Tag Archive: Αλτσχάιμερ


Οι πριονικές παθήσεις ή μεταδόσιμες σπογγώδεις εγκεφαλοπάθειες (μσε) είναι ασθένειες προκαλούμενες από μια μη φυσιολογική ανθεκτικότατη μορφή της πρωτεΐνης πρίον, πάντοτε θανατηφόρες για όποιο άτομο προσβάλλεται. Προσβάλλουν και ανθρώπους και ζώα, και μπορούν να μεταδοθούν μεταξύ ατόμων του ίδιου είδους, αλλά και μεταξύ διαφορετικών ειδών, π.χ. στην περίπτωση των τρελών αγελάδων στον άνθρωπο με τη νέα παραλλαγή της νόσου Κρόιτσφελντ-Γιάκομπ. Οι παθήσεις αυτές λέγονται σπογγώδεις, επειδή πολύ κοινό εύρημα στη μελέτη του εγκεφάλου υπό το μικροσκόπιο είναι μυριάδες τρυπούλες στη φαιά ουσία (νευρώνες) του εγκεφάλου. Ανακαλύφθηκε όμως πρόσφατα μια άλλη μορφή τέτοιας ασθένειας, η οποία προκαλεί διάχυτη βλάβη χωρίς σπογγώδη εκφύλιση και θυμίζει περισσότερο κάποιες σπάνιες κληρονομικές πριονικές παθήσεις, τη νόσο Αλτσχάιμερ, και παρόμοιες αμυλοειδοπάθειες. Η ανακάλυψη δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό PLoS το 2010. Η παρακάτω μετάφραση είναι δική μου.

Περίληψη

Οι πριονικές νόσοι είναι θανατηφόρες νευροεκφυλιστικές νόσοι των ανθρώπων και των ζώων χαρακτηριζόμενες από σπόγγωση της φαιάς ουσίας και συσσώρευση συσσωματωμένης, κακοδιπλωμένης, πρωτεΐνης πρίον ανθεκτική στις πρωτεάσες (PrPres). Η PrPres μπορεί ν’αποτεθεί στον εγκέφαλο σε αμυλοειδή μορφή ή και σε μη αμυλοειδή μορφή, και προέρχεται από την κωδικοποιούμενη από τον ξενιστή ευαίσθητη σε πρωτεάσες πρωτεΐνη (PrSen), μια πρωτεΐνη φυσιολογικά δεμένη στην πλασματική μεμβράνη με γλυκοσυλφωσφορικιδινιλοσιτόλη (gpi). Προηγουμένως, χρησιμοποιώντας ετερόζυγα διαγονιδιακά ποντίκια που εξέφραζαν μόνο άδετη Prp, βρήκαμε ότι χρειαζόταν η δεμένη στην κυτταρική μεμβράνη Prp για την τυπική κλινική τρομώδη νόσο. Εντούτοις, στα παρόντα πειράματα, χρησιμοποιώντας ομόζυγα ποντίκια που εξέφραζαν δύο φορές περισσότερη άδετη PrP, η μόλυνση με τρομώδη νόσο προκάλεσε μια νέα θανατηφόρο ασθένεια με μοναδικά κλινικά σημεία και διαφορετική νευροπαθολογία, σε σύγκριση με μη διαγονιδιακά ποντίκια που εκφράζουν τη δεμένη PrP. Ο εγκεφαλικός ιστός των διαγονιδιακών ποντικιών είχε μεγάλα ποσά λοιμογονικότητας, και η ιστοπαθολογία έδειξε πυκνές αποθέσεις πλακών PrPres αμυλοειδούς χωρίς σπόγγωση της φαιάς ουσίας. Αντίθετα, τα μολυσμένα μη διαγονιδιακά ποντίκια είχαν διάχυτα εναποθέματα μη αμυλοειδούς PrPres με σημαντική σπόγγωση της φαιάς ουσίας. Μελέτες με μοσχεύματα εγκεφάλου υποδήλωσαν ότι ήταν απαραίτητη η έκφραση δεμένης PrPsen για σπόγγωση της φαιάς ουσίας κατά την πριονική μόλυνση. Επιπλέον, ηλεκτρονικές και οπτικές μικροσκοπικές μελέτες σε μολυσμένα διαγονιδιακά ποντίκια έδειξαν αρκετές παθογόνες διαδικασίες που δεν εντοπίζονται στην τυπική πριονική νόσο, συμπεριλαμβανομένης εγκεφαλικής αμυλοειδούς αγγειοπάθειας και μικροδομική αλλοίωση στο περιαγγειακό νευροτριχίδιο. αυτα τα ευρήματα ήταν παρόμοια με ορισμένς ανθρώπινες κληρονομικέςπριονικές παθήσεις όσο και κάποιες μη πριονικές ανθρώπινες νευροεκφυλιστικές νόσους, όπως η νόσος του Αλτσχάιμερ.

Προτότυπο:

Abstract

Prion diseases are fatal neurodegenerative diseases of humans and animals characterized by gray matter spongiosis and accumulation of aggregated, misfolded, protease-resistant prion protein (PrPres). PrPres can be deposited in brain in an amyloid-form and/or non-amyloid form, and is derived from host-encoded protease-sensitive PrP (PrPsen), a protein normally anchored to the plasma membrane by glycosylphosphatidylinositol (GPI). Previously, using heterozygous transgenic mice expressing only anchorless PrP, we found that PrP anchoring to the cell membrane was required for typical clinical scrapie. However, in the present experiments, using homozygous transgenic mice expressing two-fold more anchorless PrP, scrapie infection induced a new fatal disease with unique clinical signs and altered neuropathology, compared to non-transgenic mice expressing only anchored PrP. Brain tissue of transgenic mice had high amounts of infectivity, and histopathology showed dense amyloid PrPres plaque deposits without gray matter spongiosis. In contrast, infected non-transgenic mice had diffuse non-amyloid PrPres deposits with significant gray matter spongiosis. Brain graft studies suggested that anchored PrPsen expression was required for gray matter spongiosis during prion infection. Furthermore, electron and light microscopic studies in infected transgenic mice demonstrated several pathogenic processes not seen in typical prion disease, including cerebral amyloid angiopathy and ultrastructural alterations in perivascular neuropil. These findings were similar to certain human familial prion diseases as well as to non-prion human neurodegenerative diseases, sujch as Alzheimer’s disease.

Ολόκληρο το άρθρο είναι ελεύθερης πρόσβασης και μπορείτε να το βρείτε
εδώ.

Παρακάτω συνεχίζει με κάποιες εισαγωγικές διευκρινήσεις του ερευνητή, και στη συνέχεια κανονικά, με τις μεθόδους που χρησιμοποιήθηκαν, τ’απποτελέσματα και τα συμπεράσματα στο τέλος.

Για τους τακτικούς αναγνώστες νέων αυτών των ασθενειών, τα περισσότερα στοιχεία δεν τους είναι ξένα. Θα πρέπει ωστόσο να κάνω κάποιες διευκρινήσεις:
1 Η φυσιολογική μορφή της πρωτεϊνης είναι δεμένη στη μεμβράνη του κυττάρου, η συγκεκριμένη άδετη ή ελεύθερη εκρίνεται απ’τα κύτταρα χωρίς να πιάνεται σ’αυτά, κατα τ’άλλα είναι φυσιολογική. Το άρθρο δεν έκανε καμία αναφορά σε πιθανή διαφορετική λειτουργικότητά της στη φυσιολογική κατάσταση από τη δεμένη.
2 Η φυσιολογική μορφή της πρωτεΐνης συναντάται και ως PrPc, λέγεται όμως και PrPsen (prion protein sensitive (sensitive = ευαίσθητη)), δηλαδή ευαίσθητη σε ενζυμική διάσπαση. Η παθολογική συναντάται ως PrPsc (prion protein scrapie (scrapie=τρομώδης νόσος)), αλλά και ως PrPres, δηλαδή resistant=ανθεκτική.
3 Η τρομώδης νόσος είναι η σπογγώδης εγκεφαλοπάθεια των αιγοπροβάτων, η οποία έχει γίνει το προτιμόμενο μοντέλο μελέτης αυτών των παθήσεων, λόγω της εύκολης εύρεσης δειγμάτων και της χαμηλής μεταδοσιμότητας στον άνθρωπο.
4 Μελέτες με διαγονιδιακά ποντίκια (ποντίκια με ξένο γονίδιο στο dna τους γίνονται συχνά στη μελέτη των παθήσεων αυτών. Διαγονιδιακά επίσης είναι και τα τόσο δαιμονικά μεταλλαγμένα.
5 Τα συμπτώματα της νέας ασθένειας ήταν διαφορετικά και η νόσος διήρκησε περισσότερο. Οι επιστήμονες παρατήρησαν κυρίως τα νευρολογικά και κινητικά συθμπτώματα, παρά τα νοητικά, ψυχολογικά ή συμπεριφορικά, τα οποία σίγουρα θα είχαν εμφανιστεί.
6 Για να διαπιστωθεί αν μπορεί η δεμένη μορφή της πρωτεΐνης να επηρεάσει την ασθένεια σ’όλον τον εγκέφαλο του διαγονιδιακού ποντικιού έγινε μεταμόσχευση εγκεφάλου από φυσιολογικά ποντίκια στα διαγονιδιακά. Πάρθηκαν εγκέφαλοι από έμβρυα ποντικιών, οι οποίοι θριμματίστηκαν σε μικροσκοπικά κομματάκια και μεταμοσχεύθηκαν ως διάλυμα μ’ένεση στους εγκεφάλους των διαγονιδιακών. Τα μοσχεύματα ήταν σεσημασμένα με φθορίζουσα πρωτεΐνη, ώστε να μπορούν να τα εντοπίσουν εύκολα οι επιστήμονες. Βρέθηκε ότι μόνο εκείνα τα κομμάτια παρουσίασαν σπογγώδη εκφύλιση χωρίς να επηρεαστει ο υπόλοιπος εγκέφαλος.
7 Ορισμένες μορφές της κυρίως κληρονομικής πριονικής νόσου Γκέρστμαν-Στράουσλερ-Σάινκερ παρουσιάζουν παρόμοια παθολογία με την πειραματική νέα ασθένεια, επειδή σ’αυτές τις περιπτώσεις το dna του πάσχοντος παράγει και άδετη πρωτεΐνη.

Οι συνέπειες της παραπάνω μελέτης δεν παραμένουν απλά στο εργαστηριακό επίπεδο, αλλ’έχουν άμεσες συνέπειες στη δημόσια υγεία. Δεδομένου ότι το 85% των κρουσμάτων Κρόιτσφελντ-Γιάκομπ θεωρούνται σποραδικά, και για κάποια απ’αυτά πιθανολογείται ότι ευθύνεται μια τυχαία σωματική (όχι στο αναπαραγωγικό σύστημα, άρα όχι κληρονομική) μετάλλαξη, θά’ταν λογικό να σκεφτούμε ότι ορισμένες μεταλλάξεις θα μπορούσαν να καταλήξουν στη δημιουργία της άδετης μορφής της πρωτεΐνης. Κι εφόσον αυτή η μορφή έχει παρόμοια νευροπαθολογία με τη νόσο του Αλτσχάιμερ και προφάνως θά’χει και παρόμοια συμπτώματα, δε μπορούμε να ξέρουμε πόσες περιπτώσεις διαγνωσμένου Αλτσχάιμερ είναι στην πραγματικότητα πριονικής προέλευσης, αφού άλλωστε η νευροπαθοολογική εξέταση, πόσο μάλλον η ανίχνευση για παθολογική πρίον, δεν είναι απαραίτητη, διότι οι γιατροί βασίζονται περισσότερο στα συμπτώματα για τη διάγνωση μιας πλέον τόσο κοινής πάθησης. Εντωμεταξύ αυτοί οι ασθενείς θα έχουν κάνει πάδιάφορες επεμβάσεις στη ζωή τους, εγχειρήσεις, οδοντιατρικές διαδικασίες, αιμοδοσία, μεταδίδοντας ίσως την πρωτεΐνη σ’άλλους. Δεν είναι όμως μόνο η πρωτεΐνη πρίον που μεταδίδεται έτσι, αλλά κι άλλα αμυλοειδή όπως έχει αποδειχθεί, για παράδειγμα
ακόμα και το Αλτσχάιμερ,
ωστόσο το πρίον μεταδίδεται ευκολότερα από όσα άλλα μελετήθηκαν έως τώρα.

Χωρίς κάποιον έλεγχο, οι πρωτεΐνες αυτές θα εξαπλώνονται… θα εξαπλώνονται συνεχώς και θα παρατηρείται ολοένα μεγαλύτερη αύξηση των κρουσμάτων όλων αυτών των ασθενειών. Ο μόνος τρόπος να μειωθεί τουλάχιστον αυτή η εξάπλωση είναι με εντατική παρακολούθηση και ριζικές δράσεις του συστήματος υγείας. Ασθενείς για παράδειγμα με τέτοιες παθήσεις δε θα πρέπει να δίνουν αίμα ή όργανα, οι επεμβάσεις τους θα πρέπει να γίνονται σε κατάσταση καραντίνας, τα δείγματα και τα σώματά τους να καταστρέφονται κατάλληλα, και λοιπά αυστηρά μέτρα. Αυτά φυσικά απαιτούν μεγάλα χρηματικά ποσά και τα κράτη δε φαίνεται να είναι διατεθημένα να δώσουν για κάτι που τώρα άρχισε να μελετάται συστηματικά, και προσβάλλει ανθρώπους μεγάλης ηλικίας, έτσι κι αλλιώς εκτός παραγωγικής διαδικασίας που επιβαρύνουν μάλιστα το κράτος με τις συντάξεις τους και τη χρήση ιατρικών υπηρεσιών.

Πηγή:
Healthy Living

Η παχυσαρκία συρρικνώνει τον εγκέφαλο!

25/05/2011 10:12 ·
Σχόλια

Σύμφωνα όμως με νέα ευρήματα αμερικανών ειδικών τα παραπανίσια κιλά συρρικνώνουν τον εγκέφαλο!  Η τρομακτική διαπίστωση έρχεται από τους ειδικούς του Πανεπιστημίου
του Λος Άντζελες, οι οποίοι μελέτησαν τα αποτελέσματα της απεικόνισης του εγκεφάλου 100 υπέρβαρων και παχύσαρκων ενηλίκων ηλικίας άνω των 70 ετών. Είδαν
λοιπόν, ότι ο εγκέφαλος των ατόμων αυτών ήταν κατά 4-8% μικρότερος, συγκριτικά με εκείνον ατόμων υγιούς βάρους. «Αυτό συμβαίνει γιατί το αίμα δεν μπορεί
να φτάσει πολύ εύκολα στον εγκέφαλο» εξηγεί ο καθηγητής νευρολογίας Πολ Τόμσον. «Όταν φτάσει φέρει πλέον πολύ χαμηλά επίπεδα οξυγόνου με αποτέλεσμα τα
εγκεφαλικά κύτταρα να πεθαίνουν». Κάτι τέτοιο, επισημαίνουν οι επιστήμονες, οδηγεί στην πρόωρη γήρανση του εγκεφάλου.

Συγκεκριμένα, παρατήρησαν ότι ο εγκέφαλος των υπέρβαρων ατόμων έμοιαζε κατά μέσο όρο 8 χρόνια γηραιότερος από εκείνον υγιών ατόμων. «Βασίζουμε το συμπέρασμα
αυτό στο γεγονός ότι ετησίως ο ανθρώπινος εγκέφαλος χάνει περίπου το 0.5% της αρχικής του μάζας» επισημαίνει ο καθηγητής. «Τα υπέρβαρα άτομα είχαν ήδη
χάσει 4% περισσότερη εγκεφαλική μάζα από εκείνη που θα έχανε ένα άτομο φυσιολογικού βάρους – ήταν δηλαδή σαν να ήταν ηλικιακά οκτώ χρόνια μεγαλύτεροι»
προσθέτει. Για τους παχύσαρκους εθελοντές μάλιστα, όπως τονίζει ο ειδικός, τα νέα ήταν πολύ χειρότερα.

«Τα παχύσαρκα άτομα είχαν ήδη χάσει 8% της εγκεφαλικής τους μάζας, ήταν δηλαδή σαν να ήταν 16 χρόνια γηραιότεροι. Δεν πρόκειται για μια κατάσταση που μπορεί
να αποβεί μοιραία φυσικά αλλά από κάποιο σημείο και μετά η απώλεια αυτή θα μπορούσε να είναι αισθητή – όταν π.χ. περίπου το 10% του εγκεφαλικού ιστού θα
έχει νεκρωθεί» αναφέρει ο καθηγητής Τόμσον.  Οι απεικονιστικές εξετάσεις των παχύσαρκων ατόμων αποκάλυψαν ακόμα ότι οι περιοχές που πλήττονταν από τη μεγαλύτερη
συρρίκνωση ήταν εκείνες που σχετίζονται με τη λογική, την κρίση και την επεξεργασία των μακροπρόθεσμων αναμνήσεων.

