Tag Archive: αμφίβια


μεγάλη αρσενική χελώνα Testudo hermanni


μικρός αρσενικός φρύνος B. viridis στο χέρι μου


μεγάλη θηλυκή χελώνα T. hermanni


μια άλλη μεγάλη θηλυκή χελώνα T. hermanni

Όπως και
πέρσι,
έχω βάλει στόχο να καταμετρώ προσεκτικά και να καταγράφω όσα ερπετά και αμφίβια, όπου και όπως κι αν βρίσκονται αυτά, τυχαίνει να βρίσκω κάθε χρόνο. Για το 2011 λοιπόν έχω μια αρκετά πλούσια ποικιλία. Όλα είναι από τους Πύργους Κοζάνης 800 μέτρα υψόμετρο στο Βέρμιο, το χωριό μου, εκτός κι αν επισημάνω διαφορετικά.


Ένας ακόμα από τους συνολικά 38 περίπου Bufo viridis που βρήκα φέτος. Οι πράσινοι φρύνοι έχουν εξάπλωση σ’όλη σχεδόν την Ελλάδα και μπορούνα βρεθούν σε πολλούς τύπους ενδηαιτημάτων. Πολλούς έβρισκα στο δρόμο, άλλους όμως μέσα στην αυλή, ή στα παρτέρια με τα λουλούδια και τα χόρτα όπου τους εντόπιζα με τον ήχο, ή σ’ένα δωματιάκι που βρίσκεται η βρύση του λαστίχου, το οποίο κρατάει και λίγη θερμοκρασία παραπάνω. Οι περισσότεροι ήταν είτε μικροί είτε μεσσαίοι. Στην αυλή έτυχε να πιάνω τους ίδιους δύο αρσενικούς κι ένα θηλυκό επί 5 συνεχόμενες μέρες. Μπορείτε να ξεχωρίσετε τους αρσενικούς από τους θηλυκούς απλώς σφίγγοντάς τους ελαφρά στη μέση – οι αρσενικοί θα βγάλουν φωνούλες, αφού είναι το μόνο φύλο που κωάζει. Οι φρύνοι ζουν κυρίως στη στεριά, πηγαίνοντας στο νερό μόνο για αναπαραγωγη, κι έτσι δεν κινδυνεύουν τόσο, στην ενήλικη φάση τους τουλάχιστον, από τη ρύπανση των υδάτων. Αντίθετα τα τελευταία χρόνια οι βάτραχοι του νερού έχουν ελαττωθεί υπερβολικά στο ποταμάκι της περιοχής λόγω ρύπανσης, κυρίως από ασυνήδητους και βόθρους.

Ένας ακόμα πάνω στο χέρι μου. Εδώ σίγουρα θά’χετε αναρωτηθεί πώς γίνεται και τους φωτογραφίζω στο χέρι μου χωρίς να μου φεύγουν, και ίσως φτάσετε ν’αμφιβάλλετε μήπως είναι στημένο. Όμως δεν είναι και τόσο δύσκολο όπως φαίνεται. Πέραν του ότι δεν ήταν λίγες οι φορές που μου πηδούσαν από το χέρι πριν προλάβω να εστιάσω και να τραβήξω, είναι αρκετά χειρίσιμα ζώα που μπορείς να τα κάνεις να κινηθούν κατά συγκεκριμένο τρόπο σχετικά εύκολα. Με την εμπειρία μου κάποιων χρόνων στο πιάσιμό τους, έχω να σας μάθω λίγες τεχνικές με τις οποίες θα επηρεάσετε ένα φρύνο να μείνει ήσυχος. Αυτά δεν τα είχα γράψει
στο παλαιότερο άρθρο μου για τους φρύνους,
όπου θα βρείτε πολλές πληροφορίες γι’αυτά τα ζώα.
Προσέξτε καλά το πλατύ και σχεδόν επίπεδο κεφάλι ενός φρύνου. Βγάλετε θεωρητικά όλο το κάτω μέρος με την κάτω σιαγώνα και μια μικρή φέτα από το εσωτερικό του κατώτερου μέρους του πάνω, είναι όλο το στόμα και ο ουρανίσκος. Βγάλτε τώρα το μπροστινό στενότερο μέρος, είναι το ρύγχος και τα ρουθούνια. Εντάξει, τα βγάλατε. Τώρα πάτε πιο πίσω και βγάλτε τα μεγάλα εξογκωμένα μάτια, αφαιρώντας περίπου τον ίδιο όγκο που φαίνεται έξω και μέσα. Τώρα έμειναν ν’αφαιρέσετε τ’αφτιά, των οποίων τα τύμπανα βρίσκονται ακριβώς πίσω απ’τα μάτια. Αφαιρέστε και λίγο προς τα μέσα. Τώρα έμεινε ένα πλατύ, κεντρικό μέρος. Κόψτε κι από εδώ γύρω-γύρω λίγο. Τι έμεινε; Ένα μικρό, απειροελάχιστα υπερυψωμένο μέρος όπου βρίσκεται ο εγκέφαλος. Όλο το υπόλοιπο κεφάλι είναι στόμα, ρύγχος, αισθητήρια όργανα, και ο οστέινος οπλισμός που τα προστατεύει – αν και τα οστά του ζώου είναι πολύ λεπτά κι εύθραυστα, μπορούν να το προστατεύσουν υπό κανονικές συνθήκες. Τώρα μπορείτε να βγάλετε και το δέρμα, το βρεγματικό οφθαλμό (ένα τρίτο φωτοευαίσθητο όργανο πάνω στο κεφάλι πολλών σπονδυλωτών, και τέλος βγάλτε και τη λεπτή φέτα κρανίου. Αφαιρέστε το λίγο κενό που υπάρχει από κάτω, τις μήνιγγες, και σας έμεινε ένας μικροσκοπικός, μακρόστενος εγκέφαλος. Αυτός ελέγχει τις βασικές λειτουργίες, την κίνηση και τη συμπεριφορά του ζώου.Μπορούμε να πούμε πως είναι το κέντρο της συνειδήσεώς του.
Έτσι λοιπόν, αν πιάσετε το κεφάλι ενός φρύνου ή άλλου βατράχου, θα βρείτε ψιλαφίζοντας στη μέση προς τα πίσω, κάπου ανάμεσα στα μάτια και τα αφτιά, ένα ελαφρώς φουσκωμένο μέρος. Άρα μπορείτε να σκεφτείτε πόσο μικρός είναι ο εγκέφαλός του. Μικρός και κατά πολύ απλότερος σε σχέση μ’εμάς και τα υπόλοιπα θηλαστικά, σε σχέση όμως με λιγότερο εξελιγμένες ομάδες σπονδυλωτών και ομάδες ασπονδύλων είναι αρκετά σύνθετος. Αποτελείται πάνω-κάτω από τα ίδια μέρη με το δικό μας, αν και όχι τόσο διαφοροποιημένα.
Ο τρόπος κίνησής του επομένως θα πρέπει να είναι περιορισμένος και κατά βάση ενστικτώδης. Συγκρίνοντας τον τρόπο κίνησης του φρύνου με το κουνέλι – και τα δύο ζώα κινούνται με άλματα κι έχουν εξελίξει παχύ και κοντό σώμα ως προσαρμογή σ’αυτό -, κατάλαβα ευθύς ότι οι τρόποι κίνησεις και οι πιθανές εναλλακτικές που έχει το δεύτερο είναι πολύ περισσότεροι και πολυπλοκότεροι. Εδώ μιλάω μόνο για κίνηση, γιατί αν έβαζα και τη γενικότερη συμπεριφορά και τη νοημοσύνη το κουνέλι σίγουρα θα ξεπερνούσε το φρύνο κατά πάρα, πάρα πολύ.

Έτσι λοιπόν έχουμε ορισμένες τεχνικές που θα κάνουν το φρύνο να κινηθεί κατά συγκεκριμένο τρόπο:

  • 1 Αν χαϊδέψετε το ζώο κατά μήκος της νοητής μέσης γραμμής απ’το κεφάλι έως πίσω, ή αν το ακουμπήσετε λίγο πίσω, ή αν το σπρώξετε λίγο από πίσω, θα πηδήξει μπροστά.
    2 Αν εκεί που κινείται του υψώσετε ένα εμπόδιο μπροστά του είτε με το χέρι σας είτε με κάτι άλλο πιθανότατα θα γυρίσει επί τόπου και θα διαλέξει άλλο δρόμο. Το ίδιο ίσως γίνει βάζοντας απλά μπροστά στο κεφάλι του ένα δάχτυλο.
    3 Αν τον πιέσετε λίγο στο ρύγχος σπρώχνοντάς τον προς τα πίσω θα τον μπλοκάρετε προσωρινά, και θα μείνει ακίνητος.
    4 Εάν τον αναποδογυρίσετε απότομα μπορεί να μείνει για λίγο εκεί (τονική ακινησία). Συνήθως όμως γυρίζει κανονικά αμέσως, γι’αυτό ίσως χρειαστεί να τον πιέσετε λίγο στη θέση του. Με την αντίδραση αυτή προσποιείται το νεκρό ώστε ο υποτιθέμενος εχθρός να τον αφήσει ήσυχο. Παρόμοια συμπεριφορά έχουν κι άλλα ζώα, όπως οι
    κότες.
    5 Εάν ενώ ο φρύνος κάθετε ήσυχος και ακίνητος περάσετε το χέρι σας ή κάτι άλλο, ή πετάξει ή περάσει κάτι πάνω απ’το κεφάλι του σε κάποιο ύψος, θα τρομάξει στιγμιαία και θα πεταχτεί κατευθείαν. Εκεί βρίσκεται ο βρεγματικός οφθαλμός, που μπορεί ν’αντιληφθεί απότομες εναλλαγές του επιπέδου φωτός, και θα προειδοποιήσει το ζώο για πιθανό εχθρό που έρχεται από πάνω.
    6 Αν εφαρμόσετε τις διάφορες ακινητοποιητικές τεχνικές και τον κρατήσετε στο χέρι σας κάνοντάς το κοίλη χούφτα, πιθανότατα θα μείνει για λίγο ώστε να τον φωτογραφίσετε. Μπορεί αρχικά να σας πηδήξει λίγες φορές, αλλά θα το καταφέρετε στο τέλος. Ίσως κάθεται στο χέρι μας λόγω υψηλότερης θερμοκρασίας εκεί.
    7 Αν το ζουλίξετε παραπάνω, τον τραβήξετε, ή τον σηκώσετε λάθος, π.χ. από κάποιο άκρο, θ’αντιδράσει έντονα προσπαθώντας να φύγει. Αυτό είναι βασανιστικό για το ζώο και δε θα πρέπει να το κάνετε. Αν κι έχει μικρό εγκέφαλο, έχει όλα τα κυκλώματα μέσα που του δίνουν την ικανότητα ν’αντιλαμβάνεται πόνο και φόβο, όπως άλλωστε και κάθε σπονδυλωτό.
    8 Για να τον τεντώσετε, πιάστε τον λίγο απ’τη μέση και απλώστε τα άκρα του προς τα πίσω. Δεν πιάνει πάντα, και συχνά μπορεί να προσπαθεί να επανέλθει με δύναμη, και καλύτερα τότε να τα παρατήσετε.
    9 Όταν το μεταφέρετε, να τον πιάνετε ολόκληρο, όχι μόνο απ’τη μέση για να φοβάται, ή να τον έχετε καλυμμένο και με τα δύο χέρια ώστε να νιώθει ασφαλής και ήσυχος. Γενικά όμως δε θα πρέπει να πιάνετε ένα αμφίβιο για πολύ ώρα γιατί το ζεστό και ξηρό δέρμα μας αφηδατώνει το δικό τους λεπτότερο και υγρό. Επίσης εάν έχετε πιάσει πριν χημικό ή κάτι δηλητηριώδες, μπορεί το ζώο ν’απορροφήσει την ουσία απ’το δέρμα του. Καλύτερα να τον κρατάτε σ’έναν κάδο ή άλλο δοχείο με λίγη υγρασία αν πρόκειται να μείνει για πολλή ώρα.
    10 Για να πιάσετε ένα φρύνο, καπακώστε τον γρήγορα με το χέρι, ή περιμένετε να πάει κοντά σε μια γωνία και μετά πιάστε τον.
    11 Και μην ξεχάσετε να πλήνετε τα χέρια σας μετά, ιδίως αν πρόκειται να φάτε με το χέρι ή να πιάσετε ευαίσθητη περιοχή του σώματος. Οι φρύνοι εκρίνουν τοξίνες στο δέρμα τους όταν στρεσάρονται, και παρόλο που στο δέρμα είναι αβλαβείς, αν έρθουν σ’επαφή με βλενογόνο μπορεί να προκαλέσουν ερεθισμό.
  • Οι υδρόβιοι βάτραχοι όπως είπα έχουν σχεδόν εξαφανιστεί, με μία όμως απροσδόκητοι εξαίρεση. Είχα πει
    στο παλαιότερο θέμα για τις βομβίνες
    ότι από το ποταμάκι του χωριού έχουν πλέον δυστυχώς εκλείψει. Όμως βρήκαμε μια ομάδα σ’ένα πολύ απομονωμένο μέρος. Μια μέρα τον Αύγουστο λοιπόν, αφού είχα πάει εγώ μ’ένα φίλο μου βόλτα στη γέφυρα Σάνδρεμος, μία βυζαντινή ή οθωμανική διατηρημένη γέφυρα που διασχίζει το ποταμάκι αμέσως βόρεια λίγο έξω απ’το χωριό, ψάχναμε το μέρος. Το ήδη υποβαθμισμένο ποτάμι κόβεται εντελώς λίγο έξω από το χωριό για τους καλοκαιρινούς μήνες για άρδευση, κι έτσι η κοίτη μένει ξερή. Κάπου λοιπόν σε μια γωνία της κοίτης είχε σχηματιστεί μια μικρή λιμνούλα περίπου ένα μέτρο και κάτι σε μήκος, ένα σε πλάτος και πάνω από μισό μέτρο βάθος. Εκεί μέσα ήταν παγιδευμένος σε απελπιστική κατάσταση ένας τεράστιος αριθμός τέτοιων βατράχων (Bombina variegata), από ενήλικες 4 εκατοστών έως και μικρά του ενός ή και λιγότερο. Είχα φωτογραφίσει και τη λιμνούλα και ένα μικρό στο χέρι μου, αλλά καταλάθος τ’αρχεία σβήστηκαν. Τα βατραχάκια αυτά πιθανόν θα τρέφονταν με τα πολλά εντομοειδή που κολυμπούσαν εκεί, δεν είναι όμως απίθανο οι μεγαλύτερι να κανιβάλιζαν τους μικρότερους, μιας και τέτοια συμπεριφορά έχει παρατηρηθεί στην αιχμαλωσία.
    Όλα τα βατραχάκια ήταν λοιπόν παγιδευμένα εκεί, με αφιλόξενες εκτάσεις κατάξερου εδάφους και βράχων γύρω τους. Τον Οκτώβριο, που θ’άφηναν το ποτάμι, εάν η λίμνη είχε διατηρηθεί χωρίς μόλυνση ή, ακόμα καλύτερα, ξαναγέμιζε από καμία βροχή, τα βατραχάκαι θα μπορούσαν να σκορπιστούν σ’όλο το μέρος και ίσως κάποια να επιβίωναν. Ακόμαι όμως κι αν μερικά επιβίωσαν, είναι αναγκασμένα ν’αντιμετωπίσουν κι αυτό το καλοκαίρι την ίδια ανθρώπινη μαλακία, και ίσως φέτος δεν ξανασταθούν τόσο τυχερά.


