοποθετήστε λίγες χούφτες οργανικού μέσου όπως τύρφη, κομπόστ ή πλούσιου χώματος ελαφρώς κάτω από το κέντρο. Δώστε του σχήμα ενός στρογγυλεμένου βουναλακιού και τοποθετήστε τη φτέρη έτσι ώστε τα στείρα φύλλα να βρίσκονται σ’επαφή με το υλικό. Χρησιμοποιήστε σήρμα (όχι χαλκό), πλαστικές λωρίδες ή νάυλον για να στερέωσετε τη φτέρη ΄σφιχτά στο βουναλάκι. Αν χρησιμοποιείται σηρμάτινο καλάθι, γεμίστε το με οργανικό μέσο και τοποθετήστε τη φτέρη με τα φύλλα επάνω ασφαλίζοντάς την στο μέσο. Κρεμάστε το καλάθι πλάγια. “Παραφυάδες’ (ομάδες φύλλων) θα εμφανιστούν τελικά από το πίσω μέρος και τις πλευρές του καλαθιού καλύπτοντάς το εντελώς.
Πότισμα:
Γενικά, αφήνετε το μέσο να στεγνώνει εντελώς ανάμεσα στα ποτίσματα. Αυτό ίσως είναι δύσκολο να το κρίνεται αφού τα εξώτερα στρώματα του μέσου μπορεί να φαίνονται ξηρά, αλλά τα εσώτερα στρώματα και τα βασικά φύλλα μπορεί να είναι κορεσμένα. Ίσως να είναι καλύτερο να περιμένετε μέχρι η φτέρη να μαραθεί ελαφρά πριν το πότισμα. Όταν ποτιστεί, θα επανέλθι γρήγορα, ενώ μια υπερποτισμένη φτέρη θα σαπίσει και θα πεθάνει. Γενικά, ποτίζετε κάθε εβδομάδα κατά τις ξερές, ζεστές περιόδους του έτους, και λιγότερο κατά το χειμώνα και τις βροχερές εποχές. Τα παλαιότερα φυτά, αυτά με τις σπογγώδεις στρώσεις από παλιά στείρα φύλλα, ανέχονται την ξηρασία καλύτερα από λιγότερο ώριμα φυτά.
Λίπανση:
Ένα υδροδιαλυτό λίπασμα με αναλογία 1-1-1 (π.χ. 10-10-10, 20-20-20) προτείνεται. Τα πλατυκέρια μπορούν να λιπαίνονται κάθε μήνα κατά τους ζεστούς μήνες του έτους με τη μεγαλύτερη ανάπτυξη και μήνα παρά μήνα όταν η ανάπτυξη επιβραδύνεται. Συχνότερη λίπανση είναι απαραίτητη μόνο όταν θέλετε έντονη ανάπτυξη. Μεγάλα ή ώριμα φυτά θα επιβιώσουν και θα ευδοκιμήσουν με μία ή δύο εφαρμογές το χρόνο λιπάσματος βραδείας αποδέσμευσης.
Φως:
Τα περισσότερα είδη πλατυκερίου ευδοκιμούν καλύτερα σε ημισκιαζόμενες συνθήκες. Το σπασμένο φώς κάτω από τη σκιά ενός δέντρου ή το έμμεσο φως σ’ένα μπαλκόνι είναι ιδανικό. Αυτό αντιστοιχεί σε περίπου 600-2000 κηρία. Συνθήκες πολύ χαμηλού φωτός μειώνουν την ανάπτυξη των φτερών οι οποίες είναι πιο πιθανό να αποκτήσουν προβλήματα με ασθένειες και έντομα.
Θερμοκρασία:
Τα περισσότερα πλατυκέρια θεωρούνται ευαίσθητα ή ημιανθεκτικά στο κρύο και δε θ’ανεχθούν ψυχρές θερμοκρασίες. Υπάρχουν εξαιρέσεις, όπως το p. bifurcatum και το p. veitschii, τα οποία μπορούν ν’αντέξουν χαρμηλές θερμοκρασίες ως τον 1 βαθμό C. Οι καλλιεργητές των πολύ νότιων περιοχών της Ελλάδας δε θα χρειαστεί να προστατεύουν συχνά τις φτέρες τους, επειδή αυτές που αναπτύσσονται έξω π.χ. κάτω από δέντρα είναι αρκετά προστατευμένες από μέτρια χαμηλές θερμοκρασίες μέσα στα μικροκλίματα που δημιουργούν αυτά. Εντούτοις, οι καλλιεργητές από τα περισσότερα μέρη της Ελλάδας θα πρέπει να είναι προετοιμασμένοι να φέρουν τις φτέρες τους μέσα: σ’ένα ζεστό γκαράζ, στο θερμοκήπιο ή στο σπίτι, όταν προβλέπονται θερμοκρασίες κοντά και κάτω από το 0.
