Tag Archive: Αρχαίοι Έλληνες


Τα αρχαία Ελληνικά ανέκδοτα είναι πνευματώδη και διδακτικά. Μας χαρίζουν το γέλιο αλλά εκφράζουν και το αρχαίο Ελληνικό πνεύμα στην πιο χαριτωμένη μορφή του.

Είπε κάποιος στον Αρίστιππο ότι η Λαΐδα δεν τον αγαπά, αλλά προσποιείται ότι τον αγαπά. Ο Αρίστιππος απάντησε:
«Ούτε το κρασί ή το ψάρι με αγαπούν, εγώ όμως τα απολαμβάνω».

Ένας άντρας είπε στην ερωτομανή γυναίκα του:
«Τι θέλεις να κάνουμε, να φάμε ή να κάνουμε έρωτα».
Εκείνη του είπε: «Ό,τι θέλεις, ψωμί πάντως δεν έχουμε».

~~~~~~~~~~~@~~~~~~~~~~~~

Είπε κάποιος στον Διογένη:
«Οι συμπολίτες σου σε καταδίκασαν σε εξορία».
Και ο φιλόσοφος απάντησε:
«Κι εγώ τους καταδίκασα να μένουν στον τόπο τους».

~~~~~~~~~~~@~~~~~~~~~~~~

Ο Διδύμων, οφθαλμίατρος της εποχής εξετάζει το μάτι μιάς
κοπέλας. Ο Διογένης
τον βλέπει. Ξέρει ο Διογένης ότι ο Διδύμων είναι τύπος ερωτίλος, κοινώς γυναικάς. Και του λέγει «Πρόσεξε Διδύμωνα, μήπως εξετάζοντας τον οφθαλμό, φθείρεις την κόρην».

~~~~~~~~~~~@~~~~~~~~~~~~

Επαινούσαν μερικοί μπροστά στον Άγη τους Ηλείους, γιατί ήταν πολύ δίκαιοι κριτές στους Ολυμπιακούς αγώνες. Ο Άγης ρώτησε με απορία:
- Και είναι τόσο σπουδαίο το ότι οι Ηλείοι μια φορά στα τέσσερα χρόνια γίνονται δίκαιοι;

~~~~~~~~~~~@~~~~~~~~~~~~

Ένας πατέρας ζήτησε από τον Αρίστιππο να διδάξει τον γιο του. Ο φιλόσοφος ζήτησε αμοιβή 500 δραχμές. Ο πατέρας θεώρησε υπερβολικό το ποσό.
-«Με τόσαχρήματα», είπε, «θα μπορούσα να αγοράσω ένα ζώο».
-«Αγόρασε», είπε ο Αρίστιππος, «κι έτσι θα έχεις δύο».

~~~~~~~~~~~@~~~~~~~~~~~~

Ο Διογένης ζητούσε ελεημοσύνη απο ένα άγαλμα. Όταν τον ρώτησαν γιατί κάνει κάτι τέτοιο απάντησε:
- Εξασκούμαι στο να μην απογοητεύομαι απο την αναισθησία των ανθρώπων.

~~~~~~~~~~~@~~~~~~~~~~~~

Παρακινούσαν τον Φίλιππο τον Μακεδόνα να εξορίσει κάποιον που τον κακολογούσε. Ο Φίλιππος απάντησε:
- Δεν είστε καλά!! Θέλετε να τον στείλω να με κατηγορεί και σ’ άλλα μέρη;

~~~~~~~~~~~@~~~~~~~~~~~~

Ένας φαλακρός έβριζε τον Διογένη. Ο φιλόσοφος γύρισε και του είπε:
«Δεν σου ανταποδίδω τις βρισιές, αλλά θα ήθελα να πω ένα “μπράβο” στις τρίχες σου, γιατί απαλλάχτηκαν από ένα κακορίζικο κεφάλι».

~~~~~~~~~~~@~~~~~~~~~~~~

Ρώτησε κάποιος τον Αντισθένη τι είδους γυναίκα θα ήταν κατάλληλη για γάμο. Ο φιλόσοφος του είπε:
“Το πράγμα είναι δύσκολο. Αν παντρευτείς ωραία, θα την έχεις με άλλους Κοινή. Αν άσχημη, θα είναι σαν να σου επέβαλαν ποινή».

~~~~~~~~~~~@~~~~~~~~~~~~

Πληροφορήθηκε ο Αριστοτέλης από κάποιον ότι μερικοί τον έβριζαν. Ο φιλόσοφος απάντησε:
«Καθόλου δεν με
νοιάζει. Όταν είμαι απών, δέχομαι ακόμα και να με μαστιγώνουν».

~~~~~~~~~~~@~~~~~~~~~~

Πηγή: “Αρχαία Ελληνικά Ανέκδοτα”
– Εκδόσεις Σαββάλα

Το περιοδικό Φιστίκι που εκδίδεται από τον πατέρα του γνωστού συγγραφέα
Νίκου Σαραντάκου, ο οποίος είναι γνωστός για τα γλωσσολογικά βιβλία του για την ελληνική γλώσσα, Δημήτρη Σαραντάκο στην Αίγινα περιλαμβάνει σχεδόν σε όλα του τα τεύχη μια στήλη με τίτλο “Οι αρχαίοι είχαν την πλάκα τους” και περιστασιακό υπότιτλο “Από την κλειδαρότρυπα της ιστορίας”. Σχεδόν όλα τα άρθρα της στήλης τα έχει γράψει ο Δημήτρης Γερμιώτης, μυστηριώδης λόγιος και συνεργάτης του περιοδικού για τον οποίο το μόνο που είναι γνωστό είναι ότι έλκει την καταγωγή από τη Γέρμα Λακωνίας και ότι πιθανότατα χρησιμοποιεί ψευδώνυμο. (Δυο άρθρα υπογράφονται από τον γκεστ σταρ Θεόδωρο Βουδικλάρη, πολιτικό μηχανικό, και άλλο ένα που το έχω ήδη αναδημοσιέυσει εδώ, από τον επίσης μυστηριώδη Μ.Μ.)
Τα άρθρα

άρπα


αρχαία ελληνικά μουσικά όργανα


ρυθμός στην αρχαία ελληνική μουσική


αυλητής σε ερυθρόμορφο αμφορέα περί το 510 π.Χ.


λύρα κυκλαδικός πολιτισμός

Από:
εδώ

Η μουσική στην Αρχαία Ελλάδα

της Αμαλίας Κ. Ηλιάδη

(Δακτυλογράφηση: Βάσω Κ. Ηλιάδη)

Ετυμολογία της λέξης «Μουσική»
Η λέξη μουσική, σύμφωνα με τα γραπτά των αρχαίων Ελλήνων ποιητών και φιλοσόφων παράγεται από το «Μούσα».
Το Μούσα πάλι, παράγεται από το μαούσα = Μούσα. Το «μα» είναι ρίζα του ρήματος μάω-μω = επινοώ ή ψάχνω ή ζητώ διανοητικά. (Στη δωρική διάλεκτο η λέξη «Μούσα» είναι «Μώσα»).

Η λέξη μουσική
Η λέξη μουσική, στη σημερινή εποχή, σημαίνει την τέχνη των ήχων, αντίθετα με τους αρχαίους Έλληνες οι οποίοι έδιναν στη λέξη μουσική διαφορετικό νόημα, εννοούσαν την αδιάλυτη ενότητα ήχου και λόγου, κάτι που δεν υφίσταται στις μέρες μας.
Με την άθληση γυμνάζεται το σώμα, ενώ με τη μουσική το πνεύμα.
Η μουσική, το δώρο των Μουσών, στην αρχαία Ελλάδα, προσδιόριζε και χαρακτήριζε τον άνθρωπο που πράττει, σκέφτεται και αισθάνεται. Έτσι ως μέσο πνευματικής ωρίμανσης, η λέξη που θα χαρακτήριζε την αρχαία ελληνική μουσική, δεν είναι η λέξη «τέχνη» αλλά οι λέξεις παιδεία και δύναμη. Αυτό φαίνεται και από το γεγονός ότι εκείνος που έπαιζε τον αυλό π.χ. ονομαζόταν αυλητής και όχι μουσικός δηλαδή θεωρούνταν ένας απλός εκτελεστής. Όμως μετά το διαχωρισμό της μουσικής από το λόγο, τη γλώσσα, ο οποίος έγινε λίγο μετά των Πλάτωνα, βλέπουμε τη χρήση της έννοιας μουσικός. Αυτή η μεταβολή έμελλε να είναι η γέννηση μιας αυτόνομης τέχνης που, όπως προαναφέρθηκε, ήταν ενταγμένη μέσα στον λόγο.

Αρχαία Ελληνική Μουσική
Η αρχαία ελληνική μουσική κατέχει ιδιαίτερη θέση ανάμεσα στους μουσικούς πολιτισμούς της Αρχαιότητας. Ο κυριότερος λόγος γι’ αυτό είναι οπωσδήποτε το γεγονός ότι οι ιστορικές μαρτυρίες και οι πηγές για τη μελέτη του αρχαίου ελληνικού μουσικού πολιτισμού είναι περισσότερες απ’ ό,τι για οποιονδήποτε άλλο μουσικό πολιτισμό της αρχαιότητας. Εκτός, όμως, απ’ αυτό, και ίσως χάρη σ’ αυτό, ο αρχαίος ελληνικός μουσικός πολιτισμός άσκησε μεγάλη επίδραση σε μεταγενέστερους μουσικούς πολιτισμούς στην Ευρώπη αλλά και στη Μέση Ανατολή, κυρίως στον αραβικό μουσικό πολιτισμό. Η επίδραση αυτή αφορά, τουλάχιστον στην περίπτωση της ευρωπαϊκής μουσικής, την αισθητική της μουσικής, την μουσική δημιουργία, την μουσική αγωγή και γενικότερα τη θέση της μουσικής στην παιδεία, τη θεωρία της μουσικής και άλλους τομείς, οι οποίοι είναι σήμερα, όπως άλλωστε και οι προηγούμενοι αντικείμενο της μουσικολογίας.
Η επίδραση της αρχαίας ελληνικής μουσικής σε μεταγενέστερους μουσικούς πολιτισμούς δεν οφείλεται μόνο στις οποιεσδήποτε ιστορικές μαρτυρίες και πηγές σχετικά μ’ αυτή. Οφείλεται, και μάλιστα σε μεγάλο βαθμό, στην επίδραση που άσκησε συνολικά ο αρχαίος ελληνικός και ρωμαϊκός πολιτισμός στη νεότερη Ευρώπη προπαντός στα χρόνια της Αναγέννησης, αλλά όχι μόνο τότε. Η αρχαία ελληνική μουσική έγινε για τους ουμανιστές, αλλά συχνά και για τους μουσικούς της Αναγέννησης το ιδεατό πρότυπο μουσικής. Έτσι, όπως συμβαίνει συχνά σε παρόμοιες περιπτώσεις, δημιουργήθηκε γύρω από την αρχαία ελληνική μουσική ένας μύθος στηριγμένος περισσότερο στη μουσική πραγματικότητα μεταγενέστερων εποχών και σε ιστορικές πλάνες, παρά στη θετική γνώση των πηγών που διασώθηκαν. Ο μύθος αυτός ήταν οπωσδήποτε παραγωγικός για την εξέλιξη της νεότερης μουσικής, όπως δείχνει π.χ. η γένεση της όπερας. Για την γνώση όμως της ίδιας της αρχαίας ελληνικής μουσικής είχε αρκετές αρνητικές συνέπειες, τις οποίες η μουσικολογική έρευνα άρχισε να ξεπερνάει από τα μέσα του 19ου αιώνα και εξής. Απ’ αυτή την εποχή άρχισε ουσιαστικά μια συστηματική έρευνα της αρχαίας ελληνικής μουσικής απαλλαγμένη από τους παραμορφωτικούς φακούς μεταγενέστερων εποχών.

Πηγές
Το πλήθος των σωζόμενων πληροφοριών για την αρχαία ελληνική μουσική επιτρέπει μια συστηματική κατάταξη των πηγών, η οποία δεν ισχύει μόνο για την ελληνική αρχαιότητα, αλλά γενικά για την ιστορία της μουσικής και χρησιμοποιείται για την κατάταξη πηγών τουλάχιστον μέχρι το τέλος του Μεσαίωνα.
Η πρώτη και βασική κατηγορία πηγών είναι οι γραπτές πηγές. Οι γραπτές πηγές χωρίζονται σε δύο επιμέρους κατηγορίες, σε πρακτικές και θεωρητικές πηγές.
Πρακτικές πηγές λέγονται τα σωζόμενα αποσπάσματα μουσικής σε μουσική σημειογραφία. Από τις πρακτικές πηγές σώθηκαν κυρίως ύμνοι σε αποσπάσματα και έχουν μεταγραφεί στη σημερινή μουσική γραφή (δύο Δελφικοί ύμνοι του Απόλλωνα, ο επιτάφιος του Σικείλου κ.ά.). Τα αποσπάσματα αυτά για την αρχαία ελληνική μουσική είναι ελάχιστα (περίπου 50 συνολικά) και προπαντός μικρά και συχνά με χάσματα και ελλείψεις στη σημειογραφία.
Θεωρητικές πηγές λέγονται τα κείμενα για τη μουσική. Στις θεωρητικές πηγές υπάγονται εκτός από τις ειδικές πραγματείες θεωρίας της μουσικής και οι πολυάριθμες αναφορές στη μουσική και στη μουσική ζωή που περιέχονται σε λογοτεχνικά, φιλοσοφικά και ιστορικά έργα. Θεωρητικές πηγές αυτής της κατηγορίας ονομάζονται συχνά εδώ φιλολογικές πηγές. Οι θεωρητικές σε αντίθεση προς τις πρακτικές είναι πολλές και περιέχουν πολύτιμες και συχνά εκτεταμένες πληροφορίες για πολλά ζητήματα, ωστόσο υπάρχουν κενά και δυσκολίες στην κατανόησή τους. Τα κυριότερα έργα είναι του Αριστόξενου, του Ευκλείδη, του Νικόμαχου και του Αλύπιου (ο οποίος μας δίνει λεπτομερείς πίνακες της αρχαίας ελληνικής μουσικής γραφής).
Εκτός από τις γραπτές πηγές, μια άλλη σπουδαιότατη κατηγορία πηγών είναι οι εικονογραφικές μαρτυρίες ή εικονογραφικές πηγές (απεικονίσεις σκηνών μουσικής ζωής σε αγγεία), καθώς επίσης και τα ανευρισκόμενα στις ανασκαφές λείψανα μουσικών οργάνων. Ο αριθμός των εικονογραφικών μαρτυριών είναι μεγάλος και το γεγονός αυτό αποτελεί καθεαυτό μαρτυρία για τη σημασία της μουσικής στην καθημερινή ζωή των αρχαίων Ελλήνων.

