Category: καλλωπιστικά φυτά


Ιαπωνικό αγιόκλημα (Lonicera japonicum), από τα πιο ευραίως καλλιεργούμενα είδη, από wikipedia.

Πρόκειται για ένα από τα πλέον καλλιεργούμενα καλλωπιστικά αναρρηχητικά εξαιτίας της τεράστιας ανθεκτικότητάς του και των μοσχοβολιστών ανθέων του. Ένα τέτοιο φυτό προστέθηκε αρκετά πρόσφατα στη συλλογή μου, στιςαρχές του Απριλίου φέτος και το κύριο σχόλιο πού έχω να κάνω γι’αυτό είναι ότι μεγαλώνει ταχύτατα.

Το αγιόκλημα δεν είναι μόνο ένα ή λίγα είδη, είναι ένα μεγάλο γένος (γένος Lonicera) 180 περίπου ειδών, εκ των οποίων τα 100 απαντούν στην Κίνα. Από τα υπόλοιπα πάλι τα περισσότερα ενδημούν στην Ασία, ενώ υπάρχουν και είδη στις υπόλοιπες ηπείρους του Βορείου Ημισφαιρίου. Το γένος Lonicera ανήκει στην οικογένεια των αιγοφυλλιδών, προφανώς επειδή το προτιμούν οι κατσίκες, και στην τάξη των διψακωδών. Το αγιόκλημα λέγεται επίσης και αιγόκλημα, μάλλον γι’αυτό το λόγο, επειδη το τρώνε οι κατσίκες, ενώ αγιόκλημα μάλλον έγινε από αναγραμματισμ΄΄ό. Λέγεται επίσης και μπιρμπιλιά, εξαιτίας των πολλών μικρών σφαιρικών καρπών που παράγει.
Τα είδη του γένους είναι είτε θάμνοι με λεπτά κλαδιά είτε αναρρηχητικά, σχεδόν όλα φυλλοβόλα, με αντίθετα ωοειδή φύλλα, έντονα αρωματικά άνθη στις μασχάλες των φύλλων λευκά, κίτρινα ή και πορτοκαλί και χωανοειδή με εξέχοντες λεπτούς στήμονες, που δίνουν καρπούς μικρές σφαιρικές ράγες διαμέτρου 1 εκατοστού, χρώματος μπλε, ιώδους ή κόκκινου με πολυάριθμους σπόρους. Οι καρποί των περισσοτέρων ειδών είναι ελαφρώς τοξικοίγια τον άνθρωπο, όχι όμως για τα πουλιά, αν και αυτός του γαλάζιου αγιοκλήματος (Lonicera caerulia), που λέγεται έτσι λόγω του χρώματος του καρπού του και απαντά σ’όλο το βόρειο ημισφαίριο στα πολύ βόρεια γεωγραφικά πλάτη, είναι γλυκός και τρώγεται. Το νέκταρ όλων των ειδών μπορεί να καταναλωθεί, φυσικά μόνο για τη γεύση του γιατί δεν υπάρχει μεγάλη ποσότητα. Στην κινέζικη ιατρική το φυτό χρησιμοποιείται για το βήχα.

Εδώ κυρίως θ’ασχοληθώ με τα αναρρηχητικά είδη, μιας κι αυτά είναι τα κοινότερα σε καλλιέργεια. Δύο δηλαδή είδη είναι τα πιο κοινά: το κοινό ευρωπαΐκό αγιόκλημα (Lonicera periclymenum) και το ιαπωνικό (L. japonicum), το πλέον κοινό το οποίο έχω κι εγώ. Ως αναρρηχητικά αναπτύσσονται ταχύτατα και μπορούν να φτάσουν σε ύψος έως και τα 10 μέτρα στα κατάλληλα στηρίγματα. Αυτό είναι άλλωστε το μεγάλο πλεονέκτημα των αναρρηχητικών φυτών – μπορούν να εξαπλώνονται χωρίς να δαπανούν μεγάλη ενέργεια ισχυροποιώντας τους βλαστούς ή τις ρίζες τους. Έχουν άλλα φυτά και στηρίγματα χάρη στα οποία επεκτείνονται. Τα κοινά αναρρηχητικά είδη λοιπόν έχουν πολύ μακριούς κι ευλύγιστους βλαστούς με αντίθετα ωοειδή και χνουδωτά φύλλα, όλα γυρισμένα σ’ένα επίπεδο άσχετα με την αρχική κατεύθυνση των μίσχων τους για την καλύτερη συλλογή του φωτός. Οι κορυφές των βλαστών είναι λεπτές, χνουδωτές κι ευλύγιστες, και μπορούν να πιαστούν απ’οπουδήποτε αν μεινουν στο ίδιο σημείο για λίγες μέρες (πρόσφατη δική μου παρατήρηση). Ο κορμός ή οι κορμοί και τα χοντρά κλαδιά του φυτού είναι ξυλώδη, πάλι όμως σχετικά ευλύγιστα, με κυλινδρική δομή, σε σημεία κατά μήκος διογκώσεις που αντιστοιχούν στους κόμπους και λείο ανοιχτό καφέ φλοιό που βγαίνει σε λωρίδες. Ο παχύτερος κορμός που έχω συναντήσει τον έχω υπολογίσει στα 5 εκατοστά διάμετρο, θα υπάρχουν όμως και μεγαλύτεροι. Το φυτό ευτυχώς δεν κάνει παραφυάδες μακριά από τον κεντρικό κορμό του, άρα όσον αφορά την επέκτασή του στο έδαφος είναι μειωμένη. Οι ρίζες του είναι πολύ ισχυρές, όπως κατάλαβα ο ίδιος προσπαθώντας να μεταφυτεύσω το αγιόκλημά μου από την αρχική του γλάστρα, όπου μάλλον θά’χε παραμείνει καιρό και είχαν πιαστεί καλά απ΄΄ο τα ανοίγματα του πυθμένα, στη δική μου, με τις κεντρικές πάχους όσο σχεδόν και οι βασικοί κορμοί.
Τα άνθη μυρίζουν πάρα πολύ ωραία, κάπως σαν γιασεμί και βανίλια, εντονότερα το βράδυ. Ιδιαίτερα εντυπωσιακό είναι όταν ένα μεγάλο φυτό είναι ανθισμένο το καλοκαίρι, ένα δροσερό βράδυ που δε φυσάει πολύ. Μπορεί να γεμίσει μια μικρή αυλή με το άρωμά του. Η οσμή προσελκύει τις νυκτόβιες πεταλούδες, τους επικονιαστές του. Στο ευρωπαΐκό είδος τα άνθη είναι κίτρινα εξαρχής, ενώ στο ιαπωνικό αρχικά λευκά και μετά κιτρινίζουν. Εδώ στη Θεσσαλονίκη ανθίζει από Μάιο έως Οκτώβριο, σε πιο ορεινό ή ψυχρό κλίμα όμως μπορεί ν’αρχίσει την ανθοφορία πιο αργά (Πύργοι Κοζάνης το χωριό μου υψόμ. 800 μ. αρχίζει τον Ιούνιο και τελειώνει λίγο πιο νωρίς), και σε πιο νότιο και θερμό λογικά νωρίτερα.

Απ’ό,τι καταλάβατε, το φυτό αυτό είναι στην ουσία ένα ζιζάνιο στη στρατηγική, το ίδιο όμως και στις καλλιεργητικές του ανάγκες. Δεν έχει κάποια ιδιαίτερη ανάγκη. Ζει σχεδόν παντού, σ’όλα τα εδάφη, από αργιλώδη έως αμώδη, αν και το προτιμώμενό του είναι βαθύ, μέτριο και πλούσιο σε οργανική ύλη, σε διάφορα ph, με ιδανικά κανονικό πότισμα και λίπανση, και πολύ ήλιο ή ημισκιά. Καλύπτει σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα τα μέρη στα οποία βρίσκεται όπως πέργκολες, δέντρα, κάγκελα κ.ά. Γι’αυτό το λόγο θα χρειάζεται επειγόντως κλάδεμα, για να μην πνίξει όλον τον τόπο, που καλύτερα να γίνεται το χειμώνα. Τότε το φυτό θά’χει ρίξει τα φύλα του, και θα μοιάζει με μία μάζα περιπεπλεγμένων ξερών κλαδιών. Κόψτε τότε πολλά – κορυφές, υπερβολικά μακριά κλαδιά, κλαδιά στην περιφέρεια με επιθετικές διαθέσεις κ.ά. Στην πραγματικότητα δε θα πειράξει αν κοψετε και λίγο παραπάνω. Το φυτό θα επανέλθει αμέσως την άνοιξη, και θ’ανθίσει όπως πριν. Αντίθετα τα περισσότερα θαμνώδη είδη δημιουργούν τα μπουμπούκια τους στο ξύλο της προηγούμενης χρονιάς, έτσι εκεί το κλάδεμα χρειάζεται προσοχή, εκεί όμως η ανάπτυξη είναι σαφώς μικρότερη. Μη δοκιμάζετε να κόψετε τα κλαδιά με τα χέρια σας, γιατί μάλλον θα σας σπάσει ο φλοιός αφήνοντας ένα κεντρικό μέρος που καλύπτεται από γλοιώδη χυμό άρα δύσκολο να πιάσετε κι επίσης πανίσχυρο, που όσο και να το τεντώσετε δύσκολα σπάει. Έτσι καλύτερα κόψτε το με ψαλίδι, και θα γίνει αμέσως. Εξαίρεση αποτελούν οι φρέσκες κορυφές και τα νεαρά κλαδιά αν κοπούν απότομα από το σημείο εκκίνησής τους, που σπάνε πιο εύκολα.

Λόγω της επιθετικότατής του τάσης, το ιαπωνικό είδος έχει εξαπλωθεί σε πολλές χώρες που έχει εισαχθεί, με αρνητικές συνήθως συνέπειες για το οικοσύστημα, εκτοπίζοντας πολλά ιθαγενή είδη. Σοβαρότερο πρόβλημα αποτελεί στις ΗΠΑ, όμως και η Αργετινή, η Βραζιλία, η Αυστραλία, η Νέα Ζηλανδία κι άλλες χώρες προσπαθούν να το καταπολεμήσουν. Η καταπολέμησή του είναι πολύ δύσκολη, αφού εξαπλώνεται ταχύτατα χάρη στους μικρούς καρπούς του με τους πολλούς σπόρους κι ακόμα η χρήση ζιζανιοκτόνων δεν ενδείκνυται για τα φυσικά περιβάλλοντα. Αποτελεί ωστόσο άριστη τροφή για άγρια φυτοφάγα ζώα όπως ελάφια, λαγούς, χελώνες κ.ά., αλλά και για κατσίκια και λοιπά φυτοφάγα, και για τα κουνέλια, τα οποία κατά την εμπειρία μου το τρώνε πολύ. Εάν έχετε λοιπόν κουνελάκια κι ένα μεγάλο τέτοιο φυτό, μπορείτε να τους κόβετε και να δίνετε.

Το φυτό προστέθηκε στη συλλογή μου στις αρχές του Απριλίου, από κάποια αναρρηχητικά φυτά που είχαν έρθει για φύτευση στη Σχολή Τυφλών. Το αντικατέστησα μ’ένα των
γιούκα
μου, αφού άλλωστε έχω πολλά και δεν τα θέλω όλα. Αρχικά έπρεπε να κόψω τα περισσότερα μακριά κλαδιά, αφού είχαν σπάσει ή πατηθεί κατά τη μεταφορά. Έπειτα το μεταφύτευσα σε μεγάλη γλάστρα, κι από τότε άρχισε τρελή ανάπτυξη. Είδη είχε λίγα πράσινα μάτια και φυλλαράκια (τα μάτια του είδους αυτού είναι πολύ μικρά) και με την επιστροφή μου από τις διακοπές του Πάσχα μερικά κλαδιά είχαν ξεπεράσει τα 10 εκατοστά. Τώρα ππου γράφω το θέμα πολλά έχουν ξεπεράσει το μέτρο και πριν τέσσερις μέρες παρατήρησα τα πρώτα άνθη, λευκά αρχικά κι αργότερα κίτρινα, σύμφωνα με το ιαπωνικό είδος. Ακόμα είναι λίγα για να μυρίζουν σε απόσταση, όμως τα μπουμπούκια που αναμένονται ν’ανοίξουν είναι πολλά. Το φυτό λοιπόν πιάνεται απ’όπου βρει – φύλλα γιούκα, ψεκαστήρια, τοίχους κ.ά. Αναμένεται να στηριχθεί σε πέργκολα στον τοίχο, η οποία θα καρφωθεί σε λίγες μέρες.

Πηγές και ιστοσελίδες:
άρθρο της αγγλικής wikipedia για το γένος Lonicera
άρθρο της αγγλικής ςικιπεδια για το είδος Lonicera japonica
άρθρο της αγγλικής wikipedia για το είδος Lonicera periclymenum
άρθρο της αγγλικής wikipedia για το είδος Lonicera caerulia
αγιόκλημα πληροφορίες στο valentine.gr
καλλιέργεια αναρρηχητικών αγιοκλημάτων
θαμνώδη αγιοκλήματα

μακρύστυλο άνθος κοινής πρίμουλας (Primula vulgaris)

βραχύστυλο άνθος κοινής πρίμουλας

Primula veris

Όλες οι φωτογραφίες από την αγγλική Wikipedia.