    Μια σχετικά μικρή χελώνα στο χέρι ενός παιδιού. Φέτος βρήκα 58 περίπου χελώνες, εκ των οποίων το ένα
    μικρό χελωνάκι,
    άλλες 4 μικρές, μία αρσενική και μια θηλυκή μικρού μεγέθους, και περίπου 20 αρσενικές και 25 θηλυκές, αλλά και μία μεσαία πατημένη στο δρόμο, (οι καταμέτρησή μου δεν έγινε τόσο λεπτομερείς όπως πέρσι). Εννοείται ότι όλες οι χελώνες της περιοχής είναι του είδους Testudo hermanni.

    Νεροχελώνες δεν υπάρχουν ούτε υπήρχαν στο ποτάμι. Νεροχελώνες του είδους Trachemys sscripta (οι κοινές αμερικανικές νεροχελώνες) μπορούν να βρεθούν σε υδάτινα οικοσυστήματα κοντά σε μέρη με ανθρώπινη δραστηριότητα, αφού κάποιοι ασυνήδητοι αφήνουν τις χελώνες τους εκεί, κι έπειτα αυτές είτε πεθαίνουν είτε καταφέρνουν να ζήσουν και αναπαράγονται σε βάρος των ευρωπαϊκώνειδών με τα οποία ανταγωνίζονται καλύτερα. ΕυρωπαΪκές νεροχελώνες δεν έχω συναντήσει ακόμα. Στον Άρνο ποταμό της Φλωρεντίας που
    επισκέφθηκα φέτος,
    μου είπαν ότι υπήρχαν πολλές νεροχελώνες, προφανώς του αμερικανικού είδους. Το θέμα είναι διεθνές.


    Αυτή τη σαύρα τη βρήκα σ’έναν κουβά κάτω απ’το μπαλκόνι στην αυλή. Προφανώς θα είχε πέσει εκεί μέσα ύστερα από κάποιο ατύχημα, ή μπορεί κάποιο πουλί να την έπιασε και αυτή νά’κοψε την ουρά της για να σωθεί. Κατά τ’άλλα ήταν υγειής. Η ουρά ξαναμεγαλώνει, αλλά απλότερη και διαφορετικού χρώματος και υφής από πριν. Την ξαναβρήκαμε την επόμενη μέρα στα κοντά χόρτα του μέρους όπου την αφήσαμε, προφανώς δε χρειάστηκε να μετακινηθεί πολύ μακριά. Να ήταν ολόκληρη περίπου 3-4 εκατοστά.
    Μη νομίζετε πως με αγαπάει, με ξέρει ή δε με φοβάται για να κάθεται στο χέρι μου. Κάθεται για καθαρά ωφελιμιστικούς λόγους, αφού το χέρι μας είναι ζεστό και τα ερπετά ως γνωστόν χρειάζονται εξωτερικές πηγές θερμοκρασίας για ν’ανεβάσουν το μεταβολισμό τους. Μπορείτε να βάλετε μια μικρή σαύρα στο χέρι σας, κι αυτή θα καθίσει εκεί για λίγο βλέποντάς το σαν μια τεράστια θερμή επιφάνεια. Μπορείτε μάλιστα και να κουνήσετε το χέρι σας αργά χωρίς να τρομάξει. Προσοχή όμως, γιατί αν τρομάξει θα πέσει απ’το χέρι σας και θα εξαφανιστεί. Με μεγαλύτερες σαύρες αυτό, να τις βάλετε δηλαδή στο χέρι σας χωρίς να φεύγουν, φυσικά δε γίνεται. Το είδος μου είναι άγνωστο, πιθανόν κάποια νεογέννητη του γένους Lacerta ή Podarcis. Ας μας διαφωτίσει κάποιος ειδήμων.

    Και το πιο σπάνιο:

    Πρώτη φορά είδα κι έπιασα αβγά ερπετού. Συνολικά ήταν 9 και βρέθηκαν όταν ο θείος μου έσκαβε το παρτέρι με την τσάπα. Δεν είναι σκληρά σαν τ’αβγά της κότας, είναι περισσότερο δερματώδη και ελαφρώς εύπλαστα, αν και πάλι το ερπετό για να ενισχύσει το τσόφλι χρειάζεται αρκετό ασβέστιο. Σίγουρα θα είχαν γεννηθεί από κανένα μεγάλο ειδος όπως αυτά του γένοςυ Lacerta.
    Όλοι φοβήθηκαν μήπως ήταν αβγά φιδιού, ακόμα κι εγώ ανησύχησα μήπως ήταν κάποιο δηλητηριώδες είδος, χωρίς να σκεφτώ προς στιγμήν ότι οι οχιές γεννούν κατευθείαν μικρά και όχι αβγά. Έπρεπε ωστόσο ν’ανοίξω ένα αβγό για να το επιβεβαιώσω, αλλά και κυρίως από δική μου περιέργεια. Έσκασα ένα λοιπόν καθαρά για δειγματοληπτικούς λόγους. Το αβγό δε σπάει όταν ανοίγεται, αλλ’αν τρυπήσει ή σχιστεί σκάει απότομα πετάγοντας έξω όλα τα υγρά. Μέσα λοιπόν στο υγρό βρήκα ένα έμβρυο σαύρας 3,5-4 εκ. μαζί με την ουρά, ίσου μεγέθους με τις μικρότερες νεογέννητες, και σίγουρα σε λίγες μέρες τα αβγά θά’σκαγαν. Έτσι σκότωσα ακούσια μια μικρή αγέννητη σαυρούλα. Ούτε όμως τα υπόλοιπα είχαν καλή τύχη. Τά’θαψα όλα έξω απ’το σπίτι για να μην τα βρει κανείς και να συνεχίζουν ν’αναπτύσσονται κανονικά σ’ένα μέρος με καλό χώμα και πολύ ήλιο. Όμως έκανα το λάθος να το πω σε παιδάκια και μου σκόρπισαν ή μου κατέστρεψαν τα 4. Τελικά το βράδυ τά’φερα μέσα στην αυλή, πλέον μόνο 4. Επίσης δεν είναι σωστό ν’αλλάζουν συνέχεια θέσει τα αβγά των ερπετών, διότι το μικρό μπορεί να συνθλιβεί από το βάρος των υπολοίπων υλικών του αβγού. Την άλλη μέρα βρήκα το ένα λίγο ξεθαμμένο και πλαγιασμένο, και κατάλαβα ότι δεν τό’θαψα σωστά. Τώρα αν τα υπόλοιπα εκολάφθηκαν είναιάγνωστο.

    Από φίδια βρήκα ένα σχετικά μικρό πατημένο στο δρόμο κοντά στο σπίτι, είχα ακούσει και γι’άλα δύο, όμως δεν ξέρω τι ήταν.

    Προσδοκώ φέτος να βρω ακόμα περισσότερα και ακόμα πιο σπάνιες περιπτώσεις.

    Πηγή:
    econews

    Ανακαλύφθηκε ο μικρότερος βάτραχος του κόσμου με μήκος 7 χιλιοστά

    Ένα είδος βατράχου, που εκτιμάται ότι είναι το μικρότερο παγκοσμίως, ανακάλυψαν στην ανατολική Παπούα Νέα Γουινέα Αμερικανοί ερευνητές.

    Με μήκος 7,7 χιλιοστά, ο βάτραχος Paedophryne amauensis πιθανότατα είναι το μικρότερο σπονδυλωτό ζώο παγκοσμίως, μια ομάδα ζώων που περιλαμβάνει θηλαστικά, ψάρια, πτηνά και αμφίβια.

    Στην ίδια περιοχή οι επιστήμονες ανακάλυψαν και ένα συγγενικό είδος μικροσκοπικού βατράχου (Paedophryne swiftorum), με μήκος που φτάνει τα 8,9 χιλιοστά.

    Παρουσιάζοντας το εύρημά τους, οι επιστήμονες δήλωσαν ότι το μικροσκοπικό μέγεθος του συγκεκριμένου βατράχου συνδέεται με τον οικότοπό του, στα τροπικά δάση βροχής.

    Ο εντοπισμός των μικροσκοπικών βατράχων δεν ήταν ιδιαίτερα εύκολος, καθώς κρύβονται πίσω από τα φύλλα που είναι πεσμένα στο χώμα και κάνουν ήχους παρόμοιους με των εντόμων.

    Πριν την ανακάλυψη του γένους Paedophryne, ο τίτλος του μικρότερου βατράχου ανήκε στον Βραζιλιάνο βάτραχο Brachycephalus didactylus και στον Κουβανό συγγενή του Eleutherodactylus iberia. Και τα δύο είδη δεν ξεπερνούν σε μήκος το ένα εκατοστό.

    Μέχρι σήμερα, το μικρότερο σπονδυλωτό ζώο ήταν το ινδονησιακό ψάρι της οικογένειας των κυπρίνων Paedocypris progenetica, με μήκος περίπου 7,9 χιλιοστά.

    econews

    Άραγε πόσο μεγάλος είναι ο εγκέφαλος αυτού του είδους; Υπάρχει διαφορά στην εγκεφαλική ικανότητα μεγαλύτερων ειδών μ’αυτό; Θα ψάξω προσεχώς γι’αυτό το πιθανό γενικό πρόβλημα όλων των μικρών σπονδυλωτών καθώς και πληροφορίες για τ’άλλα μικρά είδη που αναφέρονται στο άρθρο.

    Συχνά στα στατιστικά του ιστολογίου βρίσκω αναζητήσεις από ανθρώπους που θέλουν να μεγαλώσουν γυρίνους σε ενυδρείο. Όμως αυτό δεν είναι κάτι τόσο απλό κι εύκολο.
    Πρώτον γιατί υπάρχουν πάρα πολλά είδη βατράχων, το καθένα με διαφορετικούς γυρίνους που έχουν διαφορετικές ανάγκες και χρόνο μεταμόρφωσης. Οι περισσότεροι γυρίνοι μεταμορφώνονται σε μερικούς μήνες, κάποιοι άλλοι από είδη της ερήμου σε λίγες εβδομάδες και άλλοι λίγων ειδών και σ’ένα χρόνο. Επίσης η διατροφή των γυρίνων των διαφόρων ειδών είναι διαφορετικοί. Οι περισσότεροι είναι φυτοφάγοι, αλλά υπάρχουν και παμφάγοι και σαρκοφάγοι, ακόμα και κανιβαλιστικοί. Οι ανάγκες σε θερμοκρασία, ροή ή όχι του νερού και σε ph του νερού μπορεί να ποικίλουν ανάμεσα στα είδη.
    Δεύτερον γιατί οι περισσότεροι γυρίνοι χρειάζονται ειδική φροντίδα. Κατά κανόνα χρειάζονται νερό άριστης ποιότητας. Η ανθεκτικότητά τους σε βεβαρυμένο νερό ποικίλει ανάλογα με το είδος. Επίσης ο υπερπληθυσμός προκαλεί μείωση της ανάπτυξης ή και κανιβαλισμό σε μερικά είδη.
    Από τα παραπάνω συμπεραίνουμε ότι γενικεύσεις δεν μπορούν να γίνουν. Παρόλα αυτά υπάρχουν άρθρα στο Διαδίκτυο σχετικά με το μεγάλωμα των γυρίνων γενικά.

    Εάν έχετε πάρει γυρίνους από τη φύση για να μεγαλώσετε (αφού έχετε βεβαιωθεί για το είδος και τις ανάγκες του), καλό είναι ν’αφήσετε τα βατραχάκια πολύ κοντά κι όχι μέσα στο νερό, στο ίδιο σημείο όπου τα βρήκατε.

    Τα τελευταία χρόνια, άρχισα όσα ερπετά και αμφίβια παρατηρώ να τα καταγράφω και να τα καταμετρώ. Στο τέλος κάε χρόνου θα βάζω μια δημοσίευση στο ιστολόγιο με τα ερπετά και τ’αμφίβια που βρήκα εκείνο το χρόνο, και αν έχω, θ’ανεβάζω και φωτογραφίες. Η συγκεκριμένη δημοσίευση είναι για το 2010 και ό,τι θυμάμαι απ’τα προηγούμενα χρόνια. Αν και είχα βγάλει φωτογραφίες από πολλά ερπετά, δε σώθηκε καμία για να βάλω.
    Οι περισσότερες παρατηρήσεις είναι απ’το χωριό μου, Πύργοι Κοζάνης, εκτός από αυτές όπου αναφέρω την περιοχή.

