Πηγή:
Ελευθεροτυπία
ΤΑ ΤΡΙΑΚΟΣΙΑ και πλέον χρόνια ενός αλάνθαστου εργαλείου αναγνώρισης
Η ιστορία των αποτυπωμάτων
Της ΝΤΑΝΙ ΒΕΡΓΟΥ
Μοναδικά και μόνιμα. Τα κουβαλάμε σε όλη μας τη ζωή. Δεν αλλάζουν ποτέ. Και πάντα θα προδίδουν την ταυτότητά μας. Με μηδενική απόκλιση όσο κανένα άλλο ανθρώπινο χαρακτηριστικό. Περιέχουν αρκετές – μοναδικές και αναλοίωτες πληροφορίες, ώστε να μας κάνουν να ξεχωρίζουμε, ανά πάσα στιγμή, ανάμεσα σε δισεκατομμύρια άλλους πολίτες της Γης.
Τα αποτυπώματα μορφοποιούνται κατά τον τρίτο με τέταρτο μήνα της ανάπτυξης του εμβρύου. Και μετά τα κουβαλάμε μεγεθυμένα για όλη μας τη ζωή. Ακόμη και δύο δίδυμοι έχουν διαφορετικά
Είναι τα δακτυλικά αποτυπώματα, με τα οποία γεννιόμαστε και χάνουμε μόνο στη μεταθάνατο αποσύνθεση του οργανισμού.
Η μικρότερη, λοιπόν, επιδερμική επιφάνεια στις παλάμες ή στα πέλματα του ανθρώπου περιέχει αρκετές, πάντα μοναδικές πληροφορίες, έτσι ώστε να μπορεί να γίνει διαχωρισμός ακόμα και ανάμεσα σε δύο δίδυμα αδέρφια. Οι σχηματισμοί των αποτυπωμάτων μορφοποιούνται κατά τον τρίτο με τέταρτο μήνα της ανάπτυξης του εμβρύου. Μετά, απλώς μεγεθύνονται κατά τον ίδιο τρόπο που μεγεθύνεται ένα πρόσωπο ζωγραφισμένο σε ένα μικρό μπαλόνι, το οποίο φουσκώνουμε όλο και περισσότερο.
Ποια είναι η ιστορία των δακτυλικών αποτυπωμάτων; Πώς και πότε ανακαλύφθηκε η χρησιμότητά τους όσον αφορά την ανθρώπινη ταυτοποίηση; Πόσο παλιά πάει η καταγραφή τους;
Αρχαία γραπτή αναφορά ενός χεριού με ανάγλυφη αποτύπωση των δακτύλων του ανακαλύφθηκε σε ερείπια της Νέας Σκωτίας, στον Ατλαντικό, στις ακτές του Καναδά. Στην προϊστορική Βαβυλώνα, δακτυλικά αποτυπώματα βρέθηκαν πάνω σε πήλινα πινάκια, που σκοπό είχαν τη διευκόλυνση των εμπορικών συναλλαγών. Στην αρχαία Κίνα τέτοια αποτυπώματα σχηματίζονταν σε πήλινες σφραγίδες.
Το 14ο αιώνα στην Περσία, ορισμένα επίσημα κυβερνητικά έγγραφα βρέθηκαν να φέρουν αποτυπώματα. Τότε ένας κρατικός γιατρός -από έγγραφα και σημειώσεις που έχουν βρεθεί- μελέτησε το θέμα για να διαπιστώσει ότι ποτέ δύο αποτυπώματα δεν είναι ίδια.
1686 – Μαρτσέλο Μαλπίγκι Το 1686 ο καθηγητής ανατομίας στο Πανεπιστήμιο της Μπολόνια, Μαρτσέλο Μαλπίγκι, επισήμανε σε έκθεσή του τις ζάρες, τις καμπύλες και τις περιστροφές (κύκλους) στα δακτυλικά αποτυπώματα. Δεν έκανε όμως καμία αναφορά στη χρησιμότητά τους ως εργαλείου αναγνώρισης και ταυτοποίησης. Μάλιστα, ένα στρώμα δέρματος που έχει πάχος περίπου 1,8 χιλιοστό πήρε το όνομά του από τον καθηγητή και λέγεται «μαλπίγκι».