Από τα πρώτα αγριολούλουδα της άνοιξης, εξού και το λατινογενές όνομά τους “πρίμουλα”, υποκοριστικό του “prima”, πρώτη. Από εκει προέρχεται και το αγγλικό τους όνομα “primrose”, μέσω του γαλλικού “primerose” από το λατινικό “prima rosa”, δηλαδή πρώτο ρόδο. Το γένος Primula, που ανήκει στην οικογένεια των ηρανθωδών και στην τάξη των ερεικωδών, στην τάξη που περιλαμβάνει επίσης τα
κυκλάμινα
και τα ερείκια, περιέχει περί τα 425 είδη με τεράστια ποικιλομορφία σ’όλο το βόρειο ημισφαίριο, με λίγα στο νότιο. Είναι χαμηλά ποώδη, τα περισσότερα πολυετή, φυτά υγρών και δροσερών κυρίως περιοχών.

Τα περισσότερα φυτά του γένους έχουν ένα ρόδακα πλατιών επιμήκων φύλλων στη βάση από το κέντρο του οποίου βγαίνει ένας ή παραπάνω βλαστοί με το άνθος ή την ταξιανθία. Από τα ποιο κοινά είδη είναι η κοινή πρίμουλα (P. vulgaris), αγγλικά “primrose”, που λανθασμένα οι Βρετανοί συχνά τη λένε αγγλική, έχει όμως τεράστια εξάπλωση και ως τη χώρα μας, μ’ένα άνθος ανά στέλεχος, και η εαρινή ή πολυανθής, αγγλικά cowslip (κοπριά αγελάδας, γιατί φυτρώνει συχνά κοντά), με μια μεγάλη ταξιανθία 10-30 ανθέων ανά στέλεχος. Τα άνθη των προαναφερθέντων ειδών είναι συνήθως κίτρινα, αν και σπάνια μπορούν να βρεθούν και λευκές, ρόδινες και ερυθρές ποικιλίες, ενώ οι καλλιεργημένες μορφές είναι σαφώς πολύ ποικιλομορφότερες. Αναφέρω την αγγλία περισσότερο γιατί εκεί τα φυτά αυτά είναι ιδιαίτερα άφθονα λόγω κρύου και βροχερού κλίματος, και ως εκ τούτου από εκεί ξεκίνησε η συστηματική επιλεκτική αναπαραγωγή και καλλιέργειά τους. Από εκεί πρωτοπαρήχθησαν πολύχρωμες, διπλές, και μακρότερης ανθοφορίας ποικιλίες. Ομοίως και με τους πανσέδες που εξευγενίστηκαν εκεί, κι αυτό μάλιστα καταγράφεται απ’το Δαρβίνο. Στην Ελλάδα οι πανσέδες ευδοκιμούν καλά το φθινόπωρο, το χειμώνα και την άνοιξη, όμως το καλοκαίρι δυσανασχετούν. Το ίδιο και οι πρίμουλες, οι οποίες όμως και στη φύση έχουν τελειώσει την ανθοφορία τους πολύ πριν το καλοκαίρι, κι έτσι δεν υπάρχει διακοπή εκείνη την εποχή.

Για να καλλιεργηθούν χρειάζονται ημισκιερό ή σκιερό περιβάλλον με υγρασία και τακτικό πότισμα. Πολλαπλασιάζονται με σπόρο, ο οποίος είναι υπερβολικά λεπτός και θα πρέπει να σπαρεί σε προστατευμένο περιβάλλον με υγρασία και υγρο χώμα, καλύτερα μείγμα κοινού χώματος, άμμου και τύρφης κατά ίσα μέρη. Εάν αφεθούν μόνες τους θα εξαπλώνονται περισσότερο κάθε χρονιά από τους σπόρους που πέφτουν. Τα μονοετ΄΄η είδη θα χρειαστούν σπορά ή φύτευση νέων φυτών κάθε χρόνο. Μπορούν να προσβληθούν από αφίδες και μύκητες σε υγρές κλειστές συνθήκες.

Τα άνθη της πρίμουλας επίσης τρώγονται σε σαλάτες, γλυκά και χρησιμοποιούνται για την παρασκευή μαρμελάδων και οινοπνευματωδών ποτών. Τα φύλλα της τρώγονται ως λαχανικό, κυρίως στην Ισπανία.

Γιατί όμως λουλούδι του Δαρβίνου; Διότι έχει εξελιχθεί κατά έναν ιδιαίτερο τρόπο, που μελέτησε εκτενώς ο Δαρβίνος κι ενίσχυσε τη θεωρία του. Η πρίμουλες έχουν δύο ειδών άνθη. Το ένα έχει ψηλό στύλο που εξέχει σαν καρφίτσα και κοντούς στήμονες (μακρύστυλο), ενώ το άλλο έχει το αντίθετο, κοντό στύλο και ψηλούς στήμονες (βραχύστυλο). Αυτή η διαφορά ονομάζεται ετεροστυλία, και η παραγωγή κάθε παραλλαγής είναι χαρακτηριστικό του κάθε φυτού, ένα φυτό δηλαδή θα παράγει μόνο άνθη της μίας των δύο παραλλαγών. Αυτό κέντρισε την περιέργεια του Δαρβίνου, ο οποίος το μελέτησε περαιτέρω. Αρχικά θεώρησε πως αυτό είναι ο πρόδρομος της εξέλιξης σε δίοικο φυτό, δηλαδή τα κοντότερα όργανα κάθε άνθους ίσως ήταν εκφυλισμένα και κάποτε θα έπαυαν να λειτουργούν, ώστε το είδος να μείνει με δύο ξεχωριστά φύλλα, για ν’αποφεύγεται η αυτογονιμοποίηση, επιζήμια για τη γενετική ποικιλομορφία. Ανακάλυψε όμως κάτι εκπληκτικότερο, που κι αυτό εξελίχθηκε για τη διατήρηση της γενετικής ποικιλομορφίας. Παρατήρησε ότι όχι μόνο η αυτογονιμοποίηση ενός άνθους ήταν αδύνατη, αλλά και οι προσπάθειες γονιμοποίησης μεταξύ ανθέων της ίδιας μορφής σε διαφορετικά φυτά αποτύγχαναν. Απεναντίας οι γονιμοποιήσεις μεταξύ φυτών με τις διαφορετικές ανθικές παραλλαγές ήταν επιτυχημένες. Έτσι έφτασε στο συμπέρασμα ότι η πρίμουλα έχει εξελίξει έναν μοναδικό τρόπο διατήρησης της γενετικής ποικιλομορφίας, πάνω στην οποία μπορεί έπειτα να δράσει η φυσική επιλογή. Τα άνθη θα πρέπει υποχρεωτικά να γονιμοποιηθούν από φυτό της άλλης παραλλαγής, κι έτσι είναι αδύνατο να γονιμοποιήσουν τον εαυτό τους ή γειτονικό άνθος στο ίδιο φυτό. Εάν το καλοσκεφτούμε, είναι σαν νά’χουμε τέσσερα ξεχωριστά φύλα. Το ίδιο χαρακτηριστικό έχει εξελιχθει ανεξάρτητα και σ’άλλες οικογένειες ανθοφορων φυτών.

Πέρα από το επιστημονικό ενδιαφέρον του Δαρβίνου, όλη η οικογένεια φαίνεται να είχε αγάπη προς αυτά τα λουλούδια. Τα παιδιά του Δαρβίνου αρέσκονταν να φτιάχνουν περιδέρεα μ’αυτά, πλέκοντας μεταξύ τους τους στύλους της μακρύστυλης παραλλαγής.

Όσον αφορά τον τρόπο κληρονομικότητας των ανθικών παραλλαγών, ακόμα δεν έχω βρει τίποτα.

Πηγές:
Ελληνικά:
πρίμουλα: πληροφορίες
καλλιέργεια μονοετών ποικιλιών πρίμουλας
Αγγλικά:
καλλιέργεια πριμουλας: της κοινής πολυετούς
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για το είδος Primula vulgaris
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για το είδος Primula veris

Δύο άνθη στο δικό μου φυτό: το ένα αριστερά έχει ανοίξει, ενώ το άλλο δεξιά ήταν σχεδόν ανοιχτό. Τώρα που γράφω το άρθρο έχει ανοίξει κι εκείνο, και παραμένουν δύο μπουμπούκια ακόμα για να τελειώσει η ανθοφορία.

Κάθε εποχή στα ανθοπωλεία θα δούμε να έχουν συγκεκριμένα προβλέψιμα είδη σε μεγάλη ποικιλία και ποσότητα. Έτσι από το τέλος του φθινοπώρου, όλο το χειμώνα και ίσως στην αρχή της άνοιξης έχουμε υπομονές, καλαγχόες, αλεξανδρινά και κυκλάμινα, την άνοιξη κυρίως αζαλέες και βιγόνιες, το καλοκαίρι δεν έχουμε κάποιος συγκεκριμένο είδος, αλλά μπορούμε να πούμε τα
γεράνια
ή τα γαρύφαλλα, ενώ το φθινόπωρο τα χρυσάνθεμα πλημμυρίζουν τον τόπο. Αυτά τα είδη τα λέω “εμπορικά”. Καλλιεργούνται σε τεράστια κλίμακα, έχουν πλέον παραχθεί πάμπολλες βελτιωμένες ποικιλίες με καλύτερα χαρακτηριστικά π.χ. περισσότερα και μεγαλύτερα άνθη, μεγαλύτερη διάρκεια ανθοφορίας κ.ά., κι έχουν καταλήξει να γίνουν σύμβολα για την κάθε εποχή. Αυτά συνήθως θα πάρει κανείς για να κάνει δώρο σε κάποιον, και συνήθως θα προκαλέσουν καλή εντύπωση. Όλα τα παραπάνω φυσικά εις βάρος των λιγότερο γνωστών, αλλά κατά πολύ πολυαριθμότερων, άλλων ειδών.

Το κυκλάμινο λοιπόν είναι ένα απ’αυτά τα “εμπορικά” είδη. Δε θα το είχα στη συλλογή μου αν δεν τό’παιρνε η γιαγιά μου ως δώρο για τη γιορτή της μάνας μου στις 25 Νοεμβρίου. Δε θα το είχα γιατί το βλέπω παντού και πλέον δε μου φαίνεται τόσο ιδιαίτερο. Ίσως προτιμούσα, αν έπαιρνα ποτέ , κάποιο άλλο, σπανιότερο άγριο είδος ή καμία διαφορετική ποικιλία.

Το γένος των κυκλαμίνων (Cyclamen) περιέχει 20 περίπου είδη, ιθαγενή της λεκάνης της Μεσογείου ως το Ιράν, ενώ ένα είδος, το C. somalense, απαντά στη Σωμαλία. Τ’όνομά τους το πήραν από το κυκλικό σχήμα του κονδύλου τους. Είναι δικοτυλήδωνα φυτά της οικογένειας των μυρσινιδών, της τάξης των ερεικωδών. Παλαιότερα ταξινομούνταν στους ηρανθίδες (ήρανθος (το άνθος της Ήρας) είναι η πρίμουλα, η οικογένεια της πρίμουλας, ενώ δίανθος (άνθος του Δία) είναι το
γαρύφαλλο).
Από τα 20 περίπου είδη στην Ελλάδα θα συναντήσουμε περισσότερο το ελληνικό ή γραικό κυκλάμινο (Cyclamen graecum), ενώ σε μεγαλύτερα υψόμετρα το κισσόφυλλο κυκλάμινο (C. hederifolium). Υπάρχουν επίσης ενδημικά σε συγκεκριμένες περιοχές όπως το κρητικό (C. creticum), το Κώο (C. coum), το ροδιακό (C. rhodium), και στην Κύπρο το κυπριακό (C. cyprium). Στην Περσία ή Ιράν απαντά το περσικό κυκλάμινο (C. persicum), από το οποίο προήλθαν σχεδόν όλες οι καλιεργημένες ποικιλίες.

Τα κυκλάμινα μπορούν να βρεθούν σε δάση ή σε πιο ανοιχτές περιοχές. Συνήθως φύονται ανάμεσα σε άλλα φυτά ή κάτω από τη σκιά μεγαλύτερων δέντρων, πλατύφυλλων και κωνοφόρων. Μερικά είδη είναι δασόβια, όπως το C. coum, ενώ άλλα μπορούν να βρεθούν και σε βραχώδεις περιοχές, όπως το C. graecum, το οποίο όμως προτιμά πάλι τα πιο πυκνά μέρη.

