Category: ελληνική γλώσσα


Στο σχολείο έχουμε ένα παιδάκι που το λένε Αντωνάκη, με πρόβλημα όρασης κι αυτός, αλλά και μ’άλλες αναπηρίες. Κατάγεται από το Ομόλιο της Λάρισας και μιλάει με τον τρόπο που μιλούν εκεί. Δε μιλάει όμως μόνο με διαφορετική προφορά, χρησιμοποιεί και κάποιες ιδιαίτερες λέξεις.
Δύο, οι πιο αστείες, είναι τα λιμπανιστήρια και ο γιακοβής. Τα λιμπανιστήρια ή λιμπά όπως συχνά τα λέει είναι οι όρχεις, τ’αρχίδια, τα μπαλάκια, τα κάκαλα, τα αχαμνά, ή όπως αλλιώς θέλετε να τα πειτέ, ενω΄ο γιακοβής δεν είναι Ιάκωβος, Ιακώβ, Γιάκομπ, είναι ο κάδος των σκουπιδιών! Αρχικά δεν ήξερα τι εννοεί αλλά μετά τον ρώτησα και κατάλαβα. Μαθαίνετε δύο παράξενες λέξεις λοιπόν. Σημειωτέον ότι ως τώρα δεν υπήρχαν στο ελληνικό διαδίκτυο. Τα λιμπανιστηρια τα βρήκα μόνο σ’ένα ανέκδοτο: “Πώς λέγονται τα μη επανδρωμένα αμερικανικά αεροσκάφη, που φωτογραφίζουν τις θέσεις των Ταλιμπάν; Τα λιμπανιστήρια.” Κανείς όμως δε θα το καταλάβαινε χωρίς να ξέρει τη λέξη. Όσο για το Γιακοβή, το βρήκα μόνο ως επώνυμο. Πιστεύω πώς θα υπήρχε κάποιος στο χωριό τους με τέτοιο επώνυμο που κάτι θα είχε να κάνει με τα σκουπίδια, κι έτσι βγήκε τ’όνομα και για τον κάδο.

Θα πρέπει επίσης ν’αναφέρω ότι το εν λόγω παιδί έχει κάνει και μερικές ύποπτες δηλώσεις. Όταν μια φορά με ρώτησα τι έκαναν τα κουνελάκια μου (είχα τότε αυτά της
τέταρτης γέννας),
και του είπα ότι τρέμουν. Έτρεμαν διότι ακόμα δεν είχαν δυναμώσει οι μύς τους και προσπαθούσαν να περπατήσουν κανονικά. Μου λέει “Ωχ, ωχ, αν τρέμουν έχουν αρρώστια και θα πεθάνουν”. Από τότε έχω υποψίες ότι τα πρόβατα της οικογένειάς του έχουν τρομώδη νόσο και ίσως κάποιοι άνθρωποι εκεί έχουν πάθει Κρόιτσφελντ-Γιάκομπ. Ακόμα τρομακτικότερο ήταν αυτό που μου είπε σήμερα ότι η μάνα του τρώει μυαλά. Ωχ!
Και ψάχνοντας στο γκουγκλ βρήκα ότι η περιοχή της Λάρισας έχει τέτοια κρούσματα. Στη Λάρισα μάλιστα βρίσκεται διαγνωστικό κέντρο για τρομώδη νόσο.

Μόλις πριν λίγο έψαχνα για τη σημασία της λέξεως “ατραπός”, μιας λέξεως που έχω ακούσει πολύ σπάνια αλλά μου έχει αποτυπωθεί στο μυαλό μου.
Ατραπός λοιπόν σημαίνει μονοπάτι ή πέρασμα που δύσκολα το ακολουθει κανείς. Είναι σύνθετη αρχαιοελληνική λέξη από το α το στερητικό συν το τραπ-, από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *τρεπ-, κατά το
Βικιλεξικό.
Η ρίζα
*τρεπ-
δίνει επίσης λέξεις όπως τρέπω, τρόπος, τροπή κ.ά.

Η λέξη “ατραπός” συναντάται συχνότερα σε θρησκευτικό περιεχόμενο, π.χ.
η Οκταπλή Ατραπός του βουδισμού
ή
η δεξιά ή αριστερή ατραπός,
δύο εναλλακτικοί τρόποι αναζήτησης της αλήθειας σύμφωνα με τον εσωτερισμό. Γενικά η δεξιά έχει να κάνει με μια εξωτερική/αντικειμενική αλήθεια, εξωτερικούς ηθικούς κανόνες, δόγματα, π.χ. οι περισσότερες θρησκείες, ενώ η αριστερή εμπεριέχει την υποκειμένική αναζήτηση κι ερμηνεία του κόσμου, π.χ. μαγεία, σατανισμός, σκοτεινές τέχνες κ.ά.

