Category: φαρμακευτικά φυτά


φασκόμηλο που βάζει νέο φύλλωμα μετά την ανθοφορία τον Ιούνιο

Είναι ένα από τα γνωστότερα και καλύτερα βότανα, με ιστορία χρήσης πολλών αιώνων, από την αρχαιότητα έως σήμερα. Πολλές από τις ιδιότητες που του αποδίδονταν παραδοσιακά έχουν επίσης αποδειχθεί και επιστημονικά.

Το φασκόμηλο (Salvia officinalis) = ελελίσφακος ο φαρμακευτικός είναι ένας αρωματικό θάμνος της εικογένειας των χειλανθών, η οποία περιλαμβάνει επίσης το
δεντρολίβανο,
το
βασιλικό,
τη ρήγανη και πολλά άλλα αρωματικά και φαρμακευτικά φυτά. Το γένος Salvia είναι το πολυπληθέστερο της οικογένειας, με περίπου 100 είδη. Άλλα γνωστά είδη του γένους είναι το μεσογειακό φασκόμηλο (s. fruticosa), συγγενικό είδος και πιο διαδεδομένο άγριο στη χώρα μας, αλλά όχι ευρέως καλλιεργούμενο, ο Άγιος Γιάννης (S. sclarea), η φωτιά (S. splendens) και το παραισθησιογόνο
S. divinorum.

Οι Αρχαίοι Έλληνες το αποκαλούσαν “σφάκο” ή συχνότερα “ελελίσφακο”, εξού και το κοινό του όνομα σε πολλά μέρη της Ελλάδα “αλισφακιά” ή “αλιφασκιά”. Το “μήλο” στ’όνομά του προέρχεται από τους σφαιρικούς όγκους που παράγονται πολύ συχνότερα στο το συγγενικό είδος S. fruticosa, ως αντίδραση στα παρασιτικά έντομα, τους οποίους οι παλαιότεροι νόμιζαν για καρπό του φυτού. Στα λατινικά λέγεται “salvia”, από το ρήμα “salvere”, θεραπεύω, απ’όπου η λέξη διαδόθηκε στις περισσότερες ευρωπαϊκές γλώσσες, π.χ. “salvia” στα ιταλικά, ισπανικά, πορτογαλικά (παραμένει), “sauge” στα γαλλικά, “sage” στ’αγγλικά, “Salbei” στα γερμανικά κ.ά.

Το φυτό είναι ένας κοντός, ξυλώδης, πολυετής θάμνος ύψους 50-60 εκ. με πολυάριθμα κλαδιά και πυκνό φύλλωμα. Το φυτό έχει την τυπική μορφολογία των φυτών του γένους του και πολλών της οικογένειάς του, με τετραγωνικούς βλαστούς κι αντίθετα φύλλα. Μεγάλο μέρος των βλαστών προς τις κορυφές, και πολύ περισσότερο τα φύλλα, καλύπτονται από χνούδι. Τα φύλλα είναι ωοειδή, οδοντωτά, γκριζοπράσινα κι αναδίδουν έντονη και πολύ χαρακτηριστική οσμή. Το φυτό ανθίζει Μάιο-Ιούνιο με ιώδη και σπανιότερα λευκά άνθη σε ταξιανθίες πάνω απ’το φύλλωμα. Περίοδοι έντονης ανάπτυξης είναι η άνοιξη και η εποχή μετά την ανθοφορία και το σχηματισμό των σπόρων. Γενικά όμως το φυτό δεν αναπτύσσεται πολύ γρήγορα.
Μπορεί να βρεθεί αυτοφυές στη χώρα μας και σε πολλά άλλα μέρη της λεκάνης της Μεσογείου, σε πετρώδη και ξηρά εδάφη.

Καλλιεργείται πολύ εύκολα σε οποιοδήποτε έδαφος με καλή αποστράγκιση, σε ζεστή και ηλιόλουστη θέση. Σε περιοχές με βαλτώδες έδαφος ή με πολλές βροχές, θα πρέπει να φυτεύεται σε ανυψωμένα μέρη ή πλαγιές με αμμώδες χώμα μαζί με φυτά παρόμοιων προτιμήσεων, ενώ σε δοχεία το χώμα θα πρέπει νά’ναι ελαφρύ και να στεγνώνει καλά πριν κάθε πότισμα. Το φυτό αντέχει στην ξηρασία και δεν προσβάλλεται σχεδόν ποτέ από έντομα και ασθένειες, ούτε τρώγεται από ζώα π.χ. κουνέλια, χάρη στη χημική άμυνά του. Το χειμώνα παραμένει αειθαλές και δε χρειάζεται προστασία στο κλίμα της χώρας μας. Κατά την περίοδο ανάπτυξης θα χρειαστεί αραιή λίπανση. Ο πολλαπλασιασμός γίνεται με μοσχεύματα και καταβολάδες την περίοδο ανάπτυξης.

Όταν το φυτό γίνει αρκετά μεγάλο, μπορεί να κοπεί για αποξήρανση. Κόβονται περίπου τα 2/3-3/4 του φυτού προς το φθινόπωρο, κι αφήνονται σε σκοτεινό, δροσερό και ξηρό μέρος να στεγνώσουν. Κατά την εμπειρία μου το φασκόμηλο αργεί πολύ να στεγνώσει παίρνοντας περίπου 10 μέρες σε θερμοκρασία κοντά στους 20 βαθμούς. Εάν αποξηρανθεί στον ήλιο τα φύλλα καφετιάζουν, συστρέφονται και χάνουν σημαντικό ποσοστό των ενεργών τους συστατικών. Η συγκομιδή θα πρέπει να γίνεται μια φορά ετησίως, όχι συχνότερα, ενώ νεαρά φυτά μέχρι τον πρώτο χρόνο δε θα πρέπει να κόβονται. Στα 5 χρόνια περίπου ο θάμνος μπορεί νά’χει απλωθεί και νά’χει αραιώσει στο εσωτερικό, οπότε κλαδεύεται αυστηρά ή αντικαθίσταται με νεότερα, πιο τρυφερά φυτά.
Πέρα απ’την τυπική μορφή του φυτού έχουν δημιουργηθεί διάφορες άλλες ποικιλίες, κυρίως για καλλωπιστικούς σκοπούς (με ίδια φαρμεκευτική αξία), όπως με μοβ, κιτρινωπό ή ποικιλόχρωμο φύλλωμα.

Στην κουζίνα της Μεσογείου, της Μέσης ανατολής και της Ευρώπης το φασκόμηλο χρησιμοποιείται ως μυρωδικό σε ψητά και συστατικό διάφορων σαλτσών, αλλά κι ως συστατικό γέμησης κρεάτων, συνταγών με ζυμαρικά, ακόμα και σουπών, δίνοντας έντονη οσμή και γεύση.

Το βότανο αυτό έχει σπουδαία ιατρική παράδοση και πάμπολλές χρήσεις. Ιδιαίτερη φήμη ως ιατρικό είχε στην Ευρώπη κατά τη ρωμαϊκή εποχή και καθ’όλο το Μεσαίωνα. Ο Διοσκουρίδης, ο Πλίνιος και ο Γαληνός το προτείνουν ως διουρητικό, αιμοστατικό, εμηναγωγό και τονωτικό. Άλλες παραδοσιακές χρήσεις που είχε ή έχει είναι ως στυπτικό, τοπικό αναισθητικό, αντισπασμωδικό, αντισηπτικό, για τη γονιμότητα των γυναικών, κατά της υπερβολικής εφίδρωσης, της ουλίτιδας και των άλλων φλεγμονών του στόματος, της φαρυγγίτιδας και της αμυγδαλίτιδας, αλλά και καπνιστό κατά του άσθματος. Η συνήθης ωστόσο χρήση του είναι ως αφέψημα ή γαργάρα του αφεψήματος.
Το φυτό κάποτε αποκτούσε χαρακτήρα πανάκιας και πολλές φορές περιβαλλόταν με μυστικισμό. Οι Ρωμαίοι το θεωρούσαν βότανο της ζωής, και η συλλογή του απαιτούσε ειδικό τελετουργικό. Στο Μεσαίωνα ήταν συστατικό του ξιδιού των τεσσάρων κλεφτών, το οποίο πιστευόταν ότι έδιωχνε την πανούκλα.

Πολλές από τις παραδοσιακά αποδιδόμενες ιδιότητές του έχουν αποδειχθεί επιστημονικά. Είναι αποδεδειγμένο ότι έχει αντιφλεγμονώδη, αντιμικροβιακή, πιθανόν αντιμυκητική και αντιική, και οιστρογονομιμητική δράση, ενώ σύμφωνα με κάποιες μελέτες ίσως οξύνει τη μνήμη και τη συγκέντρωση σε υγειή άτομα και έχει αγχολυτικές ιδιότητες. Δοκιμές για την αποτελεσματικότητα κατά της νόσου Αλτσχάιμερ ίσως υποδηλώνουν κάποια αποτελεσματικότητα, αν και θα πρέπει να γίνουν συστηματικότερες μελέτες σ’αυτόν τον τομέα για να επιβεβαιωθεί η αποτελεσματικότητά του. Ακόμα όμως κι αν αποδειχθεί κάπως αποτελεσματικό, θα καταφέρει μόνο ό,τι κάνουν και τα διαθέσιμα φάρμακα, να καλύπτει δηλαδή προσωρινά τα συμπτώματα χωρίς ν’αποτελεί πραγματική θεραπεία.
Η φαρμακευτική δράση του φυτού οφείλεται στην τεράστια ποικιλία χημικών που περιέχει, τα οποία εξελίχθηκαν ως χημική άμυνα κατά των εντόμων στο σκληρό φυσικό του περιβάλλον. Το φυτό περιέχει φλαβόνες, φαινολικά οξέα, φαινυλπροπανοειδή γλυκοζίδια (π.χ. μαρτυνοσίδη), τριτερπενοειδή και διτερπένια, συμπεριλαμβανομένων φαινολικών, κινοειδωδών, και παράγωγα αβιετάνης και αβιενάνης. Μερικά από τα συστατικά του φυτού είναι η σαλβιγενίνη, η λοπεόλη, η β-σιτοστερόλη, η στιγμαστερόλη, η φυσκιόνη, η καρνοσόλη, η ροσμαδιάλη, η ροσμανόλη, η επιροσμανόλη, η ισοροσμανόλη, η κολουμβαριδιόνη, η ατουντζεσίνη α, η μιλτιρόνη, η σινεόλη, το ουρσολικό οξύ, το καρνοσικό οξύ, και το 12-μεθυλοκαρνοσικό οξύ. Περιέχει επίσης καμφορά και θουγιόνη, τα οποία είναι τοξικά σε υψηλές δόσεις. Η συνιστόμενη ημερίσια δόση φασκόμηλου είναι 4-6 γραμμάρια ξηρών φύλλων.

Το φασκόμηλο της φωτογραφίας είναι ένα του πατέρα μου ποικιλίας με λευκά άνθη, από το οποίο προήλθε και το δικό μου. Η διαδικασία έγινε ως εξής: Τον περασμένο Οκτώβριο, αφού βρήκα ένα λεπτό υγειές κλαδί προς την περιφέρεια του φυτού, του αφαίρεσα τα φύλλα από τη μέση αφήνοντας μόνο αυτά της κορυφής και το λύγισα στο χώμα. Έθαψα τη μέση του 2 περίπου εκατοστά κάτω και το ασφάλησα μ’ένα βότσαλο για να μη σηκωθεί. Το φυτό φροντιζόταν κανονικά και το Μάρτιο το απέκοψα και είδα ότι είχε κάνει μια χοντρή και βαθιά κεντρική ρίζα με λίγες λεπτότερες. Μεταφύτευσα την καταβολάδα σ’ένα πλαστικό κουπάκι. Την πρώτη βδομάδα δεν έδειχνε σημάδια ανάπτυξης, αλλά γρήγορα πήρε μπρος γεμίζοντας το δοχείο σ’ένα μήνα με ρίζα, οπότε το μεταφύτευσα σε μεγαλύτερη γλάστρα. Τον Ιούνιο είχε γεμίσει κι αυτή ρίζες κι έτσι το μεταφύτευσα σε μια μεγαλύτερη, που θά’ναι μάλλον η τελική του. Παρόλο που ήταν σχετικά μικρό (30 εκ. ψηλό και λίγο λιγότερο πλατύ), τον Οκτώβριο το έκοψα για τσάι. Σύντομα έβγαλε και πάλι κλαδάκια σ’όλους τους βλαστούς κι άρχισε την ανάπτυξη κανονικά. Το τσάι του έχει έντονη γεύση και δίνει την αίσθηση δυνατού φαρμάκου.

Πηγές:
άρθρο της βικιπαίδειας
άρθρο της αγγλικής wikipedia
φαρμακολογία του φασκόμηλου
οι χρήσεις του φασκόμηλου
το φασκόμηλο στην κουζίνα

δεντρολίβανο τον Ιούνιο

Ένα κατ’εξοχήν μεσογειακό φυτό, το δεντρολίβανο είναι κατάλληλο για καλλιέργεια σε ποικίλες συνθήκες και χρήσιμο όσον αφορά τις φαρμακευτικές και μαγειρικές του χρήσεις.

Το επιστημονικό του όνομα είναι Rosmarinus officinalis (ροσμαρίνος ο φαρμακευτικός) και ανήκει στην οικογένεια των χειλανθών, οικογένεια που περιλαμβάνει πολλά άλλα αρωματικά και φαρμακευτικά φυτά όπως η ρήγανη, ο
βασιλικός,
ο
δυόσμος
κ.ά. Το “rosmarinus” προέρχεται από το λατινικό “ros” πρβλ. δρόσος, τη δροσιά και το “Marinus”, θαλασσινός, δηλαδή η θαλασσινή δροσιά, επειδή συχνά αναπτύσσεται πρασινίζοντας ξερές περιοχές κοντά στη θάλασσα. Το φυτό χρησιμοποιούταν ως θυμίαμα κατά την αρχαιότητα κι επίσης είναι ξυλώδες, εξού και το κοινό του ελληνικό όνομα.

Είναι ξυλώδης πυκνός θάμνος με στρευλούς βλαστούς και πυκνά, έντονα αρωματικά, σχεδόν βελονοειδή φύλλα, χνουδωτά, γκριζοπράσινα από πάνω και γκριζόλευκα από κάτω. Ανθίζει με μικρά γαλάζια, λευκά, ρόδινα ή ιώδη άνθη στις μασχάλες των φύλλων κοντά στις κορυφές των βλαστών την άνοιξη και το καλοκαίρι, αν κι εγώ τά’χω παρατηρήσει ν’ανθίζουν και χειμώνα. Σε θερμά κλίματα ανθίζουν όλο το χρόνο. Την περίοδο που δεν ανθίζουν αναπτύσσονται με μέτριο ρυθμό. Η μορφή τους εξαρτάται από την ποικιλία, από ψηλούς θάμνους 1,5 έως και σπανιότερα 2 μ. έως κοντότερες και έρπουσες μορφές.

Το φυτό καλλιεργείται εύκολα στο μεσογειακό κλίμα, αλλά και σε πιο ηπειρωτικές τοποθεσίες. Ευδοκιμεί στα περισσότερα καλά αποστραγκιζόμενα εδάφη, συμπεριλαμβανομένων και των ασβεστωδών, σε ζεστή θέση με άφθονο ήλιο. Αντέχει την ξηρασία, δεν προσβάλλεται εύκολα από ασθένειες ούτε τρώγεται από ζώα, αντέχει αρκετά το κρύο, αν κι αυτό εξαρτάται από την συγκεκριμένη ποικιλία, και ζει κανονικά στις παραθαλάσσιες περιοχές. Δεν ανέχεται ωστόσο το υπερβολικό νερό.
Μπορεί να φυτευθε΄πι σε γραμμές, συστάδες, περιμετρικά, μονά, ΄πη σε δοχεία. Πολλαπλασιάζεται εύκολα με μοσχεύματα (κλαδιά), τα οποία θα πρέπει να είναι 8-15 εκ., προτιμότερα με λίγο φλοιό και ξύλο του γονικού τους κλαδιού. Αυτά φυτεύονται απευθείας στο χώμα και συνήθως επιβιώνουν.

Στη μαγειρική το δεντρολίβανο χρησιμοποιείται συχνά σε ψητά κρέατα εξαιτίας του δυνατού αρώματος και γεύσης του, αλλά ο λανθάνοντας λόγος είναι για την αντιβακτηριακή του δράση σύμφωνα με επιστημονικές μελέτες.

Το φυτό περιέχει πολλές φαρμακευτικά ενεργές ουσίες, όπως καρνοσικό και ροσμαρινικό οξύ, δύο αντιοξειδωτικά, καμφορά, καφεϊκό οξύ, ουρσολικό οξύ, βετουλινικό οξύ, ροσμαρδιφαινόλη και ροσμανόλη. Έχει αποδειχθεί η αντιφλεγμονώδης, η αντιμικροβιακή (π.χ. κατά Staphylococcus aureus, E. coli, Vibrio cholerae, και του μύκητα Candida albicans) και η αντικαρκινική του δράση μ’ενεργοποίηση αντικαρκινικών ενζύμων, ενώ μπορεί ν’ασκεί νευροπροστατευτική δράση λόγω των αντιοξειδωτικών που περιέχει.
Παραδοσιακά χρησιμοποιείται ως αντισπασμωδικό, αντιασθματικό, τονωτικός της καρδιάς, κατά της αϋπνίας, της ζαλάδας, της γρίπης, της τριχόπτωσης, και της αναιμίας.
Μελέτες για την επίδρασή του στη μνήμη έδειξαν ότι σε θαλάμους όπου εράζονταν άνθρωποι όπου διοχετεύθηκε οσμή δεντρολιβάνου οξύνθηκε η μνήμη των υποκειμένων, αλλά με βραδύτερη ανάκλυση.
Χρειάζεται τέλος προσοχή για την αποφυγή λήψης μεγάλης δόσης, διότι οι τερπενικές κετόνες του αιθερίου ελαίου του βοτάνου είναι γνωστό ότι έχουν επιληπτογόνο δράση προκαλώντας κρίσεις σε επιληπτικά άτομα, αλλά σπανιότατα ακόμα και σε υγειή.

