Category: ζώα


Λίγες μέρες πριν είχα κάνει την παρουσίαση ενός πολύ καλού ιστολογίου, του
Catalogue of Organisms
ενός Christopher Taylor εντομολόγου και ταξινομιστή, που όμως έχει ασχοληθεί μ’όλους τους κλάδους της πολυποίκιλης ζωής. Αυτός λοιπόν συμμετέχει και σε μια άλλη σελίδα, την οποία γνώριζα κι επισκεπτόμουν από παλιά, και σχεδίαζα να την παρουσιάσω κάποτε κι εδώ.

Η σελίδα αυτή είναι ο Παλαιός (Palaeos), μια σελίδα που ασχολείται με το βίο και το χρόνο. Στην αρχή της σελίδας γράφει με ελληνικά γράμματα “παλαιός”, κι από κάτω υπάρχει η ενότητα “χρόνος”, κι από κάτω η ενότητα “βίος”. Με λίγα λόγια, καλύπτει θέματα γεωλογίας και γεωλογικών περιόδων, εξέλιξης, οικολογίας (εξέλιξης των οικοσυστημάτων από παλαιότερα έως σήμερα), εξαφανισμένων και αρτίγονων ομάδων ειδών (από μονοκύτταρους έως φυτά και ζώα), την περιγραφή τους και την ταξινόμησή τους. Η ταξινόμηση που χρησιμοποιεί είναι ως επί το πλείστον η
κλαδιστική,
ένα νέο ταξινομικό σύστημα εναλλακτικό του παραδοσιακού που εμφανίστηκε στα μέσα του 20ου αι. και κατατάσσει τις ομάδες των οργανισμών σε κλάδους που αποτελούνται από προγόνους και τους απογόνους τους.

Επειδή στη σελίδα υπάρχει αρκετή κλαδιστική ορολογία, είναι σκόπιμο να διασαφηνίσω τους πιο σημαντικούς όρους. Όταν μια ομάδα αποτελείται λοιπόν από τον κοινό πρόγονο κι όλους τους απογόνους του, χαρακτηρίζεται ως μονοφυλετική κι αυτός είναι ο ιδανικός κλάδος, π.χ. τα χερσαία φυτά ή τα θηλαστικά. Όταν τώρα αποτελείται από τον κοινό πρόγονο, αλλ’όχι απ’όλους τους απογόνους, τότε θεωρείται παραφυλετική και η χρήση της τείνει ν’αποφεύγεται, όμως συχνά υπάρχουν περιπτώσεις που δε μπορεί ν’αποφευχθεί, όπως στην περίπτωση των προγενέστερων ομάδων ενός κλάδου, οπότε κατ’ανάγκη χρησιμοποιείται. Τα
ερπετά
είναι μια τέτοια ομάδα, αφού δεν περιέχει τις δύο μονοφυλετικές απογόνους της, τα πουλιά και τα θηλαστικά. Τέλος μια ομάδα αν αποτελείται από μέλη διαφορετικών κλάδων είναι πολυφυλετική, άρα και καθαρά τεχνητή ομάδα που δε θά’πρεπε να υπάρχει κι αποφεύγεται ακόμα και στην κλασική ταξινόμηση, π.χ. όλα τα μονοκύτταρα πρωτόζωα. Ένα χαρακτηριστικό τώρα που κληρονομείται από τον πρόγονο σε μια ταξινομική ομάδα ή είδος χαρακτηρίζεται πλησιομορφία, π.χ. η σπονδυλική στήλη των σπονδυλωτών. Ένα χαρακτηριστικό που εξελίσσεται σε κάποιον συγκεκριμένο κλάδο και τον κάνει ν’αποκλίνει από την προγονική κατάσταση χαρακτηρίζεται απομορφία, π.χ. τα φτερά των πουλιών ή ο τρόπος αναπαραγωγής των πλακουντοφόρων θλαστικών, ενώ οι απομορφία που μοιράζονται όλα τα μέλη ενός κλάδου λέγεται συναπομορφία, π.χ. όλα τα πλακουνοφόρα θηλαστικά αναπαράγονται κατά τον ίδιο τρόπο. Τέλος ένα χαρακτηριστικό που εμφανίζεται με ανεξάρτητη εξέλιξη ή με αταβισμό σε διαφορετικούς κλάδους, χωρίς να υπήρχε στον κοινό πρόγονο, χαρακτηρίζεται ομοπλασία, π.χ. τα φτερά των πουλιών κι αυτά των εντόμων, που έχουν εξελιχθεί εντελώς ανεξάρτητα από εντελώς διαφορετικά όργανα αν κι έχουν τον ίδιο σκοπό.

Η κλαδιστική ταξινόμηση δεν είναι εύκολη. Για την κατάταξη των οργανισμών χρησιμοποιούνται και μορφολογικά και γενετικά κριτήρια. Η μορφολογία συχνά απατά, λόγω της δυσκολίες μερικές φορές του διαχωρισμού απομορφιών κι ομοπλασιών. Όμως και η γενετική δεν είναι πάντοτε τόσο βέβαιη, όπως θα νομίζαμε, αφού κι εδώ μπορούν μεταλλάξεις να εμφανιστούν τυχαία που
δίνουν ψευδή εντύπωση συγγένειας σε μακρινές μεταξύ τους ομάδες.

Σκοπός της κλαδιστικής είναι η αποκατάσταση των βαθύτερων εξελικτικών σχέσεων των οργανισμών, και η τοποθέτησή τους στο λεγόμενο δέντρο της ζωής, ένα διάγραμμα που θ’αναπαριστά όλο το σύνολο των ζωντανών οργανισμών από τον κοινό τους πρόγονο έως τις πιο λεπτές του διακλαδώσεις. Για να παρασταθούν οι διάφορες ομάδες των οργανισμών, στην κλαδιστική χρησιμοποιούνται κλαδογράμματα, διαγράμματα με τη μορφή δέντρου, όπου υπάρχει μια βάση, ο πρόγονος, διχοτομητικές συνήθως διακλαδώσεις που αναπαριστούν τις μεταγενέστερες ομάδες, οι οποίες επίσης μπορούν να διακλαδίζονται θεωρητικά επ’άπειρον. Τέτοια διαγράμματα υπάρχουν για όλες τις ομάδες που εξετάζονται στην εν λόγω σελίδα. Αυτό είναι και το κύριο μειονέκτημα της κλλαδιστικής μεθόδου, δεν έχει σαφείς προκαθορισμένες ταξινομικές ομάδες όπως οι παραδοσιακή με τα βασίλεια, τις συνομοταξίες, τις ομοταξίες, τις τάξεις κλπ – οι διακλαδώσεις μπορεί νά’ναι πάρα πολλές, η μία μέσα στην άλλη. Σήμερα άλλοι επιστήμονες χρησιμοποιούν και τις δύο ταξινομικές μεθόδους, άλλοι περισσότερο τη μία ή την άλλη.

Ο παλαιός ιδρύθηκε λοιπόν από τους Toby White και Alan Kazlev. Αργότερα προσχώρησε και ο Christopher Taylor, ο Mikko Haaramo του τμήματος γεωλογίας του Πανεπιστημίου του Ελσίνκι, κι ο Chris Clowes. Αρχικά δεν είχε πολύ σοβαρό σκοπό, σύντομα όμως επεκτάθηκε σε μια μεγάλη βάση δεδομένων για τη ζωή και τη γεωλογική ιστορία. Τόσο μεγάλη, ώστε και καθηγητές πανεπιστημίου τη χρησιμοποίησαν ως πηγή, ενώ έχει και την
ανάλογη καταχώριση
στην αγγλική wikipedia. Το εγχείρημα ξεκίνησε αρχικά ως σελίδα
palaeos.com
όμως πρόσφατα επεκτάθηκε επίσης και σε μορφή wiki, κάτι ανάλογο της wikipedia, όπου το περιεχόμενο χωρίζεται σε ενότητες τις οποίες τα μέλη μπορούν να γράφουν και να διορθώνουν εύκολα, το
palaeos.org.

Επισκεφθείτε τους παραπάνω συνδέσμους, έχουν πραγματικά πάρα πολύ υλικό. Μάθετε για την γεωλογική ιστορία του πλανήτη μας, την ιστορία των οικοσυστημάτων, την ιστορία, την εξέλιξη, τα χαρακτηριστικά και την εκπληκτική ποικιλία των διαφόρων ομάδων της ζωής παλιά και σήμερα, τις μεθόδους ταξινόμησης και τα σχετικά. Είναι η πορεία της θαυμαστής ζωής μέσ’από τον μακρινό χρόνο ως σήμερα.

Η ζωή παρουσιάζει τεράστια ποικιλία, αυτό είναι κάτι καταφανές για κάθε κάτοικο του πλανήτη. Σκεφθείτε απλά την τεράστια ποικιλία από απλούς μονοκύτταρους προκαρυωτικούς οργανισμούς έως πρωτόζωα, φύκη, μύκητες, φυτά και ζώα, καθώς και την ποικιλία μεταξύ οργανισμών της ίδιας ομάδας, όπως σκουλήκια, μύγες, άνθρωποι, όλα ζώα. Είναι εκπληκτική όλη αυτή η ποικιλία, με τον κάθε οργανισμό σε μια ορισμένη θέση στο οικοσύστημα. Ακόμα εκπληκτικότερο όμως είναι η προέλευση όλης αυτής της ποικιλίας μέσω της συνεχούς διαδικασίας της εξελίξεως. Κάθε είδος προσαρμόστηκε και προσαρμόζετε στις ιδιαίτερες συνθήκες και πιέσεις του εκάστοτε περιβάλλοντος, κι έτσι σιγά-σιγά αλλάζει και στη μορφή και στα χαρακτηριστικά και τις συνήθειες, ώστε να ταιριάξει καλύτερα. Όποιο δεν προσαρμόζετε ικανοποιητικά, αρ΄γα ή γρήγορα εξαφανίζεται. Κι ακόμα εκπληκτικότερο είναι η προέλευση όλης αυτής της ποικιλίας, μορφών αρχικά που μοιάζουν άσχετες μεταξύ τους, από έναν και μοναδικό κοινό πρόγονο πριν σχεδόν τέσσερα δισεκατομμύρια χρόνια, πιθανότατα έναν απλούστατο μονοκύτταρο οργανισμό ή και κάτι απλότερο, όπως μας δείχνουν τα βασικότατα κοινά που ενώνουν όλη τη ζωή. Αρχικά φαίνεται δυσκολοπίστευτο αυτό, δηλαδή τόσοι πολλοί οργανισμοί να προήλθαν από κάτι τόσο απλό μόνο με τη διαδικασία της εξέλιξης και της φυσικής επιλογής, αλλ’όπως είπε και ο ίδιος ο Δαρβίνος, μολονότι φαίνεται ασύλληπτο απ’τις νοητικές μας δυνατότητες, αν σκεφτούμε πόσο πολύς χρόνος πέρασε (όχι εκατοντάδες ή χιλιάδες χρόνια που μετρούμε την ιστορία μας, αλλά εκατομμύρια ή εκατομμύρια εκατομμυρίων), και πόσο αργή ήταν η διαδικασία της προσαρμογής, με τη διαδοχική συσσώρευση απλών κι ανεπαίσθητων τροποποιήσεων(υπάρχουν περιπτώσεις σχετικά απότομης εξέλιξης, αλλ’ως επί το πλείστον η εξέλιξη είναι μια αργή, σταδιακή διαδικασία), μπορούμε να το δεχτούμε. Στο μυαλό μας όμως αναγκαία η διαδικασία αυτή θα πρέπει να πάρει απλό και σύντομο χαρακτήρα.

Αυτή λοιπόν όλη η ποικιλία της ζωής θα πρέπει κάπως να ταξινομηθεί, ώστε να γίνουν σαφέστερες οι διαφορές μεταξύ των ομάδων, να γίνεται καλύτερα η αναγνώριση των οργανισμών, και, το σημαντικότερο όλων, να αποκατασταθούν οι εξελικτικές σχέσεις, το δέντρο της ζωής όπως λέγεται, αυτό το τεράστιο οικογενειακό δέντρο που ενώνει όλα τα έμβια όντα. Από αρχαιοτάτων χρόνων γινόταν ταξινομήσεις, όπως αυτή ανάμεσα στα φυτά και στα ζώα. Αργότερα έγιναν άλλες βασισμένες σε γενικά χαρακτηριστικά των οργανισμών, όπως ανάμεσα σε φυτοφάγα και σαρκοφάγα. Πολύ αργότερα αναγνωρίστηκαν άλλα σταθερότερα και πιο αξιόπιστα χαρακτηριστικά, που μπορούσαν να την ορίζουν σαφέστερα. Πατέρας τις σύγχρονης ταξινομικής θεωρείται ο Σουηδός φυσιοδίφης Κάρολος Λινναίος, ο οποίος βασισμένος σ’αυτήν τη νέα μέθοδο ταξινόμησε τη ζωή σ’ένα εύχρηστο ιεραρχικό σύστημα. Το σύστημα αυτό σύντομα επεκτάθηκε από μεταγενέστερους, και σήμερα αποτελείται από 8 κύριες βαθμίδες (επικράτεια, βασίλειο, συνομοταξία (ζωολογία) ή διαίρεση (βοτανική), οι διαφορές προέκυψαν διότι οι δύο αυτοί κλάδοι παρέμεναν χωριστοί για πολλά χρόνια, ομοταξία ή υποδιαίρεση, τάξη, οικογένεια, γένος και είδος. Το είδος είναι η μόνη φυσική και θεμελιώδης ταξινομική ομάδα. Αυτό το σύστημα στη σύγχρονή του μορφή αντανακλά σε γενικές γραμμές τις εξελικτικές σχέσεις των ογανισμών. Ο Δαρβίνος μάλιστα είχε παρατηρήσει στην εποχή που η εξέλιξη δεν ήταν ακόμα δεκτή ότι οι χαρακτήρες στους οποίους βασίζονται οι φυσιοδίφες για την ταξινόμηση των οργανισμών είναι αυτοί που τείνουν να είναι οι πιο βασικοί και να ποικίλουν λιγότερο, και κάνοντας έτσι, ασυνείδητα τους ταξινομούν με βάση την εξέλιξη. Όμως πιο πρόσφατα, προς τα τέλη του 20ου αι. ένα άλλο διαδέχθηκε, ή μάλλον συμπλήρωσε το λινναϊκό σύστημα, αυτό τις κλαδιστικής. Η
κλαδιστική ταξινόμηση
θεωρεί πως φυσικές είναι μόνο μονοφυλετικές ομάδες, δηλαδή ομάδες αποτελούμενες από τον κοινό πρόγονο και τους απογόνους του. Αυτό όμως το σύστημα αφήνει σε προβληματική θέση ομάδες ή είδη προγονικά προς επόμενους κλάδους, τα οποία θα πρέπει κι αυτά να ταξινομηθούν κάπου. Τα
ερπετά
είναι ένα τέτοιο παράδειγμα. Ενώ η κλασική ταξινόμηση τ’αναγνωρίζει ως γνήσια ομοταξία σπονδυλωτών, κατά την κλαδιστική είναι μια παραφυλετική ομάδα, που δηλαδή δεν περιλαμβάνει τις δύο απόγονες αποδεδειγμένα μονοφυλετικές, τα θηλαστικά και τα πουλιά. Αυτό φέρνει τους κλαδιστές σε δύσκολη θέση, αναγκάζοντάς τους είτε να περιλάβουν μία από τις απόγονες ομάδες ή να σπάσουν όλη την ομοταξία σε μικρότερες μονοφυλετικές ομάδες, αφήνοντας όμως πάλι τους βασικούς προγόνους ακάλυπτους. Γι’αυτό και σήμερα κυρίαρχούν και τα δύο ταξινομικά συστήματα, και η χρήση του ενός ή του άλλου καθορίζεται από τα χαρακτηριστικά τις κάθε ομάδας κι από τις προτιμήσεις του κάθε επιστήμονα. Συνήθως όμως τα συστήματα αλληλοσυμπληρώνονται.

Η ταξινόμηση των οργανισμών δεν είναι τόσο εύκολη υπόθεση όπως φαίνεται, παρόλα τα νέα εργαλεία που μας είναι διαθέσιμα, όπως η γενετική ανάλυση της συγγένειας μεταξύ ειδών κι ομάδων που χρησιμοποιείται ευραίως. Συχνά περιπλέκεται όταν ένα ειδος ή ομάδα δεν έχει κοντινούς ζωντανούς συγγενείς ώστε να τοποθετηθεί κάπου με βεβαιότητα, ή όταν η ομάδα είναι ιδιαίτερα πολυπληθής κάνοντας ενίοτε το διαχωρισμό μεταξύ των ειδών και των ποικιλιών δύσκολη, ή όταν κάποιος οργανισμός ή ομάδα έχει εξαφανιστεί και οι επιστήμονες βασίζονται σε ασαφή απομεινάρια χωρίς νά’χουν στη διάθεσή τους γενετικά στοιχεία, ή και για πολλούς άλλους λόγους. Η ταξινομική είναι μεγάλο κομμάτι της βιολογίας που απασχολεί αρκετούς επιστήμονες, με κύριους κλάδους τη συστηματική, την κατάταξη δηλαδή των οργανισμών, αλλά και την ονοματολογία, τον καθορισμό των ονομάτων για τις διάφορες ομάδες και είδη. Τα επίσημα παγκόσμια επιστημονικά ονόματα των ομάδων και των ειδών έχει καθιερωθεί ήδη από το Λινναίο νά’ναι στα λατινικά. Ακόμα δηλαδή και οι Ασιάτες που δεν έχουν καμία σχέση με τον Ευρωπαϊκό πολιτισμό θα πρέπει να χρησιμοποιούν αυτούς τους όρους εάν πρόκειται να αναγνωριστεί η δουλειά τους. Εδώ να πω πως πολλά από τα λατινικά ονόματα είναι είτε εν μέρει, είτε εξολοκλήρου, ελληνικής προέλευσης.