Επίσης
Ανοπαία Ατραπός
λεγόταν το μονοπάτι απ’όπου ο προδότης Εφιάλτης οδήγησε τα περσικά στρατεύματα κατά τη Μάχη των Θερμοπυλών, ώστε να περικυκλώσουν τους Έλληνες και τελικά να τους συντρίψουν.

Αρκετές μου ήτνα γνωστό ότι είναι τουρκικά δάνεια, για πολλές άλλες όμως δε γνώριζα την προέλευσή τους ή και ακόμα νόμιζα ότι είναι ελληνικές. Θα εκπλαγείτε αν δείτε πόσο συχνά χρησιμοποιούμε τις περισσότερες απ’τις παρακάτω. Είναι 218. Τον κατάλογο τον πήρα από
εδώ.

•ΑΛΑΝΙ (αλήτης),
•ΑΛΑΝΑ (ανοιχτός χώρος),
•ΑΓΑΣ (δεσποτικός-αυταρχικός),
•ΑΓΙΑΖΙ (πρωινό ή νυχτερινό κρύο),
•ΓΙΑΟΥΡΤΙ (πηγμένο γάλα),
•ΚΑΡΠΟΥΖΙ (υδροπέπων),
•ΜΕΝΕΞΕΣ (εύοσμο λουλούδι),
•ΣΟΥΓΙΑΣ (μαχαιράκι),
•ΤΕΝΕΚΕΣ (δοχείο),
•ΦΛΙΤΖΑΝΙ (κύπελλο),
•ΤΣΕΠΗ (θυλάκιο),
•ΤΑΒΑΝΙ (οροφή),
•ΤΖΑΚΙ (παραγώνι),
•ΚΑΙΚΙ (βάρκα),
•ΜΕΛΤΕΜΙ (άνεμος ετησίας),
•ΜΑΝΑΒΗΣ (οπωροπώλης),
•ΜΠΑΚΑΛΗΣ (παντοπώλης),
•ΓΛΕΝΤΙ (διασκέδαση),
•ΚΑΒΓΑΣ (φιλονικία),
•ΚΕΦΙ (ευδιαθεσία),
•ΧΑΤΙΡΙ (χάρη),
•ΝΤΕΡΤΙ (καημός),
•ΝΤΑΒΑΝΤΟΥΡΙ (σύγχυση),
•ΤΣΙΜΠΟΥΚΙ (καπνοσύριγγα),
•ΧΑΣΑΠΙΚΟ (κρεοπωλείο),
•ΝΤΟΥΛΑΠΙ (ιματιοθήκη),
•ΔΕΡΒΕΝΙ (κλεισούρα),
•ΜΠΑΙΡΑΚΙ (σημαία),
•ΤΣΟΜΠΑΝΗΣ (βοσκός-ποιμένας),
•ΓΙΛΕΚΟ (περιθωράκιον),
•ΧΑΜΠΑΡΙΑ (αγγελία-νέα),
•ΓΙΑΠΙ (οικοδομή),
•ΓΙΑΚΑΣ (περιλαίμιο),
•ΓΙΑΡΜΑΣ (ροδάκινο),
•ΓΙΝΑΤΙ (πείσμα),
•ΓΙΟΥΡΟΥΣΙ (επίθεση),
•ΓΚΕΜΙ (χαλινάρι),
•ΓΟΥΡΙ (τύχη),
•ΓΡΟΥΣΟΥΖΗΣ (κακότυχος),
•ΓΚΑΙΝΤΑ (άσκαυλος),
•ΕΡΓΕΝΗΣ (άγαμος),
•ΖΑΜΑΝΙΑ (μεγάλο χρονικό διάστημα),
•ΖΑΡΖΑΒΑΤΙΚΑ (λαχανικά),
•ΖΟΡΙ (δυσκολία),
•ΖΟΥΜΠΟΥΛΙ (υάκινθος),
•ΚΑΒΟΥΚΙ (καύκαλο),
•ΚΑΒΟΥΡΔΙΖΩ(φρυγανίζω-ξεροψήνω),
•ΚΑΖΑΝΙ (λέβητας),
•ΚΑΣΜΑΣ (αξίνα-σκαπάνη),
•ΚΑΛΕΜΙ (γραφίδα),
•ΚΑΛΟΥΠΙ (μήτρα-πρότυπο),
•ΚΑΛΠΙΚΟΣ (κίβδηλος),
•ΚΑΠΑΚΙ (σκέπασμα- κάλυμμα),
•ΚΑΡΑΟΥΛΙ (φρουρά-σκοπιά),
•ΚΟΥΒΑΣ (κάδος-αγγείο),
•ΝΤΙΠ ΓΙΑ ΝΤΙΠ (ολωσδιόλου),
•ΚΑΤΣΙΚΑ (ερίφι-γίδα),
•ΚΕΛΕΠΟΥΡΙ (ανέλπιστο εύρημα),
•ΚΙΜΑΣ (ψιλοκομμένο κρέας),
•ΚΙΟΣΚΙ (περίπτερο),
•ΚΟΛΑΙ (ευκολία-άνεση),
•ΚΟΛΑΟΥΖΟΣ (οδηγός),
•ΚΟΠΙΤΣΑ (πόρπη),
•ΚΟΤΖΑΜ (τεράστιος-πελώριος),
•ΚΟΤΣΑΝΙ (μίσχος),
•ΚΑΦΑΣΙ (κιβώτιο),
•ΚΟΤΣΙ (αστράγαλος),
•ΚΟΥΒΑΡΝΤΑΣ (γενναιόδωρος-ανοιχτοχέρης),
•ΚΟΥΜΠΑΡΑΣ (δοχείο χρημάτων),
•ΚΟΥΣΟΥΡΙ (ελάττωμα-μειονέκτημα),
•ΚΟΥΤΟΥΡΟΥ (ασύνετα-απερίσκεπτα),
•ΛΑΓΟΥΜΙ (υπόνομος-οχετός),
•ΛΑΠΑΣ (χυλός),
•ΛΕΒΕΝΤΗΣ (ανδρείος-ευσταλής),
•ΛΕΚΕΣ (κηλίδα),
•ΛΕΛΕΚΙ (πελαργός),
•ΛΟΥΚΙ (υδροσωλήνας),
•ΜΑΓΙΑ (προζύμη-ζυθοζύμη),
•ΜΑΓΚΑΛΙ (πύραυνο),
•ΜΑΓΚΟΥΦΗΣ (έρημος),
•ΜΑΙΝΤΑΝΟΣ (πετροσέλινο-μακεδονίσι),
•ΜΑΝΤΖΟΥΝΙ (φάρμακο),
•ΜΑΟΥΝΑ (φορτηγίδα),
•ΜΑΡΑΖΙ (φθίση),
•ΜΑΡΑΦΕΤΙ (μικρό εργαλείο),
•ΜΑΣΟΥΡΙ(μικρό ξύλο),
•ΜΑΧΑΛΑΣ (συνοικία),
•ΜΕΖΕΣ (ορεκτικά),
•ΜΕΝΤΕΣΕΣ (στρόφιγγα),
•ΜΕΡΑΚΙ (πόθος),
•ΜΕΡΕΜΕΤΙ (επισκευή-επιδιόρθωση),
•ΜΟΥΣΑΜΑΣ (κερωμένο-αδιάβροχο ύφασμα),
•ΜΟΥΣΑΦΙΡΗΣ(φιλοξενούμενος-επισκέπτης),
•ΜΠΑΓΙΑΤΙΚΟ (μη νωπό),
•ΜΠΑΓΛΑΡΩΝΩ (δένω-φυλακίζω),
•ΜΠΑΛΤΑΣ (πελέκι),
•ΜΠΑΜΙΑ (ιβίσκος ο εδώδιμος),
•ΜΠΑΜΠΑΣ (πατέρας),
•ΜΠΑΜΠΑΛΗΣ(ο πολύ γέρος),
•ΜΠΑΞΕΣ (περιβόλι-κήπος),
•ΜΠΑΡΟΥΤΙ (πυρίτιδα),
•ΜΠΑΤΖΑΚΙ (κνήμη-σκέλη),