Ως δικοτυλήδονα, τα κυκλάμινα εξ ορισμού δε γίνεται να έχουν βολβό, ούτε και κορμό. Το υπόγειο αποταμιευτικό μέρος τους είναι ένας κόνδυλος. Ο κόνδυλος είναι κυκλικός και κάπως πεπλατυσμένος, ποικίλης διαμέτρου ανάλογα με το είδος, με αυτούς των μεγαλύτερων ειδών να φτάνουν έως και 25 εκ., ενώ αυτούς των μικρότερων μόνο 5, προερχόμενος κατά την πρώιμη ανάπτυξη από διόγκωση του υποκοτύλου, του βλαστού του σποροφύτου που στηρίζει τις κοτυληδόνες. Οι ρίζες βγαίνουν από διάφορες επιφάνειες του κονδύλου ανάλογα με το είδος, π.χ. το περσικό βγάζει από κάτω, το κισσόφυλλο από πάνω και απ’τις πλευρές. Τα κυκλάμινα δεν έχουν ισχυρό ριζικό σύστημα, με εξαίρεση το ελληνικό, του οποίου οι ρίζες είναι σκληρές και ανθεκτικές και μάλιστα μπορούν να τραβήξουν τον κόνδυλο βαθύτερα αν χρειαστεί (συσταλτές). Αυτό το φαινόμενο δεν περιορίζεται μόνο σ’αυτο το είδος, αλλ’είναι γνώρισμα πολλών κονδυλωδών ή κοντόκορμων ειδών συνήθως ξηρών περιβαλλόντων.
Από σημεία ανάπτυξης στην επάνω επιφάνεια του κονδύλου εκφύονται τα φύλλα και τα άνθη. Τα σημεία αυτά μπορεί να επιμηκύνονται με τα χρόνια. Τα φυλλα έχουν ψηλό μίσχο και είναι πλατιά, καρδιοειδή όπως στο περσικό ή γωνιώδη με λοβούς σαν του κισσού όπως στο κισσόφυλλο. Σ’όλα τα είδη τα φύλλα φέρουν γραμμώσεις ανοιχτότερου γκριζωπού συνήθως χρώματος με διάφορα σχέδια. Τα άνθη στέκονται κι αυτά σε ψηλούς ποδίσκους, οι οποίοι στρέφονται σ’όλα τα είδη 150-180 μοίρες προς τα κάτω στην κορυφή τους, ώστε το κέντρο του άνθους να κοιτάει κάτω. Τα άνθη έχουν 5 σέπαλα και 5 πλατιά πέταλα συνενωμένα στη βάση και γυρισμένα προς τα πίσω και πάνω με διαφορετικό σχήμα ανάλογα με το είδος, π.χ. στο C. repandum τα πέταλα είναι πολύ μακριά, στο C. coum σχεδόν στρογγυλά, ενώ στο κισσόφυλλο C. hederifolium κάπου στη μέση. Το χρώμα των πετάλων κυμαίνεται από λευκό έως ιώδες, με μια σκουρότερη κηλίδα ποικίλου σχήματος ανάλογα με το είδος στη βάση. Στη φύση υπάρχει συνήθως μια λευκή και μια ρόδινη μορφή για το κάθε είδος, αλλά το κυκλάμινο των Βαλεαρίδων Νήσων (C. balearicum) είναι μόνο λευκό. Το περσικό από την άλλη έχει πλέον όλη τη διακύμανση. Ο στύλος του υπέρου μόλις εξέχει από το κέντρο κατά λίγα χιλιοστά, ενώ οι στήμονες είναι χωμένοι στο κύπελο που δημιουργούν οι συνενωμένες βάσεις των πετάλων, με εξαίρεση το C. rohflsianum, του οποίου οι στήμονες εξέχουν.
Διάφορα είδη ανθίζουν σε διαφορετικές εποχές του έτους, για παράδειγμα το κισσόφυλλο και το ιώδες κυκλάμινο (C. perpurascens) ανθίζουν καλοκαίρι-φθινόπωρο, το περσικό και το κώο το χειμώνα, ενώ το C. repandum την άνοιξη. Μετά την ανθοφορία σχηματίζουνται οι καρποί, σφαιρικές κάψουλες με τους σπόρους. Κατά το σχηματισμό των καρπών οι ποδίσκοι λυγίζουν και συστρέφονται, και αυτό γίνεται διαφορετικά ανάλογα με το είδος. Στο περσικό για παράδειγμα ο βλαστός απλά λυγίζει χωρίς να συστρέφεται, ενώ στο ελληνικό συστρέφεται και από την κορυφή και από τη βάση. Στα υπόλοιπα είτε συστρέφεται από την κορυφή είτε από τη βάση. Οι σπόροι στη φύση διασπείρονται από τα μυρρμήγκια τα οποία τρέφονται με την ελαιώδη κάλυψή τους και τους σκορπίζουν.

Όλα τα είδη καλλιεργούνται κατά παρόμοιο τρόπο με προσαρμογές ανάλογα με τον ετήσιο κύκλο και το ιδιαίτερο περιβάλλον του καθενός, π.χ. ένα δασόβιο ειδος όπως το κώο θα χρειαστεί περισσότερη σκιά και υγρασία, ενώ το ελληνικό είναι ανεκτικό σε ξηρότερες και ανοιχτές συνθήκες. Εδώ όμως θα χρησιμοποιώ ως παράδειγμα το περσικό είδος, μιας κι αυτό είναι το ποιο κοινό σε καλλιέργεια. Το κυκλάμινο αυτό συνήθως θα το αγοράσουμε ή θα μας το φέρουν την περίοδο του φθινοπώρου ή του χειμώνα. Για να μη μπερδευτεί το βιολογικό του ρολόι και νομίζει πως η θερμοκρασία αυξάνεται και πρέπει ν’αδρανοποιηθει θα πρέπει να διατηρείται σε δροσερές θερμοκρασίες, το ιδανικό 20 βαθμοί τη μέρα και 6,5-15 τη νύχτα, επομένως το σπίτι δεν είναι η καλύτερη θέση. Από την άλλη το περσικό είδος αντέχει μόνο ελαφριές παγωνιές και θα καταστραφεί στο παρατεταμένο πολικό ψύχος, σε αντίθεση με πιο ανθεκτικά είδη όπως το κισσόφυλλο, το ιώδες ή το κώο που αντέχουν έως και -20 βαθμούς. Το ελληνικό αντέχει στους -4. Ωστόσο η παγωνιά δεν αποτελεί σοβαρό πρόβλημα στις περισσότερες πεδινές περιοχές της Ελλάδας όπου το κυκλάμινο μπορεί να μείνει έξω σε κάποια προστατευμένη θέση από βροχή, χιόνι και αέρα. Όλο το χειμώνα θα φαίνεται σχεδόν στάσιμο, με την έλευση όμως της άνοιξης και των ιδανικών συνθηκών η ανθοφορία θα προχωρήσει γρήγορα. Το φυτό ευδοκιμεί σε πολύ φως, ή το πολύ με λίγο πρωινού ή απογευματινού ήλιου, αλλ’όχι στον απεθείας μεσημεριανό ήλιο. Θα πρέπει να ποτίζεται όταν στεγνώνει η επιφάνεια του χώματος. Κάποιοι βουτούν τις γλάστρες σε νερό για να ποτίσουν τα φυτά ώστε να μη βρέχουν το φύλλωμα και τ’άνθη για φόβο ανάπτυξης μυκήτων, αλλά και το κανονικό πότισμα, αν γίνεται με προσοχή, δεν προκαλεί κανένα πρόβλημα. Το νερό στο πιατάκι θα πρέπει πάντοτε ν’αδειάζεται μιας κι αυτά τα φυτά σαπίζουν εύκολα με τη μόνιμη υψηλή υγρασία στο χώμα.
Κατά την ανθοφορία το φυτό θα ανθίζει ανοίγοντας λίγα-λίγα τα μπουμπούκια που έχει στο κέντρο του ρόδακα των φύλλων του. Τα απανθισμένα άνθη μπορούν να κοπούν ώστε η ενέργεια που θα πήγαινε προς θρέψη των σπόρων να διοχετευθεί στον κόνδυλο. Εγώ τα κόβω. Μετά την ανθοφορία το φυτό θα πρέπει να ποτιζεται λιγότερο ως προετοιμασία για τη θερινή αδρανοποίηση. Τα φύλλα του θα αραιώνουν και θα πέφτουν, ενώ αν έχει καρπούς θα ωριμάσουν και στο τέλος θα πέσουν κι αυτοί. Το καλοκαίρι το φυτό δε χρειάζεται να ποτίζεται, απλώς να παραμένει σε σκιερή θέση. Προς τέλος καλοκαιριού και αρχές φθινοπώρου, οπότε είναι η καλύτερη εποχή για μεταφύτευση, θ’αρχίσει πρώτα η ανάπτυξη των ριζών και έπειτα θα εμφανιστούν τα φύλλα. Τότε είναι και η καταλληλότερη εποχή για λίπανση. Προσοχή όμως το λίπασμα να μην είναι πολύ πλούσιο σε άζωτο, διότι τότε θα ενισχυθεί πολύ το φύλλωμα εις βάρος των ανθέων. Το πότισμα σιγά-σιγά θα πρέπει να επανέλθει στο κανονικό πρόγραμμα. Το φυτό μπορεί να λιπαίνεται αραιά και κατά την περίοδο ανάπτυξης και ανθοφορίας.

Ο πολλαπλασιασμός των κυκλαμίνων είναι κάπως δυσκολότερος από αυτόν άλων κονδυλωδών φυτών, κι αυτό γιατί ο κόνδυλος είναι μονειρης, χωρίς να παράγει νέους θυγατρικούς. Για να πολλαπλασιαστεί βλαστητικά επιτυχώς το κυκλάμινο, θα πρέπει να κοπεί ένα κομμάτι κονδύλου με τουλάχιστον ένα σημείο ανάπτυξης και μέρος της σωστής ριζωτικής επιφάνειας ανάλογα με το είδος, προτιμότερα προς το τέλος της αδρανούς περιόδου. Τα κομμένα μέρη θα πρέπει να προστατευθούν από μυκητική σήψη παραμένοντας για λίγες μέρες ξηρά.
Αλλιώς ο πολλαπλασιασμός γίνεται με σπόρο. Οι σπόροι συλλέγονται μόλις ωριμάσουν οι καρποί κι έπειτα για σιγουρότερη βλάστηση τοποθετούνται για 24 ώρες σε νερό με απορρυπαντικό πιάτων για να διαλυθεί το ελαιώδες κάλυμμά τους, το οποίο προφανώς αναστέλλει τη βλάστηση. Έπειτα σπέρνονται σε μικρές γλάστρες κάποιου βάθους για τον κόνδυλο με ελαφρύ χώμα. Το φως επίσης αναστέλλει τη βλάστηση, γι’αυτό οι σπόροι θα πρέπει να είναι οπωσδήποτε ελαφρώς θαμμένοι. Θα πρέπει να διατηρούνται πάντοτε υγροί, όχι όμως κορεσμένοι. Θα βλαστήσουν συνήθως την εποχή ανθοφορίας του κάθε είδους, για παράδειγμα αν ο σπόρος σπαρεί το φθινόπωρο και το συγκεκριμένο είδος ανθίζει την άνοιξη, θα φυτρώσει την άνοιξη. Ωστόσο ορισμένα ειδη αργούν υπερβολικά να φυτρώσουν, όπως το ιώδες κυκλάμινο, του οποίου οι καρποί ωριμάζουν ένα χρόνο μετά την ανθοφορία το επόμενο καλοκαίρι, και ο σπόρος κάνει ακόμα ένα χρόνο να φυτρώσει. Αν σε οποιοδήποτε είδος δε φυτρώσει τίποτα για ένα χρόνο, δε θα πρέπει να χαθούν οι ελπίδες, αφού φυτά μπορούν να εμφανιστούν και 2 και 3 χρόνια μετά. Αυτό συνήθως γίνεται αν ο σπόρος είχε αποθηκευθεί σε ξηρό περιβάλλον ή ήταν πολύ παλιός.