Όπως είπα και στην αρχη, η ζωή παρουσιάζει τεράστια ποικιλία. Όμως η μεγαλύτερη αυτής της ποικιλίας εντοπιζόταν κι εντοπίζεται σε μικρούς και αφανείς, συνήθως όμως όχι σπάνιους, οργανισμούς που ζουν παντού ανάμεσά μας, κοντά μας, πάνω μας, μέσα μας. Αυτοί οι μικροοργανισμοί είναι συνήθως μικροσκοπικοί, δε φαίνονται δηλαδή με γυμνό μάτι, και μπορεί να είναι μονοκύτταρα βακτήρια ή ευκαρυωτικοί οργανισμοί, μύκητες ή μικροσκοπικά αρθρόποδα. Άλλοι επίσης μπορεί νά’ναι μεγαλύτεροι κι αναγνωρίσιμοι, όμως να μην τους δίνουμε και μεγάλη σημασία, παρά την τεράστια ποικιλία τους όπως τα έντομα, τα αραχνοειδή ή τα βρύα. Η ποικιλία λοιπόν όλον αυτών των οργανισμών είναι πολύ μεγαλύτερη αυτής των μακροσκοπικών. Περίπου το 80% των ζωικών είδών για παράδειγμα αποτελούν τ’αρθρόποδα, με πολυπληθέστερη ομάδα τα έντομα (σχεδόν 1,4-1,8 εκατομμύρια είδη), ενώ άλλοι τα υπολογίζουν μαζί με τα ακόμα μη αναγνωρισμένα κατά προσέγγιση στα 5-10 εκατομμύρια είδη. Δεύτερη ομάδα σε ποικιλία είναι τα γαστερόποδα μαλάκια (σαλιγκάρια, γυμνοσάλιαγκες κλπ) στα … είδη. Η ταξινόμηση αυτών των οργανισμών κάποτε παρουσιάζει ιδιαίτερες δυσκολίες, για παράδειγμα μπορεί οι διαφορές μεταξύ των ομάδων νά’ναι πολύ λεπτές και δυσδιάκριτες, και συχνά δύσκολες στην παρατήρηση. Άλλες φορές πάλι μπορεί ένα είδος, συνήθως για μικροσκοπικά ή σπάνια είδη, νά’χει περιγραφεί από έναν επιστήμονα αρχικά και κάποιος άλλος αργότερα να το ξαναπεριγράψει αγνοώντας τη δουλειά του προηγούμενου. Αυτό μπορεί να διορθωθεί, ιδίως αν υπάρχει και δείγμα το οποίο μπορει να συγκρίενι ο νεότερος επιστήμονας. Μπορεί όμως το δείγμα να μην είναι αναγνωρίσιμο ή οι περιγραφές νά’γιναν με διαφορετικούς τρόπους απ’τον καθένα, ώστε τελικά το παλαιότερο είδος να μη βρεθεί. Έτσι σιγά-σιγά μαζεύονται άχρηστα, πραγματικά κενά ονόματα.

Εάν λοιπόν επιχειρήσετε να μπείτε στον κόσμο των μικρών αυτών οργανισμών, σύντομα θα μαγευτείτε και σίγουρα με λίγη ενασχόληση θ’αποκτήσετε άλλη εικόνα της ζωής του πλανήτη μας. Εγώ ο ίδιος δε γνώριζα την τεράστια ποικιλία αυτών των οργανισμών, ώσπου ανακάλυψα κάποιες σχετικές σελίδες. Μπορώ να πω πως αποτελούν ένα μικρ΄΄οκοσμο που ζει σ’όλες τις θέσεις του δικού μας, από γνώριμα περιβάλλντα όπως το έδαφος και τα πεσμένα φύλλα ή και το ίδιο μας το σώμα έως αφιλόξενα μέρη φαινομενικά ακατάλληλα για ζωή, όπως οι υποθαλάσσιες υδροθερμικές πηγές και τα βάθη της Γης, με το κάθε είδος νά’χει τις δικές του ιδιαίτερες, πολλές φορές απίστευτες, προσαρμογές για να επιβιώσει στο ιδιαίτερο περιβάλλον του. Είναι ένας παράξενος, παραμελημένος, όμως πανταχού παρόν κόσμος.

Ο Christopher Taylor είναι Νεοζηλανδός εντομολόγος και ταξινομιστής που τώρα δουλεύει για αναγνώριση χερσαίων αρθροπόδων στην Πέρθη της Αυστραλίας. Από το 2007, από τότε που ακόμα ήταν φοιτητής, άνοιξε ένα ιστολόγιο με τίτλο “Catalogue of organisms” (Κατάλογος των Οργανισμών), που μπορείτε να το επισκεφθείτε
εδώ.
Φυσικά δε μπορεί να είναι πραγματικός κατάλογος των οργανισμών, όμως είναι μια τεράστια συλλογή άρθρων με φωτογραφίες, πληροφορίες, εμπειρίες και παραπομπές για διάφορες ομάδες οργανισμών. Μεγαλύτερη αντιπροσώπευση έχει εννοείται το πεδίο της ειδικότητάς του, τα αρθρόποδα, όμως κι άλλες ομάδες όπως μαλάκια, σκώληκες, βακτήρια, μονοκύτταροι ευκαρυωτικοί, εξαφανιισμένοι οργανισμοι διαφόρων ομάδων κ.ά. έχουν αρκετή αντιπροσώπευση. Στην πραγματικότητα καμία ομάδα δε μένει έξω, κι έτσι υπάρχουν δημοσιεύσεις για θηλαστικά, πουλιά, ερπετά, ψάρια κι όλα τα σπονδυλωτά, μύκητες, αγγειώδη φυτά, κοράλια, κ.ά. Ακόμα και οι ιοί αναφέρονται. Τα άρθρα είναι οργανωμένα κατά ενότητα στο
Μεγάλο Πίνακα περιεχομένων
της σελίδας, ο οποίος ανανεώνεται κάθε φορά που μαζεύονται πολλά νέα άρθρα. Η σελίδα ανανεώνεται πολύ συχνά, συνήθως υπάρχουν νέα θέματα κάθε εβδομάδα, αν σκεφτούμε πως ο συγγραφέας γράφει εκεί όταν έχει ελεύθερο χρόνο. Αυτό δεν ειναι το μόνο του ιστολόγιο. Διατηρει και το
Variety of Life
(Ποικιλία της Ζωής) όπου παρουσιάζει διάφορες ταξινομικές ομάδες ξεχωριστά με τα βασικά τους χαρακτηριστικά, τα είδη που περιέχουν, μερικές φορές και την ταξινομική τους ιστορία, πάντοτε με τις παραπομπές στο τέλος μιας και τα περισσότερα εκεί δεν είναι δική του δουλειά. Κι αυτό επίσης ανανεώνεται συχνότατα. Έχει ακόμα και το
Linnaeus’ Legacy
(Κληρονομιά του Λινναίου), κάτι σαν βιβλίο που επαναδημοσιεύεται, το οποίο έχει ν’ανανεώσει από το 2009.

Πρώτο και καλύτερο πάντως θεωρώ το Catalogue of Organisms, μετά το Variety of Life. Το πιο βαρετό ωστόσο, για μένα τουλάχιστον, κομμάτι μου φαίνεται πως είναι οι επί μακρόν αναλύσεις στην ταξινόμηση και την ταξινομική ιστορία της κάθε μικρής ομάδας. Η ταξινόμηση είναι μια πολύπλοκη και άκρως γραφειοκρατική διαδικασία, που όμως θα πρέπει να γίνει από κάποιον.

Καλή περιήγηση! Εύκολα θα μπείτε, αλλά δύσκολα θα βγείτε!

Μερικά άρθρα ήταν τόσο ενδιαφέροντα ώστε τα μετέφρασα και τα δημοσίευσα στο δικό μου ιστολόγιο όπως αυτο για τους
ποδοστημονίδες,
μία οικογένεια υδρόβιων φυτών με πολλά μέλη που δεν έχουν διακριτούς βλαστούς, ρίζες και φύλλα, το
μικρομάλθο,
ένα ξυλοφάγο σκαθάρι με υπερβολικά σύνθετο κύκλο ζωής, του οποίο τα αρσενικά τρώνε τη μάνα τους μόλις γεννηθούν, ένα
είδος μύγας που μιμείται τις προνύμφες των μυρμηγκιών για να παίρνει τζάμπα τροφή (μόνο το θηλυκό),
το
ζώο που βρέθηκε στο μεγαλύτερο βάθος
(ένα είδος νηματώδους σκώληκα), και πιο πρόσφατα
για αινιγματικά απολιθώματα χερσαίων οργανισμών της Κάμβριας περιόδου.
Αναμένονται κατά καιρούς να δημοσιεύονται παρομοίως κι άλλα.

Αυτό θα πει γεννάει ωσάν κουνέλα. Σήμερα είχα και ΄την έβδομη γέννα της κουνελίτσας μου. Για όσους με παρακολουθούν τακτικά, θα ξέρουν πως έχω μια αγαπημένη κουνέλα,
τη Λίμπο,
η οποία έχει γεννήσει πολλές φορές, και ίσως έχουν κουραστεί από τις τόσες γέννες που διάβασαν. Πράγματι, η κουνέλα μου μέσα σ’ένα χρόνο, από πέρυσι το Μάιο ως φέτος τον ίδιο μήνα, έχει κάνει 26 παιδιά. Αυτή η γέννα όμως ήταν απρογραμμάτιστη, όπως και
η πέμπτη.

Στη μάνα Λίμπο με οδήγησε η μικρή μου πεντάχρονη ξαδερφούλα. Είχε έρθει εδώ με τον αδερφούλη της 4 χρονών και τον πατέρα της από το Βόλο για να μας δουν αυτό το Σαββατοκύριακο. Σήμερα λοιπόν, περίπου στις 11 παρά κάτι, ήρθε και με ξύπνησε λέγοντας “Στέφανε, Στέφανε, ξύπνα, τρέξε γέννησε η Λίμπα σου κουνελάκια!” Η ίδια έχει ιδιαίτερη αδυναμία τα κουνέλια, και κατενθουσιασμένη με πήγε στη Λίμπο. Όπως με είπε η γιαγιά μου, είχε δει μαλλάκι σ’ένα σημείο, κάτι να κουνιέται ενώ η Λίμπο είχε αδυνατίσει απότομα. Στην αυτοψία μου βρήκα τη Λίμπο πιο ξεφουσκωμένη με λιγότερα μαλάκια στην κοιλίτσα, ενώ σ’ένα σημείο κατά μήκος του μπροστινού μέρους του κλουβιού βρίσκοονταν τοποθετημένα μαλακά μαλλάκια με λίγο πριονίδι, κι από κάτω, απ’ό,τι κατάλαβα, τέσσερα κουνελάκια. Μετά όμως, όταν τά’βγαλα ένα-ένα για να κάνω μια καλύτερη φωλιά, κατάλαβα ότι ήταν πέντε! (Ενημέρωση 14/5/2012: Δεν ήταν 5, αλλά 6! Το ένα απλά δεν το είχα σηκώσει χθες.) Έτσι εξηγείται το υπερβολικό πάχος της Λίμπο, που το είχα αποδώσει στο πολύ φαΐ. Τα κουνελάκια πάντως λόγω μεγάλου αριθμού γεννήθηκαν μικρότερα, αν κι όλα υγειή και ζεστά. Ακόμα είναι τυφλά, κουφά, γυμνά, χωρίς δόντια και χωρίς σχεδόν καθόλου ικανότητα βάδισης. Με τον καιρό, σύμφωνα με το φυσικό τους χρονοδιάγραμμα, θα αποκτηθούν όλα.

Πέρα από τον εξαιρετικά μεγάλο αριθμό των μικρών και συνεπώς το μικρό τους μέγεθος, η γέννα αυτή διέφερε από προηγούμενες και σε κάτι άλλο. Επειδή δεν είχα προγραμματίσει για κάτι τέτοιο, είχα τη Λίμπο μαζί με κουνελάκια προηγούμενων αναπαραγωγών, με αποτέλεσμα το κλουβί να είναι γεμάτο και η Λίμπο πιθανόν πιο στρεσαρισμένη, παρόλο που φαινόταν μια χαρά
κι έτρωγε υπερβολικά. Τώρα λοιπόν δεν έφτιαξε καθόλου φωλιά μαζεύοντας άχυρα και χαρτιά στο στόμα της, μόνο έκανε ένα μικρό βαθούλωμα κι έριξε λίγα μαλλάκια. Τη φωλιά τη συμπλήρωσα έπειτα εγώ με λωρίδες χαρτιών. Πιστεύω πάντως τώρα που έβγαλα τα υπόλοιπα ζώα πως δε θα υπάρχει κανένα πρόβλημα και η μανούλα τους θα τα προσέχει.

Αρχικά δε μπορούσα να προσδιορίσω το χρόνο γονιμοποίησης. Γρήγορα όμως έφτασα στις 13 Απριλίου, οπότε εγώ με το φίλο μου στο χωριό το Πάσχα μετακινούσαμε τα κουνέλια από το ένα μέρος στο άλλο. Ίσως, κάπως, ο Πίπης (ο αρσενικός που είναι μαζί με τη Λίμπο) νά’ρθε σ’επαφή με τη Λιμπίτσα κι έτσι αυτή να γονιμοποιήθηκε. Πάντως το ειδος αυτό είναι τέλεια προσαρμοσμένο για ταχεία αναπαραγωγή. Πιθανότατα ο κούνελος με μια μόνο πράξη σχεδόν πάντοτε επιτυγχάνει, ενώ και οι κουνέλες έχουν το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό να έχουν ωορηξία μετά τη συνεύρεση, έτσι θεωρητικά δεν υπάρχει περίπτωση να μη συλλάβουν κατά την παραγωγική ζωή τους, εφόσον είναι υγειείς. Παρόμοιο σύστημα έχουν και οι γάτες και τα υπόλοιπα άγρια αιλουροειδή. Αυτή η στρατηγική είναι ιδιαίτερα χρήσιμη στα κουνέλια, που στο φυσικό τους περιβάλλον τρώγονται από κάθε είδους θηρευτή.

Τώρα μπορώ επίσης να εξηγήσω, πέρα από το πολύ βάρος, και την παράξενη συμπεριφορά της Λίμπο. Τις τελευταίες μέρες ήταν κάπως ανήσυχη μόλις προσπαθούσα να τη σηκώσω και πιο τεμπέλα. Γενικά δεν είναι υπερδραστήριο κουνέλι, όμως τώρα η αδράνειά της ήταν υπερβολική. Συχνά έτρωγε ξαπλωτή, και ξάπλωνε κουρασμένη ακόμα και μετά από λίγα μεγάλα πηδήματα. Παρατήρησα επίσης κάτι άλλο ενδιαφέρον – τα υπόλοιπα δύο κουνέλια στο κλουβί απέφευγαν να πειράζουν τη φωλιά και τα μικρά. Πιθανόν υπάρχει ένστικτο που τα επιτρέπει να τ’αναγνωρίζουν.

Πλέον βρίσκομαι σε μια συγκεχυμένη κατάσταση. Δεν έχω να δώσω τα μικρά. Ευτυχώς για τα παλιά κουνελάκια, αναμένεται να φύγουν μέσα στη βδομάδα σε άτομα που θα μπορούν να τα φροντίσουν και να τ’αγαπήσουν, όπως έγινε και με τα προηγούμενα μικρά. Από τους ανθρώπους αυτούς, τους περισσότερους τους γνωρίζω κι έτσι μπορώ να τους επισκέπτομαι κάποτε ώστε να βλέπω την πορεία του κουνελιού τους, άρα μπορώ νά’μαι σίγουρος πως περνάει εκεί καλά. Τα τωρινά όμως μ’έφεραν σε δύσκολη θέση. Εντούτοις θα προσπαθήσω να ψάξω άτομα το καλοκαίρι, πιστεύω πως θα βρω.