•ΜΠΑΤΖΑΝΑΚΗΣ (σύγαμπρος-συννυφάδα),
•ΜΠΑΤΙΡΙΣΑ(πτωχεύω-χρεοκοπώ),
•ΜΠΑΧΑΡΙΚΟ (αρωματικό άρτυμα),
•ΜΠΕΚΡΗΣ (μέθυσος),
•ΜΠΕΛΑΣ(ενόχληση),
•ΠΟΥΣΤΗΣ-ΜΠΙΝΕΣ (κίναιδος-ασελγής),
•ΜΠΟΓΙΑ (βαφή-χρώμα),
•ΜΠΟΓΙΑΤΖΗΣ (ελαιοχρωματιστής)
•ΜΠΟΙ (ανάστημα-ύψος),
•ΜΠΟΛΙΚΟΣ (άφθονος),
•ΜΠΟΣΤΑΝΙ (λαχανόκηπος),
•ΜΠΟΣΙΚΟΣ (χαλαρός),
•ΜΠΟΥΖΙ (πάγος-ψύχρα),
•ΜΠΟΥΛΟΥΚΙ (στίφος-άτακτο πλήθος),
•ΜΠΟΥΛΟΥΚΟΣ (καλοθρεμμένος-παχουλός),
•ΜΠΟΥΝΤΑΛΑΣ (κουτός-ανόητος),
•ΜΠΟΥΝΤΡΟΥΜΙ (φυλακή),
•ΜΠΟΥΡΙ (καπνοσωλήνας),
•ΜΠΟΡΑ (καταιγίδα)
•ΜΠΟΥΤΙ (μηρός),
•ΜΠΟΥΧΤΙΣΜΑ (κορεσμός),
•ΝΑΖΙ (κάμωμα-φιλαρέσκεια),
•ΝΤΑΜΑΡΙ (φλέβα-λατομείο),
•ΝΤΑΜΠΛΑΣ (αποπληξία),
•ΝΤΑΝΤΑ (παραμάνα-τροφός),
•ΝΤΑΡΑΒΕΡΙ (συναλλαγή-αγοραπωλησία),
•ΝΤΕΛΑΛΗΣ (διαλαλητής),
•ΝΤΕΛΗΣ (παράφρονας),
•ΝΤΙΒΑΝΙ (κρεβάτι),
•ΝΤΟΥΒΑΡΙ (τοίχος),
•ΝΤΟΥΜΑΝΙ (καταχνιά-καπνός),
•ΝΤΟΥΝΙΑΣ (κόσμος-ανθρωπότητα),
•ΠΑΖΑΡΙ (αγορά-διαπραγμάτευση),
•ΠΑΝΤΖΑΡΙ (κοκκινογούλι-τεύτλο),
•ΠΑΤΖΟΥΡΙ (παραθυρόφυλλο),
•ΠΑΠΟΥΤΣΙ (υπόδημα),
•ΠΕΡΒΑΖΙ (πλαίσιο θυρών),
•ΠΙΛΑΦΙ (ρύζι),
•ΡΑΧΑΤΙ (ησυχία)
•ΣΑΚΑΤΗΣ (ανάπηρος),
•ΣΑΜΑΤΑΣ (θόρυβος),
•ΣΕΝΤΟΥΚΙ (κιβώτιο),
•ΣΕΡΤΙΚΟ (τσουχτερό, βαρύ),
•ΣΙΝΑΦΙ (συντεχνία, κοινωνική τάξη),
•ΣΙΝΤΡΙΒΑΝΙ(πίδακας),
•ΣΙΡΟΠΙ (πυκνόρρευστο διάλυμα ζάχαρης),
•ΣΑΙΝΙ (ευφυής),
•ΡΟΥΣΦΕΤΙ (χαριστική εξυπηρέτηση),
•ΣΟΒΑΣ (ασβεστοκονίαμα),
•ΣΟΙ (καταγωγή-γένος),
•ΣΟΚΑΚΙ (δρόμος),
•ΣΟΜΠΑ (θερμάστρα),
•ΣΟΥΛΟΥΠΙ (μορφή-σχήμα),
•ΤΑΜΠΛΑΣ (αποπληξία-συγκοπή),
•ΤΑΠΙ (χωρίς χρήματα),
•ΤΑΡΑΜΑΣ (αυγοτάραχο),
•ΤΑΣΑΚΙ (σταχτοδοχείο),
•ΤΑΧΙΝΙ (αλεσμένο σουσάμι),
•ΤΑΨΙ (μαγειρικό σκεύος),
•ΤΕΚΕΣ (καταγώγιο),
•TΕΜΠΕΛΗΣ (οκνηρός-ακαμάτης),
•ΤΕΡΤΙΠΙ (τέχνασμα-απάτη),
•ΤΕΦΑΡΙΚΙ (εκλεκτό-αριστούργημα),
•ΤΕΦΤΕΡΙ(κατάστιχο),
•ΤΖΑΜΙ (υαλοπίνακας-γυαλί),
•ΤΣΑΜΠΑ (δωρεάν),
•ΤΖΑΝΑΜΠΕΤΗΣ (κακότροπος-δύστροπος),
•ΤΟΠΙ (σφαίρα),
•ΤΟΥΛΟΥΜΙ (ασκός),
•ΤΟΥΛΟΥΜΠΑ (αντλία),
•ΤΟΥΜΠΕΚΙ (σιωπή),
•ΤΡΑΜΠΑ (ανταλλαγή),
•ΤΣΑΙΡΙ (λιβάδι-βοσκοτόπι),
•ΤΣΑΚΑΛΙ (θώς),
•ΤΣΑΚΙΡΗΣ (γαλανομάτης),
•ΤΣΑΚΜΑΚΙ (αναπτήρας),
•ΤΣΑΝΤΑ (δερμάτινη θήκη),
•ΤΣΑΝΤΙΡΙ (σκηνή),
•ΤΣΑΠΑΤΣΟΥΛΗΣ (ανοικοκύρευτος-άτσαλος),
•ΤΣΑΡΚΑ (επιδρομή-περιπλάνηση),
•ΤΣΑΝΤΙΖΩ (εξοργίζω-προσβάλω),
•ΤΣΑΧΠΙΝΗΣ(κατεργάρης-πονηρός),
•ΤΣΙΓΚΕΛΙ(αρπάγη-σιδερένιο άγκιστρο),
•ΤΣΙΦΟΥΤΗΣ-ΤΣΙΓΚΟΥΝΗΣ (φιλάργυρος),
•ΤΣΙΡΑΚΙ (ακόλουθος),
•ΤΣΙΣΑ(ούρα),
•ΤΣΙΦΤΗΣ (άψογος-ικανός),
•ΤΣΟΥΒΑΛΙ (σακί),
•ΤΣΟΥΛΟΥΦΙ (δέσμη μαλλιών),
•ΤΖΟΓΛΑΝΙ (νέος)
•ΤΣΟΠΑΝΗΣ (βοσκός)
•ΦΑΡΑΣΙ (φτυάρι-σκουπιδολόγος),
•ΦΑΡΣΙ (τέλεια-άπταιστα),
•ΦΥΝΤΑΝΙ(φυτώριο),
•ΦΙΣΤΙΚΙ (πιστάκη),
•ΦΥΤΙΛΙ (θρυαλλίδα),
•ΦΟΥΚΑΡΑΣ (κακομοίρης-άθλιος),
•ΦΟΥΝΤΟΥΚΙ (λεπτοκάρυο-λευτόκαρο),
•ΦΡΑΝΤΖΟΛΑ (ψωμί),
•XABOYZA(δεξαμενή νερού),
•ΧΑΖΙ (ευχαρίστηση),
•ΧΑΛΑΛΙΖΩ (συγχωρώ),
•ΧΑΛΙ (άθλιο),
•ΧΑΛΙ (τάπητας),
•ΧΑΛΚΑΣ (κρίκος),
•ΧΑΜΑΛΗΣ(αχθοφόρος),
•ΧΑΝΙ (πανδοχείο),
•ΧΑΠΙ (καταπότι),
•ΧΑΡΑΜΙ (άδικα),
•ΧΑΡΜΑΝΗΣ (χασισοπότης),
•ΧΑΡΤΖΙΛΙΚΙ (μικρό χρηματικό ποσό),
•ΧΑΒΑΣ (μουσικός σκοπός)
•ΧΑΦΙΕΣ(καταδότης),
•ΧΟΥΖΟΥΡΕΜΑ (ανάπαυση),
•ΧΟΥΙ (ιδιοτροπία),
•ΧΟΥΝΕΡΙ (πάθημα-εξαπάτηση).