Πολλαπλασιασμός:
Ο πολλαπλασιασμός του πλατυκερίου με σπόρια είναι αργός και δύσκολος και δεν είναι πρακτικός για τους περισσότερους καλλιεργητές. Παραφυάδες με τα ριζικά τους συστήματα μπορούν ν’αφαιρεθούν προσεκτικά από μεγάλες φτέρες και να επαναφυτευθούν. Τυλίξτε τις ρίζες σε υγρή τύρφη και μετά δέστε τη μπάλα των ριζών σ’ένα βουναλάκι. Τελικά το στείρο φύλλο θα ανοίξει και θα πιαστεί απ’την επιφάνεια του βουναλακιού.
Προβλήματα:
Οι φτέρες αυτές είναι αρκετά ανθεκτικές στα έντομα και τις ασθένειες. Όταν διατηρούνται πολύ υγρές, είναι επιρεπείς σ’ένα μύκητα που λέγεται ριζοκτονία (rhizoctonia sp). Αυτός ο μύκητας δημιουργεί μαύρες κυλίδες στα στείρα φύλλα οι οποίες μορούν να εξαπλωθούν γρήγορα, να εισβάλουν στο σημείο ανάπτυξης και να σκοτώσουν το φυτό. Εάν εμφανιστούν συμπτώματα, μειώστε το πότισμα και την υγρασία για να επιβραδύνεται την εξάπλωση. Χημικά φάρμακα είναι διαθέσιμα και συνήθως αποτελεσματικά όταν χρησιμοποιούνται σύμφωνα με τις οδηγίες.
Τα έντομα που θα πρέπει να ψάχνετε είναι τα κοκοειδή. Τα εντομοκτόνα είναι αποτελεσματικά εναντίον αυτών των εντομων όμως μπορούν να κάψουν ή να παραμορφώσουν το φύλλωμα. Εντομοκτόνα μη βασισμένα σε έλαια είναι γενικά ασφαλέστερα για χρήση σ’αυτές τις φτέρες από αυτά που είναι βασισμένα σε έλαια. Άλλα ζώα όπως σαλιγκάρια και γυμνοσάλιαγκες μπορούν να γίνουν πρόβλημα, αλλά ελέγχονται εύκολα.
Σημειώσεις:
1. Από τα σπόρια δεν προέρχονται απευθείας τα νέα φυτά. Γι’αυτό έβαλα μέσα στην παρένθεση έμμεσα. Η μακροσκοπική φτέρη που βλέπουμε δεν είναι σεξουαλικός οργανισμός, άρα δεν μπορεί να κάνει εγγενή αναπαραγωγή. Είναι το σποριόφυτο το οποίο παράγει απλοειδή σπόρια με μείωση. Τα σπόρια βλαστάνουν σε απλοειδή γαμετόφυτα τα οποία παράγουν τους γαμέτες (σπέρμα και ωάρια) που ενώνονται και δημιουργούν ένα διπλοειδές σποριόφυτο. Αυτό συμβαίνει σ’όλα τα φυτά, απλά στα ανώτερα σπερματόφυτα ο κύκλος αυτός έχει σμικρυνθεί και απλοποιηθεί δίνοντάς μας την εντύπωση ότι η γύρη και τα ωάρια είναι μέρη του γονικού φυτού.
2. Οι ‘παραφυάδες’ αυτών των φτερών δεν είναι πραγματικές παραφυάδες. Έχουμε συνηθίσει από τα σπερματόφυτα ότι το φυτό είναι ένας κάθετος άξονας με τη ρίζα κάτω και το βλαστό με τα φύλλα πάνω και ότι βγαίνει δίπλα είναι παραφυάδα. Αυτό μπορεί να ισχύει για μερικά ριζωματώδη ανθοφόρα φυτά, αλλά η κατασκευή της φτέρης είναι διαφορετική. Οι ‘παραφυάδες’ είναι απλά περιοχές του συνεχούς ριζώματος που φέρουν συστάδες φύλλων. Άλλες φτέρες έχουν τα φύλλα τους οργανωμένα έτσι και άλλες τα βγάζουν μοναχικά ανά διαστήματα. Δεν υπάρχει κάποιο πραγματικό κέντρο.
platycerium bifurcatum
με πληροφορίες και για την αναπαραγωγή με σπόρια.