1823 – Γιαν Εβαγγελίσα Πούρκινιε Το 1823, πάλι ένας καθηγητής ανατομίας, ο Τσέχος Γιαν Εβαγγελίσα Πούρκινιε στο Πανεπιστήμιο του Μπρέσλο, δημοσίευσε τη δική του διατριβή στην οποία ανέλυε εννέα πατέντες δακτυλικών αποτυπωμάτων. Κι αυτός όμως, όπως ο Μαλπίγκι, δεν αναφέρθηκε καθόλου στην αξία των αποτυπωμάτων όσον αφορά την ταυτοποίηση.
1856 – Σερ Ουίλιαμ Χέρσελ Οι Αγγλοι ξεκίνησαν να αξιοποιούν τα αποτυπώματα τον Ιούλιο του 1858, όταν ο σερ Ουίλιαμ Χέρσελ, ανώτατος άρχοντας της περιοχής Χούγκλι στο Τζανγκιπούρ της Ινδίας πρωτοχρησιμοποίησε τα αποτυπώματα των δακτύλων σε συμβόλαια που έκλεινε με τον ντόπιο πληθυσμό. Κι αυτό καθαρά από παραξενιά και σε καμία περίπτωση για λόγους ταυτοποίησης. Την πρώτη φορά που ο Χέρσελ ζήτησε αποτύπωμα ήταν από έναν επιχειρηματία της περιοχής, τον Ραζιαδάρ Κονάι. Του ζήτησε να αποτυπώσει με μελάνι το πίσω μέρος του χεριού του (την παλάμη) στο οπισθόφυλλο του συμβολαίου.
Η ιδέα είχε σκοπό ίσα που να «…(τον) τρομάξει και να σβήσει από το μυαλό του κάθε σκέψη άρνησης πληρωμής του δημόσιου χρέους του».
Ο ντόπιος εντυπωσιάστηκε με την επισημότητα της διαδικασίας και από εκείνη τη στιγμή ο Χέρσελ καθιέρωσε την εφαρμογή. Η διαδικασία αποτύπωσης των παλαμών και αργότερα μόνο του αντίχειρα και του μεσαίου δακτύλου του δεξιού χεριού, έγινε υποχρεωτική. Κάθε συμβόλαιο με ντόπιο πολίτη έπρεπε να φέρει αποτυπώματα. Τόσο ο Χέρσελ όσο και οι ντόπιοι κάτοικοι πίστευαν ότι αυτή η προσωπική επαφή με το έγγραφο έκανε τους δεσμούς με το συμβόλαιο πιο δυνατούς από αυτούς που δημιουργούσε η υπογραφή.
Ετσι, η πρώτη χρήση των αποτυπωμάτων -σε μεγάλους πληθυσμούς- στηριζόταν σε δεισιδαιμονίες και όχι σε επιστημονικές αποδείξεις.
Τελικά όμως, όσο εμπλουτιζόταν η συλλογή των αποτυπωμάτων, ο Χέρσελ άρχισε να συνειδητοποιεί ότι τα αποτυπώματα από μελάνι θα μπορούσαν να αποδείξουν ή και να διαψεύσουν την ταυτότητα του προσώπου. Κι ενώ η εμπειρία του με τη δακτυλική αποτύπωση ήταν περιορισμένη, η προσωπική του πεποίθηση ήταν ότι κάθε δακτυλικό αποτύπωμα είναι μοναδικό στον ιδιοκτήτη του, καθώς και μόνιμο στη ζωή του. Αυτή η πεποίθηση τον έκανε να συνεχίσει την εφαρμογή της διαδικασίας που είχε εφεύρει.