Ένα πολύ κοινό λάθος που κάνουμε όλοι μας, ενώ πολλοί δεν ξέρουν καν ότι είναι λάθος, είναι η χρήση της αύξησης στην προστακτική του αορίστου του δεύτερου προσώπου. Μπορεί να πούμε δηλαδή “υπέγραψε”, “συνέκρινε”, κ.ά. Ενώ κανονικά θα ήταν “υπόγραψε”, “σύγκρινε”, κ.ά. αντίστοιχα. Καμία άλλη έγκλιση όμως πλην της οριστικής δεν παίρνει αύξηση στον αόριστο.
Έχω παρατηρήσει επίσης, και σίγουρο όλοι θα τό’χετε παρατηρήσει αν προσέχετε, ότι κανείς ποτέ δε βάζει αύξηση στην υποτακτική του αορίστου, δε λέμε δηλαδή “να υπεγράψω”, ούτε στην προστακτική του αορίστου στο δεύτερο του πληθυντικού, π.χ. “υπεγράψτε”. Αυτό δεν το κάνουμε επειδή μάλλον αυτοί οι τύποι δε μας ακούγονται σωστοί, κι επίσης γιατί οι καταλήξεις της υποτακτικής του αορίστου είναι όμοιες μ’αυτές του ενεστώτα και του μέλλοντα, που έτσι κι αλλιώς δεν παίρνουν αύξηση. Γιατί τότε το πρόβλημα μόνο με το δεύτερο ενικό του αορίστου; Νομίζω διότι ο τύπος μοιάζει πολύ με το τρίτο ενικό της οριστικής του αορίστου, ή για κάποιον άλλο λόγο.
Ακόμα κι εγώ, που δεν τα πάω καλά με τέτοια λάθη, σπανίως μπορεί πάλι να το κάνω.