Δεντροτσουκνίδες

d. moroides


φύλλα d. photinophylla


φύλλο d. exelsa

Η Αυστραλία, εκτός από την πληθόρα επικίνδυνων ζώων που έχει, και στη στεριά και στη θάλασσα, έχει και κάποια δηλητηριώδη επικίνδυνα φυτά. Οι δεντρώδεις τσουκνίδες του γένους δενδροκνίδη (dendrocnide) είναι ξυλώδη φυτά, θάμνοι ή και μεγάλα δέντρα, που είναι ενδημικά στη Ν.Α. Ασία, σε αρκετά νησιά του Ειρηνικού, στην τροπική Αυστραλία και στην τροπική Ν. Αμερική. Το γένος περιλαμβάνει 37 είδη.
Αυτά που ενδημούν στην Αυστραλία είναι 3 με αύξουσα σειρά επικινδυνότητας: η φωτεινόφυλλη ή γυαλιστερόφυλλη δεντροτσουκνίδα (d. photinophylla), η γιγάντια δεντροτσουκνίδα (d. exelsa) και η θαμνώδεις δεντροτσουκνίδα ή τζίμπι τζίμπι (d. moroides). Και τα τρία είδη ζουν στα τροπικά δάση της βορειοανατολικής Αυστραλίας.
Η γυαλιστερόφυλλη ή φωτεινόφυλλη δεντρώδεις τσουκνίδα (d. photinophylla) είναι ένα μεσαίου μεγέθους-μεγάλο δέντρω 30 μέτρα ψηλό και με διάμετρο κορμού τα 75 εκ. Ο κορμός έχει αντερείσματα. Ο γκρίζος φλοιός είναι αρκετά λείος αλλά με μερικά εξογκώματα, και ανασηκωμένες γραμμές. Τα μικρά κλαδιά είναι λεία και γκρίζα με πράσινο στις φρέσκες άκρες τους. Φύλλα γυαλιστερά με όρθιες τσουκνιδότριχες κυρίως καταμήκος των νεύρων. Είναι ελλειπτικού σχήματος, 6-13 εκ. σε μήκος και 3-8 εκ. σε πλάτος. Τα αρσενικά και τα θηλυκά άνθη σπάνια εμφανίζονται σε διαφορετικά δέντρα. Είναι κιτρινοπράσινα και βγαίνουν σε μικρές ταξιανθίες στις μασχάλες των φύλλων από το Νοέμβριο ως τον Ιούνιο. Ο καρπός είναι κάρυο ή αχένιο ασήμετρου σχήματος που ωριμάζει από τον Ιανουάριο ως το Μάρτιο και καλύπτεται με τσουκνιδότριχες.
Το γιγάντιο τσουκνιδόδεντρο, d. exelsa είναι μεγαλύτερο από το προηγούμενο. Φτάνει σε ύψος τα 40 μέτρα, έχει κορμό με αντερείσματα διαμέτρου 4 μέτρων. Ο φλοιός του μπορεί να είναι λείος με μικρές ανωμαλίες. Ο κορμός και τα αντερείσματα του έχουν ομαλή καμπυλωτή επιφάνεια. Τα φύλλα του βγαίνουν εναλλάξ, σχήματος καρδιάς, με λεπτά οδοντωτό περιθώριο και μεγάλα σε θέσεις σκιάς, ξεπερνώντας τα 30 εκατοστά σε μήκος με παρόμοιο πλάτος. Τα φύλλα στις ηλιαζόμενες περιοχές του φυτού είναι μικρότερα. Τα φύλλα καλύπτονται από τσουκνιδότριχες. Τα άνθη βγαίνουν σε ταξιανθίες από το Νοέμβριο ως τον Απρίλιο και ο καρπός, ένα μοβ ή σχεδόν μαύρο κάριο ωριμάζει από Μάρτιο ως Αύγουστο. Ο καρπός καλύπτεται από τσουκνιδότριχες.
Και τα δύο είδη είναι παρόμοιας τοξικότητας, το τελευταίο είναι πιο τοξικό από το προηγούμενο. Ένα ελαφρύ τσούκνισμα μπορεί να κρατήσει για λίγες ώρες, αλλά ένα πιο σοβαρό μπορεί να κρατήσει λίγες μέρες ή μήνες. Οι πρώτες βοήθειες για αυτόν που τσουκνίστηκε είναι η τοποθέτηση αποτριχωτικού κεριού στην προσβεβλημένη περιοχή και μετά η αφαίρεσή του (Hurley, 2000). Ο χειρισμός των επικίνδυνων μερών αυτών των φυτών θα πρέπει να γίνεται μόνο με χοντρά γάντια.