Οι επιστήμονες πιστεύουν ότι η συρρίκνωση αυτή κάνει τον εγκέφαλο πιο επιρρεπή στην εναπόθεση πρωτεϊνικών πλακών β-αμυλοειδούς, που ευθύνεται για την καταστροφή
εγκεφαλικών κυττάρων και την εμφάνιση της νόσου Αλτσχάιμερ.  «Είναι σχεδόν σαν τα παραπανίσια κιλά να εξωθούν τα υπέρβαρα άτομα στο να ξεπεράσουν το όριο
και να είναι πιο επιρρεπή στην εμφάνιση της Αλτσχάιμερ» καταλήγει ο καθηγητής.

Πηγή:
Encephalos Journal

Τοξικά βαρέα μέταλλα και η ειδική επίδρασή τους στα διάφορα είδη της άνοιας
ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ Ε.Α.
Α’ Νευρολογική Κλινική ΑΧΕΠΑ, Α.Π.Θ.

Περίληψη
Η τοξικότητα βαρέων μετάλλων αντιπροσωπεύει μια ασυνήθιστη, ωστόσο κλινικά σημαντική, ιατρική κατάσταση. Εάν η θεραπευτική προσέγγιση της τοξικότητας δεν αναγνωριστεί, ή αντιμετωπιστεί με λάθος τρόπο, δύναται να οδηγήσει σε σημαντική νοσηρότητα και να φέρει ακόμα και τον θάνατο. Μεταξύ των πιο κοινών βαρέων μετάλλων που εμπλέκονται σε οξείες ή/και χρόνιες καταστάσεις συμπεριλαμβάνεται ο μόλυβδος, το αρσενικό, ο υδράργυρος, ο χαλκός και το αργίλιο.

Η συμπτωματολογία των βαρέων μετάλλων μπορεί να αποτελεί την αιτία διαφόρων συμπτωμάτων. Απώλεια μνήμης, αυξανόμενες αλλεργικές αντιδράσεις, υψηλή πίεση, κατάθλιψη, αλλαγή διάθεσης, οξυθυμία, “φτωχή” συγκέντρωση της σκέψης, επιθετική συμπεριφορά, αϋπνίες, κούραση, δυσλεξία, αυξημένη χοληστερόλη, τριγλυκερίδια, νευροπάθεια, αυτοάνοσες ασθένειες, καθώς και χρόνια κούραση αποτελούν μερικές μόνο από τις παθήσεις προερχόμενες από την έκθεση στις τοξίνες.

Τα βαρέα μέταλλα δηλητηριάζουν τον οργανισμό προκαλώντας την διάσπαση κυτταρικών ένζυμων, τα οποία δρουν ως καταλύτες των θρεπτικών μετάλλων όπως το μαγνήσιο, ο ψευδάργυρος, και το σελήνιο. Τα τοξικά μέταλλα “κλωτσούν” τις θρεπτικές ουσίες και δεσμεύουν τους υποδοχείς των θρεπτικών ουσιών, προκαλώντας διάχυτα συμπτώματα που προέρχονται από την επιρροή τους σε νεύρα, ορμόνες, την πέψη, και την ανοσιακή λειτουργία.

Η ραγδαία ανάπτυξη της βιομηχανίας τα τελευταία χρόνια, έχει αυξήσει εντυπωσιακά το γενικό περιβαλλοντικό “φορτίο” από τις τοξίνες βαρέων μετάλλων, που προκύπτουν από την παραγωγή και εξαγωγή των καθαρών και μη ενώσεων των βαρέων μετάλλων για εμπορικούς σκοπούς.

Σήμερα, βαρέα μέταλλα ανιχνεύονται στο πόσιμο νερό, στο χώμα αλλά και στον αέρα, λόγω της αυξανόμενης χρήσης αυτών των ενώσεων. Είναι παρόντα σε κάθε τομέα του σύγχρονου καταναλωτισμού, από τα δομικά υλικά μέχρι τα φάρμακα καλλυντικών, στις επεξεργασμένες πηγές καυσίμων, τροφίμων και στα προϊόντα προσωπικής φροντίδας. Είναι πολύ δύσκολο στην σημερινή εποχή να αποφύγει κανείς την επαφή/έκθεση σε οποιαδήποτε από τα πολλά επιβλαβή βαρέα μέταλλα που έχουν επικρατήσει σε μεγάλες ποσότητες στο περιβάλλον.

Ενώ δεν φαίνεται η κοινωνία να είναι πρόθυμη να εξουδετερώσει την απειλή της τοξικότητας των βαρέων μετάλλων, αλλά ούτε και να μειώσει την χρήση πολλών εμπορικών αγαθών, που παράγονται βασισμένα στην χρήση τους, θα μπορούσε ωστόσο να λάβει κάποια μέτρα προκειμένου να κατανοήσει καλύτερα αυτήν την απειλή και να θέσει σε δράση διάφορες πολιτικές αποφυγής και επεξεργασίας, προκειμένου να μειωθεί το αρνητικό αντίκτυπο που οι συγκεκριμένοι παράγοντες φαίνεται να έχουν στην ανθρώπινη υγεία.

Λέξεις κλειδιά: Τοξικότητα, είδη άνοιας, μόλυβδος, υδράργυρος, αρσενικό, ψευδάργυρος, αργίλιο, χαλκός.

Παθοφυσιολογία

Η παθοφυσιολογία των βαρέων μετάλλων παραμένει σχετικά σταθερή. Τα βαρέα μέταλλα δεσμεύονται από υδροθειικές ομάδες πρωτεϊνών, προκαλώντας αλλαγή της ενζυματικής τους δραστηριότητας.

Σχεδόν όλα τα οργανικά συστήματα εμπλέκονται με την τοξικότητα των βαρέων μετάλλων, με κυρίαρχα το Κεντρικό Νευρικό Σύστημα (ΚΝΣ), το Περιφερικό Νευρικό Σύστημα (ΠΝΣ), το αιματοποιητικό, το νεφρικό και το καρδιαγγειακό σύστημα. Σε μικρότερη έκταση, η τοξικότητα του μολύβδου μπορεί να προσβάλλει τα οστεο-μυϊκά και αναπαραγωγικά συστήματα. Η επιρροή στα οργανικά συστήματα καθώς και η δριμύτητα της τοξικότητας διαφέρουν ανάλογα με το συγκεκριμένο βαρύ μέταλλο το οποίο εμπλέκεται σε κάθε περίπτωση, την ηλικία του ατόμου και το επίπεδο τοξικότητας.

Συχνότητα

Στις ΗΠΑ: Από το σύνολο των βαρέων μετάλλων, η τοξικότητα από τη χρόνια έκθεση μολύβδου είναι η συνηθέστερα αντιμετωπίσιμη. Από την εθνική έρευνα εξέτασης υγείας και διατροφής (NHANES III) η οποία πραγματοποιήθηκε εντός του χρονικού διαστήματος 1988-1990 διαπιστώθηκε ότι ένα ποσοστό 0,4% βρεφών ηλικίας 1 έτους και μεγαλύτερων είχε επίπεδα μολύβδου στο αίμα 25 mcg/dL ή υψηλότερα. Παράλληλα, μεταξύ εκείνων ηλικίας 1-5 ετών, (κατ’ εκτίμηση 1,7 εκατομμύρια παιδιά) εντοπίστηκαν επίπεδα μεγαλύτερα από 10 mcg/dL.

Το σύνδρομο της μολυβδίασης παιδικής ηλικίας, που προκαλείται από την κατάποση του μολύβδου, θεωρείται να έχει επίπτωση σε περισσότερα από 2 εκατομμύρια παιδιά προσχολικής ηλικίας στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η τοξικότητα του μολύβδου έδειξε σημαντικά υψηλότερη επικράτηση στον Αφρικανικό Αμερικανικό πληθυσμό, καθώς και στις χαμηλότερες κοινωνικοοικονομικές περιοχές.

Η έκθεση σε αρσενικό, εντούτοις, εμφανίζεται συχνά και εκτός βιομηχανικών περιοχών, λόγω της παράλληλης χρήσης του ως τρωκτικοκτόνου.

Θνησιμότητα/νοσηρότητα

Όπως σημειώθηκε προηγουμένως, οι τοξικότητες βαρέων μετάλλων είναι σχετικά ασυνήθιστες. Εντούτοις, η αποτυχία ως προς την αναγνώριση και αντιμετώπισή τους, μπορεί να οδηγήσει σε σημαντική νοσηρότητα και θνησιμότητα.

Η εγκεφαλοπάθεια είναι μία κύρια αιτία θνησιμότητας σε ασθενείς προσβεβλημένους από τοξικότητα βαρέων μετάλλων.

Φυλή: Μια υψηλότερη συχνότητα της τοξικότητας βαρέων μετάλλων εμφανίζεται στον Αφρικανικό-Αμερικανικό πληθυσμό, λόγω των καθυστερήσεων στην αφαίρεση των πηγών μολύβδου από τις χαμηλότερες κοινωνικοοικονομικές περιοχές.

Φύλο: Υπάρχει ελάχιστη, ή καμία διαφορά στην επικράτηση.

Τα επαγγέλματα που υποχρεώνουν τον απασχολούμενο να τεθεί σε χρόνια έκθεση σε συγκεκριμένα βαρέα μέταλλα και απασχολούν κυρίως άτομα ενός ιδιαίτερου φύλου συνδέονται με τα υψηλότερα ποσοστά έκθεσης σε εκείνο το φύλο.

Ηλικία: Διάφορα είναι τα σημεία ανησυχίας στην τοξικότητα βαρέων μετάλλων όσον αφορά την ηλικία. Γενικά, τα παιδιά είναι πιο ευαίσθητα στην τοξικότητα των βαρέων μετάλλων και περισσότερο επιρρεπείς σε τυχαίες εκθέσεις.

Τα ανόργανα άλατα μολύβδου εισέρχονται στον οργανισμό μέσω της κατάποσης ή της εισπνοής. Στους ενήλικες μόνο το 10% της ληφθείσας δόσης μπορεί να απορροφηθεί. Αντίθετα, στα παιδιά απορροφάται τουλάχιστον το 50% μίας δόσης.

Η ανεπάρκεια σιδήρου, ασβεστίου και ψευδάργυρου αυξάνει το ποσοστό απορρόφησης μολύβδου.

Φυσικά συμπτώματα

Τα φυσικά συμπτώματα σχετικά με την τοξικότητα του μολύβδου ποικίλλουν με την ηλικία και τη δόση.

Οποιοσδήποτε συνδυασμός, νευρολογικής δυσλειτουργίας και αναιμίας πρέπει να προτρέψει μία εξέταση αναζήτησης της τοξικότητας από μόλυβδο.

Τα παιδιά είναι περισσότερο επιρρεπή σε δυσλειτουργία του ΚΝΣ, συμπεριλαμβανομένης της εγκεφαλοπάθειας, η όποια είναι σπάνια στους ενηλίκους.

Η εγκεφαλοπάθεια μπορεί να παρουσιαστεί ως οξεία ή να αναπτυχθεί αργά κατά τη διάρκεια εβδομάδων ή μηνών. Είναι πρέπον να ληφθεί υπόψη το ιστορικό του ασθενούς ώστε να αποσπαστούν στοιχεία ενδεχόμενης έκθεσης σε βαρέα μέταλλα.

Όπως με το μόλυβδο, η συμπτωματολογία τοξικότητας του αρσενικού ποικίλλει από διάφορους παράγοντες, όπως η συγκέντρωση, το ποσοστό απορρόφησης, και η χημική μορφή που λαμβάνεται.

Συμπτώματα κυρίως διάρροιας παρατηρούνται στην οξεία τοξικότητα αρσενικού.

Τα φυσικά συμπτώματα περιλαμβάνουν την αναφυλαξία, την απολέπιση, την αποφολίδωση των χεριών και των ποδιών. Η ουλίτιδα, η στοματίτιδα, και σιαλόρροια σημειώνονται συχνά.

Νευρολογικές παθήσεις έχουν σημειωθεί σε περιπτώσεις οξείας τοξικότητας αρσενικού. Η τοξικότητα αρσενικού είναι συχνά συγκεχυμένη με το σύνδρομο Guillain-Barre.

Η οξεία νεφρική ανεπάρκεια δεν είναι ασυνήθιστη και, όταν παρατηρείται, είναι συχνά μοιραία.

Η τοξικότητα υδραργύρου παρουσιάζεται συχνά με δυσλειτουργία του ΚΝΣ (π.χ. ερεθισμός)

Η χρόνια έκθεση μπορεί να οδηγήσει σε ρίγος, το οποίο και αποτελεί το συνηθέστερο νευρολογικό εύρημα στη χρόνια τοξικότητα.

Οι ανόργανες μορφές υδραργύρου μπορούν να προκαλέσουν οξειδωτικές νόσους όπως π.χ. διαβρωτική οισοφαγία).

Η Acrodynia (δηλ. ρόδινη ασθένεια) παρατηρείται σε παιδιά με τοξικότητα υδραργύρου.

Τα φυσικά συμπτώματα περιλαμβάνουν την αναφυλαξία και αποφολίδωση των χεριών και των ποδιών. Η ουλίτιδα, η στοματίτιδα, και η σιαλόρροια σημειώνονται συχνά.

Αργίλιο

Το αργίλιο συσσωρεύετε στους νεφρούς, τα οστά, τους πνεύμονες, το ήπαρ, τους μύες του εγκεφάλου, το δέρμα, τα όργανα αναπαραγωγής και το στομάχι.

Η τοξικότητα από αργίλιο μπορεί να παράγει διάφορα κλινικά σημάδια και κοινά συμπτώματα όπως είναι η υπερβολική κατάθλιψη, η καρδιακή αρρυθμία, ο πονοκέφαλος, η απώλεια ομιλίας, η ανορεξία, το μούδιασμα των άνω και κάτω άκρων και η θολή όραση.

Η τοξικότητα αργιλίου έχει αποδειχθεί ότι προάγει την εξασθένιση της μακροπρόθεσμης μνήμης, σε άτομα τα οποία έχουν εκτεθεί σε αυτό, όπως προκύπτει από διαφόρους ελέγχους.

Έχει μπλεχτεί στις διαταραχές γήρανσης του εγκεφάλου. Η νόσος του Alzheimer και ο παρκινσονισμός αποτελούν τις επικρατέστερες νόσους.

Αν και τα αυξανόμενα επίπεδα αργιλίου έχουν μετρηθεί στον εγκέφαλο καθώς και σε άλλους ιστούς του σώματος σε ασθενείς με νόσο του Alzheimer’s, εντούτοις εμπλέκονται και άλλοι παράγοντες. Φαίνεται ότι υπάρχει μια αδυναμία του αιματοεγκεφαλικού φραγμού στον εγκέφαλο των ασθενών με Alzheimer’s και αυτό μπορεί να επιτρέψει την εισροή ποικίλων τοξινών στο Κεντρικό Νευρικό Σύστημα.

Σε περιοχές με υψηλά ποσοστά αργιλίου στο πόσιμο νερό παρουσιάζεται αύξηση της επίπτωσης της νόσου του Alzheimer’s. Σχεδόν 100.000 άνθρωποι μεταξύ των 1,5-2 εκατομμυρίων ανθρώπων που φέρουν την νόσο πεθαίνουν κάθε χρόνο.

Ομοίως ασθενείς με μακροχρόνια αιμοδιάλυση έχουν παρουσιάσει ένα προοδευτικό νευρολογικό σύνδρομο που περιλαμβάνει λεκτικές διαταραχές, κλωνικούς σπασμούς μυών και εγκεφαλοπάθεια1. Τα στοιχεία της παραπάνω μελέτης έδειξαν ότι το εισπνεόμενο αργίλιο μπορεί να συμβάλει στην ανάπτυξη της πνευμονικής ίνωσης και μικρότερου βαθμού λεμφοκωκκιομάτωσης2.

Αρσενικό

Πηγή έκθεσης: Το έδαφος και το πόσιμο νερό είναι ευαίσθητα στη προσβολή από αρσενικό που χρησιμοποιείται κυρίως σε εγκαταστάσεις γαλβανισμού και παραγωγής ενέργειας, μυκητοκτόνα, εντομοκτόνα, ζιζανιοκτόνα, φυτοφάρμακα, στα συντηρητικά και τις πρόσθετες ουσίες ζωικών τροφών, σε χημικά απόβλητα και αντιβιοτικά, ενώ εντοπίζεται και σε περιοχές επιβλαβών αποβλήτων.