Από παλιά το κυκλάμινο είχε εκτιμηθεί για την ομορφιά του. Αναφέρεται
σε μερικά δημοτικά τραγούδια,
όπως για παράδειγμα στο “Κυκλάμινο” που έχει ως εξής: “Κυκλάμινο κυκλάμινο στου βράχου τη σχισμάδα…”, ή στο “Μικρό πουλί τριανταφυλλί”, που ξεκινάει έτσι: “Μικρό πουλί τριανταφυλλί, δεμένο με κλωστίτσα…”, και σ’άλλα. Ωστόσο παραδοσιακά είχε και μια περιορισμένη φαρμακευτική χρήση.
Ο Αρχαίος Έλληνας στρατιωτικός γιατρός και βοτανολόγος Διοσκουρίδης του πρώτου αιώνα μ.Χ. αναφέρει ότι το κυκλάμινο έχει δράση κατά των δηλητηρίων, ως αλοιφή είναι αποτελεσματικό ενάντια στα δαγκώματα των φιδιών, ο χυμός μαζί με μέλη στα μάτια θεραπεύει τον καταρράκτη και την ασθενή όραση, ο χυμός της ρίζας από τη μύτη καθαρίζει το κεφάλι, ενώ ο βρασμένος και πυγμένος πολτός της ρίζας είναι κατάλληλος για δερματικές παθήσεις, κι ως κάλυμα θεραπεύει τα εγκαύματα. Επίσης ο χυμός μαζί με κρασί ή μέλι με κρασί ρυθμίζει την υπερβολική χολή (τότε οι ασθένειες θεωρούταν ότι προέρχονταν από ανισορροπίες των τεσσάρων υγρών στο σώμα, του αίματος, του φλέγματος, της κίτρινης χολης και της μέλαινας χολής). Μαζί με κρασί όμως θα κάνει τον άνθρωπο να μεθύσει εύκολα. Ακόμα αν το φορούν οι ετοιμόγεννες γυναίκες θα επισπευθεί η γέννα, ενώ αν μια έγκυος περάσει πάνω από ένα τέτοιο φυτό θ’αποβάλλει. Είναι τέλος και αφροδισιακό.
Αργότερα στη Μεσιωναική Ευρώπη το φυτό συνέχιζε να χρησιμοποιείται. Στα βουνά της Ουαλίας για παράδειγμα οι κόνδυλοι ψήνονταν και γίνονταν κάτι σαν ψωμάκι, το οποίο δινόταν σε κάποιον ως ισχυρό ερωτικό φίλτρο. Γενικότερα στην Ευρώπη θεωρούταν ότι η αλοιφή του κυκλάμινου, αν τοποθετηθεί στην κοιλιά πάνω απ’τα έντερα θα έχει καθαρτική δράση, πρακτική που συνεχίζεται και σήμερα στην άκρως μη επιστημονική
ομοιοπαθητική,
ενώ πάνω από την ουροδοόχο κύστη θα είναι διουρητική. Θεωρείται επίσης οτι ανεβάζει τη διάθεση και την αυτοεκτίμηση. Επιστημονικά το φυτό δεν έχει μελετηθεί ακόμα για πιθανή φαρμακευτική δράση.

Σπάνια μπορεί άνθρωποι να παρουσιάσουν αλλεργική αντίδραση στο χυμό του φυτού, ίσως γι’αυτό το κυκλάμινο να κατατάσσεται σε καταλόγους τοξικών φυτών για παιδιά και ζώα. Στην πραγματικότητα όμως η τοξικότητά του είναι πιθανότατα πολύ χαμηλή έως ανύπαρκτη. Από προσωπική εμπειρία έχω να πω ότι τα κουνέλια όχι μόνο το τρώνε, αλλά το κατασπαράζουν ολοκληρωτικά. Η κουνέλα του πατέρα μου έφαγε σύρριζα ολόκληρα δύο κυκλάμινα που του είχαν φέρει ως δώρο, όταν έβγαινε για λίγες ώρες να τρέξει έξω στο μπαλκόνι με τα φυτά. Από τότε ο πατέρας μου, όπως κι εγώ νωρίτερα, πήραμε μέτρα να μη βγάζουμε τα κουνέλια μας έξω μαζι με φυτά, επειδή είναι πραγματικοί καταστροφείς. Δείτε
εδώ
και
εδώ
τα αποτελέσματα των όχι αμελητέων καταστροφών τους! Στα
δικά μου κουνέλια
έχω δώσει κυκλάμινο πειραματικά. Αρχικά το έψαξαν και το μύρισαν διστακτικά, μετά όμως και τα δύο το έφαγαν κανονικά.

Όσον αφορά το δικό μου φυτό, δεν ξέρω ακριβώς τι να κάνω τώρα που τελειώνει η ανθοφορία. Μπορεί να το κρατήσω, μάλλον πόμως θα το δώσω στον πατέ΄ρα μου ως αντικαταστάτη των απωλειών του, αφού εγώ δεν είχα προγραματίσει εξ αρχής να το έχω.

Πηγές και ιστοσελίδες:
άρθρο της Βικιπαίδειας για το κυκλάμινο
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για το κυκλάμινο
καλλιέργεια του κοινού κυκλάμινου στο valentine.gr
Η κοινότητα για το κυκλάμινο.
Η παραπάνω σελίδα είναι της κοινότητας για το κυκλάμινο (Cyclamen society), μιας κοινότητας καλλιεργητών κι ερευνητών με σκοπό την προώθηση της καλλιέργειας και της προστασίας των ειδών του γένους, καθώς και τη διάδοση πληροφοριών σχετικά με το γένος, τα είδη και τις ποικιλίες. Στην κοινότητα αυτή γίνονται διάφορες συζητήσεις, αλλά και διάφορες δραστηριότητες όπως ανταλλαγές σπόρων και φυτών, εκδρομές σε φυσικά περιβάλλοντα ειδών κυκλαμίνων, μετρήσεις, καταγραφές εξάπλωσης, καταγραφές νέων ποικιλιών, κ.ά. Η κοινότητα ιδρύθηκε στην Αγγλία τον Ιανουάριο του 1977 και σήμερα αριθμεί περί τα 1600 μέλη παγκοσμίως.

το φυτό το καλοκαίρι


φύλλωμα και άνθη

Ετεροχρονισμένη λίγο η δημοσίευση του άρθρου, μιας και η φωτογραφίες του φυτού είναι από τον Ιούλιο του περασμένου καλοκαιριού. Δεν πειράζει όμως, η πληροφορία δεν έχει συγκεκριμένη εποχή και μπορεί να δημοσιεύεται οποτεδήποτε. Είναι ένα από τα λίγα άρθρα για φυτά τα οποία έχω ακόμα καταχωνιασμένα πίσω-πίσω στα προσχέδια και πρέπει οπωσδήποτε να τα δημοσιεύσω. Ύστερα δηλαδή απ’αυτό το άρθρο θ’ακολουθήσουν κι άλλες δημοσιεύσεις για φυτά, όχι όλες από τα προσχέδια.

Το συγκεκριμένο φυτό λοιπόν είναι ένα λιγούστρο ή λιγουστρίνι γένους Ligustrum της οικογένειας των ελεϊδών, της ίδιας που περιλαμβάνει και την ελιά, της τάξης των λαμιωδών, ανθοφόρο δικοτυλήδωνο εννοείται. Το γένος του λιγούστρου περιλαμβάνει 40 είδη, με τα περισσότερα στην Ανατολική Ασία κυρίως στην Κίνα, στην Ιαπωνία, αλλά και στην Κορέα, πιο νότια στην Ινδοκίνα και στα Ιμαλάια. Μόνο ένα είδος ζει στην Ευρώπη, το κοινό λιγούστρο (L. vulgare), που επίσης μπορεί να βρεθεί στη βορειοδυτική αφρική και τη δυτική Ασία. Το είδος της φωτογραφίας είναι το ωοειδόφυλλο λιγούστρο (L. ovalifolium) της Ιαπωνίας. Οι θάμνοι αυτοί δεν έχουν κάτι το ιδιαίτερα αξιοσημείωτο, πέρα του ότι είναι ημιαειθαλείς, διατηρώντας μεγάλο μέρος του φυλλώματός τους το χειμώνα.

Το L. ovalifolium είναι ένας θάμνος μέτριου ύψους στα 2 μ. ή και παραπάνω με μερικούς κεντρικούς βλαστούς και πολλά όρθια κλαδιά σχεδόν ίσου μήκους με τις δικές τους όρθιες διακλαδώσεις (συμποδιακή διακλάδωση), τα οποία φέρουν ζεύγη αντίθετων ωοειδών φύλλων. Το καλοκαίρι, όπως φαίνεται και στη φωτογραφία, ανθίζει με μικρά άνθη σε ταξιανθίες ανθήλες, δηλαδή διακλαδιστούς βότρεις. Ένας βότρυς είναι μια ταξιανθία στην οποία τα άνθη βρίσκονται πάνω σ’έναν βλαστό συνδεδεμένα με ποδίσκο. Τα άνθη έχουν 4 σέπαλα και 4 πέταλα γυρισμένα προς τα πίσω, 2 στήμονες με κίτρινους ή κόκκινους ανθήρες (τα όργανα που παράγουν τη γύρη) κι ένα χαμηλό ύπερο στη μέση, κι αναδίδουν λεπτό άρωμα από πολύ κοντινή απόσταση σαν πασχαλιάς. Έχω παρατηρήσει ότι προσελκύουν μέλισσες και χρυσομπούμπαρους. Όταν ο ύπερος γονιμοποιηθεί, τα πέταλα και οι στήμονες πέφτουν αφήνοντας μόνο τον ύπερο στο κέντρο του σωλήνα του κάλυκα. Έπειτα σχηματίζονται μικροί σφαιρικοί καρποί δρύπες, οι οποίοι είναι δηλητηριώδεις για τον άνθρωπο, αλλά φαγώσιμοι για τα πουλιά, με τα οποία γίνεται κιαι η διασπορά των σπόρων μέσω των περιττωμάτων τους.

Όπως και τα υπόλοιπα μέλη του γένους αυτού, το φυτό αυτό είναι όπως ειπα ημιαειθαλές, δηλαδή δε ρίχνει πλήρως τα φύλλα του το χειμώνα, αλλά κρατά τα περισσότερα έως την αρχή της άνοιξης, οπότε αρχίζουν ν’αποκολλώνται εύκολα. Κατά το ψυχρό διάστημα τα φύλλα καφετιάζουν, περισσότερο στην επάνω επιφάνεια. Τα φύλλα του φυτού στην ενεργη περίοδο κανονικά είναι πράσινα, αλλ’η συγκεκριμένη ποικιλία (aureum) είναι ποικιλόχρωμη με κίτρινο σε μεγάλο μέρος της περιφέρειας των φύλλων. Αυτή η παραλλαγή εμφανίζεται όταν υπάρχουν και μη φωτοσυνθετικά κύτταρα στο φυτό. Τέτοια φυτά βγάζουν κατά καιρούς και κανονικούς βλαστούς με πράσινα φύλλα που συνήθως τους κλαδεύουν για να κρατήσουν ομοιόμορφη την εμφάνιση του φυτού, όμως στην περίπτωση του συγκεκριμένου θάμνου που έβγαλε λίγους τέτοιους δεν τους κάναμε τίποτα.

Το συγκεκριμένο θάμνο τον είχα αγοράσει από μία ανθοέκθεση της Θεσσαλονίκης το 2006. Ήταν κλαδεμένος σε σχήμα πον-πον με μία μπάλα βλάστησης κάτω, γυμνό κορμό στη μέση και μια άλλη μπάλα στην κορυφή. Μετά από δύο χρόνια αποφάσισα να κόψω όλο το γυμνό μέρος με την κορυφή για να τον επαναφέρω στο φυσικό του σχήμα. Έπειτα το μετακίνησα στο χωριό μου (Πύργοι Κοζάνης) όπου τον έβαλα στο έδαφος, ώστε να ψηλώσει στο μέγιστο. Από τότε έχει γίνει πολύ μεγαλύτερος, αν κι ακόμα δε με ξεπέρασε στο ύψος, έχει όμως αυξηθεί πάρα πολύ σε πλάτος και πυκνότητα. Φέτος ήταν η πρώτη χρονιά που άνθισε. Τώρα το χειμώνα που πήγα εκεί, τοείδα μ’όλα τα καφετιασμένα του φύλλα μέσα στο παχυ χιόνι. Λόγω μεγαλύτερου υψομέτρου εκεί, η ανάπτυξή του έχει διαφορετικό χρονοδιάγραμμα απ’ό,τι εδώ στη Θεσσαλονίκη. Αντί για παράδειγμα να βγάζει τα νέα ματάκια νωρίς το Μάρτιο τα βγάζει στα τέλη του ή τον Απρίλιο. Έπειτα αναπτύσσεται ταχύτατα μέχρι το καλοκαίρι και μετά πάλι θ’αναπτυχθεί αν και λιγότερο το φθινόπωρο. Τα φύλλα αρχιζουν να καφετιάζουν τον Οκτώβριο, ενώ εδώ θα γινόταν το Νοέμβριο.

Το άλλο κοινό είδος είναι το ευρωπαΪκό ή κοινό λιγούστρο (L. vulgare), με εξάπλωση από τη Σκανδιναβία έως το Μαρόκο και την Πολωνία και τη Μέση Ανατολή. Αυτό το είδος μπορει να φτάσει και τα 5 μέτρα με πιο επίμηκη φύλλα, αλλ’επειδή το γιαπωνέζικο είδος κρατά τα φύλλα του καλύτερα το χειμώνα η καλλωπιστική χρήση του ιθαγενούς περιορίστηκε.

Κύρια πηγή για τις πληροφορίες όσον αφορά τα είδη και τα στοιχεία τους είναι το
άρθρο της αγγλικής wikipedia
με τους συνδέσμους που οδηγούν στις αντίστοιχες σελίδες για τα δύο πιο γνωστά είδη.