Αν και αυτά τα φυτά είναι ανεπιθύμητα σε περιοχές του δάσους όπου συχνάζουν άνθρωποι, είναι ωφέλιμα για το οικοσύστημα. Λειτουργούν όπως όλα τα’άλλα δέντρα σ’ένα δάσος. Μερικά πουλιά όπως π.χ. κόρακες μπορούν να φάνε τους καρπούς. Οι καρποί θεωρητικά ίναι φαγώσιμοι και από ανθρώπους, αλλά η αφαίρεση των τσουκνιδοτριχών είναι δύσκολη. Επίσης, μερικά φυτοφάγα μαρσιποφόρα και έντομα όπως τα σκαθάρια της οικογένειας των χρυσομελιδών τρώνε τα φύλλα του φυτού, όπως δείχνει και η φωτογραφία του φύλλου της d. exelsa. Για τα υπόλοιπα ζώα που δεν τις τρώνε, αυτές οι τσουκνίδες είναι πολύ επικίνδυνες και είναι γνωστό ότι έχουν σκοτώσει σκυλιά και άλογα. Οι αβορίγινες ίσως χρησιμοποιούσαν τα φυτά αυτά για την παραγωγή ίνας για δίχτυα και σακούλες.
Η θαμνώδης δεντροτσουκνίδα ή τζύμπι τζύμπι, (d. moroides), είναι το τοξικότερο των τριών ειδών. Εκτός από την Αυστραλία, μπορεί να βρεθεί στην Ινδονησία και στις Μολούκες. Είναι θάμνος ύψους 1-2 μέτρων, αποτελούμενο συνήθως από ένα βλαστό με μεγάλα, σχήματος καρδιάς φύλλα μήκους 12-22 εκ. και πλάτους 11-18 εκ, με λεπτά οδοντοτό περιθώριο. Το είδος αυτό είναι ένας πρώιμος εποικιστής κενών στο δάσος, π.χ. μετά την πτώση ενός δέντρου, φυτρώνοντας μετά από ενόχληση του χώματος στο απευθείας ηλιακό φως. Το είδος είναι μοναδικό στο γένος του στο ότι έχει αμφισεξουαλικές ταξιανθίες στις οποίες τα λίγα αρσενικά άνθη περιβάλλονται από θηλυκά. Τα άνθη είναι μικρά, αλλά όταν επικονιαστούν ο βλαστός τους πρήζεται για να δημιουργηθεί ο καρπός. Ο καρπός είναι χυμώδεις και μουροειδής, εξού και το επιστημονικό του όνομα και έχει χρώμα έντονο ροζ ή μοβ. Κάθε καρπός περιέχει ένα σπόρο που βρίσκεται στο εξωτερικό του.
Η επαφή με τους βλαστούς ή με τα φύλλα προκαλεί πολύ έντονο τσούκνισμα από τις πυριτιούχες τσουκνιδότριχες οι οποίες διαπερνούν το δέρμα. Από το τσούκνισμα δημιουργούνται κόκκινα σπυράκια τα οποία ενώνονται μεταξύ τους σχηματίζοντας μια πρησμένη μάζα. Ο πόνος διαρκεί από μέρες ως μήνες. Η τσουκνίδα αυτή είναι γνωστό ότι έχει σκοτώσει έναν άνθρωπο και ζώα όπως σκυλιά και άλογα.
Δίπλα, στη Νέα Ζηλανδία, ζει ένα άλλο είδος του ίδιου γένους με την κοινή τσουκνίδα (urtica dioica), η u. ferox. Είναι και αυτή ένας θάμνος με αγκαθωτές τσουκνιδότριχες, η οποία έχει σκοτώσει έναν άνθρωπο, (έναν ελαφριά ντυμένο κυνηγό ο οποίος πέρασε μέσα από μια συστάδα τέτοιων φυτών και πέθανε 5 ώρες αργότερα) και ζώα όπως σκυλιά και άλογα.