Σύμφωνα με το μύθο η Αφροδίτη καλύφθηκε με δεντρολίβανο μετά την ανάδυσή της από τη θάλασσα. Επίσης οι Αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν το φυτό καλό τονωτικό της μνήμης και συχνά φορούσαν στεφάνια του σε εξεταζόμενους μαθητές. Κατά τον ευρωπαΪκό Μεσαίωνα το φυτό συνδέθηκε με τον έρωτα και τις μάγισσες και αποτελούσε συστατικό ερωτικών φίλτρων. Ήταν ακόμα συστατικό του ξιδιού των τεσσάρων κλεφτών, ένα ξίδι με βότανα που πιστευόταν ότι έδιωχνε την πανούκλα.

Πηγές:
άρθρο της αγγλικής wikipedia
η φαρμακολογία του δεντρολίβανου
άρθρο για το δεντρολίβανο στο valentine.gr
λίγα λόγια για το δεντρολίβανο econews.gr
παράδοση και παραδοσιακές φαρμακευτικές χρήσεις

νεαρό φυτό


μικρά σπορόφυτα δίπλα στο νεαρό φυτό


Brugmansia aurea (χρυσή μπρουγκμάνσια)

Οι πρώτες δύο φωτογραφίες προέρχονται από δικά μου φυτά, τα οποία είναι ακόμα μικρά, ενώ η τελευταία είναι ενός μεγάλου φυτο΄΄υ (Brugmansia aurea) με άνθος από την αγγλική wikipedia.

Οι μπρουγκμάνσιες, συχνά αποκαλούμενες και ως δενδρώδεις ντατούρες ή σάλιπγγες των αγγέλων, είναι μεγάλα θαμνώδη φυτά εύκολα αναγνωρίσιμα από τα τεράστια, χωανοειδή κι έντονα αρωματικά άνθη τους, τους συχνά αγκαθωτούς καρπούς και το δύσοσμο φύλλωμά τους. Φυτεύονται ως καλλωπιστικά, αλλ’επειδή δεν αντέχουν την παγωνιά σπάνια μπορούμε να τα δούμε στην Ελλάδα φυτεμένα στο έδαφος.
Παλαιότερα το γένος της μπρουγκμάνσιας περιλαμβανόταν στο γένος της
ντατούρας,
αλλά έπειτα διαχωρίστηκε εξαιτίας μερικών σημαντικών διαφοροποιητικών στοιχείων, από τα οποία τα κύρια είναι: 1 τα άνθη της μπρουγκμάνσιας κρέμονται προς τα κάτω, ενώ αυτά της ντατούρας στέκονται προς τα πάνω, 2 οι καρποί της μπρουγκμάνσιες συνήθως δεν είναι τόσο αγκαθωτοί ή και καθόλου σε μερικά είδη, ενώ αυτοί της ντατούρας είναι πάντοτε, και 3 οι μπρουγκμάνσιες είναι ξυλώδεις και πολυετείς, ενώ οι ντατούρες είναι ποώδεις και πολλά είδη μονοετή. Παρόλα αυτά, τα δύο αυτά γένη είναι ως προς τη χημεία τους όμοια μιας και ανήκουν στη φυλή των ντατουροειδών της οικογένειας των σολανιδών. Όπως οι ντατούρες, έτσι και οι μπρουγκμάνσιες παράγουν τοξικά τροπανικά αλκαλοειδή (ατροπίνη και σκοπολαμίνη), που έχουν έντονα παραισθησιογόνο ή τοξική δράση ανάλογα με τη δόση.

Το γένος της μπρουγκμάνσιας (Brugmansia) κατάγεται από την περιοχή της Νότιας Αμερικής κατά μήκος των Άνδεων από τη Βολιβία έως τη βόρεια Χιλή κι επίσης στη νοτιοανατολική Βραζιλία. Τα περισσότερα είδη ευδοκιμούν σε υποτροπικά κλίματα που μπορεί να έχουν χαμηλές θερμοκρασίες όχι όμως υπό του μηδενός. Ανάλογα με το κλίμα που προτιμούν και βάσει μικρών διαφορών, το γένος χωρίζεται σε δυο τμήματα. Στο τμήμα Bragmansia που αναπτύσσεται σε θερμές συνθήκες, όπου ανήκουν τα είδη B. aurea, B. insignis, B. sauveolens και B. versicolor, και στο τμήμα Sphaerocarpium (σφαιροκάρπιο), που προτιμά πιο δροσερές θερμοκρασίες, όπου ανήκουν τα είδη B. arborea, B. sanguinea και B. vulcanicola.

Οι μπρουγκμάνσιες είναι ψηλοί θάμνοι ή μικρά δ΄νετρα (ύψους 3-11 μ. ανάλογα με το είδος, συνηθέστερα όμως 4-6 μ.) με πυκνή ανάπτυξη και ξυλώδη με ανοιχτό καφέ ελαφρώς τραχύ φλοιό. Οι νεαροί βλαστοί παραμένουν πράσινοι σε αρκετό του μήκους τους. Τα φύλλα φύονται εναλλάξ και είναι μεγάλα μήκους 10-30 εκ. και πλάτους 4-18 εκ., και μπορεί να καλύπτονται από λεπτό χνούδι. Οι βλαστοί και τα φύλλα αναδίδουν μια πολύ έντονη και πικρή μυρωδιά αν τριφτούν, προειδοποιώντας για την τοξικότητα του φυτού. Τα άνθη βγαίνουν μονά, είναι μεγάλα, χωανοειδή (εξού και σάλπιγγα του αγγέλου), με λεπτά πέταλα, μήκους 14-50 εκ. και πλάτους 10-35 εκ. Το χρώμα τους ποικίλει ανάλογα με το είδος και την ποικιλία με λευκά στα περισσότερα είδη αλλά μπορεί να είναι πορτοκαλί ή κόκκινα (φυσιολογικό στην αιματόχρου μπρουγκμάνσια B. sanguinea). Στα κοινότερο καλλιεργούμενα είδη όπως η D. aurea, τα άνθη αναδίδουν ένα γλυκό άρωμα με στοιχεία λεμονιού κυρίως το σούρουπο, ενώ σ’άλλα είδη, όπως η B. sanguinea δε μυρίζουν καθόλου, εώ σ’άλλα όπως η B. arborea έχουν μοσχώδη μυρωδιά. Τέλος έχουν δημιουργηθεί και διπλές ποικιλίες. Ο καρπός είναι επίμηκης, σε μερικά είδη καλυμμένος με ψιλά αγκαθάκια, ο οποίος όταν ωριμάζει ξεραίνεται κι ανοίγει απελευθερώνοντας τους πολλούς μικρούς σπόρους.

Η καλλιέργεια των φυτών αυτών είναι πολύ εύκολη. Χρειάζονται πλούσιο, υγρό και καλά αποστραγκιζόμενο έδαφος και μια ηλιόλουστη ή τουλάχιστον ημισκιερή θέση για να ευδοκιμήσουν. Τα κοινότερο καλλιεργούμενα είδη αναπτύσσονται καλύτερα στη θερμή περίοδο του έτους, ενώ τα ψυχρά είδη απαιτούν πτώση της θερμοκρασίας τη νύχτα και δε θ’ανθίσουν στη ζέστη του καλοκαιριού. Εάν οι συνθήκες καλλιέργειας είναι οι κατάλληλες, τα φυτά αναπτύσσονται ταχύτατα κι ανθίζουν άφθονα. Δεν ανθίζουν συνεχόμενα, αλλά κατά κύματα, περιόδους δηλαδή μεγάλης ανθοφορίας εναλλασσόμενες με περιόδους ανάπτυξης.
Τα φυτά αυτά δεν αντέχουν θερμοκρασίες κάτω από το 0, επομένως στις περισσότερες περιοχές της Ελλάδας δεν επιβιώνουν το χειμώνα στο έδαφος. Γι’αυτό θα πρέπει να φυτεύονται σε μεσαίου μεγέθους-μεγάλα δοχεία, που να μπορούν να μετακινηθούν εύκολα σε ασφαλέστερη θέση το χειμώνα. Το διάστημα του χειμώνα τα φυτά βρίσκονται σε νάρκη και μπορεί νά’χουν χάσει όλο το φύλλωμά τους, άρα δε χρειάζονται φωτιεινή θέση. Την περίοδο αυτή θα πρέπει να βρίσκονται σ’ένα δροσερό μέρος και να ποτίζονται πολύ αραιά. Η εποχή αυτή είναι επίσης κατάλληλη για το κλάδεμα. Τυχόν νεκροί ή αδύναμοι βλαστοί θα πρέπει ν’αφαιρεθούν, ενώ και τα υπόλοιπα κλαδιά του φυτού μπορούν να κοπούν κοντά στο μισό του μήκους τους για να ενισχυθεί η θαμνώδης ανάπτυξη. Την άνοιξη, όταν ο κίνδυνος παγωνιάς έχει περάσει οριστικά, τα φυτά μπορούν και πάλι να μετακινηθούν έξω στον ήλιο, το πότισμα και η λίπναση να ξαναρχίσουν κανονικά, κι έτσι θα επανέλθουν πολύ γρήγορα.
Οι μπρουγκμάνσιες πολλαπλασιάζονται είτε με σπόρο είτε με μοσχεύματα. Οι σπόροι θα πρέπει να συλλεχθούν από τους ξηρούς ώριμους καρπούς και να σπαρούν σε μικρό βάθος σε υγρό έδαφος την άνοιξη ή το καλοκαίρι. Σε μερικές εβδομάδες θα πρέπει νά’χουν φυτρώσει. Ο πολλαπλασιασμός με μοσχεύματα είναι ευκολότερος. Ένα κλαδί μήκους περίπου 20 εκ. αφαιρείται από το φυτό και τοποθετείται στο νερό μέχρι να ριζώσει ή φυτεύεται απευθείας σε υγρο χώμα, αφού τού’χουν αφαιρεθεί τα περισσότερα μεγάλα φύλλα για να μη χάνει νερό με αποτέλεσμα να μαραθεί. Εάν το κλαδί έχει διακλάδωση προς τό τέλος του, θά’χει μεγαλύτερη πιθανότητα επιτυχίας. Τα νεαρά φυτά μπορεί να μην ανθίσουν από τον πρώτο χρόνο, μολονότι στη δική μου περίπτωση άνθισαν στους 3 μήνες.
Αν και τα φυτά αυτά έχουν εξελίξει τοξικότητα για ν’αποτρέπουν τα φυτοφάγα ζώα, αυτό δε σημαίνει ότι είναι απρόσβλητα απ’όλες τις ασθένειες. Κάμπιες, γυμνοσάλιαγκες, αφίδες (μελίγκρες) και μύκητες μπορούν να προσβάλλουν τα φυτά, αλλά μπορούν να καταπολεμηθούν με τ’ανάλογα σκευάσματα.

Πέρα από τη χρήση τους ως καλλωπιστικά, τα φυτά αυτά είχαν ιστορικά κι έχουν ακόμα κάποιες άλλες χρήσεις. Εξαιτίας των αλκαλοειδών τους, έχουν χρησιμοποιηθεί ή ακόμα χρησιμοποιούνται από κάποιες φυλές της Νοτίου Αμερικής, κυρίως της περιοχής του Αμαζονίου, ως μέσα πρόσβασης στον κόσμο των πνευμάτων από σαμάνους για μαντικούς κυρίως σκοπούς.

Η χρήση του φυτού ως παραισθησιογόνο είναι σπάνια, εξαιτίας των δυσάρεστων σωματικών συμπτωμάτων και εμπειριών που προκαλεί. Όλα τα μέρη του φυτού περιέχουν τις ενεργές ουσίες, με τη μεγαλύτερη συγκέντρωση στους σπόρους. Το φυτό μπορεί να καπνιστεί, να γίνει τσάι ή και να καταναλωθεί ως έχει. Τα αποτελέσματα εμφανίζονται μερικά λεπτά ή και ώρες μετά τη λήψη της δόσης. Στην αρχή μπορεί να υπάρχει ναυτεία, πονοκέφαλος, έντονη ξηροστομία, διαστολή της κόρης των ματιών (αποτέλεσμα της ατροπίνης, γι’αυτό η ουσία αυτή χρησιμοποιείται και φαρμακευτικά γι’αυτό το σκοπό), δυσκολία εστίασης, αύξηση της θερμοκρασίας του σώματος κ.ά. Μετά ο χρήστης περιέρχεται σε κατάσταση παραλειρήματος, κατά την οποία αποσυνδέεται σχεδόν πλήρως από την πραγματικότητα. Μπορεί για παράδειγμα να βλέπει πράγματα που δεν υπάρχουν, να βρίσκεται σε φανταστικούς χώρους, να συνομιλεί με ανθρώπους που δε βρίσκονται εκεί, να κάνει διάφορες φανταστικές πράξεις, να έχει ασυνάρτητη σκέψη και λόγο, να συγχύζεται, ή και να κοιμάται διαλειπτόμενα. Τη μέρα μετά τη χρήση μπορεί να έχει συμπτώματα hangover. Συνήθως ο χρήστης έχει αμνησία των περισσότερων γενγονότων κατά τη διάρκεια της εμπειρίας και του τη λένε άλλοι. Ακόμα χειρότερο είναι το γεγονός ότι η εμπειρία δεν περιορίζεται μέσα στο μυαλό του, αλλά εκδειλώνεται. Για παράδειγμα ο χρήστης, όταν συνομιλει μ’έναν φανταστικό άνθρωπο, μπορεί να μιλάει φωναχτά, μπορεί για παράδειγμα επίσης να ξύνει και να τραβάει το δέρμα του νομίζοντας ότι ξεντύνεται, να πιάνει ένα φανταστικό τσιγάρο κ.ά. Κάποτε αυτό μπορεί να οδηγήσει σε τραγικές συνέπειες, που μπορεί να φέρουν το χρήστη στο νοσοκομείο, στο κρατητήριο ή και ν’αποβούν μοιραίες, π.χ. μπορεί να τρέχει στο δρόμο πιστεύοντας ότι τον κυνηγάει κάποιος ή να εξσφενδονίζει αντικείμενα πιστεύοντας ότι πολεμάει με κάποιον, ή να ξεντύνεται δημοσίως πιστεύοντας ότι βρίσκεται στο δωμάτιό του.
Η διάρκεια της εμπειρίας είναι συνήθως αρκετές ώρες, ενώ μεγάλες δόσεις μπορεί να διαρκέσουν για 3 μέρες. Πολύ μεγαλύτερες δόσεις μπορούν να επιφέρουν σοβαρά προβλήματα ή ακόμα και το θάνατο.
Εξαιτίας λοιπόν των παραπάνω αρνητικών χαρακτηριστικών, αυτό το παραισθησιογόνο χρησιμοποιείται σπάνια κι όσοι τό’χουν χρησιμοποιήσει δε θά’θελαν να το ξανακάνουν. Είναι δηλαδή περισσότερο δηλητήριο παρά παραισθησιογόνο.
Λόγω πάλι της σπάνιας χρήσης του, το φυτό αυτό είναι νόμιμο και μπορεί να βρεθεί παντού. Τα αλκαλοειδή του χρησιμοποιούνται φαρμακευτικά, π.χ. η ατροπίνη για τη διαστολή της κόρης του ματιού όπως προανέφρα.