Η στείρωση πλέον δε μου φαίνεται και η καλύτερη επιλογή για τη Λίμπο μου. Η ηλικία της προχώρησε, αναπαρήχθη πολλές φορές, είναι λίγο στρουμπουλή, παράγοντες που κάνουν την επέμβαση πιο επισφαλή. Επίσης φοβάμαι πιθανό λάθος ή προβληματική αντίδραση της κουνελίτσας μου στη διαδικασία. Μπορώ ωστόσο να δώσω τον Πίπη, κάτι πάλι δύσκολο μιας κι αυτός είναι το δεύτερο αγαπημένο μου κουνέλι και θα πρέπει οπωσδήποτε να πάει σε συγκεκριμένο άνθρωπο δεσμευμένο να τον αγαπά και να τον φροντίζει κατάλληλα για το υπόλοιπο της ζωής του, τον οποίον θα γνωρίζω ώστε να μπορώ να πλληροφορούμε για το ζώο. Πάντως η Λίμπο δε θα φύγει από μένα ποτέ! Αυτό είναι το μόνο σίγουρο.

Ενημέρωση 14/5/2012: Παρατήρησα αλλαγή στη συμπεριφορά της Λίμπο. Ενώ όταν γέννησε ήταν μαζί με τ’άλλα κουνέλια και τα υπόλοιπα δεν ενοχλούσαν τα μικρά, σήμερα βάζοντας πειραματικά μαζί με τη μάνα μια ενήλικη κουνέλα από παλαιότερη γέννα πρόσεξα πως αντέδρασε άκρως επιθετικά, ανεβαίνοντας πάνω της και δαγκώνοντας λίγο και κάνοντας κινήσεις σαν της σεξουαλικής πράξης του αρσενικού. Εδώ να διευκρινήσω ότι τέτοια συμπεριφορά γίνεται και για λόγους κυριαρχίας στα κουνέλια, σαν να λέμε: “Σε γάμησα και σε κανόνισα, φύγε και μη μ’ενοχλείς!” Επίσης το όργανο της Λίμπο είναι ακόμα διεσταλμένο από τη γέννα, και συνήθως επανέρχεται σε 2-3 μέρες. Το εξέτασα για τυχόν αίμα ή κάτι άλλο που μπορεί να την ενοχλεί (στην πρώτη γέννα έβγαλε λίγο αίμα και την επόμενη μέρα, γι’αυτό). Έπειτα έπιασα τον Πίπη με τη μυρωδιά της περιοχής της Λίμπο κι έγινε άλλο παράξενο: Ο Πίπης συνουσιάστηκε με το χέρι μου δύο φορές, κανονικά με εκσπερμάτιση. Έως τώρα ποτέ δε μπόρεσα να φέρω κούνελο σε σεξουαλική διέγερση τεχνητά. Αντίθετα, στις κουνέλες τό’χω πετύχει συχνά, και το χρησιμοποιώ ως δοκιμή για τη σεξουαλική τους ετοιμότητα. Τέλος τα κουνελάκια πήραν όλα γάλα και είναι μια χαρά. Ήδη ένα άρχισε να βγάζει το πρώτο ελαφρύτατο χνούδι ως σκούρα στίγματα, που σημαίνει πως θα γει καφέ. Μόλις τ’ανακατεύεις, κάνουν μια γλυκιά λεπτή φωνούλα, όπως μ’όλα τα νεαρά κουνελάκια που καλούν τη μάνα τους.

Ενημέρωση 20/5/2012: Στην τέταρτη μέρα στις 17 του μηνός, δυστυχώς το μικρότερο απ’τα έξι πέθανε. Όταν πήγα να δω τα κουνελάκια, βρήκα τα πέντε μαζεμένα στο κέντρο της φωλιάς, ενώ το άλλο κρύο και διωγμένο δίπλα. Προφανώς ή δε μπορούσε να σηκώσει το κεφαλάκι του να πιεί γάλα, ή η κουνέλα δε μπόρεσε να το υποστηρίξει. Είναι μικρή κι αυτή, και η παραγωγή γάλακτός της είναι περιορισμένη. Όλες τις φορές μεγάλωνε το πολύ τέσσερα, είναι λογικό να μη μπορεί να στηρίξει έξι. Τα υπόλοιπα πάντως τέσσερα έχουν μεγαλώσει αρκετά. Οι κοιλίτσες τους είναι υπερβολικά φουσκωμένες απ’το γάλα σαν χαρούμενα μπαλονάκια, έχουν βγάλει μαλάκια και σήμερα πρόσεξα ότι βγαίνουν τα μπροστινά δοντάκια. Ακόμα φυσικά δε βλέπουν, τα αφτάκια τους όμως μεγάλωσαν, έχουν τον αφαλό στην κοιλιά τους και δε μπορούν να περπατήσουν σχεδόν καθόλου, περιοριζόμενα στο να γυρίζουν γύρω στη θέση τους και να ψιλοπροχωρούν τρέμοντας ακόμα από αδυναμία. Το εναπομείναν πέμπτο είναι λίγο μικρότερο, ασθενικότερο, δεν έχει βγάλει μαλλιά σ’όλο το σώμα αν κι έχει δοντάκια, εντούτοις θα επιβιώσει αφού έχει φουσκωμένη, αν και λιγότερο, κοιλιτσα, σημάδι πως πίνει το γαλατάκι του. Το συγκεκριμένο θα γίνει καφέ, ενώ απ’τα άλλα τα μεγαλύτερα, το ένα θα βγει άσπρο και τα υπόλοιπα ή γκριζωπά ή καφέ, άλλα ανοιχτότερα κι άλλα σκουρότερα με διάφορα σχήμαρτα και κηλίδες. Πρώτη φορά τόσα καφέ κουνελάκια. Συνήθως είχα μόνο ένα. Αυτό που πέθανε ήδη άρχισε να βγάζει λίγες σκούρες κηλίδες απ’την προηγούμενη μέρα, άρα θα είχαμε ακόμα ένα καφετούλι.

Ενημέρωση 23/5/2012: Σήμερα άνοιξαν τα ματάκια τους και είναι όλα καλά. Γυρίζουν τα κεφαλάκια τους και κοιτάνε, ενώ οι κινητικές τους ικανότητες βελτιώνονται ολοένα και περισσότερο. Σήμερα τα παρακολούθησα να κάνουν λίγα βήματα έξω απ’τη φωλίτσα για να πάρουν γάλα από τη μανούλα τους, δηλαδή άρχισε ο φαύλος κύκλος του ζαλίσματος της μάνας για γάλα και η απομάκρυνσή της. Όταν τα κουνελάκια μεγαλώνουν, έτσι γίνεται. Αυτά θέλουν συνέχεια γάλα, και κυνηγούν τη μάνα τους για να τους δώσει. Αυτή ή δε θέλει εκείνη τη στιγμή ή δεν έχει, και φεύγει πιο πέρα, κι αυτό μπορεί να συνεχιστεί για λίγα λεπτά κάθε φορά, πολλές φορές τη μέρα. Άλλες φορές από το πολύ πείραγμα ενδίδει και τα δίνει, παρόλο που δεν είναι η ώρα τους ακόμα, άλλες τ’αφήνει.
Χθες παρακολούθησα ένα θηλασμό αυτής της γέννας. Ήταν 10 το βράδυ, και τα κουνελάκια ήταν κάπως πιο αδύνατα (σχετικό αυτό, γιατί είναι καλοταΐσμένα και ποτέ η κοιλίτσα τους δε μειώνεται υπερβολικά), και μόλις έβαζα το χέρι πάνω τους σήκωναν τα κεφαλάκια τους ανήσυχα, έβγαζα τις μικρές τους φωνούλες και προσπαθούσαν να μου ρουφήξουν τις άκρες των δαχτύλων. Μετά από λίγο πήδηξε στην περιοχή της φωλιάς η μάνα, κι όλα μαζεύτηκαν από κάτω της αναποδογυρίζοντας, πιάνοντας την κοιλιά της με τα μπροστινά τους άκρα και ρουφώντας από τις θηλές. Αφού ήπιαν ενώ έβγαζαν λίγες φωνούλες, η Λίμπο έφυγε, και στη θέση των ανήσυχων πεινασμένων μικρών βρήκα πέντε φουσκωτές σφιχτές κουνελόσχημες μπαλίτσες που στρυφογύριζαν κι έπαιζαν χαρούμενες. Κάθε φορά που πίνουν γάλα παίρνουν ενέργεια και στρυφογυρίζουν. Υπολόγισα το θηλασμό στα 2 περίπου λεπτά. Τόσο γρήγορα γίνεται, ώστε η κουνελοοικογένεια να μη γίνει στόχος των πολλών της εχθρών στη φύση, που παραμονέυουν παντού.

Φέτος έγινε μια συνταρακτική επιστημονική ανακάλυψη που μας υπενθυμίζει πως δε θα πρέπει να είμαστε σίγουροι για τίποτα, και ιδίως για τη μεταδοσιμότητα των πιο επικίνδυνων ασθενειών. Οι σπογγώδεις εγκεφαλοπάθειες, αυτές οι θανατηφόρες μεταδόσιμες νευροεκφυλιστικές παθήσεις που περιλαμβάνουν τη νόσο των τρελών αγελάδων και το Κρόιτσφελντ-Γιάκομπ των ανθρώπων, μεταδόθηκαν τελικά και στα κουνέλια, τα οποία ως τώρα φαινόταν πλήρως ανθεκτικά στη νόσο, και θεωρούταν από τα λίγα, ίσως και το μοναδικό, θηλαστικό που δεν προσβάλλεται. Αυτή η ανθεκτικότητα καθορίζεται από τη μορφη της πριόν πρωτεΐνης PrP, η οποία καθορίζεται με τη σειρά της από την αλληλουχία των αμινοξέων της που κωδικοποιούνται απ’το αντίστοιχο γονίδιο του οργανισμού.

Η πρωτεΐνη αυτή αποτελεί το κέντρο αυτών των ασθενειών. Τέτοια πρωτεΐνη υπάρχει σε δυο μορφές: στην αβλαβή κυτταρική PrPC που εκφράζεται στα περισσότερα κύτταρα του σώματος, κυρίως όμως στο νευρικό σύστημα όλων των σπονδυλωτών, και στην κακοδιπλωμένη μορφή, ή PrPSc, ανθεκτικότατη μορφή που με απλή επαφή της με τις φυσιολογικές της αναγκάζει να υιοθετήσουν το δικό της σχήμα. Αυτή η κακοδιπλωμένη μορφή δε διασπάται εύκολα κι έτσι δεν απομακρύνεται απ’τα κύτταρα με αποτέλεσμα αυτά να πεθαίνουν στο τέλος απ’την υπερσυσσώρευσή της. Η παθολογική αυτή μορφή επιπλέον είναι εξαιρετικά ανθεκτική στις συνήθεις μεθόδους αποστείρωσης, έτσι μπορεί να μεταδοθεί σπάνια και με ιατρικές επεμβάσεις (ιατρογενές Κρόιτσφελντ-Γιάκομπ). Μεταδίδεται επίσης κι απ’τη διατροφή, όπως στην περίπτωση της επιδημίας των τρελών αγελάδων που τρέφονταν με πρωτεΐνικά συμπληρώματα από νεκρές αγελάδες και πρόβατα με τη νόσο, ή της παραλλαγής κούρου της φυλής των Φόρε των υψιπέδων της Νέας Γουινέας που εξαπλώθηκε από τον τιμητικό κανιβαλισμό των νεκρών. Τέλος ένας ακόμα παράγοντας που επηρεάζει την ανθεκτικότητα ενός οργανισμού στη μόλυνση με τέτοιες πρωτεΐνες άλλου είδους είναι η συγγένειά του με το είδος αυτό. Το πριόν ενός είδους μετατρέπει πολύ αποτελεσματικότερα πριόν του ίδιου ή και πολύ συγγενικού είδους παρόμοιας αλληλουχίας, γι’αυτό κι όσο φεύγουμε από συγγενικά ειδη σε πιο μακρυνά, τόσο δυσκολότερη γίνεται η μόλυνση, ο χρόνος επώασης γίνεται μεγαλύτερος και τα συμπτώματα ίσως τελικά δεν εμφανιστούν στη διάρκεια ζωής του φορέα. Για παράδειγμα, η τρομώδης νόσος των αιγοπροβάτων μολύνει αρκετά εύκολα τα συγγενικά βοοειδή, όμως πολύ δυσκολότερα τα ποντίκια κι ακόμα δυσκολότερα τον άνθρωπο.

Τα κουνέλια ωστόσο αποτελούσαν έως τώρα ειδική περίπτωση. Αν και συγγενείς με τα τρωκτικά (δεν είναι τρωκτικά τα κουνέλια, είναι τα πολύ κοντινά τους λαγόμορφα), φαίνονταν ανθεκτικά σε μολύνσεις με πριόν που μπορούν να προσ΄βαλλουν τα τρωκτικά. Στην πραγματικότητα, αποδείχθηκαν ανθεκτικά στα πριόν κάθε γνωστού είδους. Το μυστήριο αυτό της ανθεκτικότητας διερευνήθηκε γρήγορα με τη μελέτη της κυτταρικής πριόν πρωτεΐνης τους, η οποία, χάρη στην ιδιαιτερη διάταξη των αμινοξέων της και του σημείου που δένει με την κυτταρική μεμβράνη, αποδείχθηκε εξαιρετικά σταθερή. Δείτε μελέτες
εδώ,
εδώ
και
εδώ
για τη σταθερότητα της PrP του κουνελιού.

Τα ανατρεπτικά νέα ήρθαν φέτος το Μάρτιο, όταν ομάδες από ερευνητικά κέντρα της Ισπανίας, της Αγγλίας και των ΗΠΑ ανέφεραν πως κατόρθωσαν να σπάσουν το φραγμό μετάδοσης στα κουνέλια και να μεταδώσουν τελικά τη νόσο και σ’αυτά. Η μελέτη με τίτλο “Τα κουνέλια δεν είναι ανθεκτικά σε πριονική λοίμωξη”
(Rabbits are not resistant to prion infection)
δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό NAS.

Ομάδα 14 επιστημόνων λοιπόν, των Francesca Chianini, Natalia Fernández-Borges, Enric Vidal, Louise Gibbard, Belén Pintado, Jorge de Castro, Suzette A. Priola, Scott Hamilton, Samantha L. Eaton, Jeanie Finlayson, Yvonne Pang, Philip Steele, Hugh W. Reid, Mark P. Dagleish, Joaquín Castilla, των Ερευνητικού Ινστιτούτου aMoredun της Σκοτίας της Βρετανίας, bCIC bioGUNE της Χώρας των Βάσκων της Ισπανίας, Βασκικού Ιδρύματος Επιστημών της Χώρας των Βάσκων της Ισπανίας, Τμήματος Λοιμολογίας του Πανεπιστημιου Σκριπς της Φλόριντας, Εργαστηρίου Μόνιμων Ιογενών Νοσημάτων των Εργαστηρίων των Βραχωδών Ορέων της Μοντάνας των Εθνικών Ινστιτούτων Υγείας των ΗΠΑ, Κέντρου Έρευνας της Υγείας των Ζώων του Αυτόνομου Πανεπιστημίου της Βαρκελόνης της Ισπανίας, και Κέντρου Βιοτεχνολογίας της Μαδρίτης της Ισπανίας, κατόρθωσαν, αν και με μεγάλη δυσκολία, να μολύνουν κουνέλια με τον παράγοντα των σπογγωδών εγκεφαλοπαθειών. Σύμφωνα με τους ίδιους:

Μετάφραση: Bolko

Περίληψη

Η ικανότητα των πριόν να μολύνουν μερικά είδη κι όχι άλλα καθορίζεται από το φραγμό μετάδοσης. Αυτό το ανεξήγητο φαινόμενο οδήγησε στην άποψη ότι ορισμένα είδη δεν ήταν επιρρεπή στις μεταδόσιμες σπογγώδεις εγκεφαλοπάθειες (μσε) κι άρα καθιστούσαν αμελητέο κίνδυνο για την ανθρώπινη υγεία αν καταναλωθούν. Χρησιμοποιώντας την τεχνική της κυκλικής ενίσχυσης της πρωτεΐνικής κακοδίπλωσης (κεπκ), μπορέσαμε να υπερνικήσουμε το φραγμό των ειδών στα κουνέλια, τα οποία έχουν ταξινομηθεί ως ανθεκτικά στις μσε για τέσσερις δεκαετίες. Ομογενοποίημα εγκεφάλου κουνελιού, είτε μη μολυσμένο είτε μολυσμένο σε εργαστηριακές συνθήκες με πριόν σχετιζόμενα με ασθένεια προερχόμενα από διάφορα είδη, υποβλήθηκε σε επαναλαμβανόμενους κύκλους κεπκ. Εκ νέου παρηγμένα πριόν κουνελιού από μη μολυσμένο υλικό ελέγχθηκαν για λοιμογονικότητα σε κουνέλια, με ένα από τα τρία ενδοεγκεφαλικά ενοφθαλμισμένα ζώα να υποκύπτει στην ασθένεια σε 766 μέρες και να παρουσιάζει όλα τα χαρακτηριστικά μιας μσε, αποδεικνύοντας έτσι ότι τα λαγοειδή δεν είναι ανθεκτικά σε πριονική λοίμωξη. Υλικό από τον εγκέφαλο του κλινικά προσβεβλημένου κουνελιού που περιείχε παθολογική πρωτεΐνη πριόν οδήγησε σε ποσοστό προσβολής 100% μετά τον ενοφθαλμισμό του σε διαγονιδιακά ποντίκια που υπερέκφραζαν την πρωτεΐνη πριόν (PrP) του κουνελιού. Η μεταδοσιμότητα στα κουνέλια (χρόνος επώασης πάνω από 470 μέρες) έχει επιβεβαιωθεί σε 2 από 10 κουνέλια μετά από ενδοεγκεφαλικό ενοφθαλμισμό. Παρά το ότι τα κουνέλια πλέον δε μπορούν να ταξινομούνται ως ανθεκτικά στις μσε, είναι απίθανο ένα ξέσπασμα νόσου τρελών κουνελιών.