Ιστορική Επισκόπηση
Είναι δύσκολο να προσδιορίσει κανένας χρονικά και γεωγραφικά τα όρια του μουσικού πολιτισμού της αρχαίας Ελλάδας. Μια βασική δυσκολία είναι η διάσταση ανάμεσα στη χρονική προέλευση διαφόρων ειδών πηγών. Έτσι, οι διασωζόμενες θεωρητικές πηγές, όπως και τα σωζόμενα ψήγματα πρακτικών πηγών, χρονολογούνται σχεδόν αποκλειστικά στους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες. Αντίθετα οι φιλολογικές και εικονογραφικές πηγές είναι άφθονες ήδη από την περίοδο μεγίστης άνθισης αυτού του πολιτισμού – δηλαδή από τον 7ο ως τον 4ο π.Χ. αιώνα περίπου. Ακολουθώντας λοιπόν μια οριοθέτηση που είναι λίγο – πολύ γενικά αποδεκτή και αντιστοιχεί σε γενικές γραμμές προς τη γεωγραφική και χρονική οριοθέτηση της περιόδου γένεσης και ακμής του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού, μπορούμε να πούμε ότι η αρχαία ελληνική μουσική καλύπτει μια χρονική περίοδο που αρχίζει τους τελευταίους αιώνες της 2ης χιλιετίας π.Χ. και τελειώνει στα τέλη του 4ου αιώνα π.Χ. (δηλαδή στις αρχές των Ελληνιστικών Χρόνων), και αναπτύσσεται κυρίως στην κυρίως Ελλάδα και στις ελληνικές πόλεις της Μικράς Ασίας και της Κάτω Ιταλίας. Το χρονικό διάστημα των χιλίων και πλέον χρόνων που προσδιορίζεται από τα παραπάνω χρονικά όρια αντιστοιχεί σε διάφορες περιόδους της αρχαίας ελληνικής ιστορίας. Έτσι η ιστορία της αρχαίας ελληνικής μουσικής μπορεί να υποδιαιρεθεί σε δύο μεγάλες περιόδους:

Α. Τη μυθολογική μέχρι τον 8ο π.Χ. αιώνα συμπεριλαμβανομένων και των ομηρικών χρόνων. Οι πηγές μας για την εποχή αυτή είναι λίγες και περιορίζονται σε θραύσματα μουσικών οργάνων και αναπαραστάσεις σκηνών της μουσικής ζωής, καθώς και σε διάφορους μύθους και παραδόσεις που διατηρήθηκαν και στα ιστορικά χρόνια.
Ιδιαίτερη σημασία έχουν δυο μαρμάρινα ειδώλια, ύψους περίπου 20 εκατοστών, τα οποία παριστάνουν το ένα μουσικό που παίζει άρπα και το άλλο μουσικό που παίζει διπλό αυλό. Αυτά χρονολογούνται από το 2.800 – 2.200 π.Χ. και είναι κυκλαδικού πολιτισμού. Από τα έπη της εποχής αυτής έχουμε αξιόλογες μουσικοϊστορικές μαρτυρίες όπως η αναφορά σε μουσικά όργανα π.χ. η φόρμιγξ (είδος εγχόρδου του τύπου λύρας), ο αυλός, η κίθαρις (μάλλον είδος κιθάρας), η σύριγξ και η σάλπιγγα.
Η μουσική ήταν για τους αρχαίους Έλληνες των μυθολογικών χρόνων θεόπνευστη και ιερή τέχνη. Από ορισμένους μύθους κρίνουμε ότι η μουσική πέρασε από το στάδιο της μαγικής μουσικής π.χ. ο μύθος για τον Ορφέα που με τους ήχους της λύρας του έχτισε τα τείχη των Θηβαίων κ.ά.
Στους ομηρικούς χρόνους αναπτύσσεται ιδιαίτερα το επικό τραγούδι, που ιστορούσε τα κατορθώματα των ηρώων. Κύριος εκπρόσωπος της μουσικής αυτής ήταν ο ραψωδός, «ο θείος αοιδός» όπως ονομαζόταν από τον Όμηρο, ποιητής, συνθέτης και εκτελεστής μαζί.

Β. Ιστορική περίοδος που μπορεί να υποδιαιρεθεί στις παρακάτω μικρότερες εποχές:
1) Αρχαϊκή εποχή (8ος – 7ος π.Χ. αιώνας).
Το πέρασμα από τα μυθολογικά χρόνια στην αρχαϊκή εποχή συνδέεται στη μουσική με τον Όλυμπο, έναν αυλητή ανάμεσα σε μύθο και ιστορική πραγματικότητα, τον οποίο η αρχαία παράδοση θεωρεί θεμελιωτή της αυλητικής τέχνης και στον οποίο αποδίδεται η εισαγωγή στην Ελλάδα της οργανικής μουσικής των Φρυγών.
Κέντρο μουσικής ανάπτυξης στην εποχή αυτή είναι η Σπάρτη και ακμάζουν οι μουσικοί: Τέρπανδρος από τη Λέσβο, Κλωνάς, Αρχίλοχος και Όλυμπος.
Τα μουσικά όργανα βρίσκονται ακόμα σε μάλλον πρωτόγονη μορφή, η θεωρία της μουσικής δεν έχει αναπτυχθεί και δεν έχει ακόμα ανακαλυφθεί σύστημα μουσικής γραφής.

2) Πρώτη κλασική εποχή (7ος – τέλη του 6ου π.Χ. αιώνα).
Κέντρο εξακολουθεί να είναι η Σπάρτη, ενώ αρχίζει να προβάλλει περισσότερο η Αθήνα. Η μουσική παύει να είναι αποκλειστικότητα των ιερατείων και της μαγείας και εντάσσεται στη ζωή της πόλης ως μέσο παιδείας. Από την εποχή αυτή και μετά υπάρχουν όλο και περισσότερα εικονογραφικά τεκμήρια. Βρίσκονται κυρίως πάνω σε όστρακα (δηλαδή θραύσματα αγγείων) ή σε ολόκληρα αγγεία και δείχνουν σκηνές της μουσικής ζωής τόσο σχετικές με τη λατρεία όσο -αυτό δε είναι πολύ σημαντικό- και από την ιδιωτική ζωή. Οι παραστάσεις αυτές παρέχουν πολύτιμες πληροφορίες για τον τρόπο παιξίματος διαφόρων μουσικών οργάνων, καθώς και για την κατασκευή τους.
Τον 7ο και περισσότερο τον 6ο αιώνα αυξάνονται οι επώνυμα γνωστοί μουσικοί και μπορούν επίσης να επισημανθούν με αρκετή ακρίβεια διάφορες μουσικές μορφές. Βέβαια ο όρος μουσικές μορφές χρησιμοποιείται ως ένα βαθμό καταχρηστικά. Κατά την αντίληψη της αρχαϊκής και της κλασικής εποχής η λέξη μουσική δεν αναφέρεται αποκλειστικά στην τέχνη των ήχων αλλά στο σύνολο των πνευματικών ικανοτήτων του ανθρώπου και σε κάθε τέχνη που ήταν υπό την προστασία των Μουσών, ιδιαίτερα στην λυρική ποίηση. Έτσι οι μουσικές μορφές, είναι για μας σήμερα κατ’ αρχάς ποιητικές μορφές, είδη ποιημάτων.
Μπορεί να γίνει ένας λίγο – πολύ σχηματικός διαχωρισμός ανάμεσα σε τραγούδια για Θεούς, δηλαδή μουσική για την θρησκευτική λατρεία, και τραγούδια για ανθρώπους, δηλαδή κοσμική μουσική.
Στην πρώτη κατηγορία (τραγούδια για θεούς) ανήκουν κατ’ εξοχήν ο ύμνος, ο παιάνας, ο διθύραμβος κ.ά.
Ο ύμνος είναι ένα χορικό ή μονωδικό τραγούδι (ποίημα) με παρακλητικό ή δοξαστικό χαρακτήρα για κάποιον θεό.
Ο παιάνας ήταν ύμνος που αποδίδονταν από χορούς ανδρών ή γυναικών για τον Απόλλωνα και την Άρτεμη σε κρίσιμες περιστάσεις και για τη λύτρωση από συμφορές. Οι παιάνες για τον Απόλλωνα αποδίδονταν από ανδρικό χορό, ενώ οι παιάνες για την Άρτεμη από γυναικείο. Τελικά ο παιάνας εξελίχθηκε σε φόρμα πολλών ειδών (πολεμικός, ευχαριστήριος, επιτραπέζιος), ενώ σταδιακά άρχισε να απευθύνεται και σε άλλους θεούς.
Ο διθύραμβος είναι χορικό τραγούδι κυρίως προς τιμήν του Θεού Διονύσου. Διασώζονται πλήρεις διθύραμβοι του ποιητή Βακχυλίδη και μεγάλα αποσπάσματα διθυράμβων του Πινδάρου.
Στη δεύτερη κατηγορία (τραγούδια για ανθρώπους) ανήκουν μεταξύ άλλων ο υμέναιος και το επιθαλάμιον, ο θρήνος, το επινίκιον κ.ά.
Ο υμέναιος και το επιθαλάμιον είναι τραγούδια του γάμου που παίζονταν στη διάρκεια της συνοδείας της νύφης από το σπίτι του γαμπρού, ενώ τη μελωδία τους έπαιζε αυλός.
Ο θρήνος είναι πένθιμο τραγούδι. Η προέλευση του πρέπει προφανώς να αναζητηθεί στα μοιρολόγια κατά την ταφή των νεκρών, τα οποία περιγράφει ήδη ο Όμηρος.
Το επινίκιον είναι χορικό, θριαμβευτικό τραγούδι προορισμένο να υμνήσει μια πολεμική, ποιητική, μουσική ή σε αθλητικούς αγώνες.
Εκτός, όμως, από τις μουσικές και ταυτόχρονα ποιητικές μορφές από τον 7ο αιώνα π.Χ. ήταν γνωστές μουσικές μορφές που δεν συνδυάζονταν με τον ποιητικό λόγο – υπήρχε δηλαδή μ’ άλλα λόγια καθαρή οργανική μουσική. Ένα τέτοιο είδος είναι ο «νόμος». Οι νόμοι ήταν αρχικά απλές μελωδίες πάνω στις οποίες τραγουδούσαν ποιήματα αφιερωμένα στους Θεούς. Ονομάστηκαν νόμοι γιατί απαγορευόταν αυστηρά η απομάκρυνση και παρέκκλιση από τις θεμελιώδεις αρχές του. Έτσι ο όρος αναφερόταν μεν στη μουσική, δεν αφορούσε όμως μόνο την οργανική μουσική.
Υπήρχαν αυλωδικοί νόμοι (με συνοδεία αυλού) που καθιέρωσε ο Κλωνάς και κιθαρωδικοί νόμοι (με συνοδεία κιθάρας) που καθιέρωσε ο Τέρπανδρος. Εκτός, όμως, από τους αυλωδικούς και κιθαρωδικούς νόμους υπήρχαν και καθαρά οργανικοί νόμοι, που λέγονταν αυλητικοί και κιθαριστικοί. Ένας τέτοιος νόμος ήταν ο αυλητικός «πυθικός νόμος» του Σακάδα. Ο Σακάδας κέρδισε το πρώτο βραβείο αυλητικής στα Πύθια του 586 π.Χ. (αγώνες προς τιμήν του Απόλλωνα στους Δελφούς) με τον αυλητικό πυθικό νόμο που έπαιξε και ο οποίος παρίστανε την πάλη του θεού Απόλλωνα με τον δράκοντα Πύθωνα και την τελική νίκη του θεού. Αυτός ο πυθικός νόμος είναι το πρώτο γνωστό είδος προγραμματικής μουσικής (μουσικής που αναφέρεται σε ένα εξωμουσικό περιεχόμενο).
Στα τέλη του 6ου/αρχές του 5ου αιώνα π.Χ. γεννιέται η αττική τραγωδία που έχει τις αρχές της στον απαντητικό τρόπο εκτέλεσης του διθυράμβου (εναλλαγή εξάρχοντος χορού) και στην επαύξηση της σπουδαιότητας του διαλογικού μέρους με την εισαγωγή των υποκριτών. Η αττική τραγωδία ήταν ένα μουσικό έργο με την αρχαία ελληνική σημασία της λέξης, δηλαδή ένωση μουσικής, ποιητικού λόγου και χορού. Ως καλλιτεχνικό είδος είναι οπωσδήποτε το υψηλότερο επίτευγμα αυτής της αξεχώριστης ενότητας των τριών στοιχείων της αρχαίας ελληνικής μουσικής.
Επίσης αναπτύσσεται το λυρικό τραγούδι (Σαπφώ, Ανακρέων κ.ά.). Εκπρόσωπος της περιόδου είναι ο Θαλήτας, ο Τυρταίος, ο Αλκμάν, ο Στησίχωρος, ο Σακάδας κ.ά. Ανακαλύπτεται το σύστημα γραφής και μπαίνουν οι βάσεις των νόμων της ακουστικής από τον Πυθαγόρα.

3) Ακμή κλασικής εποχής, 5ος αιώνας μέχρι το 338 π.Χ. μάχη της Χαιρώνειας. Την εποχή αυτή κέντρο είναι η Αθήνα. Η λυρική ποίηση αναπτύσσεται στον μέγιστο βαθμό με τον Σιμεωνίδη και τον Πίνδαρο, η τραγωδία με τους μεγάλους τραγικούς, η αττική κωμωδία με τον Κρατίνο, Ευπολι και Αριστοφάνη. Με βάση τις υπάρχουσες πληροφορίες από τις πηγές, μπορούν να επισημανθούν ιδιαίτερα δύο γνωρίσματα της μουσικής και της αντίληψης για τη μουσική στην Ελλάδα του 6ου και 5ου αιώνα π.Χ.:
α) η διδασκαλία περί ήθους, και
β) η σύνδεση της μουσικής ως τέχνης των ήχων με τη γενική έννοια της μουσικής, ιδιαίτερα ως συνένωση μουσικής και ποίησης.
Σχετικά με το πρώτο:
Η έννοια του ήθους στη μουσική συνδέεται με την αντίληψη ότι η μουσική μπορεί να ασκεί επίδραση στην ψυχή του ανθρώπου. Σύμφωνα με τη θεωρία του ήθους ή αλλιώς ηθική θεωρία της μουσικής, σε κάθε ρυθμική και μελωδική κίνηση υπάρχει μια ανάλογη συναισθηματική αντίδραση, με την έννοια ότι η μουσική μπορεί να επιδράσει στον άνθρωπο είτε θετικά παροτρύνοντας τον σε μία ενέργεια της βούλησής του είτε αρνητικά αποτρέποντάς τον από μία ενέργεια της βούλησης είτε τέλος απονεκρώνοντας τη βούλησή του. Βέβαια η θεωρία του ήθους δεν εξαντλείται μονάχα σε γενικές διαπιστώσεις, αλλά εμβαθύνει στην αισθητική διερεύνηση των δομικών παραμέτρων της μουσικής εξετάζοντας το ήθος της μελωδίας, των αρμονιών (τροπικών κατατάξεων), των γενών και ων ρυθμών. Έτσι, κάθε είδος μουσικής, κάθε είδος μελωδίας αλλά και ρυθμού έχει ένα ορισμένο ήθος ανάλογα με την επίδραση που ασκεί στην ψυχή. Ο Δώριος τρόπος έλεγαν, δυναμώνει τον χαρακτήρα, διδάσκει θάρρος εμπρός στον κίνδυνο και καρτερικότητα στη δυστυχία. Ο Φρύγιος ο τρόπος του διθυράμβου -όπως και ο ήχος του αυλού- έχει τη δύναμη να ξεσηκώνει και να φλογίζει τα πνεύματα. Την διδασκαλία περί ήθους διαπραγματεύονται περισσότερο ή λιγότερο συστηματικά όλοι σχεδόν οι θεωρητικοί της αρχαίας ελληνικής μουσικής, είτε για να την αποδεχτούν είτε για να την απορρίψουν. Πρώτος, όμως, την ανέπτυξε συστηματικά ο Δάμων ο Αθηναίος. Η προέλευση ωστόσο της διδασκαλίας πρέπει μάλλον να αναζητηθεί στην αρχική σύνδεση της μουσικής με τη θρησκευτική λατρεία και τη μαγεία. Μέσα στις νέες ιστορικές συνθήκες της πόλης η τυφλή υποταγή στα τελετουργικά και στις εθιμικές επιταγές του παρελθόντος δεν αντιστοιχούσε πια στην κοινωνική θέση της τέχνης και ειδικά της μουσικής. Η διδασκαλία περί ήθους έρχεται λοιπόν να δώσει μία επιστημονική θεωρητική θεμελίωση σ’ αυτό που εμπειρικά ήταν ανέκαθεν γνωστό – ότι η μουσική επιδρά στη διαμόρφωση των καταστάσεων της ψυχής. Βέβαια, η σχετική απλότητα της μουσικής των Ελλήνων, τους επέτρεπε να διαπιστώνουν, με αυστηρό πειραματικό έλεγχο, την καλή ή κακή επίδραση των διαφόρων ήχων, πράγμα που θα ήταν αδύνατο σήμερα. Σίγουρα όμως, ως αρχή, η θεωρία του ήθους είναι σωστή και μπορεί στην εποχή μας ακόμη να μας διδάξει πολλά.
Σχετικά με το δεύτερο:
Σε δύο τουλάχιστον σημεία φαίνεται πως μπορεί να εντοπισθεί το νόημα αυτής της ευρείας έννοιας της μουσικής σ’ ό,τι αφορά την οργανική μουσική, αφενός μεν στην ταυτότητα ποιητικών και μουσικών ρυθμών και αφετέρου στην «ποιητικότητα» της οργανικής μουσικής. Δηλαδή στο ότι θα ήταν αδιανόητη μια καθαρά οργανική μουσική σύνθεση, το περιεχόμενο της οποίας δεν θα μπορούσε να εκφραστεί ποιητικά.
Στο βαθμό που μπορούμε να προσεγγίσουμε μέσα από τις πηγές την μουσική πραγματικότητα των κλασικών χρόνων, μπορούμε να πούμε ότι η ενότητα αυτή ποιητικού λόγου και μουσικού ήχου ήταν για την κλασική ελληνική ποίηση και μουσική μία πραγματικότητα αλλά οπωσδήποτε και ένα αισθητικό ιδανικό. Με την μεταβολή των ιστορικών προϋποθέσεων πάνω στις οποίες στηριζόταν, η πραγματικότητα αυτή έπαψε να υπάρχει. Ως αισθητικό ιδανικό όμως συνέχισε να ασκεί μέχρι και την σύγχρονη εποχή μεγάλη επίδραση. Η επίδραση αυτή στους μεταγενέστερους ήταν τόσο μεγαλύτερη όσο η διάσωση του ποιητικού λόγου επέτρεπε την αξιολόγησή του, ενώ η σχεδόν ολοκληρωτική απώλεια της μουσικής δεν επέτρεπε τον σχηματισμό μιας συγκεκριμένης, προσιτής στην ακοή, εικόνας για το πώς ήταν και άφηνε ελεύθερο τον δρόμο στην φαντασία. Έτσι η αρχαία ελληνική μουσική της κλασικής εποχής θεωρήθηκε σε μεταγενέστερους χρόνους συχνά ως ιδανική μουσική.