    Πέρυσι 2010:
    Από χελώνες, 51 testudo hermanni: 4 μικρές (δύο νεογένητες και δύο λίγο πιο μεγάλες), 6 θηλυκές διαφόρων μεγεθών, 29 αρσενικές διαφόρων μεγεθών και 12 αγνώστου φύλου, γιατί είτε δεν ήμουν αυτόπτης μάρτυρας είτε ήταν μακριά. Από όλες αυτές, μόνο δύο (μία αρσενική και μία θηλυκή) τις βρήκα την άνοιξη. Όλες τις άλλες τις βρήκα το καλοκαίρι. Δύο ζευγάρια που βρήκα τα βρήκα σε συνεύρεση. Δε μετράω μια χελώνα που νομίζω ότι την ξαναβρήκα, μερικές στις οποίες δεν ήμουν αυτόπτης μάρτυρας και μία μικρή νεκρή στο δρόμο, ούτε τους ήχους μέσα στα χόρτα. Πρώτο καλοκαίρι που μέτρησα τόσες πολλές.
    Από φρύνους, μόνο 4 μεγάλους. 3 bufo viridis θηλυκά και ένας b. bufo αρσενικός. Υπήρχαν και πολλά μικρά φρυνάκια στο δρόμο και σε γωνίες, αλλά αυτά δεν τα μετρούσα. Θυμάμαι όμως 5 φρυνάκια σε 5 διαφορετικές περιοχές και μάλλον θα ήταν διαφορετικά. Στο ποταμάκι που παλιά είχε βατράχους και μπομπινούλες, τώρα έχουν σχεδόν εξαφανιστεί. Θυμάμαι την τελευταία μπομπινούλα από πρόπερσι.
    Είχα βρει και άλλον ένα βάτραχο, σε ύψος 1,5 μ. σε μια τρύπα ενώ σκαρφάλωνα ένα δέντρο. Ήταν περίπου 5 εκ, σκουρόπράσινος, με γκριζοπή κάτω μεριά, λίγο σπυρωτός, πηδούσε αλλά δεν κατάλαβα αν είχε βεντουζίτσες στα πόδια του. Τον έβγαλα φωτογραφίες, αλλά τις έχασα. Ο βάτραχος ξαναμπήκε σε μια πιο χαμηλή τρύπα όταν τον άφησα, προτιμώντας το πάνω μέρος της όμως. Ίσως ήταν δεντρόβιος.
    Από σαύρες θυμάμαι μία νεογένητη καφέ, μάλλον από την οικογένεια των σαυριδών. Φωτογραφία έβγαλα μόνο από μία πράσινη μεγάλη (δεν προσδιόρισα το είδος αν είναι lacerta viridis ή l. trilineata), αλλά τις φωτογραφίες τις έχασα. Γενικά ήταν πάρα πολλές όμως εξαφανίζονταν μόλις πήγαινες κοντά τους στα χόρτα. Όλα αυτά τα βρήκα το καλοκαίρι, τις σαυρίτσες τις έχω βρει όμως και στις τρεις εποχές όταν έχει σχετικά καλές θερμοκρασίες. Επίσης, στα μέσα του Οκτωβρίου, βρήκα ένα σαμιαμίδη (hemidactylus turcicus) στη Θεσσαλονίκη, την πόλη όπου μένω. Τα ερπετά αυτά είναι ιδιαίτερα προσαρμοστικά και ίσως είναι τα μόνα άγρια ερπετά που μπορούν να βρεθούν στις πυκνοκατοικημένες περιοχές τις πόλεις. Έχω βρει γενικά κι άλλα, αλλά δεν τα μέτρησα.

    Από φίδια: 2 οχιές (δεν τις φωτογράφισα για να προσδιοριστεί το είδος), γιατί δυστυχώς τις σκότωσαν. Και οι δύο έτυχε να περνάνε δρόμο μιας σχετικά πυκνοκατοικημένης περιοχής του χωριού. Έχω παρατηρήσει ότι ακόμα και ακόμα κι αν απειλούνται θανάσιμα, δεν τρέχουν (δεν μπορούν έτσι κι8 αλλιώς να τρέξουν πάρα πολύ) σε κάποιο ασφαλές μέρος, αλλά συνεχίζουν να κινούνται αργά και προσπαθούν να επιτεθούν στα ξύλα ή ό,τι άλλο χρησιμοποιούν για να τις σκοτώσουν.

    Πρόπερσι 2009:
    Από χελώνες: 6 t. hermanni. Εκείνη τη χρονιά είχαν φυτρώσει υπερβολικά πολλά γαϊδουράγκαθα στις πλαγιές για άγνωστη αιτία και ίσως γι’αυτό δεν έρχονταν πολλές χελώνες προς το δρόμο. Ούτε όμως εγώ είχα ψάξει. Αντίθετα, το 2010, τις έψαχνα ενεργητικά για να μετρήσω το μέγιστο πιθανό αριθμό.
    Από σαύρες: Πάρα πολλές, δεν τις είχα μετρήσει.
    Από φρύνους: 2 μεγάλους θηλυκούς bufo bufo. Τον ένα το βρήκα κανονικά το καλοκαίρι, ενώ τον άλλον στις 28 Δεκεμβρίου! Εκείνη τη χρονιά δε βρήκα κανέναν άλλο βάτραχο. Το ποταμάκι του χωριού τα τελευταία χρόνια δεν υπάρχουν ούτε πολλές βατραχίδες, ούτε μπομπίνες, όπως υπήρχαν παλαιότερα, από την περιβαλλοντική μόλυνση.
    Από φίδια: πολλά σκοτωμένα στο δρόμο.

    2008:
    Από χελώνες: αρκετές testudo hermanni. Μία εξ αυτών είχε πατηθεί από αυτοκίνητο και σκοτώθηκε. Τις επόμενες μέρες αποσυντέθηκε γρήγορα.
    Από άλλα: Υπήρχαν όλα. Οι βάτραχοι λίγο ελαττωμένοι.

    Παλαιότερα:
    Δεν έχω μετρήσει τίποτα από πιο παλιά, αλλά υπήρχαν τα ίδια όπως και τώρα, με τη μόνη διαφορά ότι οι βάτραχοι, οι μπομπίνες και οι φρύνοι ήταν πολύ περισσότερη. Πριν 3 περίπου χρόνια είδα την τελευταία μπομπίνα. Δεν ξέρω αν εξαφανίστηκαν εντελώς ή έχουν ελαττωθεί επιίνδυνα.

    macrovipera lebetina, η κυπριακή οχιά ή αλλιώς κουφή ή φίνα


    trachylepis vittata

    Πηγή:
    Herpetofauna

    Η Κύπρος φιλοξενεί αξιοσημείωτη, σπάνια και πολύ ενδιαφέρουσα ερπετοπανίδα και επειδή, υπό άλλες συνθήκες, η λίστα των ερπετών και αμφιβίων της θα μπορούσε να συμπεριλαμβάνεται στην ελληνική αντίστοιχη λίστα (όλοι γνωρίζουμε λίγο-πολύ την ιστορία και την σχέση μεταξύ Ελλάδας – Κύπρου), θα κάνουμε σε αυτό το θέμα μία αναφορά στα είδη της. Στο μέλλον ευελπιστούμε να κάνουμε μία πιο οργανωμένη προσέγγιση, με μια σελίδα περιγραφής για κάθε είδος, όπως έχει γίνει με τα ελληνικά.

    Αμφίβια Κύπρου:

    Τάξη: Άνουρα:
    1. Πράσινος Φρύνος – Bufo viridis (Οικογένεια Bufonidae). Ο πληθυσμός της Κύπρου βρίσκεται υπό εξέταση ώστε να εξακριβωθεί και να καθοριστεί το υποείδος του ή ακόμα για το αν πρόκειται για ξεχωριστό είδος.
    2. Δενδροβάτραχος – Hyla savignyi (Οικογένεια Hylidae)
    3. Βάτραχος του Μπεντριάγκα – Pelophylax bedriagae (Οικ. Ranidae). Ο τελικός καθορισμός του είδους βρίσκεται υπό εξέταση.

    Ερπετά Κύπρου:

    Τάξη: Χελώνια (Χελώνες)
    1. Χελώνα Καρέττα – Caretta caretta (Οικ. Cheloniidae)
    2. Πράσινη Xελώνα – Chelonia mydas (Οικ. Cheloniidae).
    3. Δερματοχελώνα – Dermochelys coriacea (Οικ. Dermochelyidae)
    4. Γραμμωτή Νεροχελώνα – Mauremys rivulata (Οικ. Geoemydidae)

    Τάξη: Λεπιδωτά:
    Υπόταξη: Σαύρια (Σαύρες)
    1. Κουρκουτάς – Laudakia stellio cypriaca (Οικ. Agamidae) Ενδημικό υποείδος.
    2. Χαμαιλέοντας – Chamaeleo chamaeleon recticrista (Οικ. Chamaeleonidae)
    3. Μυσιαρός – Mediodactylus kotschyi fitzingeri (Οικ. Gekkonidae) Ενδημικό υποείδος.
    4. Σαμαμίθιον (Μεχάρους) – Hemidactylus turcicus (Οικ. Gekkonidae)
    5. Ακανθοδάκτυλος – Acanthodactylus schreiberi (Άλλες φωτογραφίες: 1, 2) (Οικ. Lacertidae)
    6. Αλιζαύρα – Ophisops elegans schlueteri (Οικ. Lacertidae) Ενδημικό υποείδος.
    7. Χιλεστρούκα – Phoenicolacerta troodica (Άλλες φωτο: 1) (Οικ. Lacertidae) Ενδημικό είδος.
    8. Αβλέφαρος (Βυζάστρα) – Ablepharus budaki (Οικ. Scincidae)
    9. Γλιάστρα – Chalcides ocellatus (Οικ. Scincidae)
    10. Λιακόνι της Μικράς Ασίας – Eumeces schneiderii (Άλλες φωτο: 1) (Οικ. Scincidae). Στην Κύπρο απαντά το φερώνυμο υποείδος το οποίο είναι και ενδημικό. Απειλείται σοβαρά με εξαφάνιση.
    11. Ραβδωτή Σαύρα – Trachylepis vittata (ΆΛλες φωτο: 1, 2) (Οικ. Scincidae)

    Υπόταξη: Οφίδια (Φίδια)
    1. Τυφλίνος – Typhlops vermicularis (Οικ. Typhlopidae)
    2. Περβολάρης – Dolichophis jugularis cypriacus (Οικ. Colubridae) Ενδημικό υποείδος.
    3. Θαμνόφιδο – Eirenis levantinus (Οικ. Colubridae). Μόνο μία παρατήρηση από την Βόρεια Κύπρο το 1997.
    4. Δρώπις (Γκρίζο Θερκό) – Hemorrhois nummifer (Οικ. Colubridae).
    5. Δεντρογαλιά της Κύπρου – Hierophis cypriensis (Οικ. Colubridae). Ενδημικό είδος, απειλείται σοβαρά με εξαφάνιση.
    6. Νερόφιδο – Natrix natrix (Οικ. Colubridae). Κάποιοι ερευνητές θεωρούν το υποείδος της Κύπρου ενδημικό (cypriaca), ενώ άλλοι το κατατάσσουν στο υποείδος persa. Θεωρήθηκε εξαφανισμένο από το νησί, έως να ανακαλυφθεί ξανά ένας ενεργός πληθυσμός το 1992. Αυτή τη στιγμή βρίσκεται στο χείλος της εξαφάνισης.
    7. Λιμνόφιδο – Natrix tessellata (Οικ. Colubridae). Η παρουσία του φιδιού στο νησί είναι αμφίβολη καθώς βασίζεται σε παλιές καταγραφές από την Β.Κύπρο και χρειάζεται επιβεβαίωση.
    8. Σαΐτα – Platyceps najadum (Οικ. Colubridae). Μόνο δύο καταγραφές του είδους έχουν γίνει στο νησί (1910 και 1996) στο βόρειο τμήμα. Φαίνεται πως το είδος απειλείται σοβαρά με εξαφάνιση από το νησί.
    9. Ξυλόδρωπις – Telescopus fallax cyprianus (Οικ. Colubridae). Ενδημικό υποείδος.
    10. Σαπίτης – Malpolon insignitus (Οικ. Colubridae).
    11. Κουφή (Φίνα) – Macrovipera lebetina (Οικ. Viperidae). Το μοναδικό επικίνδυνο δηλητηριώδες φίδι στην Κύπρο. Στο νησί απαντά το φερώνυμο υποείδος το οποίο είναι και ενηδημικό.

    Εισαγόμενα είδη:
    Τα είδη αυτά δεν είναι αυτόχθονα της Κύπρου αλλά εισήχθησαν με την ανθρώπινη παρέμβαση.
    1. Νεροχελώνα με κόκκινα μάγουλα – Trachemys scripta (Οικ. Emydidae) Προκαλεί ανισορροπία και προβλήματα στο κυπριακό οικοσύστημα.
    2. Ελληνική Χελώνα – Testudo graeca (Οικ. Testudinidae)
    3. Κρασπεδωτή Χελώνα – Testudo marginata (Οικ. Testudinidae)

    Σημείωση: Πολλές από τις κοινές ονομασίες είναι οι τοπικές κυπριακές, που δεν είναι και τόσο γνωστές, π.χ. γλιάστρα είναι το λιακόνι, κουφή ή φίνα είναι η κυπριακή οχιά, ξυλόδρωπις είναι το αγιόφιδο, κουρκουτάς το κροκοδειλάκι κλπ.
    Επίσης:
    Η ερπετοπανίδα της Ελλάδας.