Πρωτότυπο:

Abstract

The ability of prions to infect some species and not others is determined by the transmission barrier. This unexplained phenomenon has led to the belief that certain species were not susceptible to transmissible spongiform encephalopathies (TSEs) and therefore represented negligible risk to human health if consumed. Using the protein misfolding cyclic amplification (PMCA) technique, we were able to overcome the species barrier in rabbits, which have been classified as TSE resistant for four decades. Rabbit brain homogenate, either unseeded or seeded in vitro with disease-related prions obtained from different species, was subjected to serial rounds of PMCA. De novo rabbit prions produced in vitro from unseeded material were tested for infectivity in rabbits, with one of three intracerebrally challenged animals succumbing to disease at 766 d and displaying all of the characteristics of a TSE, thereby demonstrating that leporids are not resistant to prion infection. Material from the brain of the clinically affected rabbit containing abnormal prion protein resulted in a 100% attack rate after its inoculation in transgenic mice overexpressing rabbit PrP. Transmissibility to rabbits (>470 d) has been confirmed in 2 of 10 rabbits after intracerebral challenge. Despite rabbits no longer being able to be classified as resistant to TSEs, an outbreak of “mad rabbit disease” is unlikely.

Διευκρινίσεις:
1 Ο ενοφθαλμισμός και ο εμβολιασμός είναι το ίδιο πράγμα. Αρχικά σήμαινε την τοποθέτηση οφθαλμού ενός φυτού σ’ένα άλλο, αργότερα η σημασία του όρου επεκτάθηκε.
2 Ενδοεγκεφαλικά γίνεται ο εμβολιασμός για ταχύτερη εκδήλωση των συμπτωμάτων. Το πριόν εισάγεται κατευθείαν στον εγκέφαλο.
3 Η κυκλική ενίσχυση της πρωτεϊνικής κακοδίπλωσης
(protein misfolding cyclic amplification)
είναι μια διαδικασία ανάλογη της
αλυσιδωτής αντίδρασης πολυμεράσης (pcr).
Εδώ όμως δεν έχουμε dna, αλλά πριόν. Ποσότητα κακοδιπλωμένου πριόν τοποθετείται μαζί με αρκετό φυσιολογικό, κι έπειτα περνά από κύκλους υπερήχων ώστε τα συσσωμάτώματά του (η παθολογική μορφή συναντάται σχεδόν πάντοτε συσσωματωμένη, όχι μεμονωμένα μόρια) να σπάσουν για να μπορέσουν τα μόρια του να βρουν όσο το δυνατόν περισσότερα φυσιολογικά ώστε να τα επηρεάσουν. Σιγά-σιγά το ποσοστό του κακοδιπλωμένου πριόν αυξάνεται.
4 Η ομογενοποίηση, δηλαδή η πλήρης διάλυση όλων των κυττάρων ενός ιστού, γίνεται όταν δε μας ενδιαφέρουν τα κύτταρα, αλλά άλλα στοιχεία του ιστού, π.χ. να μετρήσουμε το ποσοστό ενος στοιχείου, ενός φαρμάκου, της πρωτεΐνης, των υδατανθράκων κ.ά. Στην περίπτωση της πριονικής έρευνας το ομογενοποίημα εγκεφάλου χρησιμοποιείται συχνά για ενοφθαλμισμό ζώων ή ως υλικό προς κεπκ.

Η παραπάνω μελέτη δε θα πρέπει να προκαλέσει ανησυχία. Αν κι εμένα μου φάνηκε υπερβολικά παράξενο και ομολογουμένως τρόμαξα και κάπως ζαλίστηκα μόλις το πρωτοάκουσα, δηλαδή τα κουνέλια να παθαίνουν Κρόιτσφελντ-Γιάκομπ ενώ τόσο καιρό πιστευόταν ότι έχουν ανοσία. Δε θα πρέπει ν’ανησυχούμε καθόλου διότι πρώτον και σημαντικότερο, τα κουνέλια δεν εμφανίζουν από μόνα τους σποραδικά τέτοια ασθένεια όπως τα μηρυκαστικά κι ο άνθρωπος, αλλά την έπαθαν ύστερα από επιτηδευμένη μόλυνση. Επίσης δε μεταδίδεται εύκολα εάν ο οργανισμός δεν καταναλωθεί. Για μας δηλαδή που αγαπάμε τα κουνέλια και δεν πρόκειται να τα φάμε, ένα τέτοιο ενδεχόμενο είναι ανύπαρκτο εφόσον επίσης τα ταΐζουμε αποκλειστικά με τη φυσική τους φυτική τροφή. Ακόμα κι όμως γι’αυτούς που τα τρώνε, δεν κινδυνεύουν καθόλου να πάθουν τίποτα, εφόσον και στις επαγγελματικές εκτροφές τρέφονται σχεδόν αποκλειστικά με φυτική τροφή. Ακόμα κι αν όμως έπαιρναν συμπλήρωμα ζωικής πρωτεΐνης, η πιθανότητα να μολυνθούν θά’ταν απειροελάχιστη, αν σκεφτούμε πόσο μικρή είναι η πιθανότητα τώρα με τους εντατικότερους ελέγχους να καταλήξει ζώο με μσε στη ζωοτροφή, και πόσο δύσκολα, ακόμα κι αν κατέληγε, θα μολύνονταν τα κουνέλια.

Πάντως τα κουνέλια είναι αρκετά αανθεκτικά σύμφωνα με τ’αποτελέσματα της μελέτης. Σημειώστε πόσο μικρό ποσοστό παρουσίασε τελικά κλινικά συμπτώματα και πόσο μεγάλος ήταν ο χρόνος επώασης, περισσότερος από ένα χρόνο, διάστημα αρκετά μεγάλο για το μικρό μέγεθός τους. Παρόλα αυτά ο χρόνος επώασης μειώθηκε στο δεύτερο πέρασμα του πριόν απ’τα κουνέλια, δείχνοντας πως η πρωτεΐνη προσαρμόστηκε στο είδος, όπως έχει κάνει και σε πολλά άλλα, και ίσως με επαναλαμβανόμενα περάσματα θα μπορούσε να μεταδοθεί πολύ πιο αποτελεσματικά. Η μόνη περίπτωση που τα ζώα με PrP κουνελιού έπαθαν όλα ήταν στη δοκιμή με τα διαγονιδιακά ποντίκια που υπερέκφραζαν αυτήν την πρωτεΐνη, αφύσικη κατάσταση για τα κουνέλια. Ένα επομένως είναι το απόσταγμα της μελέτης που πρέπει να θυμόμαστε: Ουδείς διαφεύγει του παντοδυνάμου πριόνος.

Helix aspersa μαζεμένα το καλοκαίρι σε φάση νάρκης


2 άτομα helix aspersa


helix aspersa και eobania vermiculata στη λεκάνη με μαρουλόφυλλα

eobania vermiculata στη λεκάνη


σύγκριση helix aspersa (κάτω) και eobania vermiculata (πάνω) απ'την πάνω μεριά


σύγκριση helix aspersa (πάνω) και eobania vermiculata (κάτω) απ'την κάτω μεριά

Ήρθε και φέτος η εποχή των σαλιγκαριών και σήμερα μαζέψαμε τα πρώτα σαλιγκάρια, κι αν δεν τα μαζεύαμε σήμερα ίσως παραμελούσα να δημοσιεύσω αυτό το περσινό προσχεδιακό θέμα. Όλες οι φωτογραφίες είναι από πέρσι 2011, όλες την άνοιξη, τότε δηλαδή που αρχίζαμε να τα μαζεύουμε, εκτός από την πρώτη, που έγινε το καλοκαίρι.

Και δε θ’αρχίζαμε να μαζεύουμε αν εγώ δεν εξέφραζα την επιθυμία να φάω σαλιγκάρια. Είχα πάρα πολύ καιρό να φάω, το μόνο που είχα δοκιμάσει παλιά δε μ’άρεσε καθόλου. Επειδή όμως δεν αγόραζε ούτε μάζευε κανείς από την οικογένεια, μάλλον γιατί το είχαν ξεχάσει, αποφάσισα πέρσι ναπάω να μαζέψω μόνος μου. Τελικά βρήκα πολλά, και μου τα μαγείρεψαν. Ήταν από τα πιο νόστιμα μαλάκια που έφαγα! Συνέχιζα να μαζεύω εκείνες τις μέρες, και μετά αγοράσαμε μια φορά. Τον υπόλοιπο χρόνο δεν έτυχε να ξαναφάμε. Μαζέψαμε πάλι ξανά φέτος, μπορεί ως και 5-7 κιλά μαλάκια, και αυτή τη στιγμή έχουν μαγειρευτεί.

Θά’θελα να τά’τρωγα πολύ συχνότερα, αλλά δε γίνεται εύκολα, πρώτον γιατί να τ’αγοράσεις είναι πανάκριβα, δεύτερον να τα μαζέψεις είναι δυσεύρετα, ιδίως αν ζεις σε πόλη, και τρίτον ακόμα κι αν έχεις μεγάλη ποσότητα, αγοραστή ή συλλεγμένη, ο όγκος και το βάρος είναι ψευδαίσθηση αφού μεγάλο μέρος είναι κέλυφος. Παρόλα αυτά υπερέχουν έναντι του συμβατικού κρέατος σε πολλά σημεία, και είναι πραγματικά απορίας άξιο γιατί δεν τρώγονται ευραίως. Εδώ θα πείτε ότι και τα υπόλοιπα μαλάκια και ασπόνδυλα υπερέχουν του κρέατος, αλλά πάλι δεν τα τρώμε. Έχω την ίδια άποψη με τους επιστήμονες, ότι δηλαδή οι κοινωνίες μας, εφόσον έχουν σταθερή τροφή από τα εξημερωμένα ζώα, τα οπληφόρα μηρυκαστικά μουγκανιστά και τα γνωστά, δε στηρίζονται τόσο στα ασπόνδυλα για την επιβίωση τους. Μάλιστα σε ορισμένες περιπτώσεις η προστασία της παραδοσιακής κτηνοτροφικής οικονομίας έχει πάρει τόσο ακραίο χαρακτήρα ώστε να θεωρείται αμαρτία η κατανάλωση άλλων ζώων, όπως
στον εβραϊσμό.
Σήμερα όμως, που γνωρίζουμε πλέον τις επιπτώσεις της μαζικής εκτροφής και κατανάλωσης ζώων και στην υγεία μας και στο περιβάλλον, θά’ταν καλό να στρεφόμασταν προς τα μαλάκια και παρόμοιες ζωικές μορφές ως πηγή πρωτεΪνών. Την άποψή μου κανονικά περί μαλακίων πρέπει ν’αναπτύξω σ’άλλο θέμα.

Τα σαλιγκάρια λοιπόν είναι από τα νοστιμότερα μαλάκια. Για όσους δεν έχουν φάει ή δε δοκιμάζουν νομίζοντας ότι είναι κάτι σαν μυξώδη κομμάτια έχω να πω ότι είναι εντελώς λάθος. Η μύξα παράγεται στην επιφάνεια του μαλακίου, και το μαγειρεμένο σαλιγκάρι δεν έχει καθόλου. Βραστό είναι σαν μια σκληρή, κάπως μαστιχώδη σαν καλαμαράκι μπουκίτσα με γεύση ανάμεσα σε καλαμαράκι και κρέας, ενώ τηγανητό και παναρισμένο είναι σαν μύδι ή καλαμαράκι. Σαλιγκάρια έχω φάει ποικιλοτρόπως μαγειρεμένα – με ρύζι, με κρεμύδια, τιγανητά. Περισσότερο μ’αρέσουν τα βραστά παρά τα τηγανητά, που μου φαίνονται όλο πανέ και λίγο κρέας.

Για να μαγειρευτούν όμως και να φαγωθούν τα σαλιγκάρια θα πρέπει να περάσουν από κάποια προετοιμασία, ώστε να καθαριστεί το πεπτικό τους σύστημα από τυχόν τροφές και απορρήματα. Συνήθως τα βάζουν σε βρεγμένο αλεύρι για 1-2 βδομάδες, για να το τρώνε και να βγάζουν συγχρόνως ό,τι είχαν πριν. Άλλοι τα περνούν από μια περίοδο νηστίας για ν’αδειάσουν πλήρως το πεπτικό τους σύστημα, είτε χωρίς να τα βάλουν στο αλεύρι είτε μετά το αλεύρι, άλλοι τα μαγειρεύουν αμέσως μετά το αλεύρει. Τα αδρανοποιημένα σαλιγκάρια το καλοκαίρι που έχουν κλεισμένο το άνοιγμά τους με το επίφραγμα δε χρειάζονται καμία επεξεργασία, γιατί έχουν ήδη αδειάσει το πεπτικό τους σύστημα πριν ναρκωθούν (αβόσκητα). Το μόνο που πρέπει να γίνει μ’αυτά, όπως και με τ’αγορασμένα ή αυτά που παρέμειναν για λίγο καιρό συλλεγμένα, είναι να διαβεβαιώσετε πως είναι ζωντανά. Τα νεκρά σαλιγκάρια δε κινούνται, μπορεί ο όγκος του σώματος να μειωθεί, σκουραίνουν και βρωμάνε. Αυτά θα πρέ΄πει να πετιούνται, γιατί μπορεί να προκαλέσουν δηλητηρίαση σ’όποιον τα φάει. Όλα τα σαλιγκάρια θα πρέπει να πλένονται καλά πριν μπουν στο αλεύρι ή μαγειρευτούν.

Εμείς ωστόσο χρησιμοποιούμε μια πιο άμεση μέθοδο καθαρισμού. Αφού τα πλείνουμε, τα βράζουμε αμέσως ώστε να θανατωθούν, και μετά τα βγάζουμε από το κέλυφος και κόβουμε το σάκο με τα όργανα που βρίσκεται στο εσωτερικό του οστράκου, πάνω απ’το κεφάλι, έτσι μένει μόνο το κρέας.

Εδώ έχω να κάνω μια μικρή σημείωση. Τα σαλιγκάρια όπως και τα περισσότερα ασπόνδυλα δεν έχουν τόσο σύνθετο νευρικό σύστημα για να καταλαβαίνουν πόνο, φόβο ή άλλα συναισθήματα. Είναι ζώα που λειτουργούν σχεδόν αντανακλαστικά, και επομένως η θανάτωσή τους μ’αυτόν τον τρόπο δε θεωρείται απάνθρωπη πράξη.

Όπως τα περισσότερα μαλάκια, έτσι και τα σαλιγκάρια είναι πλούσια σε πρωτεΐνη και χαμηλά σε λιπαρά, περίπου 15% πρωτεΐνη, 2,4% λίπος, και 80% νερό, με το εναπομείναν μικρό ποσοστό ν’αποτελειται από λοιπά θρεπτικά στοιχεία. Από τα λιπαρά τους το 75% περίπου αποτελούν ακόρεστα, ενώ περιέχουν τα δύο απαραίτητα λιπαρά οξέα λινελαΪκό και λινολενικό. Περιέχουν επίσης σημαντικά ποσοστά ασβεστίου, φωσφόρου και σιδήρου. Εάν τα συγκρίνουμε με τα πιο συμβατικά κρέατα, θα δούμε ότι είναι κατά πολύ υγειινότερα. Μπορεί πάλι κάποιες ζωικές τροφές να τα ξεπερνούν σε θρεπτική αξία, όμως θεωρητικά δε θα καλύπτει κανείς όλες τις διατροφικές ανάγκες του μόνο από σαλιγκάρια.