4) Ελληνιστική εποχή, Αλεξανδρινή και μεταλεξανδρινή εποχή μέχρι την κατάκτηση της Ελλάδας από τους Ρωμαίους το 146 π.Χ.
Απροσδόκητα από τα μέσα του 5ου αιώνα, η μουσική στην Ελλάδα, προτρέχοντας όλων των άλλων τεχνών, αρχίζει μια αργή καθοδική πορεία και μάλιστα σε μία εποχή που οι εικαστικές τέχνες είναι στη μεγάλη ακμή τους. Αυτή η προοδευτική κατάπτωση της μουσικής θα συνεχιστεί αδιάκοπα ως το τέλος της ελληνιστικής εποχής.
Όπως συνάγεται μέσα από τις διαμαρτυρίες του Πλάτωνα και πολλών άλλων κλασικών συγγραφέων, η παρακμή στη μουσική φαίνεται να έχει δύο συνιστώσες, αδιάσπαστα δεμένες, μεταξύ τους, την κοινωνική και ηθική οπισθοδρόμηση και τους μουσικούς νεωτερισμούς.
Η κοινωνική και ηθική οπισθοδρόμηση σε σχέση με τη μουσική γίνεται περισσότερο αισθητή από τις αρχές του 4ου αιώνα π.Χ. Τα φαινόμενα που τη στοιχειοθετούν είναι: η προοδευτική εμπορευματοποίηση, ο θαυμασμός της ατομικής δεξιοτεχνίας και η εγκατάλειψη των υψηλών παλαιότερων εννοιών ήθους, νόμων, κ.τ.λ. Από κοινό κτήμα κάθε πολίτη από το σχολείο, η μουσική μετατρέπεται σιγά – σιγά σε δραστηριότητα λίγων διάσημων δεξιοτεχνών. Είναι αλήθεια πως η παρακμή της ελληνικής μουσικής άρχισε μέσα από την ίδια την τραγωδία. Το κοινό άρχισε να ενδιαφέρεται πιο πολύ για τα τραγούδια των χορικών παρά για το ηθικό και δραματικό περιεχόμενο της τραγωδίας. Οι μεταγενέστεροι, θέλοντας να κολακέψουν το γούστο του κοινού, έβαζαν στα διαλείμματα των δραμάτων χορούς και τραγούδια άσχετα με το έργο. Την ίδια αυτή εποχή συντελείται μια σημαντική επανάσταση στη μουσική με ανατροπή της παλαιάς τάξης των αρχαίων μουσικών νόμων και εισαγωγή καινοτομιών που προκάλεσε, όπως ήταν φυσικό τη σφοδρή αντίδραση των συντηρητικών της εποχής. Η αντίδραση αυτή στους καθαυτό μουσικούς νεωτερισμούς δεν είναι άσχετη με το στιγματισμό εκ μέρους τους της ηθικής κατάπτωσης που αναφέρθηκε παραπάνω. Οι αρχαίοι μουσικοί νόμοι εξέφραζαν την παραδοσιακή αντίληψη και θεωρούνταν ότι αντανακλούν τους θεϊκούς νόμους περί αρμονίας στη μουσική (λόγω της θεϊκής προέλευσης της μουσικής) και τη συνδεδεμένη με αυτούς αρμονία του σύμπαντος. Επομένως, η μουσική καινοτομία αποτελούσε έμμεση προσβολή του θείου και της ηθικής τάξης. Το νέο κύμα των μουσικών νεωτερισμών εμφανίζεται στο 2ο ήμισυ του 5ου αιώνα π.Χ. και παράλληλα έχουμε μουσικές καινοτομίες από τον Φενεκράτη, τον Ευρυπίδη και τον Αριστοφάνη. Έχουμε ακόμη θεωρητική και επιστημονική έρευνα της μουσικής και εμφανίζονται μεγάλοι θεωρητικοί της αρχαιότητας όπως ο Αριστόξενος που θεωρείται ο μεγαλύτερος θεωρητικός της αρχαίας Ελλάδας, ο Ευκλείδης και ο Ερατοσθένης. Εκπρόσωποι της εποχής είναι ο Φρύνις, ο Τιμόθεος κι άλλοι. Ύστερα από τη μακεδονική κατάκτηση, η μουσική δημιουργική φλόγα άρχισε λίγο – λίγο να σβήνει. Η μουσική δραστηριότητα μεταφέρεται σε άλλες πόλεις εκτός Ελλάδας π.χ. στην Αντιόχεια και στην Αλεξάνδρεια. Η τελευταία αυτή περίοδος της αρχαίας ελληνικής μουσικής, άφησε λιγοστά ονόματα όπως του Τελεσία, του Θεόκριτου και του Μεσομήδη. Στην Αλεξάνδρεια των Πτολεμαίων σώζονται αρκετά ονόματα εκτελεστών.
Τον 2ο π.Χ. αιώνα ανακαλύπτεται στην Αλεξάνδρεια από τον Έλληνα μηχανικό Κτησίβιο το όργανο «ύδραυλις» από το οποίο προήλθε το εκκλησιαστικό όργανο.

Μουσικά όργανα.
Τα πιο γνωστά μουσικά όργανα είναι ο αυλός και η λύρα. Οι κυριότερες μορφές οργάνων του τύπου λύρας στην αρχαία Ελλάδα ήταν η φόρμιγξ, η λύρα, η βάρβιτος και η κιθάρα.
Είναι ήδη γνωστό ότι η λύρα και η κιθάρα συνιστούν δύο ιδιαίτερες ομάδες οργάνων τύπου λύρας. Η διαφορά των δύο ομάδων είναι ότι η μεν λύρα έχει σχετικά μικρό ηχείο από καύκαλο χελώνας (ή σε σχήμα καύκαλου χελώνας) και δύο ξεχωριστούς, προσαρμοσμένους στο ηχείο λεπτούς βραχίονες (πήχεις), ενώ η κιθάρα έχει σχετικά μεγάλο ηχείο με χοντρούς βραχίονες (πήχεις), οι οποίοι είτε είναι προσαρμοσμένοι στο ηχείο, είτα σχηματίζουν μ’ αυτό ενιαίο σώμα.

Η φόρμιγξ έχει τα χαρακτηριστικά της κιθάρας μάλλον και συνήθως 4, αλλά επίσης και 2,3,5 ή και 6 χορδές.

Η βάρβιτος ήταν είδος λύρας, οι βραχίονες (πήχεις) του οποίου ήταν μακρύτεροι απ’ ό,τι στη λύρα και στο ανώτερο τμήμα τους σχημάτιζαν καμπύλη προς τα μέσα. Η βάρβιτος λόγω του μεγαλύτερου μήκους των χορδών της πρέπει να είχε βαθύτερα ήχο.

Και τα τέσσερα παραπάνω όργανα -τα πιο διαδεδομένα έγχορδα όργανα, τουλάχιστον στους κλασικούς χρόνους- παίζονταν με πλήκτρο.

Μια άλλη κατηγορία εγχόρδων αποτελούσαν τα ψαλτικά όργανα – δηλαδή τα παιζόμενα με τα δάχτυλα, χωρίς πλήκτρο. Σ’ αυτά ανήκουν μεταξύ άλλων το τρίγωνον (=άρπα) και η μάγαδις, πολύχορδο όργανο τύπου άρπας με χορδές κουρδισμένες ανά ζεύγη σε διάστημα ογδόης. Η σαμβύκη ήταν επίσης είδος άρπας με ύψος πάνω από ένα μέτρο, παιζόταν δε με πλήκτρο.
Από τα λαουτοειδή όργανα το πιο γνωστό ήταν η πανδούρα (ή πανδουρίς ή πάνδουρος, ή τρίχορδον), η οποία παιζόταν επίσης με πλήκτρο. Τα έγχορδα με δοξάρι ήταν στην αρχαία Ελλάδα, όπως και σ’ όλους τους αρχαίους μουσικούς πολιτισμούς, άγνωστα. Όλα τα έγχορδα όργανα ήταν νυκτά, είτε με τα δάκτυλα του εκτελεστή, είτε με πλήκτρο.

Από τα πνευστά όργανα το πιο γνωστό και διαδεδομένο ήταν ο αυλός. Ο αρχαίος ελληνικός αυλός δεν είχε καμιά σχέση με όργανα του τύπου φλάουτου. Από γραπτές μαρτυρίες και από εικονογραφικά τεκμήρια είναι χωρίς αμφιβολία γνωστό πως ήταν πνευστό με διπλή (ίσως μερικές φορές και με απλή) γλωττίδα – δηλαδή όργανο του τύπου σύγχρονου όμποε (ή ζουρνά στην ελληνική δημοτική μουσική). Ο αυλός κατασκευαζόταν σε διάφορα μεγέθη, σε αντιστοιχία περίπου με τις σημερινές περιοχές φωνών soprano, alto, tenore, basso και χρησιμοποιούταν συνήθως σε ζευγάρι ως διπλός αυλός (δίαυλος, δίδυμοι αυλοί, κ.τ.λ.). Οι δύο αυλοί του ζευγαριού μπορεί να είχαν το ίδιο ή διαφορετικό μήκος σωλήνα.
Άλλα πνευστά όργανα ήταν η σύριγξ – όργανο τύπου φλάουτου αποτελούμενο από παράλληλους κολλημένους μεταξύ τους καλαμένιους σωλήνες (συνήθως 7, αλλά επίσης 5 ή 9) και η σάλπιγξ, που χρησιμοποιούνταν στον πόλεμο και στην αγγελία διαφόρων τελετών.

Εκτός από τα έγχορδα όργανα (χορδόφωνα) και πνευστά (αερόφωνα) υπήρχαν επίσης πολλά κρουστά όπως τα σείστρα, τα κρόταλα, τα κύμβαλα και άλλα ιδιόφωνα και μεμβρανόφωνα.

Το Θεωρητικό σύστημα
Το Θεωρητικό σύστημα των αρχαίων Ελλήνων στηριζόταν στα τετράχορδα. Το τετράχορδο ήταν ένα σύστημα που αποτελείτο από 4 φθόγγους, από τους οποίους οι 2 ακραίοι σχημάτιζαν διάστημα τετάρτης καθαρής. Το διάστημα αυτό της τετάρτης έμενε πάντοτε αμετάβλητο, γι’ αυτό οι δύο ακραίοι φθόγγοι λέγονταν «μένοντες» ή «εστώτες» ή «ηρεμούντες» και ήταν σταθεροί φθόγγοι, ενώ οι 2 ενδιάμεσοι που μεταβάλλονταν λέγονταν «κινητοί». Οι αρχαίοι θεωρητικοί χρησιμοποιούσαν τους φθόγγους σχεδόν πάντα σε κατιούσες σειρές.
Τα συστήματα αυτά (μείζον – ελάσσον) δεν είναι κλίμακες. Γίνονται κλίμακες αν ενταχθούν σ’ ένα γένος.
Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, οι αρχαίοι θεωρητικοί χρησιμοποιούσαν κατιούσα σειρά φθόγγων. Μπορεί να γίνει και το αντίστροφο, αρκεί να τηρηθούν σωστά οι σχέσεις μεταξύ των φθόγγων.
Στην αρχαία ελληνική θεωρία της μουσικής δεν υπάρχει η έννοια του απόλυτου τονικού ύψους. Γι’ αυτό το λόγο μπορούσε κάθε φορά η αφετηρία της κλίμακας (αρμονίας) να είναι διαφορετική σε διάφορα τονικά ύψη, οι σχέσεις όμως των διαστημάτων πάντα ίδιες.
Ο Πυθαγόρας, μαθηματικός που έζησε τον 6ο π.Χ. αιώνα, ασχολήθηκε με τις ακουστικές βάσεις της μουσικής. Χρησιμοποίησε το μονόχορδο -δεν ήταν μουσικό όργανο- το οποίο αποτελούνταν από μία χορδή τεντωμένη πάνω σε μία ξύλινη βάση (ηχείο), και ένα καβαλλάρη. Μ’ αυτό ο Πυθαγόρας μελέτησε και καθόρισε τις σχέσεις των μουσικών διαστημάτων και έβαλε τις βάσεις του μουσικού συστήματος.
Έτσι αν μία τεντωμένη χορδή χωριστεί σε δύο ίσα μέρη, το ένα μέρος, δηλαδή το 1/2, μας δίνει την οκτάβα ή δια πασών. Αν χωριστεί σε τρία μέρη η χορδή, τα δύο, δηλαδή τα 2/3 μας δίνουν το διάστημα της καθαρής πέμπτης, αν χωριστεί σε τέσσερα μέρη, τα τρία, δηλαδή τα 3/4 μας δίνουν το διάστημα της καθαρής τετάρτης.
Μ’ αυτό τον τρόπο ο Πυθαγόρας καθόρισε τις σχέσεις των διαστημάτων κι έβαλε τις βάσεις του μουσικού συστήματος, που ακολούθησαν πρώτα ο Μεσαίωνας και έπειτα η Αναγέννηση.

Μουσική σημειογραφία
Η γνωστή σήμερα σημειογραφία της αρχαίας ελληνικής μουσικής παριστάνει τις βαθμίδες του τετραχόρδου σε περισσότερες οκτάβες με κανονικά ή τροποποιημένα γράμματα του ελληνικού αλφαβήτου. Επειδή στηρίζεται στα γράμματα του αλφαβήτου ονομάζεται αλφαβητική σημειογραφία.
Οι Έλληνες είχαν δύο συστήματα σημειογραφίας ένα για την οργανική και ένα για τη φωνητική μουσική. Για την φωνητική και την οργανική μουσική υπάρχουν αντίστοιχα διαφορετικά σύμβολα. Ο Αλύπιος στο έργο του «Εισαγωγή Μουσική» και ο Αριστείδης Κοϊντιλιανός στο έργο του «Περί Μουσικής» αναφέρουν ότι η οργανική γραφή είναι αρχαιότερη και καταγράφεται με τα χαμηλότερα σημεία. Ενώ για την φωνητική γραφή αναφέρουν ότι υιοθετήθηκε τον 5ο αιώνα π.Χ. βασισμένη στο Ιωνικό αλφάβητο και ότι καταγράφεται με τα υψηλότερα σημεία.
Στην οργανική σημειογραφία τα σημεία χρησιμοποιούνται κατά τριάδες, δηλαδή με τρεις διαφορετικές θέσεις του ίδιου σημείου – γράμματος:
α) σε κανονική θέση π.χ. Ε
β) ανεστραμμένο, ύψωνε το φθόγγο ένα τέταρτο του τόνου
γ) απεστραμμένο, ύψωνε το φθόγγο κατά ένα ημιτόνιο.
Υπήρχαν αντίστοιχα σημεία για τις παύσεις (χρόνοι κενά όπως λέγονται) και σημειώνονταν με το αρχικό γράμμα της λέξης Λείμμα (Λ) που σήμαινε την μικρότερη σιωπή, παύση.
Τα σημεία της οργανικής μουσικής λεγόταν σημεία «κρούσεως» και της φωνητικής σημεία «λέξεως».
Η σημειογραφία των αρχαίων Ελλήνων έφτασε να έχει πάνω από 1500 σημάδια. Το σύστημα αυτό είχε ακρίβεια και καθαρότητα αλλά και το μειονέκτημα να μη βοηθά το μάτι και να μην επιδέχεται εξέλιξη.

Η θέση της μουσικής στην κοινωνία και παιδεία των Αρχαίων Ελλήνων.
Η μουσική κατείχε μία ιδιαίτερη θέση στην κοινωνία των αρχαίων Ελλήνων. Ήταν πάντοτε ενωμένη με την ποίηση και το χορό. Ήταν μονόφωνη και ως επί το πλείστον φωνητική. Τόνιζε τον ποιητικό λόγο και υπογράμμιζε όλους τους μελωδικούς και ρυθμικούς τονισμούς που προσέφερε το ποιητικό κείμενο. Η μουσική εξαρτιόταν απολύτως από το λόγο. Ο ρυθμός του στίχου κανόνιζε τον ρυθμό της μελωδίας με αποτέλεσμα από τα ποιητικά μέτρα να γεννιούνται τα μουσικά μέτρα.
Βασικά σημάδια που καθορίζουν εκτός από το τονικό ύφος του κειμένου και τη ρυθμική οργάνωση της μουσικής ήταν το «μακρό» (-) και το βραχύ (υ). Η παύση λεγόταν «λείμμα» και συμβολιζόταν με το γράμμα Λ, που πάνω του σημείωναν την ανάλογη ρυθμική διάρκεια (- ή υ).