1880 – Δρ Χένρι Φολντς
Το 1870 ο Βρετανός διευθυντής χειρουργός του νοσοκομείου Τσακίτζι στο Τόκιο της Ιαπωνίας, δρ Χένρι Φολντς, ξεκίνησε μια μελέτη για τις ρυτίδες του δέρματος. Αφορμή για την έρευνα αυτή στάθηκε η ανακάλυψη και δική του καταγραφή δακτυλικών αποτυπωμάτων σε προϊστορικά κεραμικά αντικείμενα.
Ο διαβασμένος, μεθοδικός και επιμελής Φολντς όχι μόνο αναγνώρισε τη σημαντικότητα των δακτυλικών αποτυπωμάτων ως μέσου ταυτοποίησης αλλά επινόησε και μια μέθοδο ταξινόμησης και αρχειοθέτησής τους.
Το 1880 ο Φολντς απέστειλε μια ανάλυση του συστήματος ταξινόμησης που είχε εφεύρει, καθώς και ένα δείγμα της φόρμας που είχε σχεδιάσει για την καταγραφή και αρχειοθέτηση των αποτυπωμάτων από μελάνι, στον σερ Κάρολο Δαρβίνο.
Ο τελευταίος, λόγω της προχωρημένης ηλικίας του και των προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε, τον ενημέρωσε ότι δεν θα μπορέσει να του φανεί χρήσιμος, όμως υποσχέθηκε στον Φολντς ότι θα προωθήσει το υλικό του στον ξάδερφό του Φράνσις Γκάλτον.
Ο δρ Φολντς την ίδια χρονιά δημοσίευσε ένα άρθρο στο επιστημονικό περιοδικό «Nature». Σε αυτό έγραφε για τα αποτυπώματα ως στοιχείο προσωπικής αναγνώρισης, καθώς και τη χρήση μελανιού ως μέθοδο κατασκευής τέτοιων αποτυπωμάτων. Ο ίδιος πιστώνεται και με την πρώτη ταυτοποίηση προσώπου μετά την εξέταση ενός λαδωμένου αποτυπώματος σε ένα σχεδόν άδειο μπουκάλι μπράντι. Ανάμεσα σε ένα πλήθος ανθρώπων μπόρεσε να βρει ποιος ήταν ο ιδιοκτήτης του αποτυπώματος, πάντα για χάρη της επιστήμης και όχι για διωκτικούς λόγους.
1882 – Γκίλμπερτ Τόμσον
Το 1882 ο Γκίλμπερτ Τόμσον, επιστήμονας του Αμερικανικού Γεωλογικού Κέντρου Ερευνας στο Νέο Μεξικό, χρησιμοποίησε τα δικά του αποτυπώματα σε ένα έγγραφο ώστε να αποφευχθεί η πλαστογραφία. Αυτή είναι και η πρώτη γνωστή χρήση αποτυπωμάτων στις ΗΠΑ.
1883 – Μαρκ Τουέιν (Σάμιουελ Λ. Κλέμενς)
Στο βιβλίο του Μαρκ Τουέιν «Η ζωή στο Μισισιπή», ένας δολοφόνος αναγνωρίζεται με τη χρήση της μεθόδου ταυτοποίησης μέσω αποτυπωμάτων.
Σε άλλο, μετέπειτα βιβλίο του, «Pudd’n Head Wilson», ο Μαρκ Τουέιν διηγείται την εξέλιξη μιας δραματικής δίκης με βασικό αποδεικτικό στοιχείο τα δακτυλικά αποτυπώματα. Η διαμάχη των δύο αντίπαλων υπερασπιστικών ομάδων, για το αν είναι αξιόπιστο στοιχείο ή όχι, βρίσκει τα αποτυπώματα νικητή στην ενοχοποίηση του κατηγορουμένου. (Το βιβλίο έχει γυριστεί πρόσφατα ταινία).
