Category: εγκλήματα & εξιχνίαση εγκλημάτων


Πηγή:
Ελευθεροτυπία

ΤΑ ΤΡΙΑΚΟΣΙΑ και πλέον χρόνια ενός αλάνθαστου εργαλείου αναγνώρισης

Η ιστορία των αποτυπωμάτων

Της ΝΤΑΝΙ ΒΕΡΓΟΥ

Μοναδικά και μόνιμα. Τα κουβαλάμε σε όλη μας τη ζωή. Δεν αλλάζουν ποτέ. Και πάντα θα προδίδουν την ταυτότητά μας. Με μηδενική απόκλιση όσο κανένα άλλο ανθρώπινο χαρακτηριστικό. Περιέχουν αρκετές – μοναδικές και αναλοίωτες πληροφορίες, ώστε να μας κάνουν να ξεχωρίζουμε, ανά πάσα στιγμή, ανάμεσα σε δισεκατομμύρια άλλους πολίτες της Γης.

Τα αποτυπώματα μορφοποιούνται κατά τον τρίτο με τέταρτο μήνα της ανάπτυξης του εμβρύου. Και μετά τα κουβαλάμε μεγεθυμένα για όλη μας τη ζωή. Ακόμη και δύο δίδυμοι έχουν διαφορετικά
Είναι τα δακτυλικά αποτυπώματα, με τα οποία γεννιόμαστε και χάνουμε μόνο στη μεταθάνατο αποσύνθεση του οργανισμού.

Η μικρότερη, λοιπόν, επιδερμική επιφάνεια στις παλάμες ή στα πέλματα του ανθρώπου περιέχει αρκετές, πάντα μοναδικές πληροφορίες, έτσι ώστε να μπορεί να γίνει διαχωρισμός ακόμα και ανάμεσα σε δύο δίδυμα αδέρφια. Οι σχηματισμοί των αποτυπωμάτων μορφοποιούνται κατά τον τρίτο με τέταρτο μήνα της ανάπτυξης του εμβρύου. Μετά, απλώς μεγεθύνονται κατά τον ίδιο τρόπο που μεγεθύνεται ένα πρόσωπο ζωγραφισμένο σε ένα μικρό μπαλόνι, το οποίο φουσκώνουμε όλο και περισσότερο.

Ποια είναι η ιστορία των δακτυλικών αποτυπωμάτων; Πώς και πότε ανακαλύφθηκε η χρησιμότητά τους όσον αφορά την ανθρώπινη ταυτοποίηση; Πόσο παλιά πάει η καταγραφή τους;

Αρχαία γραπτή αναφορά ενός χεριού με ανάγλυφη αποτύπωση των δακτύλων του ανακαλύφθηκε σε ερείπια της Νέας Σκωτίας, στον Ατλαντικό, στις ακτές του Καναδά. Στην προϊστορική Βαβυλώνα, δακτυλικά αποτυπώματα βρέθηκαν πάνω σε πήλινα πινάκια, που σκοπό είχαν τη διευκόλυνση των εμπορικών συναλλαγών. Στην αρχαία Κίνα τέτοια αποτυπώματα σχηματίζονταν σε πήλινες σφραγίδες.

Το 14ο αιώνα στην Περσία, ορισμένα επίσημα κυβερνητικά έγγραφα βρέθηκαν να φέρουν αποτυπώματα. Τότε ένας κρατικός γιατρός -από έγγραφα και σημειώσεις που έχουν βρεθεί- μελέτησε το θέμα για να διαπιστώσει ότι ποτέ δύο αποτυπώματα δεν είναι ίδια.

1686 – Μαρτσέλο Μαλπίγκι Το 1686 ο καθηγητής ανατομίας στο Πανεπιστήμιο της Μπολόνια, Μαρτσέλο Μαλπίγκι, επισήμανε σε έκθεσή του τις ζάρες, τις καμπύλες και τις περιστροφές (κύκλους) στα δακτυλικά αποτυπώματα. Δεν έκανε όμως καμία αναφορά στη χρησιμότητά τους ως εργαλείου αναγνώρισης και ταυτοποίησης. Μάλιστα, ένα στρώμα δέρματος που έχει πάχος περίπου 1,8 χιλιοστό πήρε το όνομά του από τον καθηγητή και λέγεται «μαλπίγκι».

1823 – Γιαν Εβαγγελίσα Πούρκινιε Το 1823, πάλι ένας καθηγητής ανατομίας, ο Τσέχος Γιαν Εβαγγελίσα Πούρκινιε στο Πανεπιστήμιο του Μπρέσλο, δημοσίευσε τη δική του διατριβή στην οποία ανέλυε εννέα πατέντες δακτυλικών αποτυπωμάτων. Κι αυτός όμως, όπως ο Μαλπίγκι, δεν αναφέρθηκε καθόλου στην αξία των αποτυπωμάτων όσον αφορά την ταυτοποίηση.

1856 – Σερ Ουίλιαμ Χέρσελ Οι Αγγλοι ξεκίνησαν να αξιοποιούν τα αποτυπώματα τον Ιούλιο του 1858, όταν ο σερ Ουίλιαμ Χέρσελ, ανώτατος άρχοντας της περιοχής Χούγκλι στο Τζανγκιπούρ της Ινδίας πρωτοχρησιμοποίησε τα αποτυπώματα των δακτύλων σε συμβόλαια που έκλεινε με τον ντόπιο πληθυσμό. Κι αυτό καθαρά από παραξενιά και σε καμία περίπτωση για λόγους ταυτοποίησης. Την πρώτη φορά που ο Χέρσελ ζήτησε αποτύπωμα ήταν από έναν επιχειρηματία της περιοχής, τον Ραζιαδάρ Κονάι. Του ζήτησε να αποτυπώσει με μελάνι το πίσω μέρος του χεριού του (την παλάμη) στο οπισθόφυλλο του συμβολαίου.

Η ιδέα είχε σκοπό ίσα που να «…(τον) τρομάξει και να σβήσει από το μυαλό του κάθε σκέψη άρνησης πληρωμής του δημόσιου χρέους του».

Ο ντόπιος εντυπωσιάστηκε με την επισημότητα της διαδικασίας και από εκείνη τη στιγμή ο Χέρσελ καθιέρωσε την εφαρμογή. Η διαδικασία αποτύπωσης των παλαμών και αργότερα μόνο του αντίχειρα και του μεσαίου δακτύλου του δεξιού χεριού, έγινε υποχρεωτική. Κάθε συμβόλαιο με ντόπιο πολίτη έπρεπε να φέρει αποτυπώματα. Τόσο ο Χέρσελ όσο και οι ντόπιοι κάτοικοι πίστευαν ότι αυτή η προσωπική επαφή με το έγγραφο έκανε τους δεσμούς με το συμβόλαιο πιο δυνατούς από αυτούς που δημιουργούσε η υπογραφή.