    μεσογειακός χαμαιλέοντας chamaeleo chamaeleon


    τοιχόσαυρα του Έρχαρντ podarcis erhardii


    μακεδονικός τρίτονας triturus macedonicus


    λαφιάτης elaphe quatuorlineata


    βάτραχος του Μπεντριάγκα pelophylax bedriagae


    γραμμωτή νεροχελώνα mauremys rivulata


    αμφίσβαινα blanus strauchi

    Το άρθρο αυτό το είχα καιρό στο μυαλό μου και το προετοίμαζα. Είχα μαζέψει τα είδη, λίγες πληροφορίες και μόλις πριν λίγο το συνέταξα στην τελική του μορφή.
    Ο όρος “ερπετοπανίδα” καλύπτει και το σύνολο των ειδών των ερπετών, αλλά και αυτό των αμφιβίων μιας περιοχής. Η χώρα μας είναι μία από τις πλουσιότερες σε είδη ερπετών και αμφιβίων της Ευρώπης, εξαιτίας της γεωγραφικής της θέσεις στη νότια Ευρώπη, του πλούσιου οριζόντιου και κάθετου διαμελισμού που δημιουργεί ποικιλία κλιματολογικών περιοχών και πολλές απομονωμένες περιοχές, όπως νησιά, οι οποίες ευνοούν την εξέλιξη ενδημικών ειδών και υποειδών.Επειδή βρίσκεται κοντά στην Ασία και τη Βόρεια Αφρική, εκτός από ευρωπαϊκά είδη, έχει και κάποια είδη απ’αυτές τις ηπείρους. Ο συνολικός αριθμός των ειδών των αμφιβίων είναι 22, ενώ αυτός των ερπετών 65. Αναλογικά με την έκτασή της, είναι αρκετά πολλά. Αντίθετα, άλλες βορειότερες χώρες έχουν πολύ λιγότερα, για παράδειγμα η Ολλανδία 7 είδη ερπετών και η Βρετανία 6. Αρκετά από τα πολλά αυτά είδη και τα υποείδη τους είναι ενδημικά της χώρας μας ή έχουν πολύ μικρές εξαπλώσεις.

    Αμφίβια
    Τα αμφίβια είναι ομοταξία σπονδυλωτών που εξελικτικά βρίσκεται ανάμεσα στα ψάρια και στα ερπετά. Ζουν συνήθως σε υγρά μέρη, έχουν υγρό και λεπτό δέρμα και είναι όλα τους σαρκοφάγα. Επειδή τα πρώτα στάδια της ζωής τους τα περνούν μέσα στο νερό, το χρειάζονται για την αναπαραγωγή τους. Τα περισσότερα είναι ζώα μικρού μεγέθους και έχουν πολλούς εχθρούς, γι’αυτό πολλά είδη έχουν εξελιξει τοξικότητα. Κανένα ελληνικό είδος δεν είναι επικίνδυνο για τον άνθρωπο. Από τις τρεις τάξεις των αμφιβίων, [ουρόδηλα (σαλαμάνδρες και τρίτονες), άνουρα (βάτραχοι και φρύνοι) και γυμνοφίονα (άποδα αμφίβια)] έχουμε μέλη και από τις δύο τάξεις της εύκρατης ζώνης, δηλαδή τις δύο πρώτες.
    Ουρόδηλα (σαλαμάνδρες και τρίτονες): Είναι αμφίβια που εξωτερικά μοιάζουν πολύ με τις σαύρες. Αγαπούν τη δροσιά και την υγρασία και είναι κυρίως εντομοφάγες. Είναι πολύ δύσκολο να παρατηρηθούν, επειδή είναι νυκτόβιες, ζουν σε μεγάλα υψόμετρα, σε δάση ή άλλα μέρη με πυκνή βλάστηση και δροσιά και σπάνια εμφανίζονται σε ανοιχτά σημεία. Οι περισσότερες παράγουν τοξικές εκρίσεις για ν’αποθαρρύνουν τους εχθρούς τους από το να τις φάνε, αλλά κανένα ελληνικό είδος δεν είναι επικίνδυνο για τον άνθρωπο. Δεν υπάρχει ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στους τρίτονες και στις σαλαμάνδρες, απλά οι τρίτονες συνήθως περνούν περισσότερο χρόνο στο νερό. Στην Ελλάδα έχουμε 7 είδη, όλα μέλη της οικογένειας των σαλαμανδριδών (salamandridae): την κοινή σαλαμάνδρα (salamandra salamandra), τον αλπικό τρίτονα (ichthyosaura alpestris παλαιότερα mesotriton alpestris και πιο παλιά triturus alpestris), τον κοινό τρίτονα (lissotriton vulgaris), το λοφιοφόρο τρίτονα (triturus artzeni) και το μακεδονικό τρίτονα (t. macedonicus), καθώς και δύο είδη του κυρίως ασιατικού γένους lyciasalamandra με μικρή εξάπλωση, τη lyciasalamandra helverseni (Κάρπαθος και γύρω νησιά) και τη l. luschani (Καστελόριζο).
    Άνουρα: Οι βάτραχοι και οι φρύνοι. Η τάξη των αμφιβίων με το μεγαλύτερο αριθμό ειδών και τη μεγαλύτερη ποικιλομορφία και εξάπλωση. Έχουμε 15 είδη από πολλές οικογένειες:
    Βατραχίδες (ranidae): Οι κοινοί βάτραχοι, ζουν πάντα κοντά στο νερό, έχουν γλοιώδες και γυαλιστερό δέρμα, μακρυά πίσω άκρα και πολύ μεγάλη εξάπλωση σε μεγάλο μέρος του κόσμου. Έχουμε πολλά είδη: τον πηδοβάτραχο (rana dalmatina), τον ελληνικό βάτραχο (r. graeca), τον κοινό κεντρικοβορειοευρωπαϊκό βάτραχο (r. temporaria) με οριακή εξάπλωση στη βόρεια Ελλάδα
    Παρακολουθήστε την εμβρυική του ανάπτυξη.το λιμνοβάτραχο (pelophylax ridibundus), το βαλκανικό βάτραχο (p. curtmuelleri), τον ηπειρωτικό βάτραχο (p. epiroticus) και άλλα είδη του ίδιου γένους με μικρή εξάπλωση p. bedriagae (νησιά ανατολικού Αιγαίου), p. cretensis (Κρήτη) και p. cerigensis (Κάρπαθος, Ρόδος και γύρω νησιά), καθώς και τον εισαγόμενο αμερικανικό ταυροβάτραχο (lithobates catesbeanus), ο οποίος εισήχθη σε μια λίμνη της Κρήτης με καταστροφικές συνέπειες για το τοπικό οικοσύστημα.
    Βομβινατορίδες (bombinatoridae): Οι πυρρογάστορες βάτραχοι, 2 είδη, τη b. bombina (οριακή εξάπλωση στον Έβρο) και τη b. variegata.
    Περισσότερα εδώ.Φρυνίδες (bufonidae): Φρύνοι, 2 είδη, τον κοινό φρύνο (bufo bufo) και τον πράσινο φρύνο (b. viridis.
    Περισσότερα εδώ.Υλίδες (hylidae): Δεντροβάτραχοι, συνήθως μικροί βάτραχοι με βεντούζες στ’άκρα τους προσαρμοσμένοι για τη δενδρόβια ζωή, 1 μόνο είδος τη hyla arborea.
    Πηλοβατίδες (pelobatidae): Βάτραχοι που ζουν σε ξηρά περιβάλλοντα και περνούν τον περισσότερο χρόνο τους θαμμένοι κάτω απ’το χώμα, 1 μόνο είδος, το συριακό πηλοβάτη (pelobates syriacus) με σποραδική εξάπλωση.

    Ερπετά:
    Είναι μια μεγάλη ομοταξία σπονδυλωτών με πλήθος ειδών σ’όλον τον κόσμο. Είναι ποικιλόθερμα, δηλαδή η θερμοκρασία του σώματός τους είναι όμοια μ’αυτήν του περιβάλλοντος, έχουν συνήθως μικρό ή μεσαίο μέγεθος, ξηρό δέρμα και γεννούν συνήθως αβγά στη στεριά. Υπάρχουν 4 τάξεις ερπετών: τα φολιδωτά (φίδια, οι χελώνες, τα κροκοδείλια και οι σφηνόδοντες (τουατάρα μόνο στη Νέα Ζηλανδία).
    Περισσότερα εδώ.έχουμε είδη από τις 2 κύριες τάξεις της εύκρατης ζώνης, δηλαδή τις δύο πρώτες.
    Χελώνες: Μια τάξη ερπετών με πολυάριθμα είδη. Χαρακτηριστικό όλων είναι ότι τα οστά του σώματός τους δημιουργούν ένα προστατευτικό καβούκι (χέλυο), όπου μπορούν να μαζέψουν το κεφάλι και τ’άλλα μέλη τους όταν απειλούνται από κάποιον εχθρό. Υπάρχουν χερσαίες, υδρόβιες και θαλάσσιες χελώνες. Στην Ελλάδα έχουμε 10 είδη από μερικές οικογένειες.
    Χελωνιίδες (cheloniidae): Οικογένεια θαλασσίων χελωνών με πόδια προσαρμοσμένα σε πτερύγια. Στην ξηρά βγαίνουν μόνο τα ενήλικα θηλυκά για να γεννήσουν τ’αβγά τους. Δεν μπορούμε να τις χαρακτηρίσουμε ελληνικές αφού διανύουν μεγάλες αποστάσεις στη θάλασσα, μεγάλες και παμφάγες, 3 είδη: την καρέτα (caretta caretta) γεννά τ’αβγά της σ’ελληνικές ακτές, την πράσινη χελώνα (chelonia mydas) και την κεραμιδωτή χελώνα (eretmochelys imbricata).
    Δερματοχελυίδες (dermochelyidae): Οικογένεια θαλασσίων χελωνών με μόνο ένα είδος με παγκόσμια εξάπλωση, η δερματοχελώνα (dermochelys coriacea). Το μεγαλύτερο είδος χελώνας του κόσμου με ατροφικό χέλυο και ομοιοθερμία (εξαίρεση των ερπετών).
    Εμυδίδες (emydidae): Οι νεροχελώνες, προσαρμοσμένες για τη ζωή σε γλυκό νερό, βγαίνουν στη στεριά για να λιαστούν ή να γεννήσουν αβγά, παμφάγες, κυρίως αμερικανική οικογένεια έχουμε 2 είδη: τη στικτή νεροχελώνα (emys orbicularis) και την κοκκινομάγουλη νεροχελώνα (trachemys scripta). Η τελευταία είναι η κοινή κατοικίδια νεροχελώνα, αμερικανικό είδος που εισήχθει στην Ελλάδα με κακές συνέπειες στην ενδημική στικτή.
    Γεωεμυδίδες (geoemydidae): Κυρίως ασιατική οικογένεια νεροχελωνών με πολλά είδη με ποικιλία στην εμφάνιση, παμφάγες, έχουμε τη γραμμωτή νεροχελώνα (mauremys rivulata).
    Τριονυχίδεςν (trionychidae): Μαλακοχέλυες νεροχελώνες, ζουν στα γλυκά νερά, η επιφάνεια του χελύου είναι λεία και μαλακιά, κυρίως σαρκοφάγες, κανένα ευρωπαϊκό ή ελληνικό είδος, περιστασιακά έρχεται στην Κρήτη και στη νότια Ελλάδα η χελώνα του Νείλου (trionyx triuguis).
    Χελωνίδες (testudinidae): Οι χερσαίες χελώνες, με ψηλό καβούκι, χοντρά άκρα, αργοκίνητες και φυτοφάγες, έχουμε 3 είδη: την κρασπεδοχελώνα (testudo marginata), κυρίως ελληνικό είδος και μεγαλύτερο της Ευρώπης, τη μεσογειακή χελώνα (testudo hermanni) και την ελληνική χελώνα (testudo graeca).