Η κοχλιοφαγία έχει μεγάλη ιστορία, όσο σχεδόν και η ανθρώπινη. Κελύφη σαλιγκαριών έχουν βρεθεί σε ανασκαφές παλαιολιθικών τοποθεσιών μαζί μ’άλλα ανθρώπινα σκουπίδια, υποδεικνήυοντας ότι οι άνθρωποι τα έτρωγαν. Κατά τους ιστορικούς χρόνους τρώγονταν σ’όλη τη Μεσόγειο, όμως οι Ρωμαίοι ήταν αυτοί που τα ανέδειξαν σε φαγητό πολυτελείας. Ήταν επίσης οι πρώτοι που τα εξέθρεψαν και εξάπλωσαν την κατανάλωσή τους σ’όλη την Ευρώπη. Στην Ασία η κατανάλωσή τους έχει επίσης την ίδια μακραίωνη ιστορία. Σήμερα οι χώρες με τη μεγαλύτερη παγκόσμια κατανάλωση είναι η Γαλλία, η Ιταλία και η Ισπανία. Στην Ελλάδα τα τρώμε, όμωςόχι τόσο πολύ στην Ηπειρωτική χώρα, παρά στην Κρήτη, όπου μπορούμε να τα χαρακτηρίσουμε τοπικό τους φαγητό, και αν κάποτε ανεξαρτητοποιηθούν, εθνικό. Εκεί τρώγονται μ’όλους τους πιθανούς τρόπους και λέγονται “χοχλιοί”, εκ του αρχαιοελληνικού “κοχλίας”. Μάλιστα σε μερικά χωριά όπως στη Βλαχερωνίτισσα και το Αρχοντικό γίνεται ετησίως γιορτή σαλιγκαριού. Τέτοιες γιορτές γίνονται και σε κάποια μέρη της Ηπειρωτικής Ελλάδας, όπως στη Βαθή του Κιλκίς.

Σήμερα πλέον τα σαλιγκάρια καλλιεργούνται μαζικά. Η επιχείρηση θεωρείται ιδιαίτερα προσοδοφόρος, μιας και η τιμές πώλησης είναι πολύ υψηλές. Για παράδειγμα δεν είναι σπάνιο να βρείτε στη λαΪκή να πουλάνε 8 ευρώ το κιλό, και σ’εστιατόρια 40 ευρώ τη μερίδα. Συνήθως καλλιεργούνται σε μια μεγάλη περιφραγμένη με ιδικό δίκτυ έκταση, όπου μέσα φυτεύονται διάφορα φυτά τα οποία τρώνε, κι όλο το μέρος αρδεύεται για να παραμένουν ενεργητικά. Ταϊζονται επίσης και με συμπληρωματικές τροφές βασισμένες στα δημιητριακά. Δε χρησιμοποιούνται τοξικές ουσίες, μιας και τα μαλάκια είναι ιδιαίτερα ευάλωτα. Το καλοκαίρι κι ο χειμώνας είναι περίοδοι ανάπαυλας. Σκεφτείτε πόσα μαλάκια μπορεί να παραγάγει μια τέτοια εγκατάσταση. Καλλιεργούνται επίσης και σε κλειστούς χώρους σαν θερμοκήπια. Στην Ελλάδα σχετικά πρόσφατα ξεκίνησαν τέτοιες εκτροφές, κι όποιος επιχειρηματίας πρόκειται να ξεκινήσει επιδοτείται με μεγάλο ποσό από το κράτος.

Τώρα πάω στο δεύτερο κομμάτι της δημοσίευσης, όπου θα παρουσιάσω περιληπτικά τα κοινότερα εδώδιμα είδη. Τα είδη που τρώγονται είναι περίπου 30 παγκοσμίως, κι αυτό δε σημαίνει ότι τα υπόλοιπα είναι επικίνδυνα, απλώς ότι είτε είναι μικροσκοπικά, είτε σκληρά, ή δυσεύρετα. Απ’αυτά μας ενδιαφέρουν περισσότερο είδης της οικογένειας των ελικιδών (helicidae). Η οικογένεια αυτή περιλαμβάνει τα γνωστά ελικοειδή σαλιγκάρια που μας έρχονται στο μυαλό μόλις ακούμε τη λέξη “σαλιγκάρι”. Η ομάδα των σαλιγκαριών, των γυμνοσαλιάγκων και των πεταλίδων ταξινομικά λέγεται γαστερόποδα μαλάκια (gastropoda).

Γενικά τα σαλιγκάρια αυτής της οικογένειας που μας ενδιαφέρουν είναιαρκετά μεγάλα, αποκλειστικά φυτοφάγα κι ερμαφρόδιτα. Κάθε άτομο έχει όργανα και των δύο φύλων, αλλά συνήθως δε μπορεί ν’αυτογονιμοποιηθεί, θα πρέπει πάλι να ζευγαρώσουν δύο.Τα περισσότερα είδη της οικογένειας, και όλα απ’όσα μας ενδιαφέρουν, χρησιμοποιούν πριν το ζευγάρωμα τα λεγόμενα ερωτικά βέλη, μικρά αιχμηρά ασβεστώδη καρφάκια που πετούν το ένα στ’άλλο. Ίσως απ’αυτό επηρεάστηκαν οι αρχαίοι να νομίζουν ότι ο Έρωτας χτυπάει τα θύματά του με βέλη. Θάβουν τ’αβγά τους ρηχά στο έδαφος την άνοιξη ή και το φθινόπωρο απ’όπου βγαίνουν σε λίγες εβδομάδες τα μικρά αντίγραφα των ενηλίκων. Αρχικά έχουν λεπτό εύθραυστο κέλυφος, το οποίο ενδυναμώνουν αργότερα, και το αναπτύσσουν εναποθέτωντας συνεχώς νεό υλικό στο άνοιγμα, γι’αυτό το μέρος εκείνο είναι λεπτό κι εύθραυστο. με το τέλος της ανάπτυξης δημιουργούν χαρακτηριστικό χείλος στο άνοιγμα. Έτσι μπορείτε εύκολα να ξεχωρίσετε τα αναπτυσσόμενα από τα πλήρως ανεπτυγμένα και αναπαραγόμενα άτομα. Όπως όλα τα μαλάκια, το όστρακό τους αποτελείται σε μεγάλο ποσοστό από ασβέστιο, γι’αυτό θα βρούμε σαλιγκάρια κυρίως σε ασβεστούχα εδάφη. Για τα εύκρατα είδη η άνοιξη και το φθινόπωρο είναι οι δραστήριες περίοδοι, ενώ το καλοκαίρι και ο χειμώνας είναι περίοδοι νάρκης. Στις περιόδους αυτές τα ζώα αδρανοποιούνται πλήρως καλύπτοντας το άνοιγμα του κελύφους με το επίφραγμα, μια κρούστα φτιαγμένη από ενισχυμένη ξερή βλένα. Περνούν το χειμώνα θαμμένα υπογείως κάτω από νεκρή φυτική ύλη ή κοντά στις ρίζες δέντρων και θάμνων, ενώ το καλοκαίρι το περνούν είτε θαμένα είτε προσκολλημένα σε επιφάνειες όπως τοίχους, βράχους, δέντρα, κλαδιά, ξύλα, σωλήνες κ.ά. Αυτά είναι και τα μέρη όπου μπορούν να βρεθούν. Συνήθως συναντώνται σε υγρά μέρη με πυκνή βλάστηση όπως δάση, παραποτάμιες περιοχές και πυκνά λιβάδια, αλλά μπορούν να βρεθούν και σε κήπους, όπου είναι
ιδιαίτερα καταστροφικά.
Για να τα βρείτε ψάξτε στα προαναφερθέντα μέρη, κυρίως κάτω απο ξερά φύλλα, ξύλλα, στην επιφάνεια του εδάφους, κοντά σε ρίζες φυτών, ή προσκολλημένα σε κορμούς, βράχους, τοιίχους κ.ά.Έτσι θα βρείτε σίγουρα πολλά ακόμα και χωρίς βροχή. Με τη βροχή δραστηριοποιούνται και μπορούν να βρεθούν να κινούνται στην επιφάνεια ή σε φυτά. Προτιμώμενες συνθήκες για πλήρη δραστηριότητα είναι βράδυ με ζεστό σχετικά καιρό μετά από βροχή.

Επιγραμματικά το σώμα ενός σαλιγκαριού χωρίζεται σε τρία μέρη: το κεφάλι, που φέρει τέσσερις συσταλτές κεραίες, οι δύο μεγαλύτερες με τα μάτια και οι άλλες δύο με οσφρητικούς υποδοχείς και υποδοχείς αφής, και το στόμα με το ξύστρο, το όργανο τεμαχισμού της τροφής, το πόδι, το τεράστιο μυώδες όργανο στην κάτω πλευρά του ζώου που το κινεί (εξού και γαστερόποδα), που εκρινει επίσης τη βλένα για να μη γλιστράει και για την αποφυγή τραυματισμών, και το σπλαχνικό σάκο, το σάκο με τα περισσότερα ζωτικά όργανα όπως το πεπτικό σύστημα, το ηπατοπάγκρεας (το αντίστοιχο του συκωτιού στα μαλάκια), μέρος του νευρικού συστηματος, που βρίσκεται πάνω απ’το κεφάλι, πάντοτε μέσα στο κέλυφος. Τ’ανοίγματα αφόδευσης, αναπνοής και αναπαραγωγής βρίσκονται ακριβώς πάνω απ’το κεφάλι του ζώου, μια παράξενη κατάστασ η οποία προήλθε από την
συστροφή
που παθαίνουν όλα τα γαστερόποδα μαλάκια κατά την εμβρυική ανάπτυξη ώστε το σώμα τους να συμπιεστεί για να χωρά καλά στο όστρακο.

Το όστρακο του σαλιγκαριού είναι σπιροειδές. Κάθε σπίρα είναι μια πλήρης περιστροφή του οστράκου. Το σημείο που ξεκινά η εκτύλιξη των σπιρών είναι η κορυφή, ενώ ο κάθετος άξονας που σχηματίζεται από την περιστροφή είναι ο στυλίσκος. Το κενό που μένει στο κέντρο του έλικα είναι ο ομφαλός. Τα περισσότερα σαλιγκάρια είναι δεξιόστροφα, ξετυλίγονται δηλαδή προς τα δεξιά, αν αρχίσουμε από την κορυφή. Υπάρχουν ωστόσο κι αριστερόστροφα είδη, και λίγα είδη με και τις δύο μορφές. Για περισσότερα όσον αφορά τα γαστερόποδα, την ανατομία και την εξέλιξή τους μπορείτε να
δείτε εδώ.

Τρία είναι τα κύρια είδη που μας ενδιαφέρουν. Το ένα είναι το ρωμαΪκό σαλιγκάρι ή πομάτια (Helix pomatia) με σχεδόν πανευρωπαΪκή εξάπλωση, απόν όμως απ’την Ελλάδα, παρόλο που φτάνει ως τη Βουλγαρία και τα σκόπια. Είναι μεγάλο γκρίζο προς ανοιχτό καφέ σαλιγκάρι με στρογγυλό κέλυφος 5-6 σπιρών πλάτους 30-50 χιλ. και ύψους 30-45 χιλ. Προτιμά δροσερές και υγρές περιοχές κοντά σε νερό. Γεννά 45-60 αβγά νωρίς το καλοκαίρι, ωριμάζει σε 2-5 χρόνια, ενώ μπορεί να ζήσει έως και 20 χρόνια με ρεκόρ τα 35. Δημιουργεί επίφραγμα ενισχυμένο με ασβέστιο. Αναπαράγεται με πιο αργούς ρυθμούς από άλλα είδη και σε ορισμένες δυτικοευρωπαΪκές χώρες απειλείται με εξαφάνιση. Καλλιεργείται ευραίως και στην Ελλάδα και θεωρείται το πιο νόστιμο είδος, είναι όμως και το πιο ακριβό.

Το άλλο είδος είναι το κοινό σαλιγκάρι ή η διάσπαρτη έλικα (Helix aspersa). Είναι μικρότερο απ’το προηγούμενο, συνήθωςσκούρου καφέ χρώματος με κίτρινες γραμμές ή σημεία, 4,5-5 σπιρών, πλάτους 25-40 χιλ., και ύψους 25-30 χιλ. Αναπαράγεται άνοιξη και φθινόπωρο γεννόντας 80 αβγά κάθε φορά. Μπορεί να γενήσει έως και 6 φορές το χρώνο. Ωριμάζει σε 1-2 χρόνια, και μπορεί να ζήσει έως και 6 χρόνια. Αρχικά ήταν ιθαγενές της λεκάνης της Μεσογείου, σήμερα όμως έχει εξαπλωθεί σ’όλες σχεδόν τις χώρες της Ευρώπης και σε πολλά άλλα μέρη του εύκρατου κόσμου, όπως στη Βόρεια Αμερική και στο νότιο άκρο της Νότιας, στη Νότια Αφρική, στην Αυστραλία και στη Νέα ζηλανδία. Έχει προσαρμοστεί σε διάφορα κλίματα πέρα από το αρχικό του μεσογειακό, από ωκεάνιο ή ηπειρωτικό έως και υπποτροπικό. Όχι μόνο δεν απειλείται, αλλά συχνά προξενεί
τεράστιες καταστροφές
σε κήπους και καλλιέργειες. Είναι το πρώτο είδος σε παραγωγή και κατανάλωση παγκοσμίως. Θεωρείται ελαφρώς σκληρότερο στο μάσημα από το προηγούμενο. Αυτό είναι το είδος που πωλείται συνήθως, αυτό μαζεύουμε κι αυτό τρώμε. Ένα από τα πιο επιτυχημένα μαλάκια παγκοσμίως.

Το τρίτο είδος είναι το Eobania vermiculata, που έχω φωτογραφίσει για σύγκριση. Ζει σε ξηρές μεσογειακές περιοχές όπου βρίσκεται προσκολημένο σε μεγάλους αριθμούς σε επιφάνειες για μεγάλο μέρος του χρόνου. Είναι μικρότεορ είδος από τα παραπάνω 4-4,5 σπιρών, πλάτους 22-32 χιλ. και ύψους 14-24 χιλ. Τοόστρακο είναι ανοιχτόχρωμο γκριζωπό με διάφορες γραμμές, σχήματα κ.ά. Αναπαράγεται το φθινόπωρο γεννώντας 75 αβγά μια φορά. Ωριμάζει σε 2 χρόνια και σπάνια ζει έως και τα 5 χρόνια. Υποτίθεται ότι τρώγεται ευραίως, όμως μια φορά πέρσι που είχα μαζέψει τέτοια μαλάκια από ένα εγκαταλελειμμένο μέρος της Θεσσαλονίκης και αφού τα πέρασα φυσικά από την κατάλληλη προετοιμασία για 2 βδομάδες (στη λεκάνη με τα μαρούλια και τα λιπά), ήταν σκληροτερα κι από μαστίχα, ενώ τα Helix aspersa απ’το ίδιο μέρος ήταν κανονικά. Έχω επίσης παρατηρήσει σ’αυτό το είδος ότι παράγει περισσότερη και δυσκολότερ στο ξέπλημα βλένα από το H. aspersa, το οποίο βγάζει σχετικά λιγότερη και ξεπλένεται αμέσως. Μεγάλες ποσότητες E. vermiculata εξάγονται από την Κρήτη στη Γαλλία.

Στις τροπικές χώρες τρώγονται άλλα είδη, για παράδειγμα στις αφρικανικές χώρες συνηθίζεται η Achatina fulica της οικογένειας των αχατινιδών, ένα γιγάντιο σαλιγκάι με επίμηκες όστρακο μήκους 20 εκ. που έχει τόσο κρέας, ώστε μπορεί να κοπεί σε φέτες. Δεν καλλιεργείται εδώ εξαιτίας των τροπικών του απαιτήσεων.

Τα σαλιγκάρια θεωρούνται γενικά υγειινή τροφή, χωρίς κινδύνους ασθενειών ή δηλητηριάσεων με τοξικές ουσίες όπως στα θαλασσινά οστρακοειδή, ωστόσο σε μερικές περιοχές μπορεί να υπάρχει κίνδυνος αγειοστρογγυλίασης. Ο αγγειοστρογγυλός της Καντόνας
(Angiostrongylus cantonensis)
είναι νηματώδης σκώληκας που μολύνει κανονικά τους πνεύμονες των αρουρραίων, όπου αναπαράγεται. Για να πάει όμως στους αρουραίους θα πρέπει πρώτα να περάσει από έναν ενδιάμεσο ξενιστή, που σ’αυτήν την περίπτωση είναι τα σαλιγκάρια και οι γυμνοσάλιαγκες, απ’τους οποίους τρώγοντας ο αρουραίος παίρνει το παράσιτο. Ο άνθρωπος μπορεί σπάνια να μολυνθει από ωμά ή εανεπρκώς μαγειρεμένα σαλιγκάρια, παθαίνοντας μηνιγγοεγκεφαλίτιδα, το παράσιτο ωστόσο δεν αναπαράγεται στον άνθρωπο. Το παράσιτο ξεκίνησε απ’την ΝΑ Ασία, εξαπλώθηκε όμως από τον προηγούμενο αιώνα σε πολλά μέρη του κόσμου. Στη χώρα μας όπως και σε σχεδόν όλη την Ευρώπη δεν υπάρχει.

Σας γνώρισα λοιπόν τα σαλιγκάρια, τα κοινότερα είδη και την κατανάλωσή τους. Είναι μια θρεπτική, ακίνδυνη τροφή, εύκολη στην παραγωγή, και μπορεί να φαγωθεί με διάφορους τρόπους. Δυστυχώς ακόμα η αξία τους όπως και των υπολοίπων μαλακίων δεν έχει αναγνωριστεί ευραίως, και γι’αυτό ακόμα παραμένουν, και θα παραμένουν αν οι προτιμήσεις μας δεν αλλάξουν, ένα δυσπρόσιτα ακριβό φαγητό πολυτελείας.