φυτό Asplenium nidus από wikipedia

Το φυτό της φωτογραφίας, αν και δε μοιάζει, είναι μια φτέρη. Η φτέρη αυτή, γνωστή ως φωλιά, φωλιά του πουλιού ή φωλιά του κόρακα (επιστ. ονομασία Asplenium nidus = ασπλήνιο φωλιά) είναι ιθαγεννής των τροπικών δασών της Νοτιοανατολικής Ασίας, της ανατολικής Αυστραλίας, της Πολυνησίας, της Χαβάης, της Νήσου των Χριστουγέννων, της Ινδίας και της ανατολικής Αφρικής. Το είδος αυτό είναι συγγενικό με παρόμοια είδη, όπως το A. australasicum, το οποίο πωλείται συχνά ως A. nidus, αλλ’ευτυχώς οι καλλιεργητικές τους ανάγκες είναι όμοιες. Τα περισσότερα ωστόσο είδη του γένους Asplenium έχουν την τυπική μορφολογία της φτέρης, και κάποια εξ αυτών χρησιμοποιούνταν παλαιότερα ως θεραπεία για προβλήματα του σπλήνα εξού και τ’όνομα του γένους.
Το A. nidus είναι μια άτυπη φτέρη με μοναδικά χαρακτηριστικά: Το ρίζωμά της είναι συμπαγές και δεν εξαπλώνεται πολύ, κάνοντάς την να φαίνεται ως ένας ρόδακας φύλλων. Τα φύλλα της είναι ανοιχτοπράσινα, απλά, δηλαδή το αρχικό φύλλο της φτέρης έχει συνενωθεί, μήκους 50-150 εκ. και πλάτους 10-20 εκ., και μοιάζουν επιφανειακά με φύλλα μπανανιάς. Κάποια ωστόσο χαρακτηριστικά τους φανερώνουν ότι το φυτό είναι φτέρη, όπως το κροσσωτό περιθώριο (απομεινάρι του σχήματος του φύλλου της φτέρης), η ανάπτυξη με ξετύλιγμα σαν ρολό και η παρουσία σορών σποριαγγείων, οι οποίοι στο συγκεκριμένο είδος είναι διατεταγμένοι κατά γραμμές που ξεκινούν από τον άξονα συμμετρίας του φύλλου. Το πλάτος του φυτού είναι συνήθως όσο και το ύψος του. Τα παλιά φύλλα ξεραίνονται και μαζεύονται πίσω δημιουργώντας ένα στρώμα ξερών φύλλων γύρω απ’το φυτό. Το φυτό είναι συνήθως επιφυτικό σε μεγαλύτερα δέντρα, ή αναπτύσσεται στο έδαφος σε μέρη με καλή αποστράγκιση και οργανική ύλη. Το μοναδικό σχήμα του εξελίχθηκε με σκοπό να συγκεντρώνεται νερό και οργανική ύλη στο σαν δοχείο κέντρο του φυτού, η οποία με την αποσύνθεσή της θα δώσει τ’απαραίτητα θρεπτικά συστατικά.
Καλλιεργείται ως καλλωπιστικό και στις κατάλληλες συνθήκες μπορεί να φτάσει σε αρκετά μεγάλο μέγεθος με το χρόνο. Ευδοκιμεί ιδανικά σε ημισκιερό, ζεστό και υγρό περιβάλλον, όπως ένα θερμοκήπιο, ένα τερράριο ή κι έξω αν το κλίμα είναι κατάλληλο. Μπορεί παρόλα αυτά να προσαρμοστεί και σε διαφορετικές συνθήκες απ’αυτές του βφυσικού του περιβάλλοντος, όπως χαμηλότερη υγρασία, λίγες ώρες απευθείας ήλιου το πρωί και μεταβολές στη θερμοκρασία, γι’αυτό και δε θεωρείται πολύ δύσκολο στην καλλιέργεια. Μπορεί ν’αντέξει μετά δυσκολίας θερμοκρασίες έως και κάτω των 10 βαθμών Κελσίου, αν και με τέτοιο κρύο δε θ’αναπτυχθεί και ίσως βλαφθεί. Χρειάζεται χώμα πλούσιο σε οργανική ύλη με καλή αποστράγκιση ταυτόχρονα το οποίο μπορεί να επιτευχθεί με την προσθήκη σπασμένου φλοιού πεύκου ή περλίτη. Λόγω της επιφυτικής του φύσης, δεν έχει πρόβλημα αν βρίσκεται σε δοχείο μικρότερο αναλογικά με το μέγεθός του. Ιδανικά θα πρέπει να λιπαίνεται μηνιαία με μαλακό ισορροπημένο λίπασμα. Ισχυρά λιπάσματα δε θα πρέπει να τοποθετούνται στο κέντρο του φυτού. Τα παλιά φύλλα μπορούν να κοπούν εν μέρει ή εντελώς.Οι κύριοι εχθροί του είναι τα κοκκοειδή και τα σαλιγκάρια και οι γυμνοσάλιαγκες.
Πέρα από τη χρήση του ως καλλωπιστικό, στην Ταϊβάν τα νεαρά μέρη του φυτού τρώγονται ως λαχανικό.

Πηγές:
άρθρο της αγγλικής wikipedia
καλλιέργεια του A. nidus

άνθη του εν λόγω αναρρηχητικού

Δεν είναι πολύ σπάνιο. Γίνεται πολύ μεγάλο κι ολόκληρο καλύπτεται απ’αυτά τα μεγάλα χωανοειδή άνθη με λίγο νέκταρ μέσα. Μπορεί να είναι είτε κόκκιναι είτε πορτοκαλί άοσμα. Το φύλλωμα δεν έχει κάποιο αξιοσημείωτο χαρακτηριστικό, ωοειδή μικρά φύλλα. Πιθανόν φυλλοβόλο. Δεν έχει πρόβλημα σε εύκρατες περιοχές. Τι να είναι; Παρακαλώ όποιος ξέρει να μου το αναγνωρίσει αφήνοντας ένα σχόλιο.

φούξια ποικιλία


δίχρωμη ποικιλία πορτοκαλί και ροζ

Τα βλέπουμε παντού – μικρά φουντωτά φυτά με πάρα πολλά άνθη που ανοίγουν το απόγευμα και γεμίζουν τον τόπο με το άρωμά τους. Είναι τα φυτά που συνήθως αποκαλούνται δειλινά μ’επιστημονική ονομασία (Mirabilis jalapa). Πανέμορφα αλλά και πολύ επιτυχημένα, μπορούν να επιβιώσουν ακόμα και σε εγκαταλελειμμένες περιοχές.

Τα δειλινά κατάγονται από τις Άνδεις της Νότιας Αμερικής. Μολονότι θεωρούνται από πολλούς ως μονοετή, στην πραγματικότητα είναι πολυετή κονδυλώδη φυτά που επανέρχονται κάθε άνοιξη από τους υπόγειους κονδύλους τους. Είναι το γνωστότερο είδος του γένους Mirabilis της οικογένειας των νυκταγινιδών (nyctaginaceae). Mirabilis στα λατινικά σημαίνει θαυμάσιο, ενώ Jalapa (Χαλάπα) είναι μια πόλη του Μεξικού, αν και στην πραγματικότητα το φυτό δεν είναι ενδημικό εκεί. Ωστόσο το φυτό διαδόθηκε γρήγορα μετά την ανακάλυψή του, η οποία φέρεται ότι έγινε το 1540. Συνηθίζουμε να το λέμε “δειλινό”, αφού τα άνθη του ανοίγουν το απόγευμα, ενώ αποκαλείται και “νυχτολούλουδο”, αν κι αυτό το όνομα αναφέρεται συνήθως στο φυτό κέστρο, και καλύτερα να χρησιμοποιείται μόνο γι’αυτό το είδος, αφού η ευρεία χρήση του προκαλεί σύγχυση. Σ’άλλες γλώσσες το δειλινό έχει διάφορες παρόμοιες οομασίες. Σε πολλές ινδικές γλώσσες έχει το ίδιο όνομα με το δικό μας, ενώ στα κινέζικα λέγεται “άνθος του μπάνιου” ή “άνθος του βρασίματος του ρυζιού”, γιατί αυτές οι δραστηριότητες γίνονται κατά την ώρα που ανοίγουν τα άνθη του. Στα αγγλικά λέγεται “four o’clock (τέσσερις η ώρα)”, επειδή σε μεγαλύτερα γεωγραφικά πλάτυ με περισσότερες βραχύτερες και συννεφιασμένες μέρες ανοίγει νωρίτερα.

Το φυτό είναι ποώδες και κονδυλώδες φτάνοντας σε ύψος συνήθως τα 60 εκ. με ένα μέτρο, συχνά κοντότερο και σπανιότερα ψηλότερο, ανάλογα με τις εξωτερικές συνθήκες και τα γενετικά χαρακτηριστικά του κάθε φυτού. Έχει λείους βλαστούς κι αντίθετα πλατιά κι επίμηκη φύλλα. Το φυτό έχει πυκνή και θαμνώδη κατασκευή. Υπογείως δημιουργεί κωνικούς κονδύλους. Τα άνθη του εμφανίζονται κατά ομάδες με κοινή ανθοδόχη στις κορυφές των βλαστών και είναι μικρά, χωανοειδή με 5 πεταλοειδή στοιχεία – στην πραγματικότητα τροποποιημένα σέπαλα – έντονου χρώματος. Το χρώμα μπορεί να ποικίλει από λευκό, κόκκινο, ρόδινο, φουξ, κίτρινο μέχρι και δίχρωμο π.χ. πορτοκαλί με κίτρινο, ενώ σε κάποια φυτά τα άνθη μπορεί ν’αλλάξουν χρώμα ανάλογα με την ηλικία τους ή την ηλικία του φυτού. Τα άνθη αναδίδουν ένα γλυκό άρωμα από το σούρουπο οπότε ανοίγουν. Κάθε άνθος διαρκεί μόνο για μια νύχτα αλλά το φυτό παράγει μεγάλο αριθμό για όλη τη διάρκεια των τελών της άνοιξης, του καλοκαιριού και των αρχών-μέσων του φθινοπώρου. Το άρωμα προσελκύει ρυγχωτές νυχτοπεταλούδες. Μετά την επικονίαση σχηματίζεται ένας μονόσπερμος καρπός, πράσινος, μαλακός και κούφιος αρχικά, αλλά μαύρος, τραχύς και σκληρός όταν ωριμάσει.

Το φυτό αυτό αναπτύσσεται ταχύτατα, είναι πολύ ανθεκτικό, επομένως η καλλιέργειά του είναι πολύ εύκολη. Πολλαπλασιάζεται κυρίως με σπόρο. Οι σπόροι συλλέγονται όταν έχουν ωριμάσςει είτε απευθείας απ’το φυτό, είτε με τίνγαμά του, ή αφού έχουν πέσει κάτω, προτιμότερα στα τέλη του καλοκαιριού-αρχές φθινοπώρου οπότε θά’χουν σχηματιστεί πολλοί. Έπειτα σπέρνονται την άνοιξη σε πλούσιο έδαφος σε μικρό βάθος. Θα βλαστήσουν σε 7-14 μέρες, και η ανάπτυξη των φυτών θα είναι πολύ γρήγορη ήδη από την αρχή. Τα φυτά ευδοκιμούν καλύτερα σε ηλιόλουστες ή ημισκιερές θέσεις σε σχεδόν οποιοδήποτε έδαφος, ακόμα και σε φτωχό και αργιλώδες ή και σε παραθαλάσσιες περιοχές. Για τη βέλτιστη ανάπτυξη και ανθοφορία χρειάζονται τακτικό πότισμα και μηνιαία λίπανση, αν κι όπως είπα μπορούν ν’αναπτυχθούν και σε συνθήκες σχεδον πλήρους παραμέλησης. Εξαιτίας της μεγάλης ποσότητας σπόρου που παράγουν και της εύκολης βλάστησής τους, μπορεί να συμπεριφερθούν ως αγριόχορτα, γι’αυτό ίσως χρειαστούν έλεγχο σε περιοχές όπου δεν είναι επιθυμητά. Σε περίπτωση που σπάσουν κατά την περίοδο ανάπτυξης, θα ξαναπετάξουν από τη βάση του βλαστού τους. Σε τροπικές και υποτροπικές περιοχές μπορεί να παραμένουν πράσινα όλο το χρόνο, ενώ στις θερμές εύκρατες χώρες όπως στα περισσότερα μέρη της Ελλάδας το υπέργειο τμήμα τους παγώνει κάθε χειμώνα, αλλά ξαναναπτύσσονται από τους κονδύλους. Σε ψυχρότερες περιοχές μπορούν να καλλιεργηθούν είτε ως μονοετή, με ετήσια σπορά, είτε οι κόνδυλοι να ξεθαφτούν και ν’αποθηκευθούν σε δροσερό, ξηρό και αεριζόμενο μέρος π.χ. τυλιγμένοι σε χαρτιά, ώστε να ξαναφυτευθούν την άνοιξη. Η νεαρή ανάπτυξη μπορεί να προσβληθεί από αφίδες.

Το φυτό είχε ή έχει λίγες φαρμακευτικές χρήσεις, κυρίως ως καθαρτικό, διουρητικό και αφροδισιακό. Επίσης τα φύλλα του μπορούν να βραστούν και να φαγωθούν σε περιπτώσεις ανάγκης. Γενικά όμως το φυτό και οι σπόροι του είναι τοξικά. Οι σπόροι χρησιμποιούνται απ’τα παιδιά ως σφαίρες στα φυσοκάλαμα.