    Φολιδωτά (φίδια, αμφίσβαινες και σαύρες): Αυτή η τάξη χωρίζεται σε 3 υποτάξεις”: στα σαύριια (σαύρες), στα οφίδια (φίδια) και στα αμφισβαίνια (αμφίσβαινες). Είναι η πιο επιτυχημένη ομάδα ερπετών. Μπορούν να βρεθούν σ’όλον τον κόσμο σε ποικίλα περιβάλλοντα, από ψηλά βουνά έως και στη θάλασσα. Στην Ελλάδα έχουμε 55 είδη (η πιο πολυπληθής ομάδα), και από τις τρεις υποτάξεις και από πολλές οικογένειες.
    Σαύρια (σαύρες: Ερπετά που μπορούν να βρεθούν σ’όλα τα περιβάλλοντα. Οι περισσότερες στην Ελλάδα έχουν μικρό μέγεθος, αλλά υπάρχουν και μεγαλύτερες. Πολλές είναι προσαρμοσμένες για διαβίωση σε βραχώδεις περιοχές, κυρίως εντομοφάγες, σπάνια τρώνε λίγα φυτά, αν και υπάρχουν και φυτοφάγες (όχι στην Ελλάδα), έχουν πολλούς εχθρούς. Έχουμε 31 είδη από αρκετές οικογένειες:
    Σαυρίδες (lacertidae): Οι κοινές ευρωπαϊκές σαύρες, μπορούν να βρεθούν σε ποικιλία περιβαλλόντων, έχουμε πολλά είδη: την πράσινη σαύρα (lacerta viridis), την τρανόσαυρα (l. trilineata), τα οποία είναι και τα μεγαλύτερα είδη, την αμμόσαυρα (l. agilis κεντρικοβορειοευρωπαϊκό είδος με σποραδική εξάπλωση στη βόρεια Ελλάδα), την τοιχόσαυρα (podarcis muralis), την πελοποννησιακή σαύρα (p. peloponnesiacus), τη βαλκανική τοιχόσαυρα (p. tauricus), την p. erhardii (με πάρα πολλά υποείδη στην ηπειρωτική Ελλάδα και τα νησιά), την p. cretensis (Κρήτη), την p. gaigeae (Σκύρος), την p. milensis (Μήλος), την p. levendis
    (Πρόσφατα αναγνωρισμένο είδος),, τη σαύρα της Ρούμελης (algyroides nigropunctatus), τη σαύρα του Μωριά (a. moroticus), τον οφίδωπα (ophisops elegans χωρίς βλέφαρα), την ποντιακή σαύρα (darevskia praticola με οριακή εξάπλωση στον Έβρο), την ελληνική σαύρα (hellenolacerta graeca Πελοπόννησος) και δύο είδη με μικρή εξάπλωση, την anatololacerta anatolica (Σάμος) και την a. oertzeni (Δωδεκάνησα).
    Σκιγκίδες (scincidae): Οι σκίγκοι, σαύρες με επίμηκες σώμα, λείες φολίδες και μικρά άκρα, που συνήθως δεν μπορούν να τις σηκώσουν από το έδαφος, 4 είδη: τον αβλέφαρο (ablepharus kitaibelii), το λιακόνι (chalcides ocellatus), τον οφιόμορο (ophiomorus punctatissimus) και τη χρυσίζουσα σαύρα (trachylepis aurata παλαιότερα mabuya aurata Σάμος, Κως, Ρόδος, Σίμη).
    Αγαμίδες (agamidae): Οι δράκοι. Συγγενικές σαύρες με τις ιγκουάνες, μόνο ένα είδος, το κροκοδειλάκι (laudakia stellio), μ’εξάπλωση στα περισσότερα νησιά και στην περιαστική περιοχή της Θεσσαλονίκης.
    Χαμαιλεοντίδες (chamaeleonidae): Οι χαμαιλέοντες, σπάνια και ιδιαίτερα ερπετά, δενδρόβια, αγαπούν την υγρασία, αργοκίνητα, με καλή όραση αλλά χωρίς εξωτερικά αφτιά, χρησιμοποιούν τη γλώσσα τους για τη σύλληψη της τροφής, απειλούνται σοβαρά στην Ελλάδα, 2 είδη: το μεσογειακό χαμαιλέοντα (chamaeleo chamaeleon) μόνο στη Σάμο, παλαιότερα σε Χίο και Κρήτη και τον αφρικανικό (c. africanus), ίσως παλιά εισαγωγη απ’την Αφρική, απειλείται πολύ σοβαρά, μόνο ένας μικρός πληθυσμός στην Πύλο.
    Ανγουίδες (anguidae): Οι άποδες σαύρες. Δεν έχουν άκρα και μοιάζουν με φίδια, ωστόσο ξεχωρίζουν απ’αυτά από την παρουσία βλεφάρων στα μάτια, εξωτερικών ακουστικών πόρων και μακριάς ουράς, 3 είδη: το κονάκι (anguis fragilis), το κονάκι της νότιας Ελλάδας (a. cephalonica) και τον τυφλίτη (pseudopus apodus), τη μεγαλύτερη άποδη σαύρα της ευρώπης, παλαιότερα ophiosaurus apodus.
    Γκεκονίδες (geconidae): Τα γκέκο, μικρές συνήθως νυκτόβιες εντομοφάγες σαύρες που συνήθως έχουν κολλητική ικανότητα στ’άκρα τους και στερούνται βλεφαρίδων, 3 είδη: το κοινό σαμιαμίδι (hemidactylus turcicus), την ταρέντολα (tarentola mauritanica) και το μεσοδάκτυλο ή κυρτοδάκτυλο (mediodactylus cotschyi), με πολλά υποείδη στα νησιά και στην ηπειρωτική Ελλάδα, χωρίς κολλητική ικανότητα, παλαιότερα cyrtopodion cotschyi και αργότερα cyrtodactylus cotschyi.
    Αμφισβαίνια (amphisbaenia): Είναι η λιγότερο μελετημένη ομάδα ερπετών. Είναι άποδα, με δακτυλιωτό δέρμα, αραιές φολίδες και τα μάτια και τ’αφτιά τους καλύπτονται με δέρμα. Εξωτερικά μοιάζουν με γεωσκώληκες.Βρίσκονται κυρίως στην τροπική ζώνη, αλλά στην Ελλάδα υπάρχει μόνο ένα είδος της οικογένειας των αμφισβαινιδών (amphisbaenidae), το blanus strauchi, με οριακή εξάπλωση στη Σάμο, στη Ρόδο και σε μερικά ακόμα Δωδεκάνησα.
    Οφίδια (φίδια): Κι αυτή η υπόταξη όπως οι σαύρες, έχει μεγάλο αριθμό ειδών σ’όλον τον κόσμο, προσαρμοσμένα σε ποικίλα περιβάλλοντα και συνθήκες. Στην Ελλάδα έχουμε 23 είδη από μερικές οικογένειες, εκ των οποίων τα 7 είναι δηλητηριώδη, τα 5 εξ αυτών είναι οχιές και μόνο οι 3 απ’αυτές είναι επικίνδυνες για τον άνθρωπο.
    Καινοφιδιίδες (colubridae): Μια οικογένεια φιδιών με πολύ μεγάλο αριθμό ειδών, κυρίως μεσαίου μεγέθους, τα περισσότερα μη δηλητηριώδη και τρεφόμενα κυρίως με τρωκτικά. Όσα είναι δηλητηριώδη έχουν τα ειδικευμένα δόντια τους πίσω στο στόμα (οπισθόγλυφα). Κανένα δηλητηριώδες ελληνικό είδος της οικογένειας αυτής δεν είναι επικίνδυνο για τον άνθρωπο. Έχουμε τ’ακόλουθα είδη: το στεφανοφόρο (coronella austriaca), το θαμνόφιδο (eirenis modestus), τον έφιο (dolichophis caspius) αρκετά μεγάλο, το μαύρο έφιο (d. jugularis), το λαφιάτη (elaphe quatuorlineata) αρκετά μεγάλο, το θρακικό λαφιάτη (e. sauromates), τη δεντρογαλιά (hierophis gemonensis), το μαύρο φίδι της Γιάρου (h. viridiflavus) ίσως παλιά εισαγωγή από τη δυτική Ευρώπη, πολύ σπάνιο, στην Ελλάδα ξεχωριστό υποείδος, το λαφιάτη του Ασκληπιού (zamenis longissimus), το σπιτόφιδο (z. situla), τη σαΐτα (platyceps najadum), το νερόφιδο (natrix natrix) μερικές φορές πολύ μεγάλο, το λιμνόφιδο (n. tessellata), το ζαμενή της Ρόδου (haemorrhois nummifer), μεγάλο, ασιατικό είδος, με εξάπλωση στα περισσότερα Δωδεκάνησα και στα Νησιά Ανατολικού Αιγαίου, καθώς και 2 ελαφρώς δηλητηριώδη είδη, το αγιόφιδο (telescopus fallax) και το σαπίτη (malpolon insignitus).
    Εχιδνίδες (viperidae): Οι οχιές, δηλητηριώδεις, αργοκίνητες, προτιμούν συνήθως ξηρές περιοχές, γεννούν μικρά. Είναι σωληνόγλυφα φίδια, δηλαδή τα δηλητήριώδη δόντια τους βρίσκονται μπροστά στο στόμα, είναι σωληνοειδή και αναδιπλούμενα. Διακρίνονται εύκολα από άλλα φίδια απ’το τριγωνικό κεφάλι τους με τα φουσκωμένα μάγουλα. Εδώ ανήκουν τα πιο τοξικά ελληνικά είδη, έχουμε 5 είδη: την οχιά της Μίλου (macrovipera schweizeri) μεγάλη και σχετικά ισχυρό δηλητήριο, αλλά μόνο στη Μήλο και στα γύρω νησιά, απειλείται, τον αστρίτη (vipera berus) κεντρικοβορειοευρωπαϊκό είδος με οριακή εξάπλωση στη βόρεια Ελλάδα, ασθενές δηλητήριο, την κερασφόρο οχιά (v. ammodytes) σχετικά ισχυρό δηλητήριο, την οχιά των λιβαδιών (v. ursinii) με σποραδική εξάπλωση, πολύ μικρή με ασθενές δηλητήριο και την οθωμανική οχιά (montivipera xanthina) σχετικά ισχυρό δηλητήριο. Ωστόσο, όσο ισχυρό δηλητήριο και αν έχουν αυτά τα είδη, αυτό είναι σχετικό με τ’άλλα που έχουν ασθενέστερο. Κανένα ελληνικό φίδι δεν έχει πολύ μεγάλη τοξικότητα και όλα τα δαγκώματα φιδιών θεραπεύονται στο νοσοκομείο. Τις τελευταίες δεκαετίες, στην Ελλάδα δεν έχει καταγραφεί θάνατος από δάγκωμα φιδιού.
    Βοΐδες (boideae): Οι βόες, κυρίως της τροπικής ζώνης, έχουν χοντρό σώμα και υπολοιματικά πίσω άκρα στη λεκάνη, γεννούν μικρά, έχουμε μόνο ένα μικρό αμμόβιο είδος, τον έρυκα (eryx jaculus).
    Τυφλωπίδες (typhlopidae): Μικρά τυφλά φίδια που μοιάζουν με γεωσκώληκες κυρίως της τροπικής ζώνης που ζουν υπογείως και είναι εντομοφάγα, έχουμε μόνο ένα είδος, τον τύφλωπα (typhlops vermicularis).
    Πηγές και χρήσιμες σελίδες:
    herpetofauna.grΗ πληρέστερη σελίδα για την ελληνική ερπετοπανίδα. Είναι η κύρια πηγή μου. Περιέχει πληροφορίες και πολλές φωτογραφίες για όλα τα είδη, άρθρα, αλλά και φόρουμ για την ελληνική ερπετοπανίδα στο οποίο μπορείτε να εγγραφετε. Εκεί μπορείτε να λύσετε τις απορίες σας σχετικά με την ελληνική ερπετοπανίδα, να δημοσιεύσετε φωτογραφίες ερπετών ή αμφιβίων γι’αναγνώριση, να συζητήσετε για περιβαλλοντικά θέματα κ.ά.
    Πληροφορίες για μερικά είδη ερπετών και αμφιβίων
    Το άρθρο της παραπάνω σελίδας το έγραψε ο Γρηγόρης Δεούδης, πρώην κάτοχος του
    Reptilesalonica,
    το οποίο τώρα έχει κλείσει.
    Ελληνική Ερπετολογική Εταιρεία
    Τα ερπετά της Πύλου
    Τα ελληνικά φίδια
    Ελληνική πανίδα γενικά

    Σημείωση: Όλες οι φωτογραφίε ςπροέρχονται από διάφορες διαδικτυακές πηγές.

    Επίσης:
    Η ερπετοπανίδα της Κύπρου.

    microhyla nepenthicola

    Έμμεσα από:
    herpetofauna.com25/8/2010

    Μετάφραση: Bolko

    Ένα από τα μικρότερα είδη βατράχου του κόσμου ανακαλύφθηκε να ζει μέσα σε σαρκοφάγα φυτά στο Βόρνεο, αναφέρει η Conservation International, μία ομάδα διατήρησης που υποστιρήζει από κοινού μια εκστρατεία με την IUCN (παγκόσμια ένωση για την προστασία της φύσης) για την αναζήτηση κάποιων από τα “χαμένα” αμφίβια του κόσμου.
    Το είδος, το οποίο περιγράφηκε στα Zootaxa από τον Ιντρανέιλ Ντας και τον Αλεξάντερ Χάας του ινστιτούτου βιοποικιλότητας και περιβαλλοντικής διατήρησης του Universiti Malaysia του Σαραουάκ και του Biozentrum Grindel und Zoologisches Museum του Αμβούργου, ονομάζεται microhyla nepenthicola (νηπενθόβιος μικροΰλη) από το φυτό όπου βρέθηκε,, το nepenthes ampullaria, ένα είδος νηπενθούς (σαρκοφάγου φυτού) του μαλαισιανού Βόρνεο. Πολλά είδη νηπενθούς είναι σαρκοφάγα, βασιζόμενα στην παγίδευση εντόμων για να εφοδιάζονται με θρεπτικά συστατικά που είναι λιγοστά στο χώμα – φτωχό και οξινο όπου συνήθως αναπτύσσονται. Το n. ampullaria ανταυτού συμπληρώνει τις ανάγκες του κυρίως από αποσυντιθέμενη οργανική ύλη η οποία συγκεντρώνεται στις παγίδες του.
    Η m. nepenthicola ζει μέσα και γύρω από το n. ampullaria. Ο Βάτραχος αποθέτει τ’αβγά του στα τοιχώματα της παγίδας. Όταν αυτά εκολαφθούν, οι γυρίνοι αναπτύσσονται στο υγρό που συγκεντρώνεται μέσα στην παγίδα.
    Ο νέος βάτραχος είναι μέλος της οικογένειας των μικροϋλιδών της υπόταξης των νεοβατραχίων, μία οικογένεια βατράχων τα μέλη της οποίας έχουν μήκος συνήθως κάτων των 15 χιλιοστών. Τα ενήλικα αρσενικά του είδους κειμαίνονται από 10,6 ως 12,8 χιλ. ή περίπου στο μέγεθος ενός μπιζελιού, σύμφωνα με την Conservation International (ci) η οποία σημειώνει ότι είναι ο μικρότερος βάτραχος που έχει ανακαλυφθεί στην Ασία, στην Αφρική ή στην Ευρώπη.
    Το μικρό μέγεθος και το αφανές φυσικό περιβάλλον του βατράχου τον είχαν κρύψει από την επιστήμη μέχρι τώρα, αν και συλλογές μουσείων περιείχαν δείγματα που παρέμειναν αταξινόμητα ως νέο είδος.
    Είδα κάποια δείγματα σε μουσεία που είναι πάνω από 100 χρονών. Οι επιστήμονες πιθανόν σκέφτηκαν ότι ήταν ανήλικά άτομα άλλων ειδών, αλλά αποδείχθηκε ότι πρόκειταί για ενήλικα του πρόσφατα ανακαλυφθέντος μικροείδους, είπε ο Ντας σε μία του δήλωση.
    Οι ερευνητές ανακάλυψαν το βάτραχο ιχνηλατώντας τον κωασμό του. Το τραγούδι συνήθως ξεκινά το απόγευμα, με τα αρσενικά να μαζεύονται μέσα και γύρω από τα σαρκοφάγα φυτά, σύμφωνα με δήλωση της CI. Ο κωασμός του είναι μια σειρά από σκληρές, σαν λιμάρισμα νότες που διαρκούν για λίγα λεπτά με μικρά διαλείμματα σιωπής. Αυτή η ‘αμφίβια συμφωνία’ αρχίζει από το ηλιοβασίλεμα μέχρι να κορυφωθεί στις πρώτες ώρες του σούρουπου.
    Η ανακάλυψη αυτή συμπίπτει με την εκστρατεία που προωθούν οι ειδικοί των αμφιβίων της η CI και της iucn με σκοπό την επανανακάλυψη 100 ειδών “χαμένων” αμφιβίων – είδη που επί του παρόντος θεωρούνται δυνητικά εξαφανισμένα αλλά που μπορεί να κρέμονται στη ζωή σε απομακρυσμένα μέρη του κόσμου.
    Ο Ιντρανέιλ Ντας ηγείται μιας ομάδας που θα ψάξει για το φρύνων των ρυακιών του Σαμπάς (ansonia latidisca) στην Ινδονησία και στη Μαλαισία ως μέρος της πρωτοβουλίας. Ο φρύνος θεάθηκε τελευταία τη δεκαετία του ’50 και πιστεύεται ότι είναι θύμα της αυξημένης καθίζησης των ρυακιών που προκλήθηκε από την υλοτομία.
    Η εκστρατεία έχει ως στόχο να δώσει έμφαση στη σοβαρή κατάσταση των αμφιβίων, τα οποία μειώνονται παγκοσμίως. Η κλιματική αλλαγή, η αυξημένη χρήση εντομοκτόνων, η καταστροφή των ενδιαιτημάτων, η ανεύθυνη συλλογή από συλλέκτες και για την αγορά κατοικιδίων, τα εισαγόμενα είδη και το ξέσπασμα ασθενιών πιστεύεται ότι είναι τα κύρια αίτια για την εξαφάνιση περίπου 200 ειδών βατράχων, φρύνων, σαλαμανδρών και τριτόνων από τη δεκαετία του ’80. Τουλάχιστον το 1/3 των όλων των γνωστών 6000 ειδών αμφιβίων ταξινομούνται ως απειλούμενα με εξαφάνιση.