Ετσι, η πρώτη χρήση των αποτυπωμάτων -σε μεγάλους πληθυσμούς- στηριζόταν σε δεισιδαιμονίες και όχι σε επιστημονικές αποδείξεις.

Τελικά όμως, όσο εμπλουτιζόταν η συλλογή των αποτυπωμάτων, ο Χέρσελ άρχισε να συνειδητοποιεί ότι τα αποτυπώματα από μελάνι θα μπορούσαν να αποδείξουν ή και να διαψεύσουν την ταυτότητα του προσώπου. Κι ενώ η εμπειρία του με τη δακτυλική αποτύπωση ήταν περιορισμένη, η προσωπική του πεποίθηση ήταν ότι κάθε δακτυλικό αποτύπωμα είναι μοναδικό στον ιδιοκτήτη του, καθώς και μόνιμο στη ζωή του. Αυτή η πεποίθηση τον έκανε να συνεχίσει την εφαρμογή της διαδικασίας που είχε εφεύρει.

1880 – Δρ Χένρι Φολντς

Το 1870 ο Βρετανός διευθυντής χειρουργός του νοσοκομείου Τσακίτζι στο Τόκιο της Ιαπωνίας, δρ Χένρι Φολντς, ξεκίνησε μια μελέτη για τις ρυτίδες του δέρματος. Αφορμή για την έρευνα αυτή στάθηκε η ανακάλυψη και δική του καταγραφή δακτυλικών αποτυπωμάτων σε προϊστορικά κεραμικά αντικείμενα.

Ο διαβασμένος, μεθοδικός και επιμελής Φολντς όχι μόνο αναγνώρισε τη σημαντικότητα των δακτυλικών αποτυπωμάτων ως μέσου ταυτοποίησης αλλά επινόησε και μια μέθοδο ταξινόμησης και αρχειοθέτησής τους.

Το 1880 ο Φολντς απέστειλε μια ανάλυση του συστήματος ταξινόμησης που είχε εφεύρει, καθώς και ένα δείγμα της φόρμας που είχε σχεδιάσει για την καταγραφή και αρχειοθέτηση των αποτυπωμάτων από μελάνι, στον σερ Κάρολο Δαρβίνο.

Ο τελευταίος, λόγω της προχωρημένης ηλικίας του και των προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε, τον ενημέρωσε ότι δεν θα μπορέσει να του φανεί χρήσιμος, όμως υποσχέθηκε στον Φολντς ότι θα προωθήσει το υλικό του στον ξάδερφό του Φράνσις Γκάλτον.

Ο δρ Φολντς την ίδια χρονιά δημοσίευσε ένα άρθρο στο επιστημονικό περιοδικό «Nature». Σε αυτό έγραφε για τα αποτυπώματα ως στοιχείο προσωπικής αναγνώρισης, καθώς και τη χρήση μελανιού ως μέθοδο κατασκευής τέτοιων αποτυπωμάτων. Ο ίδιος πιστώνεται και με την πρώτη ταυτοποίηση προσώπου μετά την εξέταση ενός λαδωμένου αποτυπώματος σε ένα σχεδόν άδειο μπουκάλι μπράντι. Ανάμεσα σε ένα πλήθος ανθρώπων μπόρεσε να βρει ποιος ήταν ο ιδιοκτήτης του αποτυπώματος, πάντα για χάρη της επιστήμης και όχι για διωκτικούς λόγους.

1882 – Γκίλμπερτ Τόμσον

Το 1882 ο Γκίλμπερτ Τόμσον, επιστήμονας του Αμερικανικού Γεωλογικού Κέντρου Ερευνας στο Νέο Μεξικό, χρησιμοποίησε τα δικά του αποτυπώματα σε ένα έγγραφο ώστε να αποφευχθεί η πλαστογραφία. Αυτή είναι και η πρώτη γνωστή χρήση αποτυπωμάτων στις ΗΠΑ.

1883 – Μαρκ Τουέιν (Σάμιουελ Λ. Κλέμενς)

Στο βιβλίο του Μαρκ Τουέιν «Η ζωή στο Μισισιπή», ένας δολοφόνος αναγνωρίζεται με τη χρήση της μεθόδου ταυτοποίησης μέσω αποτυπωμάτων.

Σε άλλο, μετέπειτα βιβλίο του, «Pudd’n Head Wilson», ο Μαρκ Τουέιν διηγείται την εξέλιξη μιας δραματικής δίκης με βασικό αποδεικτικό στοιχείο τα δακτυλικά αποτυπώματα. Η διαμάχη των δύο αντίπαλων υπερασπιστικών ομάδων, για το αν είναι αξιόπιστο στοιχείο ή όχι, βρίσκει τα αποτυπώματα νικητή στην ενοχοποίηση του κατηγορουμένου. (Το βιβλίο έχει γυριστεί πρόσφατα ταινία).

1888 – Σερ Φράνσις Γκάλτον

Ο Βρετανός ανθρωπολόγος και ξάδερφος του Κάρολου Δαρβίνου, σερ Φράνσις Γκάλτον, ξεκίνησε τις δικές του παρατηρήσεις στα δακτυλικά αποτυπώματα ως μέσο ταυτοποίησης στα 1880.

Το 1892 δημοσίευσε το βιβλίο του «Δακτυλικά Αποτυπώματα» αποδεικνύοντας τη μοναδικότητα και τη μονιμότητα των δακτυλικών αποτυπωμάτων. Το βιβλίο περιλάμβανε το πρώτο σύστημα ταξινόμησης δακτυλικών αποτυπωμάτων.

Κύριο ενδιαφέρον του Γκάλτον, όσον αφορά τα δακτυλικά αποτυπώματα, ήταν να προσδιορίσει αν ισχύει η κληρονομικότητα και η φυλετική προέλευση. Κι ενώ σύντομα συνειδητοποίησε ότι τα δακτυλικά αποτυπώματα δεν προσέφεραν σαφή στοιχεία για το φύλο, την εθνικότητα ή τις ρίζες του ατόμου, κατάφερε να αποδείξει επιστημονικά αυτό που ο Χέρσελ και ο Φολντς ήδη υποψιάζονταν: Οτι τα δακτυλικά αποτυπώματα δεν αλλάζουν στη διάρκεια της ζωής του ανθρώπου και ότι ποτέ δύο αποτυπώματα διαφορετικών ατόμων δεν είναι ακριβώς τα ίδια. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του, οι πιθανότητες τα αποτυπώματα δύο ανθρώπων να είναι ίδια είναι μία στα 64 δισεκατομμύρια.