Είδη ρυθμών.
Δάκτυλος: – υυ Λεγόταν «γένος ίσον» και ήταν τετράσημοι.
Ανάπαιστος: υυ -
Σπονδείος: – -

Τροχαίος: – υ Λεγόταν «γένος διπλάσιον» και ήταν τρίσημοι.
Ίαμβος: υ -

Κρητικός ή παίων: – υ – Λεγόταν «γένος ημιόλου» και ήταν πεντάσημος.

Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω η αρχαία ελληνική μουσική ήταν γενικά μονοφωνική. Οι αρχαίοι Έλληνες τραγουδούσαν, συνόδευαν το τραγούδι τους ή έπαιζαν τα διάφορα όργανα, πάντοτε σε ταυτοφωνία ή σε οκτάβα. Οι συνηχήσεις όμως δεν ήταν άγνωστες. Συχνά η ενόργανη συνοδεία, μία οκτάβα ψηλότερα από την κύρια φωνή, έκανε μελωδικά στολίδια ή διαβατικές νότες. Ο τρόπος αυτός λεγόταν ετεροφωνία, και, δεν άλλαζε καθόλου τον μονοφωνικό χαρακτήρα της ελληνικής μουσικής.
Η μουσική είχε πρωτεύουσα θέση σε κάθε εκδήλωση θρησκευτική ή κοινωνική γιατί οι Έλληνες είχαν πολύ υψηλή ιδέα για τη δύναμη της μουσικής και για την μορφωτική και ηθοπλαστική της αξία.
Στα διάφορα μυστήρια (ελευσίνια – ορφικά κ.λ.π.) είχε σημαντική θέση. Στην κλασική εποχή μπήκε στην εκπαίδευση (στην Αθήνα περίπου 590 π.Χ. επί Σόλωνος) και αποτελούσε ένα από τα πιο σημαντικά μαθήματα ακόμη και στη Σπάρτη. Στους διαφόρους αγώνες ιδιαίτερα στα Πύθια και στα Δήλια γίνονταν και διαγωνισμοί μουσικής.
Πολύ σπουδαία ήταν η άποψη των αρχαίων Ελλήνων ότι η μουσική είχε ηθοπλαστικό χαρακτήρα. Σύμφωνα μ’ αυτή την αντίληψη, η μουσική είχε τη δύναμη να επιδρά θετικά ή αρνητικά στη θέληση του ανθρώπου. Το «ήθος» της μουσικής εξαρτιόταν ιδιαίτερα από τον τρόπο.
Ο Δώριος τρόπος, εμπνέει θάρρος, έχει αρρενωπό χαρακτήρα, φέρνει ψυχική ισορροπία, κάνει τον άνθρωπο ισχυρότερο και από τη μοίρα του.
Ο Φρύγιος τρόπος, φλογίζει τα πάθη, προκαλεί έκσταση (γι’ αυτό και είναι ο κύριος τρόπος του Διθυράμβου).
Ο Λύδιος τρόπος, είναι η τονικότητα του μοιρολογιού, του τρυφερού και οικείου.
Την άποψη αυτή υποστήριξαν οι μεγαλύτεροι φιλόσοφοι της αρχαιότητας, ο Πλάτωνας στην «Πολιτεία» του που θεωρεί τη μουσική ως ακρόπολη της Πολιτείας και ο Αριστοτέλης στα «Πολιτικά» και ιδίως στα «Μουσικά» προβλήματα.

Αρμονία των σφαιρών.
Σύμφωνα με τη Σχολή των Πυθαγόρειων, οι πλανήτες καθώς περιστρέφονται παράγουν διάφορους μουσικούς ήχους που δεν τους ακούμε. Αυτό το σύνολο των μουσικών ήχων λέγεται «αρμονία των σφαιρών». Η μουσική για τον Πυθαγόρα ήταν πάνω απ’ όλα μια μαθηματική επιστήμη η ουσία της οποίας ήταν ο αριθμός και η ομορφιά της, η έκφραση των αρμονικών σχέσεων των αριθμών. Η μουσική ήταν επίσης η εικόνα της ουράνιας αρμονίας, οι αρμονικές σχέσεις των αριθμών μεταφέρονταν στους πλανήτες. Καθώς λέει ο Πλάτωνας, η αστρονομία και η μουσική είναι αδελφές επιστήμες. (Όπως τα μάτια μας φτιάχτηκαν για την αστρονομία, έτσι και τα αυτιά μας φτιάχτηκαν για τη μουσική).
Ο Πλίνιος λέει ότι ο Πυθαγόρας ονόμαζε την απόσταση από τη Γη στη Σελήνη ένα τόνο, την απόσταση από τη Σελήνη στον Ερμή, ένα ημιτόνιο, από την Αφροδίτη στον Ήλιο ένα τόνο και μισό, κλπ. Ο Αριστείδης λέει ότι η δια πασών (όγδοη), εκφράζει την αρμονική κίνηση των πλανητών. Τέλος, ο Νικόμαχος, υποστηρίζει ότι τα ονόματα των επτά μουσικών φθόγγων πήραν την ονομασία τους από τους επτά πλανήτες και τη θέση τους προς τη Γη.
Κρόνος – Υπάτη
Δίας – Παρυπάτη
Άρης – Λιχανός ή Υπερμέση
Ήλιος – Μέση
Ερμής – Παραμέση
Αφροδίτη – Παρανήτη
Σελήνη – Νήτη
Η κίνηση του σύμπαντος και αυτή της ανθρώπινης ψυχής βασίζονται στις ίδιες αρμονικές αναλογίες αριθμών. Συνεπώς, η μουσική με την αριθμητική της αρχή αποτελεί απεικόνιση της τάξης του σύμπαντος, ασκεί όμως και αντίστροφα επίδραση στο θυμικό και το χαρακτήρα του ανθρώπου, και ως ηθικός και κοινωνικός παράγοντας πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην εκπαίδευση και το δημόσιο βίο.

Χωρίς αμφιβολία, η μουσική παιδεία και μόρφωση των αρχαίων Ελλήνων ήταν αρκετά ωφέλιμη για αυτούς ως άτομα και για την κοινωνία τους γενικότερα. Κυρίως, γιατί λειτούργησε ως κίνητρο να μελετήσουν διάφορες απόψεις και πτυχές πάνω σε ένα συγκεκριμένο θέμα, με αποτέλεσμα να διευρύνουν τις γνώσεις τους και να μάθουν και να πληροφορηθούν πράγματα που πραγματικά τους ενδιέφεραν. Ακόμη, έτσι, είχαν την ευκαιρία να δημιουργήσουν το δικό τους σύμπαν σχετικά με το θέμα που μελέτησαν και να καταγράψουν όλα τα στοιχεία που απέσπασαν με πιο προσωπικό τρόπο. Μάλιστα, η προσπάθεια αυτή της ένωσης των διαφόρων στοιχείων και ένωσης των νοημάτων αποτέλεσε θαυμάσια εξάσκηση για τη βελτίωση της κριτικής τους ικανότητας.
Όσον αφορά το θέμα της εργασίας, «Η Μουσική στην Αρχαία Ελλάδα», πρέπει να ομολογήσω ότι η επιλογή υπήρξε αρκετά εύκολη, καθώς η μουσική των αρχαίων Ελλήνων ήταν πάντοτε ένα θέμα που κινούσε το ενδιαφέρον και την περιέργειά μου και επιθυμούσα να ερευνήσω και να μελετήσω πιο ουσιαστικά.
Πράγματι, μέσα από τη μελέτη για την εργασία μου αποκόμισα πολλές χρήσιμες πληροφορίες, όπως για παράδειγμα αυτές που αφορούσαν το Θεωρητικό σύστημα της μουσικής, αφού με έκαναν να συνειδητοποιήσω πόσο μεγάλη είναι η σχέση της σύγχρονης μουσικής με αυτή των αρχαίων καθώς και το πόσο πολύ στηρίζεται το δικό μας μουσικό σύστημα σε όλη τη μουσική θεωρία των αρχαίων Ελλήνων.
Τέλος, ιδιαίτερη εντύπωση μου έκανε το γεγονός ότι οι αρχαίοι Έλληνες ήταν εξοικειωμένοι με την ιδέα ότι η μουσική καταπραΰνει, χαροποιεί, πλάθει ήθος, θεραπεύει. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο κατείχε ύψιστη θέση στην αρχαία κοινωνία, χαρακτηριζόταν ως αδελφή επιστήμη με τα μαθηματικά και την αστρονομία – αστρολογία, αποτελούσε αντικείμενο στοχασμού στις φιλοσοφικές συζητήσεις ενώ συνόδευε όλες τις εκφάνσεις της ζωής.

Πηγές:
1) Γιάννου Δ., Ιστορία της Μουσικής. Θεσσαλονίκη 1994. Εκδόσεις: University Studio Press. ISBN 960-12-0477-6.
2) http://www.peemde.gr
3) http://www.lyravlos.gr

Αμαλία Κ. Ηλιάδη

Ακούστε

Και ένα για πλάκα:

ΕδώΈχει μέσα και οδηγίες πώς να φτιάξετε τέτοια ρούχα.

Πηγή:
Φτιάχνω μόνος μου
Αν νομίζεται ότι οι αρχαίοι συγγραφείς στα κείμενά τους έγραφαν μόνο φιλολογικά κείμενα κάνετε λάθος.
Οι κλασσικοί συγγραφείς έχουν περιγράψει στα κείμενά τους, με πολλές λεπτομέρειες, την καλλιέργεια και την χρήση των φυτών, όπως και διάφορους μεθόδους για τον έλεγχο των ασθενειών των φυτών και των ζιζανίων.
Αναφέρονται πολύ τρόποι για την επεξεργασία των σπόρων, την απολύμανση και τις μεθόδους που χρησιμοποιούσαν για προστασία από τα επιβλαβή έντομα.
Οι Έλληνες είναι οι πρώτοι συγγραφείς που έγραψαν περί φυτών γεωργικά βιβλία και κατόπιν οι Ρωμαίοι.
Από τους πρώτους Έλληνες είναι ο Δημόκριτος 5ο αιώνα π.Χ., ο Ξενοφών και ο Θεόφραστος ένα αιώνα αργότερα.
Από τους Ρωμαίους συγγραφείς που τα βιβλία τους υπάρχουν ακόμα είναι ο Cato (234-149 π.Χ.), ο Varro (116-17 π.Χ.), ο Virgil (70-19 π.Χ.), ο Pliny (23-79 μ.Χ.), ο Columella (1ο αιώνα μ.Χ.), και ο Palladius (4ο αιώνα μ.Χ.).
Υπήρχαν και άλλοι αλλά δυστυχώς τα γραπτά τους δεν έχουν σωθεί, αλλά αναφέρονται από άλλους σύγχρονους συγγραφείς ή στο βιβλίο Γεωπονικά. Αυτό το βιβλίο είναι μια συλλογή από γραπτά με γεωργικές εργασίες που συλλέχτηκαν τον 6ο με 7ο αιώνα μ.Χ. από τον Κασσιανό Βάσσο(Cassianus Bassus). Δεν ξέρουμε πολλά για τους αυθεντικούς συγγραφείς των ενοτήτων του βιβλίου αλλά ότι πολύ έζησαν από τον 2ο π.Χ. έως τον 2ο μ.Χ. αιώνα.

Προστασία από αρρώστιες και έντομα
Αναφορές στο πως εμφανιζόταν να είναι οι ασθένειες των φυτών υπάρχουν στο Ξενοφώντα και στο Θεόφραστο. Τις περιέγραφαν και τις ονόμαζαν ξήρανση, μυκητίαση, σκουριά και σάπισμα.
Γνώριζαν ότι η σκωρίαση στα αμπέλια και στα δημητριακά συνέβαινε πιο συχνά σε περιοχές υγρές και χωρίς ανέμους και ανάφεραν ότι η ομίχλη και η υγρασία ήταν υπεύθυνη για τις μυκητιάσεις στα αμπέλια.
Ενάντια σε αυτό που περιέγραψαν σαν μυκητιάσεις χρησιμοποιούσαν δύο τρόπους
Ο πρώτος ήταν για πρόληψη και αφορούσε την επεξεργασία των σπόρων πριν την σπορά,
ενώ η θεραπεία για την ξήρανση και τις μυκητιάσεις στα δέντρα και στις καλλιέργειες γινόταν με διάφορους καπνούς.
Η επεξεργασία των σπόρων με διάφορα ζωικά, φυτικά και ορυκτά προϊόντα χρησιμοποιούνταν ευρέως και θεωρούνταν χρήσιμα και για την καταπολέμηση των βλαβερών εντόμων και ζώων.
Συνιστούσαν τον εμποτισμό των σπόρων σε λιόζουμο και φυσική σόδα για περισσότερη παραγωγή αλλά και προστασία των σπόρων στο στάδιο του φυτρώματος από τα σκαθάρια.
Ακόμα ανακάτευαν τους σπόρους με στάχτη ή παλαιωμένη κοπριά πριν την σπορά.
Η γενική χρήση του καπνού σαν προφυλακτικό από την μυκητίαση και την καπνιά είναι καταγεγραμμένη σε πολλούς.
Η βασική διαδικασία ήταν να κάψουν υλικά όπως άχυρο, θάμνους, χόρτα, καβούρια, ψάρια, κοπριά, κέρατο βοδιού ή άλλου ζώου σε μία προσήνεμη μεριά ώστε ο καπνός να διασκορπιστεί σε όλο το δεντρόκηπο ή χωράφι. Υπήρχε η αντίληψη ότι τέτοιος καπνός εξαφάνιζε την μυκητίαση και την καπνιά. Ο συγκεκριμένος καπνός από αυτά τα καιγόμενα υλικά είναι πολύ έντονος και δύσοσμος.
Οι κοπανισμένες ρίζες και τα φύλλα από την άγριο αγγουριά εμποτισμένα σε νερό ψεκάζονταν στα κλήματα για τον έλεγχο των μυκητιάσεων και των εντόμων.
Το ίδιο αποτέλεσμα φαίνετε ότι είχε η στάχτη από συκιά ή βελανιδιά όταν εμποτιζόταν σε νερό και ψεκαζόταν στις καλλιέργειες.
Μια άλλη θεραπεία για την καπνιά ήταν το ψέκασμα των φυτών με λιόζουμο.
Ένα μίγμα από στάχτες και σανδαράκη (κόκκινο αρσενικό) sandarach (Tetraclinis articulata) όταν εφαρμοζόταν στα αμπέλια λεγόταν ότι ήταν δραστικό ενάντια στη μυκητώδη αρρώστια της σήψης και του σαπίσματος.
Εκχύλισμα από πικρό λούπινο ή πικραγγουριά χρησιμοποιούταν ευρέως εναντίον διάφορων βλαβερών εντόμων.
Άλλα φυτά που αναφέρονται με εντομοκτόνες ή εντομοαπωθητικές ιδιότητες είναι η αψιθιά, ο νάρθηξ ο απόζων, ο σαμπούκος, το σκόρδο, το ηλιοτρόπιο, ο ελλέβορος, ο κισσός, η σκίλλα, η κασσία, η βαγιά, ο κέδρος, το κίτρο, η συκιά, η βελανιδιά και η ροδιά.
Το λάδι χρησιμοποιούταν για να ψεκάζεται στα κλήματα και στα άλλα φρούτα για να διώχνει τα έντομα μακριά. Για τα ασφαλίσουν από τα έντομα πρόσθεταν μέσα στο λάδι κισσό, κίτρο, λούπινα και άλλα ζωικά ή φυτικά προϊόντα, πριν την εφαρμογή.
Ορυκτή πίσσα ζεσταμένη με λάδι ή λιόζουμο και θειάφι χρησιμοποιούταν σαν κόλλα, στους κορμούς και στα στελέχη των κλημάτων ή των δέντρων έτσι ώστε τα μυρμήγκια οι κάμπιες και τα βλαβερά έντομα να μην μπορούν να σκαρφαλώσουν σε αυτά. Η ίδια διαδικασία γινότανε με κατράμι και κοκκινόχωμα. Το θειάφι όταν αναμειγνυόταν με λάδι ή ρίγανη το χρησιμοποιούσαν εναντίων σκαθαριών και μυρμηγκιών.
Για τις μύγες και άλλα έντομα χρησιμοποιούσαν συχνά δηλητηριασμένα δολώματα.
Οι μύγες σκοτώνονταν με έγχυμα από δάφνη και μαύρο ελλέβορο σε γάλα ή γλυκό κρασί.
Άλλη μια μορφή προστασίας ήταν και η συγκαλιέργεια.
Παρατήρησαν ότι το ραπανάκι μπορούσε να προστατευτεί από τις αράχνες αν σπερνόταν βίκος μαζί του. Το φύτεμα πικρού βίκου μαζί με γογγύλια και αρακά ανάμεσα στα λάχανα, θεωρούταν προστατευτικό ενάντια στην ζημιά από κάμπιες.
Μια μέθοδος προστασίας των νέων δέντρων από τα σκουλήκια ήταν να φυτεύουν σκυλλοκρέμμυδα κάτω από αυτό.
Άλλη μέθοδος προστασίας των νέο φυτεμένων δέντρων ήταν να αλείψουν τις ρίζες τους με χολή βοδιού πριν τα φυτέψουν.
Για προστασία των σπόρων από τα ποντίκια, ο σπόρος πασπαλιζόταν με στάχτες από νυφίτσα ή γάτα, και ψεκαζόταν με χολή βοδιού πριν την σπορά για προστασία από τα ζωύφια.
Μικρά έντομα και ζωύφια κρατιόνταν μακριά με τακτικό ψεκασμό στα φυτά με νερό, στο οποίο είχαν σαπίσει καβούρια.
Οι καπνοί από τον κισσό θεωρούταν ότι έδιωχνε τις νυχτερίδες, ενώ οι καπνοί από ρίγανη, σπόρο μαϊντανού και καλύκανθου, χρησιμοποιούνταν για να διώξουν τα ποντίκια. Για τα φίδια έκαιγαν κέδρο, γάλβανο και κέρατο ελαφιού, ενώ για να διώχνουν τους σκορπιούς έκαιγαν σκορπιούς ή σανδαράκη.