Ιστοί στόχοι: Πολλές χημικές ενώσεις με αρσενικό απορροφώνται εύκολα μέσω της στοματικής οδού. Η απορρόφηση μέσα στους πνεύμονες εξαρτάται από το μέγεθος της ένωσης και θεωρείται ότι ένα μεγάλο μέρος του εισπνεόμενου αρσενικού απορροφάται αργότερα διαμέσω του στομαχιού μετά από την αναπνευστική εκκαθάριση (mucocillary)3. Μετά από την απορρόφηση των ενώσεων αρσενικού αυτό διανέμεται στην αορτή και την επιφάνεια του σπλήνα, των πνευμόνων, των νεφρών, και του ήπατος. Οι ενώσεις αρσενικού επίσης εύκολα κατακρατώνται στα μαλλιά και στα νύχια4.

Συμπτώματα: Το αρσενικό είναι ένα ιδιαίτερα τοξικό στοιχείο που έχει χρησιμοποιηθεί, όπως είναι ήδη ιστορικά γνωστό, σε αυτοκτονίες και ανθρωποκτονίες. Οι επιπτώσεις που φέρει στην υγεία είναι γνωστές και πολύμορφες. Η οξεία έκθεση στις ενώσεις αρσενικού μπορεί να προκαλέσει ανορεξία, ναυτία, εμετούς, διάρροια, μυϊκούς πόνους και το κάψιμο του στόματος και του λαιμού3.

Μία μεγάλη οξεία στοματική δόση προκαλεί ταχυκαρδία, οξεία εγκεφαλοπάθεια, παράλυση, συμφορητικούς σπασμούς, κώμα, ακόμη και θάνατο5.

Επαναλαμβανόμενη έκθεση στις ενώσεις αρσενικού έχει αποδειχθεί ότι οδηγεί στην ανάπτυξη περιφερικών νευροπαθειών, εγκεφαλοπάθειας, δυσφορίας, σε σύνδρομο του Raynaud, καθώς και σε γάγκρενα των χαμηλότερων άκρων (“μαύρη ασθένεια κάτω άκρων”).

Άλλα χρόνια αποτελέσματα της δηλητηρίασης από αρσενικό είναι οι ανωμαλίες του δέρματος, τα νευροτοξικά συμπτώματα, η χρόνια αναπνευστική νόσος, η άνοια, η απώλεια ακοής και οι καρδιαγγειακές παθήσεις6,7.

Χαλκός

Πηγές έκθεσης: Ο χαλκός υπάρχει στη φύση με τη στοιχειώδη του μορφή καθώς και ως συστατικό πολλών διαφορετικών ενώσεων. Η τοξικότερη μορφή χαλκού είναι πιθανά ο δισθενής χαλκός (Cu2+). Απελευθερώνεται στο περιβάλλον κυρίως διαμέσω των αποβλήτων των στερεών εγκαταστάσεων επεξεργασίας λυμάτων των μεταλλείων. Είναι παρόν στον αέρα και το νερό λόγω διαφόρων φυσικών φαινομένων, όπως οι ηφαιστειακές εκρήξεις, και η μεταδιδόμενη μέσω του ανέμου σκόνη. Οι πηγές πόσιμου νερού μολύνονται από χαλκό λόγω της χρήσης του σε πολλούς διαφορετικούς τύπους υδραυλικών προμηθειών.

Ιστοί στόχων: Η απορρόφηση του χαλκού εμφανίζεται διαμέσω της εξωτερικής επιφανείας των πνευμόνων, και του γαστρεντερικού ατραπού8. Ο βαθμός στον οποίο απορροφάται στο γαστροεντερικό ατραπό εξαρτάται κατά ένα μεγάλο μέρος από τη χημική σύστασή του και την παρουσία άλλων ουσιών όπως του ψευδαργύρου9. Μόλις απορροφηθεί ο χαλκός διανέμεται πρώτα στο ήπαρ, και στη συνέχεια στα νεφρά, τον σπλήνα, στην καρδιά, στους πνεύμονες, στο στομάχι, στο έντερο, στα νύχια και στα μαλλιά.

Συμπτώματα: Η οξεία τοξικότητα του χαλκού χαρακτηρίζεται από ταχυκαρδία, διάρροια, εμετό, κοιλιακό πόνο και μία μεταλλική γεύση στο στόμα. Η χρόνια έκθεση στο χαλκό μπορεί να παράγει πολυάριθμες διαταραχές της συμπεριφοράς. Η τοξικότητα χαλκού έχει χαρακτηριστεί στους ασθενείς με την νόσο Wilson, μια γενετική διαταραχή που προκαλεί μια ανώμαλη συσσώρευση του χαλκού στους ιστούς του σώματος.

Η νόσος Wilson μπορεί να αποδειχτεί μοιραία, εκτός αν θεραπευτεί εγκαίρως. Οι εκδηλώσεις αυτής της νόσου περιλαμβάνουν εγκεφαλικές βλάβες, προοδευτική απομυελίνωση, ψυχιατρικές διαταραχές, αυτοκαταστροφικές τάσεις, κατάθλιψη, επιθετική συμπεριφορά, αιμολυτική αναιμία και κίρρωση ήπατος8,10,11. Σε μερικούς ασθενείς εμφανίζεται επίσης ακαμψία μυών και έμφραγμα του μυοκαρδίου10.

Υπάρχουν στοιχεία ότι ορισμένα οξειδοαναγωγικά ενεργά ιόντα μετάλλων συμπεριλαμβανομένου του χαλκού και του υδραργύρου διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην επιδείνωση και ίσως τη διευκόλυνση των οξειδωτικών βλαβών προκαλούμενων από την A-beta πρωτεΐνη και τις αποθέσεις αμυλοειδούς στην νόσο του Alzheimer’s.

Ο χαλκός είναι ένα ουσιαστικό μέταλλο που διαδραματίζει έναν θεμελιώδη ρόλο στη βιοχημεία του νευρικού συστήματος. Διάφορες χρόνιες νευρολογικές παθήσεις που περιλαμβάνουν μεταβολικές ανωμαλίες χαλκού είναι καλά τεκμηριωμένες, όπως η νόσος του Wilson και η νόσος του Menkes. Οι μεταλλαγές στο ένζυμο υπεροξειδίου χαλκού/ ψευδάργυρου (SOD) έχουν αποδειχθεί ως ένας σημαντικός παράγοντας στον εκφυλισμό μηχανικών νευρώνων σε συνθήκες όπως στη νόσο του Alzheimer’s. Παρόμοια αποτελέσματα στο SOD χαλκού/ψευδαργύρου έχουν αποδειχθεί ότι επιφέρουν παράγοντες άλλων νόσων όπως στον αυτισμό και τον Παρκινσονισμό.

Μόλυβδος

Πηγές έκθεσης: Ο μόλυβδος αποτελεί το 5ο πιο κοινό χρησιμοποιούμενο μέταλλο στις ΗΠΑ. Εξορύσσεται ευρέως από το Missouri, το Colorado, το Idaho και την Utah για να χρησιμοποιηθεί για την παραγωγή πυρομαχικών, μεταλλικών στοιχείων φερόντων οργανισμών, υλικών ορείχαλκου/σωληνώσεων, σταθεροποιητικών υλών συγκολλήσεως, εμπορευματοκιβωτίων, προϊόντων βενζίνης, κεραμικής και βαρών12. Η ανθρώπινη έκθεση στον μόλυβδο προκύπτει κυρίως από την κατάποση νερού, από μόρια που περιέχουν μόλυβδο τα οποία διακινούνται μέσα στην ατμόσφαιρα καθώς και από βαφές που περιέχουν μόλυβδο.

Ο καπνός από τα τσιγάρα αποτελεί επίσης μια σημαντική πηγή έκθεσης στον μόλυβδο. Άτομα τα οποία καπνίζουν ή αναπνέουν καπνό από τσιγάρα είναι πιθανώς περισσότερο εκτεθειμένα σε μεγαλύτερα επίπεδα μολύβδου απ’ ότι άτομα που δεν εκτίθενται στον καπνό14.

Ιστοί στόχοι: Ο μόλυβδος απορροφάται από τον οργανισμό μετά από εισπνοή ή από κατάποση. Τα παιδιά απορροφούν τον μόλυβδο με πολύ μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα απ’ ότι οι ενήλικες μετά από έκθεση σε αυτόν, ενώ ο μόλυβδος ο οποίος έχει εισέλθει στον οργανισμό μετά από κατάποση είναι πολύ ευκολότερα απορροφήσιμος σε άτομο το οποίο διανύει περίοδο νηστείας16. Ποσοστό μεγαλύτερο από 90% από μόλυβδο ο οποίος έχει εισαχθεί στον οργανισμό με την εισπνοή απορροφάται άμεσα από το αίμα. Εφόσον ο μόλυβδος έχει απορροφηθεί κυκλοφορεί μέσα στην ροή του αίματος και διανέμεται πρωταρχικά στους μαλακούς ιστούς (νεφρά, εγκέφαλος και μύες) και στα οστά. Οι ενήλικες διανέμουν περί το 95% του ποσοστού μολύβδου στον οργανισμό τους στα οστά, ενώ αντιθέτως τα παιδιά ένα μικρότερο ποσοστό, της τάξης του 73%16.

Σημάδια και συμπτώματα: Ο μόλυβδος αποτελεί ένα από τα περισσότερο τοξικά στοιχεία τα οποία εμφανίζονται φυσικά επάνω στην Γη.

Υψηλές συγκεντρώσεις μολύβδου μπορούν να οδηγήσουν σε αμετάκλητη εγκεφαλική βλάβη (εγκεφαλοπάθεια), ανακοπή, κώμα, ακόμη και θάνατο εφόσον δεν αντιμετωπιστούν άμεσα16.

Η βλάβη που προκαλείται στο Κεντρικό Νευρικό Σύστημα (ΚΝΣ) λαμβάνεται ως ιδιαίτερα σοβαρή εφόσον η συγκέντρωση μολύβδου στο αίμα ξεκινά από 40 mcg/dL, αφού τότε δύναται να προκαλέσει μείωση των ταχυτήτων διεξαγωγής των νεύρων και νευρίτιδα17. Άτομα τα οποία εκτίθενται σε μέτρια επίπεδα μολύβδου έχουν εμφανίσει νευροψυχολογική αδυναμία.

Υπάρχουν στοιχεία τα οποία υποδεικνύουν ότι ο μόλυβδος μπορεί να προκαλέσει οξυθυμία, κούραση, δυσκολία στην επεξεργασία πληροφοριών, προβλήματα μνήμης, μείωση των χρόνων αίσθησης και μηχανικής αντίδρασης, βλάβη στην διαδικασία λήψης αποφάσεων καθώς και μειωμένη ικανότητα συγκέντρωσης18.

Συγκεντρώσεις μολύβδου στο αίμα μεγαλύτερες από 70 mcg/dL προκαλούν αναιμία η οποία χαρακτηρίζεται από μείωση των επιπέδων αιμοσφαιρίνης και ερυθροποιητίνης – καθώς και μικρότερη διάρκεια ζωής των ερυθρών αιμοσφαιρίων19,20.

Σε συγκεντρώσεις μολύβδου στο αίμα περί των 80-100 mcg/dL, προκύπτει ιδιαίτερα σοβαρή εγκεφαλοπάθεια. Παιδιά τα οποία καταφέρνουν να επιζήσουν μετά από εγκεφαλοπάθεια προκαλούμενη από τον μόλυβδο, συνήθως υποφέρουν από μόνιμη εγκεφαλική βλάβη, η οποία χαρακτηρίζεται από νοητική καθυστέρηση και διάφορες βλάβες συμπεριφοράς. Τα παιδιά αυτά επίσης πάσχουν από μειωμένες ταχύτητες διεξαγωγής νεύρων, περιφερική νευροπάθεια, γνωστική εξασθένιση και διαταραχές προσωπικότητας20.

Νευροψυχολογική λειτουργία. Νεαρά άτομα τα οποία εκτίθενται στον μόλυβδο μπορούν να παρουσιάσουν νοητική καθυστέρηση, δυσκολία εκμάθησης, μειωμένη συγκέντρωση, προβλήματα συμπεριφοράς (επιθετικότητα) και μειωμένη φυσική ανάπτυξη21,22.

Υδράργυρος

Πηγές έκθεσης: Δύο κυρίες μορφές: ο οργανικός και ο ανόργανος υδράργυρος.

Ο ανόργανος υδράργυρος εμφανίζεται όταν το στοιχείο του υδράργυρου ενώνεται με χλώριο, θείο ή οξυγόνο. Ο ανόργανος υδράργυρος καθώς και το στοιχείο του υδραργύρου είναι αμφότερα τοξικά και επιδρούν δυσμενώς στην υγεία.

Ο οργανικός υδράργυρος είναι γνωστό ότι βιοαποικοδομείται ή περνά την τροφική αλυσίδα λόγω της αδυναμίας του οργανισμού να τον επεξεργαστεί και να τον καταστρέψει. Εντοπίζεται κυρίως σε θαλάσσια έμβια (ψάρια) σε ζώα φάρμας και συχνά εντοπίζεται σε διάφορα προϊόντα όπως στο επεξεργασμένο σιτάρι και στο επιφανειακό αλάτι, σε γαλακτοκομικά προϊόντα, καθώς και σε πηγές φρέσκου νερού23.

Ιστοί στόχοι: Η απορρόφηση και η διανομή των ενώσεων υδραργύρου εξαρτάται κυρίως από την χημική κατάστασή τους. Οι ενώσεις του οργανικού υδραργύρου απορροφούνται από το γαστρεντερικό τμήμα πιο άμεσα από ότι οι ενώσεις ανόργανου υδραργύρου, αφού οι τελευταίες απορροφώνται σε ένα πολύ μικρό ποσοστό. Μετά την απορρόφηση εντός του γαστροεντερικού τμήματος, ο οργανικός υδράργυρος διανέμεται σε όλο το σώμα, έχοντας ωστόσο την τάση να συγκεντρώνεται στον εγκέφαλο και τα νεφρά24. Περί το 80% από τον ατμό υδραργύρου απορροφάται άμεσα από τους πνεύμονες και διανέμεται στο ΚΝΣ και τους νεφρούς25. Οργανικές και ανόργανες μορφές υδραργύρου έχουν επίσης εμφανιστεί σε κύτταρα του μυϊκού ιστού και του ήπατος καθώς και στα ερυθρά αιμοσφαίρια26-28.

Σημάδια και συμπτώματα: Η συνεχής έκθεση σε υδράργυρο μπορεί να προκαλέσει ένα σημαντικό αριθμό ανθρώπινων δυσλειτουργιών. Ο βαθμός της βλάβης, της δυσλειτουργίας, εξαρτάται κυρίως από την χημική του σύσταση και τον χρόνο έκθεσης. Ενώ οι ενώσεις του ανόργανου υδραργύρου θεωρούνται λιγότερο τοξικές απ’ ότι οι οργανικές (κυρίως λόγω των δυσκολιών απορρόφησης), ο ανόργανος υδράργυρος που τελικά απορροφάται μετατρέπεται εύκολα και φυσιολογικά σε μία οργανική μορφή στο ήπαρ.

Η οξεία κατάποση ανόργανων αλάτων υδραργύρου μπορεί να προκαλέσει γαστρεντερικές ανωμαλίες, όπως κοιλιακούς πόνους, εμετούς, διάρροιες, και αιμορροΐδες28. Επαναλαμβανόμενη και μακρά έκθεση είχε ως αποτέλεσμα σοβαρές διαταραχές στο Κεντρικό Νευρικό Σύστημα, στην γαστρεντερική οδό, στα νεφρά και το ήπαρ. Ο Daivs και οι συνεργάτες του29 (Daivs 1974) έχουν αναφέρει ότι άτομα τα οποία έχουν υποστεί δηλητηρίαση από χρόνια κατάποση καθαρτικών που περιέχουν ανόργανο υδράργυρο, έχουν παρουσιάσει άνοια, κολίτιδα, καθώς και αποτυχία της νεφρικής λειτουργίας.

Εφόσον ο ανόργανος υδράργυρος διαπεράσει διαμέσω της αναπνευστικής οδού μπορεί να προκαλέσει ένα εύρος κλινικών επιπλοκών, όπως την διαβρωτική βρογχίτιδα, την πνευμονία, νεφρικές δυσλειτουργίες, την κόπωση, την αϋπνία, την έλλειψη μνήμης, την αψιθυμία, πόνο στο στήθος, εξασθένιση της πνευμονικής λειτουργίας και ουλίτιδα30,28.

Η χρόνια εισπνοή ενώσεων ανόργανου υδραργύρου μπορεί να προκαλέσει μείωση της λειτουργίας του αισθητήριου και του κινητικού νεύρου, κατάθλιψη, οπτικές και ακουστικές παραισθήσεις μυϊκό τρόμο, διαταραχές στον ύπνο, αλλαγές στην αυτόνομη λειτουργία (καρδιακός σφυγμός, πίεση αίματος, αντανακλαστικά), εξασθενημένο οπτικοκινητικό συντονισμό, διαταραχές στην ομιλία, άνοια, κώμα και θάνατο30-34.