Η εμπειρία μου μ’αυτό το φυτό (καλλιέργεια φυσικά, όχι χρήση!) ξεκίνησε πριν 6 χρόνια περίπου, οπότε διαβάζοντας γι’αυτό το φυτό και τις ιδιότητές του πήρα ένα από ένα φυτώριο. Θυμάμαι ότι ο υπάλληλος μου υπενθύμισε ότι είναι δηλητηριώδες. Επειδή όμως τότε δεν ήξερα ακόμα καλά απο φυτά κιαι γιατί μου είπαν ότι είναι φυλλοβόλο, το άφησε έξω το χειμώνα και πάγωσε. Τα φετινά φυτά προέρχονται από σπόρο που πήρα από το χωριό μου (Πύργοι Κοζάνης). Πέρσι είχα εντοπίσει στα κάγκελα της αυλής ενος τφυτού αυτό το φυτό, τεράστιο με πολλά λευκά μοσχοβολιστά άνθη. Σύμφωνα με τις περιγραφές νομίζω ότι είναι B. aurea. Και τότε θυμάμαι κάποιον που μας έλεγε ότι είναι δηλητηριώδες, όταν εγώ με τους φίλους μου πηγαίναμε να το περιεργαστούμε από κοντά. Επειδή όμως ήταν φυτεμένο στο χώμα πάγωσε, και φέτος που ξαναπήγα εκεί το βρήκα ξερό αλλά μ’αρκετούς ανοιχτούς αγκαθωτούς καρπούς. Μάζεψα το σπόροαπό δυο καρπούς και τον έσπειρα σε γλάστρες τον Ιούλιο. Όσο έλειπα το καλοκαίρι φρόντιζε το
αυτόματο σύστημα ποτίσματος.
Επιστρέφοντας για λίγος πίσω σε πέερίπου 3 εβδομάδες , είδα ότι μερικά μικρά φηυτά είχαν βγει. Γενικά το ποσοστό φυτρωτικότητας αυτών των σπόρων ήταν πολύ χαμηλό, αλλά τα περισσότερα από τα φυτά βγήκα ήταν υγειή. Εγώ κράτησα το μεγαλύτερο φυτό των πρώτων 2 φωτογραφιών. Από τότε που το φωτογράφισα, έχει μεγαλώσει αρκετά. Έχει βγάλει νέα μεγάλα φύλλα, ο βλαστός του κοντά στη βάση άρχισε να ξυλοποιείται, έκανε δυο μικρές διακλαδώσεις στην κορυφή, κι έχει βγάλει ένα μπουμπούκι, το οποίο αυτές τις μέρες μεγάλωνε σιγά-σιγά και μάλλον σύντομα θ’ανοίξει.
Η μυρωδιά αυτού του φυτού απωθεί τα φυτοφάγα. Επειδή όμως φοβήθηκα μήπως κατά λάθος
το κουνέλι μου
το φάει και δηλητηριαστεί, έκανα το εξής πείραμα για να το αποδείξω: Έβαλα ένα φύλλο αυτού του φυτού μπροστά στο κουνέλι. Το κουνέλι το μύρισε, και μετά έφυγε. Πιθανόν από ένστικτο αποφεύγει φυτά που μυρίζουν έντονα, όπως έχει κάνει και με μυρωδικά φυτά όπως φασκόμηλο και θυμάρι.

Πηγές και ιστοσελίδες:
άρθρο της αγγλικής wikipedia
και
ενότητα για τη μπρουγκμάνσια στο erowid.org
Με ταξινομικές πληροφορίες, πληροφορίες ειδών, καλλιέργειας, ενεργών ουσιών κ.ά., καθώς κι εμπειρίες από ανθρώπους που πήραν αυτό το φυτό ως παραισθησιογόνο. Οι συνέπειες συχνά είναι τραγικές.

Ενημέρωση 28/9/2011: Σιγά-σιγά το μπουμπούκι μεγάλωνε, ώσπου χθες άνθισε. Ήταν ένα τεράστιο, μοσχοβολιστό άσπρο άνθος του οποίου η μυρωδιά γέμιζε όλο το μπαλκόνι. Σήμερα τη μέρα έκλεισε λίγο. Όμως μετά το έκοψα για να διοχετεύσει το φυτό περισσότερο την ενέργειά του στις ρίζες, τους βλαστούς και τα φύλλα ώστε να μεγαλώσει λίγο παραπάνω πριν το πιάσει ο χειμώνας. Συνήθως οι μπρουγκμάνσιες ανθίζουν στον πρώτο χρόνο κι όταν έχουν μεγαλώσει αρκετά, αλλά σπανιότερα μπορεί ν’ανθίσουν και πολύ νεότερες.

φθνιοπωρινό κολχικό (colchicum autumnale)

Γνωστό και ως φθινοπωρινός κρόκος ή φθινοπωρινή ζαφορά, το κολχικό (γένος Colchicum), ανι και μοιάζει επιφανειακά με τον κρόκο, δεν έχει και τόσο κοτινή συγγένεια, αλλά είναι και δηλητηριώδες. Παρόλα αυτά είναι αρκετά εύκολο να ξεχωρίσετε αυτά τα δύο φυτά. Τα κολχικά έχουν διάφορες χρήσεις, όπως στην φαρμακευτική, στη γενετική μηχανική και ως καλλωπιστικό.

Το γένος Colchicum αριθμεί περί τα 60 είδη, λιγότερα ή περισσότερα ανάλογμα με τον ταξινομιστή, εξαπλωμένα σ’όλη την Ευρώπη και σε μέρη της Δυτικής Ασίας και της Βόρειας Αφρικής, ενώ ως εισαγόμενο μπορεί να βρεθεί και στη Βόρεια Αμερική. Είναι μονοκοτυλήδωνα φυτά της τάξεως των λειριωδών (liliales). Παλαιότερα ταξινομούταν στην οικογένεια των λειριιδών (liliaceae), αλλά τώρα έχουν μετακινηθεί σε δική τους, τους κολχικίδες (colchicaceae). Το όνομα “κολχικό” προέρχεται από μία εκδοχή του μύθου σύμφωννα με την οποία η Μήδεια από την Κολχίδα σκότωσε τα παιδιά της μ’αυτό το δηλητήριο.
Τα κολχικά είναι μικρά, πολυετή φυτά που περνούν το θερμό και ξηρό καλοκαίρι ως κορμοί υπογείως. Ο κορμός, όπως κι ο βολβός, είναι ένας τροποποιημένος υπόγειως αποταμιευτιικός βλαστός, αλλά πιο πεπλατυσμένος και χωρίς εμφανή λέπια. Στις αρχές του φθινοπώρου εμφανίζεται ένα, ενίοτε σε μεγαλύτερους κορμούς περισσσότερα άνθη, μονά σε σωληνοειδής “βλαστούς”, με 6 τέπαλα και 6 στήμονες (ενώ οι πραγματικοί κρόκοι έχουν 3, το κύριο διαφοροποιητικό στοιχείο), συνήθως σε αποχρώσεις του ρόδινου και του μοβ. Ο “βλαστός” αυτός που στηρίζει το άνθος είναι στην πραγματικότητα μέρος του άνθους με τους στύλους και ενώνει τα πάνω μέρη με τις θηλυκές ωοθήκες που βρίσκονται υπογείως. Μετά την ανθοφορία σχηματίζεται ο καρπός με τους σπόρους και αργότερα την άνοιξη ή και νωρίτερα ανάλογα με το κλίμα και το είδος εμφανίζεται το φύλλωμα, που αποτελείται από λίγα όρθια, ταινοειδή φύλλα. Στο διάστημα αυτό το φυτό αναπτύσσεται, εξαντλώντας τον παλιό κορμό και δημιουργώντας νέους, κι έτσι με τον καιρό τα φυτά δημιουργούν συστάδες. Προς το τέλος της περιόδου ανάπτυξης το φυτό αποθηκεύει ενέργεια στους κορμούς για το καλοκαίρι, οπότε το φύλλωμα ξεραίνεται και το φυτό πέφτει και πάλι σε νάρκη.
Πέρα από το διαφοροποιητικό αριθμό των στημόνων από τον κρόκο (κολχικό 6 κρόκος 3), υπάρχουν κι άλλες δύο σημαντικές διαφορές. Ενώ ο κορμός του κρόκου είναι συμμετρικός με το σημείο ανάπτυξης του βλαστού στο κέντρο, αυτός του κολχικού είναι ασύμμετρος με το σημείο του βλαστού λίγο στο πλάι. Ακόμα τα φύλλα του κρόκου είναι στενότερα και φέρουν μια λευκή γραμμή στη μέση, ενώ αυτά του κολχικού είναι πλατύτερα χωρίς τη γραμμή. Επομένως τα δύο αυτά φυτά δε συγχέονται και τόσο εύκολα.

Τα κολχικά καλλιεργούνται ως καλλωπιστικά, αν και λιγότερο από κοινότερους βολβούς, κορμούς και κονδύλους όπως τουλίπες, νάρκισσοι, κρόκοι κ.ά. Τα φυτά ανθίζουν λίγες εβδομάδες μετά τη φύτευση, γι’αυτό οι κορμοί θα πρέπει να φυτευθούν στις αρχές του Σεπτεμβρίου σε καλά αποστραγκιζόμενο χώμα σε βάθος 5-8 εκ. και απόσταση μεταξύ τους 15-20 εκ., επειδή μετά απλώνονται. Μπορείτε να φυτέψετε πολλούς κορμούς μαζί για ένα έντονο αποτέλεσμα, πιο αραιούς, σκορπισμένους ανάμεσα σ’άλλα φυτά και χόρτα ή σε δοχεία. Το φύλλωμα δε θα πρέπει να το κόψετε, αφού μ’αυτό τα φυτά φωτοσυνθέτουν, αναπτύσσονται και αποθηκεύουν ενέργεια στους κορμούς για την επόμενη χρονιά. Γι’αυτό αν θέλετε να κρατήσετε τον τόπο τους ανθισμένο και την άνοιξη, μπορείτε να φυτέψετε διάφορους ανοιξιάτικους βολβούς στο ίδιο μέρος το φθινόπωρο ή ετήσια με ρηχό ριζικό σύστημα. Με τον καιρό οι συστάδες των φυτών θα πυκνώσουν από τους νέους κορμούς που δημιουργούνται κάθε χρόνο και ίσως θα πρέπει να τις αραιώσετε αν φαίνονται εξασθενημένες. Αυτό θα το κάνετε το καλοκαίρι, όταν τα φυτά βρίσκονται σε νάρκη. Την περίσσια κορμών μπορείτε να τη χρησιμοποιήσετε για πολλαπλασιασμό. Οι ικορμοί του κολχικού υπό κανονικές συνθήκες δε θα πρέπει να ξεθάβονται από το χώμα τους, διότι δεν είναι προσαρμοσμένοι για έκθεση σε ξηρές συνθήκες.
Το φυτό πολλαπλασιάζεται με κορμούς με τον τρόπο που προανέφερα ή και με σπόρο. Το σπόρο θα πρέπει να το σπείρετε σ’ένα δοχείο με αμμώδες χώμα και να τον καλύψετε με λίγο κοσκινισμένο χώμα. Έπειτα θα πρέπει να τον τοποθετήσετε σε ψυχρό και φωτεινό μέρος. Όταν τα φυτά έχουν αποβάλλει το φύλλωμά τους το επόμενο καλοκαίρι, μεταφυτεύστε τους κορμούς σε μια άλλη θέση σε βάθος 8 εκ. με απόσταση 10 εκ. μεταξύ τους. Τα φυτά θα φτάσουν σε ηλικία ανθοφορίας σε 3-5 χρόνια.
Το φυτό μπορεί ν’ανθίσει και χωρίς χώμα, αφού έχετε τοποθετήσει τον κορμό σ’ένα δοχείο με λίγο νερό. Εάν το κάνετε αυτό την περίοδο φύτευσης και μετά την άνθιση τον φυτέψετε στο έδαφος θα συνεχίσει ν’αναπτύσσεται κανονικά, αλλιώς άλλη εποχή το βιολογικό του ρολόι μπορεί να μπερδευτεί.

Η ενεργός ουσία του κολχικού που το κάνει τόσο τοξικό είναι το αλκαλοειδές κολχικίνη. Τα κύρια αποτελέσματα της κολχικίνης οφείλονται στην ικανότητά της να αναστέλλει τον πολυμερισμό των μικροσωληνίσκων του κυττάρου ενούμενη με τη τουβουλίνη και κάνοντάς τη μη διαθέσιμη. Έτσι, λειτουργεί ως αποτελεσματικο μιτωτικό δηλητήριο σταματώντας τη μίτωση (διαίρεση σωματικών κυττάρων). Επίσης αναστέλλει την κινητικότητα και δραστηριότητα των ουδετερόφιλων κυττάρων του ανοσοποιητικού συστήματος, λειτουργώντας ως αντιφλεγμονώδες.
Η κύρια φαρμακευτική χρήση της ουσίας είναι ως αντιφλεγμονώδες. Χρησιμοποιείται κυρίως κατά της ουρικής αρθρίτιδας, νόσου με απόθεση ουρικών αλάτων στις αρθώσεις και έντονη φλεγμονή, αλλά και κατά της περικαρδίτιδας και δύο κληρονομικών φλεγμονωδών διαταραχών, του κληρονομικού μεσογειακού πυρετού και της νόσου του Beacet. Λόγω των αντιμιτωτικών ιδιοτήτων, η κολχικίνη θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί και κατά του καρκίνου αφού τα καρκινικά κύτταρα διαιρούνται ταχύτατα, αλλά το πρόβλημα είναι ίδιο μ’αυτό των χημειοθεραπευτικών φαρμάκων, η χρήση της περιορίζεται από την τοξικότητα που έχει στα φυσιολογικά κύτταρα.
Η χρήση εκχυλίσματος κολχικού για τη θεραπεία της ουρικής αρθρίτιδας ήταν ήδη γνωστή από την εποχή του Διοσκουρίδη τον 1ο αι. μ.Χ, ενώ η χρήση του εναντίον των ρευματισμών και των πρηξημάτων αναφέρθηκε για πρώτη φορά στον αιγυπτιακό ιατρικό πάπυρο του Έμπερς του 1500 π.Χ. Η κολχικίνη απομονώθηκε εργαστηριακά το 1820 από τους Γάλλους χημικούς P.S. Pelletier και J. Caventon. Ακόμα το κολχικό χρησιμοποιούταν παλαιότερα ως καθαρτικό και εμετικό, αλλά τ’αποτελέσματα αυτά είναι συμπτώματα ήπιας δηλητηρίασης με την ουσία και κάτι τέτοιο ήταν υπερβολικά επικινδυνο.

Η δόση όμως που απαιτείται για φαρμακευτική χρήση είναι πολύ μικρή, και ακόμα και σ’αυτήν την ποσότητα μπορούν να προκληθούν σοβαρές παρενέργειες με συμπτώματα ελαφράς δηλητηρίασης λόγω της αντιμιτωτικής της δράσης. Γι’αυτό το λόγο αντενδείκνυται για τους νεφροπαθείς, των οποίων ο οργανισμός δε μπορεί ν’αποβάλλει αποτελεσματικά την ουσία. Μεγαλύτερες δόσεις μπορούν να προκαλέσουν σοβαρότατα προβλήματα ή και ν’απειλήσουν τη ζωή.
Η δηλητηρίαση μοιάζει μ’αυτήν του αρσενικού. Συνήθως 3-5 ώρες μετά την κατανάλωση της ουσίας εμφανίζεται κάψιμο στο στόμα και στο λαιμό, πυρετός, κοιλόπονος, εμετός, διάρροια και νεφρική ανεπάρκεια. Σε 24-72 ώρες παρατηρείται ανεπάρκεια πολλαπλών οργανικών συστημάτων με υπογκαιμικό σοκ εξαιτίας μεγάλης απώλειας νερού από κατεστραμμένα αγγεία και το πεπτικό σύστημα (αυτό μπορεί να οδηγήσει στο θάνατο χωρίς υποστήριξη), λευκοπενία (μείωση των λευκών αιμοσφαιρίων), αναιμία εξαιτίας βλάβης του μυελού των οστών, μυική αδυναμία εξαιτίας βλαβών στο νευρικό και μυικό σύστημα και αναπνευστική ανεπάρκεια. Δεν υπάρχει αντίδοτο και η θεραπεία είναι μόνο υποστηρικτική. Η ανάρρωση ξεκινά στις 6-8 ημέρες. Η πρόγνωση ωστόσο είναι κακή γι’άτομα που έχουν ήδη προβλήματα στο ήπαρ και τα νεφρά.
Οι περισσότερες δηλητηριάσεις δεν προέρχονται από σύγχυση του κολχικού με άλλα φυτά ή από υπερδοσολογία φαρμακευτικής κολχικίνης, αλλά από απόπειρες αυτοκτονίας.

Η κολχικίνη τέλος έχει άλλες δύο χρήσεις. Η πρώτη χρήση γίνεται στα φυτά για το διπλασιασμό του αριθμού των χρωμοσωμάτων σ’ένα κύτταρο. Αφού η κολχικίνη εμποδίζει τη μίτωση, το φυτικό κύτταρο παραμένει σταθερό ενώ τα χρωμοσώματα διπλασιάζονται. Αυτό δεν είναι καταστρεπτικό για τα φυτικά όπως είναι για τα ζωικά κύτταρα. Αντίθετα, μειε περισσότερα χρωμοσώματα π.χ. αντί για κανονικό διπλοειδές (2 ζεύγη) να είναι τετραπλοειδές (4 ζεύγη), ένα φυτό έχει τη δυνατότητα για πολύ μεγαλύτερη ποικιλομορφία. Γι’αυτό η μέθοδος αυτή εφαρμόζεται στη δημιουργία ή βελτίωση καλλιεργούμενων ποικιλιών. Επίσης τριπλοδείς ποικιλίες (3 ζεύγη) που είναι στείρες μπορούνα χάρη στην κολχικίνη να γίνουν γόνιμες κάνοντάς τες εξαπλοειδείς.
Η δεύτερη χρηση γίνεται τέλος στη γενετική για τη μελέτη των χροωμοσωμάτων των κυττάρων. Ο καρυότυπος (αριθμός χρωμοσωμάτων) μπορεί να μελετηθεί καλύτερα όταν αυτά είναι πιο πυκνά προς το τέλος της μιτωτικής διαδικασίας. Για να σταματήσει η μίτωση λοιπόν, χορηγείται κολχικίνη στην καλλιέργεια των κυττάρων και η δουλειά γίνεται ευκολότερα.