1888 – Σερ Φράνσις Γκάλτον
Ο Βρετανός ανθρωπολόγος και ξάδερφος του Κάρολου Δαρβίνου, σερ Φράνσις Γκάλτον, ξεκίνησε τις δικές του παρατηρήσεις στα δακτυλικά αποτυπώματα ως μέσο ταυτοποίησης στα 1880.
Το 1892 δημοσίευσε το βιβλίο του «Δακτυλικά Αποτυπώματα» αποδεικνύοντας τη μοναδικότητα και τη μονιμότητα των δακτυλικών αποτυπωμάτων. Το βιβλίο περιλάμβανε το πρώτο σύστημα ταξινόμησης δακτυλικών αποτυπωμάτων.
Κύριο ενδιαφέρον του Γκάλτον, όσον αφορά τα δακτυλικά αποτυπώματα, ήταν να προσδιορίσει αν ισχύει η κληρονομικότητα και η φυλετική προέλευση. Κι ενώ σύντομα συνειδητοποίησε ότι τα δακτυλικά αποτυπώματα δεν προσέφεραν σαφή στοιχεία για το φύλο, την εθνικότητα ή τις ρίζες του ατόμου, κατάφερε να αποδείξει επιστημονικά αυτό που ο Χέρσελ και ο Φολντς ήδη υποψιάζονταν: Οτι τα δακτυλικά αποτυπώματα δεν αλλάζουν στη διάρκεια της ζωής του ανθρώπου και ότι ποτέ δύο αποτυπώματα διαφορετικών ατόμων δεν είναι ακριβώς τα ίδια. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του, οι πιθανότητες τα αποτυπώματα δύο ανθρώπων να είναι ίδια είναι μία στα 64 δισεκατομμύρια.
Ο Γκάλτον προσδιόρισε τα χαρακτηριστικά των αποτυπωμάτων που είναι σημαντικά για την αναγνώριση του ιδιοκτήτη τους. Αυτά τα χαρακτηριστικά (που ονομάζονται minutia: λεπτομέρειες) χρησιμοποιούνται ακόμα και στις μέρες μας. Συχνά γίνεται αναφορά σε αυτά ως «Λεπτομέρειες του Γκάλτον».
Χουάν Βουσετίτς
Το 1891 ο Αργεντίνος αξιωματικός της Αστυνομίας, Χουάν Βουσετίτς, ξεκίνησε να φτιάχνει τους πρώτους φακέλους δακτυλικών αποτυπωμάτων, ακολουθώντας τις οδηγίες του Γκάλτον. Επιπλέον, ο Βουσετίτς ήταν ο πρώτος που εφήρμοσε το σύστημα Μπερτιγιόν που θα συναντήσουμε παρακάτω.
Το 1892 ο αξιωματικός έκανε την πρώτη αναγνώριση εγκληματία μέσω δακτυλικών αποτυπωμάτων.
Κατάφερε να αναγνωρίσει μια γυναίκα ονόματι Ρότζας, η οποία είχε σκοτώσει τους δυο γιους της και έπειτα, προκειμένου να ενοχοποιήσει κάποιον τρίτο, έκοψε το λαιμό της, ώστε να γίνει πιστευτό ότι είχε δεχτεί και η ίδια επίθεση από το δράστη.
Το ματωμένο όμως δακτυλικό αποτύπωμά της βρέθηκε στην πόρτα και σύντομα ο Βουσετίτς απέδειξε ότι η ίδια ήταν ο δολοφόνος.
1901 Η αρχή αναγνώρισης – ταυτοποίησης εγκληματιών μέσω δακτυλικών αποτυπωμάτων σε Αγγλία και Ουαλία, με τη χρήση των παρατηρήσεων του Γκάλτον τις οποίες μελέτησε και συνέταξε ο σερ Ρίτσαρντ Χένρι Εντουαρντς, έγινε το 1901 με το Σύστημα Ταξινόμησης του Εντουαρντς, το οποίο χρησιμοποιείται ακόμα και σήμερα από τις αγγλόφωνες χώρες.