Πηγές και σχετικές ιστοσελίδες:
Ελληνικά:
τα σαλιγκάρια και η κουλτούρα τους
Θα βρείτε και πληροφορίες για τη θρεπτική αξία του κάθε είδους ξεχωριστά.
γιορτή σαλιγκαριού στη Βλαχερωνίτισσα της Κρήτης
σημειώσεις από ημερίδα για τη σαλιγκαροτροφία
Helagonia επειχήρηση εκτροφής ασαλιγκαριών/a>
Fereikos Helix δημιουργία εκτροφών σαλιγκαριών κλειστού κύκλου
Helixagro μονάδα εκτροφής σαλιγκαριών στα Ριζώματα Ημαθίας
σαλιγκαροτροφία: μια νέα εεπιχειρηματκή ιδέα στην Ελλάδα με μέλλον
συνταγές για σαλιγκάρια
Αγγλικά:
άρθρο της αγγλικήςWikipedia για το είδος Helix pomatia
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για το είδος Helix aspersa
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για το είδος Eobania vermiculata
άρθρο της αγγλικής Wikipedia για τα σαλιγκάρια ως τροφή (γαλλικά escargot)

Διακόπτω τη ροή των δημοσιεύσεών μου μ’ένα έκτακτο σπάνιο εύρημα. Σήμερα, είχαμε πάει σ’ένα χωράφι να μαζέψουμε σαλιγκάρια. Το μέρος είναι γνωστό κοίτασμα μαλακίων και δυστυχώς αυτο το ξέρουν πολλοί και τα μαζεύουν. Μαζέψαμε τελικά κοντά στα 5-7 κιλά, τα περισσότερα από κάθε άλλη φορά, αλλ’αυτό δεν είναι το κύριο θέμα.

Ψάχνοντας για τα μαλάκια που ήταν κάτω από πεσμένα περσινά καλάμια και χώμα, βρήκα ξαφνικά κάτι σαν πέτρα ίσα με την επιφάνεια του εδάφους. Πιάνοντάς το προσεκτικά κατάλαβα ότι είχε χελωνοειδή επιφάνεια. “Ωραία,” είπα, “βρήκα έναν ολόκληρο σκελετό χελώνας με το καβούκι και τα υπόλοιπα λεπτότερα κοκκαλάκια που έψαχνα. Τοο έβγαλα και ήταν μια ζωντανή χελώνα σε χειμέραι νάρκη! Πρώτη φορά έχω βρει ζώο σε χειμέρια νάρκη! Αρχικά δεν μπορούσα να διαπιστώσω ότι ήταν πράγματι ζωντανή, πάντως είχε όλα τα μέλη της και δε μύριζε πτώμα. Αργότερα όμως το ένα εμπρός άκρο της κινήθηκε ανεπαίσθητα, κι άκουσα τη χαρακτηριστική συρρικτική αναπνοή της χελώνας που κάνει όταν μαζεύεται μέσα. Το ζώο ήταν ακριβώς όπως ένα παγωμένο μαλάκιο, σκουλήκι, έντομο, φυτό ή άλλος ποικιλόθερμος οργανισμός, κρύο και χωρίς γενικά σημεία ζωής. Όλα τ’ανοίγματα στο σώμα της, ακόμα και τα μεγάλα ανοίγματα του κελύφους, ήταν μπουκωμένα με λάσπη κι απόρησα πώς μπορούσε ν’αναπνέει μ’αυτό το γύψο, και πώς θά’βγαινε αργότερα. Χρειάστηκε λίγο σκάψιμο μέχρι να βρω τις φολίδες της και την ουρά της.

Η χελώνα ωστόσο ήταν έτοιμη να ξαναβγεί στον έξω κόσμο. Βρισκόταν στην επιφάνεια του εδάφους, ενώ κανονικά σε πλήρη χειμέρια νάρκη είναι θαμένες μέσα. Πιθανόν τη σταμάτησε προσωρινά το λίγο χιόνι που έπεσε εδώ χθες, το οποίο όμως έλιωσε αμέσως. Τη χελώνα δεν την άφησα στο σημείο ακριβώς που τη βρήκα, αλλά λίγα μέτρα δίπλα στην επιφάνεια κάπως προστατευμένη με καλάμια, ώστε να τη χτυπήσει γρήγορα ο ήλιος.

Ήταν του είδους Testudo hermanni, μιας και μόνο αυτό το είδος ζει εδώ πέρα, μεσαίου μεγέθους αρσενική. Λόγω χειμέριας νάρκης είχε αδυνατίσει κάπως και ήταν σχετικά ελαφρότερη από το αναμενόμενο.

Όμως αυτή η χελώνα είχε πάνω της κάτι ιδιαίτερο κι ανησυχητικό. Από το μπροστινό τμήμα του ραχιαίου θυραίού (το πάνω μέρος του καβουκιού) έλειπαν δύο μεγάλα πλευρικά κομμάτια πάνω απ’το άνοιγμα, και όλο το εμπρός μέρος ήταν κάπως φαγωμένο. Στο πίσω μέρος επίσης υπήρχε ένα φαγωματάκι με ακανόνιστο κόψιμο από τη δεξιά πλευρά. Από μπροστά ήταν τόσο κατεστραμμένη, ώστε φαίνονταν και λίγο από πάνω τα νύχια των μπροστινών άκρω. Έχω δει τραυματισμένες χελώνες, αλλά ποτέ τόσο σοβαρή περίπτωση. Συνήθως βρίσκεις ζώα με μικροφαγώματα στην περιφέρεια ή μικρά βαθουλώματα, ξυσίματα φολίδων, και μικροραγίσματα στην επιφάνεια. Η πιο σοβαρή περίπτωση που θυμάμαι ήταν ένα βαθύ εγκάρσιο κόψιμο στο ένα τρίτο του μήκους του καβουκιού από μπροστά, εκεί περίπου δηλαδή που σταματά το μπροστινό άνοιγμα κι αρχίζει η γέφυρα, σε μια τεράστια θηλυκή χελώνα πριν τρία χρόνια, που ωστόσο είχε κλεισει. Το τραύμα φαινόταν επιτηδευμένο, σαν κάποιος διεστραμμένος να ήθελε να κόψει με πριόνι μια άκακη χελωνούλα. Στη σημερινή περίπτωση φαινόταν πως το τραύμα είχε επουλωθεί, αλλά δε μπορώ να είμαι σίγουρος αν πράγματι έκλεισε ή απλά λόγω κρύου φαίνεται έτσι. Σκέφτομαι ότι αν είναι πρόσφατο πόσο θα πονάει η χελωνούλα μόλις αρχίζει ν’ανακτά τις αισθήσεις της και πόσο ευάλωτη θα είναι σε μολύνσεις, αν φυσικά προλάβει να ζήσει λίγο ακόμα, γιατί εκείνο το μέρος ισοπεδώνεται συχνά από ελκυστήρες. Την αιτία του τραύματος δε μπορώ να τη γνωρίζω, όμως μπορει να είναι από σαρκοφάγο ζώο που την έπιασε και τη δάγκωσε από μπροστά, από πτώση, από άνθρωπο, δεν ξέρω.

Πάντως δεν είναι η μόνη φορά που έχω βρει κρύο ερπετό. Παλιά, πριν περίπου 5-8 χρόνια, θυμάμαι πως είχαμε βρει μια μισοπαγωμένη χελώνα στα χόρτα δίπλα στο δρόμο την ίδια εποχή με την ξαδέρφη μου. Ήταν 15 Απριλίου ακριβώς, και το θυμάμαι γιατί τότε ήταν τα γενέθλιά της και είχε χαρεί πολύ. Ο καιρός τύχαινε νά’ταν πιο ζεστός τότε και γι’αυτό τη βρήκαμε μισοσυνειδητή στην επιφάνεια. Ήταν μια μεγάλη θηλυκή σχετικά αδύνατη και πολύ αργοκίνητη, και η μόνη γρήγορη κίνηση που έκανε ήταν να μαζεύει μέσα το κεφάλι της βγάζοντας το χαρακτηριστικό ήχο. Μόλις τη σηκώναμε τέντωνε τα μπροστινά της άκρα μπροστά και τα πίσω προς τα μπρος, και μάζευε το κεφάλι της με την παραμικρή κίνηση. Δε μπορούσε ν’αντιδράσει πολύ έτσι κι αλλιώς, γι’αυτό προστάτευε τόσο πολύ το πιο σημαντικό της μέρος, το μυαλάκι της. Όταν την αφήσαμε κάτω στην αυλή του σπιτιού, θυμάμαι ότι πήγαινε πάντα στον ήλιο και ξεκινούσε να τρώει τα χορτα με πολλή όρεξη.

Ο Δαρβίνος τελικά δεν ήταν υπερβολικός όταν έλεγε πως στην εξερεύνησή του στην Αργεντινή τύχαινε να είναι χειμώνας και σκάβοντας έβρισκε διάφορα ποικιλόθερμα – αράχνες, σαύρες, φίδια, έντομα – ναρκωμένα κάτω απ’το χώμα. Μάλλον αν ξέρεις πού να ψάξεις, βρίσκεις.

Μαζί μ’αυτό το γεγονός όμως συνέβη και κάτι δυσάρεστο. Κάπου κοντά στο μέρος της χελώνας είχε βρεθεί μια οχιά, που την σκότωσαν αμέσως. Επειδή είναι δηλητηριώδες δε σημαίνει ότι μας είναι τόσο μεγάλη απειλή. Όπως μου είπαν, το φίδι κινούταν, σκέφτομαι μάλλον λόγω μικρότερου όγκου και συνεπώς ικανότητα γρηγορότερης θέρμανσης. Οι σαύρες πάντως ήδη έχουν αρχίσει να δραστηριοποιούνται, αφού λόγω μικρότερου όγκου ζεσταίνονται γρηγορότερα. Αλλ’ομοίως ψύχονται και γρηγορότερα, κι αυτό μπορεί να τους αποβεί μοιραίο αν δεν προλάβουν να βρουν καταφύγιο σε απότομη παγωνιά.

Για τα σαλιγκάρια όμως θα πρέπει να κάνω ξεχωριστή δημοσίευση, γι’αυτήν την παραμελημένη αλλά σημαντική τροφή.

Η προγραμματισμένη ροή των δημοσιεύσεων θα συνέχιζε με λίγα θέματα που αφορούν το Δαρβίνο, και μετά με διάφορα άλλα. Τελευταία δημοσίευα πολλά άρθρα για φυτά που είχα στο μυαλό μου, αν και δεν εξαντλήθηκαν όλα τα είδη που σκεφτόμουν πρόσφατα, μπορούν όμως να περιμένουν γι’αργότερα.

Επιτέλους το βρήκα ύστερα από πολλούς μήνες που χάθηκε απ’το κινητό μου. Το τραγούδι αυτό είναι αφιερωμένο στη
Λίμπο την κουνελίτσα μου,
στην οποία δε ξέρω πώς, αλλά μου φαίνεται ότι παραπέμπει. Υπάρχουν κι άλλες πολλές μουσικούλες που παραπέμπουν στην κουνέλα κι από εκείνες έχω επίσης φτιάξει στιχάκαι για τη Λιμπίτσα μου, αλλά το συγκεκριμένο είναι το ιδιαίτερό της.

Ύστερα από λίγα κρουστά και λόγια που αχνοακούγονται στην αρχή, συνεχίζει μια ωραία μελωδία, η οποία διακόπτεται και πάλι στη μέση με κρουστά και τα ίδια λόγια, κάτι σαν μία σιγανή φράση και “Till I come” (μέχρι νά’ρθω), και μετά πάλι συνεχίζει αυτή η μελωδία μέχρι το τέλος. Στη ρυθμική αυτή μελωδία συμπληρώστε “Λίμπο Λίμπο Λίμπο Λίμπο Λίμπο, σε φωνάζω και Καραμελίμπο”. Αυτό είναι το τραγουδάκι της Λίμπο που έχω μάθει σ’όλα τα παιδάκια. Συνήθως το συμπληρώνω μ’άλλα λόγια, τα οποία όμως δεν είναι σταθερά.

Μία παράξενη αλλά πραγματική είδηση που βρήκα
στο Βήμα
από την Τασμανία της Αυστραλίας.

Τασμανία: Κουνέλι προξένησε ζημιές εκατ. δολαρίων σε ιππόδρομο
Αλογα τραυματίστηκαν και αγώνες ακυρώθηκαν εξαιτίας λαγουμιών
ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: 19/01/2012, 11:58

Eνα «ζωηρό» κουνέλι φέρεται να είναι ο δράστης της ζημιάς εκατομμυρίων δολαρίων που προκλήθηκε στον ιππόδρομο Έλγουϊκ της Τασμανίας, με αποτέλεσμα να απειλούνται με ακύρωση οι θερινές ιπποδρομιακές κούρσες.

Περισσότερα από 30 εκατ. δολάρια διέθεσε η κυβέρνηση για την ανακαίνιση του ιππόδρομου, προκειμένου όλα να είναι στη εντέλεια για τις θερινές κούρσες. Δεν υπολόγισε, όμως, τον αστάθμητο παράγοντα.

Ξαφνικά άλογα άρχισαν να τραυματίζονται και ακυρώθηκαν πολλές ιπποδρομίες. Από τις έρευνες που έγιναν διαπιστώθηκε ότι ο ιππόδρομος… είχε τρύπες.

Τις απέδωσαν σε καθίζηση του εδάφους, λόγω βλάβης στο σύστημα αποστράγγισης. Τελικά όμως διαπιστώθηκε ότι οι τρύπες ήταν λαγούμια που είχε ανοίξει ένα κουνέλι!

Τώρα οι αρμόδιοι προσπαθούν να επισκευάσουν τις τρύπες προκειμένου να διεξαχθούν κανονικά οι ιπποδρομίες. Ήδη το κόστος από τη ζημιά που προκάλεσε το άτακτο κουνέλι ανέρχεται σε αρκετά εκατομμύρια δολάρια.

1+ για τα κουνέλια, αντί έως κοντά και 1000000000+ για τον άνθρωπο, ο οποίος με την ύπουλη τεχνολογία και το διεστραμμένο μυαλό του τα καταδιώκει. Καλά έκανε το κουνέλι ή τα κουνέλια, έπραξε αυτό που έπρεπε για να φτιάξει την οικία του. Θα μπορούσε το γεγονός ν’αποτραπεί εάν ο χώρος ήταν κατάλληλα περιφραγμένος. Ευτυχώς δε συλλήφθηκε ούτε φονεύθηκε κανένα απ’αυτά τα άκακα κι όμορφα ζωάκια με τα μαλακά μαλλάκια και τα μεγάλα αφτιά.

μεγάλη αρσενική χελώνα Testudo hermanni


μικρός αρσενικός φρύνος B. viridis στο χέρι μου


μεγάλη θηλυκή χελώνα T. hermanni


μια άλλη μεγάλη θηλυκή χελώνα T. hermanni

Όπως και
πέρσι,
έχω βάλει στόχο να καταμετρώ προσεκτικά και να καταγράφω όσα ερπετά και αμφίβια, όπου και όπως κι αν βρίσκονται αυτά, τυχαίνει να βρίσκω κάθε χρόνο. Για το 2011 λοιπόν έχω μια αρκετά πλούσια ποικιλία. Όλα είναι από τους Πύργους Κοζάνης 800 μέτρα υψόμετρο στο Βέρμιο, το χωριό μου, εκτός κι αν επισημάνω διαφορετικά.


Ένας ακόμα από τους συνολικά 38 περίπου Bufo viridis που βρήκα φέτος. Οι πράσινοι φρύνοι έχουν εξάπλωση σ’όλη σχεδόν την Ελλάδα και μπορούνα βρεθούν σε πολλούς τύπους ενδηαιτημάτων. Πολλούς έβρισκα στο δρόμο, άλλους όμως μέσα στην αυλή, ή στα παρτέρια με τα λουλούδια και τα χόρτα όπου τους εντόπιζα με τον ήχο, ή σ’ένα δωματιάκι που βρίσκεται η βρύση του λαστίχου, το οποίο κρατάει και λίγη θερμοκρασία παραπάνω. Οι περισσότεροι ήταν είτε μικροί είτε μεσσαίοι. Στην αυλή έτυχε να πιάνω τους ίδιους δύο αρσενικούς κι ένα θηλυκό επί 5 συνεχόμενες μέρες. Μπορείτε να ξεχωρίσετε τους αρσενικούς από τους θηλυκούς απλώς σφίγγοντάς τους ελαφρά στη μέση – οι αρσενικοί θα βγάλουν φωνούλες, αφού είναι το μόνο φύλο που κωάζει. Οι φρύνοι ζουν κυρίως στη στεριά, πηγαίνοντας στο νερό μόνο για αναπαραγωγη, κι έτσι δεν κινδυνεύουν τόσο, στην ενήλικη φάση τους τουλάχιστον, από τη ρύπανση των υδάτων. Αντίθετα τα τελευταία χρόνια οι βάτραχοι του νερού έχουν ελαττωθεί υπερβολικά στο ποταμάκι της περιοχής λόγω ρύπανσης, κυρίως από ασυνήδητους και βόθρους.