Έχω συναντήσει το φυτό αυτό σχεδόν παντού κι επίσης τό’χω καλλιεργήσει, και γι’αυτό έχω ν’αναφέρω κάποιες παρατηρήσεις. Το φυτό αυτό είναι πολύ προσαρμοστικό. Τό’χω βρει σε ξερά μέρη με πετρώδες χώμα, σε παραμελημένα δημόσια παρτέρια, ακόμα και άγριο κοντά σε περιοχές με ανθρώπινη δραστηριότητα. Υπάρχουν διάφορες ποικιλίες αυτού του φυτού, για παράδειγμα μια φουξ με ασθενές άρωμα αι μια άλλη πορτοκαλί ή κίτρινο με πορτοκαλί με πολύ έντονο και ωραίο άρωμα. Μαζεύοντας σπόρους από την τελευταί όμως έβγαλα τελικά φουθξ φυτά, λόγω υβριδοποίησης με κοντινές ποικιλίες. Για την καλλιέργεια έχω να πω ότι είναι πολύ εύκολο. Έχω παρατηρήσει ότι οι σπόροι που σπέρονται πολύ ρηχά δε στηρίζιονται καλά γέρνοντας, το οποίο πρόβλοημα μπορεί να λυθεί με λίγο επιπλέον χώμα γύρω από τη βάση του φυτού. Τέλος ο χυμός του φυτού μυρίζει έντονα πικρά, πιθανόν λόγω της τοξικότητάς του. Τα κουνέλια το αποφεύγουν. Το δειλινό είναι ένα από τα αγαπημένα μου φυτά.

Πηγές:
Ελληνικά
δειλινό (καλλιέργεια) στο valentine.gr
φυτοσυμβουλές – δειλινό καλλιέργεια
δειλινό – θέμα συζήτησης σε φόρουμ
Αγγλικά
άρθρο της αγγλικής wikipedia
δειλινό – πληροφορίες και σχόλια στο Davesgarden.com
δειλινό – πληροφορίες και καλλιέργεια στο floridata.com
καλλιεργητικές πληροφορίες
δειλινό – πληροφορίες, καλλιέργεια και χρήσεις

νεαρό φυτό


μικρά σπορόφυτα δίπλα στο νεαρό φυτό


Brugmansia aurea (χρυσή μπρουγκμάνσια)

Οι πρώτες δύο φωτογραφίες προέρχονται από δικά μου φυτά, τα οποία είναι ακόμα μικρά, ενώ η τελευταία είναι ενός μεγάλου φυτο΄΄υ (Brugmansia aurea) με άνθος από την αγγλική wikipedia.

Οι μπρουγκμάνσιες, συχνά αποκαλούμενες και ως δενδρώδεις ντατούρες ή σάλιπγγες των αγγέλων, είναι μεγάλα θαμνώδη φυτά εύκολα αναγνωρίσιμα από τα τεράστια, χωανοειδή κι έντονα αρωματικά άνθη τους, τους συχνά αγκαθωτούς καρπούς και το δύσοσμο φύλλωμά τους. Φυτεύονται ως καλλωπιστικά, αλλ’επειδή δεν αντέχουν την παγωνιά σπάνια μπορούμε να τα δούμε στην Ελλάδα φυτεμένα στο έδαφος.
Παλαιότερα το γένος της μπρουγκμάνσιας περιλαμβανόταν στο γένος της
ντατούρας,
αλλά έπειτα διαχωρίστηκε εξαιτίας μερικών σημαντικών διαφοροποιητικών στοιχείων, από τα οποία τα κύρια είναι: 1 τα άνθη της μπρουγκμάνσιας κρέμονται προς τα κάτω, ενώ αυτά της ντατούρας στέκονται προς τα πάνω, 2 οι καρποί της μπρουγκμάνσιες συνήθως δεν είναι τόσο αγκαθωτοί ή και καθόλου σε μερικά είδη, ενώ αυτοί της ντατούρας είναι πάντοτε, και 3 οι μπρουγκμάνσιες είναι ξυλώδεις και πολυετείς, ενώ οι ντατούρες είναι ποώδεις και πολλά είδη μονοετή. Παρόλα αυτά, τα δύο αυτά γένη είναι ως προς τη χημεία τους όμοια μιας και ανήκουν στη φυλή των ντατουροειδών της οικογένειας των σολανιδών. Όπως οι ντατούρες, έτσι και οι μπρουγκμάνσιες παράγουν τοξικά τροπανικά αλκαλοειδή (ατροπίνη και σκοπολαμίνη), που έχουν έντονα παραισθησιογόνο ή τοξική δράση ανάλογα με τη δόση.

Το γένος της μπρουγκμάνσιας (Brugmansia) κατάγεται από την περιοχή της Νότιας Αμερικής κατά μήκος των Άνδεων από τη Βολιβία έως τη βόρεια Χιλή κι επίσης στη νοτιοανατολική Βραζιλία. Τα περισσότερα είδη ευδοκιμούν σε υποτροπικά κλίματα που μπορεί να έχουν χαμηλές θερμοκρασίες όχι όμως υπό του μηδενός. Ανάλογα με το κλίμα που προτιμούν και βάσει μικρών διαφορών, το γένος χωρίζεται σε δυο τμήματα. Στο τμήμα Bragmansia που αναπτύσσεται σε θερμές συνθήκες, όπου ανήκουν τα είδη B. aurea, B. insignis, B. sauveolens και B. versicolor, και στο τμήμα Sphaerocarpium (σφαιροκάρπιο), που προτιμά πιο δροσερές θερμοκρασίες, όπου ανήκουν τα είδη B. arborea, B. sanguinea και B. vulcanicola.

Οι μπρουγκμάνσιες είναι ψηλοί θάμνοι ή μικρά δ΄νετρα (ύψους 3-11 μ. ανάλογα με το είδος, συνηθέστερα όμως 4-6 μ.) με πυκνή ανάπτυξη και ξυλώδη με ανοιχτό καφέ ελαφρώς τραχύ φλοιό. Οι νεαροί βλαστοί παραμένουν πράσινοι σε αρκετό του μήκους τους. Τα φύλλα φύονται εναλλάξ και είναι μεγάλα μήκους 10-30 εκ. και πλάτους 4-18 εκ., και μπορεί να καλύπτονται από λεπτό χνούδι. Οι βλαστοί και τα φύλλα αναδίδουν μια πολύ έντονη και πικρή μυρωδιά αν τριφτούν, προειδοποιώντας για την τοξικότητα του φυτού. Τα άνθη βγαίνουν μονά, είναι μεγάλα, χωανοειδή (εξού και σάλπιγγα του αγγέλου), με λεπτά πέταλα, μήκους 14-50 εκ. και πλάτους 10-35 εκ. Το χρώμα τους ποικίλει ανάλογα με το είδος και την ποικιλία με λευκά στα περισσότερα είδη αλλά μπορεί να είναι πορτοκαλί ή κόκκινα (φυσιολογικό στην αιματόχρου μπρουγκμάνσια B. sanguinea). Στα κοινότερο καλλιεργούμενα είδη όπως η D. aurea, τα άνθη αναδίδουν ένα γλυκό άρωμα με στοιχεία λεμονιού κυρίως το σούρουπο, ενώ σ’άλλα είδη, όπως η B. sanguinea δε μυρίζουν καθόλου, εώ σ’άλλα όπως η B. arborea έχουν μοσχώδη μυρωδιά. Τέλος έχουν δημιουργηθεί και διπλές ποικιλίες. Ο καρπός είναι επίμηκης, σε μερικά είδη καλυμμένος με ψιλά αγκαθάκια, ο οποίος όταν ωριμάζει ξεραίνεται κι ανοίγει απελευθερώνοντας τους πολλούς μικρούς σπόρους.

Η καλλιέργεια των φυτών αυτών είναι πολύ εύκολη. Χρειάζονται πλούσιο, υγρό και καλά αποστραγκιζόμενο έδαφος και μια ηλιόλουστη ή τουλάχιστον ημισκιερή θέση για να ευδοκιμήσουν. Τα κοινότερο καλλιεργούμενα είδη αναπτύσσονται καλύτερα στη θερμή περίοδο του έτους, ενώ τα ψυχρά είδη απαιτούν πτώση της θερμοκρασίας τη νύχτα και δε θ’ανθίσουν στη ζέστη του καλοκαιριού. Εάν οι συνθήκες καλλιέργειας είναι οι κατάλληλες, τα φυτά αναπτύσσονται ταχύτατα κι ανθίζουν άφθονα. Δεν ανθίζουν συνεχόμενα, αλλά κατά κύματα, περιόδους δηλαδή μεγάλης ανθοφορίας εναλλασσόμενες με περιόδους ανάπτυξης.
Τα φυτά αυτά δεν αντέχουν θερμοκρασίες κάτω από το 0, επομένως στις περισσότερες περιοχές της Ελλάδας δεν επιβιώνουν το χειμώνα στο έδαφος. Γι’αυτό θα πρέπει να φυτεύονται σε μεσαίου μεγέθους-μεγάλα δοχεία, που να μπορούν να μετακινηθούν εύκολα σε ασφαλέστερη θέση το χειμώνα. Το διάστημα του χειμώνα τα φυτά βρίσκονται σε νάρκη και μπορεί νά’χουν χάσει όλο το φύλλωμά τους, άρα δε χρειάζονται φωτιεινή θέση. Την περίοδο αυτή θα πρέπει να βρίσκονται σ’ένα δροσερό μέρος και να ποτίζονται πολύ αραιά. Η εποχή αυτή είναι επίσης κατάλληλη για το κλάδεμα. Τυχόν νεκροί ή αδύναμοι βλαστοί θα πρέπει ν’αφαιρεθούν, ενώ και τα υπόλοιπα κλαδιά του φυτού μπορούν να κοπούν κοντά στο μισό του μήκους τους για να ενισχυθεί η θαμνώδης ανάπτυξη. Την άνοιξη, όταν ο κίνδυνος παγωνιάς έχει περάσει οριστικά, τα φυτά μπορούν και πάλι να μετακινηθούν έξω στον ήλιο, το πότισμα και η λίπναση να ξαναρχίσουν κανονικά, κι έτσι θα επανέλθουν πολύ γρήγορα.
Οι μπρουγκμάνσιες πολλαπλασιάζονται είτε με σπόρο είτε με μοσχεύματα. Οι σπόροι θα πρέπει να συλλεχθούν από τους ξηρούς ώριμους καρπούς και να σπαρούν σε μικρό βάθος σε υγρό έδαφος την άνοιξη ή το καλοκαίρι. Σε μερικές εβδομάδες θα πρέπει νά’χουν φυτρώσει. Ο πολλαπλασιασμός με μοσχεύματα είναι ευκολότερος. Ένα κλαδί μήκους περίπου 20 εκ. αφαιρείται από το φυτό και τοποθετείται στο νερό μέχρι να ριζώσει ή φυτεύεται απευθείας σε υγρο χώμα, αφού τού’χουν αφαιρεθεί τα περισσότερα μεγάλα φύλλα για να μη χάνει νερό με αποτέλεσμα να μαραθεί. Εάν το κλαδί έχει διακλάδωση προς τό τέλος του, θά’χει μεγαλύτερη πιθανότητα επιτυχίας. Τα νεαρά φυτά μπορεί να μην ανθίσουν από τον πρώτο χρόνο, μολονότι στη δική μου περίπτωση άνθισαν στους 3 μήνες.
Αν και τα φυτά αυτά έχουν εξελίξει τοξικότητα για ν’αποτρέπουν τα φυτοφάγα ζώα, αυτό δε σημαίνει ότι είναι απρόσβλητα απ’όλες τις ασθένειες. Κάμπιες, γυμνοσάλιαγκες, αφίδες (μελίγκρες) και μύκητες μπορούν να προσβάλλουν τα φυτά, αλλά μπορούν να καταπολεμηθούν με τ’ανάλογα σκευάσματα.

Πέρα από τη χρήση τους ως καλλωπιστικά, τα φυτά αυτά είχαν ιστορικά κι έχουν ακόμα κάποιες άλλες χρήσεις. Εξαιτίας των αλκαλοειδών τους, έχουν χρησιμοποιηθεί ή ακόμα χρησιμοποιούνται από κάποιες φυλές της Νοτίου Αμερικής, κυρίως της περιοχής του Αμαζονίου, ως μέσα πρόσβασης στον κόσμο των πνευμάτων από σαμάνους για μαντικούς κυρίως σκοπούς.