    Κάποια ακόμα στοιχεία για το βάτραχο: Το άρθρο δεν ανέφερε καθόλου για το μέγεθους του θηλυκού, είναι μεγαλύτερο από το αρσενικό στα 18,8 χιλιοστά. Οι γυρίνοι έχουν μήκος μόλις τα 3 χιλιοστά. Επίσης, σε σχέση με άλλα μέλη της οικογένειάς του, ο βάτραχος αυτός έχει λιγότερη νηκτική μεμβράνη ανάμεσα στα δάχτυλά του, πιθανόν ως προσαρμογή για να μπορεί να πιάνεται καλύτερα σκαρφαλώνοντας τις ολισθηρές παγίδες του φυτού.

    Το n. ampullaria είναι και σαπροφάγο και σαρκοφάγο φυτό – περίπου το 35% του αζώτου του προέρχεται από πεσμένα φύλλα. Το υπόλοιπο πιθανόν συμπληρώνεται από θηράματα – πιάνει έντομα, κυρίως μυρμήγκια, αλλά σπάνια και μάλλον από απορρώφηση μέσω των ριζών. Γενικά, το γένος νηπενθές (nepenthes) περιλαμβάνει 130 είδη αναρρηχόμενων, σαρκοφάγων φυτών της Νότιας και Νοτιοανατολικής Ασίας, της Μαδαγασκάρης, των νησιών του Ινδικού Ωκεανού και της Αυστραλίας. Η μεγαλύτερη ποικιλία τους εντοπίζεται στο Βόρνεο και τη Σουμάτρα. Αν και πολλά είδη ζουν σε τροπικές περιοχές χαμηλού υψομέτρου (συμπεριλαμβανομένου και του n. ampullaria), πολλά άλλα έχουν προσαρμοστεί να ζουν σε πιο ορεινά μέρη και ν’αντέχουν πολύ χαμηλές νυχτερινές θερμοκρασίες. Η καλλιέργειά τους είναι μέτρια προς δύσκολη.

    Ο βάτραχος αυτός δεν είναι το μόνο είδος που ζει σε τέτοιο περιβάλλον. Άλλα είδη ζώων, όπως έντομα και προνύμφες, αραχνοειδή, ακόμα και ένα είδος κάβουρα ζουν στις παγίδες αυτών των φυτών. Κάποια μάλιστα από αυτά είναι προσαρμοσμένα να ζουν μόνο σ’αυτό το περιβάλλον. Οι παγίδα ενός είδους μπορεί να περιέχει διάφορα είδη – σαπροφάγους, πτωματοφάγους, διηθηματοφάγους, θηρευτές, δημιουργώντας ένα μικρό οικοσύστημα. Δεν είναι ακόμα γνωστό αν αυτά τα ζώα βλάπτουν το φυτό ή έχουν συμβιωτική σχέση μ’αυτό.
    Εδώ
    για περισσότερα.