Σήμερα είχα μια αναζήτηση στα στατιστικά για το ποια είναι η ελληνική λέξη για το “στιλ”.
“Ύφος” είναι η ελληνική λέξη για το “στιλ”, κι αυτό είναι αρκετά γνωστό. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί αντί του “στιλ” με την ίδια σημασία.
Το “στιλ” είναι μια χαρακτηριστική περίπτωση παρετυμολογίας. Αν και γράφεται με υ (style), κι άρα υποδηλώνει ελληνική ετυμολογία δεν είναι ελληνική λέξη. Προέρχεται από το λατινικό “stilus”, από την ίδια πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα όπως το ελληνικό “στίζω” = τρυπώ με βελόνα, εκ του οποίου παράγωγα είναι το “στίγμα” και η “στιγμή”. “Stilus” λοιπόν σήμαινε οποιοδήποτε μακρύ αιχμηρό αντικείμενο, καθώς και τη γραφίδα που χρησιμοποιούταν στο γράψιμο. Αργότερα επεκτάθηκε να σημαίνει και τον ρόπο γραφής, άρα και το ύφος. Επειδή όμως η λέξη έμοιαζε με το ελληνικό “στύλος”, πολλές φορές γραφόταν με y, κι έτσι κατέληξε το style σήμερα να γράφεται κατ’αυτόν τον τρόπο.