Η χρήση του φυτού ως παραισθησιογόνο είναι σπάνια, εξαιτίας των δυσάρεστων σωματικών συμπτωμάτων και εμπειριών που προκαλεί. Όλα τα μέρη του φυτού περιέχουν τις ενεργές ουσίες, με τη μεγαλύτερη συγκέντρωση στους σπόρους. Το φυτό μπορεί να καπνιστεί, να γίνει τσάι ή και να καταναλωθεί ως έχει. Τα αποτελέσματα εμφανίζονται μερικά λεπτά ή και ώρες μετά τη λήψη της δόσης. Στην αρχή μπορεί να υπάρχει ναυτεία, πονοκέφαλος, έντονη ξηροστομία, διαστολή της κόρης των ματιών (αποτέλεσμα της ατροπίνης, γι’αυτό η ουσία αυτή χρησιμοποιείται και φαρμακευτικά γι’αυτό το σκοπό), δυσκολία εστίασης, αύξηση της θερμοκρασίας του σώματος κ.ά. Μετά ο χρήστης περιέρχεται σε κατάσταση παραλειρήματος, κατά την οποία αποσυνδέεται σχεδόν πλήρως από την πραγματικότητα. Μπορεί για παράδειγμα να βλέπει πράγματα που δεν υπάρχουν, να βρίσκεται σε φανταστικούς χώρους, να συνομιλεί με ανθρώπους που δε βρίσκονται εκεί, να κάνει διάφορες φανταστικές πράξεις, να έχει ασυνάρτητη σκέψη και λόγο, να συγχύζεται, ή και να κοιμάται διαλειπτόμενα. Τη μέρα μετά τη χρήση μπορεί να έχει συμπτώματα hangover. Συνήθως ο χρήστης έχει αμνησία των περισσότερων γενγονότων κατά τη διάρκεια της εμπειρίας και του τη λένε άλλοι. Ακόμα χειρότερο είναι το γεγονός ότι η εμπειρία δεν περιορίζεται μέσα στο μυαλό του, αλλά εκδειλώνεται. Για παράδειγμα ο χρήστης, όταν συνομιλει μ’έναν φανταστικό άνθρωπο, μπορεί να μιλάει φωναχτά, μπορεί για παράδειγμα επίσης να ξύνει και να τραβάει το δέρμα του νομίζοντας ότι ξεντύνεται, να πιάνει ένα φανταστικό τσιγάρο κ.ά. Κάποτε αυτό μπορεί να οδηγήσει σε τραγικές συνέπειες, που μπορεί να φέρουν το χρήστη στο νοσοκομείο, στο κρατητήριο ή και ν’αποβούν μοιραίες, π.χ. μπορεί να τρέχει στο δρόμο πιστεύοντας ότι τον κυνηγάει κάποιος ή να εξσφενδονίζει αντικείμενα πιστεύοντας ότι πολεμάει με κάποιον, ή να ξεντύνεται δημοσίως πιστεύοντας ότι βρίσκεται στο δωμάτιό του.
Η διάρκεια της εμπειρίας είναι συνήθως αρκετές ώρες, ενώ μεγάλες δόσεις μπορεί να διαρκέσουν για 3 μέρες. Πολύ μεγαλύτερες δόσεις μπορούν να επιφέρουν σοβαρά προβλήματα ή ακόμα και το θάνατο.
Εξαιτίας λοιπόν των παραπάνω αρνητικών χαρακτηριστικών, αυτό το παραισθησιογόνο χρησιμοποιείται σπάνια κι όσοι τό’χουν χρησιμοποιήσει δε θά’θελαν να το ξανακάνουν. Είναι δηλαδή περισσότερο δηλητήριο παρά παραισθησιογόνο.
Λόγω πάλι της σπάνιας χρήσης του, το φυτό αυτό είναι νόμιμο και μπορεί να βρεθεί παντού. Τα αλκαλοειδή του χρησιμοποιούνται φαρμακευτικά, π.χ. η ατροπίνη για τη διαστολή της κόρης του ματιού όπως προανέφρα.

Η εμπειρία μου μ’αυτό το φυτό (καλλιέργεια φυσικά, όχι χρήση!) ξεκίνησε πριν 6 χρόνια περίπου, οπότε διαβάζοντας γι’αυτό το φυτό και τις ιδιότητές του πήρα ένα από ένα φυτώριο. Θυμάμαι ότι ο υπάλληλος μου υπενθύμισε ότι είναι δηλητηριώδες. Επειδή όμως τότε δεν ήξερα ακόμα καλά απο φυτά κιαι γιατί μου είπαν ότι είναι φυλλοβόλο, το άφησε έξω το χειμώνα και πάγωσε. Τα φετινά φυτά προέρχονται από σπόρο που πήρα από το χωριό μου (Πύργοι Κοζάνης). Πέρσι είχα εντοπίσει στα κάγκελα της αυλής ενος τφυτού αυτό το φυτό, τεράστιο με πολλά λευκά μοσχοβολιστά άνθη. Σύμφωνα με τις περιγραφές νομίζω ότι είναι B. aurea. Και τότε θυμάμαι κάποιον που μας έλεγε ότι είναι δηλητηριώδες, όταν εγώ με τους φίλους μου πηγαίναμε να το περιεργαστούμε από κοντά. Επειδή όμως ήταν φυτεμένο στο χώμα πάγωσε, και φέτος που ξαναπήγα εκεί το βρήκα ξερό αλλά μ’αρκετούς ανοιχτούς αγκαθωτούς καρπούς. Μάζεψα το σπόροαπό δυο καρπούς και τον έσπειρα σε γλάστρες τον Ιούλιο. Όσο έλειπα το καλοκαίρι φρόντιζε το
αυτόματο σύστημα ποτίσματος.
Επιστρέφοντας για λίγος πίσω σε πέερίπου 3 εβδομάδες , είδα ότι μερικά μικρά φηυτά είχαν βγει. Γενικά το ποσοστό φυτρωτικότητας αυτών των σπόρων ήταν πολύ χαμηλό, αλλά τα περισσότερα από τα φυτά βγήκα ήταν υγειή. Εγώ κράτησα το μεγαλύτερο φυτό των πρώτων 2 φωτογραφιών. Από τότε που το φωτογράφισα, έχει μεγαλώσει αρκετά. Έχει βγάλει νέα μεγάλα φύλλα, ο βλαστός του κοντά στη βάση άρχισε να ξυλοποιείται, έκανε δυο μικρές διακλαδώσεις στην κορυφή, κι έχει βγάλει ένα μπουμπούκι, το οποίο αυτές τις μέρες μεγάλωνε σιγά-σιγά και μάλλον σύντομα θ’ανοίξει.
Η μυρωδιά αυτού του φυτού απωθεί τα φυτοφάγα. Επειδή όμως φοβήθηκα μήπως κατά λάθος
το κουνέλι μου
το φάει και δηλητηριαστεί, έκανα το εξής πείραμα για να το αποδείξω: Έβαλα ένα φύλλο αυτού του φυτού μπροστά στο κουνέλι. Το κουνέλι το μύρισε, και μετά έφυγε. Πιθανόν από ένστικτο αποφεύγει φυτά που μυρίζουν έντονα, όπως έχει κάνει και με μυρωδικά φυτά όπως φασκόμηλο και θυμάρι.

Πηγές και ιστοσελίδες:
άρθρο της αγγλικής wikipedia
και
ενότητα για τη μπρουγκμάνσια στο erowid.org
Με ταξινομικές πληροφορίες, πληροφορίες ειδών, καλλιέργειας, ενεργών ουσιών κ.ά., καθώς κι εμπειρίες από ανθρώπους που πήραν αυτό το φυτό ως παραισθησιογόνο. Οι συνέπειες συχνά είναι τραγικές.

Ενημέρωση 28/9/2011: Σιγά-σιγά το μπουμπούκι μεγάλωνε, ώσπου χθες άνθισε. Ήταν ένα τεράστιο, μοσχοβολιστό άσπρο άνθος του οποίου η μυρωδιά γέμιζε όλο το μπαλκόνι. Σήμερα τη μέρα έκλεισε λίγο. Όμως μετά το έκοψα για να διοχετεύσει το φυτό περισσότερο την ενέργειά του στις ρίζες, τους βλαστούς και τα φύλλα ώστε να μεγαλώσει λίγο παραπάνω πριν το πιάσει ο χειμώνας. Συνήθως οι μπρουγκμάνσιες ανθίζουν στον πρώτο χρόνο κι όταν έχουν μεγαλώσει αρκετά, αλλά σπανιότερα μπορεί ν’ανθίσουν και πολύ νεότερες.

κοινό λευκό νούφαρο (Nymphaea alba)


μπλε νούφαρο (N. caerulia)


αιγυπτιακό λευκό νούφαρο (N. lotus)

Από:
εδώ

Μετάφραση: Bolko

Συγγραφέας: Dr Gareth Evans – Ενημερώθηκε: 26 October 2010 |

Με την πυκνή τους επιπλέουσα βλάστηση και τα κομψά εμφανή τους άνθη, τα νούφαρα είναι πιθανόν τα πιο γνωστά και αμέσως αναγνωρίσιμα από τα υδρόβια φυτά και συμβάλλουν πολύ στη γενική εμφάνιση κάθε νερόκηπου. Διαθέσιμα σε μια μεγάλη ποικιλία μεγεθών, με άνθη από ανοιχτά και αστεροειδή έως κλειστά σαν κύπελα και σε χρώματα από λευκά έως χτυπητές αποχρώσεις του κίτρινου, κόκκινου και μοβ, μεγάλη ή μικρή η λίμνη, υπάρχει μια ποικιλία που θα ταιριάξει. Είτε επιλέγεται απλές ιθαγεννείς μορφές είτε κάποιες από τις πιο εξωτικές καλλιεργημένες ποικιλίες, η καλλιέργεια των νούφαρο ανάγεται στην κατανόηση των αναγκών τους και στην παροχή λίγης φροντίδας και προσοχής – την οποία θα ανταποδώσουν πανέμορφα!

Γενικά, τα νούφαρα χρειάζονται αρκετές ώρες απευθείας ήλιου κάθε μέρα για ν’ανθίζουν σωστά, αν και το ακριβές ποσό ποικίλει σημαντικά ανάμεσα στα διάφορα είδη, έτσι αν η λίμνη δε βρίσκεται σε παχιά σκιά, θα είναι δυνατό να βρείτε ένα που θα τα πάει καλά. Τείνουν επίσης να τα πηγαίνουν καλύτερα σε ατάραχο νερό, έτσι αν είναι δυνατό, θα πρέπει να φυτευθούν μακριά από συντριβάνια και καταράκτες. Στην επιλογή της ποικιλίας θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το τοπικό κλίμα – τα τροπικά είδη τείνου ν’αναπτύσσονται ταχύτερα, αλλά χρειάζονται προστασία από την παγωνιά και ζεστό νερό για να ευδοκιμήσουν, κάνοντάς τα υποψήφια για λίμνες θερμοκηπίων, ή θερμότερα μέρη της χώρας. Για παράδειγμα ποικιλίες που ανθίζουν το απόγευμα, όπως η “Missoyri” και η “Red Flare”, δίνουν μία εκπληκτική και ασυνήθιστη εντύπωση όταν οι συνθήκες επιτρέπουν, ιδίως αν τονίζονται με λίγο καλαίσθητο φωτισμό. Σε αμ’ίθεση, για ψυχρότερα ή πιο εκτεθημένα μέρη, το ιθαγεννές λευκό νούφαρο (Nymphaea albA) Ή ΤΟ ΚΊΤΡΙΝΟ (nuphar lutea) χαρίζουν όλη τη μαγεία ΤΩΝ μεγαλύτερων, πιο επιδεικτικών συγγενών τους, ενώ οι νάνες μορφές Εδίνουν τη δυνατότητα ακόμα και σε μικρότερη των λιμνών να φιλοξενήσει ΈΝΑ ΝΟΎΦΦΑΡΟ. Επιλέγοντας σοφά τα νούφαρά σας για να αρμόζουν στις δικές σας ιδιαίτερες ανάγκες είναι ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες για τη σίγουρη επιτυχία.

Φύτεμα

Τα νούφαρα θα πρέπει να φυτεύονται έξω άνοιξη-καλοκαίρι, έτσι ώστε να μπορούν να προσαρμοστούν πριν την έναρξη του χειμώνα. Οι τροπικές μορφές δε θα πρέπει να φυτευθούν μέχρι ο κίνδυνος παγωνιάς έχει περάσει, και, ανάλογα με την ευπάθειά τους, μπορεί να χρειαστεί να μετακινηθούν και να προστατευτούν από το χειρότερο κρύο – αποθηκεύοντάς τα σε υγρή άμμο σε θερμοκρασία περίπου 4-7 βαθμών Κελσίου. Τα φυτά θα πρέπει να προετοιμαστούν κόβοντας όποιες μακριές ρίζες και αφαιρώντας πολύ μεγάλους μίσχους ή παλιό φύλλωμα για να ενθαρρύνεται νέα ανάπτυξη πριν τα βάλετε σε καλάθια από πλαστική σίτα για λίμνες του κατάλληλου μεγέθους. Αρχικά, θα πρέπει να υποστηρίζονται ώστε να μην είναι περισσότερο από 15 εκατοστά από την επιφάνεια – ένας στύλος από τούβλα είναι ιδανικός – και μετά βαθμιαία να κατεβαίνουν όσο αναπτύσσονται μέχρι τελικά το δοχείο να μπορεί να κάτσει στον πυθμένα της λίμνης.

Φροντίδα και διατήρηση

Αν και τα άνθη τους είναι όμορφα, ζουν λίγο, τυπικά 3 ή 4 μέρες και κάποιες από τις εξωτικές μορφές ακόμα λιγότερο απ’αυτό. Μόλις αρχίζουν να δείχνουν σημάδια ότι μαραίνονται, θα πρέπει ν’αφαιρεθούν μαζί με τυχόν παλιά φύλλα και να πεταχτούν πριν χαλάσει το χρώμα τους και αρχίσουν να σαπίζουν.

Μία από τις ειρωνίες των νούφαρων είναι ότι όσο τους καλύπτεται τις ανάγκες, τόσο γρήγορα θα καταλήγουν ν’αυξάνονται υπερβολικά, έτσι περιοδικά για να διατηρήσετε υγειή ανάπτυξη, θα είναι απαραίτητο να διαιρέσετε τα φυτά. Για να κρατήσετε το νούφαρο δυνατό, κόψτε τμήματα του κορμού, αφού βεβαιωθείτε ότι επιλέγετε δυνατούς, νεαρούς βλαστούς με καλό κόνδυλο 15 εκ. πάνω τους.

Πολλαπλασιάζοντας νούφαρα

Υπάρχουν αρκετοί τρόποι πολλαπλασιασμού νούφαρων, ανάλογα με τον τύπο που καλλιεργείται. Τα περισσότερα νούφαρα έχουν παχείς κονδύλους και μπορούν να πολλαπλασιαστούν με μοσχεύματα ματιών, αν και κάποια είδη παράγουν μάτια σαν αυτά της πατάτας, τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την παραγωγή νέων φυτών. Η διαίρεση του ριζώματος συνήθως θα δουλέψει για ριζωματώδη νούφαρα, ενώ μερικά από τα τροπικά νούφαρα που ανθίζουν τη μέρα παράγουν φυτάρια που μπορούν να διαχωριστούν από το γονικό φυτό. Σε αντίθεση με τ’ανθεκτικά νούφαρα, πολλά ευπαθή η τροπικά νούφαρα παράγουν μεγάλη ποσότητα σπόρου, ο οποίος μπορεί να γίνει ένας ενδιαφέρων τρόπος για την παραγωγή νέων φυτών αν μπορεί να δημιουργηθεί ένα κατάλληλο περιβάλλον – χρειάζονται για να ευδοκιμήσουν μια σταθερή θερμοκρασία 15-18 βαθμών Κελσίου.

Τα νούφαρα είναι από τα πιο διακοσμητικά κι εντυπωσιακά από τα υδρόβια φυτά κι ακόμα ένας πολύ μικρός αριθμός αυτών είναι μια ευπρόσδεκτη προσθήκη σε μια λίμνη ενώ από πρακτικής πλευράς, τ’απλούμενα φύλλα τους σκιάζουν κι μειώνουν την ανάπτυξη της άλγης. Μάθετε τη φροντίδα και την καλλιέργειά τους σωστά και θά’χετε βέβαιο ένα θέαμα να είστε περήφανοι – όποια από τις πολλές τους ποικιλίες διαλέξετε.

Επιπλέον σημειώσεις

Εκτός από εξωτερικές λιμνούλες, μερικά τροπικά είδη όπως το N. lotus μπορούν να καλλιεργηθούν και σε ενυδρεία, τα οποία ωστόσο θα πρέπει να έχουν λίγο αέρα ανάμεσα στη στάθμη του νερού και το καπάκι για να βγαίνει το άνθος κανονικά.

Το λευκό νούφαρο
Nymphaea alba
που αναφέρεται στο άρθρο κι έχω βάλει ως πρώτη φωτογραφία είναι ένα πολύ κοινό είδος, εξαπλωμένο σε Ευρώπη, Δυτική Ασία και Βόρεια Αφρική. Έχει ελαφριές ηρεμιστικές ιδιότητες.

Το νούφαρο της δεύτερης φωτογραφίας είναι το
N. caerulia
ή μπλε λωτός, ένα υποτροπικό φυτό ιερό στην Αρχαία Αίγυπτο, από το οποίο σύμφωνα με το μύθο γεννήθηκε ο ηλιακός θεός Ατούμ ή Ρα, ανάλογα με την εκδοχή. Τα μπλε πέταλα συμβολίζουν τα αρχέγονα νερά ενώ το κίτρινο κέντρο τον αναδυόμενο ήλιο. Πιθανόν είχε ελαφρές ναρκωτικές ιδιότητες και πιθανόν χρησιμοποιούταν σε αρχαία αιγυπτιακά μυστήρια. Περισσότερα
εδώ.

Το νούφαρο
N. lotus
ή αιγυπτιακός λευκός λωτός της τρίτης φωτογραφίας είναι κι αυτό ένα υποτροπικό είδος που καλλιεργούταν ως καλλωπιστικό στην Αρχαία Αίγυπτο, όπου και πιστευόταν ότι έδινε δύναμη. Το αριθμητικό σύμβολο 1000 συμβολίζεται μ’αυτό το άνθος.

Η τάξη των νούφαρων, τα
νυμφαιώδη,
είναι μια ιδιαίτερα αρχαία ομάδα ανθοφόρων φυτών, με τα πρώτα της απολιθώματα να χρονολογούνται στο κάτω Κρητιδικό πριν 130000000 χρόνια.

φτέρη Nephrolepis exaltata


μέρος φύλλου

Το φυτό των φωτογραφιών προστέθηκε σήμερα στη συλλογή μου. Το αγόρασα σήμερα από το ανθοπωλείο μαζί με κάποιες γλάστρες που χρειαζόμουν για μεταφυτεύσεις. Τον τελευταίο καιρό έψαχνα για φτέρες, και σήμερα βρήκα μία τελικά. Είναι το κοινότερο καλλιεργούμενο είδος καλλωπιστικής φτέρης, η νεφρολεπίς φτέρη (Nephrolepis exaltata). Ως εκ τούτου θά’πρεπε να κάνω έτσι κι αλλιώς ένα θέμα στο Ιστολόγιο, αφού λάμβανα συνεχώς αναζητήσεις για την καλλιέργεια αυτού του φυτού, αλά το παραμέλησα μέχρι που το απέκτησα κι εγώ.

Το επιστημονικό της όνομα είναι “νεφρολεπίς η εξοχότατη (Nephrolepis exaltata)”, αλλ’επειδή είναι το γνωστότερο είδος του γένους της νεφρολεπίδος, αναφέρεται συνήθως ως νεφρολεπίς φτέρη. Είναι είδος που ευδοκιμεί σε τροπικά και υποτροπικά κλίματα και μπορεί να βρεθεί να φύεται σε υγρά δάση και βάλτους στη Φλόριντα των Η.Π.Α., στο Μεξικό, στην Κεντρική Αμερική, στα νησιά της Καραϊβικής, στη βόρεια Νότια Αμερική, στα νησιά του Ειρηνικού και στην τροπική Αφρική. Το γένος ανήκει στην οικογένεια τον λομαριοψιδών, αν και κατ’άλλες πηγές ταξινομείται στους πολυποδιίδες ή και σε δική της οικογένεια, τους νεφρολεπίδες, και στην τάξη των πολυποδιωδών, μια μεγάλη τάξη φτερών. Η τάξη αυτή μαζί μ’αρκετές άλλες ανήκει με τη σειρά της στην ομοταξία ή υποδιαίρεση των πτεριδόψιδων ή των λεπτοσποριαγγειακών φτερών, τη δεύτερη πιο επιτυχημένη ομάδα φυτών μετά τα αγγειόσπερμα (ανθοφόρα) με 10000 είδη.
Το φυτό είναι ριζωματώδες, με ομάδες σύνθετων φύλλων, όπως άλλωστε και οι περισσότερες φτέρες. Τα φύλλα είναι μεγάλα, μήκους 50-250 εκ. και πλάτους 6-15 εκ., και σύνθετα πτεροειδή αποτελούμενα από έναν κεντρικό άξονα (ράχη) με μικρότερα τριγωνικά, ελαφρώς οδοντωτά και κυμματιστά, τουλάχιστον στη δική μου ποικιλία, φυλλάρια (φτερά), εναλλάξ πάνω στον άξονα. Τα νεαρά φύλλα είναι μαλακότερα και πιο ανοιχτόχρωμα και ξετυλίγονται από το έδαφος, όπως γίνεται σ’όλες τις φτέρες. Τα σποριαγγειά είναι οργανωμένα κατά σορούς κοντά στο περιθώριο των φυλλαρίων.
Ο φυσικός τύπος του φυτού έχει όρθια φύλλα, αλλά έχουν δημιουργηθεί διάφορες ποικιλίες με διαφορετικά χαρακτηριστικά φυλλώματος, όπως πολυσύνθετα φύλλα ή, η πιο κοινή καλλιεργούμενη ποικιλία, κρεμαστά ή σχεδόν κρεμαστά. Αυτή συναντάται ευκολότερα και αυτήν πιθανότατα έχω κι εγώ. Λέγεται και φτέρη της Βοστόνης (Boston fern), επίστ. ονομασία Nephrolepis exaltata var. bostoniensis διότι η μετάλλαξη αυτή ανακαλύφθηκε σε μία αποστολή φυτών αυτού του είδους από τη Φιλαδέλφια στη Βοστόνη το 1894.

Είναι από τις ευκολότερες φτέρες στην καλλιέργεια. Καλλιεργείται και ως φυτό εξωτερικού και ως εσωτερικού χώρου. Εξαιτίας των κρεμαστών φύλλων της βοστονιανής ποικιλίας, είναι κατάλληλο και για κρεμαστά καλάθια. Το φυτό για να ευδοκιμήσει χρειάζεται πλούσιο υγρό χώμα, και ημισκιερή ή σκιερή θέση, ενώ σ’εσωτερικό χώρο αναπτύσσεται καλύτερα σε φωτεινή θέση, όχι όμως στον ήλιο. Η υγρασία γύρω από το φυτό θα πρέπει να είναι υψηλή, κι αυτό επιτυγχάνεται τοποθετώντας τη γλάστρα σ’ένα πιατάκι με βρεγμένο χαλίκι ή βότσαλα ή ψεκάζοντας το φυτό με νερό. Το χώμα δε θα πρέπει ποτέ ν’αφεθεί να στεγνώσει εντελώς και το φυτό θα πρέπει να λιπαίνεται μηνιαία με ελαφρύ διάλυμα ισορροπημένου υγρού λιπάσματος. Το χειμώνα το φυτό χρειάζεται προστασία από την παγωνιά σε μια δροσερή και φωτεινή θέση. Μπορεί να χάσει μέρος του φυλλώματός του, αλλά την άνοιξη θα επανέλθει. Αν ωστόσο δεν προλάβεται να το προστατεύσεται και περάσει μια ελαφριά παγωνιά έως τους -1 βαθμούς, το φύλλωμα θα καταστραφεί ολοκληρωτικά, αλλά το φυτό θα επανέλθει και πάλι την άνοιξη.
Ο πολλαπλασιασμός γίνεται με διαίρεση του ριζώματος αφαιρώντας ένα τμήμα ριζώματος με καλές ρίζες και λίγα φύλλα και φυτεύοντάς το σε παρόμοιο έδαφος και συνθήκες ώστε να δώσει ένα νέο φυτό. Ο πολλαπλασιασμός με σπόρια είναι δύσκολος και μπορεί οι απόγονοι να μην έχουν τα ίδια χαρακτηριστικά με τη συγκεκριμένη καλλιεργούμενη ποικιλία ή και η συγκεκριμένη ποικιλία που πρόκειται να πολλαπλασιαστεί κατ’αυτόν τον τρόπο να είναι στείρα.
Εγώ δεν έχω κανένα πρόβλημα με τις ανάγκες αυτού του φυτού, αφού το καλοκαίρι χρησιμοποιώ
σύστημα αυτόματου ποτίσματος
ενώ για το χειμώνα έχω ένα φωτεινό και δροσερό μέρος όπου βάζω τα ευπαθή φυτά.

Με τον καιρό και σ’ένα μεγάλο δοχείο η φτέρη αυτή μπορεί ν’αποκτήσει μεγάλες διαστάσεις με το πυκνό, σχεδόν αδιαπέραστο φύλλωμά της να κρέμεται προς όλες τις κατευθύνσεις. Ιδιαίτερα όμορφη εικόνα είναι όταν ο ήλιος χτυπάει στο βρεγμένο φύλλωμα της φτέρης με τις αμέτρητες σταλίτσες να λάμπουν παντού.

Η ιστορία της καλλιέργειας του φυτού είναι αρκετά μεγάλη. Ιδιαίτερα δημοφιλές ήταν στη Βρετανία στη βικτοριανή εποχή οπότε καλλιεργούταν ως φυτό εσωτερικού χώρου. Εκείνη την εποχή επίσης άρχισαν να δημιουργούνται μερικές από τις ποικιλίες της. Σήμερα έχει γίνει η κοινότερη καλλιεργούμενη φτέρη παγκοσμίως.

Πηγές και ιστοσελίδες:
άρθρο της αγγλικής wikipedia
Nephrolepis exaltata καλλιέργεια

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.