Πηγές:
Ξενοφών-Οικονομικός
Θεόφραστος-Περί φυτών ιστορία
Cato and Varro-De Re Rustica
Columella-De Re Rustica/De Arboribus
Πλίνιος ο Πρεσβύτερος–Φυσική ιστορία
Βιργίλιος-Γεωργικά
Palladius-On Husbondrie
Κασσιανός Βάσσος-Γεωπονικά

Τα περισσότερα βιβλία υπάρχουν στην βιβλιοθήκη της ιστοσελίδας, άλλα στην Ελληνική και άλλα στην Αγγλική γλώσσα.

Από:
εδώΘεογονία, κοσμογονία και ανθρωπογονία.
Οι ορφικοί, οπαδοί θρησκευτικής κίνησης που εμφανίστηκε τον 6ο π.Χ. αι., απέδιδαν την ίδρυση της θρησκείας τους στον Ορφέα και τον θεωρούσαν δημιουργό
πολλών επικών ποιημάτων με τον τίτλο Θεογονίαι. Το μεγαλύτερο μέρος από αυτά τα ποιήματα έχει χαθεί.

Στη θεογονία των ορφικών εκτός από το χάος, τη γαία, τον ουρανό, τον ωκεανό υπάρχουν κι άλλες πρωταρχικές δυνάμεις όπως ο χρόνος, ο
αιθέρας, το ύδωρ και το κοσμικό αβγό.

Η δημιουργία

Στην αρχή υπήρχε ο αγήραος (αγέραστος) χρόνος. Από το χρόνο δημιουργήθηκε ο αιθήρ και γύρω του ένα απέραντο χάσμα, το χάος τυλιγμένο σε βαθύ έρεβος. Μέσα
στον αιθέρα δημιούργησε ο χρόνος το κοσμικό αβγό, που έλαμπε μέσα στο χάος. Από το αργυρό αβγό (ωόν αργύφεον) εκκολάφθηκε ο Φάνης, (ή Φαέθων ή
Πρωτόγονος ή Μήτις ή Έρως ή
Ηρικεπαίος) που ήταν και αρσενικός και θηλυκός, με τέσσερα μάτια, τέσσερα κεφάλια με μορφή ζώου, χρυσά φτερά και φωνή λιονταριού και κριού. Το όνομά του
υποδηλώνει το φως και τον θεωρούσαν σαν το φωτεινό δημιουργό του κόσμου. Δημιούργησε τον ουρανό για να κατοικούν οι θεοί, τη γη και τη σελήνη. Με την αδελφή
του τη Νύχτα γέννησε τον Ουρανό, που τον έκανε κυρίαρχο στους θεούς και τη Γη (ος πρώτος βασίλευσε θεών μετά μητέρα Νύκτα).

Η διαδοχική γέννηση των θεών γίνεται όπως και στη Θεογονία του Ησίοδου με κάποιες μικρές αποκλίσεις. Ο Ουρανός εκδιώκεται από τον Κρόνο κι εκείνος με τη
σειρά από το Δία, που δημιουργεί εκ νέου τον κόσμο.
Ο Ζευς καταβροχθίζει το Φάνητα κι έτσι γίνεται παντοδύναμος και κυρίαρχος των πάντων. Κέντρο της θεογονίας είναι ο γιος του Δία και λυτρωτής του κόσμου
Ζαγρεύς Διόνυσος. Ο Διόνυσος Ζαγρεύς ήταν γιος του Δία και της Κόρης – Περσεφόνης και με τη γέννησή του τερματίζεται η δημιουργία θεϊκών όντων.

Οι Τιτάνες κατατεμαχίζουν και κατασπαράζουν το Διόνυσο, μόνο που η Αθηνά καταφέρνει να περισώσει την καρδιά του με την οποία ο Δίας τον ξαναδημιουργεί και
τον επαναφέρει στη ζωή. Ο Δίας με τους κεραυνούς του τιμωρεί τους Τιτάνες και από τη στάχτη τους φτιάχνει το γένος των ανθρώπων. Αλλά επειδή η τέφρα των
Τιτάνων περιείχε και την τέφρα του καταβροχθισθέντος Διονύσου, ο άνθρωπος έχει δυο φύσεις. Μία τιτανική και μία θεϊκή. Θεϊκή είναι η ψυχή του και τιτάνιο
είναι το σώμα του.

Η ψυχή για τους Ορφικούς – Μια σειρά μετεμψυχώσεων
Σύμφωνα με τους ορφικούς η ανθρώπινη ψυχή φυλακίστηκε μέσα το σώμα ως συνέπεια του αμαρτήματος των Τιτάνων. Οι άνθρωποι οδηγούνται προς τη λύτρωση μέσα
από την προσπάθεια να αποσπάσουν και να διαχωρίσουν μέσα τους το θεϊκό στοιχείο από το τιτανικό.

Αλλά η οδός αυτή είναι μακρά, γιατί η ψυχή υπόκειται συνεχώς σε νέες μετενσαρκώσεις, επιστρέφοντας στη γη μετά από πρόσκαιρη διαμονή στον Άδη και πρέπει
να ολοκληρώσει ολόκληρο τον κύκλο των γενέσεων και τη σειρά των μετεμψυχώσεων γιατί:

block quote
ἔστιν Ἀνάγκης χρῆμα, θεῶν ψήφισμα παλαιόν,
ἀίδιον, πλατέεσσι κατεσφρηγισμένον ὅρκοις·
εὖτέ τις ἀμπλακίηισι φόνωι φίλα γυῖα μιήνηι,
ὅς κ(ε) ἐπίορκον ἁμαρτήσας ἐπομόσσηι,
δαίμονες οἵτε μακραίωνος λελάχασι βίοιο,
τρίς μιν μυρίας ὧρας ἀπὸ μακάρων ἀλάλησθαι,
φυομένους παντοῖα διὰ χρόνου εἴδεα θνητῶν
ἀργαλέας βιότοιο μεταλλάσσοντα κελεύθους.
αἰθέριον μὲν γάρ σφε μένος πόντονδε διώκει,
πόντος δ’ ἐς χθονὸς οὖδας ἀπέπτυσε, γαῖα δ’ ἐς αὐγὰς
ἠελίου φαέθοντος, ὁ δ’ αἰθέρος ἔμβαλε δίναις·
ἄλλος δ’ ἐξ ἄλλου δέχεται, στυγέουσι δὲ πάντες.
τῶν καὶ ἐγὼ νῦν εἰμι, φυγὰς θεόθεν καὶ ἀλήτης,
νείκεϊ μαινομένωι πίσυνος.
(Υπάρχει χρησμός της ανάγκης, απόφαση των θεών από παλιά… τρεις μυριάδες εποχές να περιπλανιόνται μακριά από τη χώρα των Μακάρων, και να παίρνουν κατά
τη γέννησή τους, με το πέρασμα του χρόνου, παντοειδείς μορφές θνητών… από αυτούς είμαι κι εγώ, εξόριστος των θεών και περιπλανώμενος)

block quote end

Ο Εμπεδοκλής στον οποίο ανήκουν οι παραπάνω στίχοι ισχυρίζεται ακόμη:

block quote
ἤδη γάρ ποτ’ ἐγὼ γενόμην κοῦρός τε κόρη τε
θάμνος τ’ οἰωνός τε καὶ ἔξαλος ἔλλοπος ἰχθύς.
(μέχρι τώρα κάποτε έγινα και αγόρι και κορίτσι και θάμνος και πουλί και υδρόβιος άλαλος ιχθύς)

block quote end

Το τέρμα του κύκλου των γεννήσεων σημαίνει, για τους ορφικούς, τον πλήρη εξαγνισμό της ψυχής, η οποία επιστρέφει στο θεό του οποίου είναι μέρος.

Ο Δίας μια πανθεϊστική θεότητα

Στους ορφικούς ο Δίας κατέχει τη θέση μιας πανθεϊστικής θεότητας

Ζεὺς πρῶτος γένετο, Ζεὺς ὕστατος ἀρχικέραυνος·
Ζεὺς κεφαλή, Ζεὺς μέσσα, Διὸς δ’ ἐκ πάντα τέτυκται·
Ζεὺς πυθμὴν γαίης τε καὶ οὐρανοῦ ἀστερόεντος·
Ζεὺς ἄρσην γένετο, Ζεὺς ἄμβροτος ἔπλετο νύμφη·
Ζεὺς πνοιὴ πάντων, Ζεὺς ἀκαμάτου πυρὸς ὁρμή·
Ζεὺς πόντου ῥίζα, Ζεὺς ἥλιος ἠδὲ σελήνη·
Ζεὺς βασιλεύς, Ζεὺς ἀρχὸς ἁπάντων ἀρχικέραυνος·
πάντας γὰρ κρύψας αὖθις φάος ἐς πολυγηθὲς
ἐκ καθαρῆς κραδίης ἀνενέγκατο, μέρμερα ῥέζων.

(Ο Ζευς είναι η κεφαλή, ο Ζευς είναι η μέση και από το Δία δημιουργούνται τα πάντα.
Ο Ζευς είναι ο πυθμένας της γης και του έναστρου ουρανού.
Ο Ζευς έγινε άνδρας και αθάνατη νύμφη.
Ο Ζευς είναι η πνοή των πάντων, η ορμή του ακούραστου πυρός,
η ρίζα της θάλασσας. Ο Ζευς είναι ο ήλιος και η σελήνη.
Ο Ζευς με τους λαμπρούς κεραυνούς είναι η αρχή των πάντων…)

block quote
Πηγές

1. Συριανός, Σχόλια στη Μεταφυσική του Αριστοτέλη:
ταῦτα τὸ ἀληθὲς ἱστόρηται περὶ τῶν θεολόγων· ἐκεῖνοι γὰρ Νύκτα μὲν καὶ Οὐρανόν φασι βασιλεύειν καὶ πρὸ τούτων τὸν μέγιστον αὐτῶν πατέρα “τὸν τόθ’
ἑλὼν διένειμε θεοῖς θνητοῖσί τε κόσμον, οὗ πρῶτος βασίλευσε περικλυτὸς Ἠρικεπαῖος”, μεθ’ ὃν ἡ Νύξ “σκῆπτρον ἔχουσ’ ἐν χερσὶν Ἠρικεπαίου”.
2. Πρόκλος, Σχόλια στον Τίμαιο του Πλάτωνα:

πάλαι γὰρ ὁ ἔν τε τῷ Φάνητι τὴν
δημιουργικὴν αἰτίαν ἀνύμνησεν· ἐκεῖ γὰρ ἦν τε καὶ προῆν,
ὥσπερ ἔφη καὶ αὐτός,
,
ἵνα δὴ τῆς διττῆς δημιουργίας ἔχῃ τὰς οἱονεὶ πηγάς· καὶ
ἐν τῷ Διὶ τὴν παραδειγματικήν· Μῆτις γὰρ αὖ καὶ οὗτός
ἐστιν, ὥς φησι
,
αὐτὸς δὲ ὁ Διόνυσος καὶ Φάνης καὶ Ἠρικεπαῖος συνεχῶς
ὀνομάζεται.

θεῶν βασιλέας
παραδέδωκεν Ὀρφεὺς κατὰ τὸν τέλειον ἀριθμὸν τῶν ὅλων
προεστηκότας Φάνητα Νύκτα Οὐρανὸν Κρόνον Δία Διόνυ-
σον· πρῶτος γὰρ ὁ Φάνης κατασκευάζει τὸ σκῆπτρον·
·
δευτέρα δὲ ἡ Νύξ, δεξαμένη παρὰ τοῦ πατρός, τρίτος δὲ
Οὐρανὸς παρὰ τῆς Νυκτός, καὶ τέταρτος ὁ Κρόνος,
βιασάμενος, ὥς φασι, τὸν πατέρα, καὶ πέμπτος ὁ Ζεύς,
κρατήσας τοῦ πατρός, καὶ μετὰ τοῦτον ἕκτος ὁ Διόνυσος.

3. Δαμάσκιος, Περί των πρώτων Αρχών:

Καὶ γὰρ ·
ἔπειτα δ’ ἔτευξε μέγας Κρόνος αἰθέρι δίῳ
ὠεὸν ἀργύφεον.

4. Στοβαίος, Ανθολόγιο, 1, 1, 24
5. Πορφύριος, Περί Αγαλμάτων, 3, 8
6. Δαμάσκιος, Σχόλια στον Παρμενίδη
7. Κέλσος, Αληθής Λόγος, 8, 53
8. Εμπεδοκλής,
9. Ωριγένης, Κατά Κέλσου, 8, 53

block quote end

Ορφέας

Μεγάλος αριθμός θρησκευτικών ποιημάτων σε δακτυλικό εξάμετρο αποδόθηκαν στον Ορφέα. Από αυτά οι Ορφικοί Ύμνοι και τα Αργοναυτικά σώζονται ολόκληρα. Πληροφορίες
για την ορφική λογοτεχνία βρίσκουμε σε αποσπάσματα παπύρων και σε παραπομπές μεταγενέστερων συγγραφέων.

ο Πυθαγόρας


Πηγή:

Εκίβολος

ΟΙ ΠΥΘΑΓΟΡΕΙΟΙ 

Οι Πυθαγόρειοι δεν ήταν απλώς μια επιστημονική και φιλοσοφική σχολή αλλά και μια θρησκευτικοπολιτική αίρεση, περιβαλλόμενη με αρκετό μυ­στήριο. Τα κείμενα που διαθέτουμε σχετικά είναι συνήθως ελλιπή, γι’ αυ­τό και δύσκολα διακρίνει κανείς τι ανήκει στο μύθο και τι στην ιστορία.

Ι. Η ζωή του Πυθαγόρα1                                                                                                     

Γεννήθηκε στη Σάμο το 580 περίπου π.Χ. Λέγεται ότι πήγε στη Μίλητο να ακούσει τον Αναξίμανδρο καθώς κι ότι ο  Θαλής τον θεωρούσε ιδιο­φυΐα και ανώτερο του. Ορισμένες, μεταγενέστερες ως επί το πλείστον, πα­ραδόσεις τον φέρουν να ταξιδεύει στην Αίγυπτο, τη Βαβυλώνα (όπου και συναντά τον Ζωροάστρη), τις Ινδίες κ.λπ. Ο Τσέλλερ θεωρεί όλ’ αυτά τα ταξίδια μυθικά ενώ ο Σαινιέ πιστεύει πως το ταξίδι στην Αίγυπτο πρέπει να θεωρείται βέβαιο. Όπως και να ‘χει όμως το πράγμα, το σίγουρο είναι πως ο Πυθαγόρας εγκατέλειψε τη Σάμο για ν’ αποβιβαστεί στη Σύβαρη κι από κει να μεταβεί πεζός στον Κρότωνα. Εκεί διδάσκει και συγκεντρώνει γύρω του πλήθος μαθητών. Ιδρύει μια κοινότητα από άνδρες, γυναίκες και παιδιά, όπου κυριαρχεί η κοινοκτημοσύνη, διδάσκεται η ομόνοια κι επιβάλλεται η μυστικότητα. Έτσι ο Πυθαγόρας αποκτά σιγά σιγά μεγά­λη επιρροή στα πράγματα της πόλης και το πρόσωπο του περιβάλλεται με πλειάδα μύθων. Λεγόταν πως ήταν γιος του Απόλλωνα, πως ήταν θαυ­ματουργός, ότι θυμόταν τις παρελθούσες ζωές του, ακόμα κι ότι μπορού­σε να μετακινηθεί αστραπιαία μέσα στο χώρο. Πολύ σύντομα όμως θα προκαλέσει το μίσος του λαού, που θα τον κατηγορήσει για τον αριστοκρατισμό και τον μυστικισμό του. Ξεσπά λαϊκή εξέγερση και οι Πυθαγό­ρειοι σφαγιάζονται.