Ο Γκάλτον προσδιόρισε τα χαρακτηριστικά των αποτυπωμάτων που είναι σημαντικά για την αναγνώριση του ιδιοκτήτη τους. Αυτά τα χαρακτηριστικά (που ονομάζονται minutia: λεπτομέρειες) χρησιμοποιούνται ακόμα και στις μέρες μας. Συχνά γίνεται αναφορά σε αυτά ως «Λεπτομέρειες του Γκάλτον».

Χουάν Βουσετίτς

Το 1891 ο Αργεντίνος αξιωματικός της Αστυνομίας, Χουάν Βουσετίτς, ξεκίνησε να φτιάχνει τους πρώτους φακέλους δακτυλικών αποτυπωμάτων, ακολουθώντας τις οδηγίες του Γκάλτον. Επιπλέον, ο Βουσετίτς ήταν ο πρώτος που εφήρμοσε το σύστημα Μπερτιγιόν που θα συναντήσουμε παρακάτω.

Το 1892 ο αξιωματικός έκανε την πρώτη αναγνώριση εγκληματία μέσω δακτυλικών αποτυπωμάτων.

Κατάφερε να αναγνωρίσει μια γυναίκα ονόματι Ρότζας, η οποία είχε σκοτώσει τους δυο γιους της και έπειτα, προκειμένου να ενοχοποιήσει κάποιον τρίτο, έκοψε το λαιμό της, ώστε να γίνει πιστευτό ότι είχε δεχτεί και η ίδια επίθεση από το δράστη.

Το ματωμένο όμως δακτυλικό αποτύπωμά της βρέθηκε στην πόρτα και σύντομα ο Βουσετίτς απέδειξε ότι η ίδια ήταν ο δολοφόνος.

1901 Η αρχή αναγνώρισης – ταυτοποίησης εγκληματιών μέσω δακτυλικών αποτυπωμάτων σε Αγγλία και Ουαλία, με τη χρήση των παρατηρήσεων του Γκάλτον τις οποίες μελέτησε και συνέταξε ο σερ Ρίτσαρντ Χένρι Εντουαρντς, έγινε το 1901 με το Σύστημα Ταξινόμησης του Εντουαρντς, το οποίο χρησιμοποιείται ακόμα και σήμερα από τις αγγλόφωνες χώρες.

1902 Πρώτη συστηματική χρήση των δακτυλικών αποτυπωμάτων στις ΗΠΑ έγινε το 1902 από την Επιτροπή Αστικών Υπηρεσιών. Αν και η εφαρμογή αυτή ήταν μόνο δοκιμαστική, ο δρ Χένρι Π. ντε Φόρεστ (ο οποίος και την πρότεινε) θεωρείται πρωτοπόρος στη χρήση του συστήματος ταξινόμησης δακτυλικών αποτυπωμάτων.

1903 Το Σωφρονιστικό Κέντρο της Νέας Υόρκης οργάνωσε την πρώτη συστηματική καταγραφή δακτυλικών αποτυπωμάτων για τους έγκλειστους εγκληματίες του.

1904 Το Ομοσπονδιακό Σωφρονιστικό Κέντρο στο Λίβενουορθ στο Κάνσας και το Αστυνομικό Τμήμα του Σεντ Λούις εισήγαγαν το σύστημα των δακτυλικών αποτυπωμάτων. Σε αυτό τους βοήθησε ένας υπαξιωματικός της Σκότλαντ Γιαρντ, ο οποίος βρισκόταν σε εντεταλμένη υπηρεσία στην έκθεση του Σεντ Λούις όπου φυλούσε τη βρετανική αποστολή.

1905 Ο αμερικανικός στρατός εισάγει το σύστημα των αποτυπωμάτων. Δύο χρόνια αργότερα το αμερικανικό ναυτικό ξεκινά κι αυτό και ακολουθούν οι ειδικές δυνάμεις. Στα 25 χρόνια που ακολούθησαν όλο και περισσότερες κυβερνητικές υπηρεσίες εφαρμογής των νόμων ακολούθησαν το παράδειγμα, εισάγοντας τη χρήση των δακτυλικών αποτυπωμάτων ως μέσου προσωπικής ταυτοποίησης. Πολλές από αυτές τις υπηρεσίες ξεκίνησαν να στέλνουν αντίγραφα των φακέλων δακτυλικών αποτυπωμάτων στο Εθνικό Γραφείο Ταυτοποίησης Εγκληματιών, που ιδρύθηκε από τη Διεθνή Ενωση Αστυνομικών Διευθυντών.

Το 1918, ο Εντμοντ Λόκαρντ έγραψε ότι αν 12 σημεία (Λεπτομέρειες του Γκάλτον) είναι ίδια μεταξύ δύο αποτυπωμάτων, αρκεί για να γίνει θετική αναγνώριση του ιδιοκτήτη τους. Από εκεί προέρχεται η πολυχρησιμοποιημένη στο χώρο φράση «12 σημεία». Σημειώνουμε ότι δεν υπάρχει ένας ορισμένος αριθμός που απαιτείται για την αναγνώριση. Μερικές χώρες έχουν θέσει τους δικούς τους κανόνες, που περιλαμβάνουν ένα ελάχιστο αριθμητικό όριο ίδιων σημείων. Στις ΗΠΑ ισχύουν ακόμα τα «12 σημεία».

Το 1924 ιδρύεται ο τομέας Ταυτοποίησης του FBI ύστερα από νόμο που ψηφίζει το Κογκρέσο. Το Εθνικό Γραφείο και το Λίβενσουορθ συμβουλεύουν και βοηθούν να δημιουργηθεί το αρχείο δακτυλικών αποτυπωμάτων και πυρήνας αυτών από το FBI.

Μέχρι το 1946 το FBI είχε επεξεργαστεί 100 εκατομμύρια κάρτες δακτυλικών αποτυπωμάτων και δημιούργησε χειρόγραφο αρχείο, ενώ το 1971 οι κάρτες είχαν γίνει 200 εκατομμύρια.

Με την εισαγωγή του τεχνολογικού συστήματος AFIS οι φάκελοι χωρίστηκαν σε μηχανογραφημένους φακέλους εγκληματιών αλλά και χειρόγραφους – οι οποίοι και διατηρήθηκαν.