Πηγές:
Colchicum autumnale link του μήνα
καλλιέργεια κολχικού
φωτογραφίες από κολχικά
Colchicum macrophyllum (κολχικό το μακρόφυλλο)
καλλιέργεια colchicum autumnale
άρθρο της αγγλικής wikipedia γένος κολχικό
άρθρο της αγγλικής wikipedia κολχικίνη
θανατηφόρος δηλητηρίαση με κολχικό μελέτη περίστατικού
άρθρο της βικιπαίδειας ουρική αρθρίτιδα
άρθρο της βικιπαίδειας κυτταρικός κύκλος
Πληρέστερο όμως είναι το
άρθρο της αγγλικής wikipedia
περιγράφεται η μεσόφαση, η μίτωση, όλες οι διαδικασίες.

λεβαντίνη

Τα άρθρα για διάφορα φυτά που είχα εδώ και λίγο καιρό προσχεδιασμένα στο μυαλό μου συνεχίζονται. Μένουν ακόμα λίγα. Έως τώρα, η κατηγορία των φυτών στο ιστολόγιο είναι η μεγαλύτερη, με άρθρα για πολλά είδη, και πιθανότατα θα συνεχίζει ν’αυξάνεται. Σ’αυτό το άρθρο θα γράψω για έναν πολύ κοινό αρωματικό θάμνο, τη λεβαντίνη (Santolina chamaecyparissus).
Η λεβαντινη είναι ένα πολύ δημοφιλές φυτό στην Ελλάδα. Είναι πυκνή, συμπαγής, αρωματική, πολύ ανθεκτική και ευπροσάρμοστη. Μπορεί να βρεθεί πολύ εύκολα στα περισσότερα φυτώρια και ανθοεκθέσεις.
Η λεβαντίνη ενδημεί στις μεσογειακές χώρες, συμπεριλαμβανομένης και της χώρας μας. Στη φύση φυτρώνει συνήθως σε ζεστά, ανοιχτά και ηλιόλουστα μέρη με ασβεστώδες αλκαλικό έδαφος όπως πλαγιές, μεσογειακές παράκτιες περιοχές, ξερά λιβάδια κ.ά. Το γένος Santolina περιλαμβάνει από 5 έως 24 είδη, ανάλογα με τον ταξινομιστή. Το είδος S. chamaecyparissus πάντως ειναι από τα σταθερά. Το όνομα του συγκεκριμένου είδους chamaecyparissus (χαμαικυπάρισσος) το πήρε από την επιφανειακή ομοιότητα του φυλλώματος μ’αυτού του κωνοφόρου. Η λεβαντίνη δεν έχει καμία σχέση με τη λεβάντα, η λεβάντα ανήκει στην οικογένεια των χειλανθών ή σελινιδών μαζί μ’άλλα μυρωδικά και φαρμακευτικά φυτά όπως το θυμάρι, η ρήγανη κι ο
δυόσμος,
ενώ η λεβαντίνη ανήκει στην οικογένεια των συνθέτων ή αστεριδών, μαζί με τις μαργαρίτες, τα μαρούλια και πολλά άλλα φυτά.
Η λεβαντίνη είναι πολυετής, ξυλώδης και αειθαλής θάμνος, πολύ πυκνος και χαμηλός με πολλές παραφυάδες. Οι παλαιότεροι βλαστοί αποκτούν μεγάλο πάχος με τα χρόνια. Το φυτό έχει μέτριες διαστάσεις, με μέγιστο ύψος τα 60 εκ. και πλάτος το 1 μέτρο, αν και συνήθως είναι μικρότερο. Τα κλαδιά του είναι πολύ πυκνά, κι όλος ο θάμνος είναι συμπαγής. Τα φύλλα είναι μικρά, πυκνά, σύνθετα φτεροειδή με ασιμωπό χνούδι, δίνοντας στο φυτό ένα γκριζοπράσινο χρώμα, και αρωματικά αν τριφτούν. Τα άνθη βγαίνουν κατά κίτρινα κεφάλια διαμέτρου 1-2 εκ. πολύ πάνω απ’το φύλλωμα σε ψηλούς (10-25 εκ.), λεπτούς και λείους βλαστούς. Το φυτό ανθίζει Μάιο-Ιούνιο, αλλά τα ξερά άνθη παραμένουν για όλο το καλοκαίρι. Τα άνθη έχουν διαφορετική μυρωδιά απ’το φύλλωμα.
Το φυτό καλλιεργείται για το γκριζοπράσινο αρωματικό φύλλωμά του, το πυκνό και συμπαγές σχήμα του και λιγότερο για τ’άνθη του. Φυτεύεται σε κήπους σε κοντές συστάδες θάμνων, σε όρια κοντών θάμνων ή ως ψηλή εδαφοκάλυψη. Φυτεύεται επίσης και σε δοχεία. Θα πρέπει να βρίσκεται σε ζεστή και ηλιόλουστη θέση, μ’όσο το δυνατόν περισσότερες ώρες ήλιο την ημέρα. Στη σκιά η ανάπτυξή του θα μειωθεί και θα γίνει πολύ αραιό, με λεπτούς βλαστούς που θα στρέφονται προς το πιο φωτεινό σημείο. Ευδοκιμεί σε ελαφρύ αμμώδες ή μέτριο αμμωπηλώδες έδαφος με ουδέτερο ή αλκαλικό ph και καλή αποστράγκιση. Το φυτό δεν ανέχεται συνεχή υγρασία στις ρίζες του και το έδαφος θα πρέπει ν’αφεθεί να στεγνώνει ανάμεσα στα ποτίσματα. Αν βρίσκετε σε γλάστρα, θα πρέπει ν’αδειάζετε το νερό που λιμνάζει στο πιατάκι. Αντέχει στην ξηρασία και τον έντονο άνεμο. Το χειμώνα δεν έχει πρόβλημα έως τους -15 βαθμούς, αρκεί το έδαφος να στραγκίζει καλά από τα πολλά νερά των βροχών. Λιπαίνετε περιοδικά με ισορροπημένο λίπασμα ή αναμειγνύοντας οργανικό υλικό όπως κοπριά ή κομπόστ στο έδαφος.
Πολλαπλασιάζεται με σπόρο (εγγενώς) και βλαστητικά (αγενώς). Ο σπόρος συλλέγεται από τους ξηρούς καρπούς (τα ξερά κεφάλια) το καλοκαίρι και σπέρνεται σ’ελαφρύ έδαφος. Μετά από ένα χρόνο τα φυτά θα έχουν μεγαλώσει αρκετά και θα μπορούν να φυτευθούν στην οριστική τους θέση. Πολλαπλασιάζεται και με μοσχεύματα, τα οποία είναι κλαδιά που κόβονται μαζί με λίγο φλοιό και ξύλο από το γονικό τους κλαδί και φυτεύονται σε υγρό μέρος μέχρι να ριζώσουν. Σε μερικές εβδομάδες θα έχουν πιάσει. Τέλος ο πιο εύκολος τρόπος είναι με διαίρεση. Απλά σκάβετε μια παραφυάδα του φυτού και την κόβετε μ’ένα μαχαίρι ή παρόμοιο εργαλείο, μαζί με το ριζικό της σύστημα, καλύτερα άνοιξή ή φθινόπωρο. Μετά μπορείτε να τη φυτέψετε σε μια άλλη θέση χωρίς ιδιαίτερη αρχική φροντίδα, εκτός από λίγα καλά αρχικά ποτίσματα. Εάν όμως η παραφυάδα είναι πολύ μικρή θα χρειαστεί λίγη σκιά μέχρι να δείξει σημάδια ανάπτυξης.
Το φυτό είναι πολύ ανθεκτικό σε εντομολογικές και μυκητολογικές ασθένειες. Σε συνθήκες χαμηλού φωτός γίνεται αραιό και με λεπτά, αδύναμα κλαδιά. Η συνεχής υγρασία μπορεί να σαπισει τις ρίζες του.
Κλάδεμα συνήθως δε χρειάζεται αφού διατηρεί από μόνο του το συμπαγές του σχήμα. Ωστόσο περιοδικά μπορεί να γίνει για ακόμα περισσότερη πύκνωση του φυτού. Το φυτό μπορεί να κλαδεφτεί πολύ αυστηρά χωρίς προβλήματα, αλλά επειδή τα μπουμπούκια σχηματίζονται στο ξύλο της προηγούμενης χρονιάς, δε θ’ανθίσει τη χρονιά που θα κλαδευτεί. Ιδανική εποχή είναι νωρίς την άνοιξη.
Έχω ένα τέτοιο φυτό εδώ και δύο χρόνια. Το πήρα απ’τον πατέρα μου από διαίρεση πριν δύο χρόνια τέτοιο μήνα. Είναι πολυ ανθεκτικό και το συνιστώ σε κάποιον που θέλει ένα φυτό με λίγες σχετικά απαιτήσεις. Έχω παρατηρήσει ότι αν και η ανάπτυξή του είναι μέτρια, και ίσως στην αρχή δε φαίνεται να μεγαλώνει και πολύ, σιγά-σιγά φτάνει σε μεγάλο μέγεθος.

Εκτός από τη χρήση της ως καλλωπιστικό, η λεβαντινη έχει και φαρμακευτικές χρήσεις, μολονότι χρησιμοποιείται σπανιότερα σε σχέση μ’άλλα φαρμακευτικά φυτά. Το έγχυμα ή αφέψημα των φύλλων και των ανθέων έχει χρησιμοποιηθεί ως αντισπασμωδικό, τονωτικό, ανθελμυνθικό κι εμμηναγωγό. Η σκόνη του ξερού φυτού έχει χρησιμοποιηθεί σ’επιθέματα πάνω σε πληγές και τσιμπήματα εντόμων για την ταχύτερη επούλωσή τους. Τέλος δεματάκια ξερών κλαδιών αυτού του φυτού ανάμεσα σε ρούχα διώχνουν αποτελεσματικά το σκόρο.

Πηγές και ιστοσελίδες:
λεβαντίνη πληροφορίες
λεβαντίνη πληροφορίες 2
άρθρο της αγγλικής wikipedia για τη λεβαντίνη
άρθρο της αγγλικής wikipedia για το γένος Santolina
καλλιέργεια λεβαντίνης
λεβαντίνη πληροφορίες, καλλιέργεια και χρήσεις

καρποί σαμπούκου

Πηγή:
Ελευθεροτυπία

Γεύσεις με ιστορία

Σαμπούκος, ο γνωστός – άγνωστος

Κάτι μικρά κατακόκκινα μπαλάκια που λικνίζονται σε ψηλά και δυνατά δέντρα, σαν τσαμπιά στο χρώμα του αίματος, έχουν πολλή ιστορία μέσα τους. Γι’ αυτό, αν τύχει και τώρα στις διακοπές το μάτι μας πέσει σε κάποιο τέτοιο δέντρο, όπως αυτό της φωτογραφίας που τραβήχτηκε στη Δράκεια του δυτικού Πηλίου, ας μείνουμε για λίγο και ας ξεκινήσουμε να λέμε στην παρέα μας την ιστορία του Σαμπούκου του Μελανού ή επί το ελληνικότερον, της κουφοξυλιάς ή αφροξυλιάς.

Sambucus nigra, λοιπόν, σχεδόν άγνωστο αλλά τόσο περήφανο δέντρο. Και μάλιστα τώρα που είναι η εποχή του. Γεννήθηκε πριν από χιλιάδες χρόνια και το όνομά του κρατάει από Ελλάδα. Πώς; Η «σαμβύκη» ή «ιαμβύκη», κατά τον Ησύχιο, είναι η νονά του καθώς πρόκειται για τον αιολικό τύπο του «σάνδυξ», που σημαίνει το βαθυκόκκινο χρώμα. Να λοιπόν μια πρώτη χρήση του. Η παραγωγή κόκκινου χρώματος. Σάνδυξ ήταν και η ονομασία των αεράτων διαφανών φορεμάτων των γυναικών στην αρχαία Ελλάδα. Και μια άλλη χρήση: Σαμβύκη ήταν στην αρχαιότητα ένα πασίγνωστο μουσικό όργανο που ερχόταν κατά πάσα πιθανότητα από την Περσία και κατασκευαζόταν από ξύλο σαμπούκου. Στη σύγχρονη εποχή, και μάλιστα στην Ελλάδα, συναντούμε τον απόγονό του με τη μορφή της πασίγνωστης «τσαμπούνας». Αλλες αναφορές κάνουν λόγο για τη χρησιμοποίηση του ξύλου του σαμπούκου στην κατασκευή πολιορκητικών μηχανών κατά την αρχαιότητα αλλά και του γνωστού «καταπέλτη» κατά τη περίοδο του ύστερου Μεσαίωνα που χρησιμοποιούνταν για την πολιορκία απόρθητων κάστρων εκτοξεύοντας πέτρες ή φλεγόμενες ύλες. Φυσιοδίφες του περασμένου αιώνα αναφέρουν ότι από ξύλο σαμπούκου φτιάχτηκε και ο σταυρός του Ιησού αλλά και ότι από κλαδί σαμπούκου κρεμάστηκε ο Ιούδας. Ο Πλίνιος, μάλιστα, έκανε πλήθος αναφορές στις φαρμακευτικές ιδιότητες των καρπών του σαμπούκου που ήταν ήδη διαδεδομένες από την εποχή του Ιπποκράτη.

Κρυολογήματα. Δερματικά προβλήματα, αναπνευστικές δυσλειτουργίες, αιμορροΐδες και πολλά άλλα. Βιταμίνες Β1 και C, φολικό οξύ, αιθέρια έλαια, τανίνες, στερόλες, πρωτεΐνες. Ολα αυτά και περισσότερα κρύβονται μέσα στους καρπούς του σαμπούκου. Η συνηθέστερη χρήση των φύλλων του είναι η παρασκευή ενός αφεψήματος που είναι ιδιαιτέρως διαδεδομένο σε αρκετά μέρη της Ελλάδας, κυρίως όμως στη Θεσσαλία. Μάλιστα, λέγεται ότι το αφέψημα αυτό δρα κατασταλτικά εναντίον της εξέλιξης του κρυολογήματος όπως ακριβώς και η πολύ πιο γνωστή «εχινάτσια». Στην κοσμετολογία, στη φαρμακευτική, στη ζαχαροπλαστική, στην οινοποιία, ο σαμπούκος έχει το δικό του χώρο. Γι’ αυτό, λοιπόν, μην το προσπεράσετε έτσι. Βάλτε, τουλάχιστον, στο χέρι μια χούφτα φυλλαράκια για τα κρυολογήματα του χειμώνα. Προς το παρόν, όμως, απολαύστε την καταπληκτική μαρμελάδα που κι εμείς γευτήκαμε εις το βουνό ψηλά εκεί…

Σύγχρονη μορφή τσαμπούνας, γκάιντας δηλαδή. Το όργανο που έρχεται από τα βάθη της ιστορίας φτιάχνεται κατά κύριο λόγο από ξύλο σαμπούκου που ευδοκιμεί στην Ασία, την Ευρώπη και την Αμερική. Στα ελληνικά νησιά τη λένε τσαμπούνα, στην ηπειρωτική και κυρίως στη Β. Ελλάδα τη λένε γκάιντα.

Ο Δειπνητής deipnitis@enet.gr

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – 04/08/2007

Σημειώσεις:
1. Στα αρχαία ελληνικά, το γράμμα υ προφερόταν ως “ου”, εκτός από την αττική και ιωνική διάλεκτο, όπου προφερόταν ως κάτι ανάμεσα στο ου και στο ι, κάτι σαν το γαλλικό u. Άρα η λέξη “σαμπούκος” διατηρεί την αρχαία ελληνική προφορά του υ. Άλλες τέτοιες είναι το τούμπανο=τύμπανο, αξούριστος=αξύριστος κ.ά.
2. Στο χωριό μου, Πύργοι Κοζάνης, το σαμπούκο το λένε μπόζι και από τ’αποξηρεμένα άνθη του, όχι τόσο από τα φύλλα, φτιάχνουν τσάι για τον πονοκέφαλο. Υπάρχει επίσης στην περιοχή ένα παρόμοιο φυτό με το ίδιο όνομα, το οποίο όμως είναι ποώδες, πολύ πιο διαδεδομένο κυρίως σε υγρά μέρη, δύσοσμο και δεν έχει φαρμακευτική αξία. Τα παιδιά συνηθίζουν να βάφουν σκούρο με το χυμό των καρπών του το δρόμο. Προσελκύει μέλισσες και χρυσομπούμπαρους.
3. Στα αγγλικά το δέντρο αυτό λέγεται “elder” και ο καρπός του “elderbery”.

καρυδιά, φωτογραφία από τη βικιπαίδεια


Φυτρωμένο καρύδι που βρήκα κάτω από μια καρυδιά. Αν βρισκόταν στις κατάλληλες συνθήκες, ίσως εξελισσόταν σε μεγάλο δέντρο.

Από:
Ιάτωρ

Η ΚΑΡΥΔΙΑ (Juglans regia):
Γράφτηκε στις 31 Ιανουαρίου 2009 Συγγραφέας: Ελένη ΣάπικαΚλείσιμοΙατρός: Σάπικα Όνομα: Ελένη Σάπικα
Email: info@iator.gr
Site: http://
Βιογραφικό: Πτυχ . Τμήματος χημείας τροφίμων Πανεπιστημίου ΙωαννίνωνΌλες οι δημοσιεύσεις του/της ιατρού στο Ιάτωρ (2)

ΕΝΑ ΔΕΝΤΡΟ ΜΕ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Η καρυδιά είναι αυτοφυές δέντρο της Ασίας και κατατάσσεται στα φαρμακευτικά φυτά. Αξιοποιούνται σχεδόν όλα τα μέρη της (ρίζα, κορμός, φύλλα, καρποί, άνθη), τόσο για θεραπευτικούς και διατροφικούς σκοπούς, όσο και σε διάφορες βιομηχανίες. Διακρίνεται για την υψηλή διατροφικής της αξία και για τη συμβολή της σε διάφορες ασθένειες.