Ο Ngim και οι συνεργάτες του το199234 μέσω ενός πειράματος που πραγματοποίησαν σε μια ομάδα επιστημών, οι οποίοι κατά την διάρκεια της εργασίας τους υπήρξαν εκτεθειμένοι σε ατμούς υδραργύρου, έδειξαν ότι οι τελευταίοι αποδίδουν αρκετά χειρότερα, σε προσωπικές νευρολογικές δοκιμές που μετρούν την ταχύτητα κίνησης, την οπτική σάρωση, τον οπτικοκινητικό συντονισμό και την συγκέντρωση, καθώς και την λεκτική και την οπτική μνήμη. Ο Kishi και οι συνεργάτες του το199335 έχουν διαπιστώσει ότι οι εργαζόμενοι χυτών υλικών που εκτίθενται στις ανόργανες ενώσεις υδραργύρου συνεχίζουν να υποφέρουν από νευρολογικά συμπτώματα-τρόμους, πονοκεφάλους, βραδεία ομιλία, γεροντικά συμπτώματα και εξασθενημένες νοητικές ικανότητες, 18 χρόνια μετά την παύση της έκθεσής τους στον υδράργυρο.

Ενήλικες έχουν αντιμετωπίσει διάφορα συμπτώματα, όπως παραισθήσεις οπτικές βλάβες, αταξία, κόπωση, τρόμο, ακουστικές βλάβες (κώφωση) και κώμα35α,36. Νευροπαθολογικές παρατηρήσεις σε εκτεθειμένα άτομα έχουν δείξει αμετάκλητες εγκεφαλικές βλάβες συμπεριλαμβανομένης της νευρωνικής νέκρωσης, του εγκεφαλικού οιδήματος, της γλοίωσης και της εγκεφαλικής ατροφίας36.

Παιδιά στο Ιράκ μετά από τροφική δηλητηρίαση (από μυκητιοκτόνα που περιέχουν μεθυλιωμένο υδράργυρο) παρουσίασαν οπτικές ακουστικές και γνωστικές διαταραχές, ως αποτέλεσμα βλάβης του Νευρικού Συστήματος35α,β.

Οι ατμοί υδραργύρου του αμαλγάματος διαπερνούν εύκολα την κυτταρική μεμβράνη και δεσμεύουν τις θειικές (SH, sulphydryl) ομάδες, με συνέπεια την αδρανοποίηση ενώσεων του θείου και τη “φραγή” ενζυμικών λειτουργιών, όπως για παράδειγμα με την κυστείνη και την διοξυγενάση, καταλήγοντας στην παραγωγή μεταβολιτών του θείου με ακραία τοξικότητα που ο οργανισμός δεν μπορεί να αποβάλλει.36-41.

Το θείο είναι απαραίτητο συστατικό των ενζύμων, των ορμονών, του νευρικού ιστού και αρκετών κυτταρικών πληθυσμών του αίματος. Αναστολή της οξείδωσης του θείου σε κυτταρικό επίπεδο έχει παρατηρηθεί σε πολλούς ασθενείς με χρόνιες εκφυλιστικές νόσους όπως η Parkinson, η Alzheimer, ο Λύκος, η ρευματοειδής αρθρίτιδα και άλλες και δείχνει να αποτελεί σημαντικό παράγοντα παρόμοιων καταστάσεων39-42.

Η ελάττωση του υδραργύρου με συνδυασμό και την αποτοξίνωση της βασικές θειικές τοξίνες στο ήπαρ με αποτέλεσμα να έχουμε τους τοξικούς μεταβολίτες και διαδοχικές νευρικές ζημίες με τον χρόνο40.

Ο υδράργυρος αναστέλλει επίσης τη μεταβολική δράση του μαγγανίου και την είσοδο ιόντων ασβεστίου μέσα στο κυτταρόπλασμα41. Η οξειδωτική πίεση και το οξειδωτικό stress (ROS) έχουν εμπλακεί επίσης σε νόσους όπως η Alzheimer και η Parkinson42-46.

Ο προγραμματισμένος κυτταρικός θάνατος είναι τεκμηριωμένο ότι αποτελεί ένα σημαντικό παράγοντα σε νευροεκφυλιστικές νόσους όπως τη νόσο του Alzheimer, την Σκλήρυνση κατά Πλάκας και την Parkinson47-50. Μερικοί παράγοντες που έχουν τεκμηριωθεί συμμετάσχουν στην απόπτωση των νευρώνων και των ανοσολογικών κυττάρων συμπεριλαμβανομένου του κινήτρου του ερεθισμού των κυτοκινών Όγκος Νέκρωσης Παράγων – άλφα (TNFa) (126).ενεργό οξειδωτικό είδος και οξειδωτικό στρες42-46, νιτρικό οξύ και υπεροξυνιτρική τοξικότητα44,51, διέγερση της τοξικότητας και λυπιδική υπεροξύδοση54,57, έξτρα ελεύθερα επίπεδα κυστεϊνης36,37,39,52, υπέρ τοξικότητα των γλουταμικών43,53, υπέρ τοξικότητα της ντοπαμίνης43,52, η παραγωγή της β- αμυλώδης56 αυξάνεται η συρροή της τοξικότητα του ασβεστίου41,45,53,56,57 και ο θρυμματισμός του DNA38,45,58,59 η μιτοχονδριακή δυσλειτουργία της μεμβράνης52,54.

Ομοσπονδιακή εταιρεία βρίσκεται πολύ κοντά στο να δώσει ακριβές νούμερο ως προς το μέγιστο ποσό της οργανικής ρυπαντικής ουσίας που μπορεί να υπάρξει στα ψάρια.

Άτομα στην Ιαπωνία που έφαγαν ψάρια με μεγάλες ποσότητες μεθύλίου του υδραργύρου είχαν την εμπειρία να δοκιμάσουν τα ίδια συμπτώματα. Παρόμοιες εμπειρίες παρουσίασαν άτομα Ιάπωνες που πέθαναν στον θαλάσσιο κόλπο της Μιναμάτα παρουσίασαν στις αυτοψίες παρόμοια συμπτώματα. Δηλαδή εγκεφαλικές αλλοιώσεις, ατροφία του εγκεφάλου, οίδημα και γλοιώσεις στις βαθύτερες ρωγμές του εγκεφάλου όπως είναι ο οπτικός φλοιός65.

Δηλητηρίαση από υδράργυρο έχει προξενήσει πάρα πολλά συμπτώματα τα τελευταία χρόνια στους ανθρώπους. Μεταξύ αυτών είναι τα εξείς: ALS, Parkison, σωματονευρικές παθήσεις, σύνδρομο κωπόσεως66-68 τελευταία στη Αμερική απεδείχθη ότι ο υδράργυρος παίζει ένα σπουδαίο ρόλο στην ασθένεια του Αυτισμού69,70.

Πάνω από δύο εκατομμύρια έχουν επηρεασθεί από τον αυτισμό, ένα νευροαναπτυσόμενο σύνδρομο, που παράγει την ανασφάλεια στην κοινονικότητα71-79.

Μηχανισμός

Οι μηχανισμοί με τους οποίους δρα ο υδράργυρος παράλληλα με άλλες τοξικές ουσίες αναφέρονται στις επόμενες παραγράφους.

Η Na(+), K(+)-ATPase είναι μια διαμεμβρανική πρωτεΐνη που μεταφέρει ιόντα νατρίου και καλίου στο εσωτερικό του κυττάρου κατά τη διάρκεια ενός κύκλου, που χρησιμοποιεί την ενέργεια που απελευθερώνεται από την υδρόλυση μορίων του ATP. Ο υδράργυρος αναστέλλει την λειτουργία της Na(+), K(+)-ATPase πρωτεΐνης.

Μελέτες έχουν δείξει ότι στον ορό ορισμένων ασθενών με τη νόσο του Alzheimer υπήρξε μία μείωση του ποσοστού του μαγνησίου, και μείωση της δραστηριότητας της Na(+)-K+ ATPase πρωτεΐνης στην μεμβράνη των ερυθρών αιμοσφαιρίων.

Η δραστηριότητα όλων των ελεύθερων-ριζών των σαρωτικών ενζύμων η συγκέντρωση της γλουταθιόνης της άλφα τοκοφερόλης η ικανότητα σύνδεσης σιδήρου και κυτταροπλασμίνης, ελλατώνεται σημαντικά σε ασθενείς με τη νόσο του Alzheimer, ενώ η συγκέντρωση των λιπιδίων του ορού καθώς και των προϊόντων της υπεροξύδωσης και του νιτρικού οξειδίου αυξάνονται.

Η αναστολή της δράσης της Na+-K+ ATPase πρωτεΐνης μπορεί να συμβάλλει στην αύξηση του ενδοκυτταρικού ασβεστίου τη μείωση του μαγνησίου, οδηγώντας 1) στην απενεργοποίηση του μηχανισμού μεταφοράς νευροδιαβιβαστών 2) στην νευρολογική εκφύλιση και την απόπτωση 3) στη μιτοχονδριακή δυσλειτουργία, 4) στην ελαττωματική λειτουργία των σωματίων Golgi και στην δυσλειτουργία επεξεργασίας πρωτεϊνών. Είναι τεκμηριωμένο Hugh Fudenberg 1970-1980 αναφορές στο παρών έγγραφο ότι ο υδράργυρος αποτελεί μια αιτία από τις παραπάνω καταστάσεις της Alzheimer.

Ατμοί υδραργύρου από τα σφραγίσματα των δοντιών των ανθρώπων διαπερνούν την κυτταρική μεμβράνη, ενώνονται με σουλφυδριλικές ομάδες – SH (sulphydryl) ενζύμων (κυστεϊνη δυοξυγενάση CDO, γ-γλουταμίλτρασπεπτιδάση CGC), με αποτέλεσμα την αναστολή της λειτουργίας αυτών, και επιπλέον παράγουν θειικούς μεταβολίτες με μεγάλη τοξικότητα που το σώμα είναι ανίκανο να αποβάλλει36-41.

Ο υδράργυρος έχει αποδειχθεί επίσης ότι προκαλεί κυτταροτοξικότητα και οξειδωτικό stress, αυξάνει την έκκριση βήτα-αμυλοϊδούς και προάγει την ανεπάρκεια ενεργού ψευδαργύρου σε ασθενείς με τη νόσο του Alzheimer’s, καθώς επίσης προκαλεί μείωση των επιπέδων λιθίου το οποίο προστατεύει τα εγκεφαλικά κύτταρα ενάντια στην περίσσεια του γλουταμικού οξέος.

Αυτές οι μελέτες61-63 εμπλέκουν σαφώς τον υδράργυρο ότι έχει τη δυνατότητα να προκαλέσει νευροεκφύλιση του κεντρικού νευρικού συστήματος σε επίπεδο που φτάνει τα 20 ppb.

Η υπεροξείδωση λιπιδίων που μπορεί να προκαλέσει ο υδράργυρος, αποτελεί ένα σημαντικό παράγοντα της νευροτοξικότητας ενώ οδηγεί σε μειωμένα επίπεδα υπεροξείδωσης της γλουταθιόνης και του υπεροξειδίου της δισμουτάσης.

Ψευδάργυρος

Πριν από 20 χρόνια, οι επιστήμονες ανέφεραν την σχέση μεταξύ του αργιλίου και της νόσου του Alzheimer. Τώρα, οι περισσότεροι δεν θεωρούν το αργίλιο ως ένα υπεύθυνο παράγοντα, αλλά πρόσφατες δημοσιεύσεις στο περιοδικό Science δείχνουν ότι ένα άλλο ορυκτό, ο ψευδάργυρος, ίσως να σχετίζεται με την νόσο. Υψηλά επίπεδα ψευδαργύρου στον εγκέφαλο αποτελούν πλέον χαρακτηριστικό της νόσου του Alzheimer.

Επιστήμονες γνώριζαν για πολλά χρόνια ότι μία μη ομαλή πρωτεΐνη που ονομάζεται beta Amyloid συσσωρεύετε στον εγκέφαλο των ανθρώπων που υποφέρουν από την ασθένεια του Alzheimer’s. Νωρίτερα οι επιστήμονες νόμιζαν ότι παίρνει χρόνια για να σχηματισθεί η beta amyloid, αλλά ο Dr. Rudolph Tanzi of the Massachusetts General Hospital, σχημάτισε σε δυο λεπτά beta amyloid μετά από την προσθήκη υψηλών δόσεων ψευδαργύρου στον ιστό του εγκεφάλου. Οι ιστοί του εγκεφάλου περιέχουν πολύ λίγη ποσότητα ψευδαργύρου.

Εγκέφαλοι ασθενών με την ασθένεια του Alzheimer’s (AD) με πολυάριθμα κοιτάσματα μιας ουσίας που ονομάζετε amyloid, είναι αβέβαιο ακόμη εις το εάν αυτή η ουσία του amyloid είναι η αιτία του θανάτου των εγκεφαλικών κυττάρων και η δυσλειτουργία της άνοιας, είναι τόσο χαρακτηριστική της ασθένειας που οποιαδήποτε ουσία προκαλεί την εναπόθεση στον εγκέφαλο την ασθένεια πρέπει να είναι πολύ κοντά ούτως ώστε να προκαλέσει την δυσλειτουργία.

Η κύρια χημική σύνθεσης της Alzheimer amyloid είναι μια μικρή πρωτεΐνη που ονομάζεται A-beta (Ab), που πρόσφατα περιγράφικε ως μια πολύ δυαλιτή χημική ουσία στα βιολογικά υγρά όπως το πλάσμα και ΕΝΥ. Εμείς έχουμε υιοθετήσει την προϋπόθεση ότι ο παράγοντας που προκαλεί την διαλυτότητα της ουσίας A-beta να είναι αδιάλυτος, μας δίδει λοιπόν σπουδαίες προϋποθέσεις ως προς το πια από τα πολλά συστήματα βρίσκεται πιο κοντά στον δρόμο που προκαλεί την ασθένεια. και προκαλεί την χαώδη κατάσταση του εγκέφαλο με Alzheimer Έχουμε διαπιστώσει ότι ο ψευδάργυρος ενώνεται πολύ έντονα με την A-beta, αλλά υπό την παρουσία υψηλοτέρων επιπέδων ψευδαργύρου που βρίσκονται σε κανονικό ανθρώπινο εγκέφαλο, η A-beta σχηματίζει γρήγορα amyloid.

Μη κανονικά επίπεδα ψευδαργύρου στον εγκέφαλο είναι ένα γνώρισμα χαρακτηριστικό του εγκεφάλου της ασθένειας του Alzheimer ( καθώς επίσης είναι και ένα χαρακτηριστικό του όρου Down syndrome που περιπλέκεται αμετάβλητα με την παθολογία του Alzheimer), είναι πιθανόν ένας ανώμαλος μεταβολισμός του ψευδαργύρου που συγκεντρώνει την A-beta στον αναταραγμένο εγκέφαλο.

Τμήμα έκτακτης ανάγκης

Τοξικότητα μόλυβδου

Εφαρμογή της θεραπείας χίλησης.
Η διάγνωση της τοξικότητας μολύβδου μπορεί να είναι δύσκολη.
Η αναιμία, παρουσία νευρολογικών και γαστρεντερικών δυσλειτουργιών πρέπει να οδηγεί τον ειδικό στην αναζήτηση πιθανής τοξικότητας από μόλυβδο.
Πιθανώς η τοξικότητα του μολύβδου στα παιδιά παρουσιάζει εγκεφαλοπάθεια.
Τα παιδιά είναι ιδιαίτερα ευαίσθητα στην τοξικότητα του μολύβδου.

Τα κοιλιακά συμπτώματα επιλύονται συνήθως μετά από την έναρξη της θεραπείας χήλισης αλλά μπορούν να εμείνουν περισσότερο από 15 εβδομάδες.

Τοξικότητα υδραργύρου

Οι περιπλοκές της τοξικότητας υδραργύρου είναι δοσοεξαρτώμενες και μορφοεξαρτώμενες..

Τα νευρολογικά ελλείμματα είναι κοινά σε οργανική τοξικότητα υδραργύρου.

Απολύμανση με τον ενεργοποιημένο ξυλάνθρακα. Η απολύμανση πρέπει να παρακρατήσει εάν είναι ανόργανη ένωσης. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η ανώτερη ενδοσκόπηση είναι υποδειγμένη για να απαριθμήσει την έκταση και να καθοδηγήσει την επόμενη θεραπεία.

Διάρροια ελέγχου. Διαχειριστείτε τη θεραπεία χίλησης.