καλλιστήμονας

Η χλωρίδα της Αυστραλίας αποτελεί ειδική περίπτωση, όπως άλλωστε οτιδήποτε βρίσκεται στην Αυστραλία. Παρουσιάζει μεγάλο βαθμό ενδημισμού, περίπου το 85% των ειδών είναι ενδημικά, ενώ τα υπόλοιπα είτε είναι ενδημικά στις γειτονικές περιοχές (Νέα Ζηλανδία, Νέα Γουινέα, Νέα Καληδωνία, Ινδονησία και πιο μακριά, Φιλιππίνες, Νοτιοανατολική Ασία και Ιαπωνία) είτε είναι εισαγόμενα από την Ευρώπη ή από άλλες περιοχές. Σήμερα, περίπου το 11% της χλωρίδας της ηπείρου αποτελείται από εισαγόμενα είδη. Περιλαμβάνει περίπου 20000 είδη αγγειωδών φυτών, 14000 μη αγγειωδών φυτών, 250000 μυκήτων και 3000 λειχηνών. Έχει αρκετά στοιχεία της χλωρίδας της Γκοντβάνας, της μεγάλης νότιας υπερηπείρου η οποία υπήρξε πριν τη διάσπασή της σε Ινδία, Αφρικοαραβία, Νότια Αμερική, Ζηλανδία, Αυστραλία και ανταρκτική. Η διάσπαση αυτή άρχισε κατά την Κρητιδική περίοδο, επομένως μερικά φυτά της Αυστραλίας είναι αρκετά αρχαία. Σε επίπεδο τάξεων και οικογενείών φαίνεται παρόμοια με τη χλωρίδα άλλων περιοχών του κόσμου, αλλά κάτω από τις οικογένειες τα γένη και τα είδη είναι συνήθως διαφορετικά. Κάποιες οικογένειες λείπουν από την Αυστραλία, ενώ 9 οικογένειες είναι ενδημικές σ’αυτήν την ήπειρο. Υπάρχει ποικιλία λυκόφυτων, φτερών και δενδρωδών φτερών, κωνοφόρων, κυκαδόφυτων και αγγειωδών φυτών όπως ακαίες, ευκάλυπτοι, μελανολεύκες, καλλιστήμονες, μπάνξιες, γκρεβίλιες και άλλα προτεοειδή, φοίνικες, μονοκοτυλίδωνα χόρτα κ.ά. Αρκετά από τα είδη είναι αρκετά αρχαία, όπως η βολλέμια την οποία είχα καλύψει σε προηγούμενο θέμα, άλλα πάλι, αν και ανήκουν στις ίδιες οικογένειες με φυτά άλλων περιοχών, έχουν εξελιχθεί διαφορετικά από ότι σε άλλες περιοχές. Πολλά είδη έχουν προσαρμοστεί στις ξηρές συνθήκες και στις συχνές φωτιές της Αυστραλίας και αρκετά στην έλλειψη φωσφόρου στο έδαφος. Ως προσαρμογή στο ιδιαίτερο κλίμα έχουν αναπτύξει σκληρό φύλλωμα, διατήρηση των σπόρων σε ξηρό καρπό ο οποίος θα ανοίξει μόνο μετά από φωτιά ή το θάνατο του φυτού, λιγνοκόνδυλους, δύσκαυστο ξύλο ή και εύφλεκτα έλαια κ.ά. Υπάρχουν διάφοροι τύποι βλάστησης ανάλογα με την περιοχή, όπως τροπικά δάση, υγρά εύκρατα δάση, ανοιχτά δάση ευκαλύπτων, θαμνότοποι με ευκάλυπτους και ακακίες, ρεικότοποι, χορτολίβαδα, πυκνά δάση με αναρρηχητικά και αλπικές περιοχές. Στις πιο ξηρές περιοχές όπου μπορεί να ευδοκιμήσει κάποια βλάστηση, συναντώνται λίγα γένη χόρτου, όπως η τριωδία, πολύ ανθεκτικά στην ξηρασία που καλύπτουν μεγάλες περιοχές.
Με την άφιξη των Αβοριγίνων πριν περίπου 50000-60000 χρόνια πριν, η σύνθεση της χλωρίδας άλαξε. Οι Αβορίγινες άναβαν συνεχώς επιτηδευμένες φωτιές για να αλλάξουν την κατανομή της βλάστησης και να δημιουργήσουν χορτολίβαδο όπου θα μπορούσαν να έρθουν ζώα που έτρωγαν όπως τα καγκουρώ. Αυτή η πρακτική άλλαξε εντελώς την κατανομή της βλάστησης, ευνοόντας τα είδη προσαρμοσμένα για φωτιά και μειώνοντας την εξάπλωσση των μη προσαρμοσμένων φυτών. Τα πυκνά δάση με τα πολλά αναρρηχητικά που στήριζαν ποικλία είδη ζώων, σήμερα έχουν σχεδόν εξαφανιστεί. Μετά την άφιξη των Ευρωπαίων το 16ο αι. λόγω της χρήσης της γης για καλλιέργειες και βοσκή και της εισαγωγής, κατά λάθος ή επίτηδες, ξένων φυτών, περίπου 61 είδη γηγενών φυτών εξαφανίστηκαν, ενώ άλλα 1200 σήμερα απειλούνται. Παρόλα τα μέτρα που έχουν ληφθεί για την προστασία του περιβάλλοντος, το πρόβλημα με τα εισαγόμενα είδη σε οποιαδήποτε απομονωμένη περιοχή είναι πολύ δύσκολο να λυθεί οριστικά.
Πολλά αυστραλιανά φυτά έχουν χρησιμοποιηθεί ιστορικά από τους Αβορίγινες ως τροφή, δομικά υλικά ή φάρμακο. Μερικά δέντρα χρησιμοποιούνται ως ξυλεία. Λίγα είδη, όπως η μακαντάμια και η τετραγώνια καλλιεργούνται σε μεγάλη κλίμακα ως τροφή. Άλλα τέλος, είδη καλλιεργούνται ως καλλωπιστικά στην Αυστραλία και σε άλλες περιοχές του κόσμου.
Έχω βρει κάποιες σελίδες για τα αυστραλιανά φυτά και την καλλιέργειά τους:
εδώ,
εδώ,
εδώ,
εδώ,
εδώ,
εδώ
και
εδώ.
Τα περισσότερα από τα φυτά πιθανόν να μην είναι εύκολα διαθέσιμα στην Ελλάδα ή σε οποιαδήποτε άλλη χώρα εκτός Αυστραλίας. Δεν ξέρω ποιά είδη βρίσκονται πιο εύκολα και ποιά είναι σχεδό αδύνατο να τα βρεις. Κάποια είδη είναι αρκετά γνωστά και διαδεδομένα, όπως ο καλλιστήμονας και ο ευκάλυπτος, ενώ άλλα είναι σπανιότερα. Θα χρειαστεί πολύ ψάξιμο για τα πιο σπάνια είδη.

Βολλέμια

Είναι ένα πολύ ασυνήθιστο και περίεργο κωνοφόρο δέντρο της αυστραλίας. Το φυτό αυτό είναι εξαιρετικά σπάνιο και όλος ο πληθυσμός του βρίσκεται συγκεντρωμένος σε μικρή περιοχή και κινδυνεύει άμεσα με εξαφάνιση. Στην διεθνή ένωση για την προστασία της φύσης κατατάσσεται ως κρίσιμα κινδυνεύον. Είναι ένα πολύ αρχαίο είδος φυτού, Κοντινοί συγγενείς του υπήρχαν στην εποχή των δεινοσαύρων. Θεωρείται ζωντανό απολίθωμα.