ABSTRACT
Walnut is native of Asia and it is enlisted to pharmaceutical plants. It is used for medical and food purposes and it is also used in many industries. Its fruit is very famous for its nutrient value and its contribution to many diseases.

1. ΤΑ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΑ ΦΥΤΑ ΚΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥΣ
Είναι πράγματι εκπληκτικό αν σκεφτεί κανείς ότι υπάρχουν φυτά που περιέχουν ένα ή και περισσότερα δραστικά στοιχεία, τα οποία έχουν την ικανότητα, να προλαμβάνουν, να ανακουφίζουν, ή και να θεραπεύουν ασθένειες.
Τι ήταν άραγε αυτό που οδήγησε τους ανθρώπους στην ανακάλυψη αυτών των φυτών; Οποιαδήποτε και αν είναι η αλήθεια, είναι γεγονός ότι τα φαρμακευτικά φυτά κατέχουν ιδιάζουσα θέση ανάμεσα στους ανθρώπους όλων των λαών και όλων των εποχών.
Τα ενεργά συστατικά των φυτών και οι φαρμακευτικές τους ικανότητες δεν ήταν γνωστά από τα πολύ παλιά χρόνια. Οι άνθρωποι τότε προσπαθούσαν να θεραπευτούν με τον μυστικισμό και τη μαγεία που εφαρμόζονταν στα ιερά του Ασκληπιού και των άλλων θεών, καθώς θεωρούνταν ότι η ιατρική ήταν θεϊκό προνόμιο.
Με το πέρασμα όμως των χρόνων, πολλά φυτά άρχισαν να γίνονται γνωστά για τις θεραπευτικές τους ιδιότητες.
Ο Ιπποκράτης (460-370 π.Χ.), απάλλαξε την ιατρική από την μυθική λατρεία των θεών. Με σοφία κατέταξε φυτά σε κατηγορίες ανάλογα με τις θεραπευτικές τους ιδιότητες που προσδιόρισε σε διάφορες ασθένειες. Τη θεωρία όμως της θεραπείας με βότανα την χρωστάμε στον Θεόφραστο (372-287 π.Χ.) και στο Διοσκουρίδη (1ος μ.Χ. αιώνας), ο οποίος είχε μελετήσει πάνω από 500 φυτά για τη δράση τους σε ασθένειες του ανθρώπινου σώματος.
Εκτός από τους Έλληνες, και άλλοι λαοί ασχολήθηκαν στην αρχαιότητα με τα φαρμακευτικά φυτά. Οι Κινέζοι, οι Άραβες, οι Ασσΰριοι και οι Σουμέριοι, ένας από τους αρχαιότερους λαούς του κόσμου, γνώριζαν τις θεραπευτικές ιδιότητες 200 περίπου φυτών.
Επίσης, οι κάτοικοι της αρχαίας Αιγύπτου, τα χρησιμοποιούσαν για τη μουμιοποίηση των νεκρών, τις θρησκευτικές τελετές, στην παρασκευή αρωμάτων, καθώς και για τη θεραπεία διαφόρων παθήσεων.
Η χρησιμοποίηση των φαρμακευτικών φυτών συνεχίσθηκε από τότε να μεταδίδεται από γενιά σε γενιά για να φθάσουμε στο σήμερα, όπου η επιστήμη βρήκε και προσπαθεί να βρει κι άλλα φυτά για τη χρησιμοποίηση τους τόσο στις βιομηχανίες καλλυντικών και τροφίμων, όσο και στην παρασκευή φαρμάκων (1, 2, 3).

2. Η ΔΡΑΣΤΙΚΗ ΤΟΥΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ
Η αποτελεσματικότητα των φαρμακευτικών φυτών εξαρτάται από το είδος της ζωής που κάνουμε και από την διατροφή μας. Δεν έχουν άμεση δράση όπως τα φάρμακα και σκοπός τους είναι να επαναφέρουν τη φυσική ισορροπία των λειτουργιών του σώματος. Η χρήση τους στοχεύει κυρίως στα αίτια που προκαλούν την ασθένεια ή τη δυσλειτουργία του οργανισμού και όχι στην άμεση καταστολή τους.
Τα βότανα χρησιμοποιούνται είτε για εσωτερική χρήση (ροφήματα, φαγητό, σιρόπι, κ.α.), είτε για εξωτερική (κατάπλασμα, εντριβές, κολλύρια, κ.α.). Βοηθούν σε μία σειρά από ασθένειες, όπως λοιμώξεις του αναπνευστικού και του κυκλοφορικού συστήματος, δερματικά προβλήματα, προσβολές από βακτήρια, μύκητες και ιούς, τσιμπήματα εντόμων, αϋπνίες και ένα σωρό άλλες ασθένειες, που μπορούν να γιατρευτούν με τη δύναμη τους.
Στις μέρες μας το 40% των φαρμακευτικών παρασκευασμάτων είναι φυτικής προέλευσης. Παρ’ όλα τα επιστημονικά επιτεύγματα, σήμερα το 80% του παγκόσμιου πληθυσμού βασίζεται στην θεραπευτική δύναμη των φυτών, ένα από τα οποία είναι η καρυδιά με εκπληκτικές ιδιότητες (1, 2, 4).

3. Η ΚΑΡΥΔΙΑ – ΒΟΤΑΝΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ

3.1. Ονομασία – Καταγωγή
Σύμφωνα με το μύθο, τη «χρυσή εποχή», όταν οι άνθρωποι ζούσαν πάνω στις βελανιδιές, οι θεοί κατοικούσαν στις καρυδιές. Από κει η καρυδιά πήρε το όνομα Juglans που προέρχεται από τις λέξεις «Jovis glans» – βάλανος του Δία. Το δέντρο αυτό ήταν γνωστό από την αρχαιότητα και αναφέρονταν με το όνομα «κάρυα» ή «κάρυον».
Σήμερα είναι γνωστό με διάφορα ονόματα, όπως γιουνγκλανς η βασιλική (Junglans regia), κάρυα η βασιλική, Αγγλική ή Περσική καρυδιά κ.α. Οι καρποί της έχουν πάρει το όνομα τους, κατά τον Πλούταρχο, από το «κάρος», επειδή όσοι κοιμούνται κάτω από αυτήν, εισπνέουν τη βαριά οσμή που εκπέμπεται και πέφτουν σε βαθύ ύπνο.
Η καρυδιά κατάγεται απ’ την Αρμενία και προ παντός την Περσία, όπου βρίσκεται κυρίως σε άγρια κατάσταση. Στην Ασία απαντά στις περιοχές του Καυκάσου, της Κασπίας θάλασσας, της Βιρμανίας, της Ιαπωνίας, στα Βόρεια των Ινδών και στην Κίνα.
Στην Ευρώπη καλλιεργείται από τη Ρωμαϊκή εποχή για τα εδώδιμα καρύδια της και στη χώρα μας βρίσκεται σαν αυτοφυές και καλλιεργούμενο δέντρο σε πολλά μέρη και κυρίως στη Θεσσαλία, την Ήπειρο και τον Τυμφρηστό (5, 6, 7).

3.2. Ταξινόμηση – Ποικιλίες
Η καρυδιά ανήκει στο βασίλειο των φυτών (Βασίλειο: Plantae), στα σπερματόφυτα (Άθροισμα: Spermatophyta), αγγειόσπερμα φυτά (Ομάδα: Angiospermae, Υποάθροισμα: Magnoliophytina), είναι δικοτυλήδονο – απέταλο (Κλάση: Magnoliatae, Υποκλάση: Hamamelidae) και ανήκει στην οικογένεια των Καρυωδών (Jugalndaceae), της τάξης Juglandales και στο γένος Juglans.
Το γένος αυτό αριθμεί 55 περίπου είδη, καθώς και αρκετές ποικιλίες. Από τις ελληνικές οι πιο διαδεδομένες είναι η «Ανδριώτικη», η «Καρπενισιώτικη», η ποικιλία «Σελιτσάνης», τα «Μυτοκάρυδα», τα «Αγιορείτικα», τα «Γυμνοκάρυδα», κ.α.
Από τις ξενικές ποικιλίες οι πιο γνωστές είναι η «Φελτρίνα», το «καρύδι του Σερέντο», η «Παριζιάνικη», η «Φρανκέτ» (Franquette), η «Μαγιέτ» (Mayette), η «Ρίτα» (Rita), η «Proslavski», η «Buccaneer», η Coenen, η Broadview κ.α. (8, 9, 10, 11).

3.3. Μορφολογικά χαρακτηριστικά
Η καρυδιά είναι ένα μεγάλο φυλλοβόλο δέντρο, μακρόβιο, ύψους 12 – 30 μέτρα, όπου σπάνια φτάνει και τα 60 μέτρα. Είναι δέντρο με ελεύθερη ανάπτυξη, δυνατά κλαδιά και με μεγάλη απλωτή κόμη.
Τα φύλλα της είναι μεγάλα, σύνθετα, χωρισμένα σε πολλά μικρότερα ωοειδή, σκουροπράσινα, κατά ζεύγη, φυλλάρια που έχουν ευχάριστη μυρωδιά.
Τα άνθη της έχουν λευκό χρώμα, είναι μονογενή και παράγουν αρσενικά και θηλυκά αναπαραγωγικά όργανα σε διαφορετικά άνθη πάνω στο ίδιο όμως δέντρο. Τα αρσενικά άνθη είναι διατεταγμένα κατά κρεμάμενους βότρεις (ίουλους), ενώ τα θηλυκά κατά στάχεις στις άκρες των βλαστών. Ανθίζει τον Απρίλιο – Μάιο.
Ο καρπός της είναι δρύπη, το γνωστό καρύδι, με σχήμα ωοειδές ή σφαιρικό. Το περικάρπιο του, που είναι πράσινο στην αρχή και μετά σκουραίνει όταν ωριμάσει, αποτελείται από ανθεκτική επένδυση, το ενδοκάρπιο, που είναι σκληρό, ξυλώδες και λέγεται κέλυφος (καρυδότσουφλο). Το ενδοκάρπιο αποτελείται από 2 τμήματα και περικλείει το σπέρμα (ψίχα), το οποίο χωρίζεται ως το μέσο σε 4 λοβούς με 4 μεμβρανώδη ημιδιαφράγματα (9, 12, 13).

3.4. Πολλαπλασιασμός – Γονιμοποίηση
Η καρυδιά είναι δέντρο που πολλαπλασιάζεται εγγενώς με σπόρους και αγενώς με μοσχεύματα πολύ εύκολα σε δροσερά μέρη.
Σήμερα στην δενδροκομία γίνεται στρωμάτωση των σπόρων σε κασόνια με ψιλή άμμο, όπου αναπτύσσονται δενδρύλλια. Τα σποριόφυτα φυτεύονται στις μόνιμες θέσεις τους πρόωρα το καλοκαίρι και χρήζουν μερικής προστασίας από το κρύο για τον πρώτο τους χειμώνα.
Η καρυδιά επικονιάζεται με τον αέρα. Η γύρη της μεταφέρεται σε απόσταση περίπου 75 – 90 μέτρα και συνεπώς οι καρυδιές – γονιμοποιητές θα πρέπει να τοποθετούνται στους οπωρώνες σε κάθε 10η σειρά και σε αντίθετη κατεύθυνση από τον άνεμο (14).
3.5. Οι απαιτήσεις της καρυδιάς
Η καρυδιά έχει μεγάλη, υπόγεια βλάστηση και απαιτεί έδαφος βαθύ, καλά αποστραγγιζόμενο, αργιλώδες, θρεπτικό, ασβεστούχο και ελαφρώς αλκαλικό (pH 4.5 έως 8.2). Ευδοκιμεί σε μέτρια υγρό και ζεστό κλίμα, το οποίο βελτιώνεται με τη σκιά των φύλλων της, και σε θέση προφυλαγμένη από ισχυρούς ανέμους. Αντέχει μια ετήσια βροχόπτωση που ανέρχεται στα 31 ως 147 εκατοστά και ετήσια μέση θερμοκρασία 7 με 21.1 °C (όταν βρίσκεται σε λήθαργο αντέχει σε πολύ χαμηλές θερμοκρασίες, κάτω των -27 °C, χωρίς σοβαρές επιπτώσεις). Είναι φωτόφιλο είδος και ευπαθές στους παγετούς κατά την νεαρή του ηλικία (7, 10, 13).

3.6. Καλλιεργητικές φροντίδες
Η καρυδιά έχει ανάγκη από κλάδεμα στη ρίζα, 2 – 3 πόντους κατά το φύτεμα, όπως και στη φούντα, για να σχηματιστεί καλό ριζικό σύστημα. Απαραίτητα είναι τα ποτίσματα και τα σκαλίσματα στο δενδρύλλιο για να αναπτυχθεί γρήγορα. Ο λάκκος ποτίσματος θα πρέπει να είναι σε μικρή απόσταση από τον κορμό, διότι όταν είναι κορεσμένος από νερό ο κορμός προσβάλετε από μύκητες.
Στις εντατικές καλλιέργειες, οι καρυδιές φυτεύονται αρχικά σε αναλογία 13 – 18 δέντρα ανά στρέμμα και αραιώνονται σε 8 – 13 δέντρα, όταν με την πάροδο του χρόνου παρατηρείται συνωστισμός. Οι ποικιλίες που χρησιμοποιούνται σαν γονιμοποιητές φυτεύονται σε πυκνές σειρές και σε επιλεγμένες αποστάσεις (10, 13, 14, 15).

3.7. Παραγωγή – Αποδόσεις
Η καρυδιά είναι δέντρο που καλλιεργείτε τόσο για τον εδώδιμο καρπό της, όσο και για την εκμετάλλευση του ξύλου της. Οι νεώτερες ποικιλίες καρποφορούν για πρώτη φορά στα 5 με 8 χρόνια και παράγουν περίπου 2.5 τόνους ανά εκτάριο. Οπωρώνες σε σχετικά φτωχά εδάφη, όπως βουνά, παράγουν 1.5 με 2.25 τόνους ανά εκτάριο, ενώ οπωρώνες σε καλά καλλιεργημένες περιοχές παράγουν 6.5 με 7.5 τόνους ανά εκτάριο (10).

3.8. Συλλογή – Συγκομιδή
Τα φύλλα της καρυδιάς συλλέγονται την άνοιξη, τα μπουμπούκια και άνθη τον Μάιο, ο πράσινος εξωτερικός φλοιός τον Ιούλιο, ενώ τα καρύδια στις αρχές του Σεπτέμβρη έως τις αρχές του Νοέμβρη.
Η συγκομιδή των καρπών γίνεται με το τίναγμα των δέντρων με δονητές κορμών ή άκρων ανάλογα με το μέγεθος τους. Τα καρύδια συλλέγονται σε μεγάλα δοχεία και μεταφέρονται σε εγκαταστάσεις επεξεργασίας, όπου αφαιρείται ο εξωτερικός φλοιός και ξηραίνονται σε στεγνωτήρες με εξαναγκασμένο αέρα στους 38 – 43 οC έως ότου η περιεχόμενη υγρασία φτάσει το 8%. Μπορούν να διατηρηθούν αρκετούς μήνες σε θερμοκρασία περιβάλλοντος όταν είναι ξερά και για χρόνια όταν καταψυχθούν. Πωλούνται είτε με το περίβλημα μετά από λεύκανση, είτε μόνο η ψίχα.
Τα φύλλα ξηραίνονται είτε σε εξωτερικούς ημισκιερούς χώρους, είτε σε χώρους με ελεγχόμενη θερμοκρασία και υγρασία. Όταν ξεραθούν φυλάγονται με προσοχή για να διατηρείται η οσμή και η γεύση τους. Ο πράσινος φλοιός των καρυδιών με την αποξήρανση του γίνεται λεπτός, ζαρώνει και παίρνει γλυκιά γεύση (7, 13, 14).