    ceratophrys ornata


    ceratophrys cranwelli


    τερράριο για κερασφόρους βατράχους

    Και πάλι μια επανεπιστροφή στους βατράχους, μιας και έχω να τους αναφέρω πολύ καιρό.
    Το γένος κερατόφρυς (ceratophrys) είναι ένα γένος μεγάλων χερσαίων βατράχων που ανήκει στην οικογένεια των λεπτοδακτυλιδών. Συναντάται στη Νότια Αμερική. Το όνομα του γένους τους οφείλεται σε μια προεξοχή σαν κέρατο που σχηματίζεται από το άνω βλέφαρο. Το γένος περιλαμβάνει 8 είδη, αλλά τα είδη του ενδιαφέροντος είναι δύο: ο αργεντινικός ή στολισμένος ή του Μπελ κερασφόρος βάτραχος c. ornate και ο κερασφόρος βάτραχος του Κράνγουελ c. cranwelli. Τα δύο αυτά είδη έχουν μικροσκοπικά κέρατα. Το είδος με τα μεγαλύτερα κέρατα είναι ο κερασφόρος βάτραχος του Σουρινάμ c. cornuta.
    Οι βάτραχοι αυτοί (περισσότερο ο c. ornate και λιγότερο ο c. Cranwelli) είναι από τα πλέον διαδεδομένα και ευπροσάρμοστα αμφίβια που διατηρούνται σε τερράρια. Στην Ελλάδα ο c. ornata είναι ο πιο κοινός βάτραχος που μπορεί να βρεθεί να πωλείται.
    Ο c. ornata προέρχεται από τα τροπικά δάση της βόρειας Αργεντινής, της Ουρουγουάης και λίγων περιοχών της Βραζιλίας, ενώ ο c. cranwelli από το ξηρότερο Γκραν Τσάκο της Αργεντινής. Τα δύο αυτά είδη, όπως και τα υπόλοιπα είδη του γένους, έχουν ένα χοντρό σώμα, με πλάτος περίπου όσο και το μήκος τους, πλατύ και δυνατό κεφάλι με ένα τεράστιο στόμα το οποίο φέρει οδοντοειδείς προεξοχές και στα δύο σαγόνια, και σχετικά κοντά άκρα. Το δέρμα τους είναι επίσης τραχύ. Τα αρσενικά είναι μικρότερα από τα θηλυκά. Ο χρωματισμός του c. ornata είναι πιο έντονος και ζωηρός από αυτόν του c. cranwelli, εξού και το όνομά του. Ο c. ornata είναι έντονα πράσινος με κκοκκινοκαφέ και κίτρινες κυλίδες, ενώ ο c. cranwelli έχει συνήθως καφέ χρώμα διαφόρων αποχρώσεων, αν και κάποια άτομα παρουσιάζουν και πράσινο. Η κάτω πλευρά του σώματος είναι ανοιχτόχρωμη. Οι χρωματισμοί του σώματός τους βοηθούν στο καμουφλάζ στο έδαφος του δάσους. Το μήκος τους κειμαίνεται από 14-18 εκατοστά και συχνά φτάνει τα 20 εκατοστά. Οι βάτραχοι αυτοί στη φύση ζουν σε περιβάλλον δάσους ή σαβάνας, όπου περνούν τον περισσότερο χρόνο τους μισοθαμμένοι σ’ένα υγρό υπόστρωμα πεσμένων φύλλων, χώματος και βρύων, περιμένοντας για θηράματα να περάσουν από κοντά. Όταν κάποιο ζώο περάσει από δίπλα τους, εκτινάσσονται από την τρύπα τους, το πιάνουν και το καταπίνουν γρήγορα. Το διαιτολόγιό τους περιλαμβάνει ότι ζώο μπορεί να χωρέσει στο στόμα τους, από έντομα και σκουλήκια ως σαύρες, ποντίκια, βατράχια, συμπεριλαμβανομένων και άλλων βατράχων του είδους τους. Το κλίμα στο οποίο ζουν είναι τροπικό ή υποτροπικό με διακριτές περιόδους βροχών και ξηρασίας. Κατά την τελευταία, οι βάτραχοι αυτοί πέφτουν σε νάρκη.
    Οι βάτραχοι αυτοί είναι πολύ εύκολοι στη διατήρηση στην αιχμαλωσία και προσαρμόζονται σε πολλές και διαφορετικές συνθήκες. Συνήθως στεγάζονται μεμονωμένα λόγω τον κανιβαλιστικών τάσεών τους, (εκτός από περιπτώσεις αναπαραγωγής ή σε περίπτωση που τα άτομα είναι ίσου μεγέθους και καλοταϊσμένα, και πάλι με πολύ προσοχή) σε τερράρια διαστάσεων 50χ40χ30 (μήκος, πλάτος, ύψος) για ενήλικα βατράχια και αναλογικά μικρότερα δοχεία για νεαρά άτομα. Αν και αυτοί οι βάτραχοι είναι αδρανείς και κινούνται σπάνια, ένα καπάκι με ένα μέρος του σίτα για αερισμό χρειάζεται, για να μη φεύγει η υγρασία και η ζέστει γρήγορα στο περιβάλλον και για να μην πέφτουν αντικείμενα μέσα στο τερράριο. Ως υπόστρωμα μπορεί να χρησιμοποιηθεί τύρφη, χούμος ή χώμα ή μείγμα αυτών των υλικών βάθους 8 εκατοστών για σκάψιμο. Για πιο εύκολο καθάρισμα μπορεί να χρησιμοποιηθεί υγρό χαρτί κουζίνας. Επάνω στο υπόστρωμα ως διακόσμηση και για περισσότερο φυσική εμφάνιση μπορούν να τοποθετηθούν προερετικά πεσμένα φύλλα, φλοιοί δέντρων, ξυλαράκια, κομμάτια φελλού και βρύα. Αληθεινά η πλαστικά φυτά μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν, αν και ο βάτραχος σκάβοντας μπορεί να ξεριζώσει τα ζωντανά φυτά ή να ρίξει τα τεχνητά. Ένα πλατύ και ρηχό δοχείο αποχλωριωμένου νερού θα πρέπει επίσης να υπάρχει. Το βάθος του νερού θα πρέπει να είναι τόσο ώστε να καλύπτει το σώμα του βατράχου, μιας και αυτοί οι βάτραχοι, όπως και οι φρύνοι και άλλα χερσαία είδη, δεν είναι καλοί κολυμβητές και μπορεί να πνιγούν στο πολύ νερό. Αν το δοχείο είναι μεγάλο και ο βάτραχος μικρός, τότε θα πρέπει κάποιες πέτρες ή κάτι παρόμοιο να είναι τοποθετημένο στην άκρη του δοχείου για να βγαίνει έξω πιο εύκολα. Αληθεινά ή τεχνητά φυτά ή κλαδιά μπορούν να κρεμαστούν πάνω από το δοχείο του νερού για περισσότερη αίσθηση ασφάλειας. Κρυψόνες δε χρειάζονται αν το υπόστρωμα είναι χώμα και σκάβεται, αλλά στην περίπτωση του χαρτιού θα πρέπει να υπάρχουν μερικές κρυψόνες από φλοιό, φελλό, ξύλο κλπ.
    Οι βάτραχοι αυτοί δε χρειάζονται κάποιο συμπληρωματικό φωτισμό και το φως του χώρου όπου βρίσκονται αρκεί. Η φωτοπερίοδος πρέπει να διαρκεί 9-12 ώρες, ανάλογα με την εποχή. Οι βάτραχοι αυτοί ανέχονται ένα ευρύ φάσμα θερμοκρασιών. Μία θερμοκρασία 25-29 C κατά την ημέρα με πτώση τη νύχτα στους 22-24 C είναι ιδανική για την ενεργή περίοδο. Η θέρμανση του τερραρίου μπορεί να επιτευχθεί με τη χρήση θερμαντικής πλάκας, η οποία πρέπει να τοποθετηθεί σε μία πλευρά του τερραρίου και όχι από κάτω, γιατί αν ο βάτραχος υπερθερμανθεί θα προσπαθήσει να σκάψει πιο κάτω για να δροσιστεί, και αν βρεί περισσότερη ζέστη θα του προκληθεί στρες. Οι θερμαντικές λάμπες πυράκτωσης επίσης δεν είναι καλός τρόπος παροχής θέρμανσης, γιατί η ζέστη που παράγουν είναι δυνατή και μπορούν να ξηράνουν το δέρμα του βατράχου, το οποίο πρέπει να παραμένει πάντα υγρό όπως και σ’όλα τα αμφίβια. Με τη θερμαντική πλάκα, θα δημιουργηθεί στο τερράριο μια ελαφριά διαβάθμηση θερμοκρασίας. Το δοχείο του νερού θα πρέπει να βρίσκεται στη θερμότερη πλευρά, γιατί αυτό θα είναι ένα μέρος όπου ο βάτραχος θα περνά αρκετό χρόνο και επίσης θα βοηθά στη διατήρηση υψηλής υγρασίας, αφού θα εξατμίζεται περισσότερο. Η υγρασία στο τερράριο θα πρέπει να κειμαίνεται στο 70%-80% κατά την ενεργή περίοδο. Αυτό επιτυγχάνεται ψεκάζοντας καθημερινά το τερράριο, αλλά αφήνοντας να στεγνώσει ελαφρά το βράδυ μέχρι τον ψεκασμό της επομενης ημέρας. Το υπόστρωμα δε θα πρέπει ποτέ να έχει κορεστεί με νερό ούτε να ξεραθεί εντελώς.
    Οι βάτραχοι αυτοί έχουν τρομερή όρεξη. Μπορούν να φάνε οτιδήποτε χωράει στο τεράστιο στόμα τους. Τρώνε γρύλλους, γεωσκώληκες, κάμποιες, κατσαρίδες και άλλα έντομα, ενώ μετά τους 6 μήνες τους μπορούν να φάνε νεογέννητα ποντικάκια. Οι ενήλικοι βάτραχοι μπορούν να φάνε μεγάλα έντομα όπως ακρίδες, μεγάλους γεωσκώληκες, μεσαία ποντίκια και μικρούς αρουραίους, μικρές σαύρες και ψαράκια όπως guppies (poecilia reticulata) τα οποία μπορούν να αφεθούν ζωντανά στο μπολ. Προσφέρετε τη νεκρή τροφή όπως τα ποντίκια με λαβίδα, γιατί αυτοί οι βάτραχοι μπορούν να μπερδέψουν τα δάχτυλά για τροφή. Εντούτοις, τα σπονδυλωτά δε θα πρέπει να αποτελούν συχνό κομμάτι της διατροφής, γιατί τους παχαίνουν, αν και είναι ωφέλιμα γιατί περιέχουν ασβέστιο στα οστά τους. Τα μικρά βατραχάκια ως τους 6 μήνες θα πρέπει να ταϊζονται καθημερινά ή κάθε 5 μέρες, τα μεγαλύτερα 6-8 μηνών κάθε 2 φορές την εβδομάδα, ενώ τα ενήλικα κάθε 10 μέρες-2 εβδομάδες. Αυτοί οι βάτραχοι είναι καιροσκοπικοί θηρευτές που στήνουν ενέδρα σε διάφορα μικρά ζώα στη φύση περιμένοντας να περάσουν από κοντά τους για να τα φάνε. Δηλαδή είναι πάντα έτοιμοι για φαγητό, αλλά δε θα πρέπει να ταϊζονται συνέχεια, γιατί παχαίνουν εύκολα και η διάρκεια ζωής τους μειώνεται.€ Για τους ενήλικους βατράχους, η τροφή θα πρέπει να πασπαλίζεται με σκόνη συμπληρώματος βιταμινών και ασβεστίου για ερπετά κάθε 2-4 ταϊσματα, ενώ για τα μικρά πιο συχνά, σχεδόν σε κάθε τάισμα. Μετά από κάθε τάισμα, όσα έντομα δεν έχουν φαγωθεί θα πρέπει να απομακρυνθούν, γιατί υπάρχει ο κίνδυνος να προσπαθήσουν να τσιμπήσουν το βάτραχο και έτσι να τον ενοχλήσουν ή ακόμα και να τον τραυματίσουν. Επιπλέον τα αφάγωτα κομμάτια εντόμων και τα πιθανώς πνιγμένα έντομα στο μπολ θα πρέπει ν’απομακρύνονται.
    Επειδή οι βάτραχοι αυτοί προέρχονται από περιοχές με βροχερές και ξηρές περιόδους, περιοδικά κατά τη διάρκεια του χρόνου πέφτουν σε νάρκη (θερινή νάρκη). Σε νάρκη μπορεί να πέσουν αν η θερμοκρασία ανέβει και η υγρασία πέσει ή η θερμοκρασία πέσει πιο χαμηλά από το κανονικό. Στο εύκρατο κλίμα όμως, συνήθως συμπίπτει με το χειμώνα. Σ’αυτήν την περίοδο θα σταματήσουν να τρώνε, δε θα μπαίνουν στο νερό, αλλά θα σκάψουν βαθιά στο υπόστρωμα και θα παραμείνουν εκεί. Δε θα εκδύσουν το παλιό δέρμα τους (πολλοί βάτραχοι αλλάζουν το δέρμα τους), αλλά θα το κρατήσουν και αυτό θα σκληρύνει παίρνοντας την ηφή πλαστικού. Ανάμεσα στο παλιό δέρμα και στο βάτραχο θα διατηρείται λίγη υγρασία και ο βάτραχος θα αναπνέει από το δέρμα του. Κατά τηδιάρκεια αυτής της περιόδου η θερμοκρασία και η υγρασία μπορούν να πέσουν και το υπόστρωμα να στεγνώσει αρκετά, αλλά όχι εντελώς. Ένα μπολ νερού θα πρέπει πάντα να υπάρχει, αν και δε θα το χρησιμοποιούν. Σ’αυτό το διάστημα ο βάτραχος δε θα πρέπει να ενοχλείται εκτός και αν φαίνεται να χάνει πολύ βάρος. Η νάρκη αυτή διαρκεί συνήθως 2-4 μήνες και οι βάτραχοι μπορούν να βγούν εύκολα από τη νάρκη αν ψεκαστεί το τερράριο με νερό (έναρξη περιόδου βροχών). Τότε οι βάτραχοι θα πηδήξουν στο μπόλ και θα εκδύσουν το παλιό τους δέρμα, συχνά τρώγοντάς το, για να ανακτήσουν τα θρεπτικά συστατικά που περιείχε και θα είναι πάλι έτοιμοι για φαγητό. Η περίοδος της νάρκης είναι απαραίτητη για επιτυχή αναπαραγωγή και ίσως προεκτείνει τη διάρκεια ζωής τους.
    Αυτά τα είδη αναπαράγονται συχνά στην αιχμαλωσία. Το αρσενικό ξεχωρίζει από το θηλυκό στο ότι είναι μικρότερο, έχει συχνά μαύρες κυλίδες στο στήθος του, φέρει γαμήλιες βεντούζες στα μπροστινά του άκρα και κωάζει συχνά αν ψεκαστεί με νερό. Η αναπαραγωγή τους στη φύση ξεκινά με την έναρξη της περιόδου των βροχών. Στην αιχμαλωσία θα πρέπει να γίνει μία προσομοίωση. Το ζευγάρι προς αναπαραγωγή θα πρέπει να είναι καλοταϊσμένο και σε καλή γενική φυσική κατάσταση πριν τη νάρκη. Αφού περάσουν τη νάρκη, θα πρέπει να τοποθετηθούν σ’ένα ενυδρείο με ρηχό νερό και ένα μέρος για να βγαίνουν έξω. Θα πρέπει όταν βρίσκονται στο νερό να μπορούν ν’αγγίξουν τον πυθμένα με τα πόδια τους. Οι βάτραχοι θα πρέπει να περάσουν από βροχές για να ερεθιστεί το αναπαραγωγικό τους ένστικτο. Οι τεχνητές βροχές μπορούν να επιτευχθούν είτε με συνεχείς ψεκασμούς πολλές φορές τη μέρα, είτε με ένα ψεκαστικό σύστημα και σύστημα υπερχείλησης για να μην ανέβει η στάθμη πολύ ψηλά. Αν το αρσενικό είναι μόνο ένα και δεν κωάζει πολύ, μπορείτε να το ερεθίσετε ηχογραφώντας τον κωασμό του και παίζοντάς τον πάλι, έτσι νομίζει ότι βρίσκονται και άλλα αρσενικά στην περιοχή και προσπαθεί να τα ανταγωνιστεί. Είναι καλό να υπάρχουν επιπλέοντα φυτά στο νερό στα οποία θα αποτεθούν τα αβγά. Τα θηλυκά αρχίζουν να γεννούν αβγά 3-4 μέρες μετάτην έναρξη των «βροχών». Μετά την ωοτοκία, οι βάτραχοι θα πρέπει να απομακρυνθούν απ’το ενυδρείο και η στάθμη του νερού ν’ανεβεί παραπάνω, και τα αβγά θα εκολαφθούν σε 2-3 ημέρες. Η διαχείριση των γυρίνων είναι αρκετά δύσκολη. Οι γυρίνοι είναι σαρκοφάγοι καιμπορούν να τρώνε σκουλήκια tubifex ή άλλες παρόμοιες υδρόβιες ζωντανές τροφές, αλλά θα τρώγονται και μεταξύ τους. Για να λυθεί αυτό το πρόβλημα ή θα πρέπει να στεγαστούν σε μεμονωμένα σε δοχεία (πολλές αλλαγές νερού) ή το ενυδρείο θα πρέπει να χωριστεί σε διαμερίσματα ή ένα στρώμα επιπλεόντων υδρόβιων φυτών μπορεί να προστεθεί στην επιφάνεια όπου οι γυρίνοι θα κρύβονται, αν και πάλι κάποιοι θα χάνονται εξαιτίας του κανιβαλισμού. Οι γυρίνοι μεγαλώνουν πολύ γρήγορα και περίπου σ’ένα μήνα θα αρχίσουν τη μεταμόρφωση. Σ’αυτό το σημείο η στάθμη του νερού θα πρέπει να πέσει και στεριές θα πρέπει να παρασχεθούν για να μπορούν τα βατραχάκια να βγούν έξω από το νερό. Τα βατραχάκια καλό είναι να στεγαστούν μεμονωμένα επειδή παραμένουν κανιβαλιστικά. Σ’αυτό το μέγεθος μπορούν να φάνε γρυλλάκια και άλλα μικρά έντομα, μικρά αλευροσκούληκα και άλλες μικρές προνύμφες, σκουληκάκια και μικρά ψαράκια.
    Η ανάπτυξή τους είναι τρομερά γρήγορη! Μέσα σε 8 μήνες μπορούν να φτάσουν σχεδόν τα 15 εκατοστά! Η διάρκεια ζωής τους όμως είναι μικρότερη σε σχέση με άλλα είδη βατράχου, κατά μέσο όρο 6-8 χρόνια, πολύ σπάνια 10 χρόνια.
    Οι κερασφόροι βάτραχοι είναι αρκετά αδρανή ζώα. Περνούν τον περισσότερο χρόνο τους μισοθαμμένοι στο υπόστρωμα, περιμένοντας για τροφή και κινούνται σπάνια. Περνούν επίσης κάποιο χρόνο στο μπολ του νερού. Αν μένουν για αρκετό χρονικό διάστημα στο μπολ σημαίνει ότι η υγρασία έχει πέσει. Τείνουν επίσης να αφοδεύουν μέσα στο νερό, γι’αυτό θα πρέπει να καθαρίζεται όποτε έχει περιττώματα, το ίδιο και με τις βρόμικες περιοχές του υποστρώματος. Το υπόλοιπο υπόστρωμα μπορεί να αλλάζεται κάθε λίγους μήνες, αλλά στην περίπτωση του χαρτιού πολύ συχνότερα. Περιοδικά το χρώμα τους γίνεται μουντότερο, αυτό δεν είναι σημάδι ανησυχίας, εκδύουν το δέρμα τους. Συνήθως τρώνε το παλιό δέρμα τους για να ανακτήσουν τα θρεπτικά συστατικά του γι’αυτό χάνεται. Οι βάτραχοι αυτοί δεν είναι επιθετικοί, αλλά μπορούν εύκολα ν’αρπάξουν κανένα δάχτυλο αν βάλεται το χέρι μπροστά τους. Δαγκώνουν με τις οδοντοειδείς προεξοχές τους, και δεν αφήνουν εύκολα.
    Πηγές και ιστοσελίδες:
    άρθρο της αγγλικής wikipediacaresheet στην Ελληνική Πύλη για τα ερπετά
    Σημείωση: Αυτή ήταν η καλύτερη σελίδα για ερπετά στην Ελλάδα (τώρα έχει κλείσει (ο ακριβής λόγος άγνωστος), αλλά τα κείμενά της και οι ενώτητες των φόρουμ που βλέπουν οι επισκέπτες, δηλαδή οι περισσότερες, είναι ορατά απ’όλους. Κάτι σαν ζωντανό πτώμα ή φάντασμα. Στα φόρουμ της υπήρχαν αρκετοί που είχαν c. ornata. Θα ξοδέψω ενέργεια για αυτήν τη σελίδα σε μελλοντικό άρθρο.
    άρθρο στο exoticpets
    caresheet στο amphibiancareάρθρο στο anapsid
    άρθρο στο anapsid για την αναπαραγωγή