Ποσότητα υδραργύρου που οδηγεί στην τοξικότητα: Ο μέσος όρος ποικίλει από την τοποθεσία και τη δίαιτα. Μπορεί να υπολογίζεται από 10 mcg έως περισσότερο από 500 mcg., και εξαρτάται κυρίως από την περιβαλλοντική μόλυνση. Βιομηχανικές πόλεις και αγροτικές περιοχές που βρίσκονται μεγάλες ποσότητες υδραργύρου έχουν την υψηλότερη μόλυνση. Ο μέσος όρος εισδοχής ημερησίως του υδραργύρου είναι πιθανόν 30 mcg έως 50 mcg.

Τα επίπεδα υδραργύρου στο αίμα θα πρέπει να είναι χαμηλότερα από .02 ppm, ενώ τα επίπεδα αυτού στα μαλλιά μπορεί να είναι υψηλότερα, της τάξης των 3-5 ppm. Περισσότερο από 5 ppm προκαλεί ανησυχία. Εάν ξεπερνά αυτά τα επίπεδα θα πρέπει να βρεθούν οι πηγές που αυξάνουν την ποσότητα του μετάλλου στον χώρο της εργασίας και να απομακρυνθούν.

Πρώτες βοήθειες για την τοξικότητα: Το γάλα ελλατώνει τις οξείες μορφές του υδραργύρου, προλαμβάνοντας οξεία ερεθίσματα στο γαστροεντερικό ιστό, όπως ο εμετός και οι αιμορραγίες.

Η πενικιλλαμίνη (Penicillamine) μπορεί να απορροφήσει τον υδράργυρο από την κυκλοφορία.. Η Διμερκαπρόλη (Dimercaprol (BAL) -όπως και το EDTA-, χρησιμοποιείται ως αντίδοτο.

Συμβουλές: Όπως με οποιαδήποτε παρόμοια κατάσταση από σκόπιμη κατάποση ή υπερβολική δόση, ο ασθενής παρευρίσκεται και παρακολουθείται από μία ελεγχόμενη μονάδα, από έναν ιατρό Τοξικολόγο και ένα Ψυχίατρο.

Συμβουλέψου ένα γαστρεντερολόγο την πιθανότητα παρουσίας διαβρωτικών ουσιών που επηρεάζουν το GI.

Ελάτε σε επαφή με ένα επικυρωμένο κέντρο ελέγχου δηλητηριάσεων ή έναν ιατρό τοξικολόγο.

Συμβουλευθείτε έναν γαστρεντερολόγο για την δυνατότητα διαβρωτικών αποτελεσμάτων.

Τοξικότητα αρσενικού

Οι επιπλοκές της δηλητηρίασης από το αρσενικό είναι κατά ένα μεγάλο μέρος νευρολογικές.

Η δριμύτητα των αρχικών συμπτωμάτων εμφανίζεται να συσχετίζεται με τη δριμύτητα των επιπλοκών.

Παρουσιάζει αρρυθμίες και υπόταση (σημαντικές απώλειες υγρών εμφανίζονται γενικά και απαιτούν ενυδάτωση). Γαστρικό πλύσιμο.

Εφαρμόστε την άρδευση εντέρου εάν τα ακτινογραφικά στοιχεία της τοξικότητας αρσενικού είναι παρόντα.

Η θεραπεία χίλησης με bal, DMSA, ή την δ-πενικιλλαμίνη είναι η πιο κατάλληλη έναντι της τοξικότητας του αρσενικού. Η αφαίρεση του στοιχείου και οι επιθετικές γαστρικές ενισχύσεις απολύμανσης στη μείωση της τρέχουσας απορρόφησης του αρσενικού. Η αιμοδιάλυση μπορεί να είναι ευεργετική.

Χίληση

Διαλύματα χορηγούμενα ενδοφλεβίως βοηθούν στην απομάκρυνση των τοξίνων βαριών μετάλλων. Το EDTA και το DMSA αποτελούν δύο από αυτά. Τέτοιου είδους θεραπείες έχουν αποδειχθεί αποτελεσματικές, αλλά και επιβλαβείς σε αρκετούς ασθενείς.

Σήμερα η εναλλακτική θεραπεία Χήλισης έχει αναπτυχθεί αρκετά, θεωρείται ασφαλέστερη από την παραδοσιακή ενδοφλέβια θεραπεία, βασίζεται σε τροφικές ουσίες που βοηθούν στην αποβολή των βαρέων μετάλλων από τον οργανισμό και στηρίζουν την υγεία του σώματος.

Η χίληση μπορεί να ολοκληρωθεί με τις θρεπτικές ουσίες, που προστατεύουν τον οργανισμό από τα βαριά μέταλλα.

Το μαγνήσιο προστατεύει τον οργανισμό από το αλουμίνιο.
Αμινοξέα, ασβέστιο, ιώδιο, βιταμίνη C ψευδάργυρος προστατεύουν τον οργανισμό από το αρσενικό.
Αμινοξέα ασβέστιο βιταμίνη C ψευδάργυρος προστατεύουν τον οργανισμό από το κάδμιο.
Τα αμινοξέα, το ασβέστιο, ο σίδηρος, η βιταμίνη C, η βιταμίνη Ε, και ο ψευδάργυρος προστατεύουν από το μόλυβδο.
Τα αμινοξέα, το σελήνιο και η βιταμίνη C προστατεύουν από τον υδράργυρο.
Βιταμίνη C, μολυβδαίνιο και θειούχα περιέχονται κυστεϊνη και ταυρίνη αμινοξέα, χαλκός.
Είναι ενδεδειγμένο να ληφθεί υπόψη η επιλογή συμπληρωμάτων αφότου ολοκληρωθεί η IV χίληση, ή η επιλογή ενός προγράμματος συντήρησης αφότου φθάσει ο οργανισμός στα επιθυμητά επίπεδα. Για την IV χίληση συστήνεται.
Φυσιολογική εξασθένιση εγκέφαλου και κεντρικού νευρικού συστήματος. Δομικές και λειτουργικές ανωμαλίες που συνδέονται με τις διάφορες τοξίνες βαριών μετάλλων.

  • Νευροϊνιδιακά τολύπια Aluminum
    Οπισθοβολβική νευρίτιδα- νευροπάθεια Aluminum, Arsenic, Thallium
    Εγκεφαλοπάθεια Aluminum, Arsenic, Lead, Thallium
    Αλλαγές στην ταχύτητα μετάδοσης Lead
    Μεταβολές στον νωτιαίο μυελό Thallium
    Συγκέντρωση στο Κ.Ν.Σ. Aluminum, Mercury Abnormal EEGs Arsenic, Lead
    Διαταραχές του Α.Ν.Σ. Copper, Lead, Mercury, Thallium
    Περιφερική νευροπάθεια Arsenic, Mercury
    Διαταραχές αισθητικότητας, παραισθησίες Arsenic, Mercury, Thallium.
  • Συμπέρασμα

    Αρχίζει να γίνεται κατανοητή η απειλή στην υγεία από τις τοξίνες βαριών μετάλλων. Εντούτοις η τοξικότητα βαριών μετάλλων είναι ένας όρος που συχνά παραβλέπεται στην παραδοσιακή ιατρική διάγνωση. Ενώ είναι σπάνιο για ένα άτομο να οδηγηθεί σε μια νόσο καθαρά από πρόκληση τοξινών βαρειών μετάλλων εντούτοις είναι λογικό να συναχθεί το συμπέρασμα ότι αυτές οι τοξίνες ασκούν μια δραματική επίδραση στην υγεία ενός ατόμου και συμβάλλουν στην πρόοδο πολλών διαφορετικών νοσηρών καταστάσεων.

    Έχουμε δει πόσο ακριβώς 5 βαριά μέταλλα και οι αντίστοιχες ενώσεις τους μπορούν να έχουν επιπτώσεις στην υγεία ενός ατόμου.

    Η τοξικότητα βαριών μετάλλων είναι συχνά το αποτέλεσμα της μακροπρόθεσμης έκθεσης χαμηλών επιπέδων στους ρύπους της ατμόσφαιρας. Η έκθεση στα τοξικά μέταλλα συνδέεται με πολλές χρόνιες παθήσεις. Αποτελέσματα προσφάτων ερευνών έδειξαν ότι χαμηλά επίπεδα αργιλίου και αρσενικού καδμίου υδραργύρου μόλυβδου μπορούν να προκαλέσουν μια ευρεία ποικιλία προβλημάτων υγείας.

    Εάν δεν ανιχνευτούν αυτοί οι παράγοντες, μπορούν να προκαλέσουν ανυπολόγιστο πόνο και διαταραχή της υγείας.