1902 Πρώτη συστηματική χρήση των δακτυλικών αποτυπωμάτων στις ΗΠΑ έγινε το 1902 από την Επιτροπή Αστικών Υπηρεσιών. Αν και η εφαρμογή αυτή ήταν μόνο δοκιμαστική, ο δρ Χένρι Π. ντε Φόρεστ (ο οποίος και την πρότεινε) θεωρείται πρωτοπόρος στη χρήση του συστήματος ταξινόμησης δακτυλικών αποτυπωμάτων.
1903 Το Σωφρονιστικό Κέντρο της Νέας Υόρκης οργάνωσε την πρώτη συστηματική καταγραφή δακτυλικών αποτυπωμάτων για τους έγκλειστους εγκληματίες του.
1904 Το Ομοσπονδιακό Σωφρονιστικό Κέντρο στο Λίβενουορθ στο Κάνσας και το Αστυνομικό Τμήμα του Σεντ Λούις εισήγαγαν το σύστημα των δακτυλικών αποτυπωμάτων. Σε αυτό τους βοήθησε ένας υπαξιωματικός της Σκότλαντ Γιαρντ, ο οποίος βρισκόταν σε εντεταλμένη υπηρεσία στην έκθεση του Σεντ Λούις όπου φυλούσε τη βρετανική αποστολή.
1905 Ο αμερικανικός στρατός εισάγει το σύστημα των αποτυπωμάτων. Δύο χρόνια αργότερα το αμερικανικό ναυτικό ξεκινά κι αυτό και ακολουθούν οι ειδικές δυνάμεις. Στα 25 χρόνια που ακολούθησαν όλο και περισσότερες κυβερνητικές υπηρεσίες εφαρμογής των νόμων ακολούθησαν το παράδειγμα, εισάγοντας τη χρήση των δακτυλικών αποτυπωμάτων ως μέσου προσωπικής ταυτοποίησης. Πολλές από αυτές τις υπηρεσίες ξεκίνησαν να στέλνουν αντίγραφα των φακέλων δακτυλικών αποτυπωμάτων στο Εθνικό Γραφείο Ταυτοποίησης Εγκληματιών, που ιδρύθηκε από τη Διεθνή Ενωση Αστυνομικών Διευθυντών.
Το 1918, ο Εντμοντ Λόκαρντ έγραψε ότι αν 12 σημεία (Λεπτομέρειες του Γκάλτον) είναι ίδια μεταξύ δύο αποτυπωμάτων, αρκεί για να γίνει θετική αναγνώριση του ιδιοκτήτη τους. Από εκεί προέρχεται η πολυχρησιμοποιημένη στο χώρο φράση «12 σημεία». Σημειώνουμε ότι δεν υπάρχει ένας ορισμένος αριθμός που απαιτείται για την αναγνώριση. Μερικές χώρες έχουν θέσει τους δικούς τους κανόνες, που περιλαμβάνουν ένα ελάχιστο αριθμητικό όριο ίδιων σημείων. Στις ΗΠΑ ισχύουν ακόμα τα «12 σημεία».
Το 1924 ιδρύεται ο τομέας Ταυτοποίησης του FBI ύστερα από νόμο που ψηφίζει το Κογκρέσο. Το Εθνικό Γραφείο και το Λίβενσουορθ συμβουλεύουν και βοηθούν να δημιουργηθεί το αρχείο δακτυλικών αποτυπωμάτων και πυρήνας αυτών από το FBI.
Μέχρι το 1946 το FBI είχε επεξεργαστεί 100 εκατομμύρια κάρτες δακτυλικών αποτυπωμάτων και δημιούργησε χειρόγραφο αρχείο, ενώ το 1971 οι κάρτες είχαν γίνει 200 εκατομμύρια.
Με την εισαγωγή του τεχνολογικού συστήματος AFIS οι φάκελοι χωρίστηκαν σε μηχανογραφημένους φακέλους εγκληματιών αλλά και χειρόγραφους – οι οποίοι και διατηρήθηκαν.
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – 28/08/2002