Σύμφωνα με μια παράδοση ο Πυθαγόρας παραδόθηκε στην πυρά ενώ σύμ­φωνα με μια άλλη κατέφυγε στο Μεταπόντιο, όπου και πέθανε. Με την αποκατάσταση της ειρήνης στον Κρότωνα, επιτράπηκε τελικά στους Πυ­θαγόρειους να επιστρέψουν, υπό τον όρο, όμως, ότι θα άλλαζαν το κατα­στατικό της κοινότητας τους. Τον τέταρτο π.Χ. αιώνα ο Αριστόξενος ο Ταράντιος θα πρέπει να συνάντησε τους τελευταίους εκπροσώπους της σχολής. Πιστεύεται, τέλος, πως ο Φιλόλαος θα πρέπει να ήταν εκείνος που πρόδωσε τα μυστικά της ομάδας και πούλησε στον Διονύσιο των Συρακουσών ή, κατ’ άλλους, στον Δίωνα τρία βιβλία που περιείχαν το εσωτεριστικό δόγμα των Πυθαγορείων. Αυτά τα βιβλία θα πρέπει να διάβασε ή και να αγόρασε ο Πλάτων κατά το πρώτο του ταξίδι στη Σικελία, για να τα χρησιμοποιήσει τελικά στον Τίμαιο του.

II. Το Τάγμα των Πυθαγορείων

 Στον Κρότωνα, η έκφραση «οι Πυθαγόρειοι» δεν υποδήλωνε απλώς μια σχολή αλλά και μια πολιτική μερίδα αντίπαλη αυτής των Κυλωνείων εκεί οφείλονται άλλωστε τα μίση κι οι έριδες. Οι θεωρίες των Πυθαγορείων απο­τελούσαν πράγματι μια σοφία που εκτεινόταν σε όλα τα δυνατά πεδία, τόσο σ’ αυτό της γνώσης, της θρησκείας όσο και σ’ αυτό της αισθητικής ή της πολιτικής. Η στρατολόγηση των μυστών γινόταν με προσοχή, ανά­λογα με τη φυσιογνωμία, το παράστημα, τις συνήθειες και τις κλίσεις των υποψηφίων. Το αρχικό στάδιο της μύησης διαρκούσε δύο με πέντε χρόνια και περιλάμβανε μια σειρά δοκιμασιών (διαπεΐρα). Ο μαθητευόμενος υποβαλλόταν στη δοκιμασία της σιωπής (έχεμυθία), περιοριζόταν δηλα­δή αποκλειστικά στο να ακούει τις διδασκαλίες δίχως να ζητά οιαδήποτε εξήγηση · γι’ αυτό και οι δόκιμοι ονομάζονταν ακουσματικοί. Κατά το αρ­χικό αυτό στάδιο της μύησης οι μαθητές δεν αντίκριζαν το δάσκαλο τους, που ήταν κρυμμένος πίσω από μια κουρτίνα, γι’ αυτό και οι μαθητές ονο­μάζονταν οί έξω. Στη συνέχεια, οι νεόφυτοι ανέρχονταν στις τάξεις των μαθηματικών και, απαλλαγμένοι πια από τον όρκο σιωπής, όφειλαν να διδάξουν. Τελικό στάδιο ήταν η τάξη των φυσικών, των μελετητών δηλα­δή των φυσικών φαινομένων. Στις τάξεις των Πυθαγορείων γίνονταν δε­κτές και γυναίκες. Όλα τα μέλη πάντως όφειλαν απόλυτη υπακοή και το Αυτός έφα επείχε θέση ύπατου αξιώματος. Η αίρεση εμφάνιζε όλα τα χαρακτηριστικά ενός μοναστικού τάγματος: περίπατος και προσευχή τα πρωινά, συχνές νηστείες, αποχή από κάθε ζωική τροφή, απαγόρευση οιασ­δήποτε θρησκευτικής θυσίας· για κάποιον ανεξήγητο ακόμα λόγο απα­γορευόταν επίσης και το να τρώνε κουκιά. Ορισμένοι μάλιστα ισχυρίζον­ται ότι το τάγμα είχε υιοθετήσει ακόμα και στολή, που την αποτελούσε ένας απλός χιτώνας από μαλλί ή λευκό λινό.

Καταλήγοντας, ας υπογραμμίσουμε πως τίθενται διάφορα σημαντικά, πλην όμως δυσεπίλυτα προβλήματα: οι Πυθαγόρειοι υιοθέτησαν τις αρ­χές και τα μυστήρια των Ορφικών ή μήπως οι Ορφικοί και τα μυστήρια τους γεννήθηκαν μέσα από την κοινότητα των Πυθαγορείων; Ο Ζοζέφ ισχυ­ρίζεται πως η ιουδαϊκή αίρεση των Εσσαίων ακολουθούσε ορισμένο τρό­πο ζωής που θα πρέπει να είχε εμπνευσθεί από τους Πυθαγορείους. Ο Κρόϋτσερ πάλι πιστεύει πως, αντί επιδράσεων, υπάρχουν μόνον απλές αναλο­γίες, απόλυτα εξηγήσιμες αν αναχθούμε στις περσικές πηγές, απ” όπου τόσο οι Πυθαγόρειοι όσο και οι Εσσαίοι θα πρέπει να αντλήσουν τα δόγ­ματα τους.

ΙΙΙ. O αριθμός 

Η φήμη των Πυθαγορείων οφείλεται συνήθως στο ότι υιοθέτησαν ως έμ­βλημα τους το «τα πάντα είναι αριθμός». Ορισμένοι ιστορικοί της φιλο­σοφίας και των επιστημών επιχείρησαν να διαγνώσουν μέσα σ’ αυτό τις απαρχές μιας σύγχρονης επιστημονικής θέασης του κόσμου, όπου το γιγνώσκειν ισοδυναμεί με το μετράν και όπου μια γνώση δεν είναι επιστη­μονική παρά μόνον εάν είναι μαθηματική. Έτσι λοιπόν ο Α. Μπρούνσβικ, στο έργο του Ο ρόλος του πυθαγορισμού στην εξέλιξη των ιδεών (Παρίσι, 1937), συγχαίρει τον Πυθαγόρα για την ιδιοφυή του ενόραση αλλά και θλί­βεται, καθώς συναντά διαρκώς, στις θεωρίες του τελευταίου, πολυάριθ­μες προλήψεις για τους αριθμούς, ώστε τελικά δίπλα στην πραγματική αριθμητική να παρατίθεται μια αρεσκόμενη σε νεφελώδεις και μυθολογι­κές θεωρήσεις αριθμολογία.

Ίσως, όμως, παρουσιάζοντας τον Πυθαγόρα ως τον διστακτικό ακό­μα προπάτορα αυτής της χαρακτηριστικής των μοντέρνων καιρών κυ­ριαρχίας του ποσοτικού, να πέφτουμε θύματα μιας παρανόησης. Η θεω­ρία των Πυθαγορείων εδράζεται, στην πραγματικότητα, σε μια κοσμοαν­τίληψη εντός της οποίας ο αριθμός συλλαμβάνεται μ’ έναν τρόπο τελείως διάφορο αυτού που μας είναι οικείος. Στις μέρες μας, αντιλαμβανόμαστε πλέον τον αριθμό ως επισώρευση μονάδων, ώστε το 3 για μας να προκύ­πτει από την πρόσθεση του 1 στο 1 και πάλι στο 1 · ο αριθμός, άρα, γεννά­ται μέσω της επανάληψης της στοιχειώδους ενότητας. Από αυτή τη σύλ­ληψη έλκουν την καταγωγή τους οι φιλοσοφίες της απαγωγής και της ανά­πτυξης, φιλοσοφίες που με τη σειρά τους απολήγουν σε τεχνικές δύναμης και κυριαρχίας.

Για τους Πυθαγόρειους, αντίθετα, ο αριθμός προκύπτει από τη διαίρε­ση της Ενότητας. «Το εν, διχαζόμενο, διπλασιάζεται: το ένα παρήγαγε το δύο», όπως λέει κι ο Αριστοτέλης (Μετά τα Φυσικά, XIV, 3). Κυριολε­κτώντας, λοιπόν, η ενότητα δεν έχει πληθυντικό ή, μάλλον, οφείλουμε να διακρίνουμε το Εν, τον αριθμό των αριθμών, από τη μονάδα, τον αριθμό δηλαδή των αριθμούμενων πραγμάτων. Αυτή η κοσμοαντίληψη συνεπά­γεται μια φιλοσοφία της εγκόλπωσης, όπου ο αριθμός είναι τμήμα της ενό­τητας κι όχι η ενότητα τμήμα του αριθμού.       

Παριστούσαν τους αριθμούς με αριθμούς-στίγματα 

                                                       ∙   

3 =           ∙                                      6=             ∙    ∙

            ∙    ∙                                         ∙    ∙      ∙   

 

    Οι γραφικές αυτές απεικονίσεις τους επέτρεπαν να δείχνουν, με μια και μόνη ματιά, πως το άθροισμα των περιττών ισούται με τα τετράγωνα της ακολουθίας των αριθμών2, γιατί:

 1 + 3 = 22                1 + 3 + 5 = 32                 1 + 3 + 5 + 7 = 42

 Χάρη στις γραφικές αυτές απεικονίσεις τους ήταν δυνατόν να δείξουν ότι

  (α + β) =  α2  + 2αβ + β2                                

 είτε πάλι το περίφημο «πυθαγόρειο θεώρημα»:

 AB2 + BC2 = AC2                  

          Ο πυθαγόρειος αριθμός, ακριβώς επειδή πριν απ’ όλα είναι σχήμα, δια­θέτει μια ατομικότητα, ή και προσωπικότητα θα ‘λέγε κανείς, που εκφράζει τις σχέσεις του μέρους και του όλου στο εσωτερικό μιας αρμονίας. Ύπα­τη λοιπόν αρχή είναι το Εν, που κλείνει μέσα του όλους τους αριθμούς και υψώνεται υπεράνω όλων των αντιθέτων: είναι ο αριθμός των αριθμών. Οι καθεαυτό αριθμοί συνιστούν το ίδιο το είναι (την ούσίαν καί το δν), το εί­ναι σε όλες του τις δυνατές κατηγορίες. Αποτελούν τόσο το υλικό (ως ύλην) όσο και το τυπικό στοιχείο (ως πάθη τε καί έξεις), καθώς και τις αιτίες (αίτιους)· είναι οι αρχές που ανευρίσκονται σε όλα τα όντα της φύσης, όν­τα υλικά και προικισμένα με κίνηση. Οι αριθμοί αποτελούν ταυτόχρονα την ουσία, την ύλη και την αρχή της κίνησης αυτών των όντων. Οι αρχές αυτές βρίσκονται μέσα (ενυπάρχει) στα πράγματα και, εφόσον είναι ταυ­τόχρονα ύλη και μορφή, είναι αδιάσπαστα συνδεδεμένες μ’ αυτά. Αν και αδιαχώριστοι, οι αριθμοί φαίνονται ωστόσο διακριτοί από τα πράγματα, κι αυτό γιατί προηγούνται κάθε φυσικού όντος: είναι λοιπόν ταυτόχρονα υπερβατικοί και εμμένεις (Αριστοτέλους, Μετά τα Φυσικά, Ι, 5). Κατά συνέπεια, οι αριθμοί είναι πράγματα επειδή ακριβώς τα πράγματα είναι αριθμοί: είναι άρα αδιάφορο αν λέγεται ότι εξετάζονται οι μεν ή τα δε. Αν θέλουμε πραγματικά να συλλάβουμε το νόημα και την εμβέλεια του περίφημου ορισμού που μας κληροδότησε ο Θέων της Σμύρνης: «Σύμφωνα με το δόγμα των Πυθαγορείων, οι αριθμοί είναι, θα λέγαμε, ή αρχή, ή πηγή και ή ρίζα των πάντων»3, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε πως ο αριθμός, στο βαθμό που εκφράζει τη σχέση του μέρους με το Εν-όλον, μαρτυρεί την παρουσία ενός διαστήματος τελείως διάφορου του απλού χωρομετρικού. Πρόκειται, αντίθετα, για ένα αληθινό οντολογικό διάστημα, που ρόλος του είναι η καθοδήγηση του στοχασμού προς την έννοια της αρμονίας. Σχέση ατόμου και Είναι, πολλαπλού και Ενός-όλου, ο πυθαγόρειος αριθ­μός δεν είναι διόλου μια απλή ποσότητα: είναι ένα αρμονικό διάστημα. Αυτή ακριβώς η έννοια του αρμονικού διαστήματος αποτελεί και τον ακρο­γωνιαίο λίθο κάθε επιστήμης και κυρίως αυτής του κόσμου.

IV. Η μουσική

 Οι Πυθαγόρειοι επέδειξαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη μουσική· ως προς το θέμα μάλιστα αυτό οφείλουμε να αναφέρουμε, πέραν του ίδιου του Πυ­θαγόρα, τον Ιππάσιο τον Μεταποντίνο, τον Αριστόξενο τον Ταράντιο και τον Νικόμαχο τον Γεράσιο. Συμφιλιώνοντας τις αντίρροπες αρχές που υπεισέρχονται στη συγκρότηση κάθε όντος, η αρχή της αρμονίας αποτε­λεί την αναλογία που, σε κάθε πεδίο, συνενώνει τα διχονοούντα στοιχεία. Απαντάται φυσικά στη μουσική, όπου οι έννοιες της συμφωνίας και της διαφωνίας διαδραματίζουν ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο. Η μουσική, άλλω­στε, υποκρύπτει μέσα της σε λανθάνουσα κατάσταση ολόκληρη αριθμη­τική, την οποία οι Πυθαγόρειοι, επιχείρησαν να αναδείξουν, τονίζοντας τον ουσιώδη ρόλο του αριθμού και της αναλογίας. Όπως λέει κι ο Θέων της Σμύρνης:

Εφόσον λέγεται πως υπάρχουν σύμφωνοι αριθμοί, το λόγο αυ­τής της συμφωνίας δεν θα μπορούσαμε να τον βρούμε παρά μόνον μέσα στην αριθμητική· η συμφωνία αυτή διαθέτει τις μεγαλύτερες αρετές, αφού είναι η αλήθεια μέσα στην έλλογη ψυχή, η μακαριότη­τα μέσα στο βίο και η αρμονία μέσα στη φύση· τέλος, είναι αυτή η ίδια η αρμονία που απλώνεται σ’ ολόκληρο το σύμπαν και δεν πα­ρουσιάζεται σ’ όσους την αναζητούν παρά αποκαλυπτόμενη μέσα από τους αριθμούς 4.

Άμεσα αισθητή αρμονία είναι αυτή που μας αποκαλύπτουν τα μουσι­κά όργανα ενώ νοερή αυτή που μας χαρίζουν οι αριθμοί. Γι’ αυτό και οι Πυθαγόρειοι προέβησαν σε εκτεταμένες έρευνες όσον αφορά τις σχέσεις μήκους και πάχους των χορδών, καθώς και μεταξύ της, ρυθμιζόμενης από περιστρεφόμενα κλειδιά, τάσης των χορδών και τόνου που παράγουν με τη νύξη τους. Τόσο ο μαθηματικός προσδιορισμός των διαστημάτων όσο και η επινόηση του επτάχορδου και του οκτάχορδου αποδίδονταν στον ίδιο τον Πυθαγόρα. Οι Πυθαγόρειοι είχαν ακόμα αφιερώσει μελέτες τους στη σχέση ήχου και όγκου του δονούμενου δοχείου που τον παράγει:

Αυτές τις συνηχήσεις άλλοι θέλησαν να τις επιτύχουν με το βάρος, άλλοι με το μήκος, άλλοι με αριθμημένες κινήσεις κι άλλοι με τη χωρητικότητα των δοχείων. Λέγεται πως ο Λάσος ο Ερμιονεύς κι οι μαθητές του Ιππάσιου του Μεταποντίνου, του τελευταίου εναπο­μείναντος από το Τάγμα του Πυθαγόρα, έκαναν παρατηρήσεις σχε­τικά με την ταχύτητα και τη βραδύτητα της κίνησης ταλάντωσης των βάζων, χάρη στις οποίες κατάφεραν να υπολογίσουν μαθημα­τικά τις συνηχήσεις. Παίρνοντας περισσότερα όμοια και της αυτής χωρητικότητας βάζα, άφηναν ένα άδειο και τα άλλα τα μισογέμιζαν με διάφορες ποσότητες υγρού, ώστε χτυπώντας τα στη συνέχεια να επιτυγχάνουν τους σύμφωνους φθόγγους του οκτάφθογγου 5.