Πληροφορίες:

Ανακάλυψη και φυσικό περιβάλλον:

Η ανακάλυψη του φυτού έγινε τυχαία. Στις ή περίπου στις 10 Σεπτεμβρίου του 1994, από έναν εργαζόμενο στο εθνικό πάρκο Βολλέμι “wollemi” στα Γαλάζια Όρη της Αυστραλίας, σε μικρή απόσταση βορειοδυτικά του Σύδνεϊ, τον David «Δαβίδ» Noble, ο οποίος συνήθιζε να κάνει περιπάτους και αναρρηχήσεις σ’εκείνες τις περιοχές. Ο Noble εντόπισε σ’ένα απομονωμένο φαράγκι τα παράξενα δέντρα που του έκαναν πολλή εντύπωση και πήρε δείγματα για επιστημονική εξαίταση. Το είδος ήταν άγνωστο. Γρήγορα όμως αποδείχθηκε ότι ανήκει στους αραουκαριίδες, μία οικογένεια κωνοφόρων 200 εκατομμυρίων ετών παλιά. Το δέντρο πήρε το επιστημονικό όνομα «wollemia nobilis”. Μόνο αυτό το είδος βρίσκεται σ’αυτό το γένος. Συγγενή απολιθώματα έχουν βρεθεί στην Αυστραλία, στη Νέα Ζηλανδια και στην Ανταρκτική. Τα πιο πρόσφατα έχουν ηλικία 2000000 ετών. Μετά το φυτό εξαφανίστηκε από το απολιθωματικό αρχείο.

Ο πληθυσμός των δέντρων είναι πολύ μικρός. Λιγότερα από 100 ενήλικα και περισσότερα νεαρότερα άτομα υπάρχουν σε τρεις περιοχές, σε κοντινή απόσταση μεταξύ τους. Σύμφωνα με γενετικές εξαιτάσεις, όλα τα φυτά είναι σχεδόν γενετικά ταυτόσημα. Αυτό σημαίνει ότι το φυτό έχει πολύ μικρή γενετική ποικιλότητα, δεν υπάρχουν μεταλλάξεις, δεν εξελίσσεται, άρα είναι περισότερο ευάλωτο στην εξαφάνιση.

Περιγραφή: Η βολλέμια είναι ένα αειθαλές, κωνοφόρο δένδρο που στο φυσικό του περιβάλλον τα ψηλότερα φτάνουν σε ύψος τα 40 μέτρα με διάμετρο κορμού το 1 μέτρο. Η Κορυφή τους έχει πλάτος 3 μέτρα. Σε συνθήκες καλλιέργειας, έξω από το φυσικό τους περιβάλλον και τις ιδιαίτερες κλιματολογικές συνθήκες του φτάνουν σε ύψος έως τα 20 μέτρα. Το φυτό έχει και αρκετά παράξενα χαρακτηριστικά. Ο φλοιός του είναι φυσαλιδωτός και αυτό το στοιχείο περιορίζεται μόνο σ’αυτό το είδος των αραουκαριιδών. Έχει επίσης τη δυνατότητα να πρεμνοβλαστάνει εύκολα από τη βάση του κορμού. Αυτός είναι ο λόγος που τα δέντρα στη φύση φαίνεται να έχουν πολλούς κορμούς με κοινό ριζικό σύστημα. Λόγω αυτής της δυνατότητας, η καταμέτρησή τους και ο υπολογισμός της ηλικίας τους είναι δύσκολος. Το χαρακτηριστικό αυτό προστατεύει τα δέντρα από πυρκαγιές, κεραυνούς και δυνατούς ανέμους, αλλά στο σημερινό τους περιβάλλον δεν υπάρχουν τέτοιες απειλές. Ίσως στο παρελθόν το είδος έπρεπε να τις αντιμετωπίσει. Ο τρόπος διακλάδωσης είναι παρόμοιος με άλλα είδη των αραουκαριιδών. Το φυτό παράγει πλευρικά κλαδία, τα οποία συνήθως δεν διακλαδίζονται περαιτέρω. Το κλαδί, μετά από μερικά χρόνια ανάπτυξης ή θα σταματήσει την ανάπτυξή του, θα ξεραθεί και θα πέσει ολόκληρο, όπως συμβαίνει και σε άλλους αραουκαριίδες ή θα παραγάγει στο τέλος του κώνο, αρσενικό ή θηλυκό και μετά το πέρας της ωρίμανσης του κώνου θα ξεραθεί και θα πέσει. Νέα κλαδιά θα βλαστήσουν από λανθάνοντα μάτια που βρίσκονται στον κύριο κορμό. Σε σπάνιες περιπτώσεις, ένα κλαδι μπορεί να γυρίσει προς τα επάνω και να συμπεριφερθεί ως δευτερεύων κορμός. Τα φύλλα του είναι επίπεδα γραμμωτά, 3-8 εκατοστά σε μήκος και 2-5 χιλιοστά σε πλάτος. Είναι σπιρωειδώς διατεταγμένα στον βλαστό, αλλά οι βάσεις τους γυρίζουν και  τα φύλλα προσανατολίζονται σε επίπεδες σειρές καταμήκος του βλαστού, δύο σε κάθε πλευρά. Αυτός ο σχηματισμός βοηθά το φυτό να χρησιμοποιεί καλύτερα την ηλιακή ακτινοβολία. Τα μάτια των νέων βλαστών προστατεύονται από το κρύο με κηρώδη ουσία. Τα νεαρά φύλλα που εμφανίζονται την άνοιξη και το καλοκαίρι έχουν ανοιχτότερο πράσινο χρώμα από τα παλαιότερα. Οι θηλυκοί κώνοι είναι πράσινοι, 6-12 εκατοστά σε μήκος και 5-10 εκατοστά σε πλάτος. Ωριμάζουν σε 18-20 μήνες μετά την επικονίαση και διαλύονται για να απελευθερώσουν τους σπόρους. Οι αρσενικοί κώνοι είναι λεπτοί, επιμήκεις, κωνικοί 5-11 εκατοστά σε μήκος και 1-2 εκατοστά σε πλάτος. Οι θηλυκοί τείνουν να εμφανίζονται στα ανώτερα κλαδιά του φυτού, ενώ οι αρσενικοί στα κατώτερα. Αυτό το χαρακτηριστικό εξελίχθηκε για να αποφευχθεί όσο δυνατόν περισσότερο η αυτεπικονίαση. Τα θερμά ρεύματα αέρος μεταφέρουν τη γύρη προς τα πάνω και τη διασκορπίζουν σε μεγάλη απόσταση, σε θηλυκούς κώνους άλλων φυτών.  Στη σημερινή κατάσταση όμως, με την σχεδόν μηδενική γενετική ποικιλότητα, αυτεπικονίαση και ετεροεπικονίαση έχουν το ίδιο αποτέλεσμα.