    ——————————————————————————–

    ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Perl, D.P. and Brody, A.R. Alzheimer’s disease: X-ray spectrometric evidence of aluminum accumulation in neurofibrillary tangle-bearing neurons. Science 208, 1980: 297-299.
    ATSDR (Agency for Toxic Substances and Disease Registry). Toxicological Profile for Aluminum. Agency for Toxic Substances and Disease Registry, U.S.Public Health Service, Atlanta, 1990. GA ATSDR/TP-88/01.
    ATSDR 1989a; Brenner and Snyder 1980.
    U.S. EPA. Health Assessment Document for Arsenic. Office of Health and Environmental Assessment, Environmental Criteria and Assessment Office, Research Triangle Park, NC. 1984. EPA 600/8-32-021F.
    Morton, W.E.; Caron, G.A. Encephalopathy: an uncommon manifestation of workplace arsenic poisoning? Am. J. Ind. Med. 1989. 15:1-5.
    Berkum, M.F.A. Aluminum: a role in degenerative brain disease associated with neurofibrillary degeneration” Progress in Brain Research 70 1986: 399-409. Blom, S.; Lagerkvist, B.; Linderholm, H. 1985.
    Kyle, R.A.; Pease, G.L. Hematologic aspects of arsenic intoxication. New Eng. J. Med. 273(1) 1965:18-23.
    U.S. EPA. Drinking Water Criteria Document for Copper. Prepared by the Office of Health and Environmental Assessment, Environmental Criteria and Assessment Office, Cincinnati, OH, for the Office of Drinking Water, Washington, DC. 1987. ECAO-CIN-417.
    U.S. AF (U.S. Air Force). Copper. In: The Installation Program Toxicology Guide, Vol. 5. Wright-Patterson Air Force Base, Ohio 1990, pp. 77(1-43).
    ATSDR (Agency for Toxic Substances and Disease Registry). Toxicological Profile for Copper. Prepared by Syracuse Research Corporation for ATSDR, U.S. Public Health Service under Contract 1990a 88-0608-2. ATSDR/TP-90-08.
    Goyer, R.A. Toxic effects of metals. In: M.O. Amdur, J. Doull and C.D. Klaasen, Eds., Casarett and Doull’s Toxicology, 4th ed. Pergamon Press, New York, NY 1991a., p. 653-655.
    ATSDR (Agency for Toxic Substances and disease Registry). Toxicological Profile for Lead. Update. Prepared by Clement International Corporation 1993.
    ATSDR, U.S. Public Health Service, Atlanta, GA.
    RAIS Toxicity Profile for Lead. December 1994. http://risk.lsd.ornl.gov/tox/profiles/lead.shtml.
    U.S. EPA. Health Assessment Document for Arsenic. Office of Health and Environmental Assessment, Environmental Criteria and Assessment Office, Research Triangle Park, NC. 1984. EPA 600/8-32-021F.
    U.S. Environmental Protection Agency (EPA). Lead effects on cardiovascular function, early development, and stature: an addendum to EPA Air Quality Criteria for Lead (1986). In: Air Quality Criteria for Lead, Vol. I. Environmental Criteria and Assessment Office, Research Triangle Park, NC. 1986. EPA-600/8-83/028aF. Available from NTIS, Springfield, VA; PB87-142378. pp. A1-67.
    ATSDR 1993; US EPA 1986a). Schroeder and Hawk (1986) Burchfield et al. (1980) Otto et al. (1981 1982) and Munoz et al. (1993) Vimpani et al. (1989) McMichael et al. (1988) and Wigg et al. (1988) White et al. 1993.
    Ehle, A.L.; McKee, D.C. Neuropsychological effect of lead in occupationally exposed workers: a critical review. Crit. Rev. Toxicol. 1990, 20:237-255.
    Goyer, R.A. Lead. In: Handbook on Toxicity of Inorganic Compounds. H.G. Seiler and H. Sigel, eds. Marcel Dekker, Inc.: New York, 1988, pp. 359-382.
    U.S. Environmental Protection Agency (EPA). Lead effects on cardiovascular function, early development, and stature: an addendum to EPA Air Quality Criteria for Lead. In: Air Quality Criteria for Lead, Vol. I. Environmental Criteria and Assessment Office, Research Triangle Park, NC. EPA-600/8-83/028aF. Available from NTIS, Springfield, VA (1986); PB87-142378. pp. A1-67.
    Bellinger, D.; Leviton, A.; Sloman, J. Antecedents and correlates of improved cognitive performance in children exposed in utero to low levels of lead. Environ. Health Perspect 1990. 89:5-11.
    Bellinger, D.C.; Stiles, K.M.; Needleman, H.L. Low-level lead exposure, intelligence and academic achievement: A long-term follow-up study. Pediatrics 1992. 90:855-561.
    ATSDR Toxicological Profile for Arsenic. Agency for Toxic Substances and Disease Registry, U.S. Public Health Service, Atlanta, 1989, GA. ATSDR/TP-88/02
    Goyer, R. Toxic effects of metals. In: Amdur, M.O., J.D. Doull and C.D. Klassen, Eds. Casarett and Doull’s Toxicology. 4th ed. Pergamon Press, New York 1991b. pp. 623-680
    Friberg, L. and F. Nordberg. Inorganic mercury-a toxicological and epidemiological appraisal. In: Miller, M.W. and T.W. Clarkson, eds. Mercury, mercurials and mercaptans. Charles C. Thomas Co., Springfield, Il. 1973. pp. 5-22
    Dutczak, W.; T.W.; Clarkson, and N. Ballatori. Biliary-hepatic recycling of a xenobiotic: gallbladder absorption of methyl mercury. Amer. J. Physiol. 1991. 260: G873-G880.
    Petersson, K.,L. Dock, K. Soderling and M. Vahter. Distribution of mercury in rabbits subchronically exposed to low levels of radiolabeled methyl mercury. Pharmacol. Toxicol. 68, 1991: 464-468.
    ATSDR 1989; Blom et al. 1985; Feldman et al. 1979; Heyman et al. 1956; Hine et al. 1977; Langerkvist et al. 1986; Morton and Caron 1989). (Blom et al. 1985; Kyle and Pease 1965; Morton and Caron 1989).
    Davis, L.E., J.R. Wands, S.A. Weiss, et al. Central nervous intoxication from mercurous chloride laxatives-quantitative, histochemical and ultrastructure studies. Arch. Neurol. 30, 1974: 428-431.
    Goyer. R. Toxic effects of metals. In: Amdur, M.O., J.D. Doull and C.D. Klassen, Eds. Casarett and Doull’s Toxicology. 4th ed. Pergamon Press, New York, 1991b. pp.623-680.
    Clarkson, T.W. Mercury. J. Am. Coll. Toxicol. 8, 1989:1291-1295.
    Fawer, R.F., Y. De Ribaupierre, M.P. Guillemin, M. Berode, and M. Lob. Measurement of hand tremor induced by industrial exposure to metallic mercury. Br. J. Indust. Med. 40, 1983: 204-208.
    Piikivi, L., and H. Hanninen. Subjective symptoms and psychological performance of chlorine-alkali workers. Scand. J. Work Environ. Health 15, 1989: 69-74
    Ngim, C.H., S.C. Foo, K.W. Boey, and J. Jeyaratnam.. Chronic neurobehavioral effects of elemental mercury in dentists. Br. J. Ind. Med. 49, 1992: 782-790.
    Kishi, R., R. Doi, Y. Fukuchi, H. Satoh, T. Satoh, A. Ono, et al. Subjective symptoms and neurobehavioral performances of ex-mercury miners at an average of 18 years after the cessation of chronic exposure to mercury vapor. Environ. Res. 62, 1993.: 289-302.
    (a) Bakir F., S.F. Kamluji, L. Amin-Zaki, et al. Methylmercury poisoning in Iraq. Science 181, 1973: 230-241.
    (a) Markovich et al, “Heavy metals (Hg,Cd) inhibit the activity of the liver and kidney sulfate transporter Sat 1″, Toxicol Appl Pharmacol, 1999,154(2):181 7;
    (b) S.A.McFadden, “Xenobiotic metabolism and adverse environmental response: sulfur-dependent detox pathways”, Toxicology, 1996, 111(1-3):43-65;
    (c) S.C. Langley-Evans et al, “SO2: a potent glutathione depleting agent”, Comp Biochem Physiol Pharmocol Toxicol Endocrinol, 114(2):89-98;
    (d) Alberti A, Pirrone P, Elia M, Waring RH, Romano C. Sulphation deficit in “low-functioning” autistic children. Biol Psychiatry 1999, 46(3):420-4.
    (a) Quig D, Doctors Data Lab,”Cysteine metabolism and metal toxicity”, Altern Med Rev, 1998;3:4, p 262 270;
    (b) J. de Ceaurriz et al. Role of gamma glutamyltraspeptidase (GGC) and extracellular glutathione in dissipation of inorganic mercury”, J Appl Toxicol,1994, 14(3): 201;
    W.O. Berndt et al. “Renal glutathione and mercury uptake”, Fundam Appl Toxicol, 1985, 5(5):832 9;
    Zalups RK, Barfuss DW. Accumulation and handling of inorganic mercury in the kidney after coadministration with glutathione. J Toxicol Environ Health, 1995, 44(4): 385-99;
    T.W. Clarkson et al. “Billiary secretion of glutathione metal complexes”, Fundam Appl Toxicol, 1985, 5(5):816 31;
    M. Aschner et al. “Metallothionein induction in fetal rat brain by in utero exposure to elemental mercury vapor”, Brain Research, 1997, dec 5, 778(1):222-32;
    Aschner M, Rising L, Mullaney KJ. Differential sensitivity of neonatal rat astrocyte cultures to mercuric chloride (MC) and methylmercury (MeHg): studies on K+ and amino acid transport and metallothionein (MT) induction. Neurotoxicology. 1996 Spring;17(1):107-16.
    T.V. O’Halloran. “Transition metals in control of gene expression”, Science, 1993, 261(5122):715-25;
    Matts RL, Schatz JR, Hurst R, Kagen R. Toxic heavy metal ions inhibit reduction of disulfide bonds. J Biol Chem 1991; 266(19): 12695-702;
    Boot JH. Effects of SH-blocking compounds on the energy metabolism in isolated rat hepatocytes.Cell Struct Funct 1995; 20(3): 233-8;
    Baauweegers HG, Troost D. Localization of metallothionein in the mammilian central nervous system. Biol Signals 1994, 3:181-7.
    (a) Wilkinson LJ, Waring RH. Cysteine dioxygenase: modulation of expression in human cell lines by cytokines and control of sulphate production. Toxicol In Vitro. 2002 Aug;16(4):481-3;
    (b) C.M. Tanner et al. “Abnormal Liver Enzyme Metabolism in Parkinson’s”. Neurology, 1991, 41(5): Suppl 2, 89-92;
    M.T. Heafield et al. “Plasma cysteine and sulphate levels in patients with Motor neurone disease, Parkinson’s Disease, and Alzheimer’s's Disease”, Neurosci Lett, 1990, 110(1 2), 216, 20;
    A. Pean et al, “Pathways of cysteine metabolism in MND/ALS”, J Neurol Sci, 1994, 124, Suppl:59-61;
    Steventon G.B, et al. Xenobiotic metabolism in motor neuron disease, The Lancet, Sept 17 1988, p 644-47; & Neurology 1990, 40:1095-9 .
    C. Gordon et al. “Abnormal sulphur oxidation in systemic lupus erythrmatosus (SLE)”, Lancet, 1992, 339:8784, 25-6;
    P. Emory et al. “Poor sulphoxidation in patients with rheumatoid arthitis”, Ann Rheum Dis, 1992, 51:3,318-20;
    Bradley H, et al. Sulfate metabolism is abnormal in patients with rheumatoid arthritis. Confirmation by in vivo biochemical findings. J Rheumatol. 1994 Jul; 21(7):1192-6;
    T.L. Perry et al. “Hallevorden-Spatz Disease: cysteine accumulation and cysteine dioxygenase defieciency”, Ann Neural, 1985, 18(4):482-489.
    A.J. Freitas et al. “Effects of Hg2+ and CH3Hg+ on Ca2+ fluxes in the rat brain”. Brain Research, 1996, 738(2): 257-64;
    P.R. Yallapragoda et al,”Inhibition of calcium transport by Hg salts” in rat cerebellum and cerebral cortex”. J Appl toxicol, 1996, 164(4):325-30;
    E.Chavez et al. “Mitochondrial calcium release by Hg+2″,J Biol Chem, 1988, 263:8, 3582;
    A. Szucs et al. Effects of inorganic mercury and methylmercury on the ionic currents of cultured rat hippocampal neurons. Cell Mol Neurobiol, 1997, 17(3):273-8;
    D. Busselberg. 1995, “Calcium channels as target sites of heavy metals”, Toxicol Lett, Dec; 82 83:255 61; & Cell Mol Neurobiol 1994 Dec;14(6):675 87;
    Rossi AD, et al. Modifications of Ca2+ signaling by inorganic mercury in PC12 cells. FASEB J 1993, 7:1507-14.
    A. Nicole et al. “Direct evidence for glutathione as mediator of apoptosis in neuronal cells”, Biomed Pharmacother, 1998; 52(9):349-55;
    J.P.Spencer et al. “Cysteine & GSH in PD”, mechanisms involving ROS”, J Neurochem, 1998, 71(5):2112-22
    J.S. Bains et al. “Neurodegenerative disorders in humans and role of glutathione in oxidative stress mediated neuronal death”, Brain Res Rev, 1997, 25(3):335-58;
    Bains et al, “Neurodegenerative disorders in humans and role of glutathione in oxidative stress mediated neuronal death”, Brain Res Rev, 1997, 25(3):335-58.
    (a) S. Hussain et al. “Mercuric chloride induced reactive oxygen species and its effect on antioxidant enzymes in different regions of rat brain”. J Environ Sci Health B 1997 May; 32(3):395-409;
    P. Bulat. “Activity of Gpx and SOD in workers occupationally exposed to mercury”. Arch Occup Environ Health, 1998, Sept, 71 Suppl:S37-9;
    Stohs SJ, Bagchi D. Oxidative mechanisms in the toxicity of metal ions. Free Radic Biol Med 1995; 18(2): 321-36;
    D. Jay, “Glutathione inhibits SOD activity of Hg”, Arch Inst cardiol Mex, 1998,68(6):457-61.
    (b) S.Tan et al. “Oxidative stress induces programmed cell death in neuronal cells”, J Neurochem, 1998, 71(1):95-105;
    Matsuda T, Takuma K, Lee E, et al. Apoptosis of astroglial cells [Article in Japanese] Nippon Yakurigaku Zasshi. 1998 Oct;112 Suppl 1:24P;
    Lee YW, Ha MS, Kim YK. Role of reactive oxygen species and glutathione in inorganic mercury-induced injury in human glioma cells. Neurochem Res. 2001 Nov;26(11):1187-93;
    (c) Ho PI, Ortiz D, Rogers E, Shea TB. Multiple aspects of homocysteine neurotoxicity: glutamate excitotoxicity, kinase hyperactivation and DNA damage. J Neurosci Res. 2002 Dec 1;70(5):694-702.
    (a) Knapp LT; Klann E. Superoxide induced stimulation of protein kinase C via thiol modification and modulation of zinc content. J Biol Chem 2000 May 22;
    P. Jenner. “Oxidative mechanisms in PD”, Mov Disord, 1998; 13(Supp1):24-34;
    Offen D, et al;. Antibodies from ALS patients inhibit dopamine release mediated by L-type calcium channels. Neurology 1998 Oct;51(4):1100-3.
    (b) B. Rajanna et al, “Modulation of protein kinase C by heavy metals”, Toxicol Lett, 1995, 81(2-3):197-203:
    A.Badou et al. “HgCl2-induced IL-4 gene expression in T cells involves a protein kinase C-dependent calcium influx through L-type calcium channels”. J Biol Chem. 1997 Dec 19;272(51):32411-8;
    D.B.Veprintsev. 1996, Institute for Biological Instrumentation, Russian Academy of Sciences, Pb2+ and Hg2+ binding to alpha lactalbumin”. Biochem Mol Biol Int 1996 Aug; 39(6):1255-65;
    M.J. McCabe. University of Rochester School of Medicine & Dentistry, 2002, Mechanisms of Immunomodulation by Metals, www2.envmed.rochester.edu/envmed/TOX/faculty/mccabe.html;
    (b) Ho PI, Ortiz D, Rogers E, Shea TB. Multiple aspects of homocysteine neurotoxicity: glutamate excitotoxicity, kinase hyperactivation and DNA damage. J Neurosci Res. 2002 Dec 1;70(5):694-702;
    Kang JH, Eum WS. Enhanced oxidative damage by the familial amyotrophic lateral sclerosis associated Cu, Zn superoxide dismustase mutants. Biochem Biophys Acta 2000 Dec 15;1524(2 3):162-70;
    (b) JH, Eum WS. Enhanced oxidative damage by the familial amyotrophic lateral sclerosis associated Cu, Zn superoxide dismustase mutants. Biochem Biophys Acta 2000 Dec 15; 1524(2 3): 162-70;
    (c) Liu H, Zhu H, Eggers DK, Nersissian AM, Faull KF, Goto JJ, Ai J, Sanders Loehr J, Gralla EB, Valentine JS. Copper(2+) binding to the surface residue cysteine 111 of His46Arg human copper zinc superoxide dismustase, a familial amyotrophic lateral sclerosis mutant. Biochemistry 2000 Jul 18;39(28):8125-32;
    (d) Wong PC, Gitlin JD; et al. Copper chaperone for superoxide dismustase is essential to activate mammalian Cu/Zn superoxide dismustase. Proc Natl Acad Sci USA 2000 Mar 14;97(6):2886-91;
    (e) Kruman II, Pedersen WA, Springer JE, Mattson MP. ALS linked Cu/Zn SOD mutation increases vulnerability of motor neurons to excitotoxicity by a mechanism involving increased oxidative stress and perturbed calcium homeostasis. Exp Neurol 1999 Nov; 160(1):28-39.
    Mottet, N. K., C.-M. Shaw, and T. M. Bubacher. Health risks from increases in methylmercury exposure. Environ. Health Perspect. 63, 1985: 133-140.
    Heyman, A.; Pfeiffer, J.B.; Willett, R.W.; Taylor, H.M. Peripheral neuropathy caused by arsenical intoxication. New England J. Med. 254(9), 1956: 401.
    Perl, D.P. and Brody, A.R. Alzheimer’s disease: X-ray spectrometric evidence of aluminum accumulation in neurofibrillary tangle-bearing neurons. Science 208, 1980.: 297-299.
    Shore, D. and R.J. Wyatt. Aluminum and Alzheimer’s disease. J. Nerv. Ment. Dis. 171, 1983: 553-558.
    Guermonprez L, Ducrocq C, Gaudry-Talarmain YM. Inhibition of acetylcholine synthesis and tyrosine nitration induced by peroxynitrite are differentially prevented by antioxidants. Mol Pharmacol 2001 Oct;60(4):838-46;
    Mahboob M, Shireen KF, Atkinson A, Khan AT. Lipid peroxidation and antioxidant enzyme activity in different organs of mice exposed to low level of mercury. J Environ Sci Health B. 2001 Sep;36(5):687-97.
    (d) de. Li H, Shen XM, Dryhurst G. Brain mitochondria catalyze the oxidation of 7-(2-aminoethyl)-3,4-dihydro-5-hydroxy-2H-1,4-benzothiazine-3-carboxyli c acid (DHBT-1) to intermediates that irreversibly inhibit complex I and scavenge glutathione: potential relevance to the pathogenesis of Parkinson’s disease. J Neurochem. 1998 Nov; 71(5):2049-62;
    (e) Araragi S, Sato M. et al. Mercuric chloride induces apoptosis via mitochondrial-dependent pathway in human leukemia cells. Toxicology. 2003 Feb 14;184(1):1-9.
    (c) P.Froissard et al. Universite de Caen, “Role of glutathione metabolism in the glutamate-induced programmed cell death of neuronal cells”. Eur J Pharmacol, 1997, 236(1): 93-99;
    (d) Kim P, Choi BH. “Selective inhibition of glutamate uptake by mercury in cultured mouse astrocytes”, Yonsei Med J 1995; 36(3): 299-305; & Brookes N. In vitro evidence for the role of glutatmate in the CNS toxicity of mercury. Toxicology 1992, 76(3):245-56;
    Albrecht J, Matyja E. Glutamate: a potential mediator of inorganic mercury toxicity. Metab Brain Dis 1996; 11:175-84;
    (e) Tirosh O, Sen CK, Roy S, Packer L. Cellular and mitochondrial changes in glutamate-induced HT4 neuronal cell death Neuroscience. 2000;97(3):531-41;
    Cookson MR, Shaw PJ. Oxidative stress and motor neurons disease. Brain Pathol 1999 Jan;9(1):165-86.
    Doble A. The role of excitotoxicity in neurodegenerative disease: implications for therapy. Pharmacol Ther 1999 Mar;81(3):163-221;
    Urushitani M, Shimohama S. N methyl D aspartate receptor mediated mitochondrial Ca(2+) overload in acute excitotoxic motor neuron death: a mechanism distinct from chronic neurotoxicity after Ca(2+) influx. J Neurosci Res 2001 Mar 1;63(5):377-87;
    Cookson MR, Shaw PJ. Oxidative stress and motor neurons disease. Brain Pathol 1999 Jan;9(1):165-86.
    (a) L. Bucio et al. Uptake, cellular distribution and DNA damage produced by mercuric chloride in a human fetal hepatic cell line. Mutat Res 1999 Jan 25;423(1 2):65-72;
    (b) Ho PI, Ortiz D, Rogers E, Shea TB. Multiple aspects of homocysteine neurotoxicity: glutamate excitotoxicity, kinase hyperactivation and DNA damage. J Neurosci Res. 2002 Dec 1;70(5):694-702;
    (c) Snyder RD; Lachmann PJ; Thiol involvement in the inhibition of DNA repair by metals in mammalian cells. Source Mol Toxicol, 1989 Apr Jun, 2:2, 117-28;
    L. Verschaeve et al. “Comparative in vitro cytogenetic studies in mercury-exposed human lymphocytes”, Muta Res, 1985, 157(2-3):221-6;
    L.Verschaeve. “Genetic damage induced by low level mercury exposure”. Envir Res,12:306-10,1976.
    Olivieri G; Brack C; Muller Spahn F; Stahelin HB; Herrmann M; Renard P; Brockhaus M; Hock C. Mercury induces cell cytotoxicity and oxidative stress and increases beta amyloid secretion and tau phosphorylation in SHSY5Y neuroblastoma cells. J Neurochem 2000 Jan;74(1):231-6;
    (b) Tabner BJ, Turnbull S, El-Agnaf OM, Allsop D. Formation of hydrogen peroxide and hydroxyl radicals from A(beta) and alpha-synuclein as a possible mechanism of cell death in Alzheimer’s disease and Parkinson’s disease. Free Radic Biol Med. 2002 Jun 1;32(11):1076-83;
    (c) Ho PI, Collins SC, et al; Homocysteine potentiates beta-amyloid neurotoxicity: role of oxidative stress. J Neurochem. 2001 Jul;78(2):249-53.
    Appel SH, Beers D, Siklos L, Engelhardt JI, Mosier DR. Calcium: the Darth Vader of ALS. Amyotroph Lateral Scler Other Motor Neuron Disord 2001 Mar;2 Suppl 1:S47-54.
    Babich et al. The mediation of mutagenicity and clastogenicity of heavy metals by physiochemical factors. Environ Res., 1985:37;253 286;
    K. Hansen et al. A survey of metal induced mutagenicity in vitro and in vivo. J Amer Coll Toxicol, 1984:3;381 430;
    Rodgers JS, Hocker JR, et al. Mercuric ion inhibition of eukaryotic transcription factor binding to DNA. Biochem Pharmacol. 2001 Jun 15;61(12):1543-50.
    Kim SH, Johnson VJ, Sharma RP. Mercury inhibits nitric oxide production but activates proinflammatory cytokine expression in murine macrophage: differential modulation of NF-kappaB and p38 MAPK signaling pathways. Nitric Oxide. 2002 Aug;7(1):67-74;
    Dastych J, Metcalfe DD et al, Murine mast cells exposed to mercuric chloride release granule-associated N-acetyl-beta-D-hexosaminidase and secrete IL-4 and TNF-alpha. J Allergy Clin Immunol. 1999 Jun;103(6):1108-14.
    (c) Tortarolo M, Veglianese P, et al, Persistent activation of p38 mitogen-activated protein kinase in a mouse model of familial amyotrophic lateral sclerosis correlates with disease progression. Mol Cell Neurosci. 2003 Jun;23(2):180-92.
    Dales, L.G. The Neurotoxicity of alkyl mercury compounds. Am. J. of Med. 53, 1972.: 219-232.
    Mottet, N. K., C.-M. Shaw, and T. M. Bubacher. Health risks from increases in methylmercury exposure. Environ. Health Perspect. 63, 1985: 133-140.
    Shore, D. and R.J. Wyatt. Aluminum and Alzheimer’s disease. J. Nerv. Ment. Dis. 171, 1983:553-558.
    Stokinger, H.E. Copper. In: G.D. Clayton and E. Clayton, Eds, Patty’s Industrial Hygiene and Toxicology, Vol. 2A. John Wiley & Sons, New York, NY, pp. 1981. 1620-1630.
    Otto, D.A., V.A. Benignus, K.E. Muller and C.N. Barton. Effects of age and body lead burden on CNS function in young children. I. Slow cortical potentials. Electroencephalogr. Clin. Neurophysiol. 52 1981: 229-239.
    Amin-Zaki, L., S. Elhassani, M.A. Majeed, T.W. Clarkson, R.A. Doherty and M. Greenwood. Intra-uterine methylmercury poisoning. Pediatrics 54 1974:587-595.
    Matsumoto, H., Koya, G., and Takeuchi, T. Fetal Minamata Disease. J. Neuropath. Exp. Neurol. 24, 1965:563.
    Langerkvist, B., Linderholm, H., and Nordberg, G.F. Vasopastic tendency and Raynaud’s Phenomenon in smelter workers exposed to arsenic. Environ. Res. 39, 1986: 465-474.
    IARC (International Agency for Research on Cancer. Some metals and metallic compounds. IARC Monographs on the Evaluation of Carcinogenic Risks to Humans, vol. 23, 1980. Geneva.
    IARC (International Agency for Research on Cancer (IARC). Overall Evaluations of Carcinogenicity: an Updating of IARC Monographs Volumes 1 to 42. IARC Monographs on the Evaluation of Carcinogenic Risks to Humans, supplement 7, 1987. Geneva.
    Takeuchi, T. In: Minamata Disease (M. Kutsama Ed.), Kumamoto Univ. Press, Kumamoto, Japan 1968. pp141-228.
    Amin-Zaki, L., S. Elhassani, M.A. Majeed, T. W. Clarkson, R.A. Doherty and M. Greenwood. Intra-uterine methylmercury poisoning. Pediatrics 54 1974: 587-595.
    Matsumoto, H., Koya, G., and Takeuchi, T. Fetal Minamata Disease. J. Neuropath. Exp. Neurol. 24, 1965: 563.
    Adams, C.R., Ziegler, D.K., and Lin, J.T. Mercury intoxication simulating Amyotrophic Lateral Sclerosis. JAMA 250, 1983: 642-643.
    Bernard, S., Enayati, A., Redwood, L., and Bistock, T. 2000. Autism: A novel form of mercury poisoning. The Aurtism Research Institute http://www.autism.com/ari/mercury.html.
    J.C.Veltman et al. “Alterations of heme, cytochrome P-450, and steroid metabolism by mercury in rat adrenal gland”, Arch Biochem Biophys, 1986, 248(2):467-78.
    A.G. Riedl et al. Neurodegenerative Disease Research Center, King’s College,UK, “P450 and hemeoxygenase enzymes in the basal ganglia and their role’s in Parkinson’s disease”. Adv Neurol, 1999; 80:271-86;
    Alfred V. Zamm. Dental Mercury: A Factor that Aggravates and Induces Xenobiotic Intolerance. J. Orthmol. Med. v6#2 pp67-77 (1991).
    C.H. Ngim et al. Neuroepidemiology,”Epidemiologic study on the association between body burden mercury level and idiopathic Parkinson’s disease”, 1989, 8(3):128-41.
    Pendergrass JC, Haley BE. Univ. of Kentucky Dept. of Chemistry ” The Toxic Effects of Mercury on CNS Proteins: Similarity to Observations in Alzheimer’s Disease”, IAOMT Symposium paper, March 1997 & “Mercury Vapor Inhaltion Inhibits Binding of GTP-Similarity to Lesions in Alzheimers Diseased Brains”, Neurotoxicology 1997, 18(2): 315-24; & Met Ions Biol Syst, 1997, 34:461.
    Palkiewicz P, Zwiers H, Lorscheider FL; ADP Ribosylation of Brain Neuronal Proteins Is Altered by In Vitro and In Vivo Exposure to Inorganic Mercury. Journal of Neurochemistry. 62(5):2049 2052, 1994 May.
    Munch G; Gerlach M; Sian J; Wong A; Riederer P. Advanced glycation end products in neurodegeneration more than early markers of oxidative stress? Ann Neurol 1998 Sep;44(3 Suppl 1):S85-8.
    Olanow CW, Arendash GW. Metals and free radicals in neurodegeneration. Curr Opin Neurol 1994, 7(6):548- 58;
    Kasarskis EJ (MD). Metallothionein in ALS Motor Neurons (IRB #91-22026), FEDRIP DATABASE, National Technical Information Service (NTIS), ID: FEDRIP/1999/07802766.
  • Παλαιότερα
    είχα κάνει μια δημοσίευση για μια μελέτη που είχα βρει στην οποία δόθηκε ένεση β-αμυλοειδούς (πρωτεΐνη που προκαλεί το Αλτσχάιμερ) σε εγκεφάλους ποντικιών και παρατηρήθηκε ότι τα ποντίκια εμφάνισαν την ασθένεια.
    Είναι από πολλούς στον επιστημονικό χώρο αναγνωρισμένο ότι όλες οι αμυλοειδωτικές παθήσεις (όταν μια πρωτεΐνη διπλώνεται λάθος ώστε να τροποποιεί κι άλλες και προκαλεί ασθένεια λέγεται αμυλοειδές) είναι μεταδόσιμες, τουλάχιστον στο εργαστήριο. Το γνωστότερο τέτοιο παράδειγμα είναι η νόσος Κρόιτσφελντ-Γιάκομπ και λοιπές μεταδόσιμες σπογγώδεις εγκεφαλοπάθειες που μεταδίδονται και σε φυσικό περιβάλλον. Έως τώρα δεν είμαστε σίγουροι για την πιθανότητα και το βαθμό μετάδοσης άλλων παρόμοιων παθήσεων σε φυσικές συνθήκες. Αν όμως κάτι τέτοιο ισχύει, τότε μεγάλο μέρος του πληθυσμού κινδυνεύει.
    Βρήκα λοιπόν άλλες δύο μελέτες που κάνουν το θέμα ακόμα πιο ανησυχητικό.
    Στην πρώτη
    αποδεικνύεται ότι η νόσος του Αλτσχάιμερ μπορεί να μεταδοθεί με μεταγγίσεις αίματος, όπως γίνεται και με τη νέα παραλλαγή της νόσου Κρόιτσφελντ-Γιάκομπ.
    Στη δεύτερη
    και πιο ανησυχητική, ποντίκια ούτε γενετικά τροποποιημένα ούτε προδιατεθημένα με οποιονδήποτε τρόπο στην εμφάνιση ασθένειας παρόμοιας με Αλτσχάιμερ εμφάνισαν τη νόσο ύστερα από ένεσή τους με λοιμογόνο υλικό. Η ομάδα που ενέθηκε την εμφάνιση, η ομάδα ελέγχου όχι. Το ενδιαφέρον ήταν ότι οι πρωτεϊνικές συσσωματώσεις και οι αλλοιώσεις του εγκεφαλικού ιστού δεν ήταν περιορισμένες μόνο στο σημείο της ένεσης, αλλ’εξαπλώθηκαν και σ’άλλα μέρη του εγκεφάλου, όπως θα γινόταν με κάποια σπογγώδη εγκεφαλοπάθεια. Όπως έλεγε και η ίδια η μελέτη, το Αλτσχάιμερ συμπεριφέρεται ως πρίον.