Ελληνική λέξη για το σάντουιτς ή το τοστ υπάρχει, όπως άλλωστε και για σχεδόν όλα τα πράγματα, άσχετα αν κάποιες δε χρησιμοποιούνται. Η λέξη είναι “αμφίψωμο”, δηλαδή αμφί- = διπλό + ψωμί. Δυστυχώς δε χρησιμοποιείται ευρέως. Αν τη λέγατε κάπου, πιθανότατα δε θα καταλάβαινε κανείς τι θέλατε να πείτε. Ωστόσο πιστεύω ότι κι έστω η γνώση της ύπαρξης μιας γνήσιας ελληνικής λέξης για κάτι είναι σημαντική. Πού να ξέρετε, ίσως κάποτε την χρησιμοποιήσετε.
Σήμερα ξεκίνησα τ’άρθρα με θέμα τις σπάνιες λέξεις, και το προηγούμενο ήταν για
τη λέξη της μυρωδιάς του εδάφους μετά από βροχή.

Ελληνική λέξη για τη μυρωδιά της βροχης σε ξηρό έδαφος υπάρχει, είναι ο
πετριχώρ.
Είναι σύνθετη λέξη από τα συνθετικά πέτρα και ιχώρ. Η λέξη αυτή είναι νεολογισμός δύο Αυστραλών ερευνητών, του Bear και του Thomas, οι οποίοι τη χρησιμοποίησαν για ένα άρθρο τους στο περιοδικό Nature το 1964. Στο άρθρο αυτό περιέγραφαν πώς ένα έλαιο παραγόμενο από κάποια φυτά απορρωφάται από το αργιλώδες έδαφος και τα πετρώματα, και με τη βροχή απελευθερώνεται μαζί με μια άλλη ουσία, τη γεωσμίνη, δίνοντας τη χαρακτηριστική οσμή. Σε μια επόμενη μελέτη τους το 1965, οι ίδιοι επιστήμονες απέδειξαν ότι το έλαιο αυτό επιβραδύνει τη βλάστηση των σπόρων και την ανάπτυξη των νεαρών φυτών.

Σημείωση: Η γεωσμίνη είναι μια ουσία που παράγεται από μικροοργανισμούς του εδάφους και δίνει στο χώμα τη χαρακτηριστική του οσμή. Παράγεται επίσης στα παντζάρια, γι’αυτό κι έχουν οσμή και γεύση χώματος.