Καλλιέργεια:

Η βολλέμια είναι ένα εξαιρετικά ευπροσάρμοστο κωνοφόρο. Ανέχεται ένα μεγάλο εύρος συνθηκών. Μπορεί να αναπτυχθεί και στον απ’ευθείας ήλιο, αλλά και σε μέτρια σκιά, ανέχεται υψηλές θερμοκρασίες έως 45 βαθμούς Κελσίου και χαμηλές έως -12. Μπορεί να καλλιεργηθεί και σε γλάστρα και στο έδαφος.

Οι καλύτερες συνθήκες για την ανάπτυξή του είναι απ’ευθείας ηλιακό φως, θερμοκρασίες από -5 έως 40 βαθμούς Κελσίου και έδαφος αμμώδες, με καλή αποστράγκιση και ελαφρώς όξινο πη 5.5-6.

Τοποθεσία: Αγαπούν τον απ’ευθείας ήλιο. Αν το φυτό βρίσκεται σε γλάστρα, μπορεί να τοποθετηθεί σε μία ηλιόλουστη θέση στο μπαλκόνι ή σε αυλή ή σε εσωτερικό χώρο κοντά σε παράθυρο. Με λιγότερη ποσότητα φωτός αναπτύσσεται πιο αργά. Τα δέντρα που βρίσκονται στο έδαφος δεν θα πρέπει να φυτευθούν σε σκιερό σημείο.

Πότισμα: Ρυθμίζεται ανάλογα με την εποχή. Περισσότερο στην εποχή της ανάπτυξης και ειδίως το καλοκαίρι, λιγότερο το χειμώνα. Είναι απαραίτητο το χώμα να έχει στεγνώσει έως ένα βάθος μέχρι το επόμενο πότισμα. Δεν θα πρέπει ποτέ να μένει περίσσιο νερό στο πιατάκι, ούτε το χώμα να είναι συνεχώς κορεσμένο, επειδή αυτό θα οδηγήσει σε σήψη των ριζών. Για τα φυτά που βρίσκονται στο έδαφος θα πρέπει να ποτίζονται αρχικά μέχρι να προσαρμοστούν και αρχίσουν να αναπτύσσονται και μετά ανάλογα με τις κλιματολογικές συνθήκες της περιοχής. Τα μεγάλα δέντρα θα χρειαστούν πότισμα μόνο σε ξηρασία.

Κλάδεμα: Είναι πολύ ανεκτικά στο κλάδεμα και μπορούν να ξαναβλαστήσουν ακόμα και αν όλος ο κορμός κοπεί. Και οι κορυφές και τα πλευρικά κλαδιά μπορούν να κοπούν για καλύτερο σχήμα. Θα πρέπει να γίνεται καλύτερα το χειμώνα, πριν το φυτό αρχίσει να αναπτύσσεται. Νέα μάτια θα εμφανιστούν λίγο πιο κάτω από το κομμένο σημείο. Τα κλαδιά είναι αρκετά ευλύγιστα  και δεν καταστρέφονται εύκολα στους δυνατούς ανέμους.