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – 28/08/2002

Στις 17 Απριλίου του 2006, στο Πουρσέλ της Οκλαχόμας των ΗΠΑ, συνελήφθει από την αστυνομία ένας εικοσιεπτάχρονος άντρας ονόματι Kεvin Ray Underwood, ο οποίος θεωρήθηκε ύποπτος για την απαγωγή ενός κοριτσιού. Το εν λόγω κορίτσι, ηλικίας 10 ετών, ονομαζόταν Jamie Rose Polin, έμενε στην ίδια πολυκατοικία με τον ύποπτο και είχε εξαφανιστεί δύο μέρες πριν τη σύλληψη του υπόπτου.
Οι υποψίες επιβεβαιώθηκαν, όταν η αστυνομία βρήκε το πτώμα του κοριτσιού, γυμνό και σχεδόν αποκεφαλισμένο, μέσα σ’ένα πλαστικό κουτί στο σπίτι του Άντεργουντ. Ο ίδιος ο Άντεργουντ ομολόγησε αμέσως στην αστυνομία ότι ήταν αυτός που τη σκότωσε και ότι ετοιμαζόταν να την κανιβαλίσει.
Η πρώτη δίκη έγινε στις 29 Φεβρουαρίου του 2007, όπου κρίθηκε ένοχος πολύ γρήγορα, ύστερα από την παρουσίαση της βιντεοσκοπημένης ομολογίας του. Σ’ένα δεύτερο κακουργοδικείο που έγινε στις 3 7 Μαρτίου του ίδιου έτους προτάθηκε η θανατική ποινή για τον ένοχο. Η ποινή εγκρίθηκε στις 3 ‘Απριλίου, παρόλες τις προσπάθειες του δικηγόρου του Άντεργουντ να μετριάσει την ποινή του επικαλούμενος τα ψυχολογικά του προβλήματα.
Ο δολοφόνος έπασχε από κατάθλιψη και αυτός ήταν ο λόγος που διέπραξε αυτό το ειδεχθές έγκλημα. Αν και πολλοί φόνοι διαπράττονται από ψυχασθενείς κάθε χρόνο, το ιδιαίτερα ενδιαφέρον που βρήκα σ’αυτήν την περίπτωση είναι ότι
το ιστολόγιό του υπάρχει ακόμα και μπορείτε να το διαβάσετε.Όπως φαίνεται, η αστυνομία αφαίρεσε τα σχετικά με το έγκλημα θέματα. Όσο και να έψαξα δε βρήκα κάτι σχετικό. Το ιστολόγιό του ξεκινάει από τις 30 Σεπτεμβρίου του 2002 και τελειώνει στις 13 Απριλίου του 2007, 2 μέρες πριν το έγκλημα. Εκεί μέσα περιγράφει τη ζωή του και εκφράζει τις σκέψεις του. Ήταν ένας άνθρωπος μόνος και ήρεμος που δεν κινούσε την παραμικρή υποψία για κάτι τέτοιο. Αλλά πολλές φορές διαπράττονται τέτοιου είδους εγκλήματα από αυτούς που δεν το περιμένουμε.
Περισσότερα για την περίπτωση μπορείτε να διαβάσετε
εδώκαι
εδώ.
Ο δολοφόνος δεν έχει ακόμα εκτελεστεί.

Πηγή:
Το ΒήμαΟι άλλες αμαρτίες απλώς μιλούν ­ ο φόνος ουρλιάζει»

Η δούκισσα του Μάλφι, John Webster

Ανθρωπόμορφο κτήνος βίασε και δολοφόνησε 33 αγόρια. Με αυτό τον πρωτοσέλιδο τίτλο μια εφημερίδα του Ιλινόι ανακοίνωσε τη σύλληψη του John Wayne Gacy από την αστυνομία το 1978. Η αποκάλυψη ότι ένας επιφανής πολίτης, ο οποίος μάλιστα είχε αναπτύξει σημαντική φιλανθρωπική δράση, ήταν παράλληλα ένας στυγνός καθ’ έξιν δολοφόνος συγκλόνισε τις ΗΠΑ. Οι περισσότεροι από εμάς αδυνατούμε να πιστέψουμε ότι ο άνθρωπος της διπλανής πόρτας είναι ικανός να διαπράξει μια σειρά ειδεχθών εγκλημάτων. Από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, το Χόλιγουντ και τα αστυνομικά μυθιστορήματα ευρείας κατανάλωσης έχουμε μάθει να πιστεύουμε ότι οι καθ’ έξιν δολοφόνοι, περισσότερο γνωστοί πλέον ως serial killers, είναι άτομα απολύτως δυσλειτουργικά στην κοινωνία, σχιζοφρενή τέρατα που ξεχωρίζουν σαν τη μύγα μέσα στο γάλα ανάμεσά μας.

Η διαδεδομένη αυτή αντίληψη απέχει έτη φωτός από την πραγματικότητα, όπως η τελευταία φροντίζει όλο και πιο συχνά να μας υπενθυμίζει. Και εκεί έγκειται και ένα μέρος της ασυνήθιστης σαγήνης που ασκούν οι άνθρωποι αυτοί στην κοινή γνώμη. Ολοι θέλουμε να μάθουμε πώς είναι δυνατόν ένας εκ πρώτης όψεως φυσιολογικός άνθρωπος, ένα λειτουργικό μέλος της κοινωνίας, να κρύβει κάτω από το προσωπείο της λογικής τέτοιες αβυσσαλέες δολοφονικές ορμές. Ας επιχειρήσουμε λοιπόν μια ψύχραιμη προσέγγιση του φαινομένου, ελπίζοντας ότι, αν το απογυμνώσουμε από την ποπ ένδυσή του, θα φέρουμε στο φως την αληθινή όψη του.

Σίριαλ δολοφονιών

Ο όρος serial killer επινοήθηκε από τον πράκτορα του FBI Robert Ressler, ο οποίος έχει παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο στη σύλληψη πολλών καθ’ έξιν δολοφόνων. Στο βιβλίο του «Whoever Fights Monsters», o Ressler εξηγεί ότι διάλεξε αυτό τον όρο επειδή η χρονική απόσταση μεταξύ των εγκλημάτων τού θύμιζε επεισόδια τηλεοπτικού σίριαλ και δίνει έναν ορισμό: Ως καθ’ έξιν δολοφόνος νοείται εκείνος που διαπράττει τουλάχιστον τρεις δολοφονίες σε διαφορετικό τόπο και χρόνο, έχει προσχεδιάσει τα εγκλήματά του και ωθείται σε αυτά από μια συγκεκριμένη φαντασίωση που άρχισε να σχηματοποιείται στην παιδική ηλικία του. Συνήθως οι δολοφονίες είναι σεξουαλικής φύσης, είναι εξαιρετικά βίαιες και χαρακτηρίζονται από τελετουργικότητα.