4. ΦΥΣΙΚΕΣ ΚΑΙ ΧΗΜΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΗΣ ΚΑΡΥΔΙΑΣ
Η καρυδιά είναι ένα δέντρο του οποίου όλα τα μέρη είναι χρήσιμα, όπως τα φύλλα, ο πράσινος φλοιός του καρπού, ο φλοιός των μίσχων και των ριζών, η επιδερμίδα της ψίχας, τα καρύδια, τα άνθη, ακόμα και το ξύλο.
Τα φύλλα της έχουν οσμή ισχυρή, αρωματική που γίνεται πιο έντονη όταν τα τρίβει κανείς με τα δάκτυλα του. Η δε γεύση τους είναι υπόπικρη, ρητινώδης και ελαφρά δηκτική. Περιέχουν γιουγκλόνη, γιουγκλαντίνη, από τις πιο σημαντικές ουσίες της καρυδιάς, ταννίνη, ινοσίτη, δεψικές ουσίες, κερκετίνη, καϊμπφερόλη, καφεϊκό οξύ, ίχνη π-κουμαρικού οξέος, ένα αιθέριο έλαιο, μια χρωστική και μια πικρή ουσία.
Οι τανίνες ευνοούν την αποκατάσταση του πνευμονικού παρεγχύματος και μαζί με τον ινοσίτη αποτελούν τονωτικά των μυϊκών ιστών. Η γιουγκλαντίνη που περιέχουν, ένα αλκαλοειδές, είναι καθαρτική και διεγείρει την όρεξη επιδρώντας ευνοϊκά στο στομάχι.
Είναι πλούσια σε βιταμίνη C (σχεδόν 1% του βάρους), καθώς και σε καροτίνη. Λέγεται ότι περιέχουν και ιώδιο. Συγκριτικά με τα φύλλα, τα άνθη της είναι περισσότερο πικρά, ρητινώδη και δηκτικά στη γεύση.
Το σαρκώδες πράσινο περικάρπιο των καρυδιών είναι πλούσιο σε καρπικά οξέα και μεταλλικά στοιχεία. Περιέχει άμυλο, χλωροφύλλη, μηλικό και κιτρικό οξύ, άλατα, ταννίνη, δεψίνη και άλλες ουσίες. Ο χυμός του, διηθούμενος, είναι ανοιχτόχρωμος στην αρχή, όταν όμως έρθει σε επαφή με τον αέρα γίνεται πολύ σκούρος και ταυτόχρονα χάνει την πικρή του γεύση.
Στην επιφάνειά του σχηματίζεται μια μαύρη κρούστα που προέρχεται από την αλλοίωση ενός κυρίου συστατικού της καρυδιάς, της γιουκλόνης, που είναι άγευστη, άοσμη και όταν αποξηρανθεί έχει την όψη Εβραϊκού κατραμιού (Bitume de Jude).
Επίσης, από το περικάρπιο παράγεται ένα αιθέριο κιτρινόχρωμο έλαιο, ινοσίνη και η προαναφερθείσα γιουγκλόνη που η τελευταία στον αέρα μεταβάλλεται σε οξυναφθοκινόνη (oxyjuglone) ή διοξυναφθοκινόνη (dioxynaphtoquinone).
Στην επιδερμίδα του φλοιού περιέχεται και καρυοδεψικό οξύ. Τέλος, το περικάρπιο είναι πλούσιο σε βιταμίνη C.
Η κιτρινόχρωμη επιδερμίδα που περιβάλλει το παρέγχυμα (ψίχα) του καρυδιού έχει γεύση πολύ στυπτική όταν είναι φρέσκια, που τη χάνει όταν ξεραθεί γιατί ελαττώνεται η περιεχόμενη σ’ αυτήν δεψίνη και κάποια ρητινώδης ύλη.
Το παρέγχυμα (ψίχα), είναι λευκού χρώματος, έχει ευχάριστη και γλυκιά γεύση, περιέχει αζωτούχες, λιπαρές και εκχυλισματικές ουσίες, κυτταρίνη, αλβουμίνη, τέφρα και νερό. Από την ψίχα παράγεται με έκθλιψη ένα σημαντικό λιπαρό έλαιο, το καρυδέλαιο, το οποίο περιέχει α-λινολενικό και α – λινολεϊκό οξύ, καθώς επίσης παλμιτικό, στεατικό και ελαϊκό οξύ. Έχει ευχάριστη γλυκιά γεύση και μπορεί να αντικαταστήσει το ελαιόλαδο και το αγνό βούτυρο, παρουσιάζοντας όμως το μειονέκτημα ότι ταγκίζει εύκολα και γρήγορα.
Η ψίχα έχει περιεκτικότητα σε λιπαρές ουσίες 42%, όταν είναι φρέσκια και 57.12% όταν είναι ξερή.
Τα άγουρα καρύδια είναι μια από τις πλουσιότερες πηγές ασκορβικού οξέος (βιταμίνη C) και χωνεύονται πιο εύκολα άγουρα, διότι όταν ωριμάσουν κιτρινίζουν, ταγκίζουν, ερεθίζουν το λαιμό, προκαλούν βήχα και δυνατούς κωλικούς. Τα καρύδια περιέχουν ασβέστιο, κοβάλτιο, σίδηρο, φωσφόρο, μαγγάνιο, βιταμίνες κ.α.
H καρυδιά είναι δέντρο γνωστό εδώ και πολλά χρόνια για τη φαρμακευτική του δράση, η οποία οφείλεται στα διάφορα συστατικά που περιέχονται τόσο στη ρίζα, τα φύλλα, τον πράσινο φλοιό των καρυδιών όσο και στα ίδια τα καρύδια. Περιέχει κυρίως ναφθοκινόνες, οξέα, φλαβονοειδή, τερπενοειδή, καροτενοειδή, πτητικά έλαια, υδρογονάνθρακες, τανίνες, αλδεΰδες, αλκαλοειδή, βιταμίνες, μέταλλα, ένζυμα, φωσφογλυκερίδια, αμίνες και πρωτεΐνες (Πίνακας 1) (6, 7,12, 13, 14, 16).

6. ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΗΣ ΚΑΡΥΔΙΑΣ
Οι θεραπευτικές ιδιότητες της καρυδιάς είναι πολλές και ευεργετικές και οφείλονται στα συστατικά που περιέχει. Ο Γάλλος γιατρός Negrier, το 1841 ασχολήθηκε με τις θεραπευτικές ιδιότητες των φύλλων της. Θεραπευτικά τα φύλλα της καρυδιάς χρησιμοποιούνται εναντίον των παθήσεων των ματιών, όπως βλεφαρίτιδα στα παιδιά και της χοιραδώσεως. Το αφέψημα και το έγχυμά τους είναι τονωτικό του πεπτικού σωλήνα και σταματά τις διαρροϊκές κενώσεις σε τοξικές καταστάσεις.
Οι Boys de Loutry και Costilhes χρησιμοποιούσαν το αφέψημα των φύλλων με μορφή κολπικών πλύσεων κατά των εξελκώσεων του αυχένα της μήτρας, ενώ ο Vidal de Careis κατά της λευκόρροιας. Ο Dubois χρησιμοποιούσε πυκνό αφέψημα φύλλων για τη θεραπεία της τριχόπτωσης, ο Bruguiec για κακοήθη εξανθήματα και ο Vitet για τη θεραπεία της ψωρίασης, του έρπητα, των διαφόρων λειχήνων και των εκζεμάτων.
Επίσης, αφέψημα φύλλων και φλοιού χρησιμοποιήθηκαν με επιτυχία κατά των οξέων αμυγδαλών και κατά του απλού ρινικού κατάρρου. Το αφέψημα των φύλλων κατεβάζει το σάκχαρο των διαβητικών, καθώς στο διάστημα χρησιμοποιήσεως ινσουλίνης μειώνει το σάκχαρο των ούρων και καθαρίζει το αίμα. Χρησιμοποιείται επίσης για εξωτερικές πλύσεις τραυμάτων και τη θεραπεία των δερματικών φλυκταινών. Όταν προστεθεί στο νερό του λουτρού είναι ευεργετικό για τη ραχίτιδα, τη σήψη και την υπερτροφία των οστών, καθώς και για πυώδης πληγές στα νύχια των ποδιών και των χεριών. Ενδείκνυται για την ακμή, τα ιδρωμένα πόδια και για τις χιονίστρες.
Τα φρέσκα φύλλα διώχνουν τα έντομα και προπαντός τους κοριούς.
Ένα απλό έγχυμα φύλλων μπορεί να σκοτώσει ή να απομακρύνει τα μυρμήγκια. Αν αλείψουμε με το έγχυμα αυτό τα άλογα, δεν θα τα πλησιάζουν αλογόμυγες. Επίσης, το βάμμα που φτιάχνεται από τα νωπά φύλλα χρησιμοποιείται εναντίον της φυματιώδους λεμφαδενοπάθειας, του ραχιτισμού, της παθήσεως των αρθρώσεων και της γαστρεντερίτιδας.
Πρόσφατες έρευνες υποστηρίζουν τις αντιμυκητιακές και αντισηπτικές τους ιδιότητες.
Τα αποξηραμένα φύλλα, αναμιγμένα με κρασί, χρησιμοποιούνται κατά του ίκτερου. Το γιατρικό των ανθέων συνίσταται για περιόδους μεταβολών, όπως η εμμηνόπαυση.
Το σαρκώδες πράσινο εξωκάρπιο είναι ταινιοκτόνο και ελμινθοκτόνο σαν έγχυμα, όπως και το αφέψημα των φύλλων.
Ο Γαληνός χρησιμοποιούσε τον οπό του φλοιού αυτού αραιωμένο σε στυπτικούς γαργαρισμούς και κατά της πυόρροιας των αμυγδαλών. Συνίσταται ακόμη κατά των διαλειπόντων πυρετών και εξαιτίας της ναφθοκινόνης που περιέχει, του αποδίδεται ενέργεια ερυθραντική επί του δέρματος και θεραπευτική κατά των εκζεμάτων, των κηρίων, των πυοδερματίτιδων, της ψωριάσεως και της φθειριάσεως. Επίσης, αποτελεί τη βάση της «αντιαφροδισιακής πτισάνης του Pollisi» και σε μορφή σκόνης, είναι εκδοριακός, ενώ μπορεί να χρησιμοποιηθεί αντί των κανθαρίδων. Ο χυμός των φλοιών χρησιμοποιείται με επιτυχία και κατά των κρεατοελιών, ενώ κοπανισμένος (ο φλοιός) βγάζει τους κάλους.
Η λεπτή, κίτρινη μεμβράνη που περιβάλει την ψίχα, σε μορφή σκόνης, αποτελεί θεραπεία για κωλικούς.
Τα καρύδια συνιστώνται στους αδύναμους οργανισμούς, τους φυματικούς, τους σακχαροδιαβητικούς (περιέχουν μικρή ποσότητα υδατανθράκων) και σε πολλές παθήσεις. Το «γλυκό καρυδάκι» είναι αξιοσύστατο για αδύνατους, φυματικούς και αιμοπτοϊκούς, γιατί περιέχει σημαντική ποσότητα δεψικών ουσιών.
Θεωρούνται επίσης, τα κατ’ εξοχήν φάρμακα κατά των δηλητηριάσεων και ως αντίδοτο των ύπουλων ιών και σύμφωνα με τον Hartwell (1967-1971), χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία του καρκίνου, του ψευδάνθρακα, τους όγκους και ειδικά τον καρκίνο του στήθους, καθώς και για τη θεραπεία τους άσθματος, τον πόνο στην πλάτη, το συφιλιδικό έλκος, τους κωλικούς, την επιπεφυκίτιδα, το βήχα, την καούρα, την εκσπερμάτωση, την ανικανότητα και τους ρευματισμούς.
Είναι εξαιρετικό φάρμακο κατά της υπερπτητικότητας του αίματος.
Η ξερή ψίχα συνίσταται για όλους τους πνευματικά εργαζόμενους καθώς και τους ορειβάτες αθλητές και γενικά τα άτομα που υποβάλλονται σε μεγάλες σωματικές και πνευματικές κοπώσεις.
Το καρυδέλαιο, είναι γνωστό από τον Διοσκουρίδη ως ανθελμινθικό και ταινιοκτόνο. Το 1916, ο De Surel επιβεβαίωσε τις ανθελμινθικές του ιδιότητες που αυξάνονται με τη συμμετοχή του σκόρδου. Χρησιμοποιείται και ως καθαρτικό. Σταματά επίσης τον πονόδοντο και είναι ευεργετικό στις πληγές και στα χελώνια (6, 7, 12, 13, 16, 17).

7. ΧΡΗΣΙΜΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΑΞΙΑ
Το ξύλο της καρυδιάς είναι ανεκτίμητο. Χρησιμοποιείται στην επιπλοποιία, την ξυλουργική, την ξυλογλυπτική, την οπλοποιία και την τορνευτική. Το ξύλο αυτό έχει χρησιμοποιηθεί παλαιότερα για ρόδες και για σώματα των λεωφορείων.
Ο φλοιός της καρυδιάς και η ρίζα δίνουν ωραία πυρόξανθη ή καστανόχρωμη βαφή για υφάσματα και δέρματα και χρησιμοποιείται από τις γυναίκες για το βάψιμο των μαλλιών.
Η πράσινη εξωτερική φλούδα της καρυδιάς δίνει πράσινο ωραίο χρώμα που βάφουν τα αυγά της Λαμπρής. Με το φλοιό επίσης του καρπού οι επιπλοποιοί βάφουν το ξύλο των επίπλων με κάρυνο χρώμα. Επίσης, από τον φλοιό παρασκευάζεται ένα τονωτικό και ευστόμαχο ηδύποτο (Ratafia, Ρατάφια).
Το περίφημο λάδι της χρησιμοποιείται εκτός από τη μαγειρική και τη ζαχαροπλαστική, στη βιομηχανία της σαπωνοποιίας και της βερνικοποιίας.
Χρησιμοποιείται στη ζωγραφική για την ανάμιξη χρωμάτων με το βερνίκι και ως έλαιο λαμπτήρων. Από 35 κιλά καρυδιών, παράγονται 6 κιλά ξεφλουδισμένα καρύδια, από τα οποία παράγεται 3 κιλά λάδι.
Τα υπολείμματα του καρυδιού, ύστερα από την έκθλιψή τους με την οποία βγαίνει το καρυδέλαιο, είναι πολύ θρεπτικά και χρησιμοποιούνται για ζωοτροφή.
Ο καρπός της γίνεται ωραιότατο και τονωτικότατο γλυκό που έχει θρεπτική αξία ίση με αυτή του τυριού. Χρησιμοποιείται στις βιομηχανίες ζαχαρωδών προϊόντων, για αρωματική ουσία και τρώγεται νωπός ή ξηρός, ψημένος ή αλατισμένος.
Με τον άγουρο καρπό της ανακατεμένο, σε αναλογία 2:1, με χυμό από άγουρα σταφύλια ή με καλό ξύδι, μπορεί να παρασκευαστεί ένα επιδόρπιο, ενώ με τα πράσινα φύλλα της καρυδιάς λικέρ.
Από το χυμό της καρυδιάς που είναι άφθονος και διαυγής, ο Γάλλος φαρμακοποιός Banon παρασκεύασε το 1811 ένα άριστο σάκχαρο. Η εργασία της παρασκευής και η αποκρυστάλλωση του σακχάρου του χυμού της καρυδιάς μοιάζει με του σακχάρου του τεύτλου και του καλαμοσάκχαρου (7, 13, 17, 18).

Ενέργεια
Εάν οι αποδόσεις των 7.500 κιλών καρυδιών ανά εκτάριο παρήγαγαν όλο το 65% (63-67%) του λαδιού που περιέχουν, υπάρχει μια πιθανή παραγωγή λαδιού σχεδόν 5000 τόνων το χρόνο, ένας πολύ σημαντικός στόχος, εάν είναι εφικτό.
Μετά από την εξαγωγή της βιταμίνης C και της τανίνης, τα υπολείμματα μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως καύσιμη ύλη ή αιθανόλη. Τα κλαδέματα των δέντρων μπορούν να συμβάλουν άλλους 5000 τόνους βιομάζας το χρόνο (17).

8. ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΔΟΣΟΛΟΓΙΑ
Τα φύλλα χρησιμοποιούνται παρασκευάζοντας: α) έγχυμα από 15-30 γρ. ψιλοκομμένων φρέσκων φύλλων σε 500 ml νερό με ημερήσια κατανάλωση 2-5 φλιτζάνια, το οποίο χρησιμοποιείται για δερματικά προβλήματα και φλεγμονές των ματιών (πλύσεις), σαν πεπτικό τονωτικό για την ανορεξία.
Χρησιμοποιείται επίσης για το έκζεμα ή για πληγές και εκδορές, β) αφέψημα πρόσφατων και ξερών φύλλων στην ίδια αναλογία, γ) εκχύλισμα, 40-80 εκατοστά του γρ. την ημέρα, δ) αφέψημα και εκχύλισμα εξωτερικής χρήσεως ως λοσιόν (50:1000) για χιονίστρες και κατά των ελκών, ε) σιρόπι με εκχύλιση 35-50 γρ. φύλλων (για ημερησία κατανάλωση), στ) σαν τονωτικό του πεπτικού σωλήνα και για θεραπεία της διάρροιας μπορούμε να ρίξουμε 2-4 γρ. ξηρά και κονιοποιημένα φύλλα σε 150 γρ. λευκό κρασί και να παραμείνουν 12 ώρες, ζ) κολλύριο από 192 γρ. αφεψήματος φύλλων, 1 γρ. μπελαντόνα και 1 γρ. λάβδανο, η) βάμμα από νωπά φύλλα κατά της φυματιώδους λεμφαδενοπάθειας, του ραχιτισμού, της γαστρεντερίτιδας κ.α., και θ) ως κατάπλασμα για πληγές. Επίσης 100 γρ. φύλλων μπορούν να προστεθούν σε κάθε λουτρό για την καταπολέμηση κυρίως δερματικών παθήσεων.
Από το πράσινο εξωκάρπιο παρασκευάζονται: α) έγχυμα από φρέσκο φλοιό 20 γρ. σε 1 λίτρο νερό, για τη χρόνια διάρροια ή ως τονωτικό για την αναιμία και για την τριχόπτωση με ξέπλυμα των μαλλιών, ενώ σε αναλογία 10 γρ. σε 100 γρ. νερό είναι ταινιοκτόνο και ελμινθοκτόνο, β) αφέψημα 32 γρ. φλοιού σε 500 ml νερό, γ) βάμμα με την προσθήκη πράσινων φλοιών σε οινόπνευμα με αναλογία 1:6, 20-30 γρ. τη μέρα και δ) εκχύλισμα με οινόπνευμα.
Από το άγουρο καρύδι παρασκευάζεται α) έλαιο, 2 κουταλιές ελαίου καθημερινά ως συμπληρωματικό της διατροφής, για τις εμμηνορροϊκές διαταραχές ή το ξηρό λεπιδώδες έκζεμα, αλλά και ως κατάπλασμα, β) γλυκό του κουταλιού, και γ) ηδύποτο, όπου μπορούμε να πίνουμε 1 κουταλάκι ημερησίως (πολύ τονωτικό) (5, 6, 7, 13, 19).

9. ΠΡΟΦΥΛΑΞΕΙΣ – ΤΟΞΙΚΟΤΗΤΑ
Η καρυδιά και τα προϊόντα της γενικά δεν προκαλούν ιδιαίτερα προβλήματα. Τα φύλλα της μπορεί να είναι επιβλαβή για ευαίσθητα άτομα με αλλεργίες και η γύρη των ανθέων, κοινό αλλεργιογόνο, μπορεί να προκαλέσει πυρετό. Τοξικά προβλήματα στον άνθρωπο δεν έχουν αναφερθεί, παρά μόνο ότι προκαλεί βαθύ ύπνο σε όσους κοιμούνται υπό τον ίσκιο της εξαιτίας της οσμής που εκπέμπει.
Εντούτοις, είναι τοξική σε κάποια φυτά, εξαιτίας της γιουγκλόνης που περιέχει, η οποία είναι η κύρια αλληλοπαθητική χημική που είναι υπεύθυνη για την αναστολή της ανάπτυξης μερικών φυτικών ειδών που φυτρώνουν σε μέρη όπου αυτή βρίσκεται σε μεγάλη συγκέντρωση. Απελευθερώνεται από τις ρίζες της καρυδιάς και επειδή είναι δυσδιάλυτη στο νερό, δεν ταξιδεύει εύκολα στο χώμα, ώστε να είναι γρήγορη η απομάκρυνσή της απ’ αυτό και μπορεί να παραμείνει ενεργή σε αυτό για αρκετά χρόνια αφότου αφαιρεθούν οι καρυδιές. Επηρεάζει κυρίως τις ντομάτες, τις μαύρες σημύδες, το τριφύλλι, τις μηλιές, τα δημητριακά, τα φασόλια, τις πατάτες κ.ά, γι’ αυτό κάποια κηπευτικά είδη δε θα πρέπει να καλλιεργούνται κοντά σε καρυδιές.

10. Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΩΝ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΩΝ ΦΥΤΩΝ ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΑΡΥΔΙΑΣ
Το να γνωρίζει κανείς την χρήση των φαρμακευτικών φυτών και να θεραπεύει με τη δύναμη της φύσης, ήταν και εξακολουθεί να είναι εντυπωσιακό από την αρχαιότητα. Αν και υπήρχε πάντα μια διστακτικότητα και αμφιβολία από πολλούς ανθρώπους για τη χρήση τους, κυρίως λόγο άγνοιας, εντούτοις τα φυτά αυτά παίζουν και πάλι σημαντικό ρόλο στη ζωή μας.
Είναι βασικό να αντιληφθεί κανείς ότι τα φαρμακευτικά φυτά μπορούν να είναι και τροφή και φάρμακο μαζί.
Σήμερα οι άνθρωποι, διαπιστώνοντας τις ευεργετικές τους ιδιότητες, τα χρησιμοποιούν ολοένα και περισσότερο, είτε με την άμεση χρήση τους, είτε με την παρασκευή φαρμάκων με βάση διάφορα φυτικά συστατικά.
Η καρυδιά είναι ένα δέντρο που μπορεί να προσφέρει πάρα πολλά στον άνθρωπο με την αξιοποίηση όλων των μερών της και σε συνδυασμό με την επιστήμη να δώσει καλύτερα φάρμακα, μιας και ο φυτικός κόσμος εξακολουθεί ν’ αποτελεί σημαντική πηγή για την ανακάλυψη καινούριων φαρμακευτικών ουσιών, η φύση αποτελεί το μεγαλύτερο φαρμακείο (1, 2, 18).

12. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1. http://www.dikaiosnet.gr/dikaios/07Farm_fyta_sel_75_118.doc
2. http://www.likno.gr/about.html
3. http://www.diarlos.gr/samos/herbs/istoriagr.html
4. http://www.etherio.gr/aromatics.html
5. Penelopy Ody, Πλήρης οδηγός φαρμακευτικών βοτάνων, Εκδόσεις Γιαλλέλης, Αθήνα 1994, (σελ. 71).
6. Πρινέα Κ. Ιωάννα, Σφακιανάκης Μ. Ανάργυρος, Βοτανοθεραπευτική, Εκδοτικός Οίκος Κ. Μακρύς, Αθήνα, (σελ. 133-139).
7. Σπύρος Π. Λάμπρος, Τα βότανα και οι θεραπευτικές τους ιδιότητες, Αθήνα 1984, (σελ. 263- 265).
8. http://plants.usda.gov/cgi_bin/plant_profile.cgi?symbol=JURE80
9. Μπαμπαλώνας Δ., Κόκκινη Σ., Συστηματική βοτανική, (σελ. 164, 170)
10. http://www.scs.leeds.ac.uk/cgi_bin/pfaf/arr_html?Jugalns+regia
11. http://bodd.cf.ac.uk/BotDermFolder/BotDermJ/JUGL.html
12. Schauenberg Paul, Paris Ferdinand, Οδηγός των φαρμακευτικών φυτών, Εκδόσεις Μόσχος Γκιούρδας, Αθήνα 1981, (σελ. 202).
13. Ανάσης Σ. Εμμανουήλ, Τα φαρμακευτικά βότανα της Ελλάδας, Αθήνα 1976, (σελ.156-159).
14. http://www.uga.edu/fruit/walnut.htm
15. http://prasino.gr/greek-trees/juglans.htm
16. Ζαχαρόπουλος Μ. Ιγνάτιος, Σύγχρονη πλήρης θεραπευτική με τα βότανα, Εκδόσεις Ψύχαλου, (σελ. 144).
17. http://www.hort.purdue.edu/newcrop/duke_energy/Juglans_regia.html
18. Τρέμπεν Μαρία, Υγεία από το φαρμακείο του Θεού, Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2002, (σελ. 38 -39).
19. http://prometheus.telemachos.gr/
schools/usrpages.nsf/0/324dc1375
adcb7e842H256825003d3f6c?
OpenDocument

Το φυτό μου 30/3/2012 με ραγδαία ανάπτυξη που τη συνεχίζει έντονα.

άνθη απ'το δικό μου φυτό 19/7/2011


το δικό μου φυτό 16/4/2011 σε φάση ανάπτυξης


το δικό μου φυτό 20/2/2011 που επανέρχεται ύστερα από το χειμώνα


δυόσμος mentha spicata

Ένα πολύ κοινό μυρωδικό φυτό γνωστό σε όλους μας. Είναι ένα είδος μέντας με την επιστημονική ονομασία mentha spicata (σταχυωτή μέντα) που ανήκει στην οικογένεια των χηλανθών ή λαμιιδών, στην τάξη των λαμιωδών και είναι δικοτυλήδωνο. Φύεται άγριος στα περισσότερα μέρη της Ευρώπης και της Μέσης Ανατολής σε υγρά εδάφη, αν και η αρχική του εξάπλωση δεν είναι με βεβαιότητα γνωστή λόγω καλλιέργειας του φυτού από αρκετά παλιά. Η λέξη “δυόσμος” προέρχεται από το “ηδύοσμος” στ’αρχαία, δηλαδή αυτός που έχει γλυκιά οσμή.
Είναι ένα ποώδες, ριζωματώδες, πολυετές φυτό με τετραγωνικούς βλαστούς ύψους 30-100 εκ. και φύλλα αντίθετα, το κάθε ζευγάρι σε ορθή γωνία ως προς το αμέσως προηγούμενο και το αμέσως επόμενο, ωοειδή, οδοντωτά με μυτερή απόληξη, μήκους 3-5 εκ. και πλάτους 2-3 εκ., σπάνια μεγαλύτερα. Η νεαρή ανάπτυξη είναι πιο ανοιχτόχρωμη, πιο μαλακή και εύθραυστη και από τα γηρεότερα μέρη και καλύπτεται με τρίχες οι οποίες αρραιώνουν και στο τέλος συνήθως εξαφανίζονται εντελώς όσο ωριμάζει. Τα άνθη εμφανίζονται σε λεπτά στάχυα στην άκρη των βλαστών το καλοκαίρι. Έχουν χρώμα ροζ ή άσπρο και 2,5-3 χιλ. μήκος και πλάτος το καθένα. Οι υπέργειοι βλαστοί ξεραίνονται κάθε χειμώνα και επανεμφανίζονται την επόμενη άνοιξη.
Το φυτό καλλιεργείται πολύ εύκολα. Χρειάζεται υγρό χώμα πλούσιο σε οργανική ύλη και προτιμότερα ημισκιερή θέση, αν και μπορεί ν’αναπτυχθεί στο πλήρες ηλιακό φως ή σε περισσότερη σκιά. Επειδή αναπτύσσεται πολύ γρήγορα και το ρίζωμά του εξαπλώνεται αρκετά, συνήθως φυτεύεται σε δοχεία ή σ’ένα μεγάλο δοχείο βυθισμένο στο έδαφος, αλλά όχι απευθείας στο έδαφος. Συνήθως δεν προσβάλεται από έντομα, αν και το δικό μου φυτό είχε σε κάποιους βλαστούς λίγες μελίγκρες για λίγο χρονικό διάστημα οι οποίες όμως καταπολεμήθηκαν γρήγορα.
Κατά τη συγκομιδή, κόβονται τα 2/3-3/4 του μήκους των βλαστών και όχι πιο κάτω έτσι να ώστε να μείνουν λίγα φύλλα και νεαρά κλαδάκια στις μασχάλες τους τα οποία θα ενεργοποιηθούν μετά το κόψιμο της κορυφής και η ανάκαμψη θα είναι πιο γρήγορη. Το χρησιμοποιούμενο μέρος είναι τα φύλλα και οι τρυφερές κορυφούλες. Επειδή χάνουν αρκετή από τη μυρωδιά τους άρα και τις ουσίες και τις ιδιότητές τους, μαζεύονται πριν το φυτό ανθίσει ή μόλις έχει ανθίσει ή μπορεί να κοπεί κατά την ανθοφορία για να δημιουργήσει και πάλι νέα ανάπτυξη. Τα φύλλα και οι κορυφές μπορούν να χρησιμοποιηθούν φρέσκα, φρέσκα και ψιλοκομμένα, κατεψυγμένα, ξερά (ύστερα από αποξήρανση σε ζεστό και σκιερό μέρος) ή ξερά και κονιορτοποιημένα, διατηρημένα σε λάδι, σιρώπη ή αλκοόλ.
Ο δυόσμος έχει πάρα πολλές χρήσεις. Χρησιμοποιείται στη μαγειρική όπου μπορεί να χρησιμοποιηθει ωμός π.χ. σε σαλάτες ή ωμός ή αποξηραμένος σε διάφορες συνταγές, ως μυρωδικό σε τσίχλες, καραμέλες, οδονόκρεμες, σαπούνια κλπ., αλλά και ως φάρμακο. Το ρώφιμά του καταπραΰνει τους πόνους του στομάχου, διευκολύνει την έξοδο των αερίων, είναι αντισπασμωδικό και γι’αυτό καταπραΰνει το λόξιγγα. Για την παρασκευή του τσαγιού/εγχύματος ρίχνουμε λίγο βότανο σε μια κούπα βραστό νερό και τ’αφήνουμε για 5-10 λεπτά. Είναι επίσης αντιμυκητικό και αντιβακτηριακό και μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε γαργάρες για την πλήση του στόματος, αν και φαίνεται να είναι λιγότερο δυνατό από άλλα βότανα όπως η ρήγανη. Τέλος, σύμφωνα με μελέτες, το τσάι ή το αιθέριο έλαιο του φυτού κατεβάζει τα επίπεδα της τεστοστερόνης στο αίμα και μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη θεραπεία της υπερβολικής τριχοφυίας στις γυναίκες. Πάλι ο Ιπποκράτης έχει δίκιο, γιατί στο βιβλίο “Περί Διαίτης” έλεγε ότι αν οι άντρες τρώνε πολύ δυόσμο παθαίνουν αδυνάτισμα του σπέμρατος και στυτική δυσλειτουργία.
Αντίθετα, ο Αριστοτέλης συμβούλευε το Μ. Αλέξανδρο να απαγορεύει την κατανάλωση δυόσμου από τους στρατιώτες, γιατί είναι αφροδισιακό και αυτό θα δημιουργούσε προβλήματα. Πολύ αργότερα, ο Σαίξπηρ το ανέφερε ως αφροδισιακό για άντρες μέσης ηλικίας. Άλλοι αρχαίοι (Έλληνες και Ρωμαίοι) που έγραψαν για τις φαρμακευτικές ιδιότητες του δυόσμου ήταν ο Διοσκουρίδης και ο Πλίνιος.
Εκτός από τις καθαρά φαρμακευτικές, είχε και άλλες χρήσεις κατά την αρχαιότητα και τους νεότερους χρόνους. Οι Αρχαίοι Έλληνες έτριβαν το τραπέζι τους με δυόσμο πριν καθίσουν για φαγητό, ενώ οι άραβες έφτιαχναν τσάι από δυόσμο και ζάχαρη. Ήδη από τον 6ο αι. ξέρουμε για κρέμες καθαρισμού δοντιών που είχαν ως συστατικό το δυόσμο. Επιπλέον, χρησιμοποιούταν για τον αρρωματισμό του νερού του μπάνιου.
Πηγές και ιστοσελίδες:
άρθρο στη βικιπαίδεια;aρθρο στην αγγλική wikipedia
hubpages.comΣημείωση: Η παραπάνω σελίδα τον αναφέρει ως αντιανδρογόνο.
egeancuisine.gr>στην Ελευθεροτυπία
bionatural house
Σημείωση: Η παραπάνω σελίδα τον αναφέρει ως αφροδισιακό.

φύλλο αγριοτριανταφυλλιάς


άνθη αγριοτριανταφυλλιάς

Η αγριοτριανταφυλλιά ε.ο. rosa canina (σκυλοτριανταφυλλιά, διότι εθεορείτο κατώτερη από της καλλιεργημένες ποικιλίες) είναι ένα θαμνώδες, ημιαναρρηχητικό φυτό στην οικογένεια των ροδιδών και στην υποοικογένεια των ροδοειδών. Ιθαγενές της Ευρώπης και της δυτικής Ασίας. Είναι αρκετά κοινό στην Ελλάδα. Ζει σε δασώδεις περιοχές και θαμνότοπους ή στις άκρες των δρόμων. Αναπτύσσεται σε διαφόρους τύπους χώματος, από αμμώδες ως αρκετά αργιλώδες και σε διάφορα ph, αλλά δεν αντέχει την ξηρασία ούτε την έκθεση στη θάλασσα. Ανέχεται και το απ’ευθείας ήλιο και την ημισκιά.
Είναι ένας φυλλοβόλος θάμνος ύψους 1-5 μέτρων και σπάνια υψηλότερος. Το φυτό είναι ημιαναρρηχώμενο, δηλαδή οι βλαστοί του είναι ευλύγιστοι και ακουμπάνε πάνω σε άλλα φυτά για τη στήριξή τους, αλλά δεν αναρρηχώνται ενεργητικά. Οι μακριοί βλαστοί είναι λείοι, πράσινοι ή μοβ και καφετιάζουν όσο ξυλοποιούνται με την ηλικία και καλύπτονται από σκληρά, μυτερά, αγγιστρωτά αγκάθια με βάση 15 χιλιοστών που βοηθούν το φυτό στην αναρρήχιση. Τα αγκάθια προέρχονται από εκφύσεις της επιδερμίδας του βλαστού και όχι από τροποποιημένους βλαστούς ή φύλλα όπως σε άλλα φυτά. Το φυτό εξαπλώνεται με παραφυάδες. Συχνά πάνω στους βλαστούς εμφανίζονται καφέ τριχωτές τούφες οι οποίες δημιουργούνται ως αντίδραση του φυτού σε τσιμπήματα παρασιτικών σφηκών. Παλαιότερα νόμιζα ότι οι τούφες αυτές ήταν κάποιο παρασιτικό φυτό, αν και φαίνονταν πλήρως συνδεδεμένες με το κλαδί όπου βρίσκονταν. Τα σκουροπράσινα φύλλα φύονται εναλλάξ, είναι σύνθετα φτεροειδή, με 5-7 ωοειδή φυλλάρια 15-40 χιλιοστά σε μήκος, τα οποία έχουν πριονωτές άκρες και είναι συνήθως λεία. Τα μεγάλα παράφυλλα στη βάση του μίσχου μπορεί να φτάσουν σε μήκος τα 2 εκατοστά. Οι μίσχοι φέρουν λίγα αγκαθάκια. Τα φύλλα και οι βλαστοί, αν τραυματιστούν, βγάζουν ένα άρωμα.
Τα άνθη του φυτού βγαίνουν αργά την άνοιξη σε συστάδες των 1-5, είναι αρωματικά, ερμαφρόδιτα, διαμέτρου 4-6 εκατοστών με 5 πλατιά πέταλα που χωρίζονται σε δύο λοβούς χρώματος λευκού-ανοιχτού ροζ, (αν και κάποιες φορές μπορεί να είναι πιο σκούρο ροζ) και 5 σέπαλα με μυτερές άκρες. Τα θηλυκά αναπαραγωγικά όργανα στο εσωτερικό του άνθους δεν είναι ενωμένα. Οι βάσεις των σεπάλων, των πετάλων και των στημόνων συνενόνωνται δημιουργώντας το υπάνθιο, διαγνωστικό χαρακτήρα της οικογένειας. Η επικονίαση γίνεται με τα έντομα. Ο ωοειδής, πορτοκαλοκόκκινος, μήκους 1,5-2 εκατοστών (σπάνια μεγαλύτερος) καρπός ή κυνόροδο ωριμάζει αργά το καλοκαίρι-φθινόπωρο. Πρόκειται στην πραγματικότητα για ψευδοκαρπό, ο οποίος αποτελείται από το υπάνθιο το οποίο περικλείει πολλά τριχωτά αχένια που περιέχουν τους σπόρους. Οι τρίχες αυτές είναι σκληρές και ερεθιστικές. Οι καρποί παρέχουν τροφή σε πουλιά και μικρά θηλαστικά.
Ο καρπός είναι μία από τις πλουσιότερες πηγές
βιταμίνης c.
Περιέχει επίσης και άλλες βιταμίνες σε μικρότερη ποσότητα: α, β1, β2, ε, κ και φλαβονοειδή. Παραδοσιακά χρησιμοποιούταν για την καταπολέμηση της κόπωσης, των γαστρεντερικών προβλημάτων, ως μαλακτικό, ως στυπτικό, ως διουρητικό, ως γαργάρα για το στόμα και το λαιμό, για την υγεία των οφθαλμών, για τη θεραπεία από κρυολογήματα, γρίπη και ως αντισκορβουτικό, ιδιότητες που οφείλει στις ιδιότητες των βιταμινών και αντιοξειδωτικών φλαβονοειδών που περιέχει. Πρόσφατα, το φυτό αποδείχθηκε μετά από επιστημονικές μελέτες ότι ανακουφίζει τον πόνο και τη δυσκαμψία που σχετίζονται με την οστεοαρθρίτιδα, χωρίς να παρουσιάζει τις παρενέργειες των συμβατικών φαρμάκων (οι σύνδεσμοι στο τέλος).
Ο καρπός μπορεί να γίνει σιρώπι, γλυκό του κουταλιού ή μαρμελάδα, τα οποία αποτελούν άριστα διατροφικά συμπληρώματα ή να αποξηρανθεί και να γίνει τσάι. Πιο σπάνια τρώγεται ωμός. Μεγάλη προσοχή χρειάζεται στο καθάρισμα του καρπού για οποιαδήποτε χρήση, αφού κάτω από το σαρκώδες μέρος βρίσκονται οι σκληρές τρίχες που είναι ερεθιστικές για το πεπτικό και αναπνευστικό σύστημα και πρέπει να αφαιρεθούν. Ο καρπός δεν είναι τοξικός.
Το φυτό δεν καλλιεργείται συχνά. Λίγες ποικιλίες έχουν δημιουργηθεί, μία από τις οποίες δε φέρει αγκάθια. Φυτεύεται κάποιες φορές στη φύση σε αποψιλωμένες περιοχές για την καταπολέμηση τις διάβρωσης. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως ρίζα πάνω στην οποία εμβολιάζονται καλλιεργημένες πικιλίες. Γενικά καλλιεργείται όπως μια τριανταφυλλιά, αλλά υπάρχουν κάποιες σημαντικές διαφορές. Το κλάδεμα θα πρέπει να γίνεται μόνο στους άρρωστους, τραυματισμένους, κατεστραμμένους ή σ’αυτούς που ξεφεύγουν πολύ απ’το σχήμα βλαστούς. Αυτό γιατί η αγριοτριανταφυλλιές όπως και πολλές παλιές καλλιεργημένες ποικιλίες, ανθίζουν μόνο σε βλαστούς της προηγούμενης χρονιάς και η μερική αφαίρεσή τους θα επειρεάσει αρνητικά την ανθοφορία. Επίσης, το φυτό ανθίζει μόνο μια φορά το χρόνο, έτσι τα μαραμένα άνθη δε θα πρέπει ν’αφαιρεθούν, ώστε να ωριμάσουν σε καρπούς. Το φυτό Χρειάζεται στήριξη ή δέσιμο σε πέργκολα, κάγκελα, δέντρα κλπ. Σε σχέση με πολλές καλλιεργημένες ποικιλίες, η αγριοτριανταφυλλιά είναι ανθεκτικότερη σε ασθένειες και προσβολές από έντομα. Ο πολλαπλασιασμός από σπόρο δεν προτιμάται, επειδή οι σπόροι αργούν πολύ να βλαστήσουν (έως και δύο χρόνια). Περισσότερη επιτυχία έχουν τα μοσχεύματα, τα οποία μπορούν να παρθούν είτε ως μοσχεύματα ημιώριμου ξύλου με ένα μικρό κομμάτι ξύλου και φλοιού από το γονικό βλαστό το καλοκαίρι, είται ως ώριμο ξύλλο μήκους 20-25 εκατοστών το φθινόπωρο. Τα μοσχεύματα θα πρέπει να φυτευθούν σ’ένα προστατευμένο μέρος μέχρι ν’αρχίσουν την ανάπτυξη. Τον πρώτο χρόνο τα φυτά μπορεί να μην αναπτυχθούν πολύ. Επίσης πολλαπλασιάζεται με διαίρεση των παραφυάδων το χειμώνα και φύτευση στην οριστική θέση ή καταβολάδες που παίρνουν 1 χρόνου ώσπου να ριζώσουν.

Ενημέρωση τέλη Αυγούστου: Έφαγα ένα κομματάκι από ωμό ώριμο καρπό αγριοτριανταφυλλιάς. Μοιάζει λίγο στη γεύση με τ’άλλα συγγενικά μέλη της οικογένειας, τη φράουλα και το βατόμουρο. Οι τρίχες είναι πολύ ενοχλητικές. Αν τις πιάσεις και δεν τις βγάλεις όλες από το χέρι σου και μετά ακουμπήσεις ένα άλλο μέρος του σώματος π.χ. το λαιμό, το μάγουλο, θα ξύνεται για αρκετή ώρα. Είναι πολύ κοινή στο χωριό μου (Πύργοι Κοζάνης) και συναντάται σ’όλα τα περιβάλλοντα που προανέφερα. Την έχω επίσης βρει και σε αρκετές άλλες περιοχές.

Πηγές και σελίδες:
Η αγριοτριανταφυλλιά καταπολεμά την οστεοαρθρίτιδα.
αγριοτριανταφυλλιά στο ιστολόγιο του Kartson
αγριοτριανταφυλλιά ΚΠΕ Καστοριάς
αγριοτριανταφυλλιά
άρθρο της αγγλικής wikipediaπληροφορίες για την αγριοτριανταφυλλιά
φαρμακευτικές πληροφορίεςκαρποί αγριοτριανταφυλλιάς
πληροφορίεςπληροφορίες για φαρμακευτικές ιδιότητες

dracunculus vulgaris φιδόχορτο ή δρακοντιά

Το φιδόχορτο ή δρακοντιά ή δρακόντι, επιστ. ον. dracunculus vulgaris (κοινός δρακάκος) είναι ένα κοινό μονοκοτυλήδωνο φυτό της οικογένειας των αροϊδών και της υποοικογένειας των αροειδών. Είναι ενδημικό της Ελλάδας και των υπόλοιπων Βαλκανίων, των νησιών του Αιγαίου, της Κρήτης και της νοτιοδυτικής Τουρκίας. Πληθυσμοί της Ιταλίας, της Ιβηρικής χερσονήσου και της β. Αφρικής προέρχονται πιθανόν από παλιές εισαγωγές. Έχει επίσης εισαχθεί και στις ΗΠΑ.
Το φυτό προτιμά πλούσιο και υγρό χώμα, αν και μπορεί να βρεθεί και σε πιο ξερές περιοχές. Συνήθως συναντάται σε ημισκιερά μέρη με βλάστηση ή σε ακαλλιέργητες περιοχές. Είναι πολυετές και κονδυλώδες και εξαπλώνεται αναπτύσσοντας υπόγεια νέους κονδύλους. Αργά το χειμώνα ή νωρίς την άνοιξη (εξαρτάται από το κλίμα της περιοχής) από τους υπόγειους κονδύλους αναπτύσσονται ψευδοβλαστοί με 2-4 φύλλα. Ο ψευδοβλαστός αποτελείται από τις συμπτυγμένες βάσεις των φύλλων, δίνοντας την εντύπωση ενός πραγματικού βλαστού. Είναι χοντροί και υποστηρίζουν το φυτό και την ταξιανθία του χωρίς ανάγκη πρόσθετης στήριξης και έχουν ύψος 50-150 εκ. Ανοιχτοπράσινοι-ανοιχτόγκριζοπράσινοι με πολλά σκούρα μοβ σημεία. Τα φύλλα είναι σύνθετα μήκους 45 εκ. με νεφροειδές σχήμα και με 7-19 επίμηκοι λογχοειδή φυλλάρια χρώματος σκουροπράσινου φέροντας συχνά άσπρες γραμμές, γυαλιστερά και με κυμματιστές άκρες. Τα φύλλα συνήθως ξεραίνονται κατά την ανθοφορία.
Το φυτό ανθίζει συνήθως Απρίλιο-Μάιο, αλλά αυτό εξαρτάται από το ιδιαίτερο κλίμα κάθε περιοχής. Τα άνθη είναι οργανωμένα σε σπάδικα χρώματος πολύ σκούρου καφέ που μπορεί να φτάσει σε ύψος τα 135 εκ. Η ταξιανθία περιβάλλεται από ένα σκούρο μοβ βράκτιο φύλλο, τη σπάθη, η οποία μπορεί να φτάσει σε ύψος τα 125 εκ. η οποία στο εσωτερικό της σχηματίζει διογκωμένο θάλαμο όπου βρίσκονται τα άνθη του σπάδικα. Τα περισσότερα φυτά εντούτοις δεν σχηματίζουν τόσο μεγάλες ταξιανθίες και ένα αρκετά σύνηθες ύψος είναι 40-50 εκατοστά. Η ταξιανθία του σπάδικα που περιβάλλεται από σπάθη είναι κοινό χαρακτηριστικό όλης της οικογένειας. Ο σπάδικας μέσα στη σπάθη μοιάζει λίγο με κρυμμένο φίδι ή δράκο, εξού και η ονομασία του φυτού.
Παρόλα αυτά, μεταξύ των διαφόρων πληθυσμών του είδους αυτού παρουσιάζεται αρκετή ποικιλομορφία στη μορφή των φύλλων, της ταξιανθίας, στο χρώμα της κορυφής του σπάδικα και της σπάθης, στο ύψος κ.ά.
Τα άνθη του φυτού αυτού, όπως και σε πολλά άλλα μέλη της οικογένειας του, εκλύουν μία μυρωδιά πτώματος για να προσελκήσουν μύγες και άλλα πτωματοφάγα έντομα ως επικονιαστές. Η μυρωδιά αυτή διαρκεί για 1-2 ημέρες. Τα άνθη επίσης, όπως και σε άλλα αροειδή είναι θερμογόνα, δηλαδή μπορούν να αυξήσουν τη θερμοκρασία τους πάνω από τη θερμοκρασία του περιβάλλοντος ανεβάζοντας το μεταβολισμό τους, έτσι διασκορπίζουν τη μυρωδιά αποτελεσματικότερα και μιμούνται καλύτερα ένα αποσυντιθέμενο πτώμα. Οι επικονιαστές εισέρχονται στο σωλήνα της σπάθης κατεβαίνοντας από την κορυφή του σπάδικα.
Υπάρχουν δύο μορφές ανθέων στο σπάδικα, τα θηλυκά τα οποία βρίσκονται στο κατώτερο μέρος και τα αρσενικά τα οποία βρίσκονται στο ανώτερο μέρος του σπάδικα. Τα άνθη στην κορυφή είναι στήρα και τροποποιημένα σε αγκάθια. Και τα θηλυκά και τα αρσενικά άνθη είναι διατεταγμένα σε δακτυλίους γύρω από το βλαστό του σπάδικα. Τα αρσενικά χωρίζονται από τα θηλυκά από μια γυμνή περιοχή ή με στήρα θηλυκά άνθη.
Οι μύγες προσελκυσμένες από τη μυρωδιά κατεβαίνουν μέσα στη σπάθη και παγιδεύονται εκεί για μία μέρα, όχι από τρίχες όπως σε άλλους αροιδες, αλλά από τη λεία επιφάνεια όπου δεν μπορούν να σκαρφαλώσουν. Κατά τη διάρκεια της φυλάκισής τους περπατούν πάνω στα θηλυκά στίγματα ψάχνοντας για τροφή, σκονίζοντάς τα με γύρη από προηγούμενες παγιδεύσεις. Την επόμενη μέρα οι ανθήρες των αρσενικών ανθέων ανοίγουν, η σπάθη μαραίνεται και οι μύγες απελευθερώνονται σκονισμένες για να συνεχίσουν το ρόλο τους ως επικονιαστές σε άλλα φυτά.
Η ταξικαρπία αποτελείται από περίπου 60-80 ράγες με λίγους σπόρους η κάθε μία, που κάποιες φορές περιβάλλονται από τα ξεραμένα υπολοίματα της σπάθης. Οι ράγες έχουν σχήμα ανάποδου αχλαδιού, 1-3 εκ. σε μήκος, πορτοκαλοκόκκινες όταν είναι ώριμες. Οι σπόροι είναι συμπιεσμένοι σφαιροειδείς, διαμέτρου 3-4 χιλιοστών, γκριζοκαφέ, με ρητιδωτή επιφάνεια.
Το φυτό πολλαπλασιάζεται με σπόρους και νέους κονδύλους. Οι καρπίες μετά από κάποιο χρόνο πέφτουν κάτω και οι σπόροι μεταφέρονται με το νερό και τα έντομα σε νέες περιοχές. Ο κύκλος του φυτού θα επαναλειφθεί και πάλι την επόμενη άνοιξη.
Το φυτό είναι τοξικό και τα περισσότερα ζώα δεν το τρώνε. Η κύρια τοξίνη που περιέχει είναι η αροίνη η οποία όμως είναι ασταθείς και καταστρέφεται με την αποξήρανση ή το βρασμό.
Το φυτό αυτό γενικά δε χρησιμοποιείται εκτεταμένα από τον άνθρωπο. Από τον κόνδυλό του, μετά από βράσιμο, μπορεί να εξαχθεί άμυλο το οποίο μπορεί να χρησιμοποιειθεί σε περίπτωση ελλειψης τροφίμων. Στις Βαλεαρίδες νήσους χρησιμοποιείται μαζί με ρίζα ασφόδελου για την παραγωγή αλευριού. Η φαρμακευτική του χρήση είναι σπάνια και δεν έχει μελετηθεί πολύ. Χρησιμοποιούνται η ρίζα (κόνδυλος) και τα φύλλα. Τα υπόγεια μέρη συλλέγονται την άνοιξη ή το φθινόπωρο, ενώ τα φύλλα την άνοιξη. Υποτίθεται ότι έχει αποχρεμπτικές, αντιασθματικές, στυπτικές και καθαρτικές ιδιότητες. Ως σκόνη σε κατάπλασμα χρησιμοποιείται επίσης εξωτερικά για την καταπολέμηση των ρευματισμών και της ορχίτιδας. Παρόμοιες ιδιότητες έχουν και συγγενικά είδη.
Ως καλωπιστικό, λόγω της μυρωδιάς του δεν είναι ευρέως διαδεδομένο. Το φυτό ευδοκιμεί σε διάφορα κλίματα, με κατώτατη ανεκτή θερμοκρασία τους -23 βαθμούς Κελσίου. Οι κόνδυλοι φυτεύονται το φθινόπωρο σε απόσταση 45-60 εκ. μεταξύ τους. Μπορεί να αναπτυχθεί σε ηλιόλουστη ή ημισκιερή θέση, σε πλούσιο, υγρό χώμα, με ph 6.6-7.5 και καλή αποστράγκιση. Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη φροντίδα. Μπορεί να αναπτυχθεί και σε δοχεία. Ο πολλαπλασιασμός του γίνεται συνήθως με κονδύλους και πιο σπάνια με σπόρους. Ένας μικρός κόνδυλος μπορεί να μην ανθίσει την πρώτη χρονιά.
Στο χωριό μου (Πύργοι Κοζάνης) είναι αρκετά κοινό κυρίως σε υγρά μέρη όπως κοντά στο ποτάμι. Το μόνο όμως μέρος του που έχω βρει είναι η ταξικαρπία, γιατί κατά την περίοδο ανθοφορίας συνήθως δεν βρίσκομαι εκεί για να το παρατηρήσω.
Πηγές και ιστοσελίδες:
πληροφορίεςπληροφορίες από το matzoynia.blogspot.com
άρθρο της αγγλικής wikipedia
φιδόχορτα στην Κρήτηκαλλιέργειακαλλιέργεια 2

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.