Ένας ακόμα πάνω στο χέρι μου. Εδώ σίγουρα θά’χετε αναρωτηθεί πώς γίνεται και τους φωτογραφίζω στο χέρι μου χωρίς να μου φεύγουν, και ίσως φτάσετε ν’αμφιβάλλετε μήπως είναι στημένο. Όμως δεν είναι και τόσο δύσκολο όπως φαίνεται. Πέραν του ότι δεν ήταν λίγες οι φορές που μου πηδούσαν από το χέρι πριν προλάβω να εστιάσω και να τραβήξω, είναι αρκετά χειρίσιμα ζώα που μπορείς να τα κάνεις να κινηθούν κατά συγκεκριμένο τρόπο σχετικά εύκολα. Με την εμπειρία μου κάποιων χρόνων στο πιάσιμό τους, έχω να σας μάθω λίγες τεχνικές με τις οποίες θα επηρεάσετε ένα φρύνο να μείνει ήσυχος. Αυτά δεν τα είχα γράψει
στο παλαιότερο άρθρο μου για τους φρύνους,
όπου θα βρείτε πολλές πληροφορίες γι’αυτά τα ζώα.
Προσέξτε καλά το πλατύ και σχεδόν επίπεδο κεφάλι ενός φρύνου. Βγάλετε θεωρητικά όλο το κάτω μέρος με την κάτω σιαγώνα και μια μικρή φέτα από το εσωτερικό του κατώτερου μέρους του πάνω, είναι όλο το στόμα και ο ουρανίσκος. Βγάλτε τώρα το μπροστινό στενότερο μέρος, είναι το ρύγχος και τα ρουθούνια. Εντάξει, τα βγάλατε. Τώρα πάτε πιο πίσω και βγάλτε τα μεγάλα εξογκωμένα μάτια, αφαιρώντας περίπου τον ίδιο όγκο που φαίνεται έξω και μέσα. Τώρα έμειναν ν’αφαιρέσετε τ’αφτιά, των οποίων τα τύμπανα βρίσκονται ακριβώς πίσω απ’τα μάτια. Αφαιρέστε και λίγο προς τα μέσα. Τώρα έμεινε ένα πλατύ, κεντρικό μέρος. Κόψτε κι από εδώ γύρω-γύρω λίγο. Τι έμεινε; Ένα μικρό, απειροελάχιστα υπερυψωμένο μέρος όπου βρίσκεται ο εγκέφαλος. Όλο το υπόλοιπο κεφάλι είναι στόμα, ρύγχος, αισθητήρια όργανα, και ο οστέινος οπλισμός που τα προστατεύει – αν και τα οστά του ζώου είναι πολύ λεπτά κι εύθραυστα, μπορούν να το προστατεύσουν υπό κανονικές συνθήκες. Τώρα μπορείτε να βγάλετε και το δέρμα, το βρεγματικό οφθαλμό (ένα τρίτο φωτοευαίσθητο όργανο πάνω στο κεφάλι πολλών σπονδυλωτών, και τέλος βγάλτε και τη λεπτή φέτα κρανίου. Αφαιρέστε το λίγο κενό που υπάρχει από κάτω, τις μήνιγγες, και σας έμεινε ένας μικροσκοπικός, μακρόστενος εγκέφαλος. Αυτός ελέγχει τις βασικές λειτουργίες, την κίνηση και τη συμπεριφορά του ζώου.Μπορούμε να πούμε πως είναι το κέντρο της συνειδήσεώς του.
Έτσι λοιπόν, αν πιάσετε το κεφάλι ενός φρύνου ή άλλου βατράχου, θα βρείτε ψιλαφίζοντας στη μέση προς τα πίσω, κάπου ανάμεσα στα μάτια και τα αφτιά, ένα ελαφρώς φουσκωμένο μέρος. Άρα μπορείτε να σκεφτείτε πόσο μικρός είναι ο εγκέφαλός του. Μικρός και κατά πολύ απλότερος σε σχέση μ’εμάς και τα υπόλοιπα θηλαστικά, σε σχέση όμως με λιγότερο εξελιγμένες ομάδες σπονδυλωτών και ομάδες ασπονδύλων είναι αρκετά σύνθετος. Αποτελείται πάνω-κάτω από τα ίδια μέρη με το δικό μας, αν και όχι τόσο διαφοροποιημένα.
Ο τρόπος κίνησής του επομένως θα πρέπει να είναι περιορισμένος και κατά βάση ενστικτώδης. Συγκρίνοντας τον τρόπο κίνησης του φρύνου με το κουνέλι – και τα δύο ζώα κινούνται με άλματα κι έχουν εξελίξει παχύ και κοντό σώμα ως προσαρμογή σ’αυτό -, κατάλαβα ευθύς ότι οι τρόποι κίνησεις και οι πιθανές εναλλακτικές που έχει το δεύτερο είναι πολύ περισσότεροι και πολυπλοκότεροι. Εδώ μιλάω μόνο για κίνηση, γιατί αν έβαζα και τη γενικότερη συμπεριφορά και τη νοημοσύνη το κουνέλι σίγουρα θα ξεπερνούσε το φρύνο κατά πάρα, πάρα πολύ.

Έτσι λοιπόν έχουμε ορισμένες τεχνικές που θα κάνουν το φρύνο να κινηθεί κατά συγκεκριμένο τρόπο:

  • 1 Αν χαϊδέψετε το ζώο κατά μήκος της νοητής μέσης γραμμής απ’το κεφάλι έως πίσω, ή αν το ακουμπήσετε λίγο πίσω, ή αν το σπρώξετε λίγο από πίσω, θα πηδήξει μπροστά.
    2 Αν εκεί που κινείται του υψώσετε ένα εμπόδιο μπροστά του είτε με το χέρι σας είτε με κάτι άλλο πιθανότατα θα γυρίσει επί τόπου και θα διαλέξει άλλο δρόμο. Το ίδιο ίσως γίνει βάζοντας απλά μπροστά στο κεφάλι του ένα δάχτυλο.
    3 Αν τον πιέσετε λίγο στο ρύγχος σπρώχνοντάς τον προς τα πίσω θα τον μπλοκάρετε προσωρινά, και θα μείνει ακίνητος.
    4 Εάν τον αναποδογυρίσετε απότομα μπορεί να μείνει για λίγο εκεί (τονική ακινησία). Συνήθως όμως γυρίζει κανονικά αμέσως, γι’αυτό ίσως χρειαστεί να τον πιέσετε λίγο στη θέση του. Με την αντίδραση αυτή προσποιείται το νεκρό ώστε ο υποτιθέμενος εχθρός να τον αφήσει ήσυχο. Παρόμοια συμπεριφορά έχουν κι άλλα ζώα, όπως οι
    κότες.
    5 Εάν ενώ ο φρύνος κάθετε ήσυχος και ακίνητος περάσετε το χέρι σας ή κάτι άλλο, ή πετάξει ή περάσει κάτι πάνω απ’το κεφάλι του σε κάποιο ύψος, θα τρομάξει στιγμιαία και θα πεταχτεί κατευθείαν. Εκεί βρίσκεται ο βρεγματικός οφθαλμός, που μπορεί ν’αντιληφθεί απότομες εναλλαγές του επιπέδου φωτός, και θα προειδοποιήσει το ζώο για πιθανό εχθρό που έρχεται από πάνω.
    6 Αν εφαρμόσετε τις διάφορες ακινητοποιητικές τεχνικές και τον κρατήσετε στο χέρι σας κάνοντάς το κοίλη χούφτα, πιθανότατα θα μείνει για λίγο ώστε να τον φωτογραφίσετε. Μπορεί αρχικά να σας πηδήξει λίγες φορές, αλλά θα το καταφέρετε στο τέλος. Ίσως κάθεται στο χέρι μας λόγω υψηλότερης θερμοκρασίας εκεί.
    7 Αν το ζουλίξετε παραπάνω, τον τραβήξετε, ή τον σηκώσετε λάθος, π.χ. από κάποιο άκρο, θ’αντιδράσει έντονα προσπαθώντας να φύγει. Αυτό είναι βασανιστικό για το ζώο και δε θα πρέπει να το κάνετε. Αν κι έχει μικρό εγκέφαλο, έχει όλα τα κυκλώματα μέσα που του δίνουν την ικανότητα ν’αντιλαμβάνεται πόνο και φόβο, όπως άλλωστε και κάθε σπονδυλωτό.
    8 Για να τον τεντώσετε, πιάστε τον λίγο απ’τη μέση και απλώστε τα άκρα του προς τα πίσω. Δεν πιάνει πάντα, και συχνά μπορεί να προσπαθεί να επανέλθει με δύναμη, και καλύτερα τότε να τα παρατήσετε.
    9 Όταν το μεταφέρετε, να τον πιάνετε ολόκληρο, όχι μόνο απ’τη μέση για να φοβάται, ή να τον έχετε καλυμμένο και με τα δύο χέρια ώστε να νιώθει ασφαλής και ήσυχος. Γενικά όμως δε θα πρέπει να πιάνετε ένα αμφίβιο για πολύ ώρα γιατί το ζεστό και ξηρό δέρμα μας αφηδατώνει το δικό τους λεπτότερο και υγρό. Επίσης εάν έχετε πιάσει πριν χημικό ή κάτι δηλητηριώδες, μπορεί το ζώο ν’απορροφήσει την ουσία απ’το δέρμα του. Καλύτερα να τον κρατάτε σ’έναν κάδο ή άλλο δοχείο με λίγη υγρασία αν πρόκειται να μείνει για πολλή ώρα.
    10 Για να πιάσετε ένα φρύνο, καπακώστε τον γρήγορα με το χέρι, ή περιμένετε να πάει κοντά σε μια γωνία και μετά πιάστε τον.
    11 Και μην ξεχάσετε να πλήνετε τα χέρια σας μετά, ιδίως αν πρόκειται να φάτε με το χέρι ή να πιάσετε ευαίσθητη περιοχή του σώματος. Οι φρύνοι εκρίνουν τοξίνες στο δέρμα τους όταν στρεσάρονται, και παρόλο που στο δέρμα είναι αβλαβείς, αν έρθουν σ’επαφή με βλενογόνο μπορεί να προκαλέσουν ερεθισμό.
  • Οι υδρόβιοι βάτραχοι όπως είπα έχουν σχεδόν εξαφανιστεί, με μία όμως απροσδόκητοι εξαίρεση. Είχα πει
    στο παλαιότερο θέμα για τις βομβίνες
    ότι από το ποταμάκι του χωριού έχουν πλέον δυστυχώς εκλείψει. Όμως βρήκαμε μια ομάδα σ’ένα πολύ απομονωμένο μέρος. Μια μέρα τον Αύγουστο λοιπόν, αφού είχα πάει εγώ μ’ένα φίλο μου βόλτα στη γέφυρα Σάνδρεμος, μία βυζαντινή ή οθωμανική διατηρημένη γέφυρα που διασχίζει το ποταμάκι αμέσως βόρεια λίγο έξω απ’το χωριό, ψάχναμε το μέρος. Το ήδη υποβαθμισμένο ποτάμι κόβεται εντελώς λίγο έξω από το χωριό για τους καλοκαιρινούς μήνες για άρδευση, κι έτσι η κοίτη μένει ξερή. Κάπου λοιπόν σε μια γωνία της κοίτης είχε σχηματιστεί μια μικρή λιμνούλα περίπου ένα μέτρο και κάτι σε μήκος, ένα σε πλάτος και πάνω από μισό μέτρο βάθος. Εκεί μέσα ήταν παγιδευμένος σε απελπιστική κατάσταση ένας τεράστιος αριθμός τέτοιων βατράχων (Bombina variegata), από ενήλικες 4 εκατοστών έως και μικρά του ενός ή και λιγότερο. Είχα φωτογραφίσει και τη λιμνούλα και ένα μικρό στο χέρι μου, αλλά καταλάθος τ’αρχεία σβήστηκαν. Τα βατραχάκια αυτά πιθανόν θα τρέφονταν με τα πολλά εντομοειδή που κολυμπούσαν εκεί, δεν είναι όμως απίθανο οι μεγαλύτερι να κανιβάλιζαν τους μικρότερους, μιας και τέτοια συμπεριφορά έχει παρατηρηθεί στην αιχμαλωσία.
    Όλα τα βατραχάκια ήταν λοιπόν παγιδευμένα εκεί, με αφιλόξενες εκτάσεις κατάξερου εδάφους και βράχων γύρω τους. Τον Οκτώβριο, που θ’άφηναν το ποτάμι, εάν η λίμνη είχε διατηρηθεί χωρίς μόλυνση ή, ακόμα καλύτερα, ξαναγέμιζε από καμία βροχή, τα βατραχάκαι θα μπορούσαν να σκορπιστούν σ’όλο το μέρος και ίσως κάποια να επιβίωναν. Ακόμαι όμως κι αν μερικά επιβίωσαν, είναι αναγκασμένα ν’αντιμετωπίσουν κι αυτό το καλοκαίρι την ίδια ανθρώπινη μαλακία, και ίσως φέτος δεν ξανασταθούν τόσο τυχερά.


    Μια σχετικά μικρή χελώνα στο χέρι ενός παιδιού. Φέτος βρήκα 58 περίπου χελώνες, εκ των οποίων το ένα
    μικρό χελωνάκι,
    άλλες 4 μικρές, μία αρσενική και μια θηλυκή μικρού μεγέθους, και περίπου 20 αρσενικές και 25 θηλυκές, αλλά και μία μεσαία πατημένη στο δρόμο, (οι καταμέτρησή μου δεν έγινε τόσο λεπτομερείς όπως πέρσι). Εννοείται ότι όλες οι χελώνες της περιοχής είναι του είδους Testudo hermanni.

    Νεροχελώνες δεν υπάρχουν ούτε υπήρχαν στο ποτάμι. Νεροχελώνες του είδους Trachemys sscripta (οι κοινές αμερικανικές νεροχελώνες) μπορούν να βρεθούν σε υδάτινα οικοσυστήματα κοντά σε μέρη με ανθρώπινη δραστηριότητα, αφού κάποιοι ασυνήδητοι αφήνουν τις χελώνες τους εκεί, κι έπειτα αυτές είτε πεθαίνουν είτε καταφέρνουν να ζήσουν και αναπαράγονται σε βάρος των ευρωπαϊκώνειδών με τα οποία ανταγωνίζονται καλύτερα. ΕυρωπαΪκές νεροχελώνες δεν έχω συναντήσει ακόμα. Στον Άρνο ποταμό της Φλωρεντίας που
    επισκέφθηκα φέτος,
    μου είπαν ότι υπήρχαν πολλές νεροχελώνες, προφανώς του αμερικανικού είδους. Το θέμα είναι διεθνές.


    Αυτή τη σαύρα τη βρήκα σ’έναν κουβά κάτω απ’το μπαλκόνι στην αυλή. Προφανώς θα είχε πέσει εκεί μέσα ύστερα από κάποιο ατύχημα, ή μπορεί κάποιο πουλί να την έπιασε και αυτή νά’κοψε την ουρά της για να σωθεί. Κατά τ’άλλα ήταν υγειής. Η ουρά ξαναμεγαλώνει, αλλά απλότερη και διαφορετικού χρώματος και υφής από πριν. Την ξαναβρήκαμε την επόμενη μέρα στα κοντά χόρτα του μέρους όπου την αφήσαμε, προφανώς δε χρειάστηκε να μετακινηθεί πολύ μακριά. Να ήταν ολόκληρη περίπου 3-4 εκατοστά.
    Μη νομίζετε πως με αγαπάει, με ξέρει ή δε με φοβάται για να κάθεται στο χέρι μου. Κάθεται για καθαρά ωφελιμιστικούς λόγους, αφού το χέρι μας είναι ζεστό και τα ερπετά ως γνωστόν χρειάζονται εξωτερικές πηγές θερμοκρασίας για ν’ανεβάσουν το μεταβολισμό τους. Μπορείτε να βάλετε μια μικρή σαύρα στο χέρι σας, κι αυτή θα καθίσει εκεί για λίγο βλέποντάς το σαν μια τεράστια θερμή επιφάνεια. Μπορείτε μάλιστα και να κουνήσετε το χέρι σας αργά χωρίς να τρομάξει. Προσοχή όμως, γιατί αν τρομάξει θα πέσει απ’το χέρι σας και θα εξαφανιστεί. Με μεγαλύτερες σαύρες αυτό, να τις βάλετε δηλαδή στο χέρι σας χωρίς να φεύγουν, φυσικά δε γίνεται. Το είδος μου είναι άγνωστο, πιθανόν κάποια νεογέννητη του γένους Lacerta ή Podarcis. Ας μας διαφωτίσει κάποιος ειδήμων.