Οι απόψεις διίστανται σχετικά με το αν οι καθ’ έξιν δολοφόνοι είναι γνήσια τέκνα του 20ού αιώνα ή όχι. Ο διάσημος βρετανός ερευνητής Colin Wilson εξετάζει τη μεταλλαγή των κινήτρων του ανθρώπου για φόνο με την πάροδο των αιώνων στο βιβλίο του «Α Criminal History of Mankind», όπου υποστηρίζει ότι τα σεξουαλικά εγκλήματα πρωτοεμφανίστηκαν στην ηθικά ασφυκτική κοινωνία της βικτοριανής Αγγλίας και ότι πιθανότατα ο Τζακ ο Αντεροβγάλτης ήταν ο πρώτος serial killer της ιστορίας. Αντιθέτως, ο Robert Hazelwood, πρώην επικεφαλής του τμήματος Συμπεριφορικής Επιστήμης του FBI, διατείνεται ότι το φαινόμενο έχει τις ρίζες του στα βάθη της ανθρώπινης ιστορίας και ότι δεν είχε παρατηρηθεί και καταγραφεί τους περασμένους αιώνες επειδή οι τότε δυνατότητες της ιατροδικαστικής ήταν πενιχρές. Οπως και να έχει, είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η αύξηση των περιστατικών των καθ’ έξιν δολοφονιών στο τελευταίο μισό του αιώνα μας ήταν γεωμετρική, βοηθούμενη από αρκετούς παράγοντες που θα αναλυθούν παρακάτω. Σήμερα, το εθνικό κέντρο για την ανάλυση βίαιου εγκλήματος των ΗΠΑ (NCAVC) έχει υπολογίσει ότι ανά πάσα χρονική στιγμή δρουν περίπου 36 καθ’ έξιν δολοφόνοι στο σύνολο της χώρας. Επίσης, ενώ οι ΗΠΑ είναι η αδιαφιλονίκητη μητέρα του φαινομένου (το 75% των γνωστών περιπτώσεων έχει καταγραφεί εκεί), έχουν αρχίσει να καταγράφονται ανάλογες περιπτώσεις σε όλο τον κόσμο από χώρες όπου το κοινωνικό πεδίο βρίσκεται σε αναταραχή, όπως η Ρωσία (με ιδιαίτερη έμφαση στους κανιβάλους) και η Νότιος Αφρική, ως παραδοσιακά ήσυχες χώρες όπως η Κόστα Ρίκα.

Η προσωπογραφία του κακού

Από τα στοιχεία των εγκληματολογικών βάσεων δεδομένων πολλών χωρών, όπως αυτά αναφέρονται στο βιβλίο του Eric W. Hickey «Serial Murderers and their Victims», μπορούμε να σκιαγραφήσουμε το βιολογικό, ψυχολογικό και κοινωνικό πορτρέτο του συνήθη καθ’ έξιν δολοφόνου.

Κατ’ αρχάς πρόκειται για άνδρα στο 95% των περιπτώσεων. Οι γυναίκες καθ’ έξιν δολοφόνοι είναι ιδιαίτερα σπάνιο φαινόμενο, με πιο γνωστή περίπτωση της Aileen Wuornos, μιας πόρνης των εθνικών οδών των ΗΠΑ, η οποία σκότωνε τους πελάτες που την κακομεταχειρίζονταν και έτυχε της υποστήριξης πολλών φεμινιστικών οργανώσεων. Σε ποσοστό 88% είναι λευκός, με τους μαύρους να ακολουθούν με 10% και τους Ασιάτες και τους ισπανοφώνους να έχουν από 1%. Πρόκειται για άτομο ηλικίας 20 ως 30 ετών με μεγάλο δείκτη ευφυΐας, παρά το γεγονός ότι συνήθως έχει απλώς αποφοιτήσει από το λύκειο ή από κάποια επαγγελματική σχολή (σε δείγμα 36 καθ’ έξιν δολοφόνων επτά είχαν IQ κάτω του μέσου όρου, 16 άνω του μέσου όρου και 11 ανήκαν στην κατηγορία της ανώτερης ευφυΐας με IQ μεγαλύτερο του 120). Το βάρος του και το ύψος του είναι φυσιολογικά, ενώ η εξωτερική εμφάνισή του συνήθως δεν έχει κάτι το ιδιαίτερο.

Κοινωνικά, ανήκει στη χαμηλή ή στη μεσαία τάξη και συνήθως το εισόδημα της οικογένειάς του χαρακτηρίζεται σταθερό και ικανοποιητικό. Εχει όμως οικογενειακό ιστορικό αλκοολισμού ή χρήσης ναρκωτικών (75%), ψυχικών διαταραχών (50%-55%) και παράνομης δράσης (50%). Σε ποσοστό που αγγίζει το 100% έχει υποστεί κάποιας μορφής σωματική και ψυχολογική κακοποίηση σε παιδική ηλικία, από ταπεινωτικές τιμωρίες ως βιασμό. Σε πολλές περιπτώσεις έχει διαζευγμένους γονείς και σε ποσοστό 70% έχει προσωπικό ιστορικό παρακολούθησης από ψυχολόγο ή ψυχίατρο κατά τη διάρκεια της εφηβείας, όπου και εμφανίζει ροπή προς την πυρομανία, τον εμπρησμό και τη βάναυση συμπεριφορά προς τα ζώα.

Τέλος, από ψυχολογικής σκοπιάς πρόκειται για άτομο μοναχικό και κλεισμένο στον εαυτό του, που βασανίζεται από συναισθήματα φόβου, οργής, σύγχυσης, έχει απολέσει την αυτοεκτίμησή του και είναι δέσμιο βίαιων ερωτικών φαντασιώσεων (ένας στους δύο καθ’ έξιν δολοφόνους είχε την πρώτη του φαντασίωση βιασμού σε ηλικία 12 ως 14 ετών). Αν όμως τα συμπτώματα της ψυχικής διαταραχής του δεν είναι καταφανή (όπως π.χ. συμβαίνει σε διάφορες μορφές σχιζοφρένειας), τότε έχει την ικανότητα να φαίνεται πράος, λογικός και ευγενικός.

Η τυπολογία του εγκληματία

Βεβαίως τα παραπάνω στοιχεία δίνουν απλώς μια γενική εικόνα ενός πολύπτυχου φαινομένου. Οι ψυχίατροι-εγκληματολόγοι έχουν αναπτύξει μια πλήρη τυπολογία των καθ’ έξιν δολοφόνων, ανάλογα με την ψυχολογία τους και τα κίνητρά τους.