Σήμερα πήγα ν’αναβαθμίσω το Adobe Flash Player, επειδή δεν παίζει τα βίντεο στο γιουτιούμπ και χρειάζομαι νέα έκδοση. Στο σύνδεσμο προς τη σελίδα της Adobe έλεγε “κάντε λήψη…”. Σε κάθε ελληνική σελίδα ή έκδοση σελίδας χρησιμοποιείται αυτό το “κάντε λήψη”, π.χ. ¨”κάντε λήψη του τάδε προγράμματος, της τάδε αναβάθμισης ή του τάδε αρχείου”. Στα αγγλικά αυτό θα ήταν “download”.
Απορώ γιατί χρησιμοποιείται τόσο πολύ κι απ’όλους αυτή η άσχημη περίφραση, ενώ θα μπορούσε να είναι “κατεβάστε” ή “λάβετε”. Δεν έβρισκε κατάλληλη μονολεκτική ελληνική λέξη το μυαλάκι των μεταφραστών, ή γίνεται η μετάφραση με μηχανάκι;
Αυτό το λάθος θά’πρεπε να διορθωθεί, αλλά τώρα έχει διαδοθεί τόσο πολύ στο χώρο των υπολογιστών, ώστε αυτό να μη μπορεί να γίνει.

Πηγή:
Translatum

Οι καθαρολόγοι επιμένουν ότι πρέπει να λέμε «Χρόνια πολλά σε όλους όσοι γιορτάζουν σήμερα» και όχι «… σε όλους όσους γιορτάζουν σήμερα», επειδή το όσοι είναι υποκείμενο του γιορτάζουν στην αναφορική πρόταση. Άλλοι υποστηρίζουν ότι δεν είναι λάθος να πούμε «όλους όσους», αφού υπερισχύει ο αποκαλούμενος νόμος της έλξης του αναφορικού.

Υπάρχει και η άποψη που λέει ότι υποκείμενο του γιορτάζουν δεν είναι το όσοι αλλά το όλοι όσοι – και τα δυο μαζί. Όμως αυτό το όλοι όσοι ακολουθεί επίσης την πρόθεση σε και γι’ αυτό πρέπει και οι δύο λέξεις να είναι στην αιτιατική. Όπως λέμε «Χρόνια πολλά σε όσους γιορτάζουν σήμερα», έτσι λέμε και «Χρόνια πολλά σε όλους όσους γιορτάζουν σήμερα».

Η σχιζοφρένεια που επικρατεί για το θέμα εκδηλώνεται σε πολλά κείμενα που βρήκα στο διαδίκτυο όπου χρησιμοποιούνται και οι δύο διατυπώσεις. Π.χ. (από την Αυγή) «μαζί με όλους όσοι θα θελήσουν να συμμετάσχουν» αλλά και, πέντε γραμμές παρακάτω, «Όλα θα συζητηθούν από όλους όσους συμμετέχουν στην κοινή προσπάθεια». Αλλού είδα και το παρανοϊκό «Στείλτε το αυτό σε όλους όσοι ξέρετε».

Αν δεν θέλετε να πάρετε θέση, μπορείτε να αφαιρείτε το όλους — εμπεριέχεται άλλωστε στο όσους (η χρήση του είναι επιτατική). Καλύτερα να μη δηλώνετε την ουδετερότητά σας με φλύαρες διατυπώσεις όπως «Χρόνια πολλά σε όλους εκείνους που (ή: οι οποίοι) γιορτάζουν σήμερα».

Με την ίδια λογική βέβαια θα πρέπει να πούμε «…για την ενημέρωση (όλων) όσων συμμετέχουν» (αντί για «…όλων όσοι συμμετέχουν») ή «Ήρθαν όλοι όσοι καλέσαμε» (αντί για «Ήρθαν όλοι όσους καλέσαμε»).

Για να δούμε και τις δύο προσεγγίσεις αναλυτικά (και … διαλέγετε και παίρνετε):

Η άποψη των καθαρολόγων Η πιο χαλαρή προσέγγιση
ονομαστική + ονομαστική
- Ήρθαν όλοι όσοι προσκλήθηκαν. – Ήρθαν όλοι όσοι προσκλήθηκαν.
ονομαστική + γενική
- Θα φορολογηθούν όλοι όσων το εισόδημα υπερβαίνει τα 6.000 ευρώ. – Θα φορολογηθούν όλοι όσοι το εισόδημά τους υπερβαίνει τα 6.000 ευρώ.
Ή: Θα φορολογηθούν όλοι εκείνοι που το εισόδημά τους υπερβαίνει τα 6.000 ευρώ.
Ή (αποφεύγουμε τις κακοτοπιές): Θα φορολογηθούν (όλοι) όσοι έχουν εισόδημα πάνω από 6.000 ευρώ.