Η μελέτη των σχέσεων συνήχησης ήταν κεφαλαιώδης όχι μόνο για την κατασκευή εγχόρδων ή πνευστών μουσικών οργάνων αλλά και για την αρχιτεκτονική των θεάτρων, δεδομένου ότι και σε αυτή την περίπτωση τίθενται πολλά προβλήματα ακουστικής.

Αυτή η μουσική αρμονία διέπει ολόκληρη την αντίληψη τους για τον κόσμο.

1. Μουσική και αστρονομία. Όταν ο Πλάτων λέει πως μουσική και αστρονομία είναι αδελφές επιστήμες (Πολιτεία, VII, 530d), μιλά λες και το δόγμα του Πυθαγόρα δεν έχει και πολλά μυστικά γι’ αυτόν. Ιδού όμως ένα κεφαλαιώδες χωρίο του Θεωνά της Σμύρνης που μας δίνει να κατα­λάβουμε τι θα πρέπει να νοούμε ως «αρμονία των ουράνιων σφαιρών»:

Σχετικά με τη θέση ή την τάξη των σφαιρών ή των κύκλων πάνω στους οποίους περιφέρονται οι πλανήτες, η γνώμη ορισμένων Πυθαγορείων είναι οι εξής: Ο κύκλος της σελήνης είναι ο εγγύτερος της Γης, αυτός του Ερμή είναι ο δεύτερος ανεβαίνοντας, έπειτα έρχεται αυτός της Αφροδίτης ενώ τέταρτος είναι του Ηλίου· στη συνέχεια είναι αυτοί του Άρη και του Δία διαδοχικά, ενώ του Κρόνου είναι ο τελευταίος κι ο εγγύτερος των αστέρων. Να τι δηλώνει ο Αλέξαν­δρος ο Αιτωλός (…):

Οι επτά σφαίρες μας δίνουν τους επτά φθόγγους της λύρας και παράγουν μια αρμονία (δηλαδή την οκτάφθογγο) λόγω των διαστη­μάτων που τους κατανέμουν ανά δύο.

Σύμφωνα με το δόγμα του Πυθαγόρα, εφόσον στην πραγματικότη­τα ο κόσμος είναι αρμονικά διατεταγμένος, τα ουράνια σώματα που απέχουν ανά δύο, κατά τις αναλογίες των σύμφωνων φθόγγων, πα­ράγουν κινούμενα, λόγω της ταχύτητας της περιστροφής τους, τους αντίστοιχους αρμονικούς φθόγγους 6.

Ο κόσμος είναι σαν επτάχορδη λύρα. Για τους Πυθαγόρειους άρα η μου­σική κλίμακα είναι ένα κοσμολογικό πρόβλημα κι η αστρονομία η θεω­ρία της ουράνιας μουσικής.

2. Μουσική και αρχιτεκτονική. Η έννοια του αρμονικού διαστήματος, τη συγκρότηση της οποίας διέπει ο αριθμός, αυτή η ρίζα του παντός, απαν­τάται ακόμα στην καρδιά της αρχιτεκτονικής και ειδικότερα της ιερής αρχιτεκτονικής, όπου οι επιδράσεις της αιγυπτιακής παράδοσης πρέπει να ήταν καθοριστικές. Ο ελληνικός ναός είναι πραγματικά μια μουσική που πέτρωσε. Ο Γεωργιάδης, μελετώντας τα διαστήματα μεταξύ των κιό­νων του Παρθενώνα και των Προπυλαίων, ανακάλυψε αριθμούς που πα­ρουσιάζουν τις αυστηρές αναλογίες της πυθαγόρειας κλίμακας. Αυτή η παράδοση αρχιτεκτονικής αρμονίας, μαζί μ’ όλες τις περίπλοκες τεχνι­κές της για την κατασκευή κανονικών πολυέδρων ή σχημάτων φορτισμέ­νων με εσωτερικούς συμβολισμούς, όπως τα εξάγωνα, οι ρόδακες ή τα πεντάγραμμα, έφθασε ως τους τεχνίτες των μεσαιωνικών καθεδρικών να­ών. Πρόκειται για την παράδοση που ξαναβρίσκουμε στην καρδιά του κε­φαλαιώδους πονήματος του Βιτρούβιου (1ος αιώνας π.Χ.), του De architectura, ενός από τα πλέον δημοφιλή βιβλία του Μεσαίωνα και της Αναγέννησης7.

Έτσι λοιπόν είναι δυνατόν, εντός ή δια μέσου του αριθμού, της αναλο­γίας και της αρμονίας, να συνδεθούν χώρος και χρόνος κατά έναν τρόπο τελείως διάφορο της σύγχρονης μας αντίληψης για την ταχύτητα. Τα χρονοδιαστήματα της μουσικής και τα χωροδιαστήματα της αρχιτεκτονικής σμίγουν μέσα από τη ρυθμική τους και διέπουν την όλη αρμονική σύζευξη έκτασης και διάρκειας.

3. Συμφωνία και συμπάθεια. Αριθμητική και μουσική, αριθμός και αρμονία είναι άρα αδιαχώριστα μεταξύ τους: μόνον μέσα τους μπορεί κα­νείς να βρει το μυστικό κλειδί για να κατανοήσει πραγματικά την κοσμι­κή συμφωνία. Γεννημένη μέσα από τη συμπάθεια, η μουσική γεννά με τη σειρά της τις συμφωνίες, υπερβαίνοντας έτσι τα διαστήματα που κρατούν χωριστά τα άτομα και επιτρέποντας σ’ αυτά τα τελευταία να αντηχούν το ένα το άλλο και να σχετίζονται με ό,τι τους περιβάλλει σαν φθόγγοι μέσα στην αυτή μουσική κλίμακα. Ο αριθμός, λοιπόν, εκφράζει τις σχέ­σεις χρόνου και χρόνων, χώρου και χώρων, σώματος και σωμάτων μαρ­τυρεί τη διαίρεση της ενότητας και τις ποικίλες όψεις της διαδρομής που οδηγεί και πάλι πίσω στην πηγή. Ο αριθμός είναι ταυτόχρονα τόσο η πα­ρουσία όσο και η απόσταση των πραγμάτων, των όντων, του κόσμου· φέ­ρει μέσα του κάτι από τον διαμελισμό του Διόνυσου-Ζαγρέως αλλά κι απ’ αυτήν την αρμονική επανασυμφιλίωση που γεννά η μαγεία του τραγου­διού του Ορφέα.

 V. Η πυθαγόρεια αριθμολογία

         Οι αριθμοί, τα σχήματα και οι όγκοι, με την ατομικότητα ή μάλλον την προσωπικότητα που τους προσέδιδε η ιδιάζουσα θέση τους στην συμπαν­τική συμφωνία, αποτέλεσαν, στην περίπτωση των Πυθαγορείων, το αντι­κείμενο ενός σκοτεινού και νεφελώδους στοχασμού, όπου πολλοί δεν εί­δαν παρά αμετροεπείς προλήψεις. Έτσι γεννήθηκε μια αριθμολογία που αποτελούσε, θα λέγαμε, για την αριθμητική ό,τι η αστρολογία για την αστρονομία. Όσο απίθανα κι αν μας φαίνονται αυτά τα θεωρησιακά σχή­ματα, δεν θα πρέπει ωστόσο να παραβλέπουμε αυτό που τα τροφοδοτού­σε, μια αντίληψη δηλαδή για τον κόσμο ή, ακριβέστερα, για την ποσότη­τα τελείως διαφορετική από την δική μας. Οι Πυθαγόρειοι ποτέ δεν οδή­γησαν το διαζύγιο ποσότητας και ποιότητας στα όρια του· κατ’ αυτούς οι αριθμοί διαθέτουν ένα πνευματικό στοιχείο ικανό να τους μετατρέπει σε αληθινές υπάρξεις, μη αναγώγιμες σε απλές μετρήσεις. Εδώ βέβαια δεν μπορούμε να παραθέσουμε παρά μόνον λίγα παραδείγματα8. Οι άρτιοι αριθμοί εθεωρούντο θηλυκού γένους ενώ οι περιττοί αρσενικού: Αν διαιρέσουμε και τον ένα και τον άλλο σε επιμέρους ενότητες, στο μέσον του άρτιου θα φανεί ένα κενό, εκεί που ο περιττός είναι πάντα πλήρης εξ ενός των μελών του· για το λόγο αυτό οι Πυθαγό­ρειοι είναι της γνώμης πως ο άρτιος μοιάζει περισσότερο με θηλυκό και ο περιττός με αρσενικό 9. Ο αριθμός 3 θεωρείται τέλειος:

Γιατί είναι ο πρώτος αριθμός που διαθέτει μια αρχή, ένα μέσον κι ένα τέλος· είναι ταυτόχρονα ευθεία κι επιφάνεια, ένας πραγματικός τριγωνικός και ισόπλευρος αριθμός, του οποίου οι πλευρές έχουν πάντα την αξία δύο ενοτήτων. Τέλος, ο αριθμός 3 είναι ο πρώτος σύνδεσμος με τα στερεά και η ισχύς τους, εφόσον η ιδέα του στερε­ού εδράζεται σε τρεις διαστάσεις 10. To 5 είναι ο πρώτος αριθμός που προκύπτει ως άθροισμα του πρώτου θη­λυκού και του πρώτου αρσενικού αριθμού. Το 6 είναι το γινόμενο του πρώ­του αρσενικού και του πρώτου θηλυκού αριθμού, γι’ αυτό και ονομάζεται «γάμος»11.

«Ένας άλλος αριθμός της δεκάδας, ο αριθμός 7, είναι προικισμέ­νος με μια αξιοσημείωτη ιδιότητα: είναι ο μόνος αριθμός που δεν γεννά κανέναν αριθμό μεταξύ των περιλαμβανομένων στη δεκάδα και δεν γεννιέται από κανέναν τους, ιδιότητα που ώθησε τους Πυ­θαγόρειους να τον ονομάσουν Αθηνά, καθώς η θεά αυτή δεν γεννή­θηκε από μητέρα ούτε υπήρξε ποτέ η ίδια μητέρα. Δεν προήλθε από καμιά ένωση ούτε ενώθηκε η ίδια με κανέναν (…). Το επτά είναι ο μόνος αριθμός που πολλαπλασιαζόμενος με κάποιον άλλον δεν γεν­νά κανέναν από αυτούς της δεκάδας και που δεν είναι το γινόμενο του πολλαπλασιασμού κανενός αριθμού»12.

Ο Θέων της Σμύρνης σημειώνει πως επτά είναι οι εβδομάδες που χρειάζε­ται το έμβρυο για τον τέλειο σχηματισμό του, από τον έβδομο μήνα και μετά είναι βιώσιμο και στα επτά τους χρόνια τα παιδιά αλλάζουν τα δόν­τια τους: στη δεύτερη επταετία είναι που εμφανίζονται τα πρώτα σημάδια της εφηβείας ενώ στην τρίτη αρχίζει να αναπτύσσεται η τριχοφυΐα του προ­σώπου. Από τη μια ισημερία στην άλλη αριθμούμε και πάλι επτά μήνες· το κεφάλι έχει επτά ανοίγματα και το σώμα διαθέτει επτά σπλάχνα. Ο αριθ­μός 8 συντίθεται από την μονάδα και την επτάδα. Ο αριθμός 9 είναι το πρώτο τετράγωνο μεταξύ των περιττών.

Ο αριθμός όμως που εμφανιζόταν κατ’ εξοχήν προικισμένος με εξαιρε­τικές ιδιότητες ήταν η δεκάδα, η λεγόμενη τετρακτύς. Ο Ιάμβλιχος μας διέσωσε το τυπικό του πυθαγορείου όρκου:

Όχι, το ορκίζομαι στ’ όνομα αυτού που μετέδωσε στην ψυχή μας την τετρακτύν, που μέσα της βρίσκονται η πηγή κι η ρίζα της αιώ­νιας φύσης .

Της απηύθυναν ακόμα προσευχές:

Ευλόγησε μας, θείε αριθμέ, εσύ που γέννησες θεούς κι ανθρώπους! Ω, ιερά τετρακτύς, εσύ που περικλείεις τη ρίζα και τον αιώνιον ρου της δημιουργίας! Γιατί ο θείος αριθμός αρχίζει με την αγνή ενότητα ι κι έπειτα φθάνει στο ιερό τέσσερα· ύστερα γεννά τη μητέρα του παν­τός, που τα πάντα συνδέει, αυτήν την πρωτογενή, που ποτέ δεν ξα­στοχά και ποτέ δεν κουράζεται, το ιερό δέκα που κατέχει το κλειδί του παντός .

Ο Θέων της Σμύρνης μας λέει λοιπόν πως η τετρακτύς συμπληρώνει την ακολουθία των αριθμών, πως κλείνει μέσα της τη φύση τόσο των άρ­τιων όσο και των περιττών, του κινητού όσο και του ακίνητου, του καλού όσο και του κακού13. Η δεκάδα διαθέτει ακόμα την ιδιότητα να περιλαμ βάνει ίσο αριθμό πρώτων και σύνθετων αριθμών: μπορεί τέλος να παρα­σταθεί με το ακόλουθο σχήμα:

                                                                            

                10 = 1 + 2 + 3 + 4                           ∙     ∙

                                                                                 ∙      ∙      ∙

                                           ∙      ∙      ∙      ∙

που δείχνει σαφώς ότι 10= 1 +2 + 3 + 4. Ας προσθέσουμε ακόμα πως «με­ταξύ των περιλαμβανόμενων στην δεκάδα αριθμών άλλοι είναι γεννήτο­ρες κι άλλοι γεννημένοι: το τέσσερα, για παράδειγμα, πολλαπλασιαζό­μενο με το 2 γεννά το 8, ενώ και το ίδιο είναι γεννημένο από το 2. Άλλοι είναι γεννημένοι αλλά δεν γεννούν, όπως το 6 που είναι το γινόμενο του 2 επί το 3, αλλά το ίδιο δεν γεννά κανέναν από τους αριθμούς της δεκά­δας· άλλοι πάλι γεννούν αλλά οι ίδιοι είναι αγέννητοι, όπως το 3 και το 5, που δεν προήλθαν από κανένα συνδυασμό αριθμών αλλά γεννούν το 3 παράγει το 9 και πολλαπλασιαζόμενο με το 2 το 6, ενώ το 5 πολλαπλα­σιαζόμενο με το 2 δίνει το ΙΟ»14. Έτσι η δεκάδα είναι πραγματικά ένας θεϊκός αριθμός, ή  όπως λέει και ο Νικόμαχος από τα Γέρασα:

Καθώς το παν ήταν απεριόριστη πολλότητα, χρειαζόταν μια τάξη (…), έτσι μέσα στη δεκάδα προϋπήρχε μια φυσική ισορροπία μετα­ξύ συνόλου και στοιχείων του (…)· Αυτός είναι ο λόγος που ο Θεός, διατάσσοντας με τέχνη τον κόσμο, χρησιμοποίησε λογικά τη δεκά­δα σαν κανόνα των πάντων (…), αλλά είναι κι ο λόγος που τα πράγ­ματα, από την γη ως τον ουρανό, διαθέτουν, τόσο ως σύνολα όσο κι ως μέρη, αντιστοιχίες που θεμελιώνονται και διατάσσονται σύμ­φωνα μ’ αυτήν.

Ο στοχασμός των Πυθαγορείων εκτείνεται και στα γεωμετρικά σχήμα­τα. Μπορούμε να αναφέρουμε, για παράδειγμα, το τρίγωνο το οποίο οι Πυθαγόρειοι αποκαλούσαν «ιερό» και του οποίου οι ιδιότητες ήταν ήδη γνωστές χάρη στους Αιγυπτίους. Πρόκειται για ένα τρίγωνο —το μόνο— οι τιμές των πλευρών του οποίου αποτελούν διαδοχή ακεραίων, 3 και 4 για τις πλευρές και 5 για την υποτείνουσα, και το οποίο διαθέτει κυρίως την πολύτιμη ιδιότητα να είναι ορθογώνιο εφόσον

                                                     32 + 42 = 52

 Η ιδιαιτερότητα αυτή παρέχει σ’ έναν αρχιτέκτονα, εξοπλισμένο μ’ ένα σκοινί, το οποίο φέρει 12 κόμπους σε ίση απόσταση μεταξύ τους, να χα­ράξει εύκολα στο έδαφος μια ορθή γωνία και άρα ένα, εγγραφόμενο σε ημικύκλιο, ορθογώνιο τρίγωνο. Πέραν αυτού, αν οι πλευρές του τριγώνου είναι 3, 4 και 5, τότε το εμβαδόν του ισούται με 6. Μεταξύ των υπόλοιπων γεωμετρικών σχημάτων, στα οποία απέδιδαν οι Πυθαγόρειοι μαγικές ιδιό­τητες, θα πρέπει ακόμα να αναφέρουμε το πεντάγωνο, το πεντάγραμμο ή πεντάλφα.