Η βασική διάκριση γίνεται ανάμεσα σε τύπους οργανωμένου, μη οργανωμένου και μεικτού καθ’ έξιν δολοφόνου, αναφέρουν οι πρώην πράκτορες του FBI, Robert Ressler και John Douglas στο εγχειρίδιο «Sexual Homicide». Ο πρώτος είναι άτομο με αντικοινωνική διαταραχή προσωπικότητας, ψυχοπαθής με την επιστημονική έννοια του όρου. Προμελετά μεθοδικά τα εγκλήματά του και προσέχει να μην αφήσει ενοχοποιητικά στοιχεία στον τόπο του εγκλήματος. Είναι πιθανόν να διαβάζει αστυνομικά βιβλία για να εξοικειωθεί με τις λεπτομέρειες της ιατροδικαστικής έρευνας και να αποφύγει μοιραία λάθη. Σκοπός του είναι η εκπλήρωση μιας φαντασίωσης, συνήθως της απόκτησης του απόλυτου ελέγχου του θύματος, γεγονός που τον οδηγεί σε σαδιστικές πρακτικές και εν τέλει στη δολοφονία ­ και επειδή αυτή η φαντασίωση με τον καιρό γίνεται όλο και πιο σύνθετη, τον ωθεί να σκοτώσει ξανά και ξανά. Τίποτε επάνω του δεν δημιουργεί υποψίες και έτσι πιάνει εύκολα κουβέντα με τα υποψήφια θύματά του. Κατά τη διάρκεια του εγκλήματος είναι ήρεμος αλλά αδυνατεί να ξεφύγει από την ψυχαναγκαστική τελετουργική τήρηση κάποιων λεπτομερειών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Ted Bundy, ένας ευπαρουσίαστος και καλλιεργημένος άντρας, ο οποίος βίασε και δολοφόνησε σαδιστικά περίπου 35 ως 40 γυναίκες σε πέντε διαφορετικές πολιτείες των ΗΠΑ κατά την περίοδο 1974-1978. Ο Bundy, ένας ευφυέστατος φοιτητής νομικής, γοήτευε αμέσως τα θύματά του και τα έπειθε εύκολα να τον ακολουθήσουν, ενώ μετακινείτο διαρκώς για να μπερδέψει την αστυνομία. Συνελήφθη δύο φορές αλλά κατάφερε να δραπετεύσει. Στη δίκη του υπεράσπισε ο ίδιος τον εαυτό του αλλά δεν γλίτωσε την καταδίκη σε θάνατο. Εκτελέστηκε στην ηλεκτρική καρέκλα το 1989, ενώ πλήθη ανθρώπων γιόρταζαν τον θάνατό του έξω από τις φυλακές.

Ο μη οργανωμένος καθ’ έξιν δολοφόνος είναι αυτός που ταιριάζει απόλυτα στη στερεότυπη εικόνα του μανιακού δολοφόνου. Είναι ψυχωσικός (πιθανόν πάσχει από μανιοκατάθλιψη, σχιζοφρένεια κτλ.), κάνει διαρκώς παρανοϊκές σκέψεις, δείχνει να βρίσκεται σε μόνιμη σύγχυση, φοβάται τους ανθρώπους και ιδιαίτερα τις γυναίκες, αντιδρά απρόβλεπτα όταν πιεστεί και συνήθως είναι μέσης ή χαμηλής ευφυΐας. Τις περισσότερες φορές είναι δυσλειτουργικός, κοινωνικά και σεξουαλικά. Οι φόνοι που διαπράττει είναι αυθόρμητοι και χαρακτηρίζονται από συμβολικότητα. Οταν επιτίθεται σε κάποιο θύμα δείχνει προτίμηση σε μέρη του σώματος που για εκείνον έχουν ιδιαίτερη σημασία, συνήθως το στήθος ή τα γεννητικά όργανα. Παρ’ όλα αυτά, η οποιαδήποτε σεξουαλική πράξη λαμβάνει χώρα μετά τον θάνατο του θύματος, γιατί μόνο τότε ο δολοφόνος πείθεται ότι απέκτησε τον απόλυτο έλεγχό του και μπορεί να υπερνικήσει την ανασφάλειά του. Την ώρα του εγκλήματος στο μυαλό του κυριαρχεί το χάος, γι’ αυτό και πολύ συχνά αφήνει πίσω του αποδεικτικά στοιχεία ικανά να τον καταδικάσουν. Ισως η πιο ενδιαφέρουσα περίπτωση μη οργανωμένου καθ’ έξιν δολοφόνου είναι αυτή του Richard Trenton Chase. Γνωστός και ως ο βρικόλακας του Σακραμέντο, ο Chase είχε ένα μακρύ ιστορικό εισαγωγής σε ψυχιατρεία και έμενε κατά περιόδους με τη μητέρα του, την κλασική δεσποτική και επικριτική μητέρα που έχουν πολλοί τέτοιοι εγκληματίες. Οσοι τον γνώριζαν ήξεραν ότι έπασχε από μανία καταδίωξης και ζούσε σε έναν εντελώς δικό του κόσμο: πίστευε ότι συμμαθητές του από το γυμνάσιο είχαν σχηματίσει μια ναζιστική ομάδα και τον κυνηγούσαν, ότι η μητέρα του τον έβαζε να πλυθεί με ένα δηλητηριώδες σαπούνι και ότι συχνά τον παρακολουθούσαν UFO. Υποστήριζε ακόμη ότι τα φάρμακα που του έδιναν οι γιατροί τού μετέτρεπαν το αίμα σε σκόνη, γι’ αυτό και συχνά απήγαγε ζώα από γειτονικά σπίτια και έπινε το αίμα τους. Το πέρασμα από τη βία προς τα ζώα στη βία προς τους ανθρώπους ήταν απλώς ζήτημα χρόνου και έτσι, τον Ιανουάριο του 1978, μέσα σε διάστημα τεσσάρων ημερών, ο Chase σκότωσε έξι ανθρώπους που είχαν την ατυχία να βρεθούν στον δρόμο του. Οι λεπτομέρειες των σαδιστικών δολοφονιών του ξεπερνούν και την πιο νοσηρή φαντασία αλλά ο ίδιος είχε δράσει σαν να βρισκόταν υπό το καθεστώς καταληψίας. Στις οικίες των θυμάτων του είχε αφήσει δεκάδες άλικα αποτυπώματα και αργότερα εθεάθη να περιφέρεται άσκοπα με απλανές βλέμμα και τα ρούχα του μούσκεμα στο αίμα.