    Από:
    terrariummorbidum.wordpress.com

    Μετάφραση: Bolko

    Μπορεί να μην είναι τα μέρη με την καλύτερη μυρωδιά, αλλά οι σωροί κοπριάς των ασιατικών ελεφάντων παρέχουν ορισμένα είδη βατράχων στέγη, όπως έχει ανακαλύψει ένας ερευνητής.
    Ο Ahimsa Campos-Arceiz καθηγητής του πανεπιστημίου του Τόκυο βρήκε τους βατράχους που κατοικούσαν στην κοπριά στο εθνικό πάρκο Μπουντάλα της Σρι-Λάνκας, ψάχνοντας για σημάδια ότι οι ασιατικοί ελέφαντες λειτουργούν ως μηχανικοί του οικοσυστήματος στο περιβάλλον τους.
    Οι μηχανικοί των οικοσυστημάτων είναι οργανισμοί που είναι ικανοί να ελέγχουν τη διαθεσιμότητα των πηγών για άλλους οργανισμούς τροποποιώντας το περιβάλλον, είπε ο Campos-Arceiz. Οι κάστορες ίσως είναι το γνωστότερο παράδειγμα ενός μηχανικού του οικοσυστήματος, αναφέρει ο Campos-Arceiz. Η κατασκευή των φραγμάτων τους τροποποιεί το περιβάλλον, δημιουργώντας ένα νέο τύπο οικοσυστήματος.
    Μεγάλα ζώα, όπως οι ελέφαντες, είναι ιδιαίτερα καλοί στη μηχανική του οικοσυστήματος, γιατί μπορούν να έχουν έναν μεγάλο αναλογικά αντίκτυπο στο περιβάλλον τους, λέει ο Kampos-Arseiz.
    Προηγούμενες μελέτες έχουν δείξει ότι οι αφρικανικοί ελέφαντες (loxodonta Africana) επειρέαζαν τα οικοσυστήματά τους δημιουργώντας καταφύγια για δεντρόβιες σαύρες – όταν οι ελέφαντες έσπαζαν κλαδιά ενώ όσο έτρωγαν, άφηναν κοιλότητες στα δέντρα. Η έρευνα έδειξε ότι οι κοινότητες των σαυρών ήταν πιο ποικίλες εκεί όπου ζούσαν ελέφαντες.
    Ο Kampos-Arseiz αναρωτήθηκε αν οι ασιατική ελέφαντες (elephas maximus) θα μπορούσαν να έχουν παρόμοιο αντίκτυπο στα οικοσυστήματά τους.
    Τον Αύγουστο του 2008, ο Kampos-Arseiz ήταν στο εθνικό πάρκο Μπουντάλα εξετάζοντας τους σωρούς κοπριάς των ασιατικών ελεφάντων ψάχνοντας για σπόρους (τα περιττώματα αποτελούν πηγή θρεπτικών ουσιών για τα φυτά και μύκητες, τα οποία θα βλαστήσουν και θ’αναπτυχθούν εκεί). Αντί αυτού, βρήκε μια αμφίβια έκπληξη: 6 βάτραχοι που αντιπροσώπευαν 3 διαφορετικά είδη (microhyla ornata, m. Rubra και spaerotheca sp) σε 5 σωρούς κοπριάς.
    «Έψαχνα για σπόρους στην κοπριά και ήμουν προετοιμασμένος για κάποια έντομα και άλλα ασπόνδυλα. Αλλά ποτέ δε σκέφτηκα ότι ένα σπονδυλωτό όπως ένας βάτραχος μπορεί να μένει μέσα στην κοπριά», είπε ο Kampos-Arseiz στο LiveScience.
    Ένα εναλλακτικό περιβάλλον
    Μαζί με τους βατράχους στους σωρούς της κοπριάς υπήρχαν σκαθάρια, μυρμήγκια, τερμίτες, αράχνες, σκορπιοί, σαρανταποδαρούσες και γρύλλοι, υποδηλώνοντας ότι ένας σωρός κοπριάς μπορεί να γίνει ένα μικρό αυτόνομο οικοσύστημα, έγραψε ο Kampos-Arseiz στη μελέτη, με τίτλο «Τα σκατά τυχαίνει να είναι χρήσιμα!» Χρήση της κοπριάς των ελεφάντων ως περιβάλλον για αμφίβια, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Biotropica.
    «Δε θυμάμαι ακριβώς πως μου ήρθε, αλλά ήρθε αμέσως μόλις αποφάσισα να γράψω ένα έγγραφο. Έφτιαξα ένα φάκελο στον υπολογιστή μου με το όνομα «τα σκατά τυχαίνει»! και αυτό το όνομα έκανε τη δουλειά πιο αστεία για εμένα, είπε ο Kampos-Arseiz.
    Οι βάτραχοι που βρήκε ο Kampos-Arseiz ζουν ανάμεσα στα πεσμένα φύλλα στο έδαφος. Όμως αυτά τα πεσμένα φύλλα είναι λίγα κατά την ξηρή περίοδο όταν ο Kampos-Arseiz επισκέφθηκε το μέρος, έτσι υποψιάζεται ότι η κοπριά μπορεί να αποτελεί ένα εναλλακτικό περιβάλλον για τους βατράχους.
    Ο Kampos-Arseiz επίσης υποψιάζεται ότι οι ασιατικοί ελέφαντες δρουν ως μηχανικοί του οικοσυστήματος και με άλλους τρόπους.

    πλακόσαυρος, ένα είδος παρειάσαυρου


    διπλόκαυλος, ένα πέρμιο αμφίβιο


    σκελετός διμετρόδοντα, ενός πελυκόσαυρου


    καπτόρινος, ένα αναψιδωτό ερπετό

    Μία πολύ καλή σελίδα με πληροφορίες και πολλές λεπτομερείς φωτογραφίες απολιθωμένων σκελετών διαφόρων τετραπόδων (αμφίβια, ερπετά, συναψιδωτά) της Πέρμιας περιόδου. Οι φωτογραφίες είναι πάρα πολλές, καλής ποιότητας και πολύ λεπτομερείς. Τα τετράποδα προέρχονται από διάφορες περιοχές. Θα τις βρείτε:
    εδώ.Η πέρμια περίοδος (299000000-25100000 χρόνια πριν) είναι η τελευταία περίοδος της παλαιοζωικής εποχής. Ξεκινά μετά τη λιθανθρακοφόρο και τη διαδέχεται η τριαδική, η πρώτη περίοδος του μεσοζωικού. Κατά την περμια όλες οι ήπειροι είχαν συνενωθεί σε μια μεγάλη υπερήπειρο, την Παγκαία και δύο ωκεανούς, την Πανθάλασσα και την Παλαιοτηθί στο εσωτερικό της Παγκαίας. Κάπου μέα στην πε΄ρμια, η Σιμμέρια πλάκα διασπάστηκε από το νότιο μέρος της Παγκαίας (Γκοντβάνα) και μετακινήθηκε προς τα βόρεια, μικραίνοντας την Παλαιοτηθί και δημιουργώντας στα νότια την Τηθί. Τεκτονικές αλλαγές συνέχισαν στο μεσοζωικό.
    Η Παγκαία εκτεινόταν από τον ισημερινό προς και τους δύο πόλους. Το κλίμα στο εσωτερικό μιας τόσο μεγάλης έκτασης ήταν πολύ ξηρό ηπειρωτικό και έντονα εποχιακό. Στο εσωτερικό υπήρχαν μεγάλες έρημη με κόκκινη άμμο από την έκθεση σιδηρούχων πετρωμάτων στον αέρα και στην υψηλή θερμοκρασία. Το επίπεδο της επιφάνειας της θάλασσας ήταν μεγαλύτερο κατά 60 μέτρα από ότι σήμερα στην αρχή της περιόδου, πέφτωντας προς το τέλος 20 μέτρα. Το ποσοστό του οξυγόνου υπολογίζεται περίπου στο 23%, δηλαδή 115% από ότι σήμερα και αυτό του διοξειδίου του άνθρακα στα 900 ppm (μέρη ανά εκατομμύριο), δηλαδή 3 φορές περισσότερο από το προβιομηχανικό επίπεδο. Η μέση θερμοκρασία του πλανήτη υπολογίζεται περίπου στους 16 βαθμούς Κελσίου, δηλαδή 2 περίπου βαθμοί πιο πάνω από σήμερα.
    Στη θάλασσα υπήρχε πλούσια πανίδα από ασπόνδυλα και ψάρια που όμως, λόγω της έλλειψης μεγάλης ακτογραμμής και καταφυγίων στης περιφέρεια της Παγκαίας, ήταν ευάλωτη σε μία μεγάλη εξαφάνιση. Στην ξηρά οι βάλτοι με τα δάση της λιθανθρακοφόρου υποχώρισαν όσο το κλίμα ξηραινόταν, ενώ τα καλύτερα προσαρμοσμένα γυμνόσπερμα κέρδιζαν έδαφος. Μία συγκεκριμένη ομάδα γυμνόσπερμων, οι γλωσσοφτέρες, ήταν τα πρώτα φυτά που ανέπτυξαν αγγειόσπερμου τύπου φύλλωμα, με πλατύ σχήμα, κεντρικό μίσχο και δικτυωτή νεύρωση. Στις υγρές περιοχές συνέχισαν να κυριαρχού οι φτέρες, τα εκουιζετώδη, τα λυκόφυτα (αν και πολύ μικρότερα) και τα αμφίβια. Τα αμνιοτά, αν και είχαν αποκτήσει προσαρμογές κατάλληλες για τη διαβίωση στην ξηρά, δεν απομακρύνθηκαν σημαντικά από τις υγρές περιοχές έως το μέσο της πέρμιας. Κυρίαρχα ζώα ήταν οι πελυκόσαυροι (πρωτόγονα ερπετοειδή συναψιδωτά) στην αρχή της περιόδου, διαδεχόμενοι από τους πιο εξελιγμένους απογόνους τους, τα θηραψιδωτά, από τα οποία μια ομάδα στην τριαδική περίοδο εξελιχθηκε στα θηλαστικά. Ήδη οι εξελιγμένες μορφές διέθεταν πολλά θηλαστικά χαρακτηριστικά. Ιδιαίτερα προς το τέλος αυτής της περιόδου είχαν αποκτήσει μεγάλη ποικιλία. Μια ομάδα αναψιδωτών, οι παρειάσαυροι, είχε αποκτήσει μεγάλες διαστάσεις και τρεφόταν με φυτά. Τα διαψιδωτά και κάποιες ομάδες αναψιδωτών παρέμειναν μικρά και ασήμαντα καθόλη την περίοδο, αν και προς το τέλος τα διαψιδωτά είχαν χωριστεί στις δύο κύριες ομάδες, τους λεπιδόσαυρους και τους αρχόσαυρους.
    Η πέρμια ήταν η περίοδος κατά την οποία διαμορφώθηκαν τα πρώτα καθαρά χερσαία οικοσυστήματα με μεγάλα φυτοφάγα και σαρκοφάγα, ήταν η περίοδος που εξελίχθηκαν τα κωνοφόρα, εμφανίστηκαν τα γινκγόφυτα, τα κυκαδόφυτα και μερικές σύγχρονες φτέρες, το εκουιζέτο, τάξεις εντόμων όπως τα ημίπτερα, τα σύγχρονα ολομετάβολα έντομα με τάξεις όπως τα κολεόπτερα, οι κυνόδοντες (πρόγονοι των θηλαστικών) και πιθανόν τα σύγχρονα λεία αμφίβια.
    Στο τέλος επίσης αυτής της περιόδου έγινε η μεγαλύτερη εξαφάνιση στην ιστορία της γης, στην οποία υπολογίζεται ότι εξαφανίστηκε το 96% των θαλάσσιων ειδών και το 70% των χερσαίων. Εξαφανίστηκαν πολλές ομάδες οργανισμών, όπως πολλά κεφαλόποδα, βραχιονόποδα, βλαστοειδή εχινόδερμα, τα παλαιοζωικά τραπεζοειδή και ρητιδωτά κοράλια, οι τριλοβίτες, μια ολόκληρη ομοταξία σπονδυλωτών (οι ακανθώδεις ιχθύες), πολλά γυμνόσπερμα και προκωνοφόρα, πολλά αμφίβια και συναψιδωτά, όλα τα αναψιδωτά εκτός από τα προκολωφόνια και άλλα πολλά. Ήταν η μόνη μεγάλη εξαφάνιση εντόμων. Σ’αυτήν την εξαφάνιση οι μύκητες αυξήθηκαν σημαντικά. Το γήινο οικοσύστημα πήρε περίπου 5000000 χρόνια να επανέλθει και τα σπονδυλωτά πολύ περισσότερο. Το αίτο της εξαφάνισης ίσως ήτνα μία αλυσιδωτή σειρά καταστροφών που πυροδοτήθηκαν από μεγάλη ηφαιστειακή δραστηριότητα στη σημερινή Σιβηρία και ίσως από σύγκρουση αστεροειδούς. Από τα ηφαίστεια απελευθερώθηκαν μεγάλες ποσότητες μεθανίου και διοξειδίου του άνθρακα που θέρμαναν το κλίμα αρκετά, παγιδευμένο μεθάνιο στους πάγους διέφυγε στην ατμόσφαιρα θερμαίοντας το κλίμα περισσότερο, η διαφορά θερμοκρασίας ανάμεσα στον ισημερινό και στους πόλους μειώθηκε και τα θαλάσσια ρεύματα ίσως σταμάτησαν. Αυτό προκάλεσε ανοξία στο νερό και μεγάλες εκπομπές υδροθείου στον ωκεανό και στην ατμόσφαιρα από τα αναερόβια βακτήρια του βυθού τα οποία ανέβηκαν ως την επιφάνεια. Το οξυγόνο έπεσε και το στρώμα του όζοντος αδυνάτισε, αφήνοντας περισσότερη υπεριώδη ακτινοβολία να φτάσει στη Γη. Επιπλεόν, επειδή το διοξείδιο του άνθρακα είναι περισσότερο διαλυτό στο νερό από ότι το οξυγόνο, διαλύθηκε σε μεγαλύτερη ποσότητα κάνοντας τον ωκεανό πιο όξινο και δημιουργώντας προβλήματα στους ασβεστώδεις οργανισμούς. Κάπως έτσι έγινε η μεγάλη εξαφάνιση. Στην αρχή της επόμενης περιόδου, τα επίπεδα του οξυγόνου ήταν χαμηλότερα από σήμερα.

    η Γη κατά την ύστερη πέρμια

    Follow

    Get every new post delivered to your Inbox.