Τελειώνοντας ας πούμε λίγα λόγια για τα πυθαγόρεια πολύεδρα, που διαδραμάτισαν ουσιαστικό ρόλο στην ιστορία των ιδεών και ιδιαίτερα στην ιστορία της αρχιτεκτονικής. Τα κανονικά πολύεδρα σχηματίζονται από κανονικά πολύγωνα, ίδια για κάθε πολύεδρο· τα πολύεδρα αυτά είναι εγγράψιμα σε σφαίρα και είναι πέντε στον αριθμό: το τετράεδρο, το οκτάεδρο, ο κύβος, το εικοσάεδρο και το δωδεκάεδρο. Είναι μετατρέψιμα το ένα στο άλλο, αλλά όχι οποιοδήποτε σε οποιοδήποτε. Καθένα από τα σώ­ματα αυτά αποδίδονταν και σε ορισμένο φυσικό στοιχείο: το τετράεδρο στη φωτιά, το οκτάεδρο στον αέρα, ο κύβος στη γη, το εικοσάεδρο στο νερό και το δωδεκάεδρο σ’ ένα πέμπτο στοιχείο, που περικλείει όλα τα υπόλοιπα∙ την πυθαγόρεια αυτή παράδοση ξαναβρίσκουμε στον πλατω­νικό Τίμαιο, ενώ έπαιξε σημαντικότατο ρόλο στην αρχιτεκτονική των κα­θεδρικών ναών και στην κατασκευή των βενετσιάνικων φαναριών. Την συναντάμε ακόμα στα, σχεδιασμένα από τον Λεονάρντο Ντα Βίντσι, πο­λύεδρα που εικονογραφούν το έργο του Λούκα Πιτσιόλι, De divina pro-portione, του 1509.

Οι αριθμοί λοιπόν δίνουν τροφή όχι μόνον για συλλογισμούς αλλά και για όνειρα. Η περίπτωση των Πυθαγορείων το δείχνει με τον πιο σαφή τρό­πο. Θα ‘χε εξαιρετικό ενδιαφέρον να αναζητήσουμε το λανθάνον νόημα καθενός από αυτά τα όνειρα, που μέσα από τον έντονο συμβολισμό τους έγιναν φορείς ενός ιδιαίτερου μηνύματος.

VI. Η μετεμψύχωση

 Ο Πυθαγόρας ισχυριζόταν πως διατηρούσε τις αναμνήσεις του από τις προηγούμενες ζωές του και πως αυτή η ανάμνησις του επέτρεπε να έχει διαρκώς παρόν στο νου του ό,τι είχε μάθει στις παρελθούσες υπάρξεις του. Είναι άσκοπο, πιστεύουμε, να τονίσουμε τις οφειλές του πλατωνισμού σ’ αυτή τη θεωρία. Η ψυχή, κατά τους Πυθαγόρειους, είναι δαιμόνιο φυλα­κισμένο μεσ’ στο σώμα. Κάποτε ζούσε μαζί με τους θεούς, τώρα πια όμως είναι καταδικασμένο ν’ αντικρίζει τον κόσμο μόνο μέσα από τα σίδερα της φυλακής του. Με το θάνατο, η ψυχή αποχωρίζεται το σώμα και πάει στον Άδη να αποκαθαρθεί, ώστε να ξαναγυρίσει καθαρή πια και να κα­τοικήσει σ’ ένα νέο σώμα. Κατά τις συνεχείς αυτές μετεμψυχώσεις τους, οι ψυχές εξιλεώνονται για τα σφάλματα που τυχόν διέπραξαν σε κάποια από τις παρελθούσες ζωές τους· όταν κριθούν άξιες να λυτρωθούν από τη βάσανο της ύπαρξης, γνωρίζουν πλέον την αθανασία και τον ένθεο βίο.

Τις δοξασίες αυτές ακολουθούσαν μια σειρά παραγγελμάτων, όπως η απαγόρευση της κρεοφαγίας από φόβο μην κατασπαραχθεί κάποιος γο­νέας ή φίλος που ξαναζεί μέσα σε κάποιο ζώο.

Οι πολυάριθμοι ασκητικοί ηθικοί κανόνες, που τηρούσαν οι Πυθαγό­ρειοι, απέβλεπαν στην εγκαθίδρυση της αρμονίας μεταξύ ανθρώπων και σύμπαντος ώστε να επέλθει τελικά μια ανθρωποκοσμική ενότητα.

VII. Οι κληρονόμοι του Πυθαγόρα 

Κάποιες μεταγενέστερες παραδόσεις μεταφέρουν πως η αίρεση των Πυ­θαγορείων χωριζόταν στους μαθηματικούς, που κατείχαν πράγματι το δόγ­μα, και τους ακουσματικούς, που δεν κατείχαν παρά τα στοιχειώδη. Πολ­λά ονόματα Πυθαγορείων αναφέρονται σε απολύτως φανταστικά πρόσω­πα, αυτά όμως που θα ‘πρεπε να συγκρατήσουμε είναι ο Ιππάσιος ο Μεταποντίνος, που ήκμαζε το 538 περίπου, ο Αλκμέων από τον Κρότω­να, που ήκμαζε γύρω στο 500 και εισήγαγε τις θεωρίες των Πυθαγορείων στην ιατρική, ο Φιλόλαος, που λέγεται ότι μύησε τον Πλάτωνα στα μυ­στήρια της αίρεσης και, τέλος, ο Αρχύτας από τον Τάραντα, φίλος του Πλάτωνα, που ασχολήθηκε κυρίως με τη μουσική.

Πολλά είναι τα ρεύματα της σκέψης που οφείλουν κάτι, άλλα περισσό­τερα κι άλλα λιγότερα, στο πυθαγόρειο δόγμα: ο Πατσιόλι, ο Παράκελσος, ο Κέπλερ συγκαταλέγονται πιθανότατα μεταξύ αυτών που δέχθηκαν την επιρροή του.

VΙΙI. Νόημα και επικαιρότητα της πυθαγόρειας θεωρίας

 Οι Πυθαγόρειοι άσκησαν τεράστια επιρροή στον Πλάτωνα. Οι σκέψεις του στον Τίμαιο, η πλατωνική παρομοίωση του σώματος με φυλακή, η θεω­ρία της ανάμνησης, οι διάφοροι εσχατολογικοί μύθοι του μαθητή του Σωκράτη προέρχονται από μια πυθαγόρεια ή, για την ακρίβεια, από μια ορφικοπυθαγόρεια παράδοση.

Ο Πλάτων, όμως, που έλεγε ότι: «Αν τυχόν αφαιρούσαμε τον αριθμό από το ανθρώπινο γένος δεν θα ‘χαμέ φτάσει ποτέ σε καμιά σοφία» (Επινομίς, 977β), είδε με διαύγεια πως τα μαθηματικά δεν ήταν παρά «το προοί­μιο του αέρος που οφείλουμε να γνωρίσουμε». Αν παραμείνουμε σε μια αποκλειστικά ποσοτική σύλληψη του αριθμού, δεν θα διαθέτουμε παρά μια μετρητική επιστήμη που εξακολουθεί να μας αποκρύβει την αληθή με­τρητική, τη γνώση δηλαδή του δικαίου μέτρου. Η επίγνωση της ποσότη τας δεν μας παρέχει την επιστήμη του μέτρου, ώστε να είμαστε σε θέση να καταδικάζουμε την υπερβολή ως σφάλμα. Αρκούμενοι απλώς σε μέ­τρα, δίχως την γνώση του αληθούς μέτρου, αυτού του καλού, θα βυθιστούμε στο άμετρο.

Θα μπορούσαμε ίσως να πούμε πως ένα από τα μεγαλύτερα δράματα της εποχής μας έγκειται ακριβώς σε αυτή «την κυριαρχία της ποσότητας», που δεν αφήνει περιθώρια παρά για μια ελλιπή αντίληψη του αριθμού. Εύ­κολα αποφαινόμαστε πως «γνωρίζω σημαίνει μετρώ», αναγορεύουμε αυ­τάρεσκα τους εαυτούς μας σε «κυρίους και κατόχους της φύσης», ανα­πτύσσουμε διαρκώς μια ολοένα και πιο σημαντική τεχνική ισχύ κι ωστό­σο, παρ’ ότι γνωρίζουμε από τι μας απελευθερώνουν η επιστήμη κι η τεχνική, παραβλέπουμε το ερώτημα για ποιον σκοπό το κάνουν.

Οι μετρήσεις μας γίνονται όλο και πιο άμετρες: βιώνουμε την καθημε­ρινότητα υπό το καθεστώς μιας αύξουσας τεχνολογικής βίας, που, όσο ήπια κι ανύποπτη δίνει την εντύπωση πως είναι, απέχει πολύ του να είναι ακίνδυνη. Η ανάπηρη αυτή έννοια της ποσότητας, την οποία διαθέτουμε, βρίσκει κατ’ εξοχήν εφαρμογή σ’ έναν νέο τομέα, τη στατιστική. Αυτή ακριβώς είναι που μας οδηγεί στη σύγχυση μέσου όρου και κανόνα, αυ­τού που είναι κι αυτού που πρέπει να είναι, της ποσότητας και της ποιότη­τας. Καταλήγει έτσι να μας είναι προφανές ότι καλό βιβλίο είναι αυτό που πωλείται κατά εκατοντάδες χιλιάδες αντίτυπα, είτε πάλι ότι εφόσον οι πωλήσεις ενός δίσκου έχουν υπερβεί το εκατομμύριο, βρισκόμαστε ενώ­πιον ενός αριστουργήματος. Η λατρεία του ρεκόρ και της επίδοσης εισβάλ­λει σε όλους τους τομείς και ξεπροβάλλει με φόντο τον παραλογισμό του σημερινού ανθρώπου, που βομβαρδίζεται από ολοένα και περισσότερες εξηγήσεις, δανειζόμενες από την επιστήμη, την ιστορία ή την πολιτική, αλλά προτιμά να αυτοαναγνωρίζεται στο πρόσωπο ηρώων του παραλό­γου, που αναρριχώνται σε όλο και πιο απόκρημνες πλαγιές και βράχους, δίχως να γνωρίζουν για ποιο σ κόπο γίνεται μια τέτοια κατανάλωση δυνά­μεων. Η «απομάγευση των τεχνικών κοινωνιών», για την οποία μας μιλά ο Μαξ Βέμπερ, οφείλεται στο ότι ο άνθρωπος των υπεραναπτυγμένων χω­ρών διαθέτει σήμερα πλέον μια απειρία μέσων, τα οποία όμως είναι ανί­κανος να θέσει στην υπηρεσία ενός σκοπού άξιου των προσπαθειών του και πρόσφορου να τους προσδώσει νόημα.

Ποτέ δεν είναι ακατάλληλη η στιγμή να θυμηθούμε αυτά που ο Πυθαγό­ρας συμβούλευε τους μαθητές του ν’ αναρωτιούνται στο τέλος της ημέ­ρας: «Τι σφάλμα διέπραξα; Τι καλό έκανα; Τι υποχρέωση παρέλειψα;».

Η κυριαρχία της ποσότητας και της ισχύος δεν θα ‘πρεπε να μας κάνουν να πιστέψουμε πως έχουμε πια απαλλαγεί του καθήκοντος να θέτουμε κα­θημερινά στον εαυτό μας τα τρία αυτά ερωτήματα.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

 

1. Πηγές: Ιαμβλίχου (4ος αιώνας μ.Χ.), Συλλογή των Πυθαγορείων Δογμάτων, και Ιεροκλέους (5ος  αιώνας μ.Χ.), Χρυσοί Στίχοι, σχόλιο στους Νεοπυθαγόρειους.

2. Θέων ο Σμυρναίος: Τα κατά το μαθηματικόν χρήσιμα εις την Πλάτωνος ανάγνωσιν, γαλ. μτφ.

J. Dupuis, Paris, 1892: επαν. Bruxelles, 1966, σ. 65.

3. Θέων ο Σμυρναίος, όπ.π., σ. 27.

4.  Όπ.π., σ. 79.

5.  Όπ.π., σ. 97.

6.  Όπ.π., σ. 227.

7.  Βλ. ιδίως De architecture, III, 1.

8. Μπορεί κανείς να συμβουλευτεί σχετικά τα έργα των Chaignet και Delatte κα­θώς και τα Matila Ghyka, Φιλοσοφία και μυστικισμός του αριθμού, Paris, 1952, και E. Bindel, Τα πνευματικά στοιχεία των αριθμών, γαλ. μτφ. De Maze, Paris, 1960. Ο Θέων ο Σμυρναίος και ο Ιάμβλιχος παραμένουν κι εδώ οι κυριότερες πη­γές μας.

9.  Πλουτάρχου, Ρωμαϊκά ζητήματα, CII, 288c, trad. Amyot.

10. Θέων ο Σμυρναίος, όπ.π., σ. 77, βλέπε επίσης και σ. 165.

11.  Όπ.π., σ. 169.

12.   Οπ.π., σ. 169.

13.  Όπ.π., σ. 175.

14.  Όπ.π., σ. 169: για την τετρακτύν, βλ. και Delatte, όπ.π., σ. 249.

Μεγάλο, αλλά πολύ καλό:

εδώ

Άρθρο του απολογιτή. Πολύ μεγάλο.

εδώ

εδώ

Το κείμενο είναι υπερβολικά μεγάλο και δεν το επικόλλησα. Είναι από τον απολογιτή, μία ελληνική φανατική χριστιανική σελίδα εναντίον του νεοπαγανισμού. Περιέχει πολλά θέματα αρχαίας ελληνικής θρησκείας τα οποία κατακρίνει με καυστικό τρόπο, λες και υπάρχουν τόσοι πολλοί πιστοί της αρχαίας θρησκείας ή μας απειλούν.
Είναι όμως και η αρχαία θρησκεία και μυθολογία ένα κομμάτι της ιστορίας μας και δεν πιστεύω ότι είναι σωστό να την κατακρίνουμε. Στην πραγματικότητα, ο χριστιανισμός δεν κινδυνεύει από τον αρχαίο “νεοπαγανισμό”. Εκτός από κάποιους μυστήριους ε-ιστές βλ. Αστερίων Βαληνάκης με λίγους υποστηρικτές οι οποίοι έχουν αναπτύξει περίεργες θεωρίες και μπορεί κάποιοι από αυτούς να ακολουθούν την αρχαία ελληνική θρησκεία, πολύ λίγοι άλλοι την ακολουθούν σήμερα. Αυτοί έχουν φτάσει στο άλλο άκρο και συνήθως θεωρούν το χριστιανισμό εβραική θρησκεία (Εβραίοι εχθροί των Ελλήνων) και τον απορρίπτουν ή κρατάνε κάποια στοιχεία και τα αλλάζουν ώστε να ταιριάξουν με τις θεωρίες τους. Γι’αυτούς θα γράψω άλλο άρθρο.

Είναι αλήθεια, δυστυχώς, ότι μέσω του χριστιανισμού υιοθετήσαμε πολλές εβραϊκες αντιλήψεις και παραδόσεις που όμως δεν αλλοιώνουν τα βασικά στοιχεία της πίστης μας σε βάρος των ελληνικών. Σ’αυτό συνετέλεσε και ο φανατισμός αρκετών πρώτων χριστιανών οι οποίοι προσπάθησαν να καταστρέψουν οτιδήποτε το αρχαιοελληνικό. Συχνά από τη μανία τους προέβαιναν σε ακρότητες αντίθετες με τη διδασκαλία του Χριστού. Η λέξη “Έλληνας” κατάντησε να σημαίνει τον ειδωλολάτρη και τον μη χριστιανό. Αυτή η πράξη τους βοηθήθηκε γενικότερα από το κλίμα ενός ενοποιημένου πολιτισμού που επικρατούσε εκείνη την εποχή (ελληνιστική, ρωμαική, αρχή βυζαντίου) στις μεγάλες πολυπολιτισμικές αυτοκρατορίες όπου έγινε πολλή ανάμειξη πολιτιστικών στοιχείων από διάφορους λαούς. Μέσα σ’αυτό το περιβάλλον και ο Ελληνικός Πολιτισμός με τις παραδοσιακές αξίες του είχε ατονήσει, ήδη από την ελληνιστική εποχή και έτσι ήταν εύκολη η αλλοίωση και η σχεδόν καταστροφή του.
Από την άλλη, δεχθήκαμε πολλά θετικά στοιχεία από το χριστιανισμό, όχι από τον εβραϊσμό, όπως π.χ. την κατάργηση της δουλείας.

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.