Τέλος, στην κατηγορία των μεικτών καθ’ έξιν δολοφόνων βρίσκουμε άτομα που συνδυάζουν στοιχεία και των δύο παραπάνω κατηγοριών, όπως π.χ. ο Edmund Emil Kemper, που σχεδίασε προσεκτικά μεν τη δολοφονία της μητέρας του, του τελευταίου από τα 10 θύματά του, αλλά μετά περιφερόταν επί τρεις ημέρες με το αυτοκίνητό του έχοντας στη θέση του συνοδηγού το κομμένο κεφάλι της.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η κατηγοριοποίηση ανάλογα με το κίνητρο που χωρίζει τους καθ’ έξιν δολοφόνους σε: α) οραματικούς, εκείνους δηλαδή που ακούν φωνές ή βλέπουν οράματα και ανταποκρίνονται σε αυτά, β) προσηλωμένους σε μια αποστολή που πιστεύουν ότι πρέπει να απαλλάξουν την κοινωνία από κάποια συγκεκριμένη ομάδα ατόμων π.χ. τις πόρνες ή τους ηλικιωμένους, γ) ηδονιστές, τους οποίους η τέλεση του φόνου πλημμυρίζει με ερωτική ηδονή και δ) προσηλωμένους στην απόκτηση ελέγχου ή εξουσίας.

Δημιουργώντας τέρατα

Γεννιούνται ή γίνονται; Αυτό είναι το μεγάλο ερώτημα στο οποίο δεν έχουν ακόμη καταφέρει να δώσουν απάντηση οι μελετητές του φαινομένου των καθ’ έξιν δολοφόνων, αν και η πλάστιγγα γέρνει προς τον συνδυασμό και των δύο εκδοχών. Πολλοί άνθρωποι ανάμεσά μας είχαν τραυματικές παιδικές ηλικίες, βασανίζονται από ψυχικές διαταραχές, προέρχονται από φτωχές ή διαζευγμένες οικογένειες, αλλά δε στράφηκαν ποτέ στον φόνο και μάλιστα κατ’ εξακολούθησιν. Τι είναι λοιπόν αυτό που κάνει έναν υποψήφιο serial killer να περάσει στο άλλο άκρο; Και πού οφείλεται η έξαρση του φαινομένου στις τελευταίες δεκαετίες;

Το σίγουρο είναι ότι η όλη πορεία προς τη βία δεν διαρκεί μερικά 24ωρα. Οι φαντασιώσεις που γεννιούνται στο μυαλό των καθ’ έξιν δολοφόνων χρειάζονται ως και 8-10 χρόνια για να αποκτήσουν ένα δυναμικό ικανό να ωθήσει στον φόνο λέει ο δρ Charles Bahn, καθηγητής ιατροδικαστικής ψυχολογίας στο τμήμα Ποινικού Δικαίου του Πανεπιστημίου John Jay. Και βέβαια παίζουν ρόλο και αρκετοί εξωγενείς παράγοντες, οι οποίοι τα τελευταία 40 χρόνια έχουν καταστήσει τις καθ’ έξιν δολοφονίες είδος που ευδοκιμεί στη σύγχρονη βιομηχανική κοινωνία. Οι πιο βασικοί είναι οι παρακάτω:

­ Η πληθυσμιακή συγκέντρωση

Εχει αποδειχθεί ότι σε πυκνοκατοικημένες περιοχές υπάρχει μεγαλύτερη εγκληματικότητα. Στην Καλιφόρνια π.χ., την πιο πυκνοκατοικημένη πολιτεία των ΗΠΑ, έχουν αναφερθεί πάνω από διπλάσιες περιπτώσεις καθ’ έξιν δολοφόνων από οποιαδήποτε άλλη πολιτεία. Η αίσθηση της ανωνυμίας που παρέχουν οι μεγάλες πόλεις γεμίζει με σιγουριά τους δολοφόνους και δυσχεραίνει το έργο των αρχών.

­ Η εξάπλωση της χρήσης των όπλων και η ευκολία απόκτησής τους

Δεν είναι να απορεί κανείς που το 75% των γνωστών serial killers έχει εμφανιστεί στις ΗΠΑ. Στη «Γη της Επαγγελίας» τα όπλα θα είναι πρώτη αιτία θανάτου το 2002. Επιπλέον, ο υποτυπώδης έλεγχος του υποψήφιου αγοραστή έχει κατ’ ουσία οπλίσει το χέρι πολλών δυνάμει ή αποδεδειγμένα επικίνδυνων ανθρώπων. Ο Richard Trenton Chase π.χ. απέκτησε νομίμως το όπλο με το οποίο αφαίρεσε έξι ζωές, παρά το βεβαρημένο και βίαιο ιστορικό του.

­ Η εξάπλωση της σκληρής πορνογραφίας και η ωραιοποίηση της βίας από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και τις τέχνες

Πολλοί καθ’ έξιν δολοφόνοι είχαν εξάρτηση από τη σκληρή πορνογραφία και απολάμβαναν βίαια θεάματα. Χωρίς να καταφύγουμε ασύνετα στη δαιμονοποίηση της πορνογραφίας ή της τηλεοπτικής βίας, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε το γεγονός ότι μπορούν να επιδράσουν καταλυτικά σε μια διαταραγμένη προσωπικότητα.

­ Η κοινωνική απομόνωση

Σε μια εποχή όπου δεν γνωρίζουμε πλέον τον γείτονά μας, πόσο μάλλον δεν νοιαζόμαστε γι’ αυτόν, είναι εξαιρετικά δύσκολο να εντοπίσουμε αποτελεσματικά τα άτομα εκείνα ανάμεσά μας που χρήζουν βοηθείας.

­ Η ελλιπής εκπαίδευση των υπευθύνων

Είναι προφανές ότι οι τοπικές αστυνομικές αρχές δεν έχουν ούτε μπορούν να έχουν το εξειδικευμένο προσωπικό που είναι απαραίτητο για να αντιμετωπίσουν τέτοιου είδους εγκληματίες. Αλλά και πολλοί ψυχίατροι έχουν υποτιμήσει αρκετές φορές στο παρελθόν τη δυναμική του φαινομένου και έχουν δώσει εξιτήριο σε άτομα που συνέχισαν το δολοφονικό έργο τους αμέσως μόλις βγήκαν από το ίδρυμα.

­ Τα κενά και τα παράδοξα της νομοθεσίας

Εδώ, αναπόφευκτα, θα αναφερθούμε αποκλειστικά στις ΗΠΑ. Πολλοί συλληφθέντες καθ’ έξιν δολοφόνοι κατάφεραν να πείσουν το δικαστήριο ότι ήταν ψυχικά ασθενείς και, αντί να καταλήξουν στη φυλακή, εστάλησαν σε κάποιο ψυχιατρείο από όπου απέδρασαν ή κατάφεραν να πάρουν εξιτήριο.