    Και το πιο σπάνιο:

    Πρώτη φορά είδα κι έπιασα αβγά ερπετού. Συνολικά ήταν 9 και βρέθηκαν όταν ο θείος μου έσκαβε το παρτέρι με την τσάπα. Δεν είναι σκληρά σαν τ’αβγά της κότας, είναι περισσότερο δερματώδη και ελαφρώς εύπλαστα, αν και πάλι το ερπετό για να ενισχύσει το τσόφλι χρειάζεται αρκετό ασβέστιο. Σίγουρα θα είχαν γεννηθεί από κανένα μεγάλο ειδος όπως αυτά του γένοςυ Lacerta.
    Όλοι φοβήθηκαν μήπως ήταν αβγά φιδιού, ακόμα κι εγώ ανησύχησα μήπως ήταν κάποιο δηλητηριώδες είδος, χωρίς να σκεφτώ προς στιγμήν ότι οι οχιές γεννούν κατευθείαν μικρά και όχι αβγά. Έπρεπε ωστόσο ν’ανοίξω ένα αβγό για να το επιβεβαιώσω, αλλά και κυρίως από δική μου περιέργεια. Έσκασα ένα λοιπόν καθαρά για δειγματοληπτικούς λόγους. Το αβγό δε σπάει όταν ανοίγεται, αλλ’αν τρυπήσει ή σχιστεί σκάει απότομα πετάγοντας έξω όλα τα υγρά. Μέσα λοιπόν στο υγρό βρήκα ένα έμβρυο σαύρας 3,5-4 εκ. μαζί με την ουρά, ίσου μεγέθους με τις μικρότερες νεογέννητες, και σίγουρα σε λίγες μέρες τα αβγά θά’σκαγαν. Έτσι σκότωσα ακούσια μια μικρή αγέννητη σαυρούλα. Ούτε όμως τα υπόλοιπα είχαν καλή τύχη. Τά’θαψα όλα έξω απ’το σπίτι για να μην τα βρει κανείς και να συνεχίζουν ν’αναπτύσσονται κανονικά σ’ένα μέρος με καλό χώμα και πολύ ήλιο. Όμως έκανα το λάθος να το πω σε παιδάκια και μου σκόρπισαν ή μου κατέστρεψαν τα 4. Τελικά το βράδυ τά’φερα μέσα στην αυλή, πλέον μόνο 4. Επίσης δεν είναι σωστό ν’αλλάζουν συνέχεια θέσει τα αβγά των ερπετών, διότι το μικρό μπορεί να συνθλιβεί από το βάρος των υπολοίπων υλικών του αβγού. Την άλλη μέρα βρήκα το ένα λίγο ξεθαμμένο και πλαγιασμένο, και κατάλαβα ότι δεν τό’θαψα σωστά. Τώρα αν τα υπόλοιπα εκολάφθηκαν είναιάγνωστο.

    Από φίδια βρήκα ένα σχετικά μικρό πατημένο στο δρόμο κοντά στο σπίτι, είχα ακούσει και γι’άλα δύο, όμως δεν ξέρω τι ήταν.

    Προσδοκώ φέτος να βρω ακόμα περισσότερα και ακόμα πιο σπάνιες περιπτώσεις.

    Χθες το βράδυ η
    Λίμπο η κουνελίτσα μου
    γέννησε για έκτη φορά τέσσερα στρουμπουλά, ζεστά κουνελάκια μέσα στη ζεστή και μαλακιά φωλίτσα της. Δε θα την έβαζα να γεννήσει αν την προηγούμενη φορά δεν της είχαν πεθάνει
    όλα τα προηγούμενα τέσσερα.

    Δυστυχώς στις 12 του προηγούμενου μήνα που γέννησε, κάτι μάλλον θα την ενόχλησε και έθαψε σχεδόν όλη τη φωλιά αφήνοτας τα κουνελάκια σχεδόν ξεσκέπαστα να πεθάνουν απ’το κρύο. Δεν είναι ωραίο να βρίσκεις νεογέννητα, μαλακά ζωάκια, που κανονικά θά’πρεπε να μεγαλώνουν στη φωλιά τους με ασφάλεια, νεκρά, παγωμένα και σκονισμένα, αλλά δυστυχώς είναι κάτι που μπορεί να συμβεί. Ίσως επειδή η φωλιά ήταν κάτω από το μπουκαλάκι νερού της και ήθελε νά’χει καλύτερη πρόσβαση εκεί, ίσως επειδή έβλεπε τον Πίπη τον πατέρα που την ενοχλούσε, δεν ξέρω. Τις επόμενες όμως δύο μέρες φερόταν αρκετά ανήσυχα, σαν να τα έψαχνε. Τα βυζάκαι της είχαν πρηστεί και δεν πολυήθελε να τη σηκώνω και να την πιάνω. Μάλιστα το πρώτο βράδυ την παρατήρησα να στέκεται ακριβώς πάνω από τ’απομεινάρια της φωλιάς, περιμένοντας μάλλον τα παιδάκια της να πιουν το γάλα. Την τρίτηε μέρα όμως ηρέμησε και πάλι (η ζωή συνεχίζεται), τα βυζάκαι ξεφούσκωσαν και έκρινα κατάλληλο να την ξαναζευγαρώσω.
    Μόλις έβαλα τον Πίπη λοιπόν στο κλουβί της, με το πρώτοάλμα βρέθηκε πάνω της, κι αυτή φυσικά συνεργάστηκε μετά χαράς σηκώνοντας την ουρά της. Έγινε η πρώτη πράξη, κι έπειτα ακολούθησαν άλλες τρεις φορές. Ύστερα άρχιζαν να παίζουν και να γλείφονται μαζί, κι όλο το ένα πηδούσε πάνω στ’άλλο – ο Πίπης πάνω στη Λίμπο, αλλά και η Λίμπο πάνω στον Πίπη, αν και του καθόταν ανάποδα ανεβαίνοντας απ’το κεφάλι και κάνοντας πος συνευρίσκεται. Τέτοια συμπεριφορά είχα να δω από τότε που ακόμα τα κουνελάκαι δεν είχαν ενηλικιωθεί, κι επειδή η Λίμπο ήταν τότε μεγαλύτερη από τον Πίπη, ανέβαινε πάνω του για κυριαρχία περισσότερο και τον φόβιζε. Τώρα φυσικά δεν υπήρχαν επιθετικές τάσεις. Μετά από τέσσερςι μέρες τα ξανάφερα μαζί, όμως η Λίμπο, όταν ο Πίπης έκανε την παραμικρή κίνηση για ζευγάρωμα, τον απέφευγε βγάζοντας υπόκωφο γρύλλισμα, σημάδι ότη ήταν έγκυος. Μπορούσαν μόνο να γλείφονται και να είναι κοντά, όχι όμως να συνουσιάζονται. Αργότερα η συμπεριφορά της προς τον Πίπη έγινε ακόμα πιο άγρια με μικρές αψιμαχίες όταν δοκίμαζε να την κυνηγήσει.

    Φωλιά άρχιζε να κατασκευάζει 5 μέρες πριν γεννήσει. Την προηγούμενη αποτυχημένη φορά την είχε ξεκινήσει και τελειώσει πριν 8 μέρες, κάτι πραγματικά πρωτοφανές. Βλέποντάς την ανήσυχη της έδωσα λίγια σχισμένα χαρτιά, άχυρα και ξερά φύλλα γιούκα για να την φτιάξει. Παιδεύτηκε αρκετές ώρες ώσπου έφτιαξε μία μακρόστενη και κάπως ανοργάνωτη φωλιά κατά μήκος του πίσω τοιχώματος του κλουβιού, πάλι απ’τη μεριά με το μπουκάλι. Πλέον τη φτιάχνει εκεί, διότι την άλλη γωνία τη χρησιμοποιεί για ούρηση και αφόδευση, ενώ παλαιότερα την είχε κάτω απ’το νερό. Τώρα όμως είναι και το κλουβί του Πίπη ακριβώς δίπλα αριστερά, κι εκείνος έχει τη γωνία του ακριβώς απέναντι, προφανώς εκεί βάζουν τα όρια των περιοχών τους. Τη μέρα πριν γεννήσει έγινε πάλι ανήσυχη και της έδωσα περισσότερα χαρτια΄να κάνει τη φωλίτσα της. Τρέχοντας από εδώ κι από εκί, στρώνοντας προσεκτικά τα υλικά και διορθώνοντας συνέχεια, έκανε τελικά μια μεγάλη και καλή φωλιά σ’όλη τη δεξιά πλευρά, καταλαμβάνοντας τα 2/3 του κλουβιού. Παρατήρησα ότι όταν της έπιανα τη φωλιά για να δω πώς την έκανε, ερχόταν αμέσως κοντά στο χέρι να δει τι γίνεται, μήπως ήμουν κάτι κακό που θα τη χαλούσε.

    Χθες ήταν πολύ φουσκωμένη και ανήσυχη, και δεν ανεχόταν να την πιάνω μουγκρίζοντας έντονα, κι έτσι την άφησα στην ησυχία της, μόνο της έδωσα λίγο φαγητό που το πήρε αμέσως. Γενικά τις τελευταίες 5-6 μέρες η κοιλιά της ήταν φουσκωμένη, και ιδίως της τελευταίες τρεις πριν γεννήσει μπορούσα να ψιλαφίζω τα παιδάκια της μέσα από την κοιλιά της όταν καθόταν ή ξάπλωνε. Προχθές ιδίως που έφτιαχνε τη φωλιά και ήταν όλη τη μέρα σε ένταση χωρίς να φάει και πολύ, ξάπλωνε συχνά. Παρόμοιες συμπεριφορές έχει κάνει και στις προηγούμενες γέννες.

    Χθες στις 7 και τέταρτο που βγήκα να κάνω έναν έλεγχο πριν φύγω για το γυμναστήριο, άκουσα κάτι σκαψιματάκαι στη φωλιά και είδα ένα άσπρο χαλάκι να την καλύπτει, ενώ η Λίμπο έτρωγε απ’την άλλη γωνία. Ανοίγοντας το κλουβί έπιασα τη Λίμπο ξεφουσκωμένη κι αρκετά μαζεμένη, ενώ από την άλλη μεριά βρήκα τέσσερα στρουμπουλά, ζεστά και χαρούμενα κουνελάκια μέσα στα μαλλάκια. Οι κουνέλες ρίχνουν τρίχες στη φωλιά για να κρατήσουν τα μικρά ζεστά και κρυμμένα. Το παράξενο αυτήν τη φορά που πήγα να ελέγξω τα κουνελάκια ήταν ότι η μάνα ανησύχησε με την παρέμβασή μου κι έτρεξε στο χέρι μου. Έπειτα όμως την αποζημίωσα με λίγο παραπάνω φαγητο και χάιδεμα. Τώρα ο Πίπης απ’τη Λίμπο ήταν χωρισμένη με χαρτόνι ήδη από τότε που έφτιαχνε τη φωλιά, και το μπουκαλάκι το μετακίνησα στην άλλη μεριά μόλις είδα ότι γέννησε. Το αξιοσημείωτο αυτής της γέννας για τα κουνελάκαι είναι ότι γεννήθηκαν αρκετά μεγάλα, γι’αυτό άλλωστε ήταν και τόσο φουσκωμένη η κοιλιά της μάνας. Συνήθως όταν γεννάει τέσσερα είναι μικρότερα απ’ό,τι αν είναι δύο ή τρία, τώρα όμως όλα είναι αρκετά μεγάλα και δυνατά.

    Σήμερα το πρωί η γιαγιά μου είδε τη Λίμπο ν’ανακατεύι τη φωλιά και να σηκώνει τα κουνελάκια – πιθανόν τα είχε θηλάσει και τα καθάριζε. Οι κουνέλες αρχικά γλείφουν τις κοιλίτσες των μικρών τους για να τα κάνουν ν’απεκρίνουν. Πηγαίνοντας αργότερα να ελέγξω την κατάσταση, βρήκα όλα τα κουνελάκια χωμένα ήσυχα κάτω απ’τα μαλλάκια, και δεν υπήρχε καμία αρνητική αντίδραση απ’τη μάνα, όπως γίνεται πάντοτε, μιας και με ξέρει.

    Τώρα τα κουνελάκια είναι ακόμα ρόζ και γυμνά, χωρίς μαλλάκια, χωρίς δοντάκια, με κλειστά ματάκια, με μικρά και μαζεμένα αφτάκια, με μικροσκοπικά νυχάκια και κοντή ουρίτσα, αδύναμα να περπατήσουν ή να κινηθούν προς κάποια κατεύθυνση. Βρίσκονται το ένα κολλημένο με το άλλο για να ζεσταίνονται, και η μόνες καλές κινήσεις που κάνουν είναι να σκάβουν με τα μπροστινά τους ποδαράκαι στον πυθμένα της φωλίτσας και να γυρίζουν να θηλάσουν. Όταν τα κουνέλια θηλάζουν, η κουνέλα έρχεται και στέκεται πάνω απ’τη φωλιά, και τα κουνελάκια αναποδογυριζουν, πιάνουν την κοιλίτσα της με τα μπροστινά τους άκρα και ρουφούν από τη θηλή. Έτσι κάθονται για πάνω από ένα λεπτό. Ύστερα γίνονται στρουμπουλά σαν χαρούμενα κουνελόσχημα μπαλονάκια, με το μικρό τους ομφαλό να πετάγεται προς τα έξω. Δείτε λεπτομερώς την ανάπτυξη των κουνελιών με φωτογραφίες
    στο άρθρο μου για την πρώτη γέννα της Λίμπο.

    Οι φωνούλες τους επίσης είναι ωραίες. Όταν πεινάνε ή είναι πεινασμένα και συγχρόνως ενοχλούνται, βγάζουν κάτι μικρές βραχνές κραυγούλες για να καλέσουν τη μάνα τους, και συνήθως όταν φωνάζουν πολύ αυτή έρχεται. Χθες άκουσα μέσα στην ησυχία μια ψιλή, μακρόσυρτη κραυγούλα από ένα κουνελάκι, γι’άγνωστο λόγο.

    Τα κουνελάκια αυτά θα τα δώσω σε άτομα που πρόκειται να τ’αγαπήσουν και να τα φροντίσουν. Έχω ήδη 2-3 άτομα που μου ζητάνε.

    Θα ενημερώνω για νέα.

    Ενημέρωση 1/4/2012: Η ανάπτυξη σ’αυτή τη γέννα ήταν πρωτοφανώς γρήγορη, λες και επρόκειτο μόνο για δύο μικρά, μάλλον χάρη στο πολύ τάισμα της κουνέλας με φρέσκα χόρτα και κουνελίνη. Από το πολύ φαγητό η Λίμπο είχε φτάσει να γίνει περισσότερο στρουμπουλή από όταν ήταν έγκυος, αλλ’έπρεπε να τα δώσει ποιοτικό γάλα. Τώρα ακόμα φυσικά συνεχίζουν να θηλάζουν αν κι έχουν αρχίσει να μασουλάνε και λίγη στερεά τροφή. Η κίνησή τους έχει βελτιωθεί σημαντικά, αλλ’ακόμα δε μπορούν να περπατήσουν ή να πηδήξουν τόσο καλά όσο ένα μεγάλο κουνέλι.
    Χρονοδιάγραμμα ανάπτυξης: 2 μέρες πρώτο χνούδι, τρεις περισσότερο, 6 πρώτη εμφάνιση δοντιών, 9 απόκτηση του σχεδόν κανονικού χρωματισμού, 10 άνοιγμα ματιών, 12 βόλτες έξω απ’τη φωλιά, ενόχληση της κουνέλας για περισσότερο γάλα, 13 δοκίμασμα κουνελίνης, 14 περίοδι γρήγορης κίνησης, 15 σήκωμα στα πίσω άκρα και δοκίμασμα αχύρου, 16 (τώρα) ομαλή ανάπτυξη.

    Χθες έβγαλα εντελώς τη φωλιά και τώρα τα μικρά μαζεύονται σε μια από τις γωνίες για να κοιμούνται για πολύ ώρα. Ακόμα είναι μικρά και περνούν τον περισσότερο χρόνο τους στην ηρεμία. Αυτό που θα πρέπει να προσέχετε στην κουνέλα αυτό το διάστημα είναι η διατροφή και το νερό. Ειδικά το νερό λόγω παραγωγής γάλακτος το τελειώνουν γρήγορα, και γι’αυτο θα πρέπει να ελέγχετε το μπουκαλάκι καθημερινά. Η διατροφή θα πρέπει να είναι πλουσιότερη σε πρωτεΐνη από το συνηθισμένο για την καλή ανάπτυξη των μικρών, με περισσότερη έτοιμη κουνελίνη και πολλές φρέσκες κορυφούλες, νέα φύλλα και μπουμπουκάκια, άνθη και νεαρά στάχυα.

    Όλα μαζί στη γωνίτσα 30/3/2012 της κάπως χαλασμένης πλέον φωλιάς.

    Follow

    Get every new post delivered to your Inbox.