    Αυτό που αποδεικνύουν οι μελέτες και αυτά που θ’αποκαλύψει η συνεχιζόμενη έρευνα σημαίνουν ένα πράγμα για μας: ότι είμαστε συνεχώς εκτεθημένοι σ’αυτήν τη μόλυνση από πολλαπλές πηγές. Σίγουρα η διατροφή και οι ιατρικές διαδικασίες ενέχουν το μεγαλύτερο κίνδυνο. Για τις τελευταίες το θέμα μπορεί να είναι πολύ σοβαρό. Αν οι υπόλοιπες, ή τουλάχιστον αρκετές από τις υπόλοιπες αμυλοειδωτικές παθήσεις μεταδίδονται σαν τα πρίον που προκαλούν τη νόσο Κρόιτσφελντ-Γιάκομπ, π.χ. με μεταγγίσεις αίματος, με νευρολογικές επεμβάσεις, με οφθαλμολογικές επεμβάσεις, με οδοντιατρικές επεμβάσεις, με μεταμοσχεύσεις, ίσως και με κάποιες μορφές εξετάσεων, Τ’αποτελέσματα γίνονται τρομακτικά. Οι πλειονότητα των “σποραδικών” τέτοιων παθήσεων ίσως τελικά έχειο κάποια αιτιολογία. Και το πιο ανησυχητικό, είμαστε παγιδευμένοι από παντού μ’αυτές τις πρωτεΐνες. Δε μπορούμε να το αποφύγουμε. Μέχρι η ιατρική κοινότητα να ευαισθητοποιηθεί για αυτό το θέμα, που πιστεύω ότι θα γίνει πολύ πολύ αργά, θα συνεχίζουμε να εκτιθέμαστε απροστάτευτοι. Ίσως και οι γιατροί κινδυνεύν από μόλυνση λόγω της αντοχής των πρωτεϊνών αυτών στις συνήθεις μεθόδους αποστείρωσης.
    Για να ευαισθητοποιηθεί όμως η ιατρική κοινότητα θα πρέπει να γίνει κάτι. Ίσως κάτι αλλάξει από τις ολοένα και περισσότερες νέες μελέτες που εμφανίζονται γι’αυτό το θέμα, ίσως από τη συντονισμένη δράση κάποιας ομάδας, ή, στη χειρότερη περίπτωση, από κάποια μεγάλη ιατρική κρίση με μεγάλο αριθμό θυμάτων τέτοιων παθήσεων άμεσα συσχετιζόμενων με το ιατρικό ιστορικό τους.

    Πηγή:
    health.in.gr

    Δημοσίευση: 09 Ιουν. 2011, 11:03 | Τελευταία ενημέρωση: 09 Ιουν. 2011, 11:24

    Η νόσος εξελίσσεται με δύο «ταχύτητες»

    Αναστολή της εκδήλωσης της νόσου Αλτσχάιμερ, πέτυχαν Βρετανοί ερευνητές

    Λονδίνο
    Βρετανοί και Iρλανδοί επιστήμονες που ανέπτυσσαν θεραπείες κατά της νόσου Κρόϊτσφελντ-Γιάκομπ (γνωστή και ως νόσος των «τρελών αγελάδων»), κατάφεραν να μπλοκάρουν την εκδήλωση της νόσου Αλτσχάιμερ.

    Οι ερευνητές δήλωσαν εντυπωσιασμένοι από την αναπάντεχη ανακάλυψη ότι δύο αντισώματα που μελετώνται σε σχέση με τη νόσο Κρόϊτσφελντ-Γιάκομπ, μπορούν επίσης να έχουν μεγάλη σημασία για τη νόσο Αλτσχάιμερ και να οδηγήσουν στην ανάπτυξη νέων φαρμάκων.

    Σε μια ξεχωριστή έρευνα εξάλλου, ανακαλύφθηκε ότι κατά βάση οι ασθενείς διακρίνονται σε δύο ομάδες: σε αυτούς που τα συμπτώματα της νόσου Αλτσχάιμερ προχωρούν γρήγορα και σε όσους εξελίσσονται αργά, ενώ ένας άνθρωπος δεν είναι δυνατό να μεταπηδήσει από την μία ομάδα στην άλλη.

    Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον καθηγητή Τζον Κόλιντζ του Πανεπιστημίου του Λονδίνου (UCL), που δημοσίευσαν τη σχετική μελέτη στο Nature Communications, κάνοντας πειράματα σε ποντίκια, ανακάλυψαν ότι δύο συγκεκριμένα αντισώματα (τα ICSM 18 και 35) μπλοκάρουν τις καταστροφικές συνέπειες του β-αμυλοειδούς, μιας τοξικής πρωτεϊνης που συσσωρεύεται στον εγκέφαλο και εμποδίζει τα εγκεφαλικά κύτταρα να επικοινωνούν μεταξύ τους, με όλες τις γνωστές συνέπειες (απώλεια μνήμης κ.α.).

    Οι Βρετανοί ερευνητές δήλωσαν ότι αν τα νέα φάρμακα με αντισώματα αποδειχτούν ασφαλή κατά της νόσου Κρόϊτσφελντ-Γιάκομπ, τότε θα μπορούσαν να γίνουν μελέτες για την αξιοποίησή τους και στην περίπτωση της νόσου Αλτσχάιμερ.

    Οι πρώτες κλινικές δοκιμές των νέων φαρμάκων κατά της νόσου των «τρελών αγελάδων» πρόκειται να ξεκινήσουν το 2012. Αν αποδειχτούν πετυχημένες, θα ακολουθήσουν δοκιμές και σε ασθενείς με νόσο Αλτσχάιμερ.

    Η νόσος Αλτσχάιμερ είναι η πιο κοινή μορφή άνοιας και πλήττει περίπου 20 εκατ. άτομα παγκοσμίως. Ένας στους 14 ενηλίκους άνω των 65 ετών και ένας στους έξι άνω των 80 ετών έχει άνοια, που στις περισσότερες περιπτώσεις εξελίσσεται σε νόσο Αλτσχάιμερ, πάθηση για την οποία δεν υπάρχει ακόμα θεραπεία.

    Σε μια ξεχωριστή μελέτη, ερευνητές του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια στο Ιρβάιν, με επικεφαλής τον Κρεγκ Θαλχάουζερ, που δημοσίευσαν τη σχετική μελέτη στο Interface, της Βασιλικής Εταιρίας Επιστημών της Βρετανίας, σύμφωνα με το New Scientist, ανακάλυψαν ότι η νόσος Αλτσχάιμερ εξελίσσεται βασικά με δύο «ταχύτητες», δηλαδή οι πάσχοντες εμφανίζουν εκφύλιση των νοητικών λειτουργιών τους είτε με γρήγορο ρυθμό είτε με αργό και αυτός ο ρυθμός δεν αλλάζει μέχρι το τέλος.

    Η ανακάλυψη αυτή μπορεί να αποτελέσει ένα δείκτη πρόβλεψης για την εξέλιξη της νόσου σε κάθε άνθρωπο.

    Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν ένα πρόγραμμα ηλεκτρονικού υπολογιστή με ειδικό αλγόριθμο για να
    αναλύσουν κλινικά δεδομένα 23 ετών από περίπου 650 ασθενείς με νόσο Αλτσχάιμερ. Το μοντέλο έδειξε ότι υπάρχουν ουσιαστικά δύο πορείες επιδείνωσης της νόσου, η ταχεία και η βραδεία σε όλα τα στάδια της πάθησης, από το αρχικό μέχρι το τελικό. Μεταξύ των δύο ομάδων υπάρχει κατά μέσο όρο μια «ψαλίδα» δύο ετών (χρονική υστέρηση ανάμεσα στην γρήγορη και την αργή εμφάνιση των ίδιων συμπτωμάτων). Δεν είναι σαφές τι προκαλεί αυτή τη διαφορά, η οποία μπορεί να οφείλεται σε γενετικούς παράγοντες.

    ΑΠΕ-ΜΠΕ, health.in.gr

    Ένα ακόμα τεκμήριο ότι αυτές οι νευροεκφυλιστικές παθήσεις σχετίζονται.

    Πηγή:
    Physorg

    Μετάφραση: Bolko

    Ερευνητής προσδιορίζει σύνδεση μεταξύ του φουαγκρά κι ασθενειών

    Ο καθηγητής κι ερευνητής απόφοιτος της ιατρικής σχολής του Πανεπιστημίου του Τενεσί Alan Solomon, M. D., διευθυντής του ερευνητικού προγράμματος της ανθρώπινης ανοσολογίας και καρκίνου/Αλτσχάιμερ κι άλλων σχετικών διαταραχών με αμυλοειδή, ηγήθηκε μιας ομάδας που ανακάλυψε μια σχέση μεταξύ του φουαγκρά (foie gras) παρασκευασμένο από συκώτι χήνας ή πάπιας και του τύπου αμυλοειδούς που συναντάται στη ρευματοειδή αρθρίτιδα ή τη φυματίωση.