ονομαστική + αιτιατική
- Ήρθαν όλοι όσους είχαμε καλέσει. – Ήρθαν όλοι όσοι είχαμε καλέσει.
- Ήρθαν όλοι όσους είχαν καλέσει. – Ήρθαν όλοι όσοι είχαν καλέσει. (Παρεξηγήσιμο.)
Ή: Ήρθαν όλοι εκείνοι που είχαν καλέσει. (Παραμένει παρεξηγήσιμο.)
γενική + ονομαστική
- για την ενημέρωση όλων όσοι συμμετέχουν – για την ενημέρωση (όλων) όσων συμμετέχουν
Ή: για την ενημέρωση όλων εκείνων που συμμετέχουν
γενική + γενική
- η φορολόγηση όλων όσων το εισόδημα υπερβαίνει τα 6.000 ευρώ – η φορολόγηση όλων όσων το εισόδημα υπερβαίνει τα 6.000 ευρώ
γενική + αιτιατική
- Η επανάληψη όλων όσα είπαμε
- η θύμηση όλων όσους αγάπησα
– Η επανάληψη όλων όσων είπαμε
- η θύμηση όλων εκείνων που αγάπησα
αιτιατική + ονομαστική
- Χρόνια πολλά σε όλους όσοι γιορτάζουν – Χρόνια πολλά σε (όλους) όσους γιορτάζουν
αιτιατική + γενική
- Απαραίτητο για όλους όσων το επάγγελμα απαιτεί… – Απαραίτητο για όλους όσους το επάγγελμά τους απαιτεί…
Ή: Απαραίτητο για όλους εκείνους που το επάγγελμά τους απαιτεί…
αιτιατική + αιτιατική
- Ειδοποίησα όλους όσους βρήκα. – Ειδοποίησα (όλους) όσους βρήκα.

Εγώ χρησιμοποιώ συχνότερα την ‘καθαρολογική’ σύνταξη. Πάντως, έλξη του αναφορικού υπήρχε και στην
αρχαία ελληνική γλώσσα.

Πάρα πολλοί το χρησιμοποιούν συστηματικά, άλλοι λιγότερο, άλλοι κατά λάθος ή από κεκτημένη ταχύτητα, αλλά σίγουρα όλοι μας θα τό’χουμε χρησιμοποιήσει πάνω από μια φορά. Το ακούμε από παντού και από όλους και το βρίσκουμε γραμμένο παντού. Όμως είναι ένα σημαντικό λάθος.
Συχνά συγχέουμε τις καταλήξεις των δύο αριθμών του τρίτου προσώπου του παρατατικού της παθητικής φωνής χρησιμοποιώντας τες εναλλάξ, ή περισσότερο τη μία απ’αυτές. Έχω παρατηρήσει ότι πολλοί τείνουν να χρησιμοποιούν περισσότερο την κατάληξη του ενικού, π.χ. “Οι άνθρωποι βρισκόταν.”, αλλά πολλές φορές γίνεται και το αντίθετο, π.χ. “Ο άνθρωπος βρίσκονταν.”. Ίσως φαίνεται σε πολλούς παράξενο να τονίζουν ένα ρήμα παθητικης φωνής 3ου πληθυντικού στην προπαραλήγουσα.
Στα συνηρημένα ρήματα, αυτό το λάθος είναι ακόμα εντονότερο. Κυρίως χρησιμοποιείται η κατάληξη του πληθυντικού και για τον ενικό, π.χ. “Το μηχάνημα χρησιμοποιούνταν.” αντί του “χρησιμοποιούταν”, που είναι και ο σωστός τύπος. Ίσως ακούγεται παράξενο το σκέτο τ σ’αυτούς που δεν έχουν συνηθίσει να το χρησιμοποιούν, αλλά αυτό είναι το σωστό.
Αυτό το λάθος, εκτός του ότι καταργεί τη διάκριση ανάμεσα στον ενικό και στον πληθυντικό αριθμό, δεν ακούγεται και πολύ όμορφα.
Γι’αυτό:
ενικός -όταν, -ώταν, -ούταν και πληθυντικός -όνταν, -ώνταν, -ούνταν.

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.