Επίσης, την έξαρση του φαινομένου βοήθησε ο κατακερματισμός των ΗΠΑ σε πολυάριθμες περιοχές δικαιοδοσίας των αρχών (η συνεργασία μεταξύ αστυνομίας πόλεων, δημοτικής, πολιτειακής και ομοσπονδιακής αστυνομίας δεν είναι πάντοτε αγαστή), καθώς και η ύπαρξη ενός αλλοπρόσαλλου νομικού συστήματος, το οποίο σε μερικές πολιτείες έχει βασιστεί στον κανόνα του μπέιζμπολ, όπου με τρία λάθη βγαίνεις από το παιχνίδι. Ετσι, ο νόμος επιβάλλει αστείες ποινές για τα πρώτα δύο αδικήματα (ασχέτως της σοβαρότητάς τους τις περισσότερες φορές) και εξαντλεί όλη την αυστηρότητά του για το τρίτο αδίκημα. Φαίνεται παράδοξο αλλά είναι αληθινό.

Η σαγήνη των δολοφόνων

Υπάρχει και ένας ακόμη παράγοντας έξαρσης που όμως χρήζει ξεχωριστής ανάλυσης: η κουλτούρα των καθ’ έξιν δολοφονιών, η οποία έχει αναπτυχθεί σε δεκάδες χώρες του κόσμου. Τα κινηματογραφικά στούντιο βγάζουν σωρεία ταινιών με μανιακούς δολοφόνους (συνήθως με οικτρά σενάρια), τα ράφια των βιβλιοπωλείων στενάζουν υπό το βάρος των ευρείας κατανάλωσης βιβλίων για αληθινά εγκλήματα (στη Βρετανία ο τομέας αυτός είναι ο ταχύτερα αναπτυσσόμενος στον εκδοτικό χώρο), τα μέσα μαζικής ενημέρωσης συχνά υπερβαίνουν κάθε όριο εντυπωσιοθηρίας στην κάλυψη σχετικών ειδήσεων και εμείς, οι αναγνώστες και οι τηλεθεατές, δηλώνουμε αμέσως τον αποτροπιασμό μας, αλλά δεν παύουμε να είμαστε δέσμιοι αυτής της φονολαγνείας. Ενδεικτική είναι και η εμφάνιση συλλεκτών, οι οποίοι πληρώνουν τεράστια ποσά για να αποκτήσουν αυθεντικά κείμενα ή καλλιτεχνήματα φτιαγμένα από καθ’ έξιν δολοφόνους. Οταν μάλιστα ο David Berkowitz, ο οποίος δολοφόνησε 13 άτομα στη Νέα Υόρκη τη διετία 1976-1977 και έγινε γνωστός ως Son of Sam, πούλησε μέσα από τη φυλακή τα κινηματογραφικά δικαιώματα της ζωής του έναντι υπέρογκου ποσού, οι αρχές των ΗΠΑ αναγκάστηκαν να ψηφίσουν νόμο που απαγορεύει στους φυλακισμένους δολοφόνους να επωφελούνται οικονομικά καθ’ οιονδήποτε τρόπο από δραστηριότητες σχετικές με τα εγκλήματά τους.

Εύλογα, όλη αυτή η κουλτούρα σχηματίζει έναν φαύλο κύκλο αλληλοενισχυτικής ανάδρασης με το φαινόμενο των καθ’ έξιν και των κατά συρροήν δολοφόνων. Πώς όμως δημιουργήθηκε; Η απάντηση βρίσκεται στη δυνατή έλξη που ασκεί καθετί νοσηρό, απαγορευμένο, μυστηριώδες. Η διά άλλου βίωση τέτοιων βίαιων και ακραίων καταστάσεων, που τόσο πολύ ξεφεύγουν από την εξιδανικευμένη άποψή μας περί πολιτισμένης κοινωνίας, μας φέρνει εκ του ασφαλούς σε επαφή με τη θνητότητά μας και μας γεμίζει με μια ένοχη χαρά επειδή δεν ήμασταν εμείς στη θέση των θυμάτων. Οι Γερμανοί περιγράφουν εύστοχα το συναίσθημα αυτό με τον όρο schadenfreude, δηλαδή η χαρά με τη θλίψη του άλλου.

Αντιμέτωποι με το σκοτάδι

Διαβάζοντας όλα τα παραπάνω, εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς πόσο δύσκολο είναι να αντιμετωπιστεί το φαινόμενο. Οι φόνοι δεν έχουν εμφανές κίνητρο, τα θύματα είναι κατά κύριο λόγο άγνωστα στους θύτες και ο κοινός νους αδυνατεί να κατανοήσει την ψυχοπαθολογία των καθ’ έξιν δολοφόνων.

Βεβαίως αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχουν γίνει σημαντικά βήματα τις τελευταίες δεκαετίες. Κατ’ αρχάς, η επιστήμη της ιατροδικαστικής έχει σημειώσει μεγάλη πρόοδο, με σπουδαιότερο επίτευγμα την ανάλυση του DNA και τη χρήση του ως γενετικού αποτυπώματος. Μεγάλη είναι και η συμβολή της ανάπτυξης βάσεων δεδομένων από τις εγκληματολογικές αρχές πολλών χωρών και η δικτύωσή τους σε διεθνές επίπεδο. Καταλυτική στην εξιχνίαση των εγκλημάτων αποδεικνύεται συχνά η σκιαγράφηση του ψυχολογικού προφίλ των δολοφόνων από συμπεριφορικούς επιστήμονες, ενώ πολύτιμα στοιχεία αντλούμε από τη μελέτη και την παρακολούθηση των καθ’ έξιν δολοφόνων που βρίσκονται φυλακισμένοι. Τέλος, σε χώρες όπου το φαινόμενο έχει λάβει αναλογικά μεγάλες διαστάσεις (ΗΠΑ, Βρετανία, Γερμανία), εφαρμόζονται προγράμματα πρόληψης στα σχολεία, με σκοπό τον εντοπισμό παιδιών με ψυχικές διαταραχές και προδιάθεση στη χρήση βίας, παιδιών που μια ημέρα μπορεί να στραφούν στον φόνο.

Και σίγουρα είναι αναγκαίο η κοινή γνώμη να αναπτύξει μια πιο ώριμη αντιμετώπιση του θέματος, να μάθει να βλέπει και να παρουσιάζει το φαινόμενο με πιο ψύχραιμο και λιγότερο εντυπωσιοθηρικό τρόπο. Μόνο τότε θα μπορέσουμε να φωτίσουμε το σκοτάδι που βασιλεύει στο μυαλό αυτών των αινιγματικών ανθρώπων, να κατανοήσουμε όλους τους γενεσιουργούς μηχανισμούς του φαινομένου και να τους εξουδετερώσουμε αποτελεσματικά.

Ο κ. Βασίλης Μπαμπούρης είναι συγγραφέας και ερευνητής.

το άρθρο στο Βήμα

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.