    Τα πειραματικά τους δεδομένα, που εμφανίζονται στην έκδοση αυτής της εβδομάδας των Πρακτικών της Εθνικής Ακαδημίας Επιστημών, έχουν δώσει τις πρώτες αποδείξεις ότι ένα τρόφιμο προϊόν μπορεί να επισπεύσει την ανάπτυξη του αμυλοειδούς.
    Η αμυλοείδωση είναι μια μη φυσιολογική διαδικασία που περιλαμβάνει την απόθεση φυσιολογικών ή μεταλλαγμένων πρωτεϊνών που έχουν κακοδιπλωθεί. Σ’αυτήν την ασταθή κατάσταση, τέτοιες πρωτεΐνες σχηματίζουν τριχοειδείς ίνες, ή ινίδια, που αποτίθενται σε ζωτικά όργανα όπως η καρδιά, οι νεφροί, το ήπαρ, το πάγκρεας και τον εγκέφαλο. Αυτή η διαδικασία οδηγεί σε οργανική ανεπάρκεια και, τελικά, στο θάνατο. Υπάρχουν πολλές μορφές ασθενειών σχετιζόμενες με αμυλοειδή εκτός από τη ρευματοειδή αρθρίτιδα, όπως η νόσος του Αλτσχάιμερ, ο διαβήτης τύπου 2 ενήλικης έναρξης και μια ασθένεια σχετική με το πολλαπλό μυέλωμα που λέγεται πρωτοπαθής ή AL αμυλοείδωση, μία ασθένεια που έχει γίνει ιδιαίτερη εστία μελέτης στο εργαστήριο του Solomon.
    Το φουαγκρά (foie gras) είναι ένας μαγειρικός μεζές προερχόμενος από πολύ φουσκωμένα λιπώδη ήπατα από πάπιες και χήνες. Παράγεται παραταΐζοντας τα πουλιά για αρκετές εβδομάδες. Ο Solomon και η ερευνητική ομάδα του ανέλυσαν εμπορικά πωλούμενο φουαγκρά από τις Η.Π.Α. και τη Γαλλία και βρήκαν ότι περιείχε έναν τύπο αμυλοειδούς που λέγεται AA. Αποθέσεις αμυλοειδούς βρίσκονται συχνά στα υδρόβια πουλιά, αλλά αυτή η κατάσταση αυξάνεται αισθητά σε παραταϊσμένα πουλιά. Στη μελέτη τους, ποντίκια επιρρεπή στην ανάπτυξη AA αμυλοείδωσης ενέθηκαν ή ταΐστηκαν με αμυλοειδές εξηγμένο από φουαγκρά. Μέσα σε οκτώ εβδομάδες, η πλειονότητα των ζώων ανέπτυξε εκτεταμένες αποθέσεις αμυλοειδούς στο ήπαρ, στο σπλήνα, στο έντερο και σ’άλλα όργανα.
    Βασισμένοι στα ευρήματα αυτής της μελέτης, ο Solomon και η ομάδα του συμπέραναν ότι αυτή και ίσως άλλες μορφές αμυλοείδωσης θα μπορούσαν να είναι μεταδόσιμες, όπως η νόσος των τρελών αγελάδων κι άλλες συγγενικές ασθένειες. Έως τώρα, δεν έχουν βρεθεί άλλες μολυσματικές πηγές τροφίμων.
    «Δεν είναι γνωστό εάν υπάρχει μια αύξηση στη νόσο του Αλτσχάιμερ, στο διαβήτη ή σ’άλλες σχετικές με αμυλοειδή ασθένειες σε ανθρώπους που έχουν φάει φουαγκρά,» επισήμανε ο Solomon. «Η μελέτη μας εξέτασε την ύπαρξη αμυλοειδών ινιδίων στο φουαγκρά κι έδειξε ότι θα μπορούσε να επιταχύνει την ανάπτυξη AA αμυλοείδωσης σε επιρρεπεί ποντίκια. Ίσως άνθρωποι με οικογενειακό ιστορικό νόσου του Αλτσχάιμερ, διαβήτη, ρευματοειδούς αρθρίτιδας ή άλλων ασθενειών σχετιζόμενων με αμυλοειδή θα πρέπει ν’αποφεύγουν να καταναλώνουν φουαγκρά κι άλλα τρόφιμα που μπορεί να είναι μολυσμένα με ινίδια. Άλλοι ερευνητές έχουν αναφέρει ότι το κρέας προερχόμενο από πρόβατα και φαινομενικά υγειή βοοειδή ενδέχεται να αντιπροσωπεύουν άλλες διατροφικές πηγές αυτού του υλικού,» είπε.
    «Οι άνθρωποι παθαίνουν ασθένειες για πολλούς λόγους. Η κατανάλωση φουαγκρά πιθανόν δε θα προκαλέσει ασθένεια σε κάποιον που δεν είναι γενετικά προδιατεθημένος σ’αυτό,» εξήγησε ο Solomon.
    «Πιο κρίσιμο είναι να βρεθεί τι προκαλεί αυτές τις ασθένειες από την αρχή και, το πιο σημαντικό, ν’αναπτυχθούν νέα μέσα διάγνωσης και θεραπείας σχεδιασμένα να απαλλάξουν το σώμα από τις επιβλαβείς αποθέσεις αμυλοειδούς ή να προλάβουν την εμφάνισή ή την πρόοδό τους.
    Πράγματι, αυτή είναι η πραγματική εστίαση της δουλειάς μου στο Τενεσί, και ήμαστε όλοι βαθιά δεσμευμένοι να επιτύχουμε αυτόν το σκοπό. Είμαι εύελπις ότι οι δικές μας ερευνητικές προσπάθειες κι εκείνες άλλων επιστημόνων ανά τον κόσμο θα βοηθήσουν αυτούς που πλήττονται απ’αυτές τις ασθένειες, οι οποίες δίνουν ένα τόσο καταστροφικό χτύπημα στους ασθενείς και στα μέλη της οικογένειας ομοίως.»

    Πηγή: Πανεπιστήμιο του Τενεσί στο Knoxville

    Μια επιπλέον μελέτη που στηρίζει τη μεταδοσιμότητα αυτών των αμυλοειδωτικών νόσων. Πιθανόν υπάρχει μια ομάδα μεταδόσιμων πρωτεϊνικών ασθενειών, όπως το αλτσχάιμερ, οι διάφορες αμυλοειδώσεις και οι μεταδόσιμες σπογγώδεις εγκεφαλοπάθειες όπως η νόσος Κρόιτσφελντ-Γιάκομπ (τρελές αγελάδες), τις οποίες τώρα αρχίζουμε να κατανοούμε. Ήδη έχει αποδειχθεί ότι
    η νόσος του Αλτσχάιμερ είναι μεταδόσιμη
    κι ότι αυτή και πολλές άλλες πρωτεϊνικές νευροεκφυλιστικές ασθένειες έχουν πολλά κοινά στοιχεία. Επιπλέον παρατηρείται μια μεγάλη αύξηση σε περιπτώσεις νόσου Αλτσχάιμερ, διαβήτη κ.ά. που θεωρούνται σποραδικές, αλλ’αυτό ίσως αλλάξει στο μέλλον. Ήδη πολλοί ερευνητές της νόσου Κρόιτσφελντ-Γιάκομπ έχουν υποψιαστεί ότι πολλές περιπτώσεις που γενικά θεωρούνται σποραδικές, δηλαδή χωρίς γνωστή αιτία, τυχαίες, ίσως τελικά έχουν κάποια εξωτερική αιτία, π.χ. από τη διατροφή. Τέλος το πιο ανησυχιτικό, όπως αρκετές περιπτώσεις Κρόιτσφελντ-Γιάκομπ αποδείχθηκε ότι είναι ιατρογενείς, δηλαδή μεταδόθηκαν με ιατρικές πρακτικές όπως επεμβάσεις, μεταμοσχεύσεις κ.ά. από κάποιον πάσχοντα σ’έναν υγειή, έτσι και οι υπόλοιπες αμυλοειδωτικές ασθένειες των οποίων η μεταδοσιμότητα τώρα αναγνωρίζετε, μεταδίδονται παρομοίως. Αυτό θα μπορούσε να εξηγήσει αρκετά καλά την συνεχή αύξηση των κρουσμάτων τέτοιων ασθενειών.
    Το κακό όμως είναι ότι τέτοιες μελέτες για τη μεταδοσιμότητα των αμυλοειδωτικών παθήσεων είναι συνήθως μικρές και δεν έχουν κάποιο μεγάλο αντίκτυπο στην ιατρική κοινότητα, αντίθετα με τη νόσο Κρόιτσφελντ-Γιάκομπ για την οποία έχουν ληφθεί μέτρα μείωσης των ιατρογενών περιστατικών, έτσι, μέχρι το πρόβλημα να ενταθεί περαιτέρω και το θέμα να γίνει πιο εύραίως γνωστό, τέτοιες ανίατες ασθένειες θα μεταδίδονται ανεξέλεγκτα μέσω ιατρικών πρακτικών κι άλλων τρόπων.

    Πηγή:
    Guardian

    Μετάφραση: Bolko

    Ποντίκια που ενέθηκαν με Αλτσχάιμερ ρίχνουν νέο φως στην άνοια

    Επιστήμονες έχουν βρει ότι βλαβερές συγκεντρώσεις πρωτεϊνών που προκαλούν ασθένειες όπως τη νόσο του Αλτσχάιμερ μπορούν να μεταδοθούν από έναν εγκέφαλο σ’έναν άλλον, διαδιδόμενες και προκαλώντας βλάβη αφού έχουν ενεθεί σε εγκεφάλους ποντικιών. Εντούτοις, οι ερευνητές τόνισαν ότι η νόσος του Αλτσχάιμερ δεν ήταν μεταδοτική και δε θα μπορούσε να μεταδοθεί, για παράδειγμα, μέσω μεταγγίσεων αίματος.
    Η νόσος του Αλτσχάιμερ και παρόμοιες νευροεκφυλιστικές ασθένειες μπορούν να προκληθούν από τη συσσώρευση στον εγκέφαλο μπλεγμένων μαζών μιας πρωτεΐνης που λέγεται τ. Βλάπτουν την εγκεφαλική λειτουργία, και, όταν καταστρέψουν μεγάλο μέρος ιστού, μπορούν να οδηγήσουν σε άνοια.
    Σε πειράματα σε ποντίκια, οι ερευνητές βρήκαν ότι οι συγκεντρώσεις της πρωτεΐνης τ διαδίδονταν στον εγκέφαλο σαν να ήταν ένας μολυσματικός παράγοντας, αφού είχαν ενεθεί στον εγκέφαλο ενός υγειούς ποντικού από ιστό εγκεφάλου ενός πάσχοντος. Η έρευνα δημοσιεύετε αύριο στο περιοδικό Nature Cell Biology, και δίνει στους επιστήμονες μια πολύ καλύτερη ιδέα του πώς θα στοχεύσουν νέες θεραπείες για νευροεκφυλιστικές ασθένειες.
    Ο Michel Goedert του εργαστηρίου του συμβουλίου της ιατρικής έρευνας της μοριακής βιολογίας στο Κέιμπριτζ, ο οποίος συμμετείχε στη μελέτη, είπε ότι η δουλειά αυτή άνοιξε νέες λεωφόρους στους επιστήμονες να κατανοήσουν και να μπορέσουν να πειραματιστούν πάνω στις αιτίες τις άνοιας.
    Αυτή η έρευνα στα ποντίκια δε δείχνει ότι η παθολογία της τ πρωτεΐνης είναι μεταδοτική ή ότι μπορεί να μεταδοθεί εύκολα από ποντίκι σε ποντίκι – αυτό που έχει αποκαλύψει είναι πώς οι συγκεντρώσεις της πρωτεΐνης τ διαδίδονται σ’εγκεφαλικούς ιστούς μεμονωμένων ποντικών, είπε. Δείχνει ότι οι συγκεντρώσεις πρωτεϊνών που συσσωρεύονται στον εγκέφαλο για να προκαλέσουν συμπτώματα θα μπορούσαν να έχουν κάποιες μεταδοτικές ιδιότητες μέσα στον εγκεφαλικό ιστό, αλλά όχι ανάμεσα σε ποντίκια που δεν έχουν ενεθεί με ιστό από ένα άλλο ποντίκι και σίγουρα όχι ανάμεσα σε ανθρώπους. Αν και είναι κι αυτά κομματάκια πρωτεΐνης, οι συγκεντρώσεις της τ δε μεταδίδονται με τον ίδιο τρόπο όπως τα πρίον, οι πρωτεΐνες που προκαλούν ασθένειες όπως τη νέα παραλλαγή της νόσου Κρόιτσφελντ-Γιάκομπ και τη νόσο των τρελών αγελάδων καταστρέφοντας τον εγκεφαλικό ιστό, γιατί δεν μπορούν να μεταδοθούν εύκολα μεταξύ ατόμων.
    Η Rebecca Wood, γενική διευθύντρια της ομάδας έρευνας πάνω στη νόσο Αλτσχάιμερ, είπε: “Αυτή η καλύτερη κατανόηση για το πώς οι συγκεντρώσεις πρωτεϊνών διαδίδονται στη νόσο Αλτσχάιμερ μπορεί να οδηγήσουν σε νέους τρόπους να τις σταματήσουμε και να νικήσουμε την ασθένεια. Παθολογικές συγκεντρώσεις πρωτεϊνών συσσωρεύονται στη νόσο του Αλτσχάιμερ και σ’άλλες ασθένειες του εγκεφάλου. Δεν είναι ξεκάθαρο πώς γίνεται αυτό, αλλά είναι ξεκάθαρο ότι η νόσος Αλτσχάιμερ δεν είναι μεταδοτική. Χρειαζόμαστε απελπισμένα περισσότερες έρευνες σαν αυτήν για να βρούμε απαντήσεις για την άνοια, μια σκληρή ασθένεια που προσβάλλει 700000 ανθρώπους στη Βρετανία.”
    Υπάρχει ακόμα πολύ άγνωστο για τις αλλαγέςστην πρωτεΐνη τ που οδηγούν στο σχηματισμό συγκεντρώσεων στους ανθρώπους και, τελικά εκτεταμένο θάνατο εγκεφαλικών κυττάρων.
    Αλλά η Susan Sorensen, επικεφαλής της έρευνας του συλλόγου για τη νόσο Αλτσχάιμερ, είπε: “Κάθε νέο κομμάτι γνώσης μας βοηθά να φτιάξουμε μια καλύτερη εικόνα και μας οδηγεί κοντύτερα στο σημείο όπου θα μπορούμε να σταματήσουμε την απώλεια εγκεφαλικού ιστού και την άνοια για καλό.

    Φυσικά η έρευνα έχει προχωρήσει μετά από αυτήν την πρώτη. Η συγκεκριμένη πρωτεΐνη έχει μεταδοθεί και σε πρωτεύοντα θηλαστικά, και ίσως θα μπορούσε, υπό κάποιες συνθήκες, να μεταδοθεί μεταξύ ανθρώπων. Περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε
    εδώ.
    Με την εντατικότερη μελέτη των νευροεκφυλιστικών παθήσεων, σιγά-σιγά οι επιστήμονες έρχονται στο συμπέρασμα ότι πολλές τ΄τοιες παθήσεις (Αλτσχάιμερ, Πάρκινσον, μεταδόσιμες σπογγώδεις εγκεφαλοπάθεις, π.χ. Κρόιτσφελντ-Γιάκομπ) έχουν πολλά κοινά στοιχεία. ¨Όλες αυτές προκαλούνται από συσσώρευση κακοδιπλωμένων πρωτεϊνών στον εγκέφαλο, μερικές είναι πειραματικά τουλάχιστον μεταδόσιμες, όλες προκαλούν προοδευτικά συμπτώματα εγκεφαλικής δυσλειτουργίας και είναι πάντοτε θανατηφόρες. Επίσης έχει ανακαλυφθεί η εμπλοκή της πρωτεΐνης πρίον, της πρωτεΐνης που προκαλεί στην κακοδιπλωμένη της μορφή τη νόσο Κρόιτσφελντ-Γιάκομπ, στη νόσο του Αλτσχαίμερ. Επίσης, ακόμα ένας σύνδεσμος για την πιθανή σύνδεση όλων αυτών των νευροεκφυλιστικών νόσων καθώς και στοιχεία που μπορεί να υποδηλώνουν τη μετάδοση της νόσου Αλτσχάιμερ ανάμεσα σε ανθρώπους,
    εδώ
    και περισσότερα στοιχεία για την αλληλοσύνδεση των νευροεκφυλιστικών ασθενειών
    εδώ.
    Συμπερασματικά, όλες αυτές οι ασθένειες έχουν κάποια κοινά, κι αυτά ίσως βοηθήσουν τους επιστήμονες να διαλευκάνουν την αιτιολογία τους και το μηχανισμό του νευροεκφυλισμού, και ίσως να βρουν και κάποια πιθανή θεραπεία, αν και για το εγγύς μέλλον αμφιβάλλω πολύ ότι κάτι τέτοιο θα γίνει.

    Follow

    Get every new post delivered to your Inbox.