Φύτεμα: Το φύτεμα ή η μεταφύτευση του σε μεγαλύτερη γλάστρα καλύτερα να γίνονται την άνοιξη, όταν το φυτό αρχίζει να αναπτύσσεται και οι θερμοκρασίες είναι μέτριες. Η ανάπτυξη των ριζών του δεν είναι υπερβολικά γρήγορη, άρα δε χρειάζεται τακτικές μεταφυτεύσεις.

Λίπανση: Κατά την εποχή της ανάπτυξης με λίπασμα αργής απορρώφησης χαμηλό σε φώσφορο. Το έδαφος της Αυστραλίας είναι φτωχό σε φώσφορο και τα περισσότερα φυτά της έχουν προσαρμοστεί σ’αυτές τις συνθήκες. Λίπανση πιο συχνά για τα φυτά που βρίσκονται σε γλάστρες.

Ασθένειες: Δεν προσβάλλεται από πολλές ασθένειες ή έντομα. Ο χειρότερος εχθρός του είναι ο ωομύκητας phytophthora sinnamomi.

Ανάπτυξη: Τα φυτά σε γλάστρα μπορούν να διατηρηθούν για αόριστο χρονικό διάστημα. Τα φυτά στο έδαφος, αν βρίσκονται στις ιδανικές συνθήκες, μπορούν να μεγαλώσουν πολύ γρήγορα. Ένα νεαρό δένδρο μπορεί να ψηλώνει έως και 50 εκατοστά τα πρώτα χρόνια. Ένα μεγαλύτερο μπορεί να ψηλώνει και κατά 1 μέτρο το χρόνο. Το φυτό μπορεί να φτάσει τα 20 μέτρα. Πολλές παράμετροι επειρεάζουν την ανάπτυξή του. Το λίγο φώς, το λίγο νερό, η έλλειψη θρεπτικών συστατικών και το μικρό μέγεθος γλάστρας μπορούν να την περιορίσουν.

Πολλαπλασιασμός: Είναι δυνατό να πολλαπλασιαστούν από σπόρο, αλλά ο πιο εύκολος τρόπος είναι με μοσχεύματα. Μοσχεύματα βλαστών με το άκρο τους σε φάση ανάπτυξης κόβονται και φυτεύονται σε δοχία με υγρή άμμο. Για να ριζώσουν καλύτερο είναι να χρησιμοποιείται ορμόνη ριζοβολίας. Σε 6 περίπου μήνες, αν έχουν βγάλει ρίζες, θα πρέπει να μεταφερθούν σε δοχία με το τυπικό μείγμα χώματος, αλλά με περισσότερα θρεπτικά στοιχεία, έως ότου να έχουν αναπτυχθεί και δυναμώσει περισσότερο. Μετά μπορούν να φυτευθούν κάπου αλλού. Όπως και με άλλα κωνοφόρα, τα μοσχεύματα που θα ληφθούν από κορυφή θα δόσουν ένα κανονικά αναπτυσσόμενο δέντρο προς τα πάνω, ενώ αυτά που λαμβάνονται από πλευρικούς βλαστούς θα παραγάγουν ένα φυτό που απλώνεται κατά πλάτος με ακανόνιστο σχήμα.

Προστασία:

Λόγω της σπανιότητάς του, του μικρού του βιοτόπου και της αξίας του, το δέντρο αυτό κινδύνευε από παράνομους συλλέκτες. Για να αποφευχθεί η καταστροφή αυτών των τελευταίων δέντρων του είδους, αναπτύχθηκε στην Αυστραλία πρόγραμμα καλλιέργειας και προώθησης αυτού του φυτού παγκοσμίως. Από το 2001 σ’ένα φυτώριο της Αυστραλίας άρχισαν να παράγονται φυτά βολλέμιας. Τα πρώτα που εξήχθησαν στάλθηκαν σε βοτανικούς κήπους για επιστημονικούς σκοπούς. Ο βοτανικός κήπος του πανεπιστημίου της Βιέννης είχε την πρώτη Βολλέμια που ήρθε στην Ευρώπη. Πρώτη φορά η βολλέμια εκτέθηκε σε κοινό στην Ελάδα! Το 2006, την άνοιξη στην 52η ανθοκομική έκθεση της Κηφισιάς, δύο φυτά βολλέμιας εκτέθηκαν, ενώ από το Σεπτέμβριο του 2006 η διακίνηση και το ελευθερο εμπόριο της βολλέμιας έχει επιτραπεί σε όλον τον κόσμο και μπορεί όποιος θέλει να την αποκτήσει. Παρόλα αυτά, το φυτό παραμένει αρκετά δυσεύρετο.

Πηγές και ιστοσελίδες:
άρθρο της ελληνικής βικιπαίδειας
άρθρο της αγγλικής wikipedia

σελίδα για τη βολλέμια

σελίδα για τη βολλέμια 2

καλλιέργεια

καλλιέργεια 2

πληροφορίες και καλλιέργεια

άρθρο για τη βολλέμια

η βολλέμια στην Ελλάδα

wollemia nobilis

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.