Category: φυτά


Ιαπωνικό αγιόκλημα (Lonicera japonicum), από τα πιο ευραίως καλλιεργούμενα είδη, από wikipedia.

Πρόκειται για ένα από τα πλέον καλλιεργούμενα καλλωπιστικά αναρρηχητικά εξαιτίας της τεράστιας ανθεκτικότητάς του και των μοσχοβολιστών ανθέων του. Ένα τέτοιο φυτό προστέθηκε αρκετά πρόσφατα στη συλλογή μου, στιςαρχές του Απριλίου φέτος και το κύριο σχόλιο πού έχω να κάνω γι’αυτό είναι ότι μεγαλώνει ταχύτατα.

Το αγιόκλημα δεν είναι μόνο ένα ή λίγα είδη, είναι ένα μεγάλο γένος (γένος Lonicera) 180 περίπου ειδών, εκ των οποίων τα 100 απαντούν στην Κίνα. Από τα υπόλοιπα πάλι τα περισσότερα ενδημούν στην Ασία, ενώ υπάρχουν και είδη στις υπόλοιπες ηπείρους του Βορείου Ημισφαιρίου. Το γένος Lonicera ανήκει στην οικογένεια των αιγοφυλλιδών, προφανώς επειδή το προτιμούν οι κατσίκες, και στην τάξη των διψακωδών. Το αγιόκλημα λέγεται επίσης και αιγόκλημα, μάλλον γι’αυτό το λόγο, επειδη το τρώνε οι κατσίκες, ενώ αγιόκλημα μάλλον έγινε από αναγραμματισμ΄΄ό. Λέγεται επίσης και μπιρμπιλιά, εξαιτίας των πολλών μικρών σφαιρικών καρπών που παράγει.
Τα είδη του γένους είναι είτε θάμνοι με λεπτά κλαδιά είτε αναρρηχητικά, σχεδόν όλα φυλλοβόλα, με αντίθετα ωοειδή φύλλα, έντονα αρωματικά άνθη στις μασχάλες των φύλλων λευκά, κίτρινα ή και πορτοκαλί και χωανοειδή με εξέχοντες λεπτούς στήμονες, που δίνουν καρπούς μικρές σφαιρικές ράγες διαμέτρου 1 εκατοστού, χρώματος μπλε, ιώδους ή κόκκινου με πολυάριθμους σπόρους. Οι καρποί των περισσοτέρων ειδών είναι ελαφρώς τοξικοίγια τον άνθρωπο, όχι όμως για τα πουλιά, αν και αυτός του γαλάζιου αγιοκλήματος (Lonicera caerulia), που λέγεται έτσι λόγω του χρώματος του καρπού του και απαντά σ’όλο το βόρειο ημισφαίριο στα πολύ βόρεια γεωγραφικά πλάτη, είναι γλυκός και τρώγεται. Το νέκταρ όλων των ειδών μπορεί να καταναλωθεί, φυσικά μόνο για τη γεύση του γιατί δεν υπάρχει μεγάλη ποσότητα. Στην κινέζικη ιατρική το φυτό χρησιμοποιείται για το βήχα.

Εδώ κυρίως θ’ασχοληθώ με τα αναρρηχητικά είδη, μιας κι αυτά είναι τα κοινότερα σε καλλιέργεια. Δύο δηλαδή είδη είναι τα πιο κοινά: το κοινό ευρωπαΐκό αγιόκλημα (Lonicera periclymenum) και το ιαπωνικό (L. japonicum), το πλέον κοινό το οποίο έχω κι εγώ. Ως αναρρηχητικά αναπτύσσονται ταχύτατα και μπορούν να φτάσουν σε ύψος έως και τα 10 μέτρα στα κατάλληλα στηρίγματα. Αυτό είναι άλλωστε το μεγάλο πλεονέκτημα των αναρρηχητικών φυτών – μπορούν να εξαπλώνονται χωρίς να δαπανούν μεγάλη ενέργεια ισχυροποιώντας τους βλαστούς ή τις ρίζες τους. Έχουν άλλα φυτά και στηρίγματα χάρη στα οποία επεκτείνονται. Τα κοινά αναρρηχητικά είδη λοιπόν έχουν πολύ μακριούς κι ευλύγιστους βλαστούς με αντίθετα ωοειδή και χνουδωτά φύλλα, όλα γυρισμένα σ’ένα επίπεδο άσχετα με την αρχική κατεύθυνση των μίσχων τους για την καλύτερη συλλογή του φωτός. Οι κορυφές των βλαστών είναι λεπτές, χνουδωτές κι ευλύγιστες, και μπορούν να πιαστούν απ’οπουδήποτε αν μεινουν στο ίδιο σημείο για λίγες μέρες (πρόσφατη δική μου παρατήρηση). Ο κορμός ή οι κορμοί και τα χοντρά κλαδιά του φυτού είναι ξυλώδη, πάλι όμως σχετικά ευλύγιστα, με κυλινδρική δομή, σε σημεία κατά μήκος διογκώσεις που αντιστοιχούν στους κόμπους και λείο ανοιχτό καφέ φλοιό που βγαίνει σε λωρίδες. Ο παχύτερος κορμός που έχω συναντήσει τον έχω υπολογίσει στα 5 εκατοστά διάμετρο, θα υπάρχουν όμως και μεγαλύτεροι. Το φυτό ευτυχώς δεν κάνει παραφυάδες μακριά από τον κεντρικό κορμό του, άρα όσον αφορά την επέκτασή του στο έδαφος είναι μειωμένη. Οι ρίζες του είναι πολύ ισχυρές, όπως κατάλαβα ο ίδιος προσπαθώντας να μεταφυτεύσω το αγιόκλημά μου από την αρχική του γλάστρα, όπου μάλλον θά’χε παραμείνει καιρό και είχαν πιαστεί καλά απ΄΄ο τα ανοίγματα του πυθμένα, στη δική μου, με τις κεντρικές πάχους όσο σχεδόν και οι βασικοί κορμοί.
Τα άνθη μυρίζουν πάρα πολύ ωραία, κάπως σαν γιασεμί και βανίλια, εντονότερα το βράδυ. Ιδιαίτερα εντυπωσιακό είναι όταν ένα μεγάλο φυτό είναι ανθισμένο το καλοκαίρι, ένα δροσερό βράδυ που δε φυσάει πολύ. Μπορεί να γεμίσει μια μικρή αυλή με το άρωμά του. Η οσμή προσελκύει τις νυκτόβιες πεταλούδες, τους επικονιαστές του. Στο ευρωπαΐκό είδος τα άνθη είναι κίτρινα εξαρχής, ενώ στο ιαπωνικό αρχικά λευκά και μετά κιτρινίζουν. Εδώ στη Θεσσαλονίκη ανθίζει από Μάιο έως Οκτώβριο, σε πιο ορεινό ή ψυχρό κλίμα όμως μπορεί ν’αρχίσει την ανθοφορία πιο αργά (Πύργοι Κοζάνης το χωριό μου υψόμ. 800 μ. αρχίζει τον Ιούνιο και τελειώνει λίγο πιο νωρίς), και σε πιο νότιο και θερμό λογικά νωρίτερα.

Απ’ό,τι καταλάβατε, το φυτό αυτό είναι στην ουσία ένα ζιζάνιο στη στρατηγική, το ίδιο όμως και στις καλλιεργητικές του ανάγκες. Δεν έχει κάποια ιδιαίτερη ανάγκη. Ζει σχεδόν παντού, σ’όλα τα εδάφη, από αργιλώδη έως αμώδη, αν και το προτιμώμενό του είναι βαθύ, μέτριο και πλούσιο σε οργανική ύλη, σε διάφορα ph, με ιδανικά κανονικό πότισμα και λίπανση, και πολύ ήλιο ή ημισκιά. Καλύπτει σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα τα μέρη στα οποία βρίσκεται όπως πέργκολες, δέντρα, κάγκελα κ.ά. Γι’αυτό το λόγο θα χρειάζεται επειγόντως κλάδεμα, για να μην πνίξει όλον τον τόπο, που καλύτερα να γίνεται το χειμώνα. Τότε το φυτό θά’χει ρίξει τα φύλα του, και θα μοιάζει με μία μάζα περιπεπλεγμένων ξερών κλαδιών. Κόψτε τότε πολλά – κορυφές, υπερβολικά μακριά κλαδιά, κλαδιά στην περιφέρεια με επιθετικές διαθέσεις κ.ά. Στην πραγματικότητα δε θα πειράξει αν κοψετε και λίγο παραπάνω. Το φυτό θα επανέλθει αμέσως την άνοιξη, και θ’ανθίσει όπως πριν. Αντίθετα τα περισσότερα θαμνώδη είδη δημιουργούν τα μπουμπούκια τους στο ξύλο της προηγούμενης χρονιάς, έτσι εκεί το κλάδεμα χρειάζεται προσοχή, εκεί όμως η ανάπτυξη είναι σαφώς μικρότερη. Μη δοκιμάζετε να κόψετε τα κλαδιά με τα χέρια σας, γιατί μάλλον θα σας σπάσει ο φλοιός αφήνοντας ένα κεντρικό μέρος που καλύπτεται από γλοιώδη χυμό άρα δύσκολο να πιάσετε κι επίσης πανίσχυρο, που όσο και να το τεντώσετε δύσκολα σπάει. Έτσι καλύτερα κόψτε το με ψαλίδι, και θα γίνει αμέσως. Εξαίρεση αποτελούν οι φρέσκες κορυφές και τα νεαρά κλαδιά αν κοπούν απότομα από το σημείο εκκίνησής τους, που σπάνε πιο εύκολα.

Λόγω της επιθετικότατής του τάσης, το ιαπωνικό είδος έχει εξαπλωθεί σε πολλές χώρες που έχει εισαχθεί, με αρνητικές συνήθως συνέπειες για το οικοσύστημα, εκτοπίζοντας πολλά ιθαγενή είδη. Σοβαρότερο πρόβλημα αποτελεί στις ΗΠΑ, όμως και η Αργετινή, η Βραζιλία, η Αυστραλία, η Νέα Ζηλανδία κι άλλες χώρες προσπαθούν να το καταπολεμήσουν. Η καταπολέμησή του είναι πολύ δύσκολη, αφού εξαπλώνεται ταχύτατα χάρη στους μικρούς καρπούς του με τους πολλούς σπόρους κι ακόμα η χρήση ζιζανιοκτόνων δεν ενδείκνυται για τα φυσικά περιβάλλοντα. Αποτελεί ωστόσο άριστη τροφή για άγρια φυτοφάγα ζώα όπως ελάφια, λαγούς, χελώνες κ.ά., αλλά και για κατσίκια και λοιπά φυτοφάγα, και για τα κουνέλια, τα οποία κατά την εμπειρία μου το τρώνε πολύ. Εάν έχετε λοιπόν κουνελάκια κι ένα μεγάλο τέτοιο φυτό, μπορείτε να τους κόβετε και να δίνετε.

Το φυτό προστέθηκε στη συλλογή μου στις αρχές του Απριλίου, από κάποια αναρρηχητικά φυτά που είχαν έρθει για φύτευση στη Σχολή Τυφλών. Το αντικατέστησα μ’ένα των
γιούκα
μου, αφού άλλωστε έχω πολλά και δεν τα θέλω όλα. Αρχικά έπρεπε να κόψω τα περισσότερα μακριά κλαδιά, αφού είχαν σπάσει ή πατηθεί κατά τη μεταφορά. Έπειτα το μεταφύτευσα σε μεγάλη γλάστρα, κι από τότε άρχισε τρελή ανάπτυξη. Είδη είχε λίγα πράσινα μάτια και φυλλαράκια (τα μάτια του είδους αυτού είναι πολύ μικρά) και με την επιστροφή μου από τις διακοπές του Πάσχα μερικά κλαδιά είχαν ξεπεράσει τα 10 εκατοστά. Τώρα ππου γράφω το θέμα πολλά έχουν ξεπεράσει το μέτρο και πριν τέσσερις μέρες παρατήρησα τα πρώτα άνθη, λευκά αρχικά κι αργότερα κίτρινα, σύμφωνα με το ιαπωνικό είδος. Ακόμα είναι λίγα για να μυρίζουν σε απόσταση, όμως τα μπουμπούκια που αναμένονται ν’ανοίξουν είναι πολλά. Το φυτό λοιπόν πιάνεται απ’όπου βρει – φύλλα γιούκα, ψεκαστήρια, τοίχους κ.ά. Αναμένεται να στηριχθεί σε πέργκολα στον τοίχο, η οποία θα καρφωθεί σε λίγες μέρες.

Πηγές και ιστοσελίδες:
άρθρο της αγγλικής wikipedia για το γένος Lonicera
άρθρο της αγγλικής ςικιπεδια για το είδος Lonicera japonica
άρθρο της αγγλικής wikipedia για το είδος Lonicera periclymenum
άρθρο της αγγλικής wikipedia για το είδος Lonicera caerulia
αγιόκλημα πληροφορίες στο valentine.gr
καλλιέργεια αναρρηχητικών αγιοκλημάτων
θαμνώδη αγιοκλήματα

Λίγες μέρες πριν είχα κάνει την παρουσίαση ενός πολύ καλού ιστολογίου, του
Catalogue of Organisms
ενός Christopher Taylor εντομολόγου και ταξινομιστή, που όμως έχει ασχοληθεί μ’όλους τους κλάδους της πολυποίκιλης ζωής. Αυτός λοιπόν συμμετέχει και σε μια άλλη σελίδα, την οποία γνώριζα κι επισκεπτόμουν από παλιά, και σχεδίαζα να την παρουσιάσω κάποτε κι εδώ.

Η σελίδα αυτή είναι ο Παλαιός (Palaeos), μια σελίδα που ασχολείται με το βίο και το χρόνο. Στην αρχή της σελίδας γράφει με ελληνικά γράμματα “παλαιός”, κι από κάτω υπάρχει η ενότητα “χρόνος”, κι από κάτω η ενότητα “βίος”. Με λίγα λόγια, καλύπτει θέματα γεωλογίας και γεωλογικών περιόδων, εξέλιξης, οικολογίας (εξέλιξης των οικοσυστημάτων από παλαιότερα έως σήμερα), εξαφανισμένων και αρτίγονων ομάδων ειδών (από μονοκύτταρους έως φυτά και ζώα), την περιγραφή τους και την ταξινόμησή τους. Η ταξινόμηση που χρησιμοποιεί είναι ως επί το πλείστον η
κλαδιστική,
ένα νέο ταξινομικό σύστημα εναλλακτικό του παραδοσιακού που εμφανίστηκε στα μέσα του 20ου αι. και κατατάσσει τις ομάδες των οργανισμών σε κλάδους που αποτελούνται από προγόνους και τους απογόνους τους.

Επειδή στη σελίδα υπάρχει αρκετή κλαδιστική ορολογία, είναι σκόπιμο να διασαφηνίσω τους πιο σημαντικούς όρους. Όταν μια ομάδα αποτελείται λοιπόν από τον κοινό πρόγονο κι όλους τους απογόνους του, χαρακτηρίζεται ως μονοφυλετική κι αυτός είναι ο ιδανικός κλάδος, π.χ. τα χερσαία φυτά ή τα θηλαστικά. Όταν τώρα αποτελείται από τον κοινό πρόγονο, αλλ’όχι απ’όλους τους απογόνους, τότε θεωρείται παραφυλετική και η χρήση της τείνει ν’αποφεύγεται, όμως συχνά υπάρχουν περιπτώσεις που δε μπορεί ν’αποφευχθεί, όπως στην περίπτωση των προγενέστερων ομάδων ενός κλάδου, οπότε κατ’ανάγκη χρησιμοποιείται. Τα
ερπετά
είναι μια τέτοια ομάδα, αφού δεν περιέχει τις δύο μονοφυλετικές απογόνους της, τα πουλιά και τα θηλαστικά. Τέλος μια ομάδα αν αποτελείται από μέλη διαφορετικών κλάδων είναι πολυφυλετική, άρα και καθαρά τεχνητή ομάδα που δε θά’πρεπε να υπάρχει κι αποφεύγεται ακόμα και στην κλασική ταξινόμηση, π.χ. όλα τα μονοκύτταρα πρωτόζωα. Ένα χαρακτηριστικό τώρα που κληρονομείται από τον πρόγονο σε μια ταξινομική ομάδα ή είδος χαρακτηρίζεται πλησιομορφία, π.χ. η σπονδυλική στήλη των σπονδυλωτών. Ένα χαρακτηριστικό που εξελίσσεται σε κάποιον συγκεκριμένο κλάδο και τον κάνει ν’αποκλίνει από την προγονική κατάσταση χαρακτηρίζεται απομορφία, π.χ. τα φτερά των πουλιών ή ο τρόπος αναπαραγωγής των πλακουντοφόρων θλαστικών, ενώ οι απομορφία που μοιράζονται όλα τα μέλη ενός κλάδου λέγεται συναπομορφία, π.χ. όλα τα πλακουνοφόρα θηλαστικά αναπαράγονται κατά τον ίδιο τρόπο. Τέλος ένα χαρακτηριστικό που εμφανίζεται με ανεξάρτητη εξέλιξη ή με αταβισμό σε διαφορετικούς κλάδους, χωρίς να υπήρχε στον κοινό πρόγονο, χαρακτηρίζεται ομοπλασία, π.χ. τα φτερά των πουλιών κι αυτά των εντόμων, που έχουν εξελιχθεί εντελώς ανεξάρτητα από εντελώς διαφορετικά όργανα αν κι έχουν τον ίδιο σκοπό.

Η κλαδιστική ταξινόμηση δεν είναι εύκολη. Για την κατάταξη των οργανισμών χρησιμοποιούνται και μορφολογικά και γενετικά κριτήρια. Η μορφολογία συχνά απατά, λόγω της δυσκολίες μερικές φορές του διαχωρισμού απομορφιών κι ομοπλασιών. Όμως και η γενετική δεν είναι πάντοτε τόσο βέβαιη, όπως θα νομίζαμε, αφού κι εδώ μπορούν μεταλλάξεις να εμφανιστούν τυχαία που
δίνουν ψευδή εντύπωση συγγένειας σε μακρινές μεταξύ τους ομάδες.

Σκοπός της κλαδιστικής είναι η αποκατάσταση των βαθύτερων εξελικτικών σχέσεων των οργανισμών, και η τοποθέτησή τους στο λεγόμενο δέντρο της ζωής, ένα διάγραμμα που θ’αναπαριστά όλο το σύνολο των ζωντανών οργανισμών από τον κοινό τους πρόγονο έως τις πιο λεπτές του διακλαδώσεις. Για να παρασταθούν οι διάφορες ομάδες των οργανισμών, στην κλαδιστική χρησιμοποιούνται κλαδογράμματα, διαγράμματα με τη μορφή δέντρου, όπου υπάρχει μια βάση, ο πρόγονος, διχοτομητικές συνήθως διακλαδώσεις που αναπαριστούν τις μεταγενέστερες ομάδες, οι οποίες επίσης μπορούν να διακλαδίζονται θεωρητικά επ’άπειρον. Τέτοια διαγράμματα υπάρχουν για όλες τις ομάδες που εξετάζονται στην εν λόγω σελίδα. Αυτό είναι και το κύριο μειονέκτημα της κλλαδιστικής μεθόδου, δεν έχει σαφείς προκαθορισμένες ταξινομικές ομάδες όπως οι παραδοσιακή με τα βασίλεια, τις συνομοταξίες, τις ομοταξίες, τις τάξεις κλπ – οι διακλαδώσεις μπορεί νά’ναι πάρα πολλές, η μία μέσα στην άλλη. Σήμερα άλλοι επιστήμονες χρησιμοποιούν και τις δύο ταξινομικές μεθόδους, άλλοι περισσότερο τη μία ή την άλλη.

Ο παλαιός ιδρύθηκε λοιπόν από τους Toby White και Alan Kazlev. Αργότερα προσχώρησε και ο Christopher Taylor, ο Mikko Haaramo του τμήματος γεωλογίας του Πανεπιστημίου του Ελσίνκι, κι ο Chris Clowes. Αρχικά δεν είχε πολύ σοβαρό σκοπό, σύντομα όμως επεκτάθηκε σε μια μεγάλη βάση δεδομένων για τη ζωή και τη γεωλογική ιστορία. Τόσο μεγάλη, ώστε και καθηγητές πανεπιστημίου τη χρησιμοποίησαν ως πηγή, ενώ έχει και την
ανάλογη καταχώριση
στην αγγλική wikipedia. Το εγχείρημα ξεκίνησε αρχικά ως σελίδα
palaeos.com
όμως πρόσφατα επεκτάθηκε επίσης και σε μορφή wiki, κάτι ανάλογο της wikipedia, όπου το περιεχόμενο χωρίζεται σε ενότητες τις οποίες τα μέλη μπορούν να γράφουν και να διορθώνουν εύκολα, το
palaeos.org.

Επισκεφθείτε τους παραπάνω συνδέσμους, έχουν πραγματικά πάρα πολύ υλικό. Μάθετε για την γεωλογική ιστορία του πλανήτη μας, την ιστορία των οικοσυστημάτων, την ιστορία, την εξέλιξη, τα χαρακτηριστικά και την εκπληκτική ποικιλία των διαφόρων ομάδων της ζωής παλιά και σήμερα, τις μεθόδους ταξινόμησης και τα σχετικά. Είναι η πορεία της θαυμαστής ζωής μέσ’από τον μακρινό χρόνο ως σήμερα.

Η ζωή παρουσιάζει τεράστια ποικιλία, αυτό είναι κάτι καταφανές για κάθε κάτοικο του πλανήτη. Σκεφθείτε απλά την τεράστια ποικιλία από απλούς μονοκύτταρους προκαρυωτικούς οργανισμούς έως πρωτόζωα, φύκη, μύκητες, φυτά και ζώα, καθώς και την ποικιλία μεταξύ οργανισμών της ίδιας ομάδας, όπως σκουλήκια, μύγες, άνθρωποι, όλα ζώα. Είναι εκπληκτική όλη αυτή η ποικιλία, με τον κάθε οργανισμό σε μια ορισμένη θέση στο οικοσύστημα. Ακόμα εκπληκτικότερο όμως είναι η προέλευση όλης αυτής της ποικιλίας μέσω της συνεχούς διαδικασίας της εξελίξεως. Κάθε είδος προσαρμόστηκε και προσαρμόζετε στις ιδιαίτερες συνθήκες και πιέσεις του εκάστοτε περιβάλλοντος, κι έτσι σιγά-σιγά αλλάζει και στη μορφή και στα χαρακτηριστικά και τις συνήθειες, ώστε να ταιριάξει καλύτερα. Όποιο δεν προσαρμόζετε ικανοποιητικά, αρ΄γα ή γρήγορα εξαφανίζεται. Κι ακόμα εκπληκτικότερο είναι η προέλευση όλης αυτής της ποικιλίας, μορφών αρχικά που μοιάζουν άσχετες μεταξύ τους, από έναν και μοναδικό κοινό πρόγονο πριν σχεδόν τέσσερα δισεκατομμύρια χρόνια, πιθανότατα έναν απλούστατο μονοκύτταρο οργανισμό ή και κάτι απλότερο, όπως μας δείχνουν τα βασικότατα κοινά που ενώνουν όλη τη ζωή. Αρχικά φαίνεται δυσκολοπίστευτο αυτό, δηλαδή τόσοι πολλοί οργανισμοί να προήλθαν από κάτι τόσο απλό μόνο με τη διαδικασία της εξέλιξης και της φυσικής επιλογής, αλλ’όπως είπε και ο ίδιος ο Δαρβίνος, μολονότι φαίνεται ασύλληπτο απ’τις νοητικές μας δυνατότητες, αν σκεφτούμε πόσο πολύς χρόνος πέρασε (όχι εκατοντάδες ή χιλιάδες χρόνια που μετρούμε την ιστορία μας, αλλά εκατομμύρια ή εκατομμύρια εκατομμυρίων), και πόσο αργή ήταν η διαδικασία της προσαρμογής, με τη διαδοχική συσσώρευση απλών κι ανεπαίσθητων τροποποιήσεων(υπάρχουν περιπτώσεις σχετικά απότομης εξέλιξης, αλλ’ως επί το πλείστον η εξέλιξη είναι μια αργή, σταδιακή διαδικασία), μπορούμε να το δεχτούμε. Στο μυαλό μας όμως αναγκαία η διαδικασία αυτή θα πρέπει να πάρει απλό και σύντομο χαρακτήρα.

Αυτή λοιπόν όλη η ποικιλία της ζωής θα πρέπει κάπως να ταξινομηθεί, ώστε να γίνουν σαφέστερες οι διαφορές μεταξύ των ομάδων, να γίνεται καλύτερα η αναγνώριση των οργανισμών, και, το σημαντικότερο όλων, να αποκατασταθούν οι εξελικτικές σχέσεις, το δέντρο της ζωής όπως λέγεται, αυτό το τεράστιο οικογενειακό δέντρο που ενώνει όλα τα έμβια όντα. Από αρχαιοτάτων χρόνων γινόταν ταξινομήσεις, όπως αυτή ανάμεσα στα φυτά και στα ζώα. Αργότερα έγιναν άλλες βασισμένες σε γενικά χαρακτηριστικά των οργανισμών, όπως ανάμεσα σε φυτοφάγα και σαρκοφάγα. Πολύ αργότερα αναγνωρίστηκαν άλλα σταθερότερα και πιο αξιόπιστα χαρακτηριστικά, που μπορούσαν να την ορίζουν σαφέστερα. Πατέρας τις σύγχρονης ταξινομικής θεωρείται ο Σουηδός φυσιοδίφης Κάρολος Λινναίος, ο οποίος βασισμένος σ’αυτήν τη νέα μέθοδο ταξινόμησε τη ζωή σ’ένα εύχρηστο ιεραρχικό σύστημα. Το σύστημα αυτό σύντομα επεκτάθηκε από μεταγενέστερους, και σήμερα αποτελείται από 8 κύριες βαθμίδες (επικράτεια, βασίλειο, συνομοταξία (ζωολογία) ή διαίρεση (βοτανική), οι διαφορές προέκυψαν διότι οι δύο αυτοί κλάδοι παρέμεναν χωριστοί για πολλά χρόνια, ομοταξία ή υποδιαίρεση, τάξη, οικογένεια, γένος και είδος. Το είδος είναι η μόνη φυσική και θεμελιώδης ταξινομική ομάδα. Αυτό το σύστημα στη σύγχρονή του μορφή αντανακλά σε γενικές γραμμές τις εξελικτικές σχέσεις των ογανισμών. Ο Δαρβίνος μάλιστα είχε παρατηρήσει στην εποχή που η εξέλιξη δεν ήταν ακόμα δεκτή ότι οι χαρακτήρες στους οποίους βασίζονται οι φυσιοδίφες για την ταξινόμηση των οργανισμών είναι αυτοί που τείνουν να είναι οι πιο βασικοί και να ποικίλουν λιγότερο, και κάνοντας έτσι, ασυνείδητα τους ταξινομούν με βάση την εξέλιξη. Όμως πιο πρόσφατα, προς τα τέλη του 20ου αι. ένα άλλο διαδέχθηκε, ή μάλλον συμπλήρωσε το λινναϊκό σύστημα, αυτό τις κλαδιστικής. Η
κλαδιστική ταξινόμηση
θεωρεί πως φυσικές είναι μόνο μονοφυλετικές ομάδες, δηλαδή ομάδες αποτελούμενες από τον κοινό πρόγονο και τους απογόνους του. Αυτό όμως το σύστημα αφήνει σε προβληματική θέση ομάδες ή είδη προγονικά προς επόμενους κλάδους, τα οποία θα πρέπει κι αυτά να ταξινομηθούν κάπου. Τα
ερπετά
είναι ένα τέτοιο παράδειγμα. Ενώ η κλασική ταξινόμηση τ’αναγνωρίζει ως γνήσια ομοταξία σπονδυλωτών, κατά την κλαδιστική είναι μια παραφυλετική ομάδα, που δηλαδή δεν περιλαμβάνει τις δύο απόγονες αποδεδειγμένα μονοφυλετικές, τα θηλαστικά και τα πουλιά. Αυτό φέρνει τους κλαδιστές σε δύσκολη θέση, αναγκάζοντάς τους είτε να περιλάβουν μία από τις απόγονες ομάδες ή να σπάσουν όλη την ομοταξία σε μικρότερες μονοφυλετικές ομάδες, αφήνοντας όμως πάλι τους βασικούς προγόνους ακάλυπτους. Γι’αυτό και σήμερα κυρίαρχούν και τα δύο ταξινομικά συστήματα, και η χρήση του ενός ή του άλλου καθορίζεται από τα χαρακτηριστικά τις κάθε ομάδας κι από τις προτιμήσεις του κάθε επιστήμονα. Συνήθως όμως τα συστήματα αλληλοσυμπληρώνονται.

Η ταξινόμηση των οργανισμών δεν είναι τόσο εύκολη υπόθεση όπως φαίνεται, παρόλα τα νέα εργαλεία που μας είναι διαθέσιμα, όπως η γενετική ανάλυση της συγγένειας μεταξύ ειδών κι ομάδων που χρησιμοποιείται ευραίως. Συχνά περιπλέκεται όταν ένα ειδος ή ομάδα δεν έχει κοντινούς ζωντανούς συγγενείς ώστε να τοποθετηθεί κάπου με βεβαιότητα, ή όταν η ομάδα είναι ιδιαίτερα πολυπληθής κάνοντας ενίοτε το διαχωρισμό μεταξύ των ειδών και των ποικιλιών δύσκολη, ή όταν κάποιος οργανισμός ή ομάδα έχει εξαφανιστεί και οι επιστήμονες βασίζονται σε ασαφή απομεινάρια χωρίς νά’χουν στη διάθεσή τους γενετικά στοιχεία, ή και για πολλούς άλλους λόγους. Η ταξινομική είναι μεγάλο κομμάτι της βιολογίας που απασχολεί αρκετούς επιστήμονες, με κύριους κλάδους τη συστηματική, την κατάταξη δηλαδή των οργανισμών, αλλά και την ονοματολογία, τον καθορισμό των ονομάτων για τις διάφορες ομάδες και είδη. Τα επίσημα παγκόσμια επιστημονικά ονόματα των ομάδων και των ειδών έχει καθιερωθεί ήδη από το Λινναίο νά’ναι στα λατινικά. Ακόμα δηλαδή και οι Ασιάτες που δεν έχουν καμία σχέση με τον Ευρωπαϊκό πολιτισμό θα πρέπει να χρησιμοποιούν αυτούς τους όρους εάν πρόκειται να αναγνωριστεί η δουλειά τους. Εδώ να πω πως πολλά από τα λατινικά ονόματα είναι είτε εν μέρει, είτε εξολοκλήρου, ελληνικής προέλευσης.

Όπως είπα και στην αρχη, η ζωή παρουσιάζει τεράστια ποικιλία. Όμως η μεγαλύτερη αυτής της ποικιλίας εντοπιζόταν κι εντοπίζεται σε μικρούς και αφανείς, συνήθως όμως όχι σπάνιους, οργανισμούς που ζουν παντού ανάμεσά μας, κοντά μας, πάνω μας, μέσα μας. Αυτοί οι μικροοργανισμοί είναι συνήθως μικροσκοπικοί, δε φαίνονται δηλαδή με γυμνό μάτι, και μπορεί να είναι μονοκύτταρα βακτήρια ή ευκαρυωτικοί οργανισμοί, μύκητες ή μικροσκοπικά αρθρόποδα. Άλλοι επίσης μπορεί νά’ναι μεγαλύτεροι κι αναγνωρίσιμοι, όμως να μην τους δίνουμε και μεγάλη σημασία, παρά την τεράστια ποικιλία τους όπως τα έντομα, τα αραχνοειδή ή τα βρύα. Η ποικιλία λοιπόν όλον αυτών των οργανισμών είναι πολύ μεγαλύτερη αυτής των μακροσκοπικών. Περίπου το 80% των ζωικών είδών για παράδειγμα αποτελούν τ’αρθρόποδα, με πολυπληθέστερη ομάδα τα έντομα (σχεδόν 1,4-1,8 εκατομμύρια είδη), ενώ άλλοι τα υπολογίζουν μαζί με τα ακόμα μη αναγνωρισμένα κατά προσέγγιση στα 5-10 εκατομμύρια είδη. Δεύτερη ομάδα σε ποικιλία είναι τα γαστερόποδα μαλάκια (σαλιγκάρια, γυμνοσάλιαγκες κλπ) στα … είδη. Η ταξινόμηση αυτών των οργανισμών κάποτε παρουσιάζει ιδιαίτερες δυσκολίες, για παράδειγμα μπορεί οι διαφορές μεταξύ των ομάδων νά’ναι πολύ λεπτές και δυσδιάκριτες, και συχνά δύσκολες στην παρατήρηση. Άλλες φορές πάλι μπορεί ένα είδος, συνήθως για μικροσκοπικά ή σπάνια είδη, νά’χει περιγραφεί από έναν επιστήμονα αρχικά και κάποιος άλλος αργότερα να το ξαναπεριγράψει αγνοώντας τη δουλειά του προηγούμενου. Αυτό μπορεί να διορθωθεί, ιδίως αν υπάρχει και δείγμα το οποίο μπορει να συγκρίενι ο νεότερος επιστήμονας. Μπορεί όμως το δείγμα να μην είναι αναγνωρίσιμο ή οι περιγραφές νά’γιναν με διαφορετικούς τρόπους απ’τον καθένα, ώστε τελικά το παλαιότερο είδος να μη βρεθεί. Έτσι σιγά-σιγά μαζεύονται άχρηστα, πραγματικά κενά ονόματα.

Εάν λοιπόν επιχειρήσετε να μπείτε στον κόσμο των μικρών αυτών οργανισμών, σύντομα θα μαγευτείτε και σίγουρα με λίγη ενασχόληση θ’αποκτήσετε άλλη εικόνα της ζωής του πλανήτη μας. Εγώ ο ίδιος δε γνώριζα την τεράστια ποικιλία αυτών των οργανισμών, ώσπου ανακάλυψα κάποιες σχετικές σελίδες. Μπορώ να πω πως αποτελούν ένα μικρ΄΄οκοσμο που ζει σ’όλες τις θέσεις του δικού μας, από γνώριμα περιβάλλντα όπως το έδαφος και τα πεσμένα φύλλα ή και το ίδιο μας το σώμα έως αφιλόξενα μέρη φαινομενικά ακατάλληλα για ζωή, όπως οι υποθαλάσσιες υδροθερμικές πηγές και τα βάθη της Γης, με το κάθε είδος νά’χει τις δικές του ιδιαίτερες, πολλές φορές απίστευτες, προσαρμογές για να επιβιώσει στο ιδιαίτερο περιβάλλον του. Είναι ένας παράξενος, παραμελημένος, όμως πανταχού παρόν κόσμος.

Ο Christopher Taylor είναι Νεοζηλανδός εντομολόγος και ταξινομιστής που τώρα δουλεύει για αναγνώριση χερσαίων αρθροπόδων στην Πέρθη της Αυστραλίας. Από το 2007, από τότε που ακόμα ήταν φοιτητής, άνοιξε ένα ιστολόγιο με τίτλο “Catalogue of organisms” (Κατάλογος των Οργανισμών), που μπορείτε να το επισκεφθείτε
εδώ.
Φυσικά δε μπορεί να είναι πραγματικός κατάλογος των οργανισμών, όμως είναι μια τεράστια συλλογή άρθρων με φωτογραφίες, πληροφορίες, εμπειρίες και παραπομπές για διάφορες ομάδες οργανισμών. Μεγαλύτερη αντιπροσώπευση έχει εννοείται το πεδίο της ειδικότητάς του, τα αρθρόποδα, όμως κι άλλες ομάδες όπως μαλάκια, σκώληκες, βακτήρια, μονοκύτταροι ευκαρυωτικοί, εξαφανιισμένοι οργανισμοι διαφόρων ομάδων κ.ά. έχουν αρκετή αντιπροσώπευση. Στην πραγματικότητα καμία ομάδα δε μένει έξω, κι έτσι υπάρχουν δημοσιεύσεις για θηλαστικά, πουλιά, ερπετά, ψάρια κι όλα τα σπονδυλωτά, μύκητες, αγγειώδη φυτά, κοράλια, κ.ά. Ακόμα και οι ιοί αναφέρονται. Τα άρθρα είναι οργανωμένα κατά ενότητα στο
Μεγάλο Πίνακα περιεχομένων
της σελίδας, ο οποίος ανανεώνεται κάθε φορά που μαζεύονται πολλά νέα άρθρα. Η σελίδα ανανεώνεται πολύ συχνά, συνήθως υπάρχουν νέα θέματα κάθε εβδομάδα, αν σκεφτούμε πως ο συγγραφέας γράφει εκεί όταν έχει ελεύθερο χρόνο. Αυτό δεν ειναι το μόνο του ιστολόγιο. Διατηρει και το
Variety of Life
(Ποικιλία της Ζωής) όπου παρουσιάζει διάφορες ταξινομικές ομάδες ξεχωριστά με τα βασικά τους χαρακτηριστικά, τα είδη που περιέχουν, μερικές φορές και την ταξινομική τους ιστορία, πάντοτε με τις παραπομπές στο τέλος μιας και τα περισσότερα εκεί δεν είναι δική του δουλειά. Κι αυτό επίσης ανανεώνεται συχνότατα. Έχει ακόμα και το
Linnaeus’ Legacy
(Κληρονομιά του Λινναίου), κάτι σαν βιβλίο που επαναδημοσιεύεται, το οποίο έχει ν’ανανεώσει από το 2009.

Πρώτο και καλύτερο πάντως θεωρώ το Catalogue of Organisms, μετά το Variety of Life. Το πιο βαρετό ωστόσο, για μένα τουλάχιστον, κομμάτι μου φαίνεται πως είναι οι επί μακρόν αναλύσεις στην ταξινόμηση και την ταξινομική ιστορία της κάθε μικρής ομάδας. Η ταξινόμηση είναι μια πολύπλοκη και άκρως γραφειοκρατική διαδικασία, που όμως θα πρέπει να γίνει από κάποιον.

Καλή περιήγηση! Εύκολα θα μπείτε, αλλά δύσκολα θα βγείτε!

Μερικά άρθρα ήταν τόσο ενδιαφέροντα ώστε τα μετέφρασα και τα δημοσίευσα στο δικό μου ιστολόγιο όπως αυτο για τους
ποδοστημονίδες,
μία οικογένεια υδρόβιων φυτών με πολλά μέλη που δεν έχουν διακριτούς βλαστούς, ρίζες και φύλλα, το
μικρομάλθο,
ένα ξυλοφάγο σκαθάρι με υπερβολικά σύνθετο κύκλο ζωής, του οποίο τα αρσενικά τρώνε τη μάνα τους μόλις γεννηθούν, ένα
είδος μύγας που μιμείται τις προνύμφες των μυρμηγκιών για να παίρνει τζάμπα τροφή (μόνο το θηλυκό),
το
ζώο που βρέθηκε στο μεγαλύτερο βάθος
(ένα είδος νηματώδους σκώληκα), και πιο πρόσφατα
για αινιγματικά απολιθώματα χερσαίων οργανισμών της Κάμβριας περιόδου.
Αναμένονται κατά καιρούς να δημοσιεύονται παρομοίως κι άλλα.

μακρύστυλο άνθος κοινής πρίμουλας (Primula vulgaris)

βραχύστυλο άνθος κοινής πρίμουλας

Primula veris

Όλες οι φωτογραφίες από την αγγλική Wikipedia.

Από τα πρώτα αγριολούλουδα της άνοιξης, εξού και το λατινογενές όνομά τους “πρίμουλα”, υποκοριστικό του “prima”, πρώτη. Από εκει προέρχεται και το αγγλικό τους όνομα “primrose”, μέσω του γαλλικού “primerose” από το λατινικό “prima rosa”, δηλαδή πρώτο ρόδο. Το γένος Primula, που ανήκει στην οικογένεια των ηρανθωδών και στην τάξη των ερεικωδών, στην τάξη που περιλαμβάνει επίσης τα
κυκλάμινα
και τα ερείκια, περιέχει περί τα 425 είδη με τεράστια ποικιλομορφία σ’όλο το βόρειο ημισφαίριο, με λίγα στο νότιο. Είναι χαμηλά ποώδη, τα περισσότερα πολυετή, φυτά υγρών και δροσερών κυρίως περιοχών.

Τα περισσότερα φυτά του γένους έχουν ένα ρόδακα πλατιών επιμήκων φύλλων στη βάση από το κέντρο του οποίου βγαίνει ένας ή παραπάνω βλαστοί με το άνθος ή την ταξιανθία. Από τα ποιο κοινά είδη είναι η κοινή πρίμουλα (P. vulgaris), αγγλικά “primrose”, που λανθασμένα οι Βρετανοί συχνά τη λένε αγγλική, έχει όμως τεράστια εξάπλωση και ως τη χώρα μας, μ’ένα άνθος ανά στέλεχος, και η εαρινή ή πολυανθής, αγγλικά cowslip (κοπριά αγελάδας, γιατί φυτρώνει συχνά κοντά), με μια μεγάλη ταξιανθία 10-30 ανθέων ανά στέλεχος. Τα άνθη των προαναφερθέντων ειδών είναι συνήθως κίτρινα, αν και σπάνια μπορούν να βρεθούν και λευκές, ρόδινες και ερυθρές ποικιλίες, ενώ οι καλλιεργημένες μορφές είναι σαφώς πολύ ποικιλομορφότερες. Αναφέρω την αγγλία περισσότερο γιατί εκεί τα φυτά αυτά είναι ιδιαίτερα άφθονα λόγω κρύου και βροχερού κλίματος, και ως εκ τούτου από εκεί ξεκίνησε η συστηματική επιλεκτική αναπαραγωγή και καλλιέργειά τους. Από εκεί πρωτοπαρήχθησαν πολύχρωμες, διπλές, και μακρότερης ανθοφορίας ποικιλίες. Ομοίως και με τους πανσέδες που εξευγενίστηκαν εκεί, κι αυτό μάλιστα καταγράφεται απ’το Δαρβίνο. Στην Ελλάδα οι πανσέδες ευδοκιμούν καλά το φθινόπωρο, το χειμώνα και την άνοιξη, όμως το καλοκαίρι δυσανασχετούν. Το ίδιο και οι πρίμουλες, οι οποίες όμως και στη φύση έχουν τελειώσει την ανθοφορία τους πολύ πριν το καλοκαίρι, κι έτσι δεν υπάρχει διακοπή εκείνη την εποχή.

Για να καλλιεργηθούν χρειάζονται ημισκιερό ή σκιερό περιβάλλον με υγρασία και τακτικό πότισμα. Πολλαπλασιάζονται με σπόρο, ο οποίος είναι υπερβολικά λεπτός και θα πρέπει να σπαρεί σε προστατευμένο περιβάλλον με υγρασία και υγρο χώμα, καλύτερα μείγμα κοινού χώματος, άμμου και τύρφης κατά ίσα μέρη. Εάν αφεθούν μόνες τους θα εξαπλώνονται περισσότερο κάθε χρονιά από τους σπόρους που πέφτουν. Τα μονοετ΄΄η είδη θα χρειαστούν σπορά ή φύτευση νέων φυτών κάθε χρόνο. Μπορούν να προσβληθούν από αφίδες και μύκητες σε υγρές κλειστές συνθήκες.

Τα άνθη της πρίμουλας επίσης τρώγονται σε σαλάτες, γλυκά και χρησιμοποιούνται για την παρασκευή μαρμελάδων και οινοπνευματωδών ποτών. Τα φύλλα της τρώγονται ως λαχανικό, κυρίως στην Ισπανία.

Γιατί όμως λουλούδι του Δαρβίνου; Διότι έχει εξελιχθεί κατά έναν ιδιαίτερο τρόπο, που μελέτησε εκτενώς ο Δαρβίνος κι ενίσχυσε τη θεωρία του. Η πρίμουλες έχουν δύο ειδών άνθη. Το ένα έχει ψηλό στύλο που εξέχει σαν καρφίτσα και κοντούς στήμονες (μακρύστυλο), ενώ το άλλο έχει το αντίθετο, κοντό στύλο και ψηλούς στήμονες (βραχύστυλο). Αυτή η διαφορά ονομάζεται ετεροστυλία, και η παραγωγή κάθε παραλλαγής είναι χαρακτηριστικό του κάθε φυτού, ένα φυτό δηλαδή θα παράγει μόνο άνθη της μίας των δύο παραλλαγών. Αυτό κέντρισε την περιέργεια του Δαρβίνου, ο οποίος το μελέτησε περαιτέρω. Αρχικά θεώρησε πως αυτό είναι ο πρόδρομος της εξέλιξης σε δίοικο φυτό, δηλαδή τα κοντότερα όργανα κάθε άνθους ίσως ήταν εκφυλισμένα και κάποτε θα έπαυαν να λειτουργούν, ώστε το είδος να μείνει με δύο ξεχωριστά φύλλα, για ν’αποφεύγεται η αυτογονιμοποίηση, επιζήμια για τη γενετική ποικιλομορφία. Ανακάλυψε όμως κάτι εκπληκτικότερο, που κι αυτό εξελίχθηκε για τη διατήρηση της γενετικής ποικιλομορφίας. Παρατήρησε ότι όχι μόνο η αυτογονιμοποίηση ενός άνθους ήταν αδύνατη, αλλά και οι προσπάθειες γονιμοποίησης μεταξύ ανθέων της ίδιας μορφής σε διαφορετικά φυτά αποτύγχαναν. Απεναντίας οι γονιμοποιήσεις μεταξύ φυτών με τις διαφορετικές ανθικές παραλλαγές ήταν επιτυχημένες. Έτσι έφτασε στο συμπέρασμα ότι η πρίμουλα έχει εξελίξει έναν μοναδικό τρόπο διατήρησης της γενετικής ποικιλομορφίας, πάνω στην οποία μπορεί έπειτα να δράσει η φυσική επιλογή. Τα άνθη θα πρέπει υποχρεωτικά να γονιμοποιηθούν από φυτό της άλλης παραλλαγής, κι έτσι είναι αδύνατο να γονιμοποιήσουν τον εαυτό τους ή γειτονικό άνθος στο ίδιο φυτό. Εάν το καλοσκεφτούμε, είναι σαν νά’χουμε τέσσερα ξεχωριστά φύλα. Το ίδιο χαρακτηριστικό έχει εξελιχθει ανεξάρτητα και σ’άλλες οικογένειες ανθοφορων φυτών.

Πέρα από το επιστημονικό ενδιαφέρον του Δαρβίνου, όλη η οικογένεια φαίνεται να είχε αγάπη προς αυτά τα λουλούδια. Τα παιδιά του Δαρβίνου αρέσκονταν να φτιάχνουν περιδέρεα μ’αυτά, πλέκοντας μεταξύ τους τους στύλους της μακρύστυλης παραλλαγής.

Όσον αφορά τον τρόπο κληρονομικότητας των ανθικών παραλλαγών, ακόμα δεν έχω βρει τίποτα.

Πηγές:
Ελληνικά:
πρίμουλα: πληροφορίες
καλλιέργεια μονοετών ποικιλιών πρίμουλας
Αγγλικά:
καλλιέργεια πριμουλας: της κοινής πολυετούς
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για το είδος Primula vulgaris
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για το είδος Primula veris

Huperzia selago: χερσαίο ευρωπαϊκό είδος.

Lycopodium clavatum: είδος του βόρειου ημισφαιρίου με ευρεία εξάπλωση.

Lycopodiella cernua: παντροπικό είδος που συναντάται και στην Αυστραλία.

Huperzia phlegmaria: επιφυτικό είδος με εξάπλωση από την Αφρική και τη Μαδαγασκάρη έως τα νησιά του Ινδικού και του Ειρηνικού, τροπικές αλλά κι εύκρατες περιοχές της Ασίας ως την Κίνα, την Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία.

Όλες οι φωτογραφίες προέρχονται από τ’αντίστοιχα άρθρα της αγγλικής Wikipedia.

Συνεχίζοντας λοιπόν με τα άρθρα που αφορούν τα φυτά, φτάνω τώρα σε μια πανάρχαια και ενδιαφέρουσα ομάδα, τα λυκόφυτα. Είναι πιστεύω από τις πιο άγνωστες ομάδες φυτών, και σίγουρο είναι ότι μερικοί αναγνώστες πρώτοι φορά διαβάζουν αυτή τη λέξη. Για τους συγκεκριμένους, έχω να πω ότι τα λυκόφυτα δεν έχουν καμία σχέση με το παρασιτικό φυτό λύκος. Ο λόγος για τον οποίο υπέπεσαν στην αφάνεια είναι προφανής: παντού και πάντοτε τα είδη ανταγωνίζονταν το ένα τ’άλλο και νικούσαν τα καλύτερα προσαρμοσμένα. Έτσι σήμερα έχουμε σ’όλο τον κόσμο εξαπλωμένα τα σχετικά πρόσφατα, ποικιλόμορφα, ευμετάβλητα και ταχέως εξελισσόμενα αγγειόσπερμα ή ανθοφόρα φυτά, ενώ οι περισσότερες των πρότερων ομάδων πάλι επιββίωσαν, άλλες ακμαίες αλλά κάπως πιο περιορισμένες, όπως τα κωνοφόρα, άλλες φθίνουσες σε κατάπτωση, όπως το
γίνκγο,
κι άλλες εκτοπισμένες σε εξειδικευμένα περιβάλλοντα κι επιτυχημένες εκεί, όπως οι φτέρες. Οι τελευταίες, μαζί με περισσότερο ή πολύ λιγότερο συγγενικά φυτά, ανήκουν στην ανεπίσημη ομάδα των κρυπτόγαμων, φυτά με αφανή αναπαραγωγικά όργανα σε ανεξάρτητα γαμετόφυτα που χρειάζονται νερό για τη γονιμοποίηση, που λόγω αυτού του χαρακτηριστικού όλα μπαίνουν σ’ένα τσουβάλι, στις φτέρες και τους συγγενείς τους, όμως το πράγμα δεν είναι έτσι. Το χαρακτηριστικό αυτό είναι προγονικό για όλα τα φυτά, και δεν τό’χει μόνο ια ομάδα των πτεριδοφύτων. Τέτοια φυτά είναι σήμερα περιορισμένα κυρίως σε υγρές και πολλές φορές σκιερές τοποθεσίες, όπου παραμένουν επιτυχημένα, ενώ όσα λιγα ζουν σε συνήθεις περιοχές μαζί με τα “κανονικά” φυτά είναι ανθεκτικότατα και πολύ ανταγωνιστικά.

Τα λυκόφυτα είναι μια τέτοια ομάδα που δε μπορούμε να την πούμε αποτυχημένη, αφού έχει μεγάλο αριθμό ειδών (περίπου 1200) και παγκόσμια εξάπλωση, από τις αρκτικές περιοχές έως την τροπική ζώνη. Τα περισσότερα ζουν σε υγρές και σκιερές τοποθεσίες δασών ή επιφυτικά πάνω σ’άλλα δέντρα, άλλα όμως ζουν σε ψηλά βουνά και απροσπέλαστες βραχώδεις περιοχές. Η ομάδα είναι πανάρχαια με τα πρώτα απολιθώματα στο Σιλούριο πριν περίπου 428 εκατομμύρια χρόνια, και θεωρείται ότι είναι αδερφική ομάδα προς όλα τα υπόλοιπα αγγειώδη φυτά, δηλαδή τα λυκόφυτα και οι πρώτοι πρόγονοι των υπολοίπων μοιράζονται έναν άμεσο προηγούμενο κοινό πρόγονο. Χαρακτηρίζω τα λυκόφυτα ενδιαφέροντα, αφού έχουν εξελίξει, πέρα από τους βλαστούς και τα σποριαγγεία που ειχαν κληρονομήσει απ’τον ίδιο κοινό πρόγονο, όλα τ’άλλα μέρη ανεξάρτητα από τα υπόλοιπα αγγειώδη φυτά, όπως τις ρίζες ή τους κώνους. Μάλιστα στη λιθανθρακοφόρο κάποιες ομάδες τους έφτασαν στο σημείο να έχουν εξελίξει κάτι πολύ κοντά στο σπόρο, κάτι που αν τελειοποιούταν θα επέτρεπε την εξάπλλωσή τους και σε πιο ξηρά μέρη, όμως τελικά απέτυχαν και παρέμειναν στις θέσεις που ζουν και σήμερα.

Εδώ όμως έχω να παραθέσω ένα άρθρο για την καλλιέργειά τους, ένα πραγματικό διαδικτυακό θησαυρό, μιας και πουθενά αλλού δεν έχω βρει τόσο μεγάλο κι ολοκληρωμένο άρθρο για την καλλιέργεια αυτών των φυτών. Κι αυτό επειδή τα φυτά αυτά είναι εξαιρετικά σπάνια σε καλλιέργεια, με πιο κοινά ας πούμε λίγα τροπικά είδη του γένους Selaginella, που πάλι όμως προσπαθώντας να βρω κανένα αντιπροσωπευτικό είδος για τη συλλογή μου βρήκα μόνο άτομα να μου λένε ότι είναι πολύ δυσεύρετα. Το άρθρο αυτό όμως δεν πραγματεύεται τις σελαγινέλες, αλλά τα πιο αρχαία λυκοποδιοειδή λυκόφυτα. Αφορά Αυστραλιανά είδη, όμως τα ίδια θα ίσχυαν και γι’αυτά του Βορείου Ημισφαιρίου, εκτός του ότι τα δικά μας είδη είναι πολύ ανθεκτικότερα στο κρύο, κάτι όμως που δεν τα κάνει καθόλου ευκολότερα στην καλλιέργεια. Μερικά από τα βόρεια είδη που δε θ’αναφερθούν στο άρθρο είναι το ας πούμε κάπως κοινότερο στη χώρα μας Lycopodium Clavatum, το L. obscurum, το L. anotinum, η Huperzia selago, η H. lucidula της Αμερικής, η Lycopodiella innundata, κ.ά. Η πηγή του
προτότυπου άρθρου
είναι η σελίδα των Αυστραλιανών Εθνικών Βοτανικών Κήπων, χρησιμότατη με πληροφορίες καλλιέργειας πολλών αυστραλιανών ειδών, όπου θα βρείτε πολλά ιδιαίτερα κι ενδιαφέροντα φυτά.

Μετάφραση: Bolko

Χουπέρζιες και λυκοπόδια

Του Joe McAuliffe

Οι χουπέρζιες (αγγλικά θυσσανώδεις φτέρες (tassel ferns)) και τα λυκοπόδια (αγγλικά ροπαλωτά βρύα (clubmosses)) είναι μια ομάδα συγγενών της φτέρης, τα οποία, μέσω απολιθωμάτων χρονολογούνται πίσω στη Λιθανθρακοφόρο περίοδο. Ανήκουν στην οικογένεια των λυκοποδιδών (lycopodiaceae) η οποία είναι διαιρεμένη σε τέσσερα γένη.

Λυκοπόδιο (Lycopodium) – χερσαία, έρποντα στην επιφάνεια ή αναρρηχόμενα φυτά. Ένα γένος 40 ειδών ευραίως εξαπλωμένο σε εύκρατες και τροπικές περιοχές. 4 είδη (L. scariosum, L. fastigatum, L. volubile, και L. deuterodensum) συναντώνται στην Αυστραλία.
Λυκοποδιίδιο (Lycopodiella) – χερσαία, έρποντα φυτά. Ένα γένος περίπου 40 ειδών ευραίως εξαπλωμένο σε υγρές εύκρατες και τροπικές περιοχές του κόσμου, αλλ’ιδιαίτερα ποικίλο στη Αμερική. 5 είδη (l. cernua, L. limosa, L. serpentina, L. diffusa, και L. lateralis) συναντώνται στην Αυστραλία.
Φυλλόγλωσσο (Phylloglossum) – μικρά χερσαία φυτά με υπόγειο κόνδυλο. Ένα μονοτυπικό γένος ενδημικό της Νότιας Αυστραλίας και της Νέας Ζηλανδίας. 1 είδος (F. drummondii) συναντάται στην Αυστραλία.
Χουπέρζια (Huperzia) – λιθοφυτικά ή επιφυτικά φυτά. Ένα γένος περισσότερων των 200 ειδών που συναντώνται από τους τροπικούς έως τις αρκτικές και υποανταρκτικές ζώνες, και από το επίπεδο της θάλασσας έως αλπικά περιβάλλοντα. 12 είδη (H. filiformis, H. cerrata, H. australiana, H. dalhousina, H. squarosa, H. marsupiformis, H. varia, H. phlegmaria, H. phlegmarioides, H. lockyeri, H. carinata, και H. prolifera) συναντώνται στην Αυστραλία.

Η οικογένεια των λυκοποδιδών αποτελείται από χερσαία ειδη και από μια μοναδική ομάδα επιφύτων που κοινώς λέγονται θυσσανώδεις φτέρες. Η χερσαία ομάδα αναπτύσσεται σε ποικιλία καταστάσεων περιλαμβανομένων υγρών άγονων εδαφών μέσα και γύρω από βάλτους και βαθουλώματα. Μερικά δημιουργούν έρπουσες αποικίες σε χωμάτινες όχθες κι άλλα βρίσκονται σε αλπικά και υποαλπικά περιβάλλοντα.

Η επιφυτική ομάδα συνήθως συναντάται να φύεται σε φυτά (επίφυτα), βράχους (λιθόφυτα), και περιστασιακά βρίσκονται να φύονται σε χερσαία περιβάλλοντα. Συνήθως βρίσκονται να φύονται σε υγρά δάση και τροπικά δάση σε μεγάλα υψόμετρα μέσα και ανάμεσα σε βρύα και άλλα επίφυτα.

Καλλιέργεια της χερσαίας ομάδας
Γένη: Lycopodium, Lycopodiella, και Phylloglossum.
Τα περισσότερα από τα χερσαία είδη γενικά μισούν την ενόχληση στη ζώνη των ριζών. Συνήθως είναι αργά στον εγκλιματτισμό και αποδεικνύονται να είναι δύσκολα στη διατήρηση για οποιονδήποτε χρόνο σε καλλιέργεια. Κάποια από τα δύσκολα είδη περιλαμβάνουν το Lycopodium deuterodensum, το Lycopodium scariosum και τη Lycopodiella limosa. Αυτά τα φυτά αναπτύσσονται με μια μυκοριζική σχέση, η οποία είναι δύσκολο να προσομοιωθεί. Όντας τόσο ποικίλη ομάδα έχουν ποικιλία στις εδαφικές τους απαιτήσεις. Τα περισσότερα είδη τείνουν να προτιμούν καλά αποστραγκιζόμενα, ελαφρώς όξινα εδάφη. Αυτό μπορεί να προσαρμοστεί στα μέσα φύτευσης και μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε μέσα βασισμένα στο χώμα είτε όχι. Συνήθη συστατικά μέσων περιλαμβάνουν κομποστοποιημένο φλοιό πεύκου διαφόρων βαθμών κι επεξεργασιών, αμμώδεις πηλούς, τύρφη ή υποκατάστατα της τύρφης όπως κόιρ (ίνα καρύδας), τραχιά άμμο, χαλίκια διάφορων περιγραφών και μέσα πολλαπλασιασμού όπως περλίτης ή βερμικουλίτης όλα μπορούν να χρησιμοποιηθούν. Γενικά τα φυτά ανταποκρίνονται καλά στο φυσικό τους έδαφος ή ένα παρόμοιας δομής αν χρησιμοποιείται ως το μεγαλύτερο μέρος των μέσων. Παράγοντες ειδικοί ανάλογα με το είδος όπως η υγρασία του εδάφους ή τα επίπεδα βροχόπτωσης θα πρέπει να επηρεάσουν άλλα συστατικά του μέσου, για παράδειγμα είδη που ζουν σε όχθες βάλτων θα χρειαστούν ένα μέσο με μεγαλύτερη ικανότητα κατακράτησης νερού από αυτά που ζουν σε εποχιακά ξερό θαμνότοπο.
Τα φυτά γενικά χρειάζονται σταθερή παροχή νερού και πολλοί καλλιεργητές χρησιμοποιούν ρηχά σκεύη κάτω από τις γλάστρες για να προλάβουν την ξήρανση των φυτών. Χαμηλά επίπεδα θρεπτικών συστατικών είναι σύνηθες στο φυσικό τους περιβάλλον κι αυτό θα πρέπει ν’αντανακλάται στην επιλλογή μέσων φύτευσης και λιπασμάτων. Συνήθως δεν προστίθενται λιπάσματα στα μείγματα φύτευσης αλλά η χρήση καλά χωνεμένης κοπριάς αγελάδας είναι μερικές φορές ωφέλιμη. Τα φυτά θα ωφεληθούν από περιοδική λίπανση με ιχθυογαλάκτωμα ή εκχυλίσματα φυκών σε χαμηλά επίπεδα. Προτιμάται υψηλό προς μέτριο εππίπεδο φωτός. Τα φυτά μπορούν ν’αντέξουν τον καυτό ήλιο και τις ζεστές συνθήκες αν έχουν εγκλιματιστεί. Τα νεαρά φυτά ωστόσο θα πρέπει να περάσουν μία περίοδο προσαρμογής πριν εκτεθούν σε ακραίες συνθήκες. Τα αδύναμα φυτά συχνά προσβάλλονται από κοκκοειδή. Άλλα καταστροφικά ζώα περιλαμβάνουν σαλιγκάρια, γυμνοσάλιαγκες και ψαλίδες.
Τα χερσαία φυτά μπορούν συχνά να διαιρεθούν. Εντούτοις, τα φυτά γενικά μισούν την ενόχληση κι όταν εγκλιματιστούν δε θα πρέπει να ενοχλούνται. Καταβολάδες κορυφών και μοσχεύματα μπορούν ν’αναπαράγουν κάποια έρποντα είδη όπως τη Lycopodiella cernua.

Καλλιέργεια της επιφυτικής ομάδας
Γένος: Huperzia.
Οι χουπέρζιες είναι σχετικά εύκολες στην καλλιέργεια, γίνονται ελκυστικά φυτά και οι σκληρότερες ποικιλίες μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε μεγάλη ποικιλία καταστάσεων και συνθηκών καλλιέργειας.
Οι χουπέρζιες αναπτύσσονται καλά σε τραχύ μείγμα φύτευσης για επίφυτα. Θα πρέπει να είναι καλά αποστραγκιζόμενο, να παρέχει αρκετό αερισμό και να έχει καλή κατακρατητική ικανότητα σε υγρασία. Υλικάόπως τύρφη, κόιρ (ίνα καρύδας), οσμούντα (ίνα δενδρώδους φτέρης), φλοιός πεύκου, πριονίδι κόκκινου ευκαλύπτου, κάρβουνο, Oasis®, φελλός και σκορία μπορούν να συνδυαστούν κατά διαφορετικούς τρόπους ώστε να κάνουν ένα κατάλληλο μέσο καλλιέργειας. Συστατικά που είναι επιρρεπεί σε γρήγορη αποσύνθεση θα πρέπει να χρησιμοποιούνται λίγο. Παλιά μείγματα με συστατικά τύρφη και σφάγνο γίνονται υπερβολικά λεπτά και λασπώδη και θα χρειαστούν είτε τακτική ατικατάσταση είτε το χέρι ενός προσεκτικού ποτιστή. Θήλακες αέρος, που δημιουργούνται από τα μεγάλα, τραχιά σωματίδια του μείγματος έλκουν μεγάλη ριζική ανάπτυξη.
Πολλές χουπέρζιες καλλιεργούνται σε εκπληκτικές επιδείξεις σε κρεμαστά καλάθια. Πολλοί καλλιεργητές αναφέρουν βλάβη των βλαστών απ’το γαλβανισμένο σύρμα. Για να αποφευχθεί αυτό, μπορεί να χρησιμοποιηθεί σύρμα επενδεδυμένο με πλαστικό. Με το χρόνο, μερικά φυτά γίνονται μεγάλα και αρκετά βαριά, και η επιλογή υλικών και σημείων κρεμάσματος θα πρέπει να γίνεται με προσοχή.
Οι χουπέρζιες απολαμβάνουν αρκετό νερό. Σε ζεστές συνθήκες θα πρέπει να ποτίζονται καθημερινά. Σε εύκρατες περιοχές όπως στην Καμπέρα, συνήθως καλλιεργούνται σε θερμοκήπια, αλλά μπορούν να καλλιεργηθούν σε ποικιλία άλλων καταστάσεων. Οι Αυστραλιανοί Εθνικοί Βοτανικοί Κήποι μπόρεσαν να καλλιεργήσουν χουπέρζιες σε εξωτερικές συνθήκες όλο το χρόνο, αρκεί τα φυτά να έχουν επαρκή προστασία απ’την παγωνιά. Σε δροσερότερα κλίματα είναι σημαντικό να μειώσετε τη συχνότητα ποτίσματος κατά το χειμώνα. Αυτό θα βοηθήσει στην αποφυγή εμφάνισης σήψης των βλαστών ή των φύλλων. Η εφαρμογή ελαφριών διαλυμάτων λιπάσματος όπως ιχθυογαλάκτωμα ή εκχύλισμα φυκών ανά τακτά χρονικά διαστήματα είναι ιδιαίτερα χρήσιμη.
Οι χουπέρζιες χρειάζονται καλό φως για την ανάπτυξη, αλλά θα πρέπει να προστατευθούν από τον απευθείας ήλιο. Φυτά που καλλιεργούνται σε πολύ έντονο φως αποκτούν μια ξεθοριασμένη εμφάνιση, και επιπλέον σκιά θα πρέπει να παρασχεθεί σε φυτά που αποκτούν τέτοια εμφάνιση. Η υγρασία είναι σημαντική και τα φυτά θα πρέπει να τοποθετηθούν ανάλογα με τις ιδιαίτερες ανάγκες τους. Η ελεύθερη κι ανεμπόδιστη κίνηση του αέρος είναι ζωτική. Οι κλειστές συνθήκες γρήγορα αποβαίνουν μοιραίες για τις χουπέρζιες και συχνά σχετίζονται με επιθέσεις ζώων. Κοινές επιθέσεις ζώων είναι σχεδόν πάντοτε από κοκκοειδή, συγκεκριμένα του κοκκοειδούς της φτέρης. Οι προσβολές προκαλούν κιτρίνισμα των ιστών και μπορεί να οδηγήσουν στο θάνατο βλαστών ή ολόκληρου του φυτού. Τα σαλιγκάρια και οι γυμνοσάλιαγκες συχνά τρώνε τις άκρες των νέων βλαστών.
Μπορεί να χρησιμοποιηθεί ποικιλία πολλαπλασιαστικών μεθόδων περιλαμβανομένης της καλλιέργειας ιστού, της διαίρεσεις, της εναέριας ανάπτυξης, των καταβολάδων και του πολλαπλασιασμού με βλαστό που θα συζητηθεί παρακάτω.

Πολλαπλασιασμός με βλαστό
Κάποιες επιφυτικές χουπέρζιες και λίγα χερσαία είδη μπορούν να πολλαπλασιαστούν με μια τεχνική που λέγεται πολλαπλασιασμός με βλαστό. Είναι μια τροποποιημένη τεχνική καταβολάδας μοσχεύματος τεράστιας χρησιμότητας για τον πολλαπλασιασμό ενός αριθμού ειδών. Από το αρχικό φυτό αφαιρούνται κορυφαία τμήματα μήκους 5-15 εκατοστών και πλαγιάζονται οριζόντια πάνω σε τυπικά μέσα πολλαπλασιασμού. Και οι δύο άκρες του μοσχεύματος καλύπτονται με μέσο, αφήνοντας εκτεθημένη τη μέση του βλαστού. Αυτά διατηρούνται νοτισμένα, υγρά και ζεστά (και κάποιοι καλλιεργητές χρησιμοποιούν ενυδρεία ή τερράρια). Μετά από μια περίοδο 6-15 μηνών η ανάπτυξη της κορυφής βγαίνει από το μέσο πολλαπλασιασμού.
Τα νεαρά φυτά θα πρέπει να αφεθούν ανενόχλητα μέχρρι να μεγαλώσουν περίπου 5 εκατοστά ψηλά ή περισσότερο, πριν μεταφυτευθούν προσεκτικά σ’ένα κατάλληλο επιφυτικό μείγμα. Σύντομα μπορεί ν’ακολουθήσουν πολυάριθμοί βασικοί βλαστοί. Πρόσφατα φυτεμένα φυτά θα πρέπει ν’αφεθούν να εγκλιματιστούν πριν επιπλέον ενόχληση ή μετακίνηση από τις άριστες συνθήκες καλλιέργειας.
Ο χρόνος παραγωγής ποικίλει ανάλογα με το είδος, αλλά μικρά πωλήσιμα φυτά αποκτώνται 1-2 χρόνια μετά τον πολλαπλασιασμό. Η απόκτηση μεγαλύτερων ατόμων θα απαιτήσει αρκετά χρόνια φροντίδας, αλλ’αξίζει τον κόπο.

Αναφορές

Jones, D L, Encyclopaedia of ferns : an introduction to ferns, their structure, biology, economic importance, cultivation and propagation, Port Melbourne : Lothian, 1987.
Flora of Australia. Volume 48, Ferns, gymnosperms and allied groups.
Canberra : Australian Biological Resources Study, CSIRO Australia, 1998.

Αυστραλιανοί Εθνικοί Βοτανικοί Κήποι καλλλιεργώντας, μελετώντας και προωθώντας τη χλωρίδα της Αυστραλίας.

Τελευταία ενημέρωση Δευτέρα, 25 Ιουλίου, 2011

Άρκευθοι

Άρκευθος είδους Juniperus oxycedrus σε ξερή περιοχή τον Αύγουστο του 2011.

Γειτονικό φυτό του ίδιου είδους με κώνους.

Πρόκειται για τα πολύ γνωστά μικρά αγκαθωτά κωνοφόρα που φυτρώνουν σ’όλη την Ελλάδα. Λέγονται και κέδροι, κέδρα, κεδρόνια, ή γιουνίπεροι από το λατινικό όνομα του γένους τους “Juniperus”. Δε θα πρέπει να συγχέονται ωστόσο με τους μεγάλους κέδρους (γένους Cedrus), δέντρα της οικογένειας των πευκιδών, μάλλον όμως οι τελευταίοι πήραν τ’όνομά τους με πρότυπο τους πιο γνωστούς στους Αρχαίους Έλληνες κέδρους, δηλαδή τις αρκεύθους.

Οι άρκευθοι είναι γένος 60 περίπου ειδών κυπαρισσοειδών δέντρων ή θάμνων με τεράστια εξάπλωση στο Βόρειο ημισφαίριο. Εδώ στην Ελλάδα έχουμε 6 περίπου είδη, με δύο τα πιο γνωστά για τα οποία θα μιλήσω εκτενέστερα παρακάτω.

Το ένα είναι η κοινή άρκευθος (Juniperus communis). Είναι το ξυλώδες φυτό με τη μεγαλύτερη εξάπλωση, από την Ασία έως τη Βόρεια Αμερική, στις ηπείρους αυτές από τον Αρκτικό κύκλο έως και τον 30ο παράλληλο. Στην Ελλάδα συναντάται στην Ήπειρο, τη Μακεδονία και τη Θεσσαλία. Η μορφή του ποικίλει από θάμνο 2-3 μέτρων έως μικρό δέντρο 10 μέτρων. Έχει τα βελονοειδή φύλλα του κατά σπονδύλους των τριών, με μια λευκή στοματική γραμμή στην πάνω ή μέσα πλευρά τους. Είναι δίοικο φυτό, με αρσενικούς και θηλυκούς κώνους σε διαφορετικά φυτά. Οι αρσενικοί κώνοι είναι αφανείς 2-3 χιλιοστών και βγαίνουν νωρίς την άνοιξη. Όπως με τα περισσότερα κωνοφόρα, η επικονίαση γίνεται με τον άνεμο. Οι θηλυκοί κώνοι είναι αρχικά πράσινοι κι ωριμάζουν σε 18 μήνες σε σκούρους ιώδεις μαύρους σφαιρικούς καλυμμένους με γυαλιστερό κηρώδες επίχρισμα διαμέτρου 4-12 χιλ. Εξωτερικά μοιάζουν με καρπούς, στην πραγματικότητα όμως πρόκειται για κυπαρισσοειδεις κώνους με συνενωμένα και σαρκώδη λέπια. Συνήθως αποτελούνται από έναν σπόνδυλων τριών λεπιών, μπορεί όμως και από δύο, το καθένα μ’ένα σπέρμα, το οποίο διασπείρεται με τα πουλιά που τρώνε τους κώνους και το αφοδεύουν κάπου αλλού, όπως και στα υπόλοιπα είδη του γένους. Το είδος έχει τεράστια ποικιλομορφία σ’όλη την αχανή εξάπλωσή του και ο διαχωρισμός σε ποικιλίες συχνά είναι δύσκολος. Παρόλα αυτά έχουν αναγνωριστει δύο υποείδη: ο J. c. communis στις περισσότερες περιοχές, ψηλότερος με φύλλα μακρύτερα από τους κώνους, και ο J. c. alpina ή αλπική κοινή άρκευθος, που φυτρώνει σε ψηλά βουνά ή πολύ βόρειες περιοχές και είναι χαμηλός θάμνος με κώνους μεγαλύτερους απ’τα φύλλα του.

Το άλλο είδος είναι η κατά πολύ κοινότερη στην Ελλάδα οξύκεδρος άρκευθος (Juniperus oxycedrus). Φύεται σ’όλη τη λεκάνη της Μεσογείου, σε υψόμετρα από το επίπεδο της θάλασσας έως και τα 1600 μέτρα. Κι αυτό το φυτό παρουσιάζει μεγάλη ποικιλία στη μορφή, και μπορεί να είναι κοντός θάμνος 2-3 μέτρων ή και χαμηλότερος έως και δέντρο των 10-15 μέτρων. Έχει πολύ πυκνή διακλάδωση με πολλά λεπτά κλαδιά και έντονα οξέα φύλλα, τα οποία έχουν δύο λευκές στοματικές γραμμές στη μέσα ή πάνω πλευρά τους. Κι αυτό το είδος είναι δίοικο, με τους αρσενικούς κώνους των 2-3 χιλ. αργά το χειμώνα-νωρίς την άνοιξη, που πέφτουν αμέσως μόλις ρίξουν τη γύρη, και τους θηλυκούς που είναι αρχικά πράσινοι και ωριμάζουν σε 18 μήνες σε πορτοκαλοκόκκινους καλυμμένους με γυαλιστερό κηρώδες επίχρισμα διαμέτρου 7-12 χιλιοστών με τα λέπια ανά 1 ή 2 σπονδύλους των τριών, μόνο όμως τα τρία γόνιμα μ’ένα σπόρο. Το ρετσίνι και το ξύλο είναι αρωματικά.

Άλλα είδη που μπορούν να βρεθούν σπανιότερα στην Ελλάδα είναι η νάνα άρκευθος (J. nana) στο Άγιο Όρος και στον Παρνασσό, η κάκοσμη άρκευθος (J. foetidissima), η φοινικική (J. phoenicea), η μακρόκαρπος (J. macrocarpa (με ύψος τα 10μ)) και η υψικάρινος (J. excelsa (με ύψος έως και τα 25 μ. κατ’εξαιρεσιν)). Δεν είναι όλες οι άρκευθοι παρόμοιες με τα δύο κοινά είδη. Το φύλλωμα πολλών για παράδειγμα ακολουθεί το γενικό χαρακτηριστικό των κυπαρισσιδών με βελονοειδή φύλλα σε νεαρή ηλικία, που αργότερα γίνονται λεπιοειδή. Οι κώνοι ωστόσο έχουν παρόμοια δομή και μορφολογία σ’όλα τα είδη.

Τα φυτά του γένους είναι συμμετρικά, πυκνά και συμπαγή, και γι’αυτό χρησιμοποιούνται εκτενώς ως καλλωπιστικά. Τα μόνα αρνητικά που τους βρίσκω είναι η αργή τους ανάπτυξη, που θα είναι πρόβλημα εάν φυτευθούν κάπου που θα χρειαστεί φυτό που πρέπει να μεγαλώσει γρήγορα, και η εχθρική τους αγκαθωτή υφή. Από τα κοινότερα είδη που καλλιεργούνται είναι τα δύο παραπάνω της Ελλάδας, αλλά και αμερικανικά όπως ο J. virginiana και ασιατικά όπως ο J. chinensis. Γενικά τα περισσότερα είδη αντέχουν και ευδοκιμούν στη ζέστη και ξηρασία το καλοκαίρι και στο πολύ κρύο το χειμώνα, και δεν προσβάλλονται εύκολα από ασθένειες. Φυτεύονται σε κήπους, σε σειρές ως πυκνοί μικρού προς μεσαίου μεγέθους φράκτες, και σε δοχεία, όπου αναπτύσσονται πολύ καλά. Είναι επίσης τα καταλληλότερα κωνοφόρα για
μπονσάι,
λόγω του πυκνού τους σχήματος, των πολλών κλαδιών τους με το μικρό φύλλωμα, και της αργής τους ανάπτυξης.
Οι κώνοι έχουν έντονη πικάντικη κι ελαφρώς πικρή γεύση και χρησιμοποιιούνται ως καρίκευμα σε οινοπνευματώδη ποτά όπως στο τζιν και σε σάλτσες, όπου λανθασμένα αποκαλούνται καρποί κέδρου (juniper berries). Το ξύλο των φυτών αυτών είναι εύκολο στην κατεργασία, εξαιρετικά ανθεκτικό στους μύκητες και στα έντομα, κι αρωματικό σε μερικά είδη. Τα περισσότερα είδη είναι πολύ μικρά για να δώσουν ξυλεία μεγάλης ποσότητας, έτσι το ξύλο τους χρησιμοποιείται κυρίως στην κατασκευή μικρών αντικειμένων, όπως μολυβιών κι εργαλείων, μερικά είδη ωστόσο όπως ο J. macrocarpa που φτάνουν τα 10 μέτρα δίνουν αρκετό ξύλο που χρησιμοποιείται στην επιπλοποιία και στις κατασκευές. Μερικά είδη δίνουν αιθέριο έλαιο, με τερπενοειδή κυρίως συστατικά όπως 1 πευκένιο, καδινένιο, καμφένιο, και τερπινεόλη. Θεωρώ το άρωμα αυτών των φυτών από τα καλύτερα των κωνοφόρων. Φαρμακευτικά το φυτό έχει χρησιμοποιηθεί ως διουρητικό και τονωτικό, μεγάλες εντούτοις δόσεις είναι τοξικές.

Η εμπειρία μου μ’αυτά τα φυτά είναι ελάχιστη. Κάποτε πριν περίπου 4 χρόνια είχα πάρει ως δώρο ένα μικρό τέτοιο φυτό πυραμιδοειδές με πολύ μικρά φύλλα αγνώστου είδους, το οποίο όμως ξεράθηκε γρήγορα με την έλευση του καλοκαιριού, μάλλον επειδή το χώμα του στράγκιζε αμέσως όποιο νερό έριχνα. Παλαιότερα ο πατέρας μου είχε πάρει ένα μικρότερο παρόμοιας κατασκευής από ανθοέκθεση που νομίζαμε αρχικά για ελατάκι, το οποίο όμως παρά το καλό περιβάλλον που του είχαμε προσφέρει δεν αναπτυσσόταν σχεδόν καθόλου για 3 χρόνια ώσπου ξεράθηκε. Έχω δει ωστόσο φυτό ακριβώς το ίδιο με τα δύο παραπάνω σε αυλή που ξεπερνούσε το ενάμισι μέτρο, δυστυχώς όμως δε μπορώ να το φωτογραφήσω γι’αναγνώριση.

Τα φυτά των φωτογραφιών είναι από το χωριό μου, τους Πύργους Κοζάνης, όπου βρίσκομαι αυτό το διάστημα. Αυτά όπως και οι περισσότεροι κέδροι που έχω συναντήσει φύονται σε ξερές πλαγιές ή υψώματα. Το έδαφος εκεί αποττελίται απο ασβεστολιθικούς βράχους και αργιλώδες κοκκινόχωμα, και η βλάστηση είναι χαμηλή, κυρίως αγρωστώδη και λοιπά μονοετή που ξεραίνονται το καλοκαίρι. Τα μέρη αυτά εκτίθενται σε ακραίες συνθήκες – το καλοκαίρι υπερβολική ζέστη με ήλιο τη μέρα, αλλά πτώση της θερμοκρασίας τη νύχτα, την άνοιξη και το φθινόπωρο βροχές που όμως στραγκίζουν γρήγορα λόγω ύψους και κλίσης, και το χειμώνα χιόνι και υπερβολική παγωνιά, μπορει και ως τους -20 βαθμούς, χωρίς προστασία. Επίσης δέχονται τον άνεμο χωρίς εμπόδια όλο το χρόνο. Παρόλα αυτά οι άρκευθοι δε δείχνουν κανένα σημάδι ταλαιπωρίας, αλλ’αντίθετα φαίνονται τέλεια προσαρμοσμένοι γι’αυτά τα μέρη. Τα φυτά έχουν διάφορες μορφές – τα περισσότερα είναι σφαιρικοί ή ελαφρώς θάμνοι ανάμεσα στο ένα μέτρο και λίγο πάνω από ενάμισι, μερικοί είναι ψηλότεροι, πιο πυραμιδοειδείς και μπορεί να ξεπερνούν τα δύο ή και δυόμισι μέτρα, ενώ υπάρχουν και κάποιοι κοντοί κι απλωτοί. Έχω μάλιστα βρει κι ένα νέο μικρό φυτο 10 εκατοστών.
Παρόλα αυτά θυμάμαι μια φορά που βρήκα λίγους κέδρους σε πιο υγρη και δασωμένη περιοχή, σ’ένα ανοιχτό μέρος ενός λόφου με δέντρα, βατομουριές και χόρτα στο χωριό, άρα υπάρχουν και σε πιο ήπια περιβάλλοντα, όμως εμφανώς λιγότεροι. Πρόπερσι επίσης στη Βάλια Κάλντα των Γρεβενών που επισκέφθηκα το καλοκαίρι συνάντησα κέδρους στο δάσος μαζί με πεύκα, φυλλλοβόλα, χόρτα και φτέρες, όμως τότε δε γνώριζα τα είδη και μπορεί να ήταν κάποιο άλλο είδος.

Πηγές και ιστοσελίδες:
Ελληνικά:
άρθρο της Βικιπαίδειας
άρκευθοι: πληροφορίες, οικολογία και είδη
η άρκευθος J. excelsa απειλούμενο είδος στη Θάσσο
Αγγλικά:
άρθρο της αγγλιής Wikipedia για το γένος Juniperus
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για την κοινή άρκευθο (J. communis)
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για την οξύκεδρο άρκευθο (J. oxycedrus)

Δάφνη στη Σχολή Τυφλών της Θεσσαλονίκης 14/3/2012. Υπολογίζω το φυτό κοντά στα 5 μέτρα.

Κλαδιά και φύλλωμα του ίδιου φυτού.

Ανθισμένα κλαδιά του ίδιου φυτού 30/3/2012.

Ένα από τα χαρακτηριστικά φυτά σύμβολα της Ελλάδας μαζί με την ελιά και το αμπέλι και ίσως μερικά άλλα, αν κι όχι τόσο σημαντικό όπως τα δύο άλλα, είναι και η πολύ γνωστή μας δάφνη ή δάφνη του Απόλλωνα ή βάγια. Προσωπικά είναι ένας από τους αγαπημένους μου θάμνους, και προβλέπεται σύντομα να προσθέσω μία στη συλλογή μου.

Το επιστημονικό της όνομα είναι “δάφνη η ευγενής (Laurus nobilis)”, ανήκει στην οικογένεια των δαφνιδών και στην τάξη των δαφνωδών. Μπορεί να βρεθεί αυτοφυής σε διάφορα μέρη της λεκάνης της Μεσογείου, και φυσικά στη χώρα μας. Είναι περρισσότερο μικρό δέντρο παρά θάμνος, φτάνοντας το ύψος των 10 μέτρων, ενώ σε σπάνιες περιπτώσεις φτάνει και τα 18 μέτρα. Ο κορμός και τα μεγάλα κλαδιά είναι ισχυρά, κυλινδρικά με σχεδόν λείο φλοιό. Τα κλαδιά του φυτού τείνουν να έχουν όρθια κατεύθυνση. Το φυτό βγάζει συχνά παραφυάδες από τη βάση του, και πολλά άτομα μπορεί νά’χουν πάνω από ένα μεγάλο κορμό. Τα φύλλα είναι πυκνά κι αντίθετα, κοντόμισχα, δερματώδη, λεία και γυαλιστερά, σκουροπράσινου χρώματος, μήκους 6-12 εκ. και πλάτους 2-4 εκ., με οδοντωτό και χαρακτηριστικά κυματιστό όριο, και αρωματικά. Τα άνθη βγαίνουν την άνοιξη ανά ζεύγη πάνω από κάθε φύλο και είναι κιτρινωπά αρωματικά, διαμέτρου ενός εκ., με τα μπουμπούκια πριν ανοίξουν μικρά και στρογγυλά. Το φυτό είναι δίοικο, με τ’αρσενικά και τα θηλυκά άνθη σε διαφορετικά άτομα. Μετά τη γονιμοποίηση στο θηλυκό φυτό σχηματίζονται καρποί δρύπες που ωριμάζουν το φθινόπωρο, ωοειδείς διαμέτρου ενός εκ., μαύρου χρώματος, ελαιώδεις, μ’ένα σπέρμα στη μέση.

Το φυτό καλλιεργείται εύκολα σε μεσογειακά κλίματα, αλλά και σε πιο βροχερά. Ευδοκιμεί καλά στον απευθείας ήλιο αλλά και στην ημισκιά, για παράδειγμα κοντά σε ψηλότερα δέντρα, και δεν έχει πρόβλημα σε οποιοδήποτε υγρό αλλά καλά αποστραγκιζόμενο έδαφος,, προτιμά όμως τα ουδέτερα προς αλκαλικά. Αντέχει στην ξηρασία, αλλ’αντίθετα μ’άλλα μεσογειακά φυτά χρειάζεται περισσότερο νερό. Οι απαιτήσεις του σε λίπανση είναι μέτριες. Αντέχει στο κρύο έως και κάτω από -10 βαθμούς Κελσίου, σε ηυπερβολικές παγωνιές των πολύ ορεινών περιοχών ή στις βορειότερες χώρες όμως μπορεί να καταστραφεί. Για παράδειγμα στο χωριό μου, τους Πύργους της Κοζάνης με υψόμετρο τα 800 μέτρα και ελάχιστη ακραία θερμοκρασία τους -20 βαθμούς, υπάρχουν λίγες δάφνες στο λόφο μιας εκκλησίας (Μεταμόρφωση του Σωτήρος για όσους την ξέρουν), που μένουν όμως κοντές με πολλούς ξερούς βλαστούς και καμένα φύλλα. Ίσως σε τόσο ακραίες θερμοκρασίες να τις προστάτευσε κάπως το χιόνι, που είναι γνωστός μονωτής των φυτών. Σ’εκείνη την περίπτωση το φυτό είναι καλύτερο να καλλιεργείται είτε σε θερμοκήπια είτε σε δοχεία που μεταφέρονται μέσα το χειμώνα. Σε μεγάλες γλάστρες το φυτό ευδοκιμεί καλά και μπορεί να φτάσει με το χρόνο τα 2,5 μέτρα. Στο έδαφος φυτεύεται είτε μοναχικά είτε σε σειρές για τη δημιουργία φρακτών. Συνήθως κλαδεύεται ως κοντό δέντρο με σφαιρική ή ωοειδή κόμη και γυμνό κορμό κάτω χωρίς παραφυάδες, μπορεί ν’αφεθεί όμως και όπως είναι.
Το φυτό μπορεί να πολλαπλασιαστεί με σπόρο, ο οποίος συλλέγεται το φθινώπορο από τους ώριμους καρπούς, πλένεται και φυτεύεται σε υγρή άμμο για περίπου 3-4 μήνες μέχρι να βλαστήσει, και μετά μεταφυτεύεται σε κανονικό χώμα μέχρι να φτάσει ένα καλό μέγεθος για την οριστική του θέσει. Μπορεί επίσης να πολλαπλασιαστεί βλαστητικά με μοσχεύματα ημιώριμου ξύλου αργά το καλοκαίρι-νωρίς το φθινόπωρο, ή ευκολότερα με καταβολάδες που μπορούν π.χ. να γίνουν το φθινόπωρο και ν’αποκοπούν την άνοιξη, ή διαίρεση των παραφυάδων με πριόνι, καλύτερα τις ψυχρότερες εποχές. Η δάφνη είναι φυτό μάλλον αργης ανάπτυξης και θα πάρει κάποια χρόνια μέχρι να φτάσει σ’ένα καλό ύψος.

Τα δαφνόφυλλα χρησιμοποιούνται ως μυρωδικό κυρίως σε όσπρια και σούπες. Μπορούν να συλλεγούν από οποιοδήποτε φυτό οποιαδήποτε εποχή του χρόνου, προτιμότερα όμως είναι τα παλαιότερα φύλλα το καλοκαίρι. Μετά τη συγκομιδή αποξηραίνονται κι έτσι μπορούν να παραμείνουν σε καλή κατάσταση για έναν περίπου χρόνο σ’ένα σκοτεινό, ξερό μέρος με θερμοκρασία δωματίου. Συνήθως μπαίνουν μόνο για γεύση στα φαγητά, και μετά τα φύλλα αφαιρούνται, μην τα καταπιεί κανείς. Σπανιότερα η δάφνη έχει χρησιμοποιηθει κονιορτοποιημένη, και ακόμα σπανιότερα έχουν χρησιμοποιηθεί ως άρτημα οι αποξηραμένοι καρποί, οι οποίοι όμως είναι πολύ ισχυροί και πικροί και τοξικοί σε μεγάλη ποσότητα.

Η οσμή της δάφνης μου φαίνεται πιο γλυκιά απ’άλλα μυρωδικά όπως η ματζουράνα ή το
δεντρολίβανο.
Ίσως μπορώ να πω πως μυρίζει κάπως σαν λάδι ή ευκάλυπτος, με κάποια ιδιαίτερα στοιχεία γι’αυτό το φυτό. Τα φύλλα περιέχουν περίπου 1,3% αιθέριο έλαιο. Απ’αυτο το 45% αποτελεί η κινεόλη ή ευκαλυπτόλη, η ουσία που δίνει τη βασική οσμή, 12% τα τερπένια, 3-4% τα σεσκιτερπένια, 3% η μεθυλευγενόλη, κι άλλα α και β πευκένια, φελλανδρίνη, λιναλοόλη, γερανιόλη, και τερπινεόλη. Ο καρπός του φυτού περιέχει και αιθέρια και λιπαρά έλαια, με περίπου 30% λιπαρά και 1% αιθέρια. Από την πίεσή του βγαίνει το δαφνέλαιο, έντονα αρωματικό πράσινο σε θερμοκρασία δωματίου.

Παραδοσιακά η δάφνη έχει χρησιμοποιηθεί ως φαρμακευτικό φυτό, ως στυπτικό και επουλωτικό πληγών, ενώ ακόμα και σήμερα χρησιμοποιείται σε μη επιστημονικές μεθόδους εναλλακτικής ιατρικής όπως ως λάδι στο μασάζ για τους ρευματισμούς ή στην αρωματοθεραπεία για τη θεραπεια πόνων και υψηλής πίεσης. Περισσότερο πιστεύω τέτοιες βοτανοθεραπείες με χαμηλά επίπεδα ενεργών ουσιών λειτουργούν ως πλακέμπο για τον ασθενή, πείθοντάς τον ότι δρουν και κάνοντάς τον έτσι να υποβάλλει στο μυαλό του ότι τα συμπτώματα μειώθηκαν. Δε θέλω να πω ότι οι ουσίες αυτών των φυτών δεν έχουν καμία δράση, αφού αυτό έχει εξακριβωθεί από την επιστήμη, για νά’χουν όμως πραγματική και επιβεβαιωμένη δράση σ’έναν άνθρωπο θα πρέπει να μελετηθούν σε πραγματικές συνθήκες και η δοση τους να μετρηθεί επακριβώς. Ωστόσο έχει βρεθεί κι ένα ισχυρότερο συστατικό στη δάφνη, η λαυροσίδη β, η οποία αναστέλλει των πολλαπλασιασμό των καρκινικών κυττάρων του μελανώματος σε υψηλές όμως συγκεντρώσεις.

Η δάφνη δεν είναι ούτε δικοτυλήδονο, ούτε φυσικά μονοκοτυλήδονο, αλλ’ανήκει σε μια ομάδα παλαιότερη των δύο αυτών, τα μανολιοειδή. Τα μανολιοειδή ή παλαιοδικοτυλήδονα είναι μια ομάδα κάπως πρωτόγονων αγγειόσπερμων ή ανθοφόρων φυτών, από τα οποία εξελίχθηκαν τα ευδικοτυλήδονα ή προσφατότερα δικοτυλήδονα και τα μονοκοτηλύδονα. Τα φυτά αυτά φέρουν τα χαρακτηριστικά των δικοτυληδόνων, όπως θα ήταν αναμενόμενο, αφού αυτά διατηρούν τα περισσότερα στοιχεία των προγόνων, ενώ τα μονοκοτυλήδονα έχουν πάρει άλλο δρομο (γι’αυτό θα πρέπει να κάνω άλλο θέμα), διαθέτουν όμως χαρακτηριστικά που διατηρήθηκαν στα μονοκοτυλήδονα, όπως τριμερή άνθη (τα μέρη του άνθους είναι ανά τρία ή πολλαπλάσιά του), ενώ τα ευδικοτυλήδονα έχουν τετραμερή ή πενταμερή, μονόκολπη γύρη (ον κόκκος της γύρης φέρει μόνο έναν αύλακα, όχι τρεις όπως στα ευδικοτυλήδονα), κ.ά. Στην ομάδα αυτή ανήκουν τέσσερις τάξεις: τα κανελώδη (η κανέλα δεν ανήκει εδώ, τε περισσότερα φυτά όμως είναι αρωματικά), τα δαφνώδη (εδώ είναι η δάφνη, η κανέλα και παρόμοια φυτά), τα μανολιώδη (μανόλιες), και τα πιπερώδη (πιπέρι, κάβα, όχι όμως πιπεριές, αυτές είναι σολανίδες (ευδικοτυλήδονα)).

Η δάφνη μαζί με το αρκουδοπούρναρο ή γαλλικά ου (Ilex aquifolium) είναι απομεινάρια ενός παλιού μεσογειακού οικοσυστήματος, του δαφνοδάσους, που πλέον έχει σχεδόν εξαφανιστεί. Τα δαφνοδάση ήταν υγρά δάση θερμών εύκρατων ή υποτροπικών περιοχών με ομαλή εναλλαγή εποχών και σταθερή βροχόπτωση και υγρασία καθ’όλο το έτος, που απαρτίζονταν από αειθαλή δέντρα δερματώδους και λείου φυλλώματος ώστε να απωθούν γρηγορα το νερό από πάνω τους. Εκεί κυρίαρχα ήταν είδη των δαφνωδών μ’αυτήν τη μορφολογία, αλλά κι άλλα αγγειόσπερμα που την είχαν εξελιξει ανεξάρτηττα
(συγκλίνουσα εξέλιξη).
Τα δάση αυτά άρχισαν να υποχωρούν από τη λεκάνι της Μεσογείου με το τέλος της πλειόκαινου περιόδου πριν 2,5 εκατομμύρια χρόνια περίπου, οπότε το κλίμα άρχιζε να ψύχεται και να ξηραίνεται, ενώ τα τελευταία τέτοια δάση εξαφανίστηκαν πριν περίπου 10000 χρόνια. Ίχνη τους ωστόσο μπορούν να βρεθούν στα βουνά της Υβιρικής Χερσονήσου, της Τουρκίας, της Συρίας και του Μαρόκου, ενώ τέτοια δάση έχουν διασωθεί στη Μακαρονησία, ου έχει ηπιότερο κλίμα, με το μεγαλύτερο στη Μαδέρα. Εκεί ζουν άλλα δύο είδη του γένοςυ της δάφνης (Laurus), τα οποία έχουν κοινό πρόγονο με το μεσογειακό. Η μεσογειακή δάφνη ταλαιπωρήθηκε ιδιαίτερα κατά τις παγετώδεις περιόδους, οπότε μπορούσε να επιβιώσει μόνο στη στενή λωρίδα των νοτιότερων θερμότερων περιοχών. Μετά την τελευταία παγετώδη περίοδο όμως ανέκτησε αρκετή από την προηγούμενη εξάπλωσή της. Το είδος προς το παρόν δεν απειλείται.

Σύμφωνα με τη μυθολογία η Δάφνη ήταν νύμφη κόρη της Γαίας και του Λάδωνα ή του Πηνειού. Τη δάφνη ερωτεύτηκε ο θεός Απόλλωνας, ο οποίος την κυνήγησε στο δάσος. Αυτή δεν τον ήθελε και, κουρασμένη κι απελπισμένη, ζήτησε από τη μητέρα της να τη βοηθήσει κι αυτή την μεταμόρφωσε στο ομώνυμο δέντρο. Ο Απόλλωνας στάθηκε για λίγο κοντά του, κι έκοψε ένα κλαδί με το οποίο στεφανώθηκε. Από τότε έγινε το ιερό του φυτό. Στην αρχαία ελληνική παράδοση η δάφνη συνδέθηκε με τη δόξα, τη νίκη και την υπεροχή, συμβολισμοί που παραμένουν και σήμερα. Με τα κλαδιά της στεφανώνονταν οι νικητές των Πυθίων, των αγώνων στους Δελφούς προς τιμήν του Απόλλωνα. Αργότερα ο συμβολισμός της δάφνςη υιοθετήθηκε κι απ’τους Ρωμαιους οι οποίοι εκτός από αθλητές στεφάνωναν και τους διακεκριμένους λογοτέχνες και ποιητές.

Πηγές και ιστοσελίδες:
άρθρο της Βικιπαίδειας για το φυτό της δάφνης
δάφνη φυτό του μήνα στο valentine.gr
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για το φυτό της δάφνης
άρθρο της Βικιπαίδειας γαι τη νύμφη Δάφνη
Δάφνη και Απόλλωνας από τις “Μεταμορφώσεις” του Οβιδίου σ’ελληνική μετάφραση
Εννοείται πως ο Λατίνος ποιητής πρόσθεσε και κάποια επιπλέον στολίδια στη βασική ιστορία.

Μεγάλο κυπαρίσσι, από Βικιπαίδεια.

Το δικό μου μικρό ακόμα φυτό. Από πίσω φαίνεται η κρεμασμένη ζαρντινιέρα με τη μικρή
φραουλιά,
τους
πανσέδες,
κι ένα μικρό
νάρκισσο
που δε θ’ανθίσει φέτος.

Έως τώρα έχω γράψει άρθρο για το κάθε φυτό της συλλογής μου, αλλά μού’μεινε το κυπαρίσσι, ίσως επειδή είναι πολύ κοινό είδος, για το οποίο θ’αναφέρω εδώ.

Όταν λέω για κυπαρίσσι χωρίς προσδιοριστικό θα εννοώ το κοινό μεσογειακό είδος (Cupressus sempervirens (κυπάρισσος ο αειθαλής)), το δέντρο που μας έρχεται στο μυαλό μόλις ακούμε για κυπαρίσσι. Το γένος ωστόσο αυτών των κωνοφόρων δέντρων της οικογένειας των κυπαρισσιδών περιλαμβάνει άλλα 15 περίπου είδη, όπως το λεμονοκυπάρισσο (Cupressus macrocarpa), το κυπαρίσσι της Αριζόνας (Cupressus arizonensis), το υβρίδιο λέιλαντ που βρίσκεται παντού κ.ά., για τα οποία όμως θα κάνω άλλη δημοσίευση στο μέλλον.

Το μεσογειακό κυπαρίσσι ήταν αρχικά ιθαγενές των χωρών της ανατολικής Μεσογείου, συμπεριλαμβανομένης και της χώρας μας, μ’έναν απομονωμένο πληθυσμό στο Ιράν. Ήδη όμως από τους ρωμαϊκούς χρόνους εξαπλώθηκε με την καλλιέργεια και στην υπόλοιπη Μεσόγειο, και τώρα έχει εγκλιματιστεί σ’όλη τη λεκάνη της Μεσογείου. Στην Ελλάδα θα βρεθεί συχνότερα αυτοφυές στις νότιες περιοχές, στην Κρήτη και στη Ρόδο. είναι δέντρο μεγάλο ύψους 20-25 μέτρων πυραμιδοειδούς μορφής, με τα κλαδιά να ξεκινούν από αρκετά χαμηλά. Ο φλοιός είναι λεπτός ινώδης τεφροκόκκινου χρώματος. Οι μικρότερες διακλαδώσεις των κλαδιών του φυτού είναι λεπτές και πυκνές με κάπως πτεροειδές σχήμα, πάνω στις οποίες βρίσκονται τα μικροσκοπικά λεπιοειδή φύλλα. Με κοντινή παρατήρηση φαίνεται ότι διατάσσονται ανά ζεύγη αντίθετα στο βλαστό. Μέσα στο χειμώνα ή νωρίς την άνοιξη βγαίνουν οι κώνοι. Οι αρσενικοί είναι αφανής, ωοειδείς 2-3 χιλιοστών μήκους, με 2-6 γυρεόσακους ανά μικροσποριόφυλλο. Οι θηλυκοί βγαίνουν κατά μήκος των μεγαλύτερων βλαστών των φυλλοφόρων λεπτών κλαδιών, και κατά την ωριμότητα αποκτούν διάμετρο τα 2-3 εκατοστά. Είναι σφαιρικοί ξυλώδεις με την τυπική μορφολογία των κώνων αυτής της οικογένειας – τα λέπια τους είναι ασπιδοειδή με ποδίσκο που τα ενώνει με τον άξονα του κώνου στο κέντρο και με πλατιά κορυφή, αντίθετης διάταξης στον κεντρικό άξονα του κώνου, με το βράκτιο πλήρως συνενωμένο με το λέπι, αφήνοντας μόνο απομεινάρι ένα μικρό φύμα, όλα συμπαγώς ενωμένα. Στο μέσα μέρος κάθε λεπιού βρίσκονται πολυάριθμοι μικροί σπόροι. Οι κώνοι ωριμάζουν το δεύτερο φθινόπωρο μετά την εμφάνισή τους ανοίγοντας και απελευθερώνοντας τους σπόρους, και μετά πέφτουν. Όταν οι κώνοι δεν έχουν ακόμα ωριμάσει, είναι αανοιχτοπράσινοι, σκληροί και ρητινώδεις. Γενικότερα το δέντρο ως κωνοφόρο είναι ρητινώδες και το ρετσίνι του είναι αρωματικό.

Το ξύλο του κυπαρισσιού είναι κόκκινο κι εύκολο στην κατεργασία. Λόγω της μεγάλης του ανθεκτικότητας στη σήψη, είναι παραδοσιακό ναυπηγικό ξύλο είδη από τους αρχαίους χρόνους. Χρησιμοποιείται επίσης στην οικοδομική, στην επιπλοποιία, στην κατασκευή μικρών ξύλινω αντικειμένων, και στην ξυλογλυπτική.

Η άγρια μορφή του φυτού είναι το λεγόμενο οριζοντιόκλαδο ή θηλυκό κυπαρίσσι (var. horizontalis), με οριζόντιο άπλωμα των κλαδιών και επομένως ανοιχτότερη και αραιότερη εμφάνιση. Η άλλη ποικιλία είναι το ορθόκλαδο ή αρσενικό (var. pyramidalis), με τα κλαδιά πιο όρθια, αποκτώντας έτσι συμπαγή, στενή κι αδιαπέραστη μορφή, όχι τόσο πυραμιδοειδή παρά στηλωειδή. Τα κοινά ονόματα των δύο αυτών βασικών ποικιλιών δεν έχουν να κάνουν με το φύλο του κάθε δέντρου, μιας και το είδος είναι μόνοικο με αρσενικούς και θηλυκούς κώνους στο ίδιο άτομο.

Το κυπαρίσσι μπορούμε να το βρούμε παντού – σε αυλές, σε πάρκα, στους δρόμους, σε μεγάλες γλάστρες και ζαρντινιέρες, στις αυλές εκκλησιών και οπωσδήποτε στα νεκροταφεία, μιας και από αρχαιοτάτων χρόνων είχε συνδεθεί με το θάνατο. Μπορεί ακόμα να κλαδευτεί και ως
μπονσάι.

Το δέντρο ευδοκιμεί καλύτερα σε κλίματα με ζεστό καλοκαίρι, έντονο ήλιο και ξηρά εδάφη. Φυτρώνει σε οποιονδήποτε τύπο εδάφους, αρκεί να μην κατακρατείται υπερβολική υγρασία. |Αντέχει στον άνεμο, στην ξηρασία, στην αλατότητα και στο κρύο. Μπορεί ακόμα να προσαρμοστεί και σε πιο βροχερά κλίματα με δροσερότερα καλοκαίρια και ψυχρότερους χειμώνες απ’τους μεσογειακούς. Δεν προσβάλλεται τόσο εύκολα από μύκητες όπως το λεμονοκυπάρισσο, ωστόσο πάλι μπορεί να προσβληθεί, και σ’εκείνη την περίπτωση συχνά πολλά κλαδιά ξεραίνονται. Επειδή όμως οι αιτίες της ξήρανσης είναι πολλές, καλύτερα να κόψετε ένα άρρωστο κλαδί και να το πάτε στο γεωπόνο για διάγνωση. Μπορεί επίσης να προσβληθεί από αφίδες, οι οποίες δημιουργούν ένα παχύρευστο κολλώδες μελίτωμα που καλύπτει το φύλλωμα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση το φυτό μπορεί να ψεκαστεί με κάποιο εντομοκτόνο, ή μ’ένα αυτοσχέδιο φάρμακο με νερό, οινόπνευμα και σαπούνι. Αυτή τη συνταγή τη διαβάσαμε πριν χρόνια κάπου στο Διαδίκτυο κι από τότε εγώ κι ο πατέρας μου έτσι θεραπεύουμε τα προσβεβλημένα φυτά. Για ένα λίτρο αναμειγνύετε 3 μέρη νερό προς ένα οινόπνευμα, κατά προτίμηση καθαρό,, προσθέτετε 1-2 κουταλιές της σούπας απορρυπαντικό πιάτων, ανακινείτε στο ψεκαστήρι, και ψεκάζετε. Μπορεί εδώ να χρησιμοποιηθεί και λιωμένο στερεό σαπούνι, όμως το υγρό είναι βολικότερο. Το οινόπνευμα θα καίει, ενώ το σαπούνι θα λύει τις κυτταρικές μεμβράνες των εντόμων. Έπειτα ξαναψεκάζετε σε περίπου 10 μέρες αν δε βρέξει. Συνήθως το πρόβλημα εξαφανίζεται με δύο ψεκασμούς, όμως μπορεί να παραμείνουν ίχνη ξερής κόλλας η οποία θα πρέπει ν’απομακρυνθεί με το λάστιχο. Αν το πρόβλημα ωστόσο είναι πολύ εκτενές, πιο γρήγορη λύση θα ήταν ένα ισχυρότερο φάρμακο, όπως το μαλάθειο.

Ο πολλαπλασιασμός του κυπαρισσιού και σχεδόν κάθε κωνοφόρου είναι δύσκολος και χρονοβόρος, γι’αυτό καλύτερα ν’αγοράσετε ένα φυτό από κάποιο φυτώριο, ανθοπωλείο, ή ανθοέκθεση. Ακόμα και στη λαΪκή πουλάνε μερικές φορές. Συνήθως είναι υγειή και φουντωτά, με έναν ή και περισσότερους κεντρικούς κορμούς. Ο μαζικός τρόπος πολλαπλασιασμού είναι με μοσχεύματα (κλαδιά), τα οποία χρειάζονται ελεγχόμενο περιβάλλον με αμμώδες έδαφος και κατάλληλη θερμοκρασία για να ριζώσουν, και πολύ χρόνο από τη ριζοβολία ως τη συνέχιση της ανάπτυξης. Γι’αυτό θα δείτε δεντράκια μικρά, αλλά πυκνά και ίσως με κώνους, ή κι αν δεν έχουν, θα τους κάνουν σύντομα. Εάν ήταν από σπόρο, θα έπαιρναν μερικά χρόνια μέχρι να πάρουν αυτό το σχήμα και αρκετά ακόμα μέχρι να κάνουν κώνους, κι επίσης αρχικά τα φύλλα τους θά’ταν λεπτά βελονοειδήή κι όχι λεπιοειδή, αταβιστικό στοιχείο των προγονικών μορφών.

Πέρα από φύτευση ως μοναχικό ή ορόσημο δέντρο, μπορεί να φυτευθεί σε σειρές για να κάνει ανεμοφράκτη, ή σε μικρές ομάδες σαν δάσος. Σε δοχεία τα πάει εξίσου καλά. Τα δύο πανύψηλα κυπαρίσσια του πατέρα μου που βρίσκονται σε τεράστιες γλάστρες έχουν ξεπεράσει τα δύο και κάτι μέτρα και παράγουν μεγάλες ποσότητες κώνων. Το ένα απ’τα δύο μεγάλα ήταν εκεί πριν αγοραστεί το σπίτι από τον προηγούμενο κάτοχο, πριν 12 χρόνια, και σίγουρα το δέντρο θα προϋπήρχε εκεί ήδη για κάποια χρόνια. Πλέον το φυτό αυτό έχει αποκτήσει στο μυαλό μας συμβολική αξία. Περιμένω κι εγώ το δικό μου κάποτε να φτάσει σε τέτοιο ύψος.

Το δικό μου φυτό το πρόσθεσα στη συλλογή μου πέρσι το φθινόπωρο, αντί ενός γιούκα. Από γιούκα έχω πολλά και σκοπεύο στο τέλος ν’αφήσω μόνο ένα, αντικαθιστώντας τα υπόλοιπα με διάφορα άλλα φυτά. Είναι πολύ αργά στην ανάπτυξη και όλα τους ομοιόμορφα. Ήταν από τον πατέρα μου, ο οποίος εκτός από τα δύο μεγάλα έχει κι άλλα τέσσερα μικρότερα. Το φυτό είναι φουντωτό, πλέον υγειές, με τρεις κεντρικούς κορμούς, με το μεγαλύτερο στη μέση διαμέτρου περίπου 3 εκατοστών, και τους άλλους δύο λεπτότερους. Για τον πρώτο μήνα ήταν καλά με λίγη ανάπτυξη, μετά όμως άρχισε να ρίχνει λεπτά κλαδάκια από το εσωτερικό του πιθανόν λόγο στρες μεταφύτευσης. Γρήγορα Εμφανίστηκε και το κολλώδες μελίτωμα από τις αφίδες που μάλλον έφερε από πριν αλά λόγω στρες υπερπολλαπλασιάστηκαν, κι έπρεπε να χρησιμοποιώ συνέχεια το αυτοσχέδιο φάρμακο. Προςτο τέλος του χειμώνα η κόλλα εκμηδενίστηκε. Παρατήρησα όμως νωρίς το Μάρτιο λίγη κόλλα κοντά στους κεντρικούς κορμούς, και ψέκασα άλλες δύο φορές. Τώρα δεν έμεινε τίποτα. Όλες οι κορυφές του φυτού άρχισαν δυνατή ανάπτυξη με πολλούς λεπτούς βλαστούς. Το πιο εκπληκτικό όμως ήταν ότι φέτος έβγαλε για πρώτη φορά κώνους! Είναι φυτό περίπου 3-4 χρονών, και φέτος είναι η πρώτη του φορά, γι’αυτό και είναι λίγοι, διάσπαρτοι, κι όχι σ’όλα τα κλαδιά. Τους πρωτοπαρατήρησα στα μέσα του Μαρτίου, και ήδη τώρα έχουν μεγαλώσει. Το δέντρο πάει καλά.

Όπως είπα πιο πάνω, το δέντρο αυτό έχει συνδεθει με το θάνατο από τα αρχαία χρόνια. Σύμφωνα με τη μυθολογία ο Κυπάρισσος από την Κω, αγαπημένος του Απόλλωνα, σκότωσε κάποτε κατά λάθος το αγαπημένο του ελάφι κι άρχισε να θρηνεί τόσο πολύ, ώστε ο Απόλλωνας τον μεταμόρφωσε στο ομώνυμο δέντρο που θα θρηνεί αιώνια, με τα δάκρυά του το ρετσίνι που στάζει. Θεωρείται επίσης ότι το επιβλητικό του σχήμα, το βαθυπράσινο χρώμα του και η ανικανότητα αναγέννησης αν κοπεί πολύ οδήγησαν σ’αυτήν τη σύνδεση. Στην Αρχαία Αθήνα ήταν το μόνο φυτό που μπορούσε να γίνει στεφάνι στα αγάλματα του Πλούτονα. Επίσης με τα κλαδιά του στολίζονταν σπίτια σε πένθος, ενώ καιγόταν ως καθαρτήριο στις καύσεις των νεκρών. Τέλος τα φέρετρα των πρώτων πεσόντων κάθε πολέμου κατασκευάζονταν από το ξύλο του, όπως μας λέει ο Θουκυδίδης στον Επιτάφιο του Περικλέους “λάρνακας κυπαρισσίνας”.

Πηγές και ιστοσελίδες:
άρθρο της Βικιπαίδειας
άρθρο της αγγλικής Wikipedia
το κυπαρίσσι ως μπονσάι

Δύο άνθη στο δικό μου φυτό: το ένα αριστερά έχει ανοίξει, ενώ το άλλο δεξιά ήταν σχεδόν ανοιχτό. Τώρα που γράφω το άρθρο έχει ανοίξει κι εκείνο, και παραμένουν δύο μπουμπούκια ακόμα για να τελειώσει η ανθοφορία.

Κάθε εποχή στα ανθοπωλεία θα δούμε να έχουν συγκεκριμένα προβλέψιμα είδη σε μεγάλη ποικιλία και ποσότητα. Έτσι από το τέλος του φθινοπώρου, όλο το χειμώνα και ίσως στην αρχή της άνοιξης έχουμε υπομονές, καλαγχόες, αλεξανδρινά και κυκλάμινα, την άνοιξη κυρίως αζαλέες και βιγόνιες, το καλοκαίρι δεν έχουμε κάποιος συγκεκριμένο είδος, αλλά μπορούμε να πούμε τα
γεράνια
ή τα γαρύφαλλα, ενώ το φθινόπωρο τα χρυσάνθεμα πλημμυρίζουν τον τόπο. Αυτά τα είδη τα λέω “εμπορικά”. Καλλιεργούνται σε τεράστια κλίμακα, έχουν πλέον παραχθεί πάμπολλες βελτιωμένες ποικιλίες με καλύτερα χαρακτηριστικά π.χ. περισσότερα και μεγαλύτερα άνθη, μεγαλύτερη διάρκεια ανθοφορίας κ.ά., κι έχουν καταλήξει να γίνουν σύμβολα για την κάθε εποχή. Αυτά συνήθως θα πάρει κανείς για να κάνει δώρο σε κάποιον, και συνήθως θα προκαλέσουν καλή εντύπωση. Όλα τα παραπάνω φυσικά εις βάρος των λιγότερο γνωστών, αλλά κατά πολύ πολυαριθμότερων, άλλων ειδών.

Το κυκλάμινο λοιπόν είναι ένα απ’αυτά τα “εμπορικά” είδη. Δε θα το είχα στη συλλογή μου αν δεν τό’παιρνε η γιαγιά μου ως δώρο για τη γιορτή της μάνας μου στις 25 Νοεμβρίου. Δε θα το είχα γιατί το βλέπω παντού και πλέον δε μου φαίνεται τόσο ιδιαίτερο. Ίσως προτιμούσα, αν έπαιρνα ποτέ , κάποιο άλλο, σπανιότερο άγριο είδος ή καμία διαφορετική ποικιλία.

Το γένος των κυκλαμίνων (Cyclamen) περιέχει 20 περίπου είδη, ιθαγενή της λεκάνης της Μεσογείου ως το Ιράν, ενώ ένα είδος, το C. somalense, απαντά στη Σωμαλία. Τ’όνομά τους το πήραν από το κυκλικό σχήμα του κονδύλου τους. Είναι δικοτυλήδωνα φυτά της οικογένειας των μυρσινιδών, της τάξης των ερεικωδών. Παλαιότερα ταξινομούνταν στους ηρανθίδες (ήρανθος (το άνθος της Ήρας) είναι η πρίμουλα, η οικογένεια της πρίμουλας, ενώ δίανθος (άνθος του Δία) είναι το
γαρύφαλλο).
Από τα 20 περίπου είδη στην Ελλάδα θα συναντήσουμε περισσότερο το ελληνικό ή γραικό κυκλάμινο (Cyclamen graecum), ενώ σε μεγαλύτερα υψόμετρα το κισσόφυλλο κυκλάμινο (C. hederifolium). Υπάρχουν επίσης ενδημικά σε συγκεκριμένες περιοχές όπως το κρητικό (C. creticum), το Κώο (C. coum), το ροδιακό (C. rhodium), και στην Κύπρο το κυπριακό (C. cyprium). Στην Περσία ή Ιράν απαντά το περσικό κυκλάμινο (C. persicum), από το οποίο προήλθαν σχεδόν όλες οι καλιεργημένες ποικιλίες.

Τα κυκλάμινα μπορούν να βρεθούν σε δάση ή σε πιο ανοιχτές περιοχές. Συνήθως φύονται ανάμεσα σε άλλα φυτά ή κάτω από τη σκιά μεγαλύτερων δέντρων, πλατύφυλλων και κωνοφόρων. Μερικά είδη είναι δασόβια, όπως το C. coum, ενώ άλλα μπορούν να βρεθούν και σε βραχώδεις περιοχές, όπως το C. graecum, το οποίο όμως προτιμά πάλι τα πιο πυκνά μέρη.

Ως δικοτυλήδονα, τα κυκλάμινα εξ ορισμού δε γίνεται να έχουν βολβό, ούτε και κορμό. Το υπόγειο αποταμιευτικό μέρος τους είναι ένας κόνδυλος. Ο κόνδυλος είναι κυκλικός και κάπως πεπλατυσμένος, ποικίλης διαμέτρου ανάλογα με το είδος, με αυτούς των μεγαλύτερων ειδών να φτάνουν έως και 25 εκ., ενώ αυτούς των μικρότερων μόνο 5, προερχόμενος κατά την πρώιμη ανάπτυξη από διόγκωση του υποκοτύλου, του βλαστού του σποροφύτου που στηρίζει τις κοτυληδόνες. Οι ρίζες βγαίνουν από διάφορες επιφάνειες του κονδύλου ανάλογα με το είδος, π.χ. το περσικό βγάζει από κάτω, το κισσόφυλλο από πάνω και απ’τις πλευρές. Τα κυκλάμινα δεν έχουν ισχυρό ριζικό σύστημα, με εξαίρεση το ελληνικό, του οποίου οι ρίζες είναι σκληρές και ανθεκτικές και μάλιστα μπορούν να τραβήξουν τον κόνδυλο βαθύτερα αν χρειαστεί (συσταλτές). Αυτό το φαινόμενο δεν περιορίζεται μόνο σ’αυτο το είδος, αλλ’είναι γνώρισμα πολλών κονδυλωδών ή κοντόκορμων ειδών συνήθως ξηρών περιβαλλόντων.
Από σημεία ανάπτυξης στην επάνω επιφάνεια του κονδύλου εκφύονται τα φύλλα και τα άνθη. Τα σημεία αυτά μπορεί να επιμηκύνονται με τα χρόνια. Τα φυλλα έχουν ψηλό μίσχο και είναι πλατιά, καρδιοειδή όπως στο περσικό ή γωνιώδη με λοβούς σαν του κισσού όπως στο κισσόφυλλο. Σ’όλα τα είδη τα φύλλα φέρουν γραμμώσεις ανοιχτότερου γκριζωπού συνήθως χρώματος με διάφορα σχέδια. Τα άνθη στέκονται κι αυτά σε ψηλούς ποδίσκους, οι οποίοι στρέφονται σ’όλα τα είδη 150-180 μοίρες προς τα κάτω στην κορυφή τους, ώστε το κέντρο του άνθους να κοιτάει κάτω. Τα άνθη έχουν 5 σέπαλα και 5 πλατιά πέταλα συνενωμένα στη βάση και γυρισμένα προς τα πίσω και πάνω με διαφορετικό σχήμα ανάλογα με το είδος, π.χ. στο C. repandum τα πέταλα είναι πολύ μακριά, στο C. coum σχεδόν στρογγυλά, ενώ στο κισσόφυλλο C. hederifolium κάπου στη μέση. Το χρώμα των πετάλων κυμαίνεται από λευκό έως ιώδες, με μια σκουρότερη κηλίδα ποικίλου σχήματος ανάλογα με το είδος στη βάση. Στη φύση υπάρχει συνήθως μια λευκή και μια ρόδινη μορφή για το κάθε είδος, αλλά το κυκλάμινο των Βαλεαρίδων Νήσων (C. balearicum) είναι μόνο λευκό. Το περσικό από την άλλη έχει πλέον όλη τη διακύμανση. Ο στύλος του υπέρου μόλις εξέχει από το κέντρο κατά λίγα χιλιοστά, ενώ οι στήμονες είναι χωμένοι στο κύπελο που δημιουργούν οι συνενωμένες βάσεις των πετάλων, με εξαίρεση το C. rohflsianum, του οποίου οι στήμονες εξέχουν.
Διάφορα είδη ανθίζουν σε διαφορετικές εποχές του έτους, για παράδειγμα το κισσόφυλλο και το ιώδες κυκλάμινο (C. perpurascens) ανθίζουν καλοκαίρι-φθινόπωρο, το περσικό και το κώο το χειμώνα, ενώ το C. repandum την άνοιξη. Μετά την ανθοφορία σχηματίζουνται οι καρποί, σφαιρικές κάψουλες με τους σπόρους. Κατά το σχηματισμό των καρπών οι ποδίσκοι λυγίζουν και συστρέφονται, και αυτό γίνεται διαφορετικά ανάλογα με το είδος. Στο περσικό για παράδειγμα ο βλαστός απλά λυγίζει χωρίς να συστρέφεται, ενώ στο ελληνικό συστρέφεται και από την κορυφή και από τη βάση. Στα υπόλοιπα είτε συστρέφεται από την κορυφή είτε από τη βάση. Οι σπόροι στη φύση διασπείρονται από τα μυρρμήγκια τα οποία τρέφονται με την ελαιώδη κάλυψή τους και τους σκορπίζουν.

Όλα τα είδη καλλιεργούνται κατά παρόμοιο τρόπο με προσαρμογές ανάλογα με τον ετήσιο κύκλο και το ιδιαίτερο περιβάλλον του καθενός, π.χ. ένα δασόβιο ειδος όπως το κώο θα χρειαστεί περισσότερη σκιά και υγρασία, ενώ το ελληνικό είναι ανεκτικό σε ξηρότερες και ανοιχτές συνθήκες. Εδώ όμως θα χρησιμοποιώ ως παράδειγμα το περσικό είδος, μιας κι αυτό είναι το ποιο κοινό σε καλλιέργεια. Το κυκλάμινο αυτό συνήθως θα το αγοράσουμε ή θα μας το φέρουν την περίοδο του φθινοπώρου ή του χειμώνα. Για να μη μπερδευτεί το βιολογικό του ρολόι και νομίζει πως η θερμοκρασία αυξάνεται και πρέπει ν’αδρανοποιηθει θα πρέπει να διατηρείται σε δροσερές θερμοκρασίες, το ιδανικό 20 βαθμοί τη μέρα και 6,5-15 τη νύχτα, επομένως το σπίτι δεν είναι η καλύτερη θέση. Από την άλλη το περσικό είδος αντέχει μόνο ελαφριές παγωνιές και θα καταστραφεί στο παρατεταμένο πολικό ψύχος, σε αντίθεση με πιο ανθεκτικά είδη όπως το κισσόφυλλο, το ιώδες ή το κώο που αντέχουν έως και -20 βαθμούς. Το ελληνικό αντέχει στους -4. Ωστόσο η παγωνιά δεν αποτελεί σοβαρό πρόβλημα στις περισσότερες πεδινές περιοχές της Ελλάδας όπου το κυκλάμινο μπορεί να μείνει έξω σε κάποια προστατευμένη θέση από βροχή, χιόνι και αέρα. Όλο το χειμώνα θα φαίνεται σχεδόν στάσιμο, με την έλευση όμως της άνοιξης και των ιδανικών συνθηκών η ανθοφορία θα προχωρήσει γρήγορα. Το φυτό ευδοκιμεί σε πολύ φως, ή το πολύ με λίγο πρωινού ή απογευματινού ήλιου, αλλ’όχι στον απεθείας μεσημεριανό ήλιο. Θα πρέπει να ποτίζεται όταν στεγνώνει η επιφάνεια του χώματος. Κάποιοι βουτούν τις γλάστρες σε νερό για να ποτίσουν τα φυτά ώστε να μη βρέχουν το φύλλωμα και τ’άνθη για φόβο ανάπτυξης μυκήτων, αλλά και το κανονικό πότισμα, αν γίνεται με προσοχή, δεν προκαλεί κανένα πρόβλημα. Το νερό στο πιατάκι θα πρέπει πάντοτε ν’αδειάζεται μιας κι αυτά τα φυτά σαπίζουν εύκολα με τη μόνιμη υψηλή υγρασία στο χώμα.
Κατά την ανθοφορία το φυτό θα ανθίζει ανοίγοντας λίγα-λίγα τα μπουμπούκια που έχει στο κέντρο του ρόδακα των φύλλων του. Τα απανθισμένα άνθη μπορούν να κοπούν ώστε η ενέργεια που θα πήγαινε προς θρέψη των σπόρων να διοχετευθεί στον κόνδυλο. Εγώ τα κόβω. Μετά την ανθοφορία το φυτό θα πρέπει να ποτιζεται λιγότερο ως προετοιμασία για τη θερινή αδρανοποίηση. Τα φύλλα του θα αραιώνουν και θα πέφτουν, ενώ αν έχει καρπούς θα ωριμάσουν και στο τέλος θα πέσουν κι αυτοί. Το καλοκαίρι το φυτό δε χρειάζεται να ποτίζεται, απλώς να παραμένει σε σκιερή θέση. Προς τέλος καλοκαιριού και αρχές φθινοπώρου, οπότε είναι η καλύτερη εποχή για μεταφύτευση, θ’αρχίσει πρώτα η ανάπτυξη των ριζών και έπειτα θα εμφανιστούν τα φύλλα. Τότε είναι και η καταλληλότερη εποχή για λίπανση. Προσοχή όμως το λίπασμα να μην είναι πολύ πλούσιο σε άζωτο, διότι τότε θα ενισχυθεί πολύ το φύλλωμα εις βάρος των ανθέων. Το πότισμα σιγά-σιγά θα πρέπει να επανέλθει στο κανονικό πρόγραμμα. Το φυτό μπορεί να λιπαίνεται αραιά και κατά την περίοδο ανάπτυξης και ανθοφορίας.

Ο πολλαπλασιασμός των κυκλαμίνων είναι κάπως δυσκολότερος από αυτόν άλων κονδυλωδών φυτών, κι αυτό γιατί ο κόνδυλος είναι μονειρης, χωρίς να παράγει νέους θυγατρικούς. Για να πολλαπλασιαστεί βλαστητικά επιτυχώς το κυκλάμινο, θα πρέπει να κοπεί ένα κομμάτι κονδύλου με τουλάχιστον ένα σημείο ανάπτυξης και μέρος της σωστής ριζωτικής επιφάνειας ανάλογα με το είδος, προτιμότερα προς το τέλος της αδρανούς περιόδου. Τα κομμένα μέρη θα πρέπει να προστατευθούν από μυκητική σήψη παραμένοντας για λίγες μέρες ξηρά.
Αλλιώς ο πολλαπλασιασμός γίνεται με σπόρο. Οι σπόροι συλλέγονται μόλις ωριμάσουν οι καρποί κι έπειτα για σιγουρότερη βλάστηση τοποθετούνται για 24 ώρες σε νερό με απορρυπαντικό πιάτων για να διαλυθεί το ελαιώδες κάλυμμά τους, το οποίο προφανώς αναστέλλει τη βλάστηση. Έπειτα σπέρνονται σε μικρές γλάστρες κάποιου βάθους για τον κόνδυλο με ελαφρύ χώμα. Το φως επίσης αναστέλλει τη βλάστηση, γι’αυτό οι σπόροι θα πρέπει να είναι οπωσδήποτε ελαφρώς θαμμένοι. Θα πρέπει να διατηρούνται πάντοτε υγροί, όχι όμως κορεσμένοι. Θα βλαστήσουν συνήθως την εποχή ανθοφορίας του κάθε είδους, για παράδειγμα αν ο σπόρος σπαρεί το φθινόπωρο και το συγκεκριμένο είδος ανθίζει την άνοιξη, θα φυτρώσει την άνοιξη. Ωστόσο ορισμένα ειδη αργούν υπερβολικά να φυτρώσουν, όπως το ιώδες κυκλάμινο, του οποίου οι καρποί ωριμάζουν ένα χρόνο μετά την ανθοφορία το επόμενο καλοκαίρι, και ο σπόρος κάνει ακόμα ένα χρόνο να φυτρώσει. Αν σε οποιοδήποτε είδος δε φυτρώσει τίποτα για ένα χρόνο, δε θα πρέπει να χαθούν οι ελπίδες, αφού φυτά μπορούν να εμφανιστούν και 2 και 3 χρόνια μετά. Αυτό συνήθως γίνεται αν ο σπόρος είχε αποθηκευθεί σε ξηρό περιβάλλον ή ήταν πολύ παλιός.

Από παλιά το κυκλάμινο είχε εκτιμηθεί για την ομορφιά του. Αναφέρεται
σε μερικά δημοτικά τραγούδια,
όπως για παράδειγμα στο “Κυκλάμινο” που έχει ως εξής: “Κυκλάμινο κυκλάμινο στου βράχου τη σχισμάδα…”, ή στο “Μικρό πουλί τριανταφυλλί”, που ξεκινάει έτσι: “Μικρό πουλί τριανταφυλλί, δεμένο με κλωστίτσα…”, και σ’άλλα. Ωστόσο παραδοσιακά είχε και μια περιορισμένη φαρμακευτική χρήση.
Ο Αρχαίος Έλληνας στρατιωτικός γιατρός και βοτανολόγος Διοσκουρίδης του πρώτου αιώνα μ.Χ. αναφέρει ότι το κυκλάμινο έχει δράση κατά των δηλητηρίων, ως αλοιφή είναι αποτελεσματικό ενάντια στα δαγκώματα των φιδιών, ο χυμός μαζί με μέλη στα μάτια θεραπεύει τον καταρράκτη και την ασθενή όραση, ο χυμός της ρίζας από τη μύτη καθαρίζει το κεφάλι, ενώ ο βρασμένος και πυγμένος πολτός της ρίζας είναι κατάλληλος για δερματικές παθήσεις, κι ως κάλυμα θεραπεύει τα εγκαύματα. Επίσης ο χυμός μαζί με κρασί ή μέλι με κρασί ρυθμίζει την υπερβολική χολή (τότε οι ασθένειες θεωρούταν ότι προέρχονταν από ανισορροπίες των τεσσάρων υγρών στο σώμα, του αίματος, του φλέγματος, της κίτρινης χολης και της μέλαινας χολής). Μαζί με κρασί όμως θα κάνει τον άνθρωπο να μεθύσει εύκολα. Ακόμα αν το φορούν οι ετοιμόγεννες γυναίκες θα επισπευθεί η γέννα, ενώ αν μια έγκυος περάσει πάνω από ένα τέτοιο φυτό θ’αποβάλλει. Είναι τέλος και αφροδισιακό.
Αργότερα στη Μεσιωναική Ευρώπη το φυτό συνέχιζε να χρησιμοποιείται. Στα βουνά της Ουαλίας για παράδειγμα οι κόνδυλοι ψήνονταν και γίνονταν κάτι σαν ψωμάκι, το οποίο δινόταν σε κάποιον ως ισχυρό ερωτικό φίλτρο. Γενικότερα στην Ευρώπη θεωρούταν ότι η αλοιφή του κυκλάμινου, αν τοποθετηθεί στην κοιλιά πάνω απ’τα έντερα θα έχει καθαρτική δράση, πρακτική που συνεχίζεται και σήμερα στην άκρως μη επιστημονική
ομοιοπαθητική,
ενώ πάνω από την ουροδοόχο κύστη θα είναι διουρητική. Θεωρείται επίσης οτι ανεβάζει τη διάθεση και την αυτοεκτίμηση. Επιστημονικά το φυτό δεν έχει μελετηθεί ακόμα για πιθανή φαρμακευτική δράση.

Σπάνια μπορεί άνθρωποι να παρουσιάσουν αλλεργική αντίδραση στο χυμό του φυτού, ίσως γι’αυτό το κυκλάμινο να κατατάσσεται σε καταλόγους τοξικών φυτών για παιδιά και ζώα. Στην πραγματικότητα όμως η τοξικότητά του είναι πιθανότατα πολύ χαμηλή έως ανύπαρκτη. Από προσωπική εμπειρία έχω να πω ότι τα κουνέλια όχι μόνο το τρώνε, αλλά το κατασπαράζουν ολοκληρωτικά. Η κουνέλα του πατέρα μου έφαγε σύρριζα ολόκληρα δύο κυκλάμινα που του είχαν φέρει ως δώρο, όταν έβγαινε για λίγες ώρες να τρέξει έξω στο μπαλκόνι με τα φυτά. Από τότε ο πατέρας μου, όπως κι εγώ νωρίτερα, πήραμε μέτρα να μη βγάζουμε τα κουνέλια μας έξω μαζι με φυτά, επειδή είναι πραγματικοί καταστροφείς. Δείτε
εδώ
και
εδώ
τα αποτελέσματα των όχι αμελητέων καταστροφών τους! Στα
δικά μου κουνέλια
έχω δώσει κυκλάμινο πειραματικά. Αρχικά το έψαξαν και το μύρισαν διστακτικά, μετά όμως και τα δύο το έφαγαν κανονικά.

Όσον αφορά το δικό μου φυτό, δεν ξέρω ακριβώς τι να κάνω τώρα που τελειώνει η ανθοφορία. Μπορεί να το κρατήσω, μάλλον πόμως θα το δώσω στον πατέ΄ρα μου ως αντικαταστάτη των απωλειών του, αφού εγώ δεν είχα προγραματίσει εξ αρχής να το έχω.

Πηγές και ιστοσελίδες:
άρθρο της Βικιπαίδειας για το κυκλάμινο
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για το κυκλάμινο
καλλιέργεια του κοινού κυκλάμινου στο valentine.gr
Η κοινότητα για το κυκλάμινο.
Η παραπάνω σελίδα είναι της κοινότητας για το κυκλάμινο (Cyclamen society), μιας κοινότητας καλλιεργητών κι ερευνητών με σκοπό την προώθηση της καλλιέργειας και της προστασίας των ειδών του γένους, καθώς και τη διάδοση πληροφοριών σχετικά με το γένος, τα είδη και τις ποικιλίες. Στην κοινότητα αυτή γίνονται διάφορες συζητήσεις, αλλά και διάφορες δραστηριότητες όπως ανταλλαγές σπόρων και φυτών, εκδρομές σε φυσικά περιβάλλοντα ειδών κυκλαμίνων, μετρήσεις, καταγραφές εξάπλωσης, καταγραφές νέων ποικιλιών, κ.ά. Η κοινότητα ιδρύθηκε στην Αγγλία τον Ιανουάριο του 1977 και σήμερα αριθμεί περί τα 1600 μέλη παγκοσμίως.

Πρώτη φορά μπήκε φωτογραφία κανονικά στο άρθρο εδώ και λίγους μήνες από μόνη της με τη λειτουργία του ιστολογίου χωρίς να το κάνω χειροκίνητα! Πώς έγινε; Έγινε καμία αλλαγή;

Τέλος πάντων το παραπάνω είδος είναι πολύ κοινός θάμνος που όμως δεν ξέρω το όνομά του. Στη φωτογραφία έχω δύο κλαδάκια: το ένα αριστερά σε ανάπτυξη και το άλλο δεξιά με τους καρπούς. Το θάμνο αυτό το φυτεύουν παντού, και δεν ξεπερνά τα δύο μέτρα συνήθως. Έχει πολύ άναρχη ανάπτυξη με λεπτά, δύσκαμπτα και στρεβλά κλαδιά προς διάφορες κατευθύνσεις. Τα φύλλα είναι αειθαλή, δερματώδη γυαλιστερά από πάνω ωοειδή με οξεία άκρη περίπου στα 2-4 εκ., συγκεντρωμένα περισσότερο στις κορυφές των πολλών μικρότερων βλαστών. Επίσης το φυτό φέρει αγκάθια από τροποποιημένους βλαστούς, είναι δηλαδή βλαστοί σκληροί με ακανθώδη κορυφή, μπορεί και με λίγα μικρά φύλλα, σαν τα αγκάθια των εσπεριδοειδών κι όχι σαν αυτά της τριανταφυλλιάς για παράδειγμα που εμφανίζονται στην επιφάνεια του βλαστού ως επιδερμικές προεξοχές. Την άνθιση δεν την έχω προσέξει. Από το φθινόπωρο πάντως σχηματίζει καρπούς, μπιλίτσες που το χειμώνα γίνονται πορτοκαλί και φτάνουν μέγεθος μπιζελιού, σε ταξικαρπίες σαν σκιάδια, με πολλούς ποδίσκους καρπών από ένα σημείο, όπως στη φωτογραφία. Οι καρποί πέφτουν νωρίς την άνοιξη, με ελάχιστους τώρα, οπότε γίνεται η ανάπτυξη, κι όλο το φυτό έχει γεμίσει φρέσκα φύλλα στις κορυφές των βλαστών. Υπάρχουν και λεπτοί βλαστοί έως και 10-12 εκ. με πολύ αραιά μικρά φήυλλα και στενή άκρη, οι οποίοι μάλλον πρόκειται να γίνουν αγκάθια. Αλλά και τα παλαιότερα αγκάθια συνεχίζουν την ανάπτυξη. Τι θάμνος να είναι; Νομίζω πυράκανθος, αλλά δεν είμαι σίγουρος. Παρακαλώ όποιος έχει την καλοσύνη να μου τον αναγνωρίσει.

Επίσης
φωτογραφίστηκε τελικά το υδρόβιο φυτό.
Η φωτογραφία βρίσκεται στο τέλος του άρθρου. Όποιος λοιπόν το ξέρει ή βρίσκεται πάνω-κάτω στη σωστή αναγνώριση μπορεί να κάνει σχόλιο είτε σ’εκείνο το άθρορ είτε εδώ.

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.