Category: λαχανικά


Γλιστρίδα

γλιστρίδες άγριες σε γλάστρα

Η γλιστρίδα, ή αλλιώς αντράκλα (Portulaca oleracea), είναι ένα κοινό αγριόχορτο σε πολλούς τόπους της χώρας μας με μεγάλη ιστορία και πολλές χρήσεις.
Είναι δικοτυλήδωνο φυτό της τάξης των καρυοφυλλωδών και της οικογένειας των πορτουλακιδών, με συγγενικό είδος το καλλωπιστικό νυχάκι (P. grandiflora). Η εξάπλωσή του είναι μεγάλη, από την Ευρώπη, τη Βόρεια Αφρική και τη Μέση Ανατολή, έως την Ινδία, τη Μαλεσία και την Αυστραλασία, την Ανατολική Ασία και τη Βόρεια Αμερική. Στις τελευταίες δύο περιοχές το φυτό έχει εισαχθεί, αν και υπάρχουν ενδείξεις ότι στη Βόρεια Αμερική το φυτό φυόταν πριν τον Ευρωπαϊκό αποικισμό. Το φυτό μπορεί να βρεθεί σχεδόν παντού κατά τόπους, ιδίως συναντάται σε ξηρά εδάφη. Είναι πολύ ανθεκτικό στην ξηρασία και τις ασθένειες.
Είναι ένα εύκολα αναγνωρίσιμο φυτό. Είναι μονοετές μέσου ύψους 40 εκ. Οι βλαστοί του συχνά γέρνουν προς τα κάτω, είναι λείοι και σαρκώδεις με βλενώδη χυμό (ίσως απ’αυτό οφείλεται το όνομα “γλιστρίδα”, κοκκινωποί εν μέρει ή ολόκληροι και διακλαδιστοί. Τα μικρά φύλλα φύονται εναλλάξ, είναι ωοειδή, και πυκνότερα στις διακλαδώσεις και στα άκρα των βλαστών. Τα άνθη φύονται στις κορυφές των βλαστών, είναι κίτρινα και μικροσκοπικά και διαρκούν μόνο λίγες ώρες το πρώί,. απ’αυτά σχηματίζεται ο καρπός, μια ξηρή κάψα που όταν ωριμάζει ανοίγει απελευθερώνοντας τους σπόρους οι οποίοι είναι εξαιρετικά ανθεκτικοί και μπορούν να μείνουν σε νάρκη στο έδαφος για πολλά χρόνια περιμένοντας τις κατάλληλες συνθήκες για να βλαστήσουν. Το φυτό ανθίζει και καρποφορεί καθ’όλοη τη διάρκεια της ανάπτυξής του. Τα δύο τελευταία χαρακτηριστικά, μαζί με την αντοχή του στην ξηρασία και τις ασθένειες και την ταχεία ανάπτυξή του, τό’χουν κάνει ένα από τα πλέον επιτυχημένα αγριόχορτα.

Η ιστορία του φυτού αυτού είναι πολύ μεγάλη. Ίχνη του έχουν βρεθεί σε προϊστορικούς κι αρχαιολογικούς χώρους στην Ελλάδα, ενώ ο Θεόφραστος το αναφέρει ως ένα από τα λαχανικά που πρέπει να σπαρεί την άνοιξη. Ο Διοσκουρίδης το χρησιμοποιούσε ως αντιφλεγμονώδες για τα μάτια, αναλγητικό για τους πονοκεφάλους, μαλακτικό και καταπραϋντικό, αντιπυρετικό (σε χυμό) κι επίσης έλεγε ότι μειώνει την επιθυμία για μοιχεία και παράνομη συνουσία.
Σήμερα το φυτό τρώγεται ωμό ή βρασμένο σε σαλάτες και χρησιμοποιείται ως υλικό και σ’άλλα φαγητά, όπως σούπες. Ωμό έχει μια χαρακτηριστική αλμυρόξινη γεύση ενώ βρασμένω είναι σαν τα βρασμένα χόρτα. Εγώ τό’χω φάει βρασμένο λίγες φορές, και μου έμοιασε γευστικά με τα παντζαρόφυλλα. Είναι εξαιρετικά θρεπτικό λαχανικό, με μεγάλη περιεκτικότητα σε βιταμίνη α, c, βιταμίνες β (λιγότερο), καροτενοειδή, ασβέστιο, μαγνήσιο, κάλιο, σίδηρο, κ.ά. Επίσης είναι το λαχανικό με την υψηλότερη περιεκτικότητα σε ωφέλημα ω3 λιπαρά οξέα. Τα αλκαλοειδή χρώματα που χρησιμοποιεί, η β-κυανίνη για το κοκκινωπό και η β-ξανθίνη για το κίτρινο έχουν αντιοξειδωτική δράση. Το φυτό μπορεί να συλλεγεί οποιαδήποτε εποχή για κατανάλωση. Εκτός από την άγρια μορφή του, υπάρχουν και περίπου 40 καλλιεργημένες ποικιλίες. Μερικές από τις ποικιλίες αυτές είναι τρυφερότερες και προτιμώνται.
Φαρμακευτικά, εκτός από τις χρήσεις που ανέφερε ο Διοσκουρίδης, έχει χρησιμοποιηθεί ως διουρητικό, τονωτικό κ.ά. Στην παραδοσιακή κινεζική ιατρική χρησιμοποιείται κατά των μολύνσεων και των αιμοραγιών του ουροποιητικού, της δυσεντερίας κι εξωτερικά για ν’απαλύνει τσιμπήματα εντόμων και φιδιών. Εντούτοις, καμία από τις παραπάνω ιδιότητες δεν έχει ακόμα αποδειχθεί επιστημονικά. Είναι ωστόσο αποδεδειγμένο ότι η κατανάλωσή του είναι αποτελεσματική κατά του λειχήνα του στόματος.
Αν κι από πολλούς θεωρείται ως ενοχλητικό ζιζάνιο, δεν είναι άχρηστο φυτό. Εκτός από την αξία της γλιστρίδας ως τροφή, είναι και κατάλληλη τροφή για ζώα. Τα γουρούνια την τιμούν ιδιαίτερα και επίσης την τρώνε και τα κουνέλια. Ο πατέρας μου, που έχει ένα τεράστιο μπαλκόνι με πολλές γλάστρες, κάθε χρόνο έχει πρόβλημα με την υπερβολική γλιστρίδα. Εκτός του ότι μαζεύουμε για σαλάτα, τώρα έχω αρχίσει να δίνω και στα κουνέλια μου που φαίνεται να την τρώνε πολύ, αν και την προτιμούν λιγότερο από τ’αγρωστώδη, το άχυρο, το τριφύλλι και τ’αμπελόφυλλα.
Η γλιστρίδα επίσης παρέχει σκιά για πολλά φυτά κι ακόμα με το βαθύ ριζικό της σύστημα φέρνει πολλά θρεπτικά συστατικά στην επιφάνεια, τα οποία με το θάνατο και το σάπισμα των φυτών το χειμώνα ή με την κομποστοποίηση γίνονται διαθέσιμα στα καλλιεργούμενα φυτά.
Εάν υπάρχει γλιστρίδα στον τόπο σας, δε χρειάζεται να την καλλιεργήσετε, εκτός κι αν θέλετε να καλλιεργήσετε μια ήμερη ποικιλία. Εάν ωστόσο δεν υπάρχει και θέλετε νά’χετε, η καλλιέργειά της είναι πολύ εύκολη. Το φυτό πολλαπλασιάζετε με σπόρο ή μοσχεύματα. Ο σπόρος σπέρνεται την άνοιξη σε ανοιχτό μέρος στην επιφάνεια του εδάφους, γιατί η γλιστρίδα χρειάζεται φως για να βλαστήσει. Τα μοσχεύματα φυτεύονται οριζοντίως και σε μερικές μέρες ριζώνουν. Οι γλιστρίδες ως ευρποσάρμοστο είδος δε χρειάζονται πολλά για να ευδοκιμήσουν. Οποιοδήποτε ανοιχτό μέρος με απευθείας ήλιο και σχετικά ξηρό έδαφος είναι κατάλληλο. Το φυτό αναπτύσσεται ταχύτατα και μπορείτε να το μαζεύετε πολλές φορές το χρόνο. Να έχετε κατά νου ότι η γλιστρίδα εξαπλώνεται πολύ εύκολα χάρη στους μικροσκοπικούς κι ανθεκτικούς σπόρους της και μπορεί να φυτρώνει σε μέρη που δεν τη θέλετε. Γι’αυτό συλλέγετε τα φυτά πριν ανθίσουν από τα ανεπιθύμητα μέρη για να περιορίσετε την εξάπλωση του φυτού, και αν κομποστοποιείτε φυτικά υπολοίμματα, βεβαιωθείτε ότι ο σωρός κομποστοποίησης έχει ανεβάσει αρκετά υψηλή θερμοκρασία εάν πρόκειται να κομποστοποιήσετε γλιστρίδα, ώστε να καταστραφούν οι σπόροι, αλλιώς μπορεί να επιβιώσουν.

Πηγές και ιστοσελίδες:
άρθρο της αγγλικής wikipedia
καλλιέργεια γλιστρίδας
γλιστρίδα φυτό του μήνα στο valentine.gr
πληροφορίες για τη γλιστρίδα ή αντράκλα
Και μερικές συνταγές
εδώ,
εδώ
και
εδώ.

Πηγή:
Φτιάχνω μόνος μου

Ξεφυλλίζοντας το ιταλικό περιοδικό AAM Terra Nuova, εντυπωσιάστηκα από ένα άρθρο για την ιστορία ενός «τρελού» Ελβετού.
O Jean Pain έκανε ένα πείραμα σ’ ένα μικρό αγροτεμάχιο.
Με κομπόστ από τα «σκουπίδια του δάσους» και μερικά «κόλπα» κατάφερε να αποκτήσει έναν υγιέστατο και παραγωγικό λαχανόκηπο με ελάχιστο νερό.

O Eλβετός Jean Pain στη δεκαετία του ’60 δούλεψε ως φύλακας μιας φάρμας, η οποία είχε και ένα μεγάλο κομμάτι δάσους. Το πρώτο πράγμα που τον ανησύχησε και έπρεπε να αντιμετωπίσει ήταν ο εφιάλτης τής τότε αλλά και της σημερινής εποχής, οι πυρκαγιές στα δάση.
Εφαρμόζοντας τις παλιές μεθόδους διαχείρισης των δασών, έφερε να βοσκήσουν στο δάσος, γουρούνια, πρόβατα, αλλά κυρίως κατσίκια – το κατσικίσιο τυρί που παρήγαγε έγινε διάσημο στην περιοχή του. Το φθινόπωρο, αφού καθάριζε το δάσος από τη θυσανώδη και τη θαμνώδη βλάστηση, χρησιμοποιούσε τα ξερά κλαδιά όπως έκαναν παλαιότερα και οι χωρικοί, δηλαδή ξύλα για τις σόμπες, για τους φούρνους, αλλά το μεγαλύτερο μέρος το έκαιγε επί τόπου στο χωράφι.
Μια μέρα, όμως, διαβάζοντας κάποια παλαιά κείμενα που βρήκε στο αρχοντικό της φάρμας, έμαθε για το «humus vivus», αυτό που σήμερα ονομάζουμε κομπόστ. Υλικό που κάποιοι «παλιοί σοφοί» παρασκεύαζαν από τα «σκουπίδια» του δάσους. Με αυτήν την έρευνα -την κατασκευή και τη χρήση του humus- αφιέρωσε και την υπόλοιπη ζωή του.
Το μυστικό για την παραγωγή φυτών ντομάτας, ύψους 2,5 μέτρων, χωρίς την ανάγκη νερού ήταν ακριβώς το «humus vivus». Για να αποδείξει τα αποτελέσματα των ερευνών του ο Jean Pain αποφάσισε να κάνει ένα μικρό οικογενειακό λαχανόκηπο 100 m2.
Επέλεξε, λοιπόν, ένα αγροτεμάχιο φτωχότατο σε θρεπτικά συστατικά, το οποίο βρισκόταν 10 μέτρα από την κορυφή ενός πετρώδους λόφου και σε υψόμετρο 410. Hταν ένα χωράφι πετρώδες, με υπέδαφος αμμώδες και με υδροφόρο ορίζοντα στα 95 μέτρα βάθος. Είχε νότιο προσανατολισμό και βρισκόταν στην περιοχή της Provenza (Ν. Γαλλία), που χαρακτηρίζεται από ξηρά καλοκαίρια και με μια μέση θερμοκρασία 35ο C υπό σκιάν.
Ο λαχανόκηπος περιμετρικά, αλλά και από πάνω, καλύφθηκε από συρμάτινη σήτα για προστασία από ζώα και πουλιά. Το Μάιο, στην πάνω σήτα τοποθέτησε χλωρά κλαδιά από πεύκα για να δημιουργήσει την απαραίτητη σκίαση για να μπορέσουν να ριζοβολήσουν ευκολότερα τα νεαρά φυτά πριν από τις ζέστες του καλοκαιριού.
Σύμφωνα με τις παρατηρήσεις του Jean Pain, η σκίαση του λαχανόκηπου ήταν απαραίτητη επειδή τα φυτά ποτίστηκαν κατά τη στιγμή της μεταφύτευσης και στη συνέχεια μόνο άλλη μια φορά έπειτα από κάποιες μέρες.
Το έδαφος του λαχανόκηπου τον χειμώνα ήταν καλυμμένο από ένα στρώμα οργανικής ουσίας τακτοποιημένο σε παρτέρια πλάτους 1,20 μέτρων, χωρισμένα μεταξύ τους από μονοπάτια στα οποία είχε τοποθετήσει μακριές ξύλινες τάβλες για να περπατάει χωρίς να συμπιέζει το έδαφος.
Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι όλη η επιφάνεια του αγροτεμαχίου, παρτέρια και μονοπάτια ήταν καλυμμένη από ένα στρώμα οργανικής ουσίας. Οι δε γραμμές φύτευσης δεν ήταν πάνω σε σαμάρια, όπως στη Β. Ευρώπη -που είναι λογικό για να έχουμε απορροή του περίσσιου νερού- αλλά το αντίθετο, σε αυλάκια για να έχουμε όσο το δυνατόν περισσότερη υγρασία και να μειώσουμε στο ελάχιστο τις απώλειές της από την εξάτμιση.
Ξεκίνησε λοιπόν το Νοέμβριο με την σπορά της σαλάτας. Aυτή ήταν και η πρώτη καλλιέργεια. Στο τέλος του Φεβρουαρίου – αρχές Μαρτίου προχώρησε στη δεύτερη καλλιέργεια, φυτεύοντας μπιζέλια, τα οποία μετά 2 μήνες τα συγκόμισε. Eφτασε έτσι στη στιγμή της τρίτης καλλιέργειας και της πιο σημαντικής.
Είναι η στιγμή της ανανέωσης της κάλυψης του εδάφους με νέα οργανική ουσία, που θα δώσει τα θρεπτικά συστατικά και την προστασία που χρειαζόμαστε. Ξεκίνησε, λοιπόν, με μια ομοιόμορφη επικάλυψη του εδάφους από 7 cm κομπόστ. Πάνω από το κομπόστ τοποθέτησε ένα στρώμα 10 cm από χονδροειδές οργανικό υλικό για εδαφοκάλυψη (ροκανίδι από το κόψιμο των ξύλων, άχυρα, φύλλα κ.λπ.). Αυτά τα δύο υλικά δημιούργησαν και το κάλυμμα από οργανική ουσία των παρτεριών. Αρχές Μαΐου ξεκίνησε τις μεταφυτεύσεις, π.χ. πήρε ένα φυτό μελιτζάνας -που το είχε φυτέψει το Φεβρουάριο στο σπορείο- και το μεταφύτευσε στο έδαφος δημιουργώντας ένα χώρο στο κόμποστ που είχε ήδη στρώσει. Μια βασική αρχή είναι να μη μένει ποτέ το κομπόστ ακάλυπτο και εκτεθειμένο στο φως, έτσι έπειτα από κάθε μεταφύτευση θα πρέπει να το σκεπάζετε με το υλικό εδαφοκάλυψης. Το υλικό της εδαφοκάλυψης, οποιαδήποτε και αν είναι η σύνθεσή του, όχι μόνο δεν επιτρέπει στο κομπόστ να χάσει την υγρασία του, αλλά κατά τη διάρκεια των ζεστών ωρών της ημέρας, δημιουργεί ένα στρώμα υγρασίας από πάνω του και βοηθάει στην αποδόμηση της οργανικής ουσίας.
Ακολουθώντας τα παραπάνω, ήδη στα τέλη του Αυγούστου είχε απίστευτα αποτελέσματα. Οι ντομάτες έφθασαν τα 1,80 μ. ύψος, με μια καταπληκτική ανάπτυξη. Η παραγωγή καρπών αυτήν την περίοδο έφθασε τα 6 κιλά ανά φυτό. Τα φασόλια είχαν ξεπεράσει τα 2 μ. ύψος. Τέσσερις εβδομάδες αργότερα, μπόρεσε να κάνει μιαν επαλήθευση της συγκομιδής. Μέση ανάπτυξη των φυτών της μελιτζάνας 1,20 μ., μέση παραγωγή 5 κιλά/φυτό και το σημαντικότερο, λόγω της ανεπτυγμένης ανθοφορίας και καρποφορίας ήταν σίγουρη η παραγωγή μέχρι και τα πρώτα κρύα του Νοέμβρη.
Η τελευταία βροχή έπεσε στις 27 Ιουνίου. Στις 27 Σεπτεμβρίου, που έκανε τον απολογισμό, είχαν περάσει 87 ημέρες χωρίς νερό και τα φυτά συνέχισαν να αναπτύσσονται και να παράγουν.

Ποια ήταν τα βιβλία που διάβασε και εφάρμοσε ο Jean Pain;
Μήπως ήταν τα δικά μας 3 Βυζαντινά βιβλία με τίτλο «Γεωπονικά» του Κασσιανού Βάσου;
Σας αφήνω να βγάλετε μόνοι σας το συμπέρασμα και σας γράφω περισσότερες πληροφορίες και συμβουλές για τον δικό σας άνυδρο κήπο λαχανικών ή φυτών…..

πατάτες διαφόρων ποικιλιών


πατάτα


πατάτες


φυτρωμένες πατάτες

Οι πατάτες είναι σήμερα από τις πλέον διαδεδομένες σοδειές. Η ευκολία στην παραγωγή και η μεγάλη θρεπτική τους αξια είναι στοιχεία τα οποία συνέβαλαν στη γρήγορη διάδοσή τους. Σήμερα η πατάτα είναι η τέταρτή σοδειά παγκοσμίως. Οι πατάτες είναι πολύ πλούσιες σε άμυλο (καλή πηγή ενέργειας), κάλιο κι άλλες βιταμίνες και μέταλλα σε μικρότερες ποσότητες. Μεγαλύτερες ποσότητες βιταμινών και μετάλλων βρίσκονται στη φλούδα, γι’αυτό αν η φλούδα βρίσκεται σε καλή κατάσταση μπορεί να καταναλωθεί μαζί με την πατάτα (στις ψητές). Η περιεκτικότητά τους σε λίπος είναι αρκετά μικρή, κι αν δεν είναι τιγανητές, δεν είναι και τόσο παχυντική τροφή όπως λέγεται συχνά. Τρώγονται βραστές, ψητές, τιγανητές, στον ατμό και με πολλούς άλλους τρόπους.
Η ιστορία αυτής της σοδειάς είναι πολύ παλιά. Είχε καλλιεργηθεί στο Περου ήδη πριν 8000 χρόνια. Την εποχή που έφθασαν οι Ισπανοί εξερευνητές, ήδη είχε διαδοθεί σε μεγάλο μέρος της αμερικανικής ηπείρου. Η πατάτα έπειτα μεταφέρθηκε στην Ισπανία το 16ο αι. όπου αρχικά καλλιεργούταν ως εξωτική τροφή, αλλά σιγά-σιγά υιοθετήθηκε ως βασική τροφή. Σύντομα εισήχθει και στη Βρετανία. Μετά εξαπλώθηκε και στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες. Αργότερα έφτασε στη Βόρεια Αμερική και μετά στην Ανατολική Ασία, στην Αφρική και τέλος σ’όλον τον κόσμο. Στην Ελλάδα ήρθε επί Ιωάννη Καποδίστρια το 1828. Είναι πασίγνωστη η ιστορία ότι δήθεν ο Καποδίστριας, για να νικήσει τη δυσπιστεία των Ελλήνων για τη νέα σοδειά, έβαλε τις πατάτες σε μια φρουρούμενη αποθήκη ώστε ο κόσμος να νομίσει ότι πρόκειται για κάτι πολύτιμο και να πάει να τις κλέψει. Αυτό εντούτοις δεν υποστηρίζεται απο τα έγγραφα της εποχής, και μάλλον πρόκειται για μύθο (η πηγή στο τέλος).
Κατά τη διάρκεια της μεγάλης ιστορίας της πατάτας, έχουν δημιουργηθεί έως και 5000 ποικιλίες. Οι περισσότερες ποικιλίες προέρχονται ή έχουν τα κύρια στοιχεία από την κοινή πατάτα, στρύχνο το κονδυλόρριζο (solanum tuberosum). Στη φύση υπάρχουν περίπου 200 είδη άγριας πατάτας, από τις ΗΠΑ έως τη Ν. Αμερική. Μερικά απ’αυτά καλιεργούνται κι άλλα έχουν διασταυρωθεί με ήδη καλλιεργούμενες ποικιλίες για την απόκτηση κάποιων θετικών στοιχείων, όπως την αντοχή τους σε ορισμένες ασθένειες. Από τις 5000 ποικιλίες, οι 3000 καλλιεργούνται κυρίως στην περιοχή προέλευσής τους, ενώ περίπου 100 μπορούμε να πούμε ότι είναι αρκετά διαδεδομένες. Απ’αυτές, πολύ λιγότερες καλλιεργούνται σε μεγάλη κλίμακα. Οι σημαντικότερες κατηγορίες ποικιλιών είναι οι πρώιμες (έτοιμες για συγκομιδή στους 2-3 μήνες) και οι κανονικές (έτοιμες στους 4-5 μήνες). Υπάρχουν και όψιμες, αλλά δεν καλλιεργούνται ευρέως. Υπάρχουν ακόμα και κάποιες σπάνιες μπλε ποικιλίες.
Τα φυτά της πατάτας είναι πολυετή ποώδη, με κάποια ομοιότητα στη ντοματιά. Άλλωστε η πατάτα, η ντομάτα, η πιπεριά, η μελιτζάνα, καθώς και ο καπνός, η πετούνια ανήκουν στην οικογένεια των στρυχνιδών ή σολανιδών (solanaceae). Το φυτό φτάνει σε ύψος τα 60 εκ. και υπογείως δημιουργεί κονδύλους στις άκρες υπόγειων στολωνίων (συνδετικών βλαστών). Οι κόνδυλοι είναι στην πραγματικότητα τροποποιημένοι βλαστοί που περιέχουν άμυλο για την κάλυψη των αναγκών του φυτού στην περίοδο νάρκης και στα πρώτα στάδια της ανάπτυξης. Η πατάτα ανθίζει στο μέσο περίπου της περιόδου ανάπτυξης, και ξεκινά την ωρίμανση των κονδύλων με τη μείωση της φωτοπεριόδου, αν κι αυτό έχει γίνει λιγότερο έντονο στις καλιεργούμενες ποικιλίες. Όπως και τα περισσότερα φυτά, η πατάτα αναπαράγεται με εγγενή τρόπο (σπόρο). Ωστόσο είναι πιο βολικό σε συνθήκες καλλιέργειας να πολλαπλασιάζεται με κονδύλους, και μόνο στην περίπτωση διασταύρωσης φυτών για τη δημιουργία νέων ποικιλιών, χρησιμοποιείται ο σπόρος. Μερικές ποικιλίες είναι στείρες, άρα πολλαπλασιάζονται μόνο με κονδύλους.
Μόνο ο κόνδυλος της πατάτας είναι εδώδιμος. Όπως και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς της, η πατάτα παράγει τοξικά αλκαλοειδή για ν’αποτρέψει τα φυτοφάγα ζώα. Το κύριο αλκαλοειδές που παράγει είναι η σολανίνη. Η ουσια αυτή βρίσκεται στους βλαστούς, στα φύλλα, στ’άνθη, στους καρπούς (μοιάζουν με πράσινες ντοματούλες, αλλά είναι τοξικοί), στις φύτρες των κονδύλων και στους πρασινισμένους (όταν αναπτύσσονται στην επιφάνεια του χώματος) κονδύλους. Στους εδώδιμους κονδύλους η ουσία αυτή βρίσκεται σε αμελητέες ποσότητες. Ωστόσο στις άγριες πατάτες ακόμα και ο κόνδυλος είναι μέτρια τοξικός. Συμπτώματα δηλητηρίασης είναι η ναυτεία, ο πονοκέφαλος και συμπτώματα του κεντρικού νευρικού συστήματος.

Η καλλιέργεια της πατάτας είναι σχετικά εύκολη. Ευδοκιμεί καλύτερα σε δροσερά κλίματα, αν και μπορεί να προσαρμοστεί σχεδόν παντου, αρκεί να διατηρείται στα κατάλληλα επίπεδα η υγρασία του εδάφους. Η πατάτα θεωρείται ημιανθεκτική στην παγωνιά, δηλαδή μπορεί να επιβιώσει σε βραχείες περιόδους χαμηλών θερμοκρασιών, συνήθως στα πρώτα στάδια της ανάπτυξης. Για τη μέγιστη παραγωγή θα χρειαστεί πλήρη έκθεση στον ήλιο, υγρό αλλά καλά αποστραγκιζόμενο έδαφος και όξινο με ph 5,0-6,8.
Οι πατάτες πολλαπλασιάζονται συνήθως με κονδύλους. Καλό είναι οι κόνδυλοι ν’αγοραστούν για το σκοπό της φύτευσης κι από συγκεκριμένη ποικιλία, για να μειωθεί ο κίνδυνος ασθενειών. Οι πατάτες που πωλούνται στα μανάβικα και στα σούπερ μάρκετ είναι ραντισμένες με χημικά που αναστέλλουν τη βλάστησή τους. Ακόμα κι αν βλαστήςουν, το ποσοστό επιτυχίας τους δεν είναι πολύ μεγάλο και μπορεί να έχουν ασθένειες. Οι κόνδυλοι προς φύτευση θα πρέπει να φέρουν οπωσδήποτε μάτια, απ’όπου θ’αναπτυχθούν οι βλαστοί. 1-3 μάτια είναι καλά. Τα πολλά μάτια θα κάνουν αδύναμη ανάπτυξη με μικρή παραγωγή κονδύλων. Οι μικροί κόνδυλοι μπορούν να φυτευθούν ολόκληροι, ενώ οι μεγάλοι μπορούν να κοπούν σε μερικά κομμάτια, το καθένα με μερικά μάτια. Καλύτερο είναι ν’αφεθούν τα κομμάτια λίγες μέρες να στεγνώσουν πριν τη φύτευση για να μειωθεί ο κίνδυνος σαπίσματος. Φυτεύονται σε βάθος 10 εκ. με απόσταση μεταξύ τους στη σειρά 30-45 εκ., και απόσταση μεταξύ σειρών 60 εκ. Σε τετράγωνα, οι απόσταση μεταξύ τους θα πρέπει να είναι 30-45 εκ. προς όλες τις κατευθύνσεις. Μερικοί περνύν τις πρώιμες ποικιλίες από μια περίοδο προβλάστησης πριν τη φύτευση, κατά την οποία τις τοποθετούν σε φωτεινή θέση για να επιμηκυνθούν οι βλαστοί απ’τα μάτια. Έτσι ενδυναμώνονται περισσότερο πριν τη φύτευση. Το έδαφος πριν τη φύτευση θα πρέπει να είναι καλοσκαμένο, χωρίς αγριόχορτα και λιπασμένο με οργανικό λίπασμα όπως κοπριά ή κομπόστ. Στην Ελλάδα η καλλιέργεια της πατάτας είναι δίφορη, δηλαδή δύο σοδειές μπορούν να παραχθούν το χρόνο. Η εποχή φύτευσης για την κύρια σοδειά είναι Μάρτιος-Απρίλιος, ανάλογα με το κλίμα της περιοχής, και σε πολύ νότιες και ζεστές περιοχές μπορούν να φυτευθούν ακόμα και τέλη Φεβρουαρίου. Η φθινοπωρινή φυτεύεται Ιούλιο-Αύγουστο.
Κατά τη διάρκεια της περιόδου ανάπτυξης θα πρέπει να ποτίζονται τακτικά. Στο μέσο της καλλιεργητικής περιόδου θα πρέπει να λιπανθούν καλά ακόμα μια φορά. Περιοδικά θα πρέπει οι βάσεις των φυτών να σκεπάζονται με χώμα, γιατί οι κόνδυλοι αναπτύσσονται πολύ κοντά στην επιφάνεια του χώματος και κάποιοι μπορει να βγούν έξω στο φως και τότε να πρασινίσουν (να γίνουν φωτοσυνθετικοί) και τοξικοί.
Η συγκομιδή γίνεται, για την κύρια σοδειά Μάιο-Ιούνιο (για τις πρώιμες) και Ιούλιο-Αύγουστο, ακόμα και σεπτέμβριο στις ορεινές περιοχές (για τις κανονικές). Οι φθινοπωρινές πατάτες μαζεύονται Οκτώβριο-Νοέμβριο. Ο κίνδυνος καταστροφής από παγωνιά είναι μεγάλος γι’αυτήν την εποχή σε μερικές περιοχές, και γι’αυτό δεν καλιεργούνται παντού φθινόπωρο. Οι πατάτες είναι “ώριμες” όταν το φύλλωμα ξεραθεί. Τότε θα πρέπει να σκαφτούν με μια τσουγκράνα και να μαζευτούν, και μετά να διαλεγούν: οι τυχόν χαλασμένες πρέπει να πεταχτούν, οι τυχόν χτυπημένες να χρησιμποιηθούν πρώτα, ενώ οι υπόλοιπες μπορούν ν’αποθηκευθούν για μελλοντική χρήση. Οι πατάτες θα πρέπει ν’αποθηκευθούν σε δροσερό και ξηρό μέρος. Αλιώς σαπίζουν εύκολα ή η γεύση τους αλλοιώνεται. Οι πατάτες προς φύτευση θα πρέπει να περάσουν από μια φάση λίγο υψηλότερης θερμοκρασία και υψηλής υγρασίας για να ενεργοποιηθούν τα μάτια.
Οι πατάτες προσβάλλονται από πολλές ασθένειες κι εχθρούς. Μπορεί να προσβληθούν από αφίδες (μελίγκρες), κρεμμυδοφάγους κι άλλες υπόγειες προνύμφες και τον κατ’εξοχήν εχθρό της πατάτας δορυφόρο. Προσβάλλονται επίσης από μυκητικές ασθένειες, όπως από το μύκητα fusarium, alternaria και τον περονόσπορο της πατάτας (phytophthora infestans). Η τελευταία ασθένεια έχει και ιστορική σημασία, αφού ήταν το αίτιο του μεγάλου λιμού της Ιρλανδίας το 1840. Ωστόσο η ασθένεια αυτή ευδοκιμεί περισσότερο σε υγρά κλίματα και σπανίζει στην Ελλάδα. Γενικά, η καταπολέμηση των εντόμων είναι ευκολότερη απ’αυτήν των καταστροφικών μυκήτων. Τα έντομα δεν καταστρέφουν τα φυτά μόνο τρώγοντάς τα, αλλά μπορούν να μεταδόσουν και φυτικούς ιούς. Οι ιοί δε θεραπεύονται, αλλά ευτυχώς είναι σπάνιες παθήσεις. Το καλύτερο είναι πάντως η πρόληψη. Γίνεται με δύο κυρίως τρόπους: πρώτον μ’επιλογή ανθεκτικών ποικιλιών και δεύτερων με μετακίνηση της καλλιέργειας κάθε χρόνο σ’άλλο μέρος του κήπου. Το τελευταίο θα πρέπει να γίνεται για όλα τα λαχανικά.

Πηγές και ιστοσελίδες:
Ελληνικά:
καλλιέργεια πατάτας 1
καλλιέργεια πατάτας 2
Σημείωση: Το κείμενο μπορεί να είναι ιστορικό, αλλά οι περισσότερες πληροφορίες συνεχίζουν να ισχύουν.
εχθροί κι ασθένειες τις πατάτας και προστασία
η ιστορία της πατάτας στην Ελλάδα (άρθρο βικιπαίδειας)
η ιστορία της πατάτας
συνταγές με πατάτες
πατάτες και υγεία
Αγγλικά:
άρθρο της αγγλικής wikipedia
καλλιέργεια πατάτας 1
καλλιέργεια πατάτας 2
καλλιέργεια πατάτας 3
καλλιέργεια πατάτας 4

γλάστρα με φρέσκα κρεμμύδια 16/4/2011


Το μέγεθος από το οποίο αρχίζω να μαζεύω. 7/4/2011


κρεμμύδια που βγαίνουν στην επιφάνεια 11/3/2011


κοκκάρια 24/2/2011

Το κρεμμύδι είναι το λαχανικό που καλλιεργώ περισσότερο και σε μεγαλύτερες ποσότητες. Επειδή όμως τα μαζεύω πάντα φρέσκα και δεν τ’αφήνω να γίνουν ξερά, ούτε έχω μαζέψει σπόρο από κανένα κρεμμύδι, έχω βρει ένα άρθρο για την ολοκληρωμένη καλλιέργεια του κρεμμυδιού. Τις προσωπικές μου εμπειρίες συν κάποιες επιπλέον πληροφορίες τις παραθέτω στο τέλος.

Πηγή:
Valentine

Λαχανόκηπος – Το κρεμμύδι (Από τον Γιώργο Κωνσταντακόπουλο)

Μπορείτε να φανταστείτε την μαγειρίτσα χωρίς φρέσκο κρεμμυδάκι; Ή την σαλάτα μαρουλιού; Για δοκιμάστε να κάνετε μία νόστιμη και «δεμένη» σάλτσα χωρίς ξερό κρεμμύδι; Παρατηρείστε ότι, μόνο για το κρεμμύδι χρησιμοποιείται το υποκοριστικό του -κρεμμυδάκι- για να περιγραφεί μία άλλη όψη και χρήση του ιδίου φυτού. Οι αρχαίοι μας Έλληνες τιμούσαν αρκούντως το κρεμμύδι, μιας και, εκτός των άλλων χρήσεων, αποτελούσε σταθερό συστατικό του πρωινού τους (ακράτισμα).

Ο αρχαίος κόσμος, καλλιεργούσε το κρεμμύδι, όχι μόνο για την άρτυση των φαγητών αλλά και για τις φαρμακευτικές του ιδιότητες, που οφείλονται μάλλον στην μεγάλη περιεκτικότητά του σε ιώδιο και θειάφι.

Το κρεμμύδι, μπορεί να καταναλωθεί με πολλούς τρόπους. Ως φρέσκο κρεμμυδάκι, αποτελεί ιδανικό συστατικό για τα διάφορα φρικασέ και τις ωμές σαλάτες, ενώ ως ξερό κρεμμύδι, αποτελεί βασικό συστατικό για πάμπολλες συνταγές μαγειρικής.

Το ξερό κρεμμύδι, μπορεί ακόμα να ψηθεί ολόκληρο και να αποτελέσει μία εξαίρετη σαλάτα με λίγο ξύδι και λάδι.

Ας δούμε λοιπόν πώς μπορείτε να έχετε κρεμμυδάκια και κρεμμύδια όλον τον χρόνο.

1. Παραγωγή σπόρων και κοκκαριού: Κατά κανόνα, η παραγωγή του κρεμμυδιού γίνεται φυτεύοντας μικρούς βολβούς (κοκκάρι), οι οποίοι στη συνέχεια βλαστάνουν και παράγουν το μεγάλο κρεμμύδι που όλοι γνωρίζουμε. Εμείς εδώ, θα δούμε πώς μπορείτε να παράγετε μόνοι σας τον σπόρο για την εν συνεχεία παραγωγή του κοκκαριού. Θα πρέπει να γνωρίζετε ότι, τα μεγάλα ξερά κρεμμύδια, αν τα φυτέψετε, θα βλαστήσουν και θα αναπτύξουν παράλληλα με τα κρεμμυδόφυλλα, έναν κεντρικό σκληρό κορμό στην κορυφή του οποίου θα αναπτυχθεί ένα στρογγυλό άνθος. Όταν ωριμάσει και ξεραθεί, μπορείτε να συλλέξετε τον κρεμμυδόσπορο, το λεγόμενο μπαρούτι από την ομοιότητά του με αυτήν. Αυτόν τον σπόρο, μπορείτε να τον σπείρετε κατά τον Φεβρουάριο-Μάρτιο. Το κοκκάρι σας (μικροί κρεμμυδοβολβοί), θα είναι έτοιμο κατά τον Ιούλιο-Αύγουστο. Η σπορά του μπαρουτιού, γίνεται σε βάθος το πολύ μέχρι 1 εκατοστό από την επιφάνεια του εδάφους. Τρία έως τέσσερα γραμμάρια σπόρου, αρκούν για 1 τετραγωνικό μέτρο. Συνεπώς, αν δεν θέλετε να σπείρετε τον θεσσαλικό κάμπο, αρκούν 5-6 μεγάλα ξερά κρεμμύδια για να παράγετε το μπαρούτι και το αντίστοιχο κοκκάρι που απαιτείται για έναν οικογενειακό λαχανόκηπο. Ο τρόπος συλλογής και φύλαξης του κοκκαριού μέχρι την φύτευσή του, είναι ίδιος με τους αντίστοιχους του ξερού κρεμμυδιού που αναφέρονται στη συνέχεια.

2. Φύτευση κοκκαριού: Αν θέλετε να παράγετε χλωρά κρεμμύδια, θα πρέπει να φυτέψετε το κοκκάρι σας τον Οκτώβριο με Νοέμβριο. Τα χλωρά κρεμμυδάκια σας θα είναι έτοιμα την επόμενη άνοιξη. Αν αντίθετα θέλετε να παράγετε ξερά κρεμμύδια, θα φυτέψετε κατά το τέλος Ιανουαρίου με αρχές Φεβρουαρίου. Τα ξερά σας κρεμμύδια θα είναι έτοιμα για συγκομιδή κατά τον μήνα Αύγουστο. Σημειώστε ότι, μπορείτε να έχετε φρέσκα κρεμμυδάκια όλον τον χρόνο, αρκεί να φυτεύετε τμηματικά τον διαθέσιμο χώρο. Η φύτευση γίνεται σε βραγιές με απόσταση 20-30 εκατοστά μεταξύ τους και σε βάθος 3-4 εκατοστά. Μέσα στην ίδια βραγιά, η απόσταση των φυτών πρέπει να είναι 10-15 εκατοστά.

3. Τεχνική καλλιέργειας: Το κρεμμύδι, έχει ανάγκη από ελαφρύ χώμα πλούσιο σε οργανικές ουσίες και καλοδουλεμένο, για να μπορέσει να αναπτύξει συμμετρικούς βολβούς. Ακόμα, το κρεμμύδι δεν χρειάζεται λίπανση με κοπριά κατά τη σπορά γιατί δεν την αφομοιώνει εύκολα. Προτιμότερο είναι να έχετε λιπάνει από την προηγούμενη περίοδο, έτσι ώστε η κοπριά να έχει αφομοιωθεί σχεδόν πλήρως από το χώμα. Επίσης, το περίσσευμα υγρασίας στο χώμα, ταλαιπωρεί το κρεμμύδι, εμποδίζει την ανάπτυξή του και ευνοεί την ανάπτυξη ασθενειών, όπως την σήψη. Επομένως, φροντίστε το έδαφος να είναι στραγγερό και μην το ποτίζετε υπέρμετρα. Από την σύσταση του εδάφους, εξαρτάται η μικρότερη ή μεγαλύτερη καυστικότητα του κρεμμυδιού. Έδαφος πλούσιο σε θειάφι, παράγει καυστικά κρεμμύδια ενώ έδαφος πλούσιο σε άζωτο, τα γλυκαίνει.

4. Συγκομιδή: Είναι ευνόητο ότι μπορείτε να μαζεύετε τα κρεμμύδια σας οποιαδήποτε στιγμή το απαιτούν οι ανάγκες σας. Μόνο για τα ξερά κρεμμύδια, αυτά δηλαδή που θέλετε να φυλάξετε και να διατηρήσετε για τον χειμώνα, θα πρέπει να τα συλλέξετε σε συγκεκριμένο στάδιο της ωρίμανσής τους. Η κατάλληλη στιγμή είναι, όταν τα φύλλα αρχίσουν να κιτρινίζουν έντονα και γέρνουν προς το έδαφος. Σε αυτή την φάση, οι βολβοί έχουν αναπτυχθεί τελείως και είναι έτοιμοι για συγκομιδή και φύλαξη. Ξεριζώστε τους βολβούς, τραβώντας τους κάθετα προς τα πάνω με σταθερή δύναμη. Αν το έδαφος είναι πολύ συμπαγές, καλό είναι να κάνετε αυτή την εργασία, 1-2 ημέρες μετά από ένα καλό πότισμα.

5. Φύλαξη και διατήρηση: Για να μπορέστε να διατηρήσετε καλά τα ξερά κρεμμύδια και να μην μουχλιάσουν, είναι απαραίτητο να τα αφήσετε 2-3 ημέρες απλωμένα σε στεγασμένο μέρος για να στεγνώσουν. Μπορείτε να τα αφήσετε και στο σημείο που τα ξεριζώσατε, αν μπορέσετε να εξασφαλίσετε την Υψηλή διαβεβαίωση ότι δεν θα βρέξει. Φροντίστε όμως να τα σκεπάζετε τη νύχτα για να μην τα επηρεάζει η πρωινή δροσιά. Στην συνέχεια, καθαρίστε το χώμα και τις κατεστραμμένες φλούδες, κόψτε την ουρά στα 2-3 εκατοστά, τοποθετήστε τα σε ξύλινα ή χάρτινα τελάρα και φυλάξτε τα σε μέρος χωρίς υγρασία και με λίγο φως. Επειδή χρειάζονται αερισμό για να μην μουχλιάσουν, φροντίστε η ποσότητα σε κάθε τελάρο να είναι τέτοια που να μπορούν όλοι οι βολβοί να αερίζονται. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να τα τοποθετήσετε ένα-ένα, αλλά ούτε και σε σωρό που εμποδίζει τον αερισμό. Ωστόσο, ο πιο γνωστός -και κατά τη γνώμη μου περισσότερο αρεστός από άποψη αισθητικής- τρόπος διατήρησης είναι, σε πλεξούδες. Αν αποφασίσετε να τα διατηρήσετε σε πλεξούδες, μην κόψετε την ουρά τους γιατί θα σας χρειαστεί για το πλέξιμο. Πάρτε έναν σκοινί, και πλέξτε τις ουρές τους μαζί με το σκοινί, χρησιμοποιώντας την ίδια τεχνική που εφαρμόζουν οι γυναίκες στις πλεξούδες των μαλλιών τους. Κρεμάστε τις σε μέρος δροσερό και προφυλαγμένο. Τα κρεμμύδια εννοείται…

Το κρεμμύδι είναι ένα εύκολο φυτό στην καλλιέργειά του. Κι αν ακόμα δεν έχετε λαχανόκηπο, μια-δυο ζαρντινιέρες στη βεράντα, είναι αρκετές για να έχετε τουλάχιστον φρέσκο κρεμμυδάκι από τα ίδια σας τα χέρια. Ή τα χεράκια της….

Επιπλέον πληροφορίες από διάφορες διαδικτυακές πηγές:
Η επιστημονική ονομασία του κρεμμυδιού είναι allium cepa, όπου allium=σκόρδο (τ’όνομα του γένους) και cepa=κρεμμύδι στα λατινικά. Το κρεμμύδι ανήκει στο ίδιο γένος με το σκόρδο, όπως δηλώνει και το όνομα του γένους του. Ανήκει στην οικογένεια των σκορδιδών (alliaceae) και στην τάξη των ασπαραγωδών και είναι μονοκοτηλύδνωνο. Αυτό το είδος δεν υπάρχει άγριο στη φύση, ωστόσο συγγενικά ήδη ζουν στην κεντρική Ασία. Η καλλιέργειά του ξεκίνησε πριν 5000 χρόνια στη Μεσοποταμία, όπως δείχνουν ευρήματα. Καλλιεργούταν και στην αρχαία Αίγυπτο, όπου μάλιστα ήταν και ιερό φυτό. Συμβόλιζε με το στρογγυλό σχήματ του και τους ομόκεντρούς του κύκλους την αιώνια ζωή. Χρησιμοποιούταν και στην ταρίχευση. Οι Αρχαίοι Έλληνες αθλητές έτρωγαν πολύ κρεμμύδι επειδή πίστευαν ότι δίνει δύναμη.
Η καυστική και ερεθιστική ιδιότητα του κρεμμυδιού προέρχεται από θειικές ενώσεις. Όταν τα κύτταρα ρηγνύονται με το κόψιμο, δρουν ένζυμα τα οποία διασπούν αυτές τις ενώσεις σε ελαφρύτερες αέριες οι οποίες μπαίνουν στα μάτια μας ή στη μύτη μας. Αν κόβετε τα κρεμμύδια υποβρυχίως ή αφού τα έχετε ψύξει το πρόβλημα αυτό μειώνεται.

Προσωπική εμπειρία:
Τα κρεμμύδια ήταν τα πρώτα λαχανικά που καλλιέργησα και αυτά που συνεχίζω να καλλιεργώ σε μεγάλη σχετικά ποσότητα. Παρακάτω παραθέτω αναλυτικά τις εμπειρίες μου για τις καλύτερες συνθήκες ανάπτυξής τους:
Η προσωπική μου εμπειρία συμφωνεί με το άρθρο στο ότι τα κρεμμύδια έχουν την πιο καλή ανάπτυξη σε υγρό, ελαφρύ και πλούσιο σε οργανική ύλη έδαφος. Μπορούν ν’αναπτυχθούν αρκετά καλά και σε αργιλώδες έδαφος, αλλά εκεί χρειάζεται προσοχή με το πολύ πότισμα που μπορεί να τα σαπίσει λόγω έλλειψης αποστράγκισης. Σε χώματα πολύ στεγνά ή που στεγνώνουν πολύ γρήγορα, π.χ. στις περιφέρειες μεγάλω γλαστρών, ή εάν δεν ποτίζονται τακτικά, μπορεί ν’αναπτυχθούν λίγο και να μείνουν στάσιμα ή και καθόλου. Τέλος, σε συμπαγές χώμα δυσκολεύονται περισσότερο ν’αναπτυχθούν και γίνονται κοντά και χοντρά. Αυτό όμως δεν το έχω δοκιμάσει πολλές φορές, επειδή συνήθως αποφεύγω το χώμα μου να είναι συμπαγές και ίσως αυτή να μην είναι η αιτία, γιατί οι ρίζες των κρεμμυδιών σ’αυτό το χώμα ήταν πολύ βαθιές και η κοντή ανάπτυξη ίσως ήταν αποτέλεσμα του πολύ έντονου ήλιου και της καλοκαιρινής ζέστης.
Έχω παρατηρήσει ότι τα κρεμμύδια αναπτύσσονται καλύτερα και γίνονται μεγαλύτερα στον απευθείας ήλιο. Χρειάζονται τουλάχιστον λίγες ώρες ήλιου την ημέρα, ενώ την υπόλοιπη μέρα μπορούν να είναι σε έντονο φως ή ημισκιά. Τα κρεμμύδια που μεγαλώνουν στη σκιά τείνουν να είναι πιο λεπτά, πιο ανοιχτόχρωμα και φαίνονται ασθενικά. Αν βρίσκονται σε πολύ σκιερό περιβάλλον και η αποστράγκιση του εδάφους είναι κακή, υπάρχει κίνδυνος να σαπίσουν.
Πότισμα χρειάζονται κανονικό, όπως τα περισσότερα λαχανικά. Όταν το χώμα αρχίζει να στεγνώνει, ποτίστε το. Λιγότερο πότισμα θα χρειαστούν αυτά που βρίσκονται σε αργιλώδες χώμα ή αυτά που βρίσκονται σε σκιά, ενώ περισσότερο αυτά που βρίσκουνται σε πολύ ελαφρύ χώμα. Η συχνότητα ποτίσματος είναι βέβαια ανάλογη με τη θερμοκρασία και την εξάτμιση.
Ο ρυθμός ανάπτυξής τους είναι ανάλογος με τη θερμοκρασία, δηλαδή το χειμώνα ή τις πολύ κρύες μέρες αναπτύσσονται λίγο, ενώ τις θερμότερες περισσότερο. Το καλοκαίρι είναι μια φυσική εποχή ανάπαυσης οπότε ακόμα και αν θέλτε να παραγάγεται μόνο φρέσκα, δεν είναι η κατάλληλη εποχή για να φυτέψετε.
Φυτεύω τα κοκκάρια σε γλάστρες με καλοσκαμμένο χώμα σε πολύ κοντινή απόσταση μεταξύ τους, σχεδόν κολλητά. Έτσι εξοικονομείται χώρος και τα κρεμμύδια δεν έχουν κάποιο πρόβλημα. Εάν όμως φυτευθούν πολύ κοντά (κολλητά ή το ένα σχεδόν πάνω στο άλλο), τότε αρκετά από αυτά δε θα φτάσουν στο πλήρες μέγεθός τους. Ακόμα και αν αφαιρεθούν τα δυνατότερα, αυτά δε θα καταφέρουν ποτέ να μεγαλώσουν στο μέγιστό τους. Συνήθως τα φυτεύω μόνα τους σε γλάστρες, αν και μερικές φορές τα έχω μαζί με βολβούς ή μονοετή ή κάτω από τα γιούκα μου. Στην τελευταία περίπτωση τα κρεμμύδια αναπτύσσονται προς το φως έξω από τη γλάστρα και έτσι τα φύλλα τους γίνονται κρεμαστά. Λιπαίνω μόνο με οργανικό λίπασμα και κατά τη φύτευση και μετά κατά διαστήματα στην ανάπτυξή τους. Τα κοκκάρια φυτρώνουν πολύ γρήγορα, μέσα σε λίγες μέρες.
Μπορείτε να μαζέψετε φρέσκα κρεμμύδια όποτε θέλετε, δεν υπάρχει κάποια φάση στην οποία είναι “ώριμα”. ‘Εγώ αρχίζω να μαζεύω από περίπου λίγο μετά τον πρώτο μήνα έως πάνω-κάτω δύο μήνες μετά τη φύτευση ώσπου να τελειώσουν. Προτιμώ να τα μαζεύω όταν φτάνουν ή μόλις έχουν φτάσει το μέγιστο δυνατό μέγεθος, για να μην ξοδεύω πολλά μικρά κάθε φορά και τελειώσουν γρήγορα, αλλά όταν έχω πάρα πολλά, μαζεύω και νωρίτερα. Τα νεαρά κρεμμυδάκια έχουν ακόμα το κοκκάρι τους συμπαγές. Όσο μεγαλώνουν και χρησιμοποιούν την αποθηκευμένη ενέργειά του αδυνατίζει, και αν περάσει λίγο παραπάνω καιρός και αρχίσουν οι ζέστες, η βάση τους φουσκώνει ετοιμαζόμενα για το σχηματισμό βολβού. Δεν έχω αφήσει κανένα κρεμμύδι πέρα απ’αυτό το στάδιο. Εάν κόψετε ένα κρεμμύδι χωρίς να βγάλετε και τη ρίζα του, δεν πειράζει, θα ξαναβγάλει φύλλα αλλά λεπτότερα και πιο αδύναμα. Για να έχετε συνεχή παραγωγή, μπορείτε όσο μεγαλώνουν τα κρεμμύδια και μαζεύετε, να φυτεύετε άλα στη θέση τους. Εγώ ξεκινάω την άνοιξη από το Φεβρουάριο και τελειώνω το Μάιο, ενώ το φθινόπωρο από το Σεπτέμβριο και τελειώνω το Δεκέμβριο.
Δεν έχω δοκιμάσει ποτέ να παραγάγω σπόρους. Όλα τα κρεμμύδια μου προέρχονται από αγορασμένα κοκκάρια. Πρέπει παρόλα αυτά ν’ασχοληθώ με την παραγωγή σπόρων και πειραματικά με την παραγωγή ξερών κρεμμυδιών, γιατί κάποτε ίσως χρειαστεί. Αν και έχω φυτέψει ξερά κρεμμύδια για να δω αν ανθίσουν, συνήθως το κάνω βιαστικά μέχρι να βάλω κάποιο μονοετές στη θέση τους οπότε τα ξεριζώνω και τα τρώω.
Ακόμα κι αν δεν έχετε πολλές κηπουρικές γνώσεις, μπορείτε να καλλιεργήσετε μ’επιτυχία κρεμμύδια. Είναι πολύ εύκολα.

Ενημέρωση 19/7/2011: Φύτεψα μερικά πειραματικά το καλοκαίρι, προς τα τέλη του Ιουνίου. Βγήκαν και αναπτύχθηκαν πολύ γρήγορα. Τώρα έχουν γίνει τεράστια κι έχω αρχίσει να μαζεύω. Όσο λείπω αναλαμβάνει το αυτόματο πότισμα. Άρα τα κρεμμύδια, τουλάχιστον τα φρέσκα, μπορούν να καλλιεργηθούν οποιαδήποτε εποχή.

φύτρα από ραπανάκι

Πηγή:
Valentine

Καλλιεργήστε φύτρα (Από τον Μιχάλη Πολίτη)

Τα φύτρα είναι νεαροί βλαστοί που βγαίνουν από διάφορους καρπούς και σπόρους και εμπλουτίζουν τη διατροφή σας με πολλά θρεπτικά συστατικά σε επαρκείς ποσότητες. Είναι από τα πλέον ισορροπημένα και υγιεινά τρόφιμα της διατροφικής αλυσίδας. Αν και μπορείτε να τα προμηθευτείτε έτοιμα στο εμπόριο, είναι προτιμότερο να τα παρασκευάσετε μόνοι σας στο σπίτι. Έτσι εκτός από τα θρεπτικά τους οφέλη θα έχετε τη χαρά της δημιουργίας και της αυτάρκειας όταν θερίζετε τα αποτελέσματα της καλλιέργειάς σας!

Τι είναι τα φύτρα

Ο πολλαπλασιασμός των φυτών με σπόρο είναι ο πιο διαδεδομένος τρόπος πολλαπλασιασμού στην φύση αλλά και ο πιο δημοφιλής στους ανθρώπους γιατί εμπεριέχει πλήθος συμβολισμών σχετικά με την διαδικασία της εξέλιξης. Ένας σπόρος μπορεί να βρίσκεται σε λήθαργο για μήνες ή χρόνια περιμένοντας τις κατάλληλες συνθήκες για να βλαστήσει. Αλλά για όσο διάστημα βρίσκεται σε αναμονή κάποια μόρια, οι αναβολείς ενζύμων ελέγχουν τον μεταβολισμό του σπόρου, ώστε αυτός να μην αποσυντεθεί και χαλάσει. Μόλις όμως ο σπόρος έρθει σε επαφή με το νερό οι αναβολείς ενζύμων αδρανοποιούνται και τα ένζυμα αναλαμβάνουν τη δράση τους βοηθώντας την ανάπτυξη του φυτού. Φύτρο λοιπόν ονομάζεται η πρώιμη διαδικασία των πρώτων ωρών-ημερών ζωής ενός σπόρου που ξυπνάει από το λήθαργο (με τη βοήθεια του νερού) και πάει να γίνει φυτό, πετώντας ένας τρυφερό, άσπρο βλασταράκι.

Πού μας ωφελούν τα φύτρα

Τα φύτρα των σπόρων είναι εξαιρετικά πολύτιμη τροφή, ακόμη πιο πλούσια σε θρεπτικά συστατικά από τους ίδιους τους σπόρους. Η αιτία είναι το γεγονός ότι κατά τη διαδικασία του φυτρώματος βελτιώνεται η ποιότητα των πρωτεϊνών, αυξάνεται η ποσότητα των βιταμινών ενώ τα μεταλλικά άλατα γίνονται πιο αφομοιώσιμα από τον οργανισμό. Π.χ. Η βιταμίνη C στο σιτάρι που φυτρώνει αυξάνεται κατά 600% στην αρχή του φυτρώματος. Τα φύτρα είναι η καλύτερη “ζωντανή τροφή”, στην πραγματικότητα είναι τόσο ζωντανά που συνεχίζουν να αναπτύσσονται καθώς τα τρώμε. Επομένως, τα φύτρα είναι τροφή εξαιρετικής βιολογικής αξίας, που θα πρέπει να ενταχθεί δυναμικά στη διατροφή μας.

Τα φύτρα περιέχουν λίγες θερμίδες και λιπαρά, αλλά είναι έξοχη πηγή φυτικών ινών, αντιοξειδωτικών και βιταμινών, ειδικά το χειμώνα, που τα φρούτα και τα λαχανικά είναι περιορισμένα. Χάρη σε κάποια χημικά μόρια που περιέχουν, τροφοδοτούν τον οργανισμό με ενέργεια και μας αναζωογονούν. Βοηθούν στην ανανέωση των κυττάρων και καθυστερούν τη γήρανση.

Τα φύτρα είναι γνωστά για τη θρεπτική τους αξία αλλά και τις θεραπευτικές τους ιδιότητες πάνω από 5.000 χρόνια. Κινέζοι γιατροί τα σύστηναν για διάφορες θεραπείες, ενώ υπάρχουν αναφορές και για τη χρήση τους από τους Ινδιάνους. Στη Δύση κατά τα γραφόμενα χρησιμοποιήθηκαν από τον Άγγλο θαλασσοπόρο Τζέιμς Κούκ ο οποίος στην προσπάθεια του να σώσει το πλήρωμά του από το σκορβούτο επέβαλε την κατανάλωση φύτρων.

Άλλα από αυτά είναι τραγανά, άλλα μαλακά, άλλα έχουν ελαφριά γεύση και άλλα πιο πικάντικη. Τα μαλακά φύτρα ταιριάζουν περισσότερο σε σαλάτες και σάντουιτς, γιατί μπορούν να καταναλωθούν και ωμά, ενώ τα πιο σκληρά μπορούν να μαγειρευτούν και να δώσουν ξεχωριστή γεύση, ψιλοκομμένα μέσα σε σούπες, βραστά λαχανικά και λαδερά. Είναι μοναδική τροφή για υγιείς και αρρώστους, καθώς και για τα παιδιά.

Σπόροι για φύτρα μπορούν να φυτευτούν όλο το χρόνο. Μεγαλώνουν σε κάθε κλίμα και δεν χρειάζονται ούτε χώμα ούτε ήλιο. Το πιο σημαντικό είναι ότι τα φύτρα δεν περιέχουν χημικά, δεν παράγουν σκουπίδια, είναι πεντανόστιμα στις σαλάτες και όταν τρώγονται ωμά έχουν εξαιρετικά χαμηλές θερμίδες. Συν του ότι δίνουν τη χαρά της δημιουργίας και της αυτάρκειας όταν θερίζετε τα αποτελέσματα της καλλιέργειάς σας!

Σπόροι για δημιουργία φύτρων

Μπορείτε να δημιουργήσετε φύτρα χρησιμοποιώντας όλων των ειδών τους σπόρους: σιτάρι, πράσινη σόγια, κόκκινη σόγια, τριφύλλι, άλφα άλφα (βίκο), ρεβίθι, κάρδαμο, φακή, φασόλι, καλαματιανό φασολάκι (είναι ακριβώς αυτό που χρησιμοποιούν σαν φύτρα οι Κινέζοι: Mung Beans), σινάπι, ηλιόσπορο, σουσάμι, σέλινο, ραπανάκι, κ.λπ. Αποφύγετε την κατανάλωση φύτρων από σπόρους σολανίδων (ντομάτα, πατάτα), γιατί περιέχουν το αλκαλοειδές σολανίνη που είναι τοξική ουσία. Προμηθευτείτε σπόρους στην φυσική τους μορφή, δηλαδή όχι κατεργασμένους και όχι ροδισμένους. Επίσης αποφύγετε να χρησιμοποιήστε πολυκαιρισμένους σπόρους. Ακόμη, χρησιμοποιήστε σπόρους που προέρχονται από βιολογικές καλλιέργειες, στις οποίες δεν χρησιμοποιούνται χημικά λιπάσματα. Ο κάθε σπόρος θέλει το δικό του χρόνο στο μούσκεμα και στο φύτρωμα.

Πώς θα καλλιεργήσετε τα φύτρα

Πλύντε καλά τους καρπούς ή τους σπόρους που έχετε επιλέξει. Βάλτε σ’ ένα πιάτο την ποσότητα των σπόρων που θέλετε να χρησιμοποιήσετε (20-50 γραμμάρια). Ξεδιαλέξτε και αφαιρέστε τους σπασμένους ή όσους έχουν στίγματα. Στη συνέχεια, βάλτε τους σπόρους σ’ ένα σουρωτήρι και ξεβγάλτε τους με άφθονο χλιαρό νερό. Έπειτα, απλώστε τους στον πάτο ενός ευρύχωρου δοχείου ή σ’ ένα γυάλινο βάζο. Φροντίστε το σκεύος που θα χρησιμοποιήσετε να είναι αρκετά μεγάλο ώστε να γίνεται εύκολα η κυκλοφορία του αέρα και επιπλέον να υπάρχει αρκετός χώρος για να αναπτυχθούν τα φύτρα και να μπορείτε να τα βγάλετε με ευκολία.

Βάλτε το σκεύος κάτω από τη βρύση και αφήστε το νερό να τρέξει, χωρίς πίεση και να ξεχειλίσει το δοχείο για τουλάχιστον ένα λεπτό. Μ’ αυτό τον τρόπο οι υγιείς σπόροι θα μείνουν στον πάτο ενώ οι ακατάλληλοι θα αποβληθούν. Η ποσότητα νερού που θα απομείνει στο δοχείο πρέπει να είναι 4-5 δάχτυλα πάνω από το επίπεδο των σπόρων. Σκεπαστέ το δοχείο μ’ ένα άσπρο πανί αραιής ύφανσης (ή γάζα) και σταθεροποιήστε το μ’ ένα λάστιχο. Εναλλακτικά μπορείτε να χρησιμοποιήσετε βάζο με ειδικό καπάκι (με σίτα). Αφήστε τους σπόρους να μουλιάσουν στο νερό, σε σκοτεινό μέρος, με θερμοκρασία 15-25 βαθμούς Κελσίου για 6-12 ώρες.

O χρόνος που απαιτείται για να φυτρώσουν οι σπόροι είναι διαφορετικός. Έτσι, λοιπόν 6 ώρες είναι αρκετές για το σπόρο του σιταριού, της μηδικής, του μοσχοσίταρου κ.λπ., ενώ 10-12 ώρες χρειάζονται τα φασόλια, η σόγια, κ.λπ. Λαμβάνοντας υπόψη σας τις ειδικές αυτές περιπτώσεις, θα βρείτε ποιες είναι οι κατάλληλες συνθήκες για να βλαστήσουν οι σπόροι που έχει διαλέξει.

Κατά τη διάρκεια του μουλιάσματος των σπόρων αναποδογυρίστε το βάζο για να αδειάσει το νερό. Αμέσως ξεπλύντε τους σπόρους με χλιαρό νερό, ακολουθώντας την εξής διαδικασία: τοποθετήστε το στόμιο του βάζου κλεισμένο όπως είναι με τη γάζα στο τρεχούμενο νερό της βρύσης και στη συνέχεια αναποδογυρίστε το με προσοχή μέχρι ν’ αδειάσει όλο το νερό.

Οι σπόροι χρειάζονται ξέπλυμα 2 φορές την ημέρα για τις πρώτες 2-3 ημέρες, μετά 1 φορά την ημέρα είναι αρκετή, με μόνη εξαίρεση τους σπόρους της σόγιας και των ρεβιθιών που χρειάζονται ξέπλυμα 3 ή και περισσότερες φορές. Μετά από κάθε ξέπλυμα οι σπόροι πρέπει να φυλάσσονται σε μέρος σκοτεινό (σε ντουλάπι ή σε μπουφέ). Συνεχίστε να ξεπλένετε τους σπόρους για 3-5 ημέρες (ανάλογα με το σπόρο) μέχρι να φτάσουν τα φύτρα τους τα 3-4 εκ. μήκος. Όταν τα φύτρα μεγαλώσουν στο επιθυμητό ύψος τότε μπορείτε να τα χρησιμοποιήσετε. Mην τα αφήσετε πάνω από 7 μέρες, γιατί οι ρίζες τους θα μεγαλώσουν πολύ και θα αποκτήσουν πικρή γεύση.

Πώς θα τα συντηρήσετε

Για να επωφεληθείτε στο έπακρο από τα θρεπτικά τους συστατικά, το ιδανικό θα ήταν να τα καταναλώσετε αμέσως μόλις τα συγκεντρώσετε. Πριν καταναλώσετε τα φύτρα ακολουθήστε την παρακάτω διαδικασία για να τα εμπλουτίσετε με την πολύτιμη χλωροφύλλη. Αφήστε το βάζο εκτεθειμένο στο φυσικό φως, σε έμμεσο -πλάγιο φωτισμό για 6-7 ώρες. Με τη μέθοδο αυτή αναπτύσσονται μικρά φυλλαράκια. Αν δεν τα καταναλώσετε αμέσως, μπορείτε να τα διατηρήσετε στο ψυγείο για 1 εβδομάδα περίπου αφού πρώτα τα βγάλετε από το δοχείο και τα τοποθετήσετε σε ειδικό σακουλάκι ψυγείου.

Φύτρα δεν έχω καλλιεργήσει ποτέ συστηματικά, αλλά όταν αραιώνω το μαϊντανό ή τα ραπανάκια που σπέρνω, τα